M.Υ.Α.L. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: ΔΔΠ 73/2019, 17/7/2026
print
Τίτλος:
M.Υ.Α.L. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: ΔΔΠ 73/2019, 17/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: ΔΔΠ 73/2019

17 Ιουλίου,2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

M.Υ.Α.L.,

από Συρία

                              Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας,

μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

                                          Καθ' ων η Αίτηση

 

Για τον Αιτητή: Νικ. Χαραλαμπίδου (κα) για Νικολέττα Χαραλαμπίδου Δ.Ε.Π.Ε.

Για τους Καθ’ ων η αίτηση: Π. Χαραλάμπους (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η παρούσα υπόθεση επανέρχεται ενώπιον του Δικαστηρίου κατόπιν της απόφασης του Εφετείου στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου v. M.Y.A.L., Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 13/2025, 18.12.2025[1], με την οποία παραμερίστηκε η απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου ημερομηνίας 13.12.2024 και η υπόθεση αναπέμφθηκε προς επανεξέταση.

 

Με την ως άνω απόφασή του, το Εφετείο έκρινε ότι, παρότι το παρόν Δικαστήριο ορθώς είχε εντοπίσει ελλείμματα στην κρίση της Υπηρεσίας Ασύλου ως προς την υπαγωγή του Αιτητή στις ρήτρες αποκλεισμού και ορθώς είχε διαπιστώσει ότι δεν του παρασχέθηκε η δυνατότητα να τοποθετηθεί ειδικά επί του ζητήματος του αποκλεισμού του, εντούτοις εσφαλμένα προσέγγισε την υπόθεση ως υπόθεση αμιγώς ακυρωτικού ελέγχου.

 

Το Εφετείο αποφάνθηκε ότι η πλήρης δικαιοδοσία που απονέμεται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας δυνάμει του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 εκτείνεται και στις υποθέσεις που αφορούν την εφαρμογή των ρητρών αποκλεισμού του άρθρου 5 του περί Προσφύγων Νόμου. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν περιορίζεται, ούτε στις υποθέσεις αυτές, σε έλεγχο της νομιμότητας της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης, αλλά οφείλει να εξετάσει και την ουσιαστική ορθότητά της, προβαίνοντας σε πλήρη αξιολόγηση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που ανακύπτουν από την υπόθεση.

 

Περαιτέρω, παραπέμποντας ρητώς στα νομολογηθέντα στην Δημοκρατία ν. Β.Α.[2] (στο εξής αναφερόμενη ως «B.A.»), το Εφετείο ανέπεμψε την υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο προς επανεξέταση, ώστε αυτό να ασκήσει τη δικαιοδοσία του σύμφωνα με τις αρχές που διατυπώθηκαν στην εν λόγω απόφαση. Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο καλείται να καθορίσει, με βάση τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και τις αρχές που διατυπώθηκαν στην Β.Α., τον ενδεδειγμένο τρόπο άσκησης της πλήρους δικαιοδοσίας του.

 

Υπό το φως των πιο πάνω δεσμευτικών κατευθύνσεων, το Δικαστήριο προχωρεί στην επανεξέταση της προσφυγής, ασκώντας πλήρη δικαιοδοσία επί της προσβαλλόμενης απόφασης αποκλεισμού, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του διοικητικού φακέλου, τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης, καθώς και το εφαρμοστέο νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο.

 

Η πλήρης δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και οι κατευθύνσεις του Εφετείου

 

Προτού το Δικαστήριο προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της παρούσας υπόθεσης, κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί συνοπτικά στις αρχές που διατυπώθηκαν στη Β.Α., στην οποία παρέπεμψε ρητώς το Εφετείο με την απόφασή του.

Στην εν λόγω απόφαση διευκρινίστηκε ότι η δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας δεν ταυτίζεται με την κλασική ακυρωτική δικαιοδοσία του άρθρου 146 του Συντάγματος. Αντιθέτως, πρόκειται για δικαιοδοσία πλήρους ελέγχου, η οποία επιτρέπει στο Δικαστήριο να εξετάζει όχι μόνο τη νομιμότητα της διοικητικής πράξης αλλά και την ουσιαστική ορθότητά της, προβαίνοντας σε αυτοτελή αξιολόγηση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που ανακύπτουν από την υπόθεση.

 

Διευκρινίστηκε, περαιτέρω, ότι η διαπίστωση διαδικαστικής πλημμέλειας δεν οδηγεί κατ' ανάγκην στην ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης ή στην αναπομπή της υπόθεσης στη Διοίκηση. Η έκταση της πλήρους δικαιοδοσίας παρέχει στο Δικαστήριο ευχέρεια να επιλέξει, ανάλογα με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, τον ενδεδειγμένο τρόπο άσκησης της δικαιοδοσίας του, είτε θεραπεύοντας τη διαδικαστική πλημμέλεια, είτε αναπέμποντας την υπόθεση στη Διοίκηση, είτε προβαίνοντας το ίδιο σε πλήρη ουσιαστική εξέταση της υπόθεσης.

 

Ιδιαίτερη σημασία έχουν, ως προς τον τρόπο άσκησης της δικαιοδοσίας αυτής, οι ακόλουθες σκέψεις του Εφετείου στη Δημοκρατία ν. M.A.L. (στο εξής αναφερόμενη ως «M.A.L), με τις οποίες εξειδικεύονται τα νομολογηθέντα στην Β.Α.:

 

«Αναφορικά με το εύρος της δικαιοδοσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου:

 

Για τους λόγους που εξηγούμε στη Δημοκρατία ν. Β.Α. ανωτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο ασκεί διττό έλεγχο νομιμότητας και ορθότητας επί έκαστης διοικητικής πράξης η οποία εμπίπτει στην καθ' ύλην δικαιοδοσία του βάσει του Άρθρου 11 του Νόμου 73(Ι) του 2018, περιλαμβανομένων των διοικητικών αποφάσεων περί αποκλεισμού αιτητών από το καθεστώς διεθνούς προστασίας.  Στο πλαίσιο αυτού του ελέγχου, αν το πρωτόδικο Δικαστήριο κρίνει ότι το δικαίωμα ακρόασης του αιτητή παραβιάστηκε από την εκ της Υπηρεσίας Ασύλου πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, έχει -στο πλαίσιο της ευρείας ευχέρειάς του -τις ακόλουθες επιλογές:

 

(α) μεσούσης της δίκης, να διατάξει την Υπηρεσία Ασύλου να παράσχει στον αιτητή το δικαίωμα ακρόασης και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα συναφή πορίσματά της, δηλαδή το πρακτικό ή/και την απομαγνηματοφώνηση της συνέντευξης ή/και τις θέσεις της Υπηρεσίας Ασύλου επί των διαλαμβανόμενων κατά τη συνέντευξη·

 

(β) να υποβάλει το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο τον αιτητή, αν το κρίνει αναγκαίο (βλ. Β. Α. ν. Δημοκρατίας ανωτέρω), σε προσωπική συνέντευξη, τηρώντας τις προς τούτο διαδικαστικές εγγυήσεις τις οποίες θέτει η Οδηγία 2013/32/ΕΕ·

 

(γ) αν κρίνει ότι η επιλογή (β) δεν είναι εφικτή, τότε απόκειται σε αυτό να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου και να αναπέμψει την υπόθεση σε αυτήν ώστε η τελευταία να προβεί σε επανεξέταση, χορηγώντας το δικαίωμα ακρόασης και τηρώντας τις διαδικαστικές εγγυήσεις της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ».

 

Το ζήτημα του εύρους της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου έχει, επομένως, κριθεί δεσμευτικά. Εκείνο που απομένει να προσδιοριστεί είναι ο πρόσφορος τρόπος άσκησής της υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης.

 

Ο τρόπος άσκησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου

 

Το Εφετείο επιβεβαίωσε ότι η παράλειψη της Υπηρεσίας Ασύλου να παράσχει στον Αιτητή τη δυνατότητα να τοποθετηθεί ειδικώς επί του ζητήματος του αποκλεισμού συνιστούσε διαδικαστική πλημμέλεια. Το Δικαστήριο όφειλε, συνεπώς, να εξετάσει κατά πόσον η πλημμέλεια αυτή μπορούσε και έπρεπε να θεραπευθεί στο πλαίσιο της ενώπιόν του διαδικασίας ή κατά πόσον η διαφορά μπορούσε να διαγνωστεί οριστικά επί τη βάσει του αποδεικτικού υλικού που ήδη βρισκόταν ενώπιόν του.

 

Ως είχε αναφερθεί και κατά το εφετειακό στάδιο και ως επιβεβαίωσε ενώπιόν μου η συνήγορός του, ο Αιτητής δεν βρίσκεται πλέον στη Δημοκρατία. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η κα Χαραλαμπίδου εισηγήθηκε όπως του παρασχεθεί η δυνατότητα εξέτασης μέσω τηλεδιάσκεψης, ώστε να θεραπευθεί η διαπιστωθείσα παραβίαση του δικαιώματος ακρόασής του.

 

Το Δικαστήριο εξέτασε την εισήγηση με τη δέουσα προσοχή. Διαπίστωσε, ωστόσο, ότι το ισχύον ειδικό νομοθετικό και δικονομικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας δεν περιέχει ειδική ρύθμιση που να επιτρέπει, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, την εξέταση διαδίκου ευρισκόμενου εκτός της Δημοκρατίας μέσω τηλεδιάσκεψης.

 

Περαιτέρω, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί δυνατή η κατ’ αναλογία άντληση ερείσματος από άλλες δικονομικές διατάξεις, περιλαμβανομένων των σχετικών προνοιών του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, το Δικαστήριο δεν διαθέτει, στην παρούσα υπόθεση, τους αναγκαίους θεσμικούς, διαδικαστικούς και τεχνικούς μηχανισμούς που θα διασφάλιζαν την αξιόπιστη ταυτοποίηση του εξεταζόμενου προσώπου, τον αποτελεσματικό έλεγχο των συνθηκών υπό τις οποίες θα παρεχόταν η μαρτυρία, την απουσία εξωτερικής επιρροής ή παρέμβασης και, εν γένει, την ακεραιότητα και αξιοπιστία της αποδεικτικής διαδικασίας.

 

Οι εγγυήσεις αυτές είναι ιδιαιτέρως σημαντικές σε διαδικασία που αφορά την ενδεχόμενη εφαρμογή ρητρών αποκλεισμού, όπου η προσωπική συμπεριφορά, η γνώση, η πρόθεση και ο πραγματικός ρόλος του αιτούντος δύνανται να αποκτήσουν ουσιώδη σημασία.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, η εξέταση του Αιτητή μέσω τηλεδιάσκεψης δεν κρίθηκε διαθέσιμη και δικονομικώς ασφαλής επιλογή.

 

Η διαπίστωση αυτή δεν οδηγεί, εντούτοις, αφ’ εαυτής στην αναπομπή της υπόθεσης στη Διοίκηση. Η πλήρης δικαιοδοσία δεν συνεπάγεται ότι σε κάθε περίπτωση απαιτείται νέα προσωπική ακρόαση ή προφορική μαρτυρία, όπως άλλωστε προκύπτει και από τις κατευθύνσεις του Διοικητικού Εφετείου. Το κατά πόσον τέτοια ακρόαση είναι αναγκαία εξαρτάται από τη φύση της διαφοράς, το περιεχόμενο του υφιστάμενου αποδεικτικού υλικού και το κατά πόσον η έλλειψή της εμποδίζει το Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλή και οριστική κρίση επί της ουσίας.

 

Έχοντας εξετάσει ενδελεχώς τα ενώπιόν μου δεδομένα, διαπιστώνω ότι στην παρούσα υπόθεση, δεν ανακύπτει πραγματικό ζήτημα το οποίο να καθιστά αναγκαία τη λήψη πρόσθετων εξηγήσεων από τον Αιτητή. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν του αποδίδει συγκεκριμένη εγκληματική πράξη ούτε στηρίζεται σε αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά που να απαιτούν διευκρίνιση μέσω νέας προσωπικής ακρόασης. Αντιθέτως, τα ουσιώδη πραγματικά δεδομένα επί των οποίων θεμελιώθηκε η διοικητική κρίση – ήτοι η εργασία του Αιτητή ως ένοπλου φρουρού ασφαλείας, η άσκηση των καθηκόντων του σε περιοχή τελούσα υπό τον έλεγχο της Jabhat Al-Nusra και η γενική δράση της οργάνωσης στην περιοχή – δεν αμφισβητούνται κατ' ουσίαν. Το κρίσιμο ζήτημα που τίθεται προς επίλυση συνίσταται στη νομική αξιολόγηση των αντικειμενικών αυτών στοιχείων υπό το πρίσμα των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 5 του περί Προσφύγων Νόμου, αξιολόγηση την οποία το Δικαστήριο δύναται να διενεργήσει στο πλαίσιο της πλήρους και ex nunc δικαιοδοσίας του.

 

Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο κρίνει ότι η οριστική διάγνωση της διαφοράς είναι εφικτή επί τη βάσει του αποδεικτικού υλικού που βρίσκεται νομίμως ενώπιόν του, χωρίς να απαιτείται, για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, η λήψη πρόσθετων εξηγήσεων από τον Αιτητή. Το κατά πόσον το εν λόγω υλικό πληροί το απαιτούμενο αποδεικτικό κατώφλι για την εφαρμογή του άρθρου 5 του περί Προσφύγων Νόμου αποτελεί αντικείμενο της αυτοτελούς και συνολικής αξιολόγησης που ακολουθεί.

 

Το Δικαστήριο προχωρεί, συνεπώς, σε αυτοτελή και πλήρη αξιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης, επί τη βάσει του συνόλου του αποδεικτικού υλικού που βρίσκεται νομίμως ενώπιόν του, εξετάζοντας κατά πόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 5 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

 

 

Επί της προτεινόμενης προσαγωγής πρόσθετης μαρτυρίας

 

Κατά το στάδιο της επανεξέτασης, η συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση ανέφερε ότι υφίστατο πρόσθετο αποδεικτικό υλικό, το οποίο επιθυμούσε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη της θέσης περί αποκλεισμού του Αιτητή. Ειδικότερα, έγινε αναφορά σε φωτογραφικό υλικό το οποίο, κατά την εισήγησή της, είχε περιέλθει στην κατοχή των αρμόδιων αρχών στο πλαίσιο προηγηθείσας διαδικασίας habeas corpus και φερόταν να απεικονίζει τον Αιτητή ένοπλο σε χώρο διαφορετικό από τη νοσοκομειακή εγκατάσταση. Κατά τη θέση των Καθ’ ων η αίτηση, το υλικό αυτό ήταν ικανό να θέσει υπό αμφισβήτηση την εκδοχή ότι η δραστηριότητά του περιοριζόταν αποκλειστικά στην άσκηση καθηκόντων φρουρού ασφαλείας και να καταδείξει εμπλοκή του σε στρατιωτική δραστηριότητα.

 

Το Δικαστήριο εξέτασε την εισήγηση υπό το φως των κατευθύνσεων του Διοικητικού Εφετείου και των αρχών που διατυπώθηκαν στη Β.Α. Στο πλαίσιο της πλήρους και ex nunc δικαιοδοσίας του, το Δικαστήριο δύναται, εφόσον το κρίνει αναγκαίο για την πλήρη και ορθή διάγνωση της διαφοράς, να επιτρέψει την προσαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας ή να ζητήσει περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία. Η δυνατότητα αυτή δεν συνεπάγεται, ωστόσο, ότι κάθε αναφορά στην ύπαρξη πρόσθετου υλικού επιβάλλει αυτομάτως τη διεύρυνση της αποδεικτικής διαδικασίας. Η σχετική κρίση διαμορφώνεται με βάση τη φύση του προτεινόμενου υλικού, τη συγκεκριμένη αποδεικτική συμβολή του, το στάδιο της διαδικασίας, την ανάγκη διασφάλισης των δικαιωμάτων των διαδίκων και το κατά πόσον η προσαγωγή του είναι πράγματι αναγκαία για την οριστική διάγνωση της διαφοράς.

 

Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι αίτηση για προσαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας είχε καταχωριστεί από τους Καθ’ ων η αίτηση ήδη από τις 23.12.2020 και αποσύρθηκε στις 02.04.2024. Η απόσυρση αυτή δεν αντιμετωπίζεται ως αυτοτελής ή αποφασιστικός λόγος μη αποδοχής της μεταγενέστερης εισήγησης, λαμβανομένου ιδίως υπόψη ότι η τότε διαδικαστική συζήτηση διεξήχθη υπό την αντίληψη ότι το Δικαστήριο ασκούσε ακυρωτικό έλεγχο, προσέγγιση η οποία μεταγενέστερα παραμερίστηκε από το Εφετείο. Συνεκτιμάται, εντούτοις, ως μέρος του συνολικού δικονομικού ιστορικού και καταδεικνύει ότι η ύπαρξη του επίμαχου υλικού ήταν γνωστή στις αρμόδιες αρχές επί σειρά ετών και δεν επρόκειτο για μεταγενέστερο ή νεοφανές στοιχείο.

 

Περαιτέρω, από τις τοποθετήσεις των Καθ’ ων η αίτηση δεν είχε εξειδικευθεί με την απαιτούμενη σαφήνεια το ακριβές περιεχόμενο του προτεινόμενου υλικού, ποιο μέρος του αφορούσε τον συγκεκριμένο Αιτητή, η προέλευση και η γνησιότητά του, ο χρόνος και ο τόπος λήψης των φωτογραφιών ούτε η συγκεκριμένη ένοπλη οργάνωση ή εγκληματική δραστηριότητα με την οποία φερόταν να τον συνδέει. Κατά την προηγηθείσα συζήτηση αναφέρθηκε, μάλιστα, ότι το υλικό αφορούσε περισσότερους αιτητές και δεν κατέστη σαφές ποια ακριβώς στοιχεία αφορούσαν τον συγκεκριμένο Αιτητή.

 

Ιδιαίτερη σημασία έχει, επίσης, ότι το προτεινόμενο υλικό δεν αποσκοπούσε απλώς στην περαιτέρω τεκμηρίωση πραγματικών περιστατικών που είχαν ήδη αποτελέσει αντικείμενο της διοικητικής εξέτασης. Κατά την ίδια την εισήγηση των Καθ’ ων η αίτηση, επιδιωκόταν μέσω αυτού να θεμελιωθεί ουσιωδώς διαφορετική πραγματική εκδοχή, ήτοι ότι ο Αιτητής δεν ασκούσε απλώς καθήκοντα ένοπλου φρουρού σε νοσοκομειακή εγκατάσταση αλλά συμμετείχε σε στρατιωτική δραστηριότητα. Η αποδοχή του υλικού θα απαιτούσε, επομένως, νέα και αυτοτελή αποδεικτική διερεύνηση της γνησιότητας, της προέλευσης, του χρόνου, του τόπου και του πραγματικού πλαισίου των φωτογραφιών, καθώς και της ταυτότητας των προσώπων και των χώρων που απεικονίζονταν.

 

Η ανάγκη της διερεύνησης αυτής δεν μπορούσε να αποσυνδεθεί από το δικαίωμα του Αιτητή να λάβει γνώση του υλικού και να του παρασχεθεί πραγματική και αποτελεσματική δυνατότητα να το αντικρούσει. Τούτο αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, δεδομένου ότι ο Αιτητής δεν βρισκόταν πλέον στη Δημοκρατία και, για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί, δεν ήταν εφικτή η ασφαλής και δικονομικώς πρόσφορη προσωπική εξέτασή του. Η αποδοχή, στο στάδιο αυτό, νέου επιβαρυντικού υλικού ικανού, κατά την εισήγηση των Καθ’ ων η αίτηση, να μεταβάλει ουσιωδώς την πραγματική βάση της υπόθεσης, χωρίς να είναι διασφαλισμένη η αποτελεσματική δυνατότητα του Αιτητή να παράσχει εξηγήσεις ως προς αυτό, δεν θα συνήδε με τις απαιτήσεις δίκαιης και ισόρροπης αποδεικτικής διαδικασίας.

Το Δικαστήριο συνεκτίμησε, τέλος, ότι το υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό ήταν επαρκές για την εξέταση του ζητήματος που είχε αχθεί ενώπιόν του, ήτοι κατά πόσον τα πραγματικά δεδομένα επί των οποίων στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση πληρούσαν το αποδεικτικό κατώφλι των «σοβαρών λόγων» του άρθρου 5 του περί Προσφύγων Νόμου. Η πλήρης και ex nunc δικαιοδοσία του Δικαστηρίου επιτρέπει τη συνεκτίμηση πρόσθετων στοιχείων όταν τούτο είναι αναγκαίο για την ορθή διάγνωση της διαφοράς. Δεν επιβάλλει, όμως, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, τη διεξαγωγή μιας νέας και ουσιωδώς διαφορετικής αποδεικτικής διαδικασίας επί πραγματικής βάσης η οποία δεν είχε διερευνηθεί διοικητικά και δεν μπορούσε να εξεταστεί δικαστικά με πλήρη διασφάλιση των δικαιωμάτων του Αιτητή.

 

Διευκρινίζεται συναφώς ότι από τη μη αποδοχή του προτεινόμενου υλικού δεν συνάγεται οποιοδήποτε πραγματικό συμπέρασμα, θετικό ή αρνητικό, ως προς τη φύση ή την έκταση των δραστηριοτήτων του Αιτητή και, ειδικότερα, ως προς το κατά πόσον αυτές περιορίζονταν στην εργασία του στη νοσοκομειακή εγκατάσταση. Ούτε η μη αποδοχή του εν λόγω υλικού εκλαμβάνεται ως αποδεικτικό στοιχείο υπέρ του Αιτητή ή εμπεριέχει οποιαδήποτε αξιολόγηση του περιεχομένου ή της αποδεικτικής του αξίας.

 

Υπό το σύνολο των περιστάσεων που προεκτέθηκαν, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν συνέτρεχε λόγος αποδοχής της προτεινόμενης πρόσθετης μαρτυρίας. Η ουσιαστική κρίση επί της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής των ρητρών αποκλεισμού διαμορφώνεται αυτοτελώς, για τους λόγους που εκτίθενται αναλυτικά κατωτέρω, επί τη βάσει του συνόλου του αποδεικτικού υλικού που βρίσκεται νομίμως ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο

 

Η εξέταση της ουσιαστικής ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης επιβάλλει την αναφορά στο νομικό πλαίσιο που διέπει τον αποκλεισμό από το καθεστώς πρόσφυγα.

 

Το άρθρο 1ΣΤ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 προβλέπει ότι οι διατάξεις της Σύμβασης δεν εφαρμόζονται σε πρόσωπα για τα οποία υπάρχουν σοβαροί λόγοι να θεωρείται ότι έχουν διαπράξει έγκλημα κατά της ειρήνης, έγκλημα πολέμου ή έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, σοβαρό μη πολιτικό έγκλημα εκτός της χώρας ασύλου πριν από την εισδοχή τους σε αυτήν ως πρόσφυγες ή πράξεις αντίθετες προς τους σκοπούς και τις αρχές των Ηνωμένων Εθνών.

 

Οι σχετικές αρχές ενσωματώθηκαν στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά τον κρίσιμο χρόνο, με το άρθρο 12 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και στο εθνικό δίκαιο με το άρθρο 5 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Οι ρήτρες αποκλεισμού έχουν εξαιρετικό χαρακτήρα και υπόκεινται σε αυστηρή ερμηνεία, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερα σοβαρών συνεπειών που επιφέρουν για το ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Σκοπός τους είναι να αποκλείσουν από την προστασία της Σύμβασης πρόσωπα των οποίων η προσωπική ευθύνη για ιδιαιτέρως σοβαρές πράξεις είναι επαρκώς θεμελιωμένη, όχι να καθιερώσουν συλλογική ευθύνη για πρόσωπα που έζησαν ή εργάστηκαν σε περιοχές ελεγχόμενες από ένοπλες οργανώσεις.

 

Η εφαρμογή τους δεν απαιτεί καταδίκη από ποινικό δικαστήριο ούτε απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο όρος «σοβαροί λόγοι να θεωρείται» καθιερώνει αυτοτελές αποδεικτικό κατώφλι. Το κατώφλι αυτό, παρότι χαμηλότερο από εκείνο της ποινικής καταδίκης, υπερβαίνει σαφώς την απλή υπόνοια, τις γενικές πιθανολογήσεις ή τους ατεκμηρίωτους συσχετισμούς.

 

Απαιτείται η ύπαρξη σαφούς, αξιόπιστης και επαρκώς συγκεκριμένης πραγματικής βάσης, από την οποία να προκύπτει σοβαρή πιθανότητα προσωπικής ευθύνης του αιτούντος για πράξη που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της σχετικής ρήτρας.

 

Προς τούτο απαιτείται, καταρχάς, προσδιορισμός των συγκεκριμένων πράξεων που εμπίπτουν στο άρθρο 5 του περί Προσφύγων Νόμου και, ακολούθως, εξατομικευμένη αξιολόγηση της σχέσης του αιτούντος με τις πράξεις αυτές. Πρέπει να εξετάζονται, μεταξύ άλλων, η πραγματική φύση της συμμετοχής του αιτούντος στην τέλεση των εν λόγω πράξεων, η θέση του στο εσωτερικό της οργανώσεως, ο βαθμός της γνώσεως που είχε ή όφειλε να έχει για τις δραστηριότητες της ομάδας, ο ενδεχόμενος εξαναγκασμός που υπέστη ή άλλοι παράγοντες ικανοί να επηρεάσουν τη συμπεριφορά του[3].

 

Η απλή ιδιότητα μέλους μιας οργάνωσης δεν αρκεί αυτομάτως για την εφαρμογή των ρητρών αποκλεισμού. Πολύ περισσότερο, δεν αρκεί η απλή διαμονή ή εργασία σε περιοχή υπό τον έλεγχο ένοπλης οργάνωσης. Ακόμη και όπου η οργάνωση έχει εμπλακεί σε σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, απαιτείται ατομική αξιολόγηση των συγκεκριμένων περιστάσεων και της προσωπικής συμπεριφοράς του ενδιαφερομένου[4].

 

Η προσωπική ευθύνη μπορεί να προκύπτει όχι μόνο από την άμεση τέλεση μιας πράξης, αλλά και από εντολή, υποκίνηση, συνδρομή ή άλλη ουσιώδη συμβολή στην τέλεσή της. Η συμβολή, όμως, πρέπει να είναι πραγματική και ουσιώδης και να συνδέεται επαρκώς με τη συγκεκριμένη εγκληματική δραστηριότητα. Δεν μπορεί να συναχθεί από μια γενική, απομακρυσμένη ή ουδέτερη επαγγελματική σχέση[5].

 

Ούτε ένας γενικός χαρακτηρισμός προσώπου ως κινδύνου για την εθνική ασφάλεια ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με την ύπαρξη λόγων αποκλεισμού. Τα ζητήματα αποκλεισμού, ανάκλησης ή μη χορήγησης καθεστώτος, προστασίας της εθνικής ασφάλειας και απομάκρυνσης διέπονται από διακριτά νομικά κριτήρια. Πληροφορίες που αφορούν την εθνική ασφάλεια δύνανται να είναι συναφείς, δεν υποκαθιστούν όμως την ανάγκη απόδειξης των ειδικών πραγματικών και νομικών προϋποθέσεων του άρθρου 5 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Το αντικείμενο της παρούσας επανεξέτασης

 

Κατ’ εφαρμογή των πιο πάνω αρχών, το Δικαστήριο καλείται να προβεί σε πλήρη και αυτοτελή αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών που προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο και τα λοιπά στοιχεία που νομίμως βρίσκονται ενώπιόν του και να διαπιστώσει κατά πόσον υφίστανται σοβαροί λόγοι να θεωρηθεί ότι ο Αιτητής υπέχει προσωπική ευθύνη για πράξεις που εμπίπτουν στο άρθρο 5 του περί Προσφύγων Νόμου ή ότι συνέβαλε ουσιωδώς στη διάπραξή τους. Η εξέταση αυτή δεν περιορίζεται στην επάρκεια της αιτιολογίας της Διοίκησης, αλλά αποβλέπει στην αυτοτελή κρίση του Δικαστηρίου επί της συνδρομής ή μη των ουσιαστικών προϋποθέσεων αποκλεισμού.

 

Το κεντρικό ερώτημα δεν είναι κατά πόσον η Jabhat Al-Nusra ή άλλες οργανώσεις

που δρούσαν στην περιοχή διέπραξαν πράξεις που εμπίπτουν στις ρήτρες αποκλεισμού. Το ουσιώδες ζήτημα είναι κατά πόσον ο συγκεκριμένος Αιτητής συνδέεται προσωπικά, με επαρκώς συγκεκριμένο και ουσιώδη τρόπο, με οποιαδήποτε τέτοια πράξη.

 

Από την εισηγητική έκθεση της λειτουργού ασύλου (στο εξής αναφερόμενη ως «η Λειτουργός»), η οποία περιλαμβάνεται στα ερυθρά 111–97 του διοικητικού φακέλου, βασικά στοιχεία τα οποία ήγειραν θέμα αποκλεισμού του Αιτητή, ήταν:

 

(α) η ενεργή οικειοθελής απόφαση του Αιτητή να εργαστεί ως ένοπλος φύλακας στο νοσοκομείο της περιοχής Al Qunaitra, το οποίο βρισκόταν υπό τον πλήρη έλεγχο παραστρατιωτικών οργανώσεων και συνεργαζόταν με το Ισραήλ·

 

(β) η περίοδος δύο χρόνων όπου ο Αιτητής εργαζόταν σε αυτό το νοσοκομείο·

 

(γ)  οι δραστηριότητες διαφόρων παραστρατιωτικών οργανώσεων στη Συρία·

 

(δ)  πληροφόρηση από τις αρχές της Δημοκρατίας ότι πρόκειται για άτομο που καθιστά κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια (σε σχέση με την πληροφόρηση αυτή οι Καθ’ ων η αίτηση παραπέμπουν στα ερυθ. 6-7 τα οποία απουσιάζουν από το διοικητικό φάκελο, ωστόσο αυτά περιλαμβάνονται ως Παράρτημα 2 στην Ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση)

 

Δεν προκύπτει, αντιθέτως, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απέδωσε στον Αιτητή συγκεκριμένο έγκλημα πολέμου, έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, σοβαρό μη πολιτικό έγκλημα ή πράξη αντίθετη προς τους σκοπούς και τις αρχές των Ηνωμένων Εθνών.

 

Δεν προσδιορίστηκε συγκεκριμένος χρόνος, τόπος, θύμα ή περιστατικό στο οποίο ο Αιτητής φέρεται να συμμετείχε. Δεν προσδιορίστηκε, επίσης, με σαφήνεια η ακριβής διάταξη ή κατηγορία αποκλεισμού στην οποία υπαγόταν η αποδιδόμενη συμπεριφορά του ούτε ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο η εργασία του φέρεται να συνέβαλε σε προσδιορισμένη εγκληματική πράξη.

 

Κατά συνέπεια, η Διοίκηση δεν στηρίχθηκε στην απόδοση συγκεκριμένης εγκληματικής συμπεριφοράς στον Αιτητή, αλλά στη σωρευτική συνεκτίμηση της ιδιότητάς του ως ένοπλου φρουρού, της διάρκειας της εργασίας του, του τόπου στον οποίο αυτή ασκείτο, της δράσης της Jabhat Al-Nusra και γενικών πληροφοριών περί κινδύνου για την εθνική ασφάλεια.

 

Τα πιο πάνω αποτελούν τη βάση επί της οποίας το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσον πληρούται το αποδεικτικό κατώφλι των «σοβαρών λόγων».

 

Η εργασία του Αιτητή στη νοσοκομειακή εγκατάσταση

 

Από το σύνολο του ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεικτικού υλικού προκύπτει ότι ο Αιτητής εργάστηκε, κατά το χρονικό διάστημα από το 2016 έως το 2018, ως φρουρός ασφαλείας σε νοσοκομειακή εγκατάσταση στην περιοχή Al Quneitra και ότι, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, έφερε υπηρεσιακό οπλισμό. Τα στοιχεία που αφορούσαν την απασχόλησή του δηλώθηκαν από τον ίδιο ήδη κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας και αποτέλεσαν αντικείμενο ειδικότερης διερεύνησης κατά τη συνέντευξή του.

 

Ειδικότερα, ο Αιτητής ανέφερε ότι εξασφάλισε τη συγκεκριμένη εργασία μέσω του πατέρα του, ο οποίος, κατά τα λεγόμενά του, ήταν διευθυντής του νοσοκομείου, και ότι η αμοιβή του καταβαλλόταν από τη ΜΚΟ Orient. Ως προς το πραγματικό περιεχόμενο των καθηκόντων του, ανέφερε ότι ήταν επιφορτισμένος με τη φύλαξη της νοσοκομειακής εγκατάστασης και, ειδικότερα, με τον έλεγχο των προσώπων που εισέρχονταν και εξέρχονταν από αυτήν. Προς τούτο, διέθετε μικρό χώρο στην είσοδο του νοσοκομείου, από όπου επέβλεπε την είσοδο επισκεπτών και τραυματιών. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι στον χώρο αυτό διατηρούσε όπλο τύπου Kalashnikov, το οποίο του είχε παραχωρηθεί από τη διεύθυνση του νοσοκομείου για σκοπούς ασφαλείας και το οποίο, κατά δήλωσή του, ουδέποτε χρησιμοποίησε.

 

Οι πιο πάνω αναφορές αξιολογήθηκαν, ως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση (βλ. ερ. 109-107 δ.φ.) από τη Λειτουργό, η οποία προέβη σε αξιολόγηση της εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας του συγκεκριμένου ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού και έκρινε τις πληροφορίες που παρέσχε ο Αιτητής ως συνεπείς, ευλογοφανείς και χαρακτηριζόμενες από την απαιτούμενη συνοχή, χωρίς να εντοπίσει αντιφατικές δηλώσεις. Κατέληξε δε ρητώς στην αποδοχή του ουσιώδους πραγματικού περιστατικού που αφορούσε την ιδιότητά του ως φύλακα ασφαλείας στο συγκεκριμένο νοσοκομείο.

 

Περαιτέρω, στο πλαίσιο της εξέτασης της εξωτερικής αξιοπιστίας, η Λειτουργός αναζήτησε πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία νοσοκομειακών εγκαταστάσεων στην περιοχή Al Quneitra και κατέγραψε πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες το Ισραήλ παρείχε βοήθεια σε τραυματίες του πολέμου μέσω νοσοκομείων της περιοχής, περιλαμβανομένης της μεταφοράς φαρμάκων και νοσοκομειακού εξοπλισμού και της διέλευσης τραυματιών στο έδαφός του, παραπέμποντας συναφώς στα ερυθρά 48-53 του διοικητικού φακέλου. Οι ίδιοι λοιπόν οι Καθ’ ων η αίτηση, θεώρησαν ότι οι διαθέσιμες πληροφορίες χώρας παρείχαν εξωτερική επιβεβαίωση του γενικότερου πλαισίου εντός του οποίου εντασσόταν η αφήγηση του Αιτητή.

 

Η ιδιότητα του Αιτητή ως ένοπλου φρουρού ασφαλείας, σε συνδυασμό με τον τόπο και τις συνθήκες υπό τις οποίες ασκούσε τα καθήκοντά του, συνιστούσε ασφαλώς στοιχείο που δικαιολογούσε την περαιτέρω διερεύνηση της πραγματικής φύσης της δραστηριότητάς του και της τυχόν σχέσης του με τις ένοπλες οργανώσεις που δρούσαν στην περιοχή. Δεν αρκεί, όμως, αφ' εαυτής, για να θεμελιώσει συμπέρασμα περί προσωπικής συμμετοχής του σε εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας ή άλλες πράξεις εμπίπτουσες στις ρήτρες αποκλεισμού.

 

Η ένοπλη φύλαξη νοσοκομειακής εγκατάστασης σε συνθήκες ένοπλης σύρραξης δύναται, ανάλογα με τις περιστάσεις, να αποσκοπεί στην προστασία του χώρου, του ιατρικού και λοιπού προσωπικού, των ασθενών ή των προμηθειών της εγκατάστασης. Η δραστηριότητα αυτή δεν προσλαμβάνει αυτομάτως εγκληματικό χαρακτήρα εκ μόνου του γεγονότος ότι ασκείται σε περιοχή τελούσα υπό τον έλεγχο ένοπλης οργάνωσης.

 

Για να μπορούσε η εργασία του Αιτητή να θεωρηθεί ουσιώδης συμβολή στη διάπραξη πράξεων που ενεργοποιούν τις ρήτρες αποκλεισμού, θα έπρεπε να προκύπτουν συγκεκριμένα και εξατομικευμένα στοιχεία ως προς το πραγματικό περιεχόμενο των καθηκόντων του, τον βαθμό ένταξής του στις δομές της οργάνωσης, τη γνώση και την πρόθεσή του, καθώς και τη σύνδεση των παρεχόμενων υπηρεσιών του με προσδιορισμένες εγκληματικές πράξεις.

 

Εν προκειμένω, έχει ιδιαίτερη σημασία ότι η ίδια η Διοίκηση, κατά την αρχική εξέταση του αιτήματος διεθνούς προστασίας, δεν περιορίστηκε στην απλή καταγραφή της ιδιότητας του Αιτητή ως ένοπλου φρουρού, αλλά διερεύνησε επιμέρους πτυχές της απασχόλησής του, περιλαμβανομένου του τρόπου πρόσληψής του, της προέλευσης της αμοιβής του, του χώρου στον οποίο ασκούσε τα καθήκοντά του, της φύσης των ελέγχων που διενεργούσε και του οπλισμού που έφερε. Παρά τη διερεύνηση αυτή, δεν καταγράφηκε οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό από το οποίο να προκύπτει ότι τα καθήκοντά του εκτείνονταν πέραν της φύλαξης και του ελέγχου της εισόδου της νοσοκομειακής εγκατάστασης ή ότι ο ίδιος συμμετείχε, άμεσα ή έμμεσα, σε συγκεκριμένη εγκληματική δραστηριότητα. Αντιθέτως, το ουσιώδες πραγματικό περιστατικό που αφορούσε την απασχόλησή του κρίθηκε από τη Διοίκηση αξιόπιστο και έγινε αποδεκτό επί τη βάσει ακριβώς των πληροφοριών που ο ίδιος είχε παράσχει.

 

Τέτοια στοιχεία δεν εντοπίζονται συνεπώς στον διοικητικό φάκελο.

 

Ειδικότερα, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής κατείχε οποιαδήποτε θέση στη στρατιωτική, διοικητική ή οργανωτική ιεραρχία της Jabhat Al-Nusra ή ότι είχε ενταχθεί στην επιχειρησιακή της δομή. Ούτε προκύπτει ότι λάμβανε διαταγές για την εκτέλεση στρατιωτικών επιχειρήσεων ή ότι συμμετείχε στον σχεδιασμό, στην προπαρασκευή ή στην εκτέλεση επιθέσεων.

 

Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι συμμετείχε σε συλλήψεις, κρατήσεις, ανακρίσεις, βασανιστήρια, εκτελέσεις ή σε οποιαδήποτε άλλη εγκληματική δραστηριότητα. Δεν προκύπτει, επίσης, ότι φύλασσε χώρους κράτησης ή εγκαταστάσεις στις οποίες διαπράττονταν πράξεις εμπίπτουσες στις ρήτρες αποκλεισμού.

 

Ούτε υφίσταται στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι απέτρεψε την παροχή ιατρικής περίθαλψης σε συγκεκριμένες κατηγορίες προσώπων ή ότι συνέβαλε σε διακριτική, καταχρηστική ή εγκληματική χρήση της νοσοκομειακής εγκατάστασης. Κατά τον ίδιο τρόπο, δεν προκύπτει ότι παρείχε πληροφορίες, υλική ή επιχειρησιακή συνδρομή, όπλα, ή άλλη συνδρομή άμεσα και ουσιωδώς συνδεόμενη με τη διάπραξη προσδιορισμένων εγκλημάτων.

 

Τέλος, από το υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό δεν καταδεικνύεται ότι ο Αιτητής διέθετε γνώση συγκεκριμένης εγκληματικής δραστηριότητας ούτε ότι ενήργησε με πρόθεση να διευκολύνει, να υποστηρίξει ή να ενισχύσει τη διάπραξή της.

 

Κατά συνέπεια, η εργασία του Αιτητή ως ένοπλου φρουρού ασφαλείας αποτελούσε στοιχείο που δικαιολογούσε τη διερεύνηση του ενδεχομένου εφαρμογής των ρητρών αποκλεισμού. Χωρίς, όμως, πρόσθετα, συγκεκριμένα και εξατομικευμένα αποδεικτικά δεδομένα, δεν συνιστά επαρκή βάση για την απόδοση προσωπικής ευθύνης ή ουσιώδους συμβολής του σε πράξεις που εμπίπτουν στο άρθρο 5 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Η διάρκεια της απασχόλησης του Αιτητή

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση συνεκτίμησαν, επίσης, το γεγονός ότι ο Αιτητής εργάστηκε στη νοσοκομειακή εγκατάσταση για χρονικό διάστημα περίπου δύο ετών, ήτοι, σύμφωνα με τα καταγραφόμενα στην εισηγητική έκθεση, από το 2016 έως το 2018.

 

Η διάρκεια της απασχόλησης ενός προσώπου σε συγκεκριμένη εγκατάσταση ή, κατά περίπτωση, της σχέσης του με οργάνωση που δραστηριοποιείται σε περιοχή ένοπλης σύρραξης δύναται, αναλόγως των περιστάσεων, να αποτελεί συναφές στοιχείο κατά την αξιολόγηση του πραγματικού του ρόλου, του βαθμού εμπλοκής του, καθώς και της γνώσης και της πρόθεσής του. Η αποδεικτική της σημασία, ωστόσο, δεν μπορεί να αποτιμάται αυτοτελώς, αλλά σε συνάρτηση με τη φύση και το πραγματικό περιεχόμενο της δραστηριότητας που ασκούσε το συγκεκριμένο πρόσωπο κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα.

 

Εν προκειμένω, η διετής διάρκεια της απασχόλησης του Αιτητή πρέπει, συνεπώς, να εξεταστεί σε συνάρτηση με τη φύση και το περιεχόμενο των καθηκόντων του, όπως αυτά έχουν ήδη αναλυθεί ανωτέρω και όπως αξιολογήθηκαν κατά τη διοικητική εξέταση. Από το ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό δεν προκύπτει ότι, κατά την πάροδο των δύο αυτών ετών, επήλθε οποιαδήποτε μεταβολή ή αναβάθμιση του ρόλου του, ότι απέκτησε αυξημένες αρμοδιότητες ή ότι ανέλαβε διοικητικά, στρατιωτικά ή επιχειρησιακά καθήκοντα. Ούτε προκύπτει ότι, λόγω ή κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του, εντάχθηκε στη δομή της Jabhat Al-Nusra ή άλλης ένοπλης οργάνωσης ή απέκτησε εξουσία επί άλλων προσώπων.

 

Ομοίως, δεν εντοπίζεται συγκεκριμένο περιστατικό κατά τη διάρκεια της επίμαχης περιόδου από το οποίο να προκύπτει ότι η πάροδος του χρόνου συνοδεύτηκε από αυξημένη εμπλοκή του Αιτητή ή από μεταβολή της φύσης της δραστηριότητάς του κατά τρόπο συναφή προς την εφαρμογή των ρητρών αποκλεισμού. Ούτε προκύπτουν συγκεκριμένα στοιχεία από τα οποία η διετής παραμονή του στη συγκεκριμένη εργασία να μπορεί, αυτή καθαυτή, να θεμελιώσει γνώση συγκεκριμένης εγκληματικής δραστηριότητας ή πρόθεση συνδρομής στην τέλεσή της.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, η διάρκεια της απασχόλησης του Αιτητή αποτελεί στοιχείο που συνεκτιμάται στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης της υπόθεσης. Ελλείψει, όμως, πρόσθετων εξατομικευμένων δεδομένων που να καταδεικνύουν μεταβολή του ρόλου του, αυξημένο βαθμό εμπλοκής ή γνώση και πρόθεση ως προς συγκεκριμένη εγκληματική δραστηριότητα, η χρονική διάρκεια της απασχόλησής του δεν προσδίδει, αφ’ εαυτής, διαφορετική αποδεικτική διάσταση στη φύση των καθηκόντων του, όπως αυτή προκύπτει από το ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό.

 

Η κατάσταση στην περιοχή και η δράση της JABHAT AL-NUSRA

 

Από τις πληροφορίες χώρας καταγωγής που περιλαμβάνονται στον διοικητικό φάκελο προκύπτει ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, η Jabhat Al-Nusra, από κοινού ή παράλληλα με άλλες ένοπλες οργανώσεις, είχε αναπτύξει σημαντική παρουσία και στρατιωτική δραστηριότητα στην ευρύτερη περιοχή της Quneitra και ασκούσε έλεγχο σε τμήματα αυτής. Από τις ίδιες πληροφορίες προκύπτει, περαιτέρω, ότι η δράση της οργάνωσης είχε συνδεθεί με σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και με πράξεις βίας σε βάρος αμάχων.

 

Οι πληροφορίες αυτές είναι συναφείς και λαμβάνονται υπόψη, καθόσον αποτυπώνουν το γενικό πραγματικό και επιχειρησιακό πλαίσιο που επικρατούσε στην περιοχή κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Αιτητής εργαζόταν στη νοσοκομειακή εγκατάσταση. Η αποδεικτική τους σημασία πρέπει, ωστόσο, να περιορίζεται στα πραγματικά δεδομένα που αυτές τεκμηριώνουν, ήτοι στην παρουσία και δράση της Jabhat Al-Nusra, στον βαθμό ελέγχου που αυτή ασκούσε στην περιοχή και στη φύση των πράξεων που αποδίδονται στην οργάνωση.

 

Οι εν λόγω πληροφορίες δεν αναφέρονται προσωπικά στον Αιτητή ούτε περιγράφουν συγκεκριμένες πράξεις ή περιστατικά στα οποία αυτός φέρεται να συμμετείχε. Δεν παρέχουν, επομένως, αφ’ εαυτών, εξατομικευμένα στοιχεία ως προς τον πραγματικό ρόλο ή τη συμπεριφορά του, ούτε ως προς τυχόν συμμετοχή ή συμβολή του στις πράξεις που αποδίδονται στην οργάνωση.

 

Ως εκ τούτου, οι πληροφορίες χώρας καταγωγής αποτελούν ουσιώδες στοιχείο για την κατανόηση του γενικού πλαισίου εντός του οποίου εκτυλίχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Η τυχόν σύνδεση, όμως, του Αιτητή με συγκεκριμένες πράξεις που εμπίπτουν στις ρήτρες αποκλεισμού πρέπει να εξεταστεί αυτοτελώς και εξατομικευμένα, υπό το φως των στοιχείων που αφορούν την προσωπική του συμπεριφορά και τον πραγματικό του ρόλο.

 

Η σχέση της νοσοκομειακής εγκατάστασης με ένοπλες οργανώσεις

 

Πέραν του γενικότερου πλαισίου που επικρατούσε στην περιοχή, οι Καθ’ ων η αίτηση απέδωσαν σημασία στη λειτουργία της συγκεκριμένης νοσοκομειακής εγκατάστασης και στις σχέσεις που αυτή φέρεται να διατηρούσε με ένοπλες οργανώσεις, καθώς και σε αναφορές περί συνεργασίας με το Ισραήλ.

 

Στην εισηγητική έκθεση γίνεται, ειδικότερα, αναφορά σε πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες η ΜΚΟ Orient διατηρούσε εγκαταστάσεις υγείας σε περιοχές της νότιας Συρίας που τελούσαν υπό τον έλεγχο ένοπλων οργανώσεων. Περαιτέρω, στα ερυθρά 48-53 του διοικητικού φακέλου περιλαμβάνονται πληροφορίες αναφορικά με την παροχή από το Ισραήλ ανθρωπιστικής και ιατρικής βοήθειας σε περιοχές της νότιας Συρίας, περιλαμβανομένης της μεταφοράς τραυματιών για ιατρική περίθαλψη και της παροχής ιατρικού εξοπλισμού και άλλων ειδών βοήθειας.

 

Οι πληροφορίες αυτές λαμβάνονται υπόψη στο μέτρο που είναι συναφείς προς τη λειτουργία της νοσοκομειακής εγκατάστασης και το ευρύτερο περιβάλλον εντός του οποίου αυτή δραστηριοποιείτο. Δεν προκύπτει, ωστόσο, από το περιεχόμενό τους σαφής προσδιορισμός της φύσης και της έκτασης της φερόμενης συνεργασίας της συγκεκριμένης εγκατάστασης με τη Jabhat Al-Nusra ή άλλη ένοπλη οργάνωση, ούτε του τρόπου με τον οποίο η συνεργασία αυτή, εφόσον υφίστατο, συνδεόταν με συγκεκριμένες πράξεις εμπίπτουσες στις ρήτρες αποκλεισμού.

 

Ομοίως, οι αναφορές στην παροχή ιατρικής ή ανθρωπιστικής βοήθειας και στην περίθαλψη τραυματιών δεν επιτρέπουν, χωρίς περαιτέρω συγκεκριμένα στοιχεία, τη συναγωγή συμπεράσματος ως προς τον χαρακτήρα της λειτουργίας της εγκατάστασης ή τη σύνδεσή της με εγκληματικές δραστηριότητες ένοπλων οργανώσεων. Για την αξιολόγηση του ζητήματος αυτού θα απαιτείτο να προκύπτουν συγκεκριμένα δεδομένα ως προς τον τρόπο λειτουργίας της εγκατάστασης και τη σχέση της με τις επίμαχες δραστηριότητες.

 

Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η νοσοκομειακή εγκατάσταση διατηρούσε σχέσεις ή συνεργασία με ένοπλες οργανώσεις που δρούσαν στην περιοχή, το στοιχείο αυτό αφορά πρωτίστως τη λειτουργία της ίδιας της εγκατάστασης και δεν προσδιορίζει, αφ’ εαυτού, τον προσωπικό ρόλο του Αιτητή. Η τυχόν αποδεικτική του σημασία για τους σκοπούς εφαρμογής των ρητρών αποκλεισμού εξαρτάται, επομένως, από την ύπαρξη συγκεκριμένων στοιχείων που να συνδέουν τη θέση και τα καθήκοντα του Αιτητή με συγκεκριμένη δραστηριότητα της εγκατάστασης συναφή προς τις εν λόγω ρήτρες, καθώς και από στοιχεία ως προς τη γνώση και την προσωπική του εμπλοκή.

 

Τέτοια σύνδεση δεν προκύπτει από τις γενικές πληροφορίες που αφορούν τη λειτουργία της εγκατάστασης, την παρουσία ένοπλων οργανώσεων στην περιοχή ή την παροχή ιατρικής και ανθρωπιστικής βοήθειας. Η αποδεικτική σημασία των στοιχείων αυτών θα συνεκτιμηθεί, μαζί με τα λοιπά εξατομικευμένα δεδομένα που αφορούν τον Αιτητή, στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης που ακολουθεί.

 

Η πληροφόρηση περί κινδύνου για την εθνική ασφάλεια

 

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε σε πληροφόρηση κρατικών υπηρεσιών σύμφωνα με την οποία ο Αιτητής θεωρείτο πρόσωπο που συνιστά κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια.

 

Σε σχέση με την εν λόγω πληροφόρηση, οι Καθ’ ων η αίτηση παραπέμπουν στα ερυθρά 6-7, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στον διοικητικό φάκελο που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, πλην όμως τα σχετικά έγγραφα επισυνάφθηκαν ως Παράρτημα 2 στην Ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση και, ως εκ τούτου, βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και έχουν εξεταστεί.

 

Από το ιστορικό της υπόθεσης προκύπτει ότι στις 11.02.2019 εκδόθηκε εναντίον του Αιτητή διάταγμα κράτησης δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ(2)(ε) του περί Προσφύγων Νόμου, για λόγους προστασίας της εθνικής ασφάλειας. Το εν λόγω διάταγμα αποτέλεσε αντικείμενο της προσφυγής αρ. 320/2019 και ακυρώθηκε με απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 03.04.2019, κατόπιν της οποίας ο Αιτητής αφέθηκε ελεύθερος.

 

Ακολούθως, κατόπιν περαιτέρω διερεύνησης της υπόθεσής του και της διενέργειας συνέντευξης από την Υπηρεσία Ασύλου στις 17.04.2019, η τελευταία απέστειλε, την ίδια ημερομηνία, διαβαθμισμένο ως απόρρητο έγγραφο προς το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και, στις 19.04.2019, εκδόθηκε νέο διάταγμα κράτησης του Αιτητή, δυνάμει της ίδιας νομοθετικής διάταξης και για λόγους προστασίας της εθνικής ασφάλειας.

 

Η νομιμότητα του νεότερου αυτού διατάγματος αποτέλεσε αντικείμενο της προσφυγής αρ. ΔΔΠ 1/2019. Στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, πέραν των λοιπών στοιχείων, διαβαθμισμένα ως απόρρητα ή εμπιστευτικά έγγραφα προερχόμενα, μεταξύ άλλων, από την Υπηρεσία Ασύλου, το Τμήμα Καταπολέμησης Τρομοκρατίας, την Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης και την Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών. Το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη το σύνολο του ενώπιόν του υλικού, περιλαμβανομένων των απόρρητων και εμπιστευτικών στοιχείων, έκρινε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις κράτησης του Αιτητή για λόγους εθνικής ασφάλειας και, με απόφασή του ημερομηνίας 16.08.2019, απέρριψε την προσφυγή και επικύρωσε το διάταγμα κράτησης της 19.04.2019.

 

Η πιο πάνω δικαστική κρίση αποτελεί στοιχείο το οποίο το παρόν Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει. Επιβάλλεται, ωστόσο, να προσδιοριστεί με σαφήνεια το αντικείμενο της κρίσης που διατυπώθηκε στην προσφυγή ΔΔΠ 1/2019. Εκείνο που εξετάστηκε ήταν η νομιμότητα και αναγκαιότητα της κράτησης του Αιτητή δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ(2)(ε) του περί Προσφύγων Νόμου, για σκοπούς προστασίας της εθνικής ασφάλειας, και όχι η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων εφαρμογής των ρητρών αποκλεισμού του άρθρου 5 του ίδιου Νόμου.

 

Η διάκριση αυτή προκύπτει, άλλωστε, και από την ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 09.08.2019 που εκδόθηκε στο πλαίσιο της ίδιας προσφυγής. Κατά την εξέταση αίτησης για προσαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας, το τότε Δικαστήριο διέκρινε μεταξύ των στοιχείων που ήταν συναφή προς την εξέταση της νομιμότητας της κράτησης για λόγους εθνικής ασφάλειας και εκείνων που αφορούσαν την απόφαση περί αποκλεισμού του Αιτητή, κρίνοντας ότι η τελευταία δεν αποτελούσε αντικείμενο της ενώπιόν του διαδικασίας.

Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει, περαιτέρω, τη σοβαρότητα της πληροφόρησης που αφορά ζητήματα εθνικής ασφάλειας ούτε το γεγονός ότι τέτοια ζητήματα ενδέχεται, εκ της φύσεώς τους, να στηρίζονται σε πληροφορίες των οποίων το περιεχόμενο δεν είναι πάντοτε δυνατόν να δημοσιοποιείται πλήρως. Τούτο, ωστόσο, δεν αναιρεί την ανάγκη, όταν η σχετική πληροφόρηση προβάλλεται προς θεμελίωση της εφαρμογής ρήτρας αποκλεισμού, να αξιολογείται η αποδεικτική της βαρύτητα σε συνάρτηση με το συγκεκριμένο υλικό που έχει τεθεί νομίμως ενώπιον της αρμόδιας αρχής και του Δικαστηρίου και, ιδίως, με τη δυνατότητα συναγωγής από αυτό συγκεκριμένων και εξατομικευμένων συμπερασμάτων ως προς την προσωπική συμπεριφορά του ενδιαφερομένου.

 

Συναφώς, στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 22ας Σεπτεμβρίου 2022, GM, C-159/21, ECLI:EU:C:2022:708, κρίθηκε ότι η αρχή που είναι αρμόδια να αποφανθεί επί ζητήματος διεθνούς προστασίας δεν μπορεί να περιορίζεται στην άκριτη υιοθέτηση μη αιτιολογημένης γνώμης εξειδικευμένων οργάνων εθνικής ασφάλειας. Αντιθέτως, πρέπει να έχει στη διάθεσή της τις κρίσιμες πληροφορίες και να προβαίνει η ίδια, βάσει αυτών, σε αυτοτελή αξιολόγηση του συνόλου των ειδικών περιστάσεων της υπόθεσης, ώστε να είναι σε θέση να καθορίσει το περιεχόμενο της απόφασής της και να την αιτιολογήσει κατά τρόπο επαρκή.

 

Περαιτέρω, το ΔΕΕ διευκρίνισε ότι, μολονότι λόγοι εθνικής ασφάλειας μπορούν να δικαιολογήσουν περιορισμούς ως προς την άμεση πρόσβαση του ενδιαφερομένου στο σύνολο του φακέλου, οι περιορισμοί αυτοί δεν μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα ούτε ο ίδιος ούτε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του να στερούνται τη δυνατότητα να λάβουν ουσιαστική γνώση του βασικού περιεχομένου των καθοριστικών στοιχείων επί των οποίων στηρίχθηκε η εις βάρος του κρίση. Ούτε η δυνατότητα πρόσβασης του δικαστηρίου στα απόρρητα στοιχεία μπορεί, αφ’ εαυτής, να υποκαταστήσει τις εγγυήσεις που απαιτούνται για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας του ενδιαφερομένου.

 

Οι αρχές αυτές, μολονότι διατυπώθηκαν στη GM στο πλαίσιο υπόθεσης που αφορούσε ανάκληση καθεστώτος διεθνούς προστασίας για λόγους εθνικής ασφάλειας, είναι συναφείς προς την παρούσα υπόθεση κατά το μέρος που αφορούν την υποχρέωση της αρμόδιας για τη διεθνή προστασία αρχής να προβαίνει η ίδια σε αυτοτελή αξιολόγηση των κρίσιμων πραγματικών δεδομένων και να μην υποκαθιστά τη δική της κρίση με την άκριτη υιοθέτηση χαρακτηρισμού ή γνώμης άλλου εξειδικευμένου κρατικού οργάνου. Οι αρχές της GM δεν χρησιμοποιούνται, επομένως, στην παρούσα υπόθεση για τον καθορισμό του αποδεικτικού κατωφλίου των ρητρών αποκλεισμού, το οποίο διέπεται από τις ειδικές προϋποθέσεις του άρθρου 5 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά για την αξιολόγηση της αποδεικτικής σημασίας που δύναται να αποδοθεί, στο πλαίσιο της εξέτασης του αποκλεισμού, σε προηγούμενο χαρακτηρισμό του Αιτητή ως προσώπου που συνιστά κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια.

 

Υπό το πρίσμα αυτό, η προηγούμενη δικαστική επικύρωση του διατάγματος κράτησης της 19.04.2019 δεν στερείται αποδεικτικής σημασίας και λαμβάνεται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο. Δεν έχει, όμως, ως αποτέλεσμα να θεωρείται άνευ ετέρου αποδεδειγμένη η συνδρομή των διαφορετικών προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 5 του περί Προσφύγων Νόμου. Η διαπίστωση περί κινδύνου για την εθνική ασφάλεια και η εφαρμογή των ρητρών αποκλεισμού συνιστούν διακριτές νομικές αξιολογήσεις, οι οποίες δεν ταυτίζονται ούτε ως προς το αντικείμενο ούτε ως προς τις προϋποθέσεις τους.

 

Ειδικότερα, για την εφαρμογή των ρητρών αποκλεισμού απαιτείται αυτοτελής εξέταση του κατά πόσον συντρέχουν «σοβαροί λόγοι» να θεωρείται ότι ο συγκεκριμένος Αιτητής υπέχει προσωπική ευθύνη για πράξη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5. Η σχετική κρίση δεν μπορεί να υποκατασταθεί αποκλειστικά από προηγούμενη διαπίστωση περί κινδύνου για την εθνική ασφάλεια, αλλά προϋποθέτει τον προσδιορισμό της πράξης που φέρεται να εμπίπτει στις ρήτρες αποκλεισμού και την εξατομικευμένη αξιολόγηση της μορφής και του βαθμού συμμετοχής ή συνδρομής του ενδιαφερομένου σε αυτήν.

 

Επομένως, ακόμη και η ύπαρξη προηγούμενης διοικητικής και δικαστικής κρίσης ότι ο Αιτητής συνιστούσε κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια δεν απαλλάσσει την αρμόδια για τη διεθνή προστασία αρχή από την υποχρέωση να εξετάσει αυτοτελώς κατά πόσον τα συγκεκριμένα πραγματικά δεδομένα που αφορούν την προσωπική συμπεριφορά του Αιτητή θεμελιώνουν τις ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής των ρητρών αποκλεισμού. Πολύ περισσότερο, η προηγούμενη αυτή κρίση δεν μπορεί, χωρίς περαιτέρω εξατομικευμένη αξιολόγηση, να υποκαταστήσει την ανάγκη προσδιορισμού συγκεκριμένης πράξης αποκλεισμού και θεμελίωσης της προσωπικής ευθύνης του ενδιαφερομένου υπό την έννοια της άμεσης συμμετοχής, της υποκίνησης, της συνδρομής ή άλλης ουσιώδους συμβολής του στην τέλεσή της.

 

Το παρόν Δικαστήριο λαμβάνει, συνεπώς, υπόψη και συνεκτιμά τόσο την προηγούμενη διοικητική κρίση περί κινδύνου για την εθνική ασφάλεια όσο και το γεγονός ότι το μεταγενέστερο διάταγμα κράτησης της 19.04.2019 επικυρώθηκε δικαστικώς. Δεν αποδίδει, όμως, στα στοιχεία αυτά αυτοτελώς αποφασιστική σημασία για τη θεμελίωση των προϋποθέσεων του άρθρου 5, δεδομένου ότι το αντικείμενο της παρούσας εξέτασης είναι διαφορετικό και απαιτεί ειδική και εξατομικευμένη διαπίστωση προσωπικής ευθύνης για πράξη εμπίπτουσα στις ρήτρες αποκλεισμού.

 

Στην παρούσα υπόθεση, όπως θα αναλυθεί ειδικότερα κατωτέρω, από το αποδεικτικό υλικό που βρίσκεται νομίμως ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δεν προκύπτει ο απαιτούμενος συγκεκριμένος και εξατομικευμένος σύνδεσμος μεταξύ της προσωπικής συμπεριφοράς του Αιτητή και συγκεκριμένης πράξης εμπίπτουσας στο άρθρο 5 του περί Προσφύγων Νόμου. Η προηγούμενη κρίση περί κινδύνου για την εθνική ασφάλεια, μολονότι αποτελεί στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης, δεν δύναται, χωρίς περαιτέρω στοιχεία που να θεμελιώνουν προσωπική συμμετοχή, συνδρομή ή άλλη ουσιώδη συμβολή του Αιτητή σε συγκεκριμένη πράξη αποκλεισμού, να αναπληρώσει την απαιτούμενη εξατομικευμένη θεμελίωση της προσωπικής του ευθύνης.

 

Η έλλειψη προσδιορισμού συγκεκριμένης πράξης αποκλεισμού

 

Ιδιαίτερης σημασίας είναι, περαιτέρω, ο τρόπος με τον οποίο η Διοίκηση αξιολόγησε τα πιο πάνω δεδομένα προκειμένου να καταλήξει στην εφαρμογή της ρήτρας αποκλεισμού. Από την εισηγητική έκθεση προκύπτει ότι ως βασικά στοιχεία που ήγειραν, κατά την κρίση της, ζήτημα αποκλεισμού συνεκτιμήθηκαν η οικειοθελής απόφαση του Αιτητή να εργαστεί ως ένοπλος φρουρός ασφαλείας σε νοσοκομειακή εγκατάσταση ευρισκόμενη σε περιοχή υπό τον έλεγχο παραστρατιωτικών οργανώσεων, η διάρκεια της απασχόλησής του, η δράση των οργανώσεων αυτών, η φερόμενη συνεργασία της εγκατάστασης με το Ισραήλ, καθώς και πληροφορία των Αρχών της Δημοκρατίας ότι ο Αιτητής αποτελούσε κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια.

 

Επί τη βάσει των δεδομένων αυτών, η Διοίκηση προχώρησε περαιτέρω στη διαπίστωση ότι ο Αιτητής είχε ενταχθεί σε ισλαμικές και ακραίες παραστρατιωτικές οργανώσεις για διάστημα τουλάχιστον δύο ετών, ότι αποτελούσε ενεργό μέλος αυτών και ότι είχε «οικειοθελή συμμετοχή», «συνέργεια και συνεισφορά στην επίτευξη κοινού στόχου», καθώς και ουσιαστική συμμετοχή και συνδρομή στη λειτουργία και στην εκπλήρωση των στόχων τους. Στη βάση αυτή κατέληξε ότι ο Αιτητής έφερε ατομική ποινική ευθύνη για εγκλήματα πολέμου.

 

Η εφαρμογή των ρητρών αποκλεισμού προϋποθέτει όχι μόνο τη διαπίστωση προσωπικής σύνδεσης του ενδιαφερομένου με κάποια δραστηριότητα, αλλά και τον νομικό χαρακτηρισμό της συγκεκριμένης πράξης ως εμπίπτουσας σε μία από τις κατηγορίες του άρθρου 5 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια ποιο συγκεκριμένο έγκλημα ή ποια συγκεκριμένη πράξη αποδίδεται στον Αιτητή. Δεν διευκρινίζεται κατά πόσον θεωρήθηκε ότι διέπραξε έγκλημα πολέμου, έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, σοβαρό μη πολιτικό έγκλημα ή πράξη αντίθετη προς τους σκοπούς και τις αρχές των Ηνωμένων Εθνών.

 

Ούτε προσδιορίζονται τα πραγματικά στοιχεία του επίμαχου εγκλήματος, ο χρόνος και ο τόπος τέλεσής του, οι φερόμενοι αυτουργοί ή ο τρόπος με τον οποίο ο Αιτητής φέρεται να συμμετείχε σε αυτό.

 

Η έλλειψη αυτή δεν αφορά απλώς την τυπική πληρότητα της αιτιολογίας. Επηρεάζει την ίδια την ουσιαστική βάση εφαρμογής της ρήτρας, καθότι δεν είναι δυνατή η απόδοση προσωπικής ευθύνης σε αφηρημένο επίπεδο, χωρίς προηγούμενο προσδιορισμό της πράξης για την οποία αναζητείται η ευθύνη.

 

Η έλλειψη εξατομικευμένης θεμελίωσης της προσωπικής ευθύνης 

 

Από την αυτοτελή αξιολόγηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού που έχει τεθεί νομίμως ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προκύπτουν στοιχεία ικανά να θεμελιώσουν τους απαιτούμενους, κατά το άρθρο 5 του περί Προσφύγων Νόμου, «σοβαρούς λόγους» ότι ο Αιτητής υπέχει προσωπική ευθύνη για πράξη εμπίπτουσα στις ρήτρες αποκλεισμού.

 

Το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει, ειδικότερα, ότι η μετάβαση από τα πρωτογενή πραγματικά δεδομένα που έγιναν δεκτά από τη Διοίκηση στα συμπεράσματα περί «ενεργού μέλους», «οικειοθελούς συμμετοχής», «συνέργειας» και «συνεισφοράς στην επίτευξη κοινού στόχου» στηρίζεται σε συγκεκριμένα και εξατομικευμένα αποδεικτικά στοιχεία. Άλλο είναι η οικειοθελής ανάληψη και συνέχιση εργασίας ως φρουρού ασφαλείας σε νοσοκομειακή εγκατάσταση ευρισκόμενη σε περιοχή ελεγχόμενη από ένοπλες οργανώσεις και άλλο η οικειοθελής ένταξη και συμμετοχή στις ίδιες τις οργανώσεις αυτές. Η πρώτη διαπίστωση δεν συνεπάγεται, χωρίς περαιτέρω αποδεικτικά δεδομένα, τη δεύτερη.

 

Ομοίως, η γνώση ότι στην περιοχή δραστηριοποιούνταν οργανώσεις στις οποίες αποδίδονται εγκλήματα πολέμου δεν ισοδυναμεί, αφ' εαυτής, με γνώση συγκεκριμένων εγκληματικών πράξεων ούτε, κατά μείζονα λόγο, αποδεικνύει πρόθεση συνδρομής στην τέλεσή τους. Για τη θεμελίωση προσωπικής ευθύνης απαιτείται η διαπίστωση συγκεκριμένης μορφής συμμετοχής ή συνδρομής του ενδιαφερομένου και επαρκούς σύνδεσης της προσωπικής του συμπεριφοράς με πράξη εμπίπτουσα στις ρήτρες αποκλεισμού. Η γενική εγκληματική δράση μιας ή περισσότερων οργανώσεων που ασκούσαν έλεγχο στην περιοχή δεν δύναται να αναπληρώσει την απόδειξη του απαιτούμενου εξατομικευμένου συνδέσμου.

 

Εν προκειμένω, δεν προσδιορίζεται ποιος ήταν ο φερόμενος «κοινός στόχος» στην επίτευξη του οποίου θεωρήθηκε ότι συνέβαλε ο Αιτητής, ποια συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψή του συνιστούσε τη φερόμενη «συνέργεια», σε ποια συγκεκριμένη εγκληματική πράξη παρασχέθηκε η επικαλούμενη «συνδρομή» ούτε με ποιον τρόπο η εργασία του ως φρουρού ασφαλείας είχε ουσιώδη επίδραση στην τέλεσή της. Ούτε προσδιορίζεται συγκεκριμένη παραστρατιωτική οργάνωση στην οποία αποδεικνύεται ότι ο Αιτητής είχε πράγματι ενταχθεί ως μέλος, η θέση που κατείχε σε αυτήν ή τα καθήκοντα που ασκούσε για λογαριασμό της.

 

Πράγματι, από κανένα στοιχείο του διοικητικού φακέλου δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής υπήρξε μέλος της Jabhat Al-Nusra ή οποιασδήποτε άλλης ένοπλης οργάνωσης ούτε ότι εντάχθηκε στη στρατιωτική, διοικητική ή οργανωτική δομή αυτής. Δεν καταδεικνύεται ότι κατείχε θέση ευθύνης ή ασκούσε εξουσία λήψης αποφάσεων, διοίκηση ή έλεγχο επί άλλων προσώπων, ούτε ότι συμμετείχε στον σχεδιασμό, την προπαρασκευή ή την εκτέλεση στρατιωτικών επιχειρήσεων.

 

Ομοίως, δεν υφίσταται αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να συνάγεται ότι ο Αιτητής συμμετείχε ή συνέδραμε στη διάπραξη συγκεκριμένων εγκληματικών πράξεων, όπως συλλήψεων, κρατήσεων, ανακρίσεων, βασανιστηρίων, εκτελέσεων ή επιθέσεων κατά αμάχων, ούτε ότι διέταξε, υποκίνησε, διευκόλυνε ή ενθάρρυνε την τέλεση τέτοιων πράξεων. Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι παρείχε υλική, επιχειρησιακή ή άλλη μορφή συνδρομής άμεσα και ουσιωδώς συνδεόμενη με τη διάπραξη συγκεκριμένου εγκλήματος.

 

Τα εξατομικευμένα πραγματικά δεδομένα που προκύπτουν αναφορικά με τον Αιτητή αφορούν, κατά βάση, την εργασία του ως ένοπλου φρουρού ασφαλείας στη συγκεκριμένη νοσοκομειακή εγκατάσταση. Όπως αναλύθηκε ανωτέρω, δεν προκύπτει ότι τα καθήκοντά του εξελίχθηκαν ή επεκτάθηκαν πέραν της φύλαξης της εγκατάστασης και του ελέγχου της εισόδου και εξόδου από αυτήν, ούτε ότι, μέσω της άσκησής τους, συνέβαλε ουσιωδώς στη διάπραξη πράξης εμπίπτουσας στις ρήτρες αποκλεισμού. Ομοίως, δεν προκύπτει ότι γνώριζε ότι η δραστηριότητά του εξυπηρετούσε την τέλεση τέτοιας πράξης ή ότι ενήργησε με πρόθεση να τη διευκολύνει.

 

Περαιτέρω, οι πληροφορίες χώρας καταγωγής στις οποίες παραπέμπει η Διοίκηση ως προς τη στρατολόγηση ανηλίκων, τις επιθέσεις, τις απαγωγές, τα βασανιστήρια και λοιπές σοβαρές παραβιάσεις τεκμηριώνουν, στον βαθμό που είναι αξιόπιστες και συναφείς, τη δράση συγκεκριμένων ένοπλων οργανώσεων στο γενικό πλαίσιο της συριακής σύρραξης. Δεν προκύπτει, όμως, από την εισηγητική έκθεση εξατομικευμένη σύνδεση του Αιτητή με οποιαδήποτε από τις πράξεις αυτές. Ιδίως, η αναφορά σε εγκληματικές πράξεις διαφορετικών οργανώσεων, μεταξύ άλλων του ISIS και του FSA, δεν δύναται, χωρίς απόδειξη της συγκεκριμένης σχέσης του Αιτητή με καθεμία από αυτές, να λειτουργήσει σωρευτικά προς θεμελίωση της προσωπικής του ευθύνης.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, το συμπέρασμα της Διοίκησης περί «ενεργού μέλους» και περί «οικειοθελούς συμμετοχής», «συνέργειας» και «συνεισφοράς στην επίτευξη κοινού στόχου» εμφανίζεται να έχει συναχθεί, κατ' ουσίαν, από τη σωρευτική συνεκτίμηση της επαγγελματικής ιδιότητας του Αιτητή ως ένοπλου φρουρού ασφαλείας, της διάρκειας της απασχόλησής του και του γεγονότος ότι η εργασία αυτή ασκήθηκε σε περιοχή τελούσα υπό τον έλεγχο ένοπλων οργανώσεων στις οποίες αποδίδεται σοβαρή εγκληματική δράση, χωρίς να μεσολαβεί η απαιτούμενη εξατομικευμένη απόδειξη της προσωπικής συμμετοχής ή ουσιώδους συμβολής του σε συγκεκριμένη πράξη εμπίπτουσα στις ρήτρες αποκλεισμού.

 

Η σωρευτική συνδρομή των πιο πάνω στοιχείων, ακόμη και αν ληφθούν στο σύνολό τους ως αποδεδειγμένα, δεν επαρκεί, χωρίς πρόσθετη εξατομικευμένη τεκμηρίωση, για τη θεμελίωση προσωπικής ευθύνης κατά την έννοια του άρθρου 5 του περί Προσφύγων Νόμου. Η αντίθετη προσέγγιση θα ισοδυναμούσε, στην πράξη, με συναγωγή προσωπικής ευθύνης από την επαγγελματική ιδιότητα και τη γεωγραφική παρουσία του ενδιαφερομένου σε περιοχή υπό τον έλεγχο ένοπλης οργάνωσης, χωρίς την απαιτούμενη απόδειξη της πραγματικής φύσης της σχέσης του με την οργάνωση και της σύνδεσης της προσωπικής του συμπεριφοράς με συγκεκριμένη πράξη αποκλεισμού.

 

Μια τέτοια προσέγγιση δεν συνάδει με τον εξαιρετικό χαρακτήρα των ρητρών αποκλεισμού ούτε με την απαίτηση εξατομικευμένης αξιολόγησης του πραγματικού ρόλου και της προσωπικής ευθύνης του ενδιαφερομένου που διέπει την εφαρμογή τους.

 

Καταληκτική κρίση

 

Από τη συνολική, αυτοτελή και ex nunc αξιολόγηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού που βρίσκεται νομίμως ενώπιον του Δικαστηρίου και για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν θεμελιώνονται οι απαιτούμενοι, κατά το άρθρο 5 του περί Προσφύγων Νόμου, «σοβαροί λόγοι» για την απόδοση στον Αιτητή προσωπικής ευθύνης για πράξη εμπίπτουσα στις ρήτρες αποκλεισμού.

 

Τα στοιχεία που προέκυψαν αναφορικά με την εργασία του Αιτητή, τη διάρκεια της απασχόλησής του, το γενικό πλαίσιο ασφαλείας στην περιοχή, τη δράση της Jabhat Al-Nusra, τη λειτουργία της νοσοκομειακής εγκατάστασης και την πληροφόρηση περί κινδύνου για την εθνική ασφάλεια εξετάστηκαν τόσο αυτοτελώς όσο και σωρευτικά. Δεν προκύπτει, όμως, από τη συνεκτίμησή τους συγκεκριμένη πράξη εμπίπτουσα στο άρθρο 5 για την οποία ο Αιτητής υπέχει προσωπική ευθύνη ούτε συγκεκριμένη μορφή συμμετοχής, υποκίνησης, συνδρομής ή άλλης ουσιώδους και εν γνώσει του συμβολής του στην τέλεσή της.

 

Ως εκ τούτου, κατόπιν πλήρους και ex nunc αξιολόγησης του συνόλου του αποδεικτικού υλικού που βρίσκεται νομίμως ενώπιόν του, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 5 του περί Προσφύγων Νόμου και, συνακόλουθα, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περί αποκλεισμού δεν δύναται να διατηρηθεί.

 

Δεδομένου ότι ο Αιτητής είχε ήδη αναγνωριστεί ως πρόσφυγας πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η διαπίστωση περί μη συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής των ρητρών αποκλεισμού συνεπάγεται ότι η επίδικη απόφαση δεν δύναται να διατηρηθεί σε ισχύ.

 

Διευκρινίζεται ότι η παρούσα κρίση περιορίζεται στο αντικείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και, ειδικότερα, στη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 5 του περί Προσφύγων Νόμου. Τυχόν άλλα αυτοτελή ζητήματα που ενδέχεται να αφορούν το καθεστώς διεθνούς προστασίας του Αιτητή ή οποιαδήποτε άλλη διαδικασία προβλεπόμενη από τον περί Προσφύγων Νόμο δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της παρούσας προσφυγής και δεν κρίνονται με την παρούσα απόφαση.

 

Για όλους τους λόγους που έχουν εκτεθεί ανωτέρω, η προσφυγή επιτυγχάνει. Το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί της ουσίας της διαφοράς, καταλήγει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 5 του περί Προσφύγων Νόμου και, ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση περί αποκλεισμού του Αιτητή από το καθεστώς πρόσφυγα παραμερίζεται.

 

Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, επιδικάζονται εναντίον των Καθ' ων η αίτηση και υπέρ του Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

           

Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[2] Κυπριακής Δημοκρατίας ν. Β.Α., Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, Αρ. 12/2025, 18.12.2026

[3] Βλ. σχετικώς, απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2010, B και D, C‑57/09 και C‑101/09, EU:C:2010:661, σκέψη 97

[4] Οπ. π. σκέψεις 87-98 και Βλ.  απόφαση ΔΕΕ στη C-573/14 – Lounani, 31.01.2017, σκέψεις 72, 76-79.

[5] Οπ. π.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο