D.R.N. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 630/2023, 10/7/2026
print
Τίτλος:
D.R.N. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 630/2023, 10/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Υπόθεση Αρ.: 630/2023

 

 

10 Ιουλίου 2026

[Β.ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

Μεταξύ:

 

D.R.N., από Καμερούν

 

Αιτήτρια

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω

Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ’ ων η Αίτηση

 

Αίτηση εκ μέρους της Αιτήτριας για αναστολή της δικαστικής απόφασης του Διεθνούς Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας ημερ. 31/03/2025.

 

Ν. Χαραλαμπίδου (κα) για Νικολέτα Χαραλαμπίδου,  δικηγόρος Αιτήτριας

Ι. Χαραλάμπους (κα), δικηγόρος για τους καθ΄ ων η αίτηση.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Με την υπό εξέταση αίτηση αναστολής, η Αιτήτρια αιτείται:

 

Α. Έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται το αποτέλεσμα της πρωτόδικης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 31/03/2025 στην προσφυγή 630/23 εναντίον της οποίας ασκείται Αναθεωρητική Έφεση υπ’ αριθμόν 71/25 μέχρι την έκδοση της απόφασης επί της εν λόγω Αναθεωρητικής Έφεσης ή και έκδοσης απόφασης σε αυτή.

 

Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται το αποτέλεσμα της πιο πάνω πρωτόδικης απόφασης, κάτω από οποιουσδήποτε όρους το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιους.

 

Γ. Διάταγμα σύντομης εκδίκασης της παρούσας έφεσης.

 

Η Αιτήτρια είναι υπήκοος Καμερούν και αφίχθηκε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω των κατεχόμενων περιοχών. Στις 17/09/2019 υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία, για την οποία έλαβε βεβαίωση υποβολής αιτήματος την ίδια ημέρα.

 

Στις 19/09/2022 διεξήχθη συνέντευξη στην Αιτήτρια από αρμόδιο Λειτουργό του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για το Άσυλο (European Union Agency for Asylum – EUAA). Στις 14/10/2022 ο Λειτουργός της EUAA ετοίμασε έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας. Στις 07/12/2022 η Υπηρεσία Ασύλου δια του νομίμως εξουσιοδοτημένου προς τούτο Προϊστάμενού της, ενέκρινε την εισήγηση και εξέδωσε απορριπτική απόφαση επί της αιτήσεως της Αιτήτριας για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας συνοδευόμενη από απόφαση επιστροφής της Αιτήτριας στο Καμερούν. Στις 19/01/2023 ετοιμάστηκε επιστολή από την Υπηρεσία Ασύλου σχετικά με την απόφαση του αιτήματος και αιτιολόγηση της απόφασης, η οποία και επιδόθηκε δια χειρός στην Αιτήτρια και υπογράφηκε στις 26/01/2023. Στις 23/02/2023 καταχωρίστηκε η προσφυγή αρ. 630/23 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας. Στις 04/07/2023 η προσφυγή απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης με €300 έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας. Στις 18/07/2023 η Αιτήτρια άσκησε έφεση με τον αριθμό 91/23 ενώπιον του Εφετείου κατά της απορριπτικής απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας και ταυτόχρονα καταχώρησε αίτηση ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας με την οποία ζητά από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 04/07/2023 μέχρι την τη συμπλήρωση της εκδικάσεως της Αναθεωρητικής έφεσης και έκδοση της απόφασης σε αυτή. Στην εν λόγω ενδιάμεση αίτηση εκδόθηκε απόφαση στις 09/10/2023 με την οποία απορρίφθηκε η έκδοση διατάγματος αναστολής. Ακολούθως, η συνήγορος της Αιτήτριας, αφού προέβη σε απόσυρση της έφεσης 91/23, προχώρησε σε καταχώρηση αίτησης επαναφοράς της προσφυγής στις 09/11/2023, η οποία εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, το οποίο στη συνέχεια προέβη σε εκδίκαση της υπόθεσης επί της ουσίας. Εν τέλει, και μετά την κλείσιμο των δικογράφων, το Δικαστήριο εξέδωσε επί της ουσίας απόφαση στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο προσφυγή στις 31/03/2025 απορρίπτοντας την και επιδικάζοντας έξοδα €1.500 εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση. Στις 14/04/2025 η συνήγορος της Αιτήτριας καταχώρησε Έφεση υπ’ αριθμόν 71/25 εναντίον της απόφασης ημερ. 31/03/2025 και ταυτόχρονα καταχώρησε εκ νέου αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 31/03/2025, η οποία και αποτελεί το επίδικο θέμα της παρούσας.

 

Η ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση επί της αιτήσεως καταχωρήθηκε, έπειτα από οδηγίες του Δικαστηρίου, στις 19/02/2026 και αφού καταχωρήθηκαν οι γραπτές αγορεύσεις όλων των διαδίκων, στις 27/02/2026 (Αιτήτρια) και στις 06/03/2026 (Καθ’ ων η αίτηση), επιφυλάχθηκε η έκδοση απόφασης.

 

Η αίτηση βασίζεται, στον περί Εφέσεων (Αναθεωρητική Διαδικασία) Διαδικαστικό Κανονισμό του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1964 (2/1964) ως αυτός έχει τροποποιηθεί, στους Κανονισμούς 17, 18 και 19 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, στους περί Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2019 ως έχουν τροποποιηθεί (3/2019) και ειδικότερα στους Κανονισμούς 12, 14 και 15, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023, Μέρος 41, κανονισμός 41.7, στον περί Δικαστηρίων Νόμου (14/1960), στον περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμο του 1964 (33/1964) και ειδικότερα στα άρθρα 3Α και 9, στον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018) και ειδικότερα στο άρθρο 13, στο άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε, στο άρθρο 46 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, στα άρθρα 2,3 και 13 της ΕΣΔΑ, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτικές του Δικαστηρίου και τη σχετική νομολογία.

 

Η αίτηση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση της δικηγόρου κας Α. Μιχαήλ, η οποία προς υποστήριξη της αίτησης, προβάλλει τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας αναφορικά με το προφίλ της και τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στην ισχυριζόμενη δίωξη από τους “Ambazonian Militia Group”, στο ότι η Αιτήτρια υπήρξε θύμα βιασμού από μέλη της αποσχιστικής ομάδας, ενώ δέχεται από αυτούς απειλές για τη ζωή της. Επίσης, αναφέρθηκε στην αδυναμία της να μετεγκατασταθεί σε άλλη περιοχή του Καμερούν καθώς ισχυρίζεται πως λόγω της Αγγλόφωνης καταγωγής της θα αντιμετωπίσει κινδύνους. Επίσης, ισχυρίζεται πως πλέον δεν υφίσταται το υποστηρικτικό δίκτυο καθώς δεν έχει πλέον επικοινωνία με την αδελφή της εκεί. Επιπλέον, στην ένορκη δήλωση η πλευρά της Αιτήτριας ισχυρίζεται ότι η τελευταία αντιμετωπίζει κάποιο γυναικολογικό πρόβλημα υγείας, το οποίο -κατά τον ισχυρισμό τους- θα έπρεπε να εξεταστεί κατά πόσον σχετίζεται με την ισχυριζόμενη έμφυλη βία που υπέστη. Προς υποστήριξη του εν λόγω ισχυρισμού προσκομίζονται τα τεκμήρια 1 – 4 μαζί με το έντυπο της έφεσης, με το οποίο προωθείτε η παρούσα αίτηση. Περαιτέρω, είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας είναι ότι η κατάσταση στη χώρα καταγωγής της έχει επιδεινωθεί ενώ εκεί, επιπλέον, δε θα έχει πρόσβαση στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη που χρειάζεται ένεκα του προβλήματος υγείας της. Η πλευρά της Αιτήτριας θεωρεί απαραίτητη την επίδικη αίτηση για να προστατευθεί η Αιτήτρια από το ενδεχόμενο της απέλασης πριν από την απόφαση του Εφετείου, καθώς και για να έχει πρόσβαση στην ιατροφαρμακευτική της περίθαλψη ως χρειάζεται. Προωθείται ότι τα αποτελέσματα της πρωτόδικης απόφασης ημ. 31/03/2025 είναι καταστροφικά για την Αιτήτρια. Αναφορικά με την αίτηση η ενόρκως δηλούσα προβάλει ότι η αναστολή εκτέλεσης απόφασης αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και ότι μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις αποφασίζεται. Με την απόρριψη της προσφυγής η Αιτήτρια έχει απωλέσει την ιδιότητα της «αιτήτριας ασύλου» και ως εκ τούτου το δικαίωμα παραμονής της στην Κυπριακή Δημοκρατία και υπάρχει κίνδυνος σύλληψης και απέλασης της, χωρίς να δοθεί η δυνατότητα να ακουστεί από ανεξάρτητο, αντικειμενικό και αμερόληπτο Δικαστήριο και να ασκήσει το δικαίωμα της σε αποτελεσματικό ένδικο μέσο. Η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για αναστολή εκτέλεσης της προαναφερθείσας πρωτόδικης απόφασης, αφού η Αιτήτρια παραμένει στην Δημοκρατία χωρίς κάποιο καθεστώς διατρέχοντας τον κίνδυνο της επαναπροώθησής της στο Καμερούν (παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης), ενώ αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, για τα οποία δεν θα λάβει φροντίδα στη χώρα καταγωγής της, και ενώ η κατάσταση που επικρατεί στο Καμερούν θα την θέση σε κίνδυνο.

 

Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι αναγκαία και απαραίτητη για σκοπούς διασφάλισης των δικαιωμάτων της Αιτήτριας σε αποτελεσματικό ένδικο μέσο.

 

Ακολούθως, η πλευρά της Αιτήτριας στις 16/02/2026, μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου, καταχώρισε Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση της δικηγόρου Α. Μιχαήλ, ώστε να καταχωρηθούν ξανά τα προαναφερθέντα τεκμήρια 1 – 4, καθότι δεν εντοπίζονταν στον δικαστικό φάκελο.

 

Η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση, καταχώρισε ένσταση στην αίτηση.

Κατά πρώτον, υποβάλλεται ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου.

 

Είναι θέση των Καθ’ ων ότι ο αποκλειστικός σκοπός της αίτησης είναι η αποστέρηση από τους Καθ’ ων η αίτηση των δικαιωμάτων τους, τα οποία έχουν αποφασιστεί, επικυρωθεί και/ή κατοχυρωθεί με την πρωτόδικη απόφαση του Δικαστηρίου. Επιπλέον, τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα καταστρατηγήσει την αρχή της διασφάλισης της οριστικότητας των αποφάσεων του Πρωτόδικου Δικαστηρίου.

 

Επιπλέον, υποβάλλεται δια της ενστάσεως ότι η Αιτήτρια με την αίτηση έκδοσης του παρόντος διατάγματος παραβιάζει το άρθρο 8(1)(α) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο ορίζει πως ο/η αιτητής/αιτήτρια έχει δικαίωμα παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία αποκλειστικά για σκοπούς διεξαγωγής της διαδικασίας από την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας έως και την έκδοση απόφασης από το πρωτόδικο δικαστήριο.

 

Είναι επίσης θέση των Καθ’ ων η αίτηση πως η μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα καταστρατηγήσει κανένα δικαίωμα του Αιτητή ούτε και την αποτελεσματικότητα της έφεσής της, δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη στην ίδια, καθώς δεν έχει αποδείξει κάτι τέτοιο αλλά ούτε και ότι θα αντίκειται στην αρχή της μη επαναπροώθησης. Τονίζουν δε πως η επαναπροώθηση είναι ζήτημα που θα εξετάσει το Εφετείο.

 

Ακόμη υποβάλλεται ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθότι δεν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις και η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει ότι συντρέχουν λόγοι, ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της.

 

Τέλος, είναι η θέση των Καθ’ ων η αίτηση πως τα ιατρικά γυναικολογικά προβλήματα που επικαλείται η Αιτήτρια δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της προσφυγής κατά την έκδοση της απόφασης του Πρωτόδικου Δικαστηρίου και επομένως δεν είχε προβάλει καμία μαρτυρία από πλευράς της αναφορικά με την αδυναμία της να έχει την αναγκαία ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στη χώρα καταγωγής της.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Αναφορικά με την αιτούμενη θεραπεία υπό Γ, με την οποία ο Αιτητής αιτείται την έκδοση διατάγματος σύντομης εκδίκασης της έφεσης υπ’ αριθμόν 71/25, εξ υπαρχής αναφέρω ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδίδει τέτοια διατάγματα. Η εν λόγω εξουσία κέκτηται από το Διοικητικό Εφετείο.

Όσον αφορά το αιτούμενο διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης ημ. 31/03/2025 παραθέτω τα ακόλουθα.

Σύμφωνα με τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς 2023, Μέρος 41, οι οποίοι αφορούν τις Εφέσεις και ειδικότερα ο κανονισμός 41.7, το οποίο αφορά το ανασταλτικό αποτέλεσμα των εφέσεων, ορίζονται τα εξής:

«(1) (α) Εκτός αν το Εφετείο ή το κατώτερο δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, η έφεση δεν επενεργεί ως αναστολή οποιουδήποτε διατάγματος ή απόφασης τού κατώτερου δικαστηρίου.

(β) Αίτηση για αναστολή διατάγματος ή απόφασης του κατώτερου Δικαστηρίου γίνεται πρώτα στο κατώτερο Δικαστήριο.»

Οι νέοι διαδικαστικοί κανονισμοί, σε σχέση με το Εφετείο τέθηκαν σε ισχύ από την 3η Ιουλίου 2023, το οποίο εγκαθιδρύεται δυνάμει των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμων του 1964 έως (Αρ.3) του 2022, (Ν. 33/1964). Περαιτέρω, ορίζεται ότι οι εν λόγω κανονισμοί δεν εφαρμόζονται σε σχέση με ειδικές διαδικασίες ή ειδικές δικαιοδοσίες για τις οποίες ισχύουν συγκεκριμένοι διαδικαστικοί κανονισμοί, οι οποίοι προβλέπονται από συγκεκριμένο νόμο ή κανονισμό. Νοείται ότι στο βαθμό που ο συγκεκριμένος νόμος ή κανονισμός παραπέμπει στην, ή επιτρέπει την, εφαρμογή των εκάστοτε κανονισμών πολιτικής δικονομίας, τότε εφαρμόζονται οι παρόντες κανονισμοί στο βαθμό που προβλέπεται.

 

Καταρχάς αναφέρω σε σχέση με την δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου προς έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης μίας δικαστικής απόφασης, εκδιδόμενης στη βάση του Άρθρου 146 του Συντάγματος, υιοθετούνται τα όσα αναπτύχθηκαν στην υπόθεση της Ολομέλειας του Διοικητικού Δικαστηρίου Χατζηπαναγιώτη κ.ά. ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, υπόθ. αρ. 6182/2013, όπου το ζήτημα αποτέλεσε αντικείμενο προς εξέτας η. Στην εν λόγω υπόθεση τονίστηκε ότι η αναστολή πρωτόδικης απόφασης αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και, με παραπομπή στην Μάριος Ιερωνυμίδης ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 2321 στο κείμενο της εν λόγω απόφασης, λέχθηκε ότι το τί συνιστά εξαιρετικές περιστάσεις είναι δύσκολο να προκαθοριστεί και ανεπιθύμητο να προσδιοριστεί εξαντλητικά. Πιο συγκεκριμένα, στην ίδια προαναφερθείσα απόφαση (Χατζηπαναγιώτη) αναφέρεται ότι «οι περιστάσεις πρέπει να συσχετίζονται με τις συνέπειες εφαρμογής της πρωτόδικης απόφασης στη συγκεκριμένη περίπτωση και να καταφαίνονται οι ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Το εξαιρετικό των περιστάσεων πρέπει να προκύπτει από το συσχετισμό, αφενός, των συνεπειών της άμεσης εφαρμογής της ακυρωτικής απόφασης και των δυσχερειών, αφετέρου, αποκατάστασης της προηγούμενης κατάστασης πραγμάτων σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης.».

 

Επισημαίνεται, λοιπόν, ότι η αναστολή εκτέλεσης μίας δικαστικής απόφασης εφόσον ασκηθεί έφεση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και παρέχεται μόνο εφόσον συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που τη δικαιολογούν (Βλ. επίσης Ορφανίδης κ.ά ν Δημοκρατίας (1992) 3 Α.Α.Δ. 623).

 

Τα πιο πάνω περί εξαιρετικού μέτρου αναφέρονται και στην πρόσφατη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου αναφορικά με αίτηση αναστολής δικαστικής απόφασης, Α.Π. ν Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω 1. Υπουργείου Εσωτερικών, 2. Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, 14/11/2023, Υπ. Αρ. 1528/2023 (Διοικητικό Δικαστήριο), ως εξής:

 

«Οι νομολογιακές αρχές που διέπουν την εξέταση τέτοιων αιτημάτων είναι καλά εμπεδωμένες και διαχρονικά δοσμένες.

 

Κατά πάγια νομολογία, η αναστολή πρωτόδικης απόφασης αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, όλως ιδιαιτέρως, στο πεδίο της διοικητικής δικαιοδοσίας (Christoudias v. Republic (1985) 3 C.L.R.1615), Αυγουστή κ.α v Δημοκρατίας (Συνεκδικαζόμενες Προσφυγές αρ 898/13, ημερομηνίας 24/4/19), Θαλασσινός ν Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 3517) και Fairseas Explorer Shipping Ltd ν. Υπουργού Συγκοινωνιών και Έργων (Προσφυγή. αρ. 862/01, ημερομηνίας 14/3/03).

 

Στην Ε.Τ.Ε.Κ. ν Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ. 623, το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης, ως η παρούσα, έθεσε το ζήτημα ως ακολούθως:

 

«Η διασφάλιση της λειτουργίας της πολιτείας μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας καθιστά την αναστολή πραγματικά εξαιρετικό μέτρο, δεδομένου ότι μετά την ακύρωση, ο παραμερισμός της ακυρωθείσας απόφασης συνιστά μορφή εκτροπής από τη νομιμότητα που αποδυναμώνει την αρχή του κράτους δικαίου στην οποία θεμελιώνεται η κυπριακή πολιτεία (Μαυρομμάτη κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 1479). Το Δικαστήριο είναι φειδωλό στην παροχή αναστολής εκτέλεσης (Δήμος Έγκωμης ν. Δημοκρατίας (1995) 4 Α.Α.Δ. 593). Ουσιαστικά αντενδείκνυται, εκτός αν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις».

 

[…]

 

Το τι συνιστά εξαιρετικές περιστάσεις, σύμφωνα με την πάγια νομολογία είναι δύσκολο να προκαθοριστεί καθώς μπορεί να αναδύεται από το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, αλλά αναμφίβολα συσχετίζεται με τις συνέπειες εφαρμογής της πρωτόδικης απόφασης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το δε εξαιρετικό των περιστάσεων, ως λέχθηκε και στην Ιερωνυμίδης ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 2321 πρέπει να προκύπτει από το συσχετισμό, αφενός, των συνεπειών της άμεσης εφαρμογής της ακυρωτικής απόφασης και των δυσχερειών, αφετέρου, αποκατάστασης της προηγούμενης κατάστασης πραγμάτων σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης.»

 

Είναι δύσκολο, επομένως, να προκαθοριστεί και ανεπιθύμητο να προσδιοριστεί εξαντλητικά, το τι συνιστά εξαιρετικές περιστάσεις. Μπορούν να αναδύονται από το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, ενώ αναμφίβολα πρέπει να συσχετίζονται με τις συνέπειες εφαρμογής της πρωτόδικης απόφασης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Θα πρέπει επίσης να είναι φανερές οι ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες που θα είναι μη ανατρέψιμες σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Με άλλα λόγια, το εξαιρετικό των περιστάσεων πρέπει να προκύπτει από το συσχετισμό αφ' ενός, των συνεπειών της άμεσης εφαρμογής της ακυρωτικής απόφασης και των δυσχερειών αφ' ετέρου, στην αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης πραγμάτων σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης .(Ιερωνυμίδης ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 2321).»

 

Επομένως, διαφαίνεται ότι αναφορικά με αιτήσεις ως η επίδικη η νομολογία έχει διαμορφώσει πρώτον ότι η αναστολή πρωτόδικης απόφασης έως την εκδίκαση της έφεσης αποτελεί εξαιρετικό δικαστικό μέτρο και δεύτερον ότι η σχετική κρίση για την έγκριση του εν λόγω μέτρου ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σχετικά με τις αρχές που διέπουν την ανωτέρω διαδικασία για έκδοση σχετικής απόφασης αναστολής έχει αποφανθεί η Μέγας Χ" Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Limited κ.ά., (1991) 1 A.A.Δ. 172, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

«Η αναστολή εκτέλεσης απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης βρίσκεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που ασκείται με βάση δύο αρχές, i) ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να στερείται, χωρίς εξαιρετικό λόγο, του καρπού της επιτυχίας του, και ii) ότι το ένδικο μέσο της έφεσης, που ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του. Μόνο η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων είναι δυνατό να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης αρχής, σε βάρος της πρώτης».

 

Επί του ζητήματος αποφάνθηκε και ο αδελφός μου Δικαστής κ. Δ. Κατσαρίδης στην C.L.A. ν Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, 28/02/2025, Αρ. Υπ. 3572/2022, όπου κατέληξε, μεταξύ άλλων, στα κάτωθι:

 

«Ασχολήθηκε περαιτέρω το Διοικητικό Δικαστήριο και με την υπόθεση Πεύκαρος ν. Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού, Συνεκδ. Υποθ. αρ. 593/2007 και 613/2007, ημερ. 22.10.2010, στην οποία κατά την εξέταση αίτησης ως η παρούσα, τονίστηκε, με αναφορά στην Christoudias ότι η άσκηση του δικαιώματος έφεσης από μόνη της δεν περιορίζει ούτε μετριάζει την τελεσιδικία της απόφασης. Από την άλλη, ωστόσο, κρίθηκε ότι θα πρέπει να δοθεί στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια, ούτως ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος έφεσης, ως ήταν η διαπίστωση του Δικαστηρίου και στη Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου (1991) 1 Α.Α.Δ. 1147. Εν πάση δε περίπτωση, κατέληξε το Δικαστήριο, «θα πρέπει να διατηρείται ισοζύγιο μεταξύ των δικαιωμάτων του επιτυχούς διάδικου και των δικαιωμάτων του εφεσείοντα», ως ακριβώς λέχθηκε και στην Katarina Shipping v. Ship "Poly" (1978) 1 C.L.R. 355. Η ίδια γραμμή ακολουθήθηκε και στην Ναυτικός Όμιλος Πάφου, ανωτέρω, όπου λέχθηκε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να διέπεται, αφενός, από την αρχή της διασφάλισης του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης και, αφετέρου, από την αρχή της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Έτσι, κρίθηκε ότι αναστολή της εκτέλεσης μπορεί να διαταχθεί στην περίπτωση που τυχόν απόρριψη της αίτησης για αναστολή, θα επιφέρει την πλήρη αποδυνάμωση του αποτελέσματος της έφεσης, αν η τελευταία τελικά επιτύχει (βλ. MΙ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 974/2020, 25/9/2023 και εκεί αναφερθείσα νομολογία, Πεύκαρος, Christophorou and Others (No.2) v. Republic (1985)3 C.L.R. 676 και Ραδιοτηλεοπτικές Υπηρεσίες Αντεννα Ρ.Τ. Λτδ και τώρα Αντεννα TV Λτδ v. Υπουργικού Συμβουλίου (1995) 4 Α.Α.Δ. 478).»

 

Όμοιες αρχές υιοθετούνται επίσης και στην απόφαση Υ.Α. ν Κυρπιακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου Υπηρεσίας Αύλου, Αρ. Υπ. 2736/23, της αδελφής μου Δικαστή κας Κ. Κλεάνθους.

 

Σημειώνω σε αυτό το σημείο ότι το Μέρος 41.7 (1) (α) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, δεν διαφοροποιεί την πρόνοια ως αυτή προϋπήρχε στην Δ.35 θ.18 σε βαθμό όπου αλλάζει το νομοθετικό πλαίσιο αναφορικά με τις αιτήσεις αναστολής εκτέλεσης πρωτόδικης απόφασης. Τούτων λεχθέντων θεωρώ ότι η ήδη υπάρχουσα νομολογία, μέρος της οποίας έχει παρατεθεί πιο πάνω στην παρούσα, βοηθητική για την εξέταση αιτήματος δυνάμει του νέου κανονισμοί πολιτικής δικονομίας (βλ. σχετικώς τις Φιόνα Νικολάου ν Διαχειριστική Επιτροπή Άγιος Παύλος Μπλοκ Β, 10/03/2025, αρ. Πολ. Έφεσης 53/2022, Μαρία Ραφαέλα Θεοφάνους ν. 1. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α., 06/09/2023, αρ. Πολ. Έφεσης 207/2021, Alexey Kuzovkin v Armada Ojsc, 30/03/2026, αρ. Πολ. Έφεσης 72/2025).

Υπό το φως των πιο πάνω λεχθέντων θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσον υπό τις περιστάσεις δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων για αναστολή της εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης ημ. 31/03/2025.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό της Αιτήτρια ότι τα αποτελέσματα της απόφασης ημ. 31/03/2025 είναι καταστροφικά για την ίδια και ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του εξαιρετικού μέτρου αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, καθότι σε διαφορετική περίπτωση διαταράσσεται το δικαίωμα της για το άσυλο, παραβιάζεται το δικαίωμά της για πρόσβαση σε αποτελεσματικό ένδικο μέσο και κινδυνεύει να απελαθεί πριν από την εκδίκαση της έφεσης της, κρίνω ότι δεν ευσταθεί καθότι αυτά είναι ζητήματα άρρηκτα συνδεδεμένα με τους λόγους έφεσης που δικαιοδοσία έχει να εξετάσει και να αποφασίσει το εφετείο και όχι το πρωτόδικο δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αίτησης αναστολής της επικυρωτικής πρωτόδικης απόφασης. Συνεπώς η εξέταση και αποδοχή του εν λόγου ισχυρισμού από το παρόν Δικαστήριο θα ισοδυναμούσε με παρέμβαση στη δικαιοδοσία ανώτερου δικαστηρίου ήτοι του εφετείου. Παράλληλα, ωστόσο, θεωρώ εν μέρει άτοπη την τοποθέτηση της Αιτήτριας ως προς τον κίνδυνο να της στερηθεί το δικαίωμα να ακουστεί από ανεξάρτητο, αντικειμενικό και αμερόληπτο Δικαστήριο, καθότι η υπόθεσή της έχει ήδη ακουστεί και εξετασθεί επί της ουσίας της από το πρωτόδικο Δικαστήριο και επίσης η διαδικασία απέλασής της δεν της στερεί το δικαίωμα σε έφεση ενώπιον του αρμόδιου Εφετείου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εν πάση περιπτώση, ως προανέφερα, ανωτέρω η Αιτήτρια διατηρεί το δικαίωμα να αιτηθεί ενώπιον του Εφετείου ταχεία εκδίκαση της υπόθεσής της.

 

Σε αυτό το σημείο θεωρώ χρήσιμο να σημειώσω πως το σύνολο των γεγονότων που παραθέτει μέσω της αίτησης και ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει αναφορικά με την ουσία της υπόθεσής της αποτελούν στοιχεία τα οποία έχουν προβληθεί τόσο κατά την διοικητική όσο και κατά την δικαστική διαδικασία και αυτά έχουν εξετασθεί και αξιολογηθεί αναλόγως, χωρίς επί της παρούσης να προβάλλεται κάτι με τρόπο που να επηρεάζει και να διαφοροποιεί τις συνθήκες σε βαθμό όπου συντρέχουν οι εξαιρετικές περιστάσεις για την έκδοση του επίδικου διατάγματος.

 

Ειδικότερα θα αναφερθώ στα ζητήματα υγείας που ακροθιγώς αναφέρει η συνήγορος της  Αιτήτριας. Κατά την καταχώριση της αίτηση επαναφοράς της προσφυγής ημ. 09/11/2023 η Αιτήτρια φαίνεται να προσκόμισε έγγραφα από δημόσιο νοσοκομείο της Κύπρου όπου αναγράφονται κάποια γυναικολογικά ιατρικά ζητήματα και ιστορικό νοσηλείας, ωστόσο δίχως να καταδεικνύεται ανάγκη της τελευταίας να της παραχωρηθεί περαιτέρω ιατρική φροντίδα. Μάλιστα, στο εν λόγω έγγραφο καταγράφεται πως η ίδια η Αιτήτρια επέμεινε να υποβληθεί σε «αφαίρεση IUCD» χωρίς να διαφαίνεται από τα συγκεκριμένα έγγραφα ιατρική αναγκαιότητα προς τούτο. Πέραν τούτου, όμως, η Αιτήτρια μέσω της γραπτής της αγόρευσης στη συνέχεια στις 20/12/2023 δεν προώθησε τον εν λόγω ισχυρισμό επαρκώς καθώς ανέφερε μόνο η Αιτήτρια αντιμετωπίζει «συνεχή προβλήματα υγείας» (βλ. παράγραφο 62 της γραπτής αγόρευσης) χωρίς να συγκεκριμενοποιείται ως προς τα προβλήματα και/ή τις θεραπείες που χρειάζεται. Στα πλαίσια της επίδικης αίτησης η πλευρά της Αιτήτριας προσκόμισε τα ίδια έγγραφα που προαναφέρθηκαν και επιπλέον έγγραφο ημ. 21/02/2025 από τον ιατρό κ. Σ.Φ., Ειδικό Ακτινολόγο, όπου επιβεβαιώνεται η ύπαρξη ινομυωμάτων στην μήτρα της χωρίς άλλη αναφορά ή διάγνωση και έτερο έγγραφο ημ. 11/04/2025 από τον ιατρό Χειρουργό Γυναικολόγο – Μαιευτήρα κ. Στ. Τς., όπου επιβεβαιώνεται και πάλι η ύπαρξη των ινομυωμάτων με σύσταση για να υποβληθεί τονίζοντας ότι δεν υπάρχει ανάγκη άμεσης επέμβασης. Επομένως, διαπιστώνω από όσα ανωτέρω έχω παραθέσει πως δεν τίθεται ζήτημα άμεσου κινδύνου της ζωής της, αλλά ούτε και μελλοντικού καθότι δεν διαφαίνεται από όσα προσκομίστηκαν πως υπάρχει κίνδυνος επιδείνωσης της υγείας με τέτοιο τρόπο ώστε να εκτεθεί σε κίνδυνο της ζωής της. Επίσης δεν έχει διαπιστωθεί οποιαδήποτε σύνδεση των γυναικολογικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει με το αίτημα της για διεθνή προστασία αλλα ούτε έχει καταδειχθεί οτι αυτά δε δύναται να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά  στη χώρα καταγωγής της.

 

Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Αιτήτριας περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος απέλασης εναντίον της λόγω της παράνομης παραμονής της, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Καταρχάς το ζήτημα αυτό θα προκύψει όταν και εφόσον εκδοθεί διάταγμα απέλασης από την Διοίκηση, συνεπώς η αρχή της μη επαναπροώθησης θα εξεταστεί από το Διοικητικό Δικαστήριο το οποίο θα κρίνει λαμβάνοντας αυτό υπόψη ότι έχει ήδη καταχωριστεί έφεση ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου αναφορικά με την παρούσα προσφυγή.

 

Υπό το φως και της πιο πάνω νομολογίας, κρίνω, ότι η Αιτήτρια στην παρούσα περίπτωση δεν έχει καταδείξει ικανοποιητικά ή στο βαθμό που απαιτείται ότι η αναστολή της διαδικασίας θα επιφέρει πλήρη αποδυνάμωση του αποτελέσματος της έφεσης, αν η τελευταία επιτύχει, είναι το μόνο υπό τις περιστάσεις μέτρο που επιβάλλεται να ληφθεί προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Τυχόν έγκριση του αιτήματος της δεν θα διευκόλυνε τις δικαστικές διαδικασίες, αλλά θα παραβίαζε την συνταγματική αρχή για την «..πρόσφορον και άνευ καθυστερήσεων απονομήν της δικαιοσύνης.» (βλ. άρθρο 158.2 του Συντάγματος).

 

Επί του παρόντος δε προσθέτω ότι η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί καταχρηστικά εκ μέρους της Αιτήτριας λαμβάνοντας υπ’ όψιν την προηγούμενη καταχώρηση ίδιου περιεχομένου αίτησης ημερ.  18/7/2023 και του ότι δεν παρουσιάστηκαν τέτοια διαφορετικά στοιχεία με την επίδικη, ώστε να δικαιολογείται η απόκλιση του Δικαστηρίου ως προς την κατάληξή του επί του ζητήματος.

 

Στην βάση των όσων έχουν εκτεθεί πιο πάνω κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δε διαπιστώνονται λόγοι που να δικαιολογούν την αναστολή, ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με €800 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση.

 

 

Βούλα Κουρουζίδου – Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο