Αίτηση από: H. S., Νομική Αρωγή αρ.73/26, 7/7/2026
print
Τίτλος:
Αίτηση από: H. S., Νομική Αρωγή αρ.73/26, 7/7/2026

 ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Νομική Αρωγή αρ.73/26

 

7 Ιουλίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΑΡ.1 ΤΟΥ 2003 ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2002 (Ν. 165(Ι)/2002)

 

Αίτηση από:

 

H. S.

                                                                                                                                    Αιτητής

 

                                                                                   

Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως

Κος Ν. Νικολάου, Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

Κος. P.  Moradi – μεταφραστής για πιστή μετάφραση από Farsi σε Αγγλικά και αντίστροφα

Κος Ρ. Ευαγγέλου – μεταφραστής για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα  

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Ο αιτητής καταχώρησε την παρούσα αίτηση νομικής αρωγής, προκειμένου να διορίσει δικηγόρο για να χειριστεί την προσφυγή αρ.357/26, κατά της απόφασης ημ.25/02/26, της Υπηρεσίας Ασύλου με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, την οποία έχει ήδη καταχωρίσει.

Ως προκύπτει από το σημείωμα του Γενικού Εισαγγελέα ο αιτητής κατάγεται από το Ιράν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 12/01/26 και στις 20/01/26 υπέβαλε τη σχετιζόμενη με την παρούσα αίτηση διεθνούς προστασίας.  

Η παρούσα στηρίζεται στους περί Νομικής Αρωγής Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Αρ.1) του 2003 και στον περί Νομικής Αρωγής Νόμο του 2002, Ν. 165(Ι)/2002, στις διατάξεις του άρθρου 6Β (2) (α) και 6Β (2) (ββ), που ορίζει τα ακόλουθα:

«(2) Παρέχεται δωρεάν νομική αρωγή σε αιτητή διεθνούς προστασίας, ο οποίος ασκεί προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος -

[…]

(α) Κατά δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του εν λόγω αιτητή, την οποία απόφαση ο Προϊστάμενος έλαβε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5, 12Βδις, 12Βτετράκις, 12Δ ή 13 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, ή

υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(αα) Η δωρεάν νομική αρωγή αφορά μόνο την πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος, και όχι την εκδίκαση έφεσης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά της δικαστικής απόφασης η οποία εκδίδεται στα πλαίσια της εν λόγω πρωτοβάθμιας εκδίκασης, ούτε άλλο ένδικο μέσο∙ και

(ββ) κατά την κρίση του Διοικητικού Δικαστηρίου, η προσφυγή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας:

Νοείται ότι οι διατάξεις της παραγράφου (ββ) εφαρμόζονται χωρίς να περιορίζουν αυθαίρετα την παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής και χωρίς να εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση του αιτητή διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη.»

Κατά την εξέταση αιτήσεως νομικής αρωγής το Δικαστήριο προβαίνει σε εκ πρώτης όψεως εξέταση της υπόθεσης, χωρίς να αποφασίζεται οριστικά η τύχη της προσφυγής που σε κάθε περίπτωση έχει δικαίωμα να καταχωρήσει ή να προωθήσει (αν έχει ήδη καταχωρηθεί) με ίδια μέσα ο αιτητής, δεδομένου ότι το αποτέλεσμα της δεν επηρεάζει και δεν προδικάζει την έκβαση της (βλ. Durgo Man v. Δημοκρατίας, Νομ. Αρ. 278/09, ημ.15/07/09).

Στην απόφαση στην αίτηση Νομικής Αρωγής αρ.31/2013, SINGH KHUSHWANT του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

«Όπως νομολογιακά έχει αποφασιστεί, ο Νόμος δίνει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει, κατά πόσον «είναι πιθανό να εκδοθεί θετική δικαστική απόφαση». Είναι, επίσης, πάγια γραμμή της Νομολογίας, ότι ο Αιτητής δεν πρέπει να στερείται, χωρίς επαρκή λόγο, του δικαιώματός του να ακουστεί η προσφυγή του από το Ανώτατο Δικαστήριο, έχοντας τη βοήθεια συνηγόρου.  Από την άλλη, όμως, δεν είναι επιτρεπτή η παροχή νομικής αρωγής ανεξέλεγκτα, με συνακόλουθο την σπατάλη δημοσίου χρήματος με την καταχώρηση προσφυγών, οι οποίες δεν έχουν πιθανότητα επιτυχίας.

[…]

Παρεμβάλλω ότι είναι βασική αρχή πως το Δικαστήριο, εξετάζοντας αιτήσεις αυτής της μορφής και ασκώντας την ευρεία διακριτική του εξουσία, δεν προβαίνει σε οριστικά συμπεράσματα ως προς το αποτέλεσμα της ίδιας της προσφυγής, αλλά παραμένει στην πιθανολόγηση έκδοσης θετικής απόφασης.

[…]. Τελικό, λοιπόν, κριτήριο είναι η πιθανότητα έκδοσης θετικής δικαστικής απόφασης και, κατά την εξέταση μιας τέτοιας πιθανότητας, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει για την οριστική τύχη της προσφυγής, αλλά, όπως είναι καθήκον του, σταθμίζει τα ενώπιόν του στοιχεία, προκειμένου να κρίνει κατά πόσον οι απαραίτητες προϋποθέσεις του Νόμου ικανοποιούνται, για να συνεκτιμήσει την πιθανότητα έκδοσης θετικής δικαστικής απόφασης στην αναμενόμενη να καταχωρηθεί προσφυγή.».

Από τα συνημμένα στο Σημείωμα του Γενικού Εισαγγελέα προκύπτουν τα ακόλουθα.

Στην αίτηση ασύλου ο αιτητής κατέγραψε ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του λόγω του ότι «[συμμετείχε] σε πρόσφατες διαμαρτυρίες εναντίον του καθεστώτος [..] [α]υτοί συνέλαβαν τον ξάδελφο [του] και μετά που τον βασάνισαν τους είπε ότι [ο αιτητής ήταν μαζί] του» και τότε «αστυνομικοί με πολιτικά ρούχα [πήγαν] στο σπίτι [του αιτητή] και τον αναζητούσαν, όμως [ο ίδιος είχε ενημερωθεί] από τη γυναίκα [του] και [έφυγε] από τη χώρα».

Στη συνέντευξη που ακολούθησε ο αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε και διέμενε όλη του τη ζωή στην πόλη Tabriz, όπου διαμένουν οι 2 αδελφοί και η αδελφή του (η οποία είναι παντρεμένη και έχει παιδιά) και συνταξιούχος πατέρας του (η μητέρα του απεβίωσε), όπως και η πλείστη ευρύτερη οικογένεια του (θείοι/θείες/ξαδέλφια), ο ίδιος έχει σύζυγο και ένα γιό (12 ετών), έχει τελειώσει το λύκειο (το 1998), είχε δική του επιχείρηση, που δεν κερδοφορούσε, και αφότου την έκλεισε εργαζόταν σε κατασκευές. Ο αιτητής δεν επικοινωνεί με την οικογένεια του καθώς, ως ανέφερε, δεν λειτουργεί το ίντερνετ από τον καιρό που έφυγε από το Ιράν.

Ερωτώμενος για τους λόγους που έφυγε από το Ιράν ο αιτητής ανέφερε ότι συμμετείχε  σε διαμαρτυρία, συνέλαβαν τον ξάδελφο του, τον βασάνισαν κι’ αυτός τους είπε για τον αιτητή και το σπίτι του, η αστυνομία πήγε στο σπίτι του, ο αιτητής δεν ήταν εκεί και όταν έφυγαν η σύζυγος του τον πήρε τηλέφωνο και τον ενημέρωσε γι’ αυτό και τότε ο αιτητής πήγε στο σπίτι της θείας του, όπου έμεινε 2 μέρες, μετά ο αδελφός του έκλεισε εισιτήριο (για τον αιτητή) και του πήρε το διαβατήριο του και τότε ο αιτητής έφυγε από το Ιράν.

Ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι στις 4-5 Ιανουαρίου 2026 μετείχε σε διαμαρτυρία και στις 06/01/26 (μετατροπή από Ισλαμική χρονολόγηση) μαζί με περίπου 800 άτομα, συνέλαβαν τον ξάδελφο του, όταν τον βασάνισαν τους είπε το όνομα και τη διεύθυνση του αιτητή και την ίδια μέρα πήγαν σπίτι του ένστολοι. Ερωτώμενος για τη διαμαρτυρία ο αιτητής ανέφερε ότι έγγραφε στους τοίχους και φώναζε και, όταν ρωτήθηκε πως έμαθε ότι ο ξάδελφος του είχε πει το όνομα του, ο αιτητής ανέφερε ότι «η μητέρα του είπε ότι ο γιός [της] συνελήφθη».

Σε ερώτηση σχετικά με την αναζήτηση του από την αστυνομία ο αιτητής ανέφερε ότι στις 06/01/26 πήγαν σπίτι του, τους άνοιξε η σύζυγος του, τη ρώτησαν που βρίσκεται ο αιτητής και όταν έφυγε αυτή τον πήρε τηλέφωνο και του είπε να μην πάει σπίτι γιατί τον αναζητά η αστυνομία. Ερωτώμενος περαιτέρω ανέφερε ότι ήταν 5-6 αστυνομικοί, με πολιτική ενδυμασία, δεν είχαν ένταλμα, καθώς – ως ανέφερε – «αυτού του τύπου αστυνομία δεν χρειάζονται ένταλμα, πάνε όπου θέλουν αυτοί, είναι υπό τον έλεγχο της (υπηρεσίας) πληροφοριών». Ερωτώμενος πως το γνωρίζει αυτό ο αιτητής ανέφερε ότι «[γνωρίζει] τους κανόνες στο Ιράν». Ερωτώμενος τι έγινε μετά απ’ αυτό ο αιτητής είπε ότι πήγε στο σπίτι του ξαδέλφου του, ο αδελφός του έκλεισε εισιτήριο και αυτός έφυγε από τη χώρα το πρωί. Ερωτώμενος αν του συνέβη κάποιο άλλο περιστατικό ο αιτητής ανέφερε ότι στις 02/10/22 τον συνέλαβαν και κρατούνταν για 9 μέρες λόγω του ότι ήταν σε διαμαρτυρία με όνομα «ελευθέρωσε τη ζωή της γυναίκας», τον χτύπησαν.

Σε ερώτηση πως έφυγε από τη χώρα ενόσω καταζητείτο ο αιτητής ανέφερε ότι δεν είχαν εκδώσει ένταλμα εναντίον του ακόμα. Ερωτώμενος για τις συνέπειες επιστροφής του ο αιτητής ανέφερε ότι η ζωή του είναι σε κίνδυνο και – σε ακόλουθη ερώτηση αν μπορεί να επιστρέψει και να διαμείνει με ασφάλεια σε άλλη περιοχή του Ιράν ο αιτητής ανέφερε ότι «δεν είναι διαφορετικό, αυτές τις μέρες οι άνθρωποι που συμμετέχουν σε διαμαρτυρία τους σκοτώνουν κατά δεκάδες». Όταν του υποδείχθηκε ότι σε συνέντευξη που έγινε για την εκτίμηση ευαλωτότητας αναφέρθηκε σε παιδιά και σε 2 συλλήψεις, ενώ στη συνέντευξη είχε αναφέρει μόνο ένα γιο, ο αιτητής αποκρίθηκε ότι μάλλον είναι λάθος καταγραφή. Τέλος ο αιτητής κλήθηκε να προσκομίσει έγγραφα, αν το επιθυμεί, μέχρι τις 09/02/26.

Η Υπηρεσία Ασύλου, εξετάζοντας τα λεγόμενα του αιτητή, σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, ως ακολούθως.

1.    Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή

2.    Η στοχοποίηση του αιτητή από τις αστυνομικές αρχές λόγω συμμετοχής του σε διαμαρτυρίες

Εκ των ως άνω έγινε αποδεκτός ο 1ος ουσιώδης ισχυρισμός, απορρίφθηκε όμως ο 2ος ισχυρισμός ως αναξιόπιστος.

Επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού κρίθηκε ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφέρει εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες και βιωματικά στοιχεία και παρέμεινε ασαφής και γενικόλογος τόσο στην ελεύθερη αφήγηση όσο και στις ερωτήσεις που υποβλήθηκαν σχετικώς. Συγκεκριμένα, ως κρίθηκε, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με τις εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες την κατ’ ισχυρισμό συμμετοχή του σε διαμαρτυρία στα πλαίσια της οποίας συνελήφθη ο ξάδελφος του και έδωσε στις Αρχές τα στοιχεία του αιτητή, τη δράση του στα πλαίσια της εν λόγω διαμαρτυρίας, τι έγινε ακριβώς όταν οι Αρχές πήγαν σπίτι του, από ποιον το έμαθε και πως, υπέπεσε σε αντίφαση σχετικά με τις φορές που συνελήφθη και το αν έχει ένα ή περισσότερα παιδιά, επί όλων δε των πτυχών του αφηγήματος του παρέμεινε γενικόλογος, ασαφής και οι δηλώσεις του δεν περιείχαν το παραμικρό ψήγμα βιωματικού στοιχείου. Επί της εξωτερικής συνοχής του ισχυρισμού, κατόπιν έρευνας σε διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ), εντοπίστηκαν και παρατέθηκαν πληροφορίες που κάνουν λόγο για πλήθος παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά διαδηλωτών κατά τις διαμαρτυρίες «Γυναίκες, Ζωή, Ελευθερία», οι οποίες – ως κρίθηκε, για λόγους που δεν εξηγούνται – δεν συνάδουν με τα λεγόμενα του αιτητή και ο ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος, λόγω των ελλείψεων που είχαν εντοπιστεί στη συνοχή των λεγομένων του αιτητή.

Στα πλαίσια αξιολόγησης μελλοντικού κινδύνου, στη βάση των ως άνω αποδεκτών ισχυρισμών, κατόπιν παράθεσης πλήθους διαθέσιμων πληροφοριών (ΠΧΚ) σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας και κοινωνικοοικονομική κατάσταση στον τόπο διαμονής του (Tabriz), σε συνάρτηση με το προφίλ του, κρίθηκε ότι δεν εντοπίζεται βάσιμος φόβος δίωξης ή και σοβαρής βλάβης και ότι τυχόν επιστροφή του αιτητή δεν συνιστά επαναπροώθηση, κατά παράβαση του αρ.3 της ΕΣΔΑ. Προς τα ως άνω αξιολογήθηκε ότι ο αιτητής είναι ενήλικας άνδρας, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, εργασιακή εμπειρία και διαθέτει  οικογενειακό δίκτυο στον τόπο διαμονής του. Σχετικά με τα όσα ανέφερε περί προβλήματος υγείας (νεφρά) κρίθηκε ότι, δεδομένου ότι, ως από ΠΧΚ προκύπτει, υγειονομική περίθαλψη παρέχεται και είναι προσβάσιμη στον αιτητή και, σε κάθε περίπτωση, δεν υφίσταται στοιχείο που να δεικνύει ότι υπάρχει κίνδυνος για την υγεία του αιτητή στο επίπεδο που απαιτείται για παροχή προστασίας σ’ αυτή τη βάση.

Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε κατά του αιτητή απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

Στον αιτητή μεταφράστηκε το σημείωμα του Γεν. Εισαγγελέα και του δόθηκε η ευκαιρία να αναφέρει οτιδήποτε επιθυμεί, αφού του εξηγήθηκαν οι προϋποθέσεις που θέτει η οικεία νομοθεσία για την έγκριση αιτήσεων ως η παρούσα, ως ανωτέρω καταγράφεται.

Ο αιτητής προσκόμισε φερόμενο αντίγραφο απόφασης Δικαστηρίου (με μετάφραση στα Ελληνικά), το οποίο – ως προκύπτει από το περιεχόμενο του – αφορά καταδίκη του . Περαιτέρω υπέδειξε φωτογραφία στο κινητό του στην οποία εμφανίζεται ο ίδιος, έξω από κτίριο που, σύμφωνα με σχετική σήμανση στο κάγκελο του, είναι η πρεσβεία του Ιράν, να κρατά σημαία της μοναρχίας (του έκπτωτου καθεστώτος του Σάχη)

Έχοντας διέλθει με προσοχή του περιεχομένου του σημειώματος του Γεν. Εισαγγελέα και των συνημμένων εγγράφων θα συμφωνήσω με όλα τα επιμέρους ευρήματα αλλά και την τελική κατάληξη της Υπηρεσίας στα πλαίσια της σχετιζόμενης με την παρούσα αιτήσεως διεθνούς προστασίας, ως αυτά καταγράφονται στην επίδικη έκθεση και παρατίθενται και πιο πάνω, την επανάληψη των οποίων δεν κρίνω σκόπιμη, για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω.

Σε σχέση κατ’ αρχή με την εσωτερική συνοχή των λεγομένων του αιτητή στα πλαίσια του απορριφθέντος 2ου ουσιώδους ισχυρισμού σημειώνω τα εξής.

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, αναφέρεται στην σελ.98, ότι «[...] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.». Στην σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] οι δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […] Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»

Επανερχόμενος στο πρακτικό της συνέντευξης θα συμφωνήσω με τα όσα επί τούτου καταγράφει στην επίδικη έκθεση η Υπηρεσία (σελ.7-10), τα οποία καταγράφονται και πιο πάνω, στα πλαίσια της παρούσης, τα οποία υιοθετώ ως έχουν, χωρίς να είναι σκόπιμο να τα επαναλάβω εκ νέου εδώ και χωρίς να έχω τίποτε να προσθέσω σ’ αυτά, πέραν του να σημειώσω ότι τα κενά, αντιφάσεις και οι καίριες ελλείψεις στο αφήγημα του αιτητή δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής των επ’ αυτού ισχυρισμών του, καθώς επ’ ουδενός σημείου του αφηγήματος του δεν ήταν σε θέση να αναφέρει το παραμικρό ψήγμα εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών ή βιωματικών στοιχείων σχετικά με την  κατ’ ισχυρισμό αναζήτηση του αιτητή από την αστυνομία μετά από συμμετοχή του σε διαμαρτυρία. Ενδεικτικά σημειώνω ότι ουδεμία λεπτομέρεια ή βιωματικό στοιχείο είχε αναφέρει ο αιτητής επί της συμμετοχής και δράσης του σε διαδήλωση στο Ιράν, το τι ακριβώς έκανε, γιατί συμμετείχε, πως εντοπίστηκε ο ξάδελφος του και πως ανέφερε το όνομα του ιδίου αλλά και ουδέν ανέφερε σχετικά με το περιστατικό που οι Αρχές πήγαν σπίτι του και τον αναζητούσαν. Το μόνο που τελικά αρκέστηκε να αναφέρει ο αιτητής κατά την επίδικη συνέντευξη ήταν να επαναλαμβάνει – εν πολλοίς αυτολεξεί – τα όσα είχε επιγραμματικά καταγράψει στην επίδικη αίτηση. Ουδέν πρόσθεσε επί των εν λόγω καταγραφέντων και ουδόλως εξήγησε περαιτέρω επί του αφηγήματος του, το οποίο και παρέμεινε φτωχό και ελλιπές επί παντός και σε όλη του την έκταση, παρόλο που ρωτήθηκε αρκετές φορές επί συγκεκριμένων σημείων του αφηγήματος του.

Επί της εξωτερικής συνοχής επί του εδώ απορριφθέντος 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) καταγράφουν τα εξής.

Ακτιβιστές κινδυνεύουν με αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις, βασανιστήρια, ποινικές διώξεις, εξωδικαστικές εκτελέσεις, απάνθρωπες και εξευτελιστικές τιμωρίες, φυλακίσεις, στέρηση πρόσβασης. Επ’ αυτού εντοπίζεται σωρεία πληροφοριών, τόσο πρωτογενών όσο και δευτερογενών πηγών, στο πρόσφατο εγχειρίδιο της EUAA που περιέχονται ΠΧΚ για το Ιράν. [1] Άτομα με ακτιβιστική δράση, εκφράζοντες θέσεις αντίθετες με πολιτικές του καθεστώτος και πάσης φύσεως θεωρούμενοι από το καθεστώς ως αντιφρονούντες είναι συχνά αντιμέτωποι με αυθαίρετες συλλήψεις, κρατήσεις, βασανιστήρια, εξωδικαστικές εκτελέσεις, απάνθρωπες και εξευτελιστικές τιμωρίες ή ποινές, πολύχρονες φυλακίσεις και στέρησης πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Άτομα με δράση η οποία δύναται να εκληφθεί ως βλάπτουσα την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων αντιμετωπίζουν σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι διώξεις κατ’ αυτών των ομάδων είναι ενίοτε εκτός θεσμικών πλαισίων ή και διαδικασίας και συχνά υπό τον μανδύα (ποινικών) διώξεων για «αντιεπαναστατική συμπεριφορά» ή και «εγκλημάτων κατά του Ισλάμ», κατά της εθνικής ασφάλειας ή «σύμπραξη με την παγκόσμια υπεροψία» και άλλων συναφών αδικημάτων.[2]

Εκ των ως άνω δεν θα πρέπει να αμφισβητείται ότι διώξεις ατόμων που αναπτύσσουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο ακτιβιστική δράση ή τα οποία μετέχουν σε διαμαρτυρίες κατά του καθεστώτος υφίστανται κίνδυνο δίωξης αλλά και πλήθος σοβαρών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους. Σημειώνω εδώ ότι δεν θα συμφωνήσω με το επ’ αυτού εύρημα της Υπηρεσίας ότι τα λεγόμενα του αιτητή δεν συνάδουν με διαθέσιμες ΠΧΚ, καθώς εν προκειμένω τα όσα παντελώς ασαφώς και γενικώς ανέφερε συνάδουν με ΠΧΚ, ως φαινόμενα που απαντώνται στη χώρα καταγωγής.

Παρά τα ως άνω όμως, εδώ η παντελής έλλειψη εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών του αιτητή, για τους λόγους που εξηγώ ανωτέρω, η οποία είναι τέτοια που, στα πλαίσια συνολικής αξιολόγησης και αποτίμησης των στοιχείων που συνθέτουν την παρούσα, καθίσταται μοιραία για τη γενική και συνολική αξιοπιστία των ισχυρισμών του. Αυτό γιατί η συμφωνία των ισχυρισμών του με διαθέσιμες ΠΧΚ, ως γενικές πληροφορίες που αναφέρουν ότι τέτοια φαινόμενα, ως αυτά που περιγράφει ο αιτητής, λαμβάνουν χώρα δεν αρκεί, ενόψει και της συνολικής θεώρησης των δεικτών αξιοπιστίας, αφού οι ισχυρισμοί ενός αιτητή και η εσωτερική συνοχή τους παραμένουν πρωταρχικό σημείο αναφοράς. Τονίζεται ότι δεν εξετάζεται ο κίνδυνος σε αφηρημένο πλαίσιο αλλά μόνο σε συνάρτηση με τον συγκεκριμένο αιτητή και ενόψει των όσων αυτός αναφέρει, τα οποία κρίθηκαν, ορθώς θεωρώ (εκ πρώτης όψεως), ανεπαρκή και στερούμενα κάθε λεπτομερειών και βιωματικών στοιχείων. Ως άλλωστε και στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», στη σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.»

Επί των εγγράφων που προσκόμισε στα πλαίσια της παρούσης σημειώνω τα εξής.

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.107-108, αναφέρονται τα εξής:

«Το περιεχόμενο, η φύση και ο συντάκτης αφορούν το αν το έγγραφο είναι αξιόπιστο. Ένα έγγραφο μπορεί να είναι γνήσιο, υπό την έννοια ότι πρόκειται όντως για το έγγραφο ως το οποίο υποβάλλεται, αλλά το περιεχόμενό του ενδέχεται να είναι αναξιόπιστο και να μην τεκμηριώνει τις δηλώσεις του αιτούντος. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ένα έγγραφο είναι πλαστογραφημένο δεν σημαίνει ότι μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο μόνο γι’ αυτόν τον λόγο. Το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας και της αξιοπιστίας του εγγράφου το φέρει ο αιτών.

[…]

Τα έγγραφα πρέπει να υποβάλλονται στον ίδιο βαθμό ελέγχου που υποβάλλονται και οι δηλώσεις του αιτούντος: οι αρχές που εφαρμόζονται στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και αναφέρονται στην ενότητα 4.3 ανωτέρω δεν ισχύουν μόνο για τις δηλώσεις, γραπτές ή προφορικές, αλλά και για όλα τα έγγραφα που υποβάλλονται προς στήριξη της αίτησης (324). Τα έγγραφα δεν πρέπει να αξιολογούνται χωριστά, αλλά με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση, πριν από οποιαδήποτε αρνητική διαπίστωση, θα πρέπει να έχει παρασχεθεί στον αιτούντα η κατάλληλη ευκαιρία ώστε να δώσει εξηγήσεις ή να σχολιάσει τις σχετικές ανησυχίες.»

Επανερχόμενος στο φερόμενο αντίγραφο απόφασης κατά του αιτητή σημειώνω ότι, ενόψει της συνολικής θεώρησης των ενώπιον μου στοιχείων, με δεδομένες τις πολλές και καίριες ελλείψεις που παρατηρήθηκαν στο αφήγημα του αιτητή, θεωρώ ότι σ’ αυτό το έγγραφο δεν μπορεί παρά να αποδοθεί αμελητέα βαρύτητα, λαμβανομένου υπόψη του ότι το υπόβαθρο γεγονότων που οδήγησε στην κατ’ ισχυρισμό απόφαση εναντίον του αιτητή που προσκόμισε ελλείπει, τέτοια που δεν αρκεί για να υπερκερασθούν οι ελλείψεις αυτές. Σημειώνω ότι επί του προσκομισθέντος εγγράφου δεν αναγράφεται ο χρόνος διάπραξης των αδικημάτων για τα οποία κατ’ ισχυρισμό κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε ο αιτητής και ουδέν περαιτέρω ανέφερε ο αιτητής επί της διαδικασίας που προηγήθηκε αυτής της απόφασης, αναφέροντας – όταν ρωτήθηκε – ότι την πήρε ο πατέρας του και την έδωσε στον ξάδελφο του για να τη φωτογραφίσει και να τη στείλει στον αιτητή.

 

Επί δε της φωτογραφίας που υποδείχθηκε στο Δικαστήριο από το κινητό του αιτητή θεωρώ ότι δεν έγινε καμία προσπάθεια να συνδεθούν τα όσα εκεί απεικονίζονται (με τον αιτητή να κρατά τη σημαία της μοναρχίας μπροστά από την πρεσβεία του Ιράν) με το όλο αφήγημα του αιτητή, δεδομένου ότι ουδόλως ανέφερε περί τέτοιας πτυχής της δράσης του κατά την επίδικη συνέντευξη και ουδέν περαιτέρω ανέφερε στα πλαίσια της παρούσης, το οποίο και θα επέτρεπε πληρέστερη αξιολόγηση της φωτογραφίας, αφού δεν αναφέρθηκε κάτι για τις συνθήκες ή τις περιστάσεις κάτω από της οποίες ο αιτητής απεικονίστηκε ως η φωτογραφία, αν έγινε αντιληπτός και τον λόγο που αυτός προέβη στην απεικονιζόμενη ενέργεια.

Ας σημειωθεί ότι σε έκθεση της ΕUAA καταγράφονται τα εξής:

«Οι αρχές δεν παρακολουθούν συστηματικά κάθε Ιρανό υπήκοο στο εξωτερικό. Ωστόσο, ακτιβιστές υψηλού προφίλ, δημοσιογράφοι και υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ενδέχεται να παρακολουθούνται εκτός της χώρας και να συλληφθούν κατά την επιστροφή τους. Συνήθως, η αστυνομία διαβατηρίων ή το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) διατηρούν λίστες με Ιρανούς πολίτες που έχουν ανοιχτές υποθέσεις. Αν το όνομα κάποιου περιλαμβάνεται στη λίστα της αστυνομίας διαβατηρίων, το διαβατήριό του θα κατασχεθεί από τις μεταναστευτικές αρχές κατά τη διάρκεια του ελέγχου. Αν το όνομά του βρίσκεται στη λίστα του IRGC, μπορεί να εντοπιστεί ακόμη και μετά τον έλεγχο διαβατηρίων από αξιωματικούς του IRGC που βρίσκονται στο αεροδρόμιο. Οι απλοί Ιρανοί πολίτες δεν παρακολουθούνται συστηματικά, εκτός αν αναρτούν ευαίσθητο περιεχόμενο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κάτι που μπορεί να προκαλέσει το ενδιαφέρον των αρχών. Δεν υπόκεινται όλοι σε αυστηρούς ελέγχους στα αεροδρόμια. Ωστόσο, αν κάποιος συλληφθεί για οποιονδήποτε λόγο στο αεροδρόμιο, οι αρχές θα προβούν σε εις βάθος έλεγχο του υπολογιστή και του κινητού του τηλεφώνου για να εξετάσουν τις διαδικτυακές του δραστηριότητες. Ορισμένοι Ιρανοί ακτιβιστές έχουν ταξιδέψει στη χώρα χωρίς να εντοπιστούν ή να συλληφθούν κατά την άφιξή τους.».[3]

Τονίζω εδώ ότι η γενεσιουργός αιτία της αιτήσεως ασύλου του ήταν η συμμετοχή του σε διαμαρτυρία επί της οποίας ουδεμία λεπτομέρεια ή βιωματικό στοιχείο ανέφερε, η δε υπόδειξη φωτογραφίας έξω από την πρεσβεία του Ιράν στη Δημοκρατία ή αντίγραφο φερόμενης απόφασης Δικαστηρίου στερείται – δεδομένης εδώ της παντελούς ελλείψεως εσωτερικής συνοχής των λεγομένων του αιτητή – του απαραίτητου υπόβαθρου γεγονότων που θα ενέτασσε τα όσα προσκόμισε κατά την παρούσα αίτηση στο αφήγημα του.

Εν προκειμένω, στα πλαίσια πάντοτε μιας εκ πρώτης όψεως θεώρησης των ενώπιον μου στοιχείων (δεδομένου βεβαίως του ότι κατά την εξέταση αιτήσεως ως η παρούσα δεν εκφέρεται καταληκτική κρίση επί των επίδικων ζητημάτων) είναι κατάληξη μου ότι άπαντα τα λεγόμενα του αιτητή τόσο στα πλαίσια της επίδικης αίτησης όσο και στα πλαίσια της παρούσης, τα οποία στερούνται της απαραίτητης συνοχής και σύνδεσης μεταξύ τους, συνιστούν επινοήματα του ιδίου προκειμένου να συνδέσει την αίτηση του με γεγονότα που όντως έλαβαν χώρα στο Ιράν.

Καταλήγω λοιπόν ότι η αίτηση διεθνούς προστασίας του αιτητή φαίνεται – μέσα από μια εκ πρώτης όψεως εκτίμηση των ενώπιον μου στοιχείων - να εξετάστηκε ενδελεχώς και ουδέν ετέθη ενώπιον μου που ανατρέπει τα ως άνω. Συνεπώς δεν έχει καταδειχθεί ότι η προσφυγή που ο αιτητής έχει καταχωρήσει αρ.357/26 διατηρεί εδώ πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας, καθώς δεν μπορεί να πιθανολογηθεί ευλόγως η έκδοση θετικής απόφασης στην προσφυγή.

Θα πρέπει βεβαίως να σημειωθεί ότι το αποτέλεσμα της παρούσας δεν προδικάζει το αποτέλεσμα της προσφυγής αρ.357/26 που ήδη καταχώρησε, την οποία ο αιτητής έχει κάθε δικαίωμα να προωθήσει με ίδια μέσα.

Η αίτηση απορρίπτεται.

Τα έξοδα του μεταφραστή να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[3] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Iran; Human rights situation [Q72-2024], 17 October 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2116311/2024_10_EUAA_COI_Query_Response_Q72_Iran_Human_Rights_Situation.pdf , σελ.22-23 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31/8/2025)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο