A.M.K. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 7593/2022, 27/7/2026
print
Τίτλος:
A.M.K. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 7593/2022, 27/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.:  7593/2022

27 Ιουλίου 2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

A.M.K.,

από Σιέρα Λεόνε

                                  Αιτήτριας

                                    

-και-

 Κυπριακής Δημοκρατίας,

 μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

                                                             Καθ’ ων η αίτηση

 

Δικηγόροι για την Αιτήτρια: Α. Μιχαήλ (κα) για Νικολέττα Χαραλαμπίδου Δ.Ε.Π.Ε.

Δικηγόροι για Καθ’ ων η αίτηση: Κ. Ιμανίμης (κος) για Ν. Νικολάου (κος)

 

Η Αιτήτρια παρούσα

[Διερμηνέας: κα Μαρίνα Katcharian, για διερμηνεία από την αγγλική στην ελληνική και αντίστροφα] 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 24.11.2022 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»). 

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των

 

γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση της Αιτήτριας, την ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση, καθώς και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ο οποίος κατατέθηκε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ. φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).

 

Η Αιτήτρια κατάγεται από τη Σιέρα Λεόνε και συμπλήρωσε αίτηση διεθνούς προστασίας στις 24.05.2021, μετά την είσοδό της στις ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές. Στις 20.07.2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από Λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος στις 18.10.2022 υπέβαλε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγούμενος την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας. Ακολούθως, στις 26.10.2022, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, ο οποίος ασκούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την πιο πάνω εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας, καθώς και την επιστροφή της στη Σιέρα Λεόνε. Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου εκδόθηκε στις 24.11.2022 και κοινοποιήθηκε αυθημερόν στην Αιτήτρια, η οποία την παρέλαβε και υπέγραψε ιδιοχείρως. Την απόφαση αυτή αμφισβητεί η Αιτήτρια μέσω της υπό εξέταση προσφυγής της.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

 

Με τη γραπτή αγόρευσή της, η συνήγορος της Αιτήτριας υποστηρίζει ότι η τελευταία θα πρέπει να αναγνωριστεί ως πρόσφυγας. Ειδικότερα, προβάλλει ότι η Αιτήτρια διατρέχει βάσιμο φόβο δίωξης ως μέλος ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, ήτοι ως γυναίκα η οποία υπήρξε θύμα απόπειρας ακρωτηριασμού των γυναικείων γεννητικών οργάνων και διατρέχει σοβαρό κίνδυνο επανάληψης της πρακτικής αυτής σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.

 

Περαιτέρω, προβάλλεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε ελάχιστη έως ανύπαρκτη έρευνα αναφορικά με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς της Αιτήτριας και ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας της υπήρξε εσφαλμένη. Υποστηρίζεται ότι ο Λειτουργός εστίασε σε επουσιώδεις πτυχές της αφήγησής της, όπως ο τρόπος διαφυγής της, η αδυναμία της να προσδιορίσει τη διαδρομή που ακολούθησε ή τη θέση του φαρμακείου, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους δεν ολοκληρώθηκε η διαδικασία του ακρωτηριασμού, παραγνωρίζοντας την ηλικία της κατά τον χρόνο των γεγονότων, την ευάλωτη θέση στην οποία βρισκόταν, το ανεπαρκές σύστημα υγείας της Σιέρα Λεόνε και τις ιδιαίτερες περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβαν χώρα τα επίμαχα περιστατικά. Προβάλλεται ακόμη ότι οι διαπιστωθείσες αντιφάσεις δεν αφορούν τον πυρήνα του αιτήματός της, ενώ οι πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής που αξιοποιήθηκαν από τη Λειτουργό ήταν ανεπαρκείς ή παρωχημένες και δεν κάλυπταν επαρκώς ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία της κοινωνίας Bondo και την πρακτική του ακρωτηριασμού των γυναικείων γεννητικών οργάνων (στο εξής αναφερόμενη ως «ΑΓΓΟ»).

 

Η συνήγορος της Αιτήτριας υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι, ενόψει της φύσης των ισχυρισμών της περί έμφυλης βίας, οι Καθ’ ων η αίτηση όφειλαν να ενεργοποιήσουν τις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου περί παραπομπής της σε εξειδικευμένο ιατρό ή και ψυχολόγο, καθώς και να προβούν σε ουσιαστική αξιολόγηση της ευαλωτότητάς της. Συναφώς, προβάλλεται ότι η συνέντευξη υπήρξε ανεπαρκής και ελλιπής, ότι η Αιτήτρια κατέβαλε πραγματική προσπάθεια να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς της και ότι θα έπρεπε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 13(4) του περί Προσφύγων Νόμου και της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Τέλος, προβάλλεται ότι η απόφαση επιστροφής είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, καθότι εκδόθηκε χωρίς να προηγηθεί η δέουσα αξιολόγηση του κινδύνου που η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι διατρέχει σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε, κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης, του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, του άρθρου 19 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των σχετικών διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, ισχυριζόμενοι ότι αυτή λήφθηκε κατόπιν ενδελεχούς έρευνας όλων των σχετικών στοιχείων της υπόθεσης, εύλογα και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας εφαρμόζοντας το Νόμο και ότι αυτή είναι δεόντως αιτιολογημένη. Ισχυρίζονται τέλος, ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν αποσείουν το βάρος απόδειξης το οποίο η ίδια φέρει στους ώμους της, τόσο ως προς τους λόγους ακυρώσεως που προωθεί με την προσφυγή της, όσο και προς την ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου.

 

Ειδικότερα, προβάλλουν ότι ορθώς δεν κρίθηκε αναγκαία η παραπομπή της Αιτήτριας σε ψυχολόγο, καθότι τόσο από την έκθεση ευαλωτότητας όσο και από τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου δεν προέκυπτε οποιαδήποτε ένδειξη που να δικαιολογεί περαιτέρω ψυχολογική αξιολόγηση, ενώ η παραπομπή της σε γυναικολογική εξέταση δεν επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς της περί απόπειρας ΑΓΓΟ. Περαιτέρω, απορρίπτουν ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς περί πλημμελούς διεξαγωγής της συνέντευξης λόγω του φύλου του Λειτουργού.

 

Ως προς την αξιολόγηση της αξιοπιστίας, υποστηρίζουν ότι ο Λειτουργός προέβη σε ενδελεχή εξέταση των ισχυρισμών της Αιτήτριας, αξιολογώντας τόσο την εσωτερική όσο και την εξωτερική αξιοπιστία τους, και ορθώς κατέληξε ότι αυτοί χαρακτηρίζονται από ασάφεια, αντιφάσεις, έλλειψη ευλογοφάνειας και ανεπαρκείς λεπτομέρειες. Περαιτέρω, επικαλούνται πληροφορίες από εξωτερικές πηγές, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς τους, δεν συνάδουν με την αφήγηση της Αιτήτριας ως προς την ηλικία κατά την οποία επιχειρήθηκε να υποβληθεί σε ΑΓΓΟ, καθώς και ως προς τη λειτουργία και τη διαδοχή των μελών της κοινότητας Bondo.

 

Τέλος, υποστηρίζουν ότι η απόφαση επιστροφής εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου και ότι η Αιτήτρια δεν απέδειξε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε, διατρέχει πραγματικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης, ούτε διαφαίνεται ότι στην περιοχή καταγωγής ή τελευταίας συνήθους διαμονής της επικρατεί κατάσταση αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης ώστε να θεμελιώνεται η εφαρμογή του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Η συνήγορος της Αιτήτριας, με την απαντητική γραπτή αγόρευσή της, υποστήριξε ότι τόσο η προσφυγή όσο και η κύρια γραπτή αγόρευση της Αιτήτριας είναι επαρκώς δικογραφημένες. Περαιτέρω, προέβαλε ότι το παρόν Δικαστήριο, ως δικαστήριο ουσίας, οφείλει να εξετάσει το αίτημα διεθνούς προστασίας επί της ουσίας και στη βάση επικαιροποιημένων στοιχείων, απορρίπτοντας τις περί του αντιθέτου θέσεις των Καθ’ ων η αίτηση.

 

Ως προς την ουσία της υπόθεσης, υποστήριξε ότι η αξιολόγηση του αιτήματος της Αιτήτριας περί κινδύνου υποβολής σε ΑΓΓΟ και εξαναγκαστικής ένταξης στην κοινότητα Bondo ήταν εσφαλμένη και στηρίχθηκε σε αυθαίρετα συμπεράσματα χωρίς την απαιτούμενη εξειδικευμένη ιατρική και ψυχολογική αξιολόγηση. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι η Υπηρεσία Ασύλου παρέλειψε να αναγνωρίσει την ευαλωτότητα της Αιτήτριας, να την παραπέμψει σε κατάλληλες εξετάσεις και να αξιολογήσει ουσιαστικά τα μεταγενέστερα ιατρικά και ψυχιατρικά πιστοποιητικά που προσκομίστηκαν, τα οποία, κατά τη θέση της, επιβεβαιώνουν τόσο τη σωματική κακοποίηση όσο και τη διάγνωση μετατραυματικής διαταραχής στρες (PTSD).

 

Τέλος, η συνήγορος επικαλέστηκε εκτενείς πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής προκειμένου να υποστηρίξει ότι η πρακτική του ΑΓΓΟ εξακολουθεί να συνδέεται άρρηκτα με τη λειτουργία της κοινότητας Bondo στη Σιέρα Λεόνε, ότι οι γυναίκες που αρνούνται να ενταχθούν σε αυτήν διατρέχουν πραγματικό κίνδυνο δίωξης και κοινωνικού αποκλεισμού, ότι δεν υφίσταται αποτελεσματική κρατική προστασία ούτε ασφαλής εσωτερική μετεγκατάσταση και ότι, ως εκ τούτου, η Αιτήτρια πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής της ως πρόσφυγα λόγω συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.

 

Επισημαίνεται ότι κατά την δικαστική διαδικασία, η Αιτήτρια καταχώρισε στις  11.02.2025 αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας, στην οποία υποστηρίζει ότι το αίτημά της για διεθνή προστασία δεν διερευνήθηκε επαρκώς κατά το διοικητικό στάδιο, καθότι, παρά το γεγονός ότι ήδη από την υποβολή της αίτησής της είχε δηλώσει ότι υπήρξε θύμα ΑΓΓΟ, ουδέποτε παραπέμφθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση σε εξειδικευμένη ιατρική ή ψυχολογική αξιολόγηση. Υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι κατά τη συνέντευξή της ενημερώθηκε να αναζητήσει η ίδια γυναικολόγο για την έκδοση ιατρικής γνωμάτευσης, αντί να παραπεμφθεί από τις αρμόδιες αρχές σε κατάλληλα εκπαιδευμένο ιατρό προς διερεύνηση των ισχυρισμών της περί έμφυλης βίας.

 

Περαιτέρω, προβάλλει ότι, μετά την έκδοση της απορριπτικής απόφασης, εξασφάλισε γυναικολογικές και ψυχιατρικές γνωματεύσεις, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς της, επιβεβαιώνουν ότι έχει υποστεί κακοποίηση στην περιοχή των γεννητικών οργάνων και ότι πάσχει από μετατραυματική διαταραχή (PTSD), με διαταραχές μνήμης και ανάγκη φαρμακευτικής αγωγής, συνεπεία των τραυματικών εμπειριών που βίωσε στη Σιέρα Λεόνε. Υποστηρίζει ότι τα στοιχεία αυτά δεν είχαν τεθεί ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και ζητεί να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση της προσφυγής της.

 

Τέλος, επαναλαμβάνει ότι υπήρξε θύμα έμφυλης βίας υπό τη μορφή του ΑΓΓΟ και ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε, διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποβληθεί εκ νέου στην εν λόγω πρακτική, χωρίς να δύναται να εξασφαλίσει αποτελεσματική προστασία από τις αρχές της χώρας καταγωγής της.

 

Προς επίρρωση των ισχυρισμών της, η Αιτήτρια προσκόμισε τα Τεκμήρια 1-4 (βλ. ένορκη δήλωση ημερ. 11.06.2025), η αποδεικτική αξία των οποίων θα εξεταστεί σε μεταγενέστερο μέρος της παρούσας απόφασης.

 

Το Δικαστήριο στις 05.05.2025 εξέδωσε διάταγμα προσαγωγής μαρτυρίας.

 

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

 

Δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλει η Αιτήτρια είναι αλληλένδετοι και άρρηκτα συνυφασμένοι με την ουσία της υπόθεσης, και λαμβανομένης υπόψη της υποχρέωσης του παρόντος Δικαστηρίου να ελέγχει τόσο τη νομιμότητα όσο και την ορθότητα κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, μέσω πλήρους και ex nunc εξέτασης των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που την διέπουν [Βλ. άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018)], κρίνεται σκόπιμο οι εν λόγω ισχυρισμοί να εξεταστούν σε συνάρτηση με την ουσία της υπόθεσης.

 

Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και υπό το φως των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου.

Στο πλαίσιο της υποβληθείσας αίτησής της για διεθνή προστασία, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω του κινδύνου να υποβληθεί σε ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων (ΑΓΓΟ), κατόπιν της πρόθεσης των γονέων της να την εντάξουν παρά τη θέλησή της στη μυστική κοινωνία των Bondo Bush. Ανέφερε ότι, έχοντας ανατραφεί και μορφωθεί από Ρωμαιοκαθολικούς ιεραποστόλους, είχε υιοθετήσει διαφορετικές αξίες και πεποιθήσεις από εκείνες της οικογένειάς της και, ως εκ τούτου, αρνήθηκε να ακολουθήσει τα σχετικά παραδοσιακά έθιμα. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι ο σύντροφός της, τη βοήθησε να διαφύγει από τη χώρα, αποτρέποντας την εξαναγκαστική ένταξή της στη μυστική κοινωνία. Τέλος, εξέφρασε τον φόβο ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε, θα υποχρεωνόταν να υποστεί ΑΓΓΟ και να ενταχθεί στη μυστική κοινωνία των Bondo Bush, ενώ παράλληλα δήλωσε την επιθυμία της να συνεχίσει τις σπουδές της και να διαμορφώσει το μέλλον της σε ένα ασφαλές περιβάλλον (ερυθρό 1 του δ.φ.).

 

Κατά τη συνέντευξη αξιολόγησης της ευαλωτότητάς της, η Αιτήτρια κρίθηκε «χαμηλού ρίσκου». Ερωτηθείσα για τον λόγο για τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα της, ισχυρίστηκε ότι επιθυμούσε να μορφωθεί και να αποκτήσει νέες εμπειρίες, ενώ οι γονείς της δεν της επέτρεπαν να συνεχίσει την εκπαίδευσή της. Ανέφερε ότι οι γονείς της, οι οποίοι είναι μουσουλμάνοι, απαιτούσαν να εξασφαλίζει την άδειά τους για κάθε απόφασή της και την πίεζαν να ενταχθεί στη μυστική κοινωνία Bondo. Υποστήριξε ότι αρνήθηκε ενταχθεί, επειδή η συγκεκριμένη κοινωνία εφαρμόζει, βάρβαρες πρακτικές, μεταξύ των οποίων ο ΑΓΓΟ. Ισχυρίστηκε ότι παρότι οι γονείς της, της αγόρασαν διάφορα πράγματα για να την πείσουν να αποδεχθεί τη μύηση, εκείνη εξακολούθησε να αρνείται. Θεωρώντας ότι οι γονείς της θα συνέχιζαν να την εξαναγκάζουν, ζήτησε τη βοήθεια του συντρόφου της, ο οποίος τη βοήθησε να εγκαταλείψει τη χώρα. Σε σχετική ερώτηση, η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν βίωσε άμεση βία ή παρενόχληση. (ερυθρό 16 του δ.φ.).

 

Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής της, η Αιτήτρια δήλωσε, ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, ότι είναι υπήκοος της Σιέρα Λεόνε, γεννηθείσα στην πόλη Lunsar, όπου διέμενε μέχρι το 2018. Ανέφερε ότι στη συνέχεια μετέβη στην πόλη Makeni για σκοπούς εκπαίδευσης, όπου διέμενε μέχρι τον Οκτώβριο του 2020, ενώ ακολούθως επέστρεψε στην πόλη Lunsar για διάστημα δύο έως τριών μηνών. Ισχυρίστηκε ότι, λόγω του φόβου δίωξής της, εγκαταστάθηκε εκ νέου στην πόλη Makeni, όπου παρέμεινε μαζί με τον σύντροφό της μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να προσδιορίσει επακριβώς τις ημερομηνίες των μετακινήσεών της μεταξύ των δύο πόλεων. Δήλωσε περαιτέρω ότι είναι Χριστιανή και ότι ανήκει στην εθνοτική ομάδα Temne. Ως προς το εκπαιδευτικό και επαγγελματικό της υπόβαθρο, ανέφερε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση το 2020 στο σχολείο «Birch Memorial Secondary School» στην πόλη Makeni. Ακολούθως, επέστρεψε στην πόλη Lunsar, όπου εργάστηκε εθελοντικά ως βοηθός σε νηπιαγωγείο μέχρι την αναχώρησή της από τη Σιέρα Λεόνε, χωρίς να λαμβάνει οποιαδήποτε αμοιβή. Τέλος, αναφορικά με την οικογενειακή της κατάσταση, δήλωσε ότι είναι ανύπανδρη και ότι οι γονείς της, τα πέντε αδέλφια της, καθώς και το ευρύτερο οικογενειακό της περιβάλλον εξακολουθούν να διαμένουν στην πόλη Lunsar.

 

Ως προς τους λόγους για τους οποίους αναχώρησε από τη χώρα της, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη Σιέρα Λεόνε λόγω του φόβου ότι θα εξαναγκαζόταν να ενταχθεί στην παραδοσιακή κοινωνία Bondo και να υποβληθεί σε ΑΓΓΟ. Ανέφερε ότι είχε ανατραφεί σύμφωνα με τις αρχές της Καθολικής Εκκλησίας και ότι δεν αποδεχόταν τις εν λόγω παραδοσιακές πρακτικές, παρά το γεγονός ότι η μητέρα της, ως επικεφαλής της κοινωνίας Bondo (Sowei), επιδίωκε την ένταξή της σε αυτή. Ισχυρίστηκε ότι είχε ήδη υποβληθεί σε απόπειρα ακρωτηριασμού των γεννητικών της οργάνων, πλην όμως η διαδικασία διακόπηκε όταν άρχισε να αιμορραγεί, με αποτέλεσμα να χάσει τις αισθήσεις της, ενώ στη συνέχεια αφέθηκε μόνη στους θάμνους, χωρίς καμία βοήθεια. Δήλωσε περαιτέρω ότι ουδέποτε αντιμετώπισε προβλήματα με τις αρχές της χώρας καταγωγής της και ότι, σε περίπτωση επιστροφής της, φοβάται ότι θα εξαναγκαστεί εκ νέου να υποβληθεί σε ΑΓΓΟ και να ενταχθεί στην κοινωνία Bondo, επισημαίνοντας ότι αυτός αποτέλεσε τον μοναδικό λόγο εγκατάλειψης της χώρας της.

 

Κατά το στάδιο των διευκρινιστικών ερωτήσεων, η Αιτήτρια διευκρίνισε ότι η διαδικασία ακρωτηριασμού δεν ολοκληρώθηκε, καθότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, άρχισε να αιμορραγεί από το αρχικό στάδιο της επέμβασης, με αποτέλεσμα να διακοπεί η διαδικασία και να εγκαταλειφθεί μόνη στους θάμνους, χωρίς βοήθεια. Ανέφερε ότι φέρει ακόμη σημάδια από την έναρξη της διαδικασίας και ότι κατά καιρούς αντιμετωπίζει κνησμό στην περιοχή των γεννητικών οργάνων, για τον οποίο έλαβε φαρμακευτική αγωγή στη Δημοκρατία. Περαιτέρω, δήλωσε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε, η οικογένειά της θα την εξαναγκάσει να ολοκληρώσει τον ακρωτηριασμό, επισημαίνοντας ότι το ίδιο συνέβη και στη δεύτερη αδελφή της.

 

Ερωτηθείσα ως προς τις περιστάσεις του επίμαχου περιστατικού, προσδιόρισε ότι αυτό έλαβε χώρα τον Δεκέμβριο του 2020 από φίλη της μητέρας της, σε χωριό της περιοχής Marampa, όπου είχε μεταβεί με μέλη της οικογένειάς της με αφορμή εορταστικές εκδηλώσεις. Ανέφερε ότι, αφού ανέκτησε τις αισθήσεις της, καθάρισε τα τραύματά της σε παρακείμενο ποταμό και στη συνέχεια μετέβη στην πόλη Makeni, όπου διέμενε με τον σύντροφό της, διακόπτοντας έκτοτε κάθε επικοινωνία με τη μητέρα της.

 

Τέλος, διευκρίνισε ότι ο λόγος για τον οποίο δεν είχε υποβληθεί σε ΑΓΓΟ σε μικρότερη ηλικία ήταν η επίμονη άρνησή της να αποδεχθεί την εν λόγω πρακτική, λόγω των χριστιανικών της πεποιθήσεων. Περαιτέρω, περιέγραψε τη διαδικασία μύησης στην κοινωνία Bondo, αναφέροντας ότι σκοπός της είναι η διατήρηση της παράδοσης, ενώ υποστήριξε ότι οι γυναίκες που αρνούνται να υποβληθούν σε ακρωτηριασμό αντιμετωπίζονται ως κοινωνικά στιγματισμένες, δυσκολεύονται να συνάψουν γάμο, αποκλείονται από ηγετικούς ρόλους και τη λήψη αποφάσεων και υφίστανται περιορισμούς στην κοινωνική τους ζωή.

 

Η αξιολόγηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας από τους Καθ’ ων η αίτηση

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση των όσων η Αιτήτρια παρέθεσε κατά τη διάρκεια της προσωπικής της συνέντευξης, ο Λειτουργός σχημάτισε συνολικά δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς.

 

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε τη χώρα καταγωγής, τον τόπο καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας. Ο ισχυρισμός αυτός έγινε αποδεκτός, καθότι κρίθηκε ότι στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία του. Έγινε, συνεπώς, αποδεκτό ότι η Αιτήτρια είναι υπήκοος της Σιέρα Λεόνε, εθνοτικής καταγωγής Temne, με τόπο καταγωγής την πόλη Lunsar  της Βόρειας περιφέρειας και τόπο τελευταίας διαμονής της την πόλη Makeni της ίδιας περιφέρειας. 

 

Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης της Αιτήτριας υπό τη μορφή εξαναγκασμού σε ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων (ΑΓΓΟ). Ο ισχυρισμός αυτός δεν έγινε αποδεκτός, καθότι, κατά την αξιολόγηση του Λειτουργού, δεν πληρούνταν ούτε η εσωτερική ούτε η εξωτερική αξιοπιστία του. Ειδικότερα, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι η μητέρα της ήταν «Sowei», ήτοι επικεφαλής της κοινότητας Bondo, και ότι επιδίωκε να την εντάξει στη συγκεκριμένη κοινότητα, παρά το γεγονός ότι η ίδια είχε ασπαστεί τον χριστιανισμό και αρνούνταν να συμμετάσχει στις σχετικές παραδοσιακές πρακτικές. Ανέφερε ότι, κατά τη διάρκεια παραμονής της στο χωριό Magberrie της περιοχής Marampa, όπου είχε μεταβεί με μέλη της οικογένειάς της για τη συμμετοχή σε παραδοσιακή τελετή, επιχειρήθηκε ο ακρωτηριασμός των γεννητικών της οργάνων. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, η διαδικασία διακόπηκε όταν άρχισε να αιμορραγεί έντονα, με αποτέλεσμα να εγκαταλειφθεί σε θαμνώδη περιοχή, από όπου αργότερα διέφυγε στην πόλη Makeni. Υποστήριξε περαιτέρω ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε, η οικογένειά της θα την εξαναγκάσει να ολοκληρώσει τη διαδικασία του ακρωτηριασμού των γεννητικών της οργάνων, διευκρινίζοντας ότι αυτός ήταν ο μοναδικός λόγος για τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της.

 

Ο Λειτουργός έκρινε ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν πληροί το στοιχείο της εσωτερικής αξιοπιστίας, καθότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες ως προς τον πυρήνα του ισχυρισμού της, ενώ οι δηλώσεις της χαρακτηρίζονταν από έλλειψη ευλογοφάνειας, επάρκειας και συγκεκριμένων λεπτομερειών. Ειδικότερα, κρίθηκε μη εύλογος ο ισχυρισμός της ότι, ενώ είχε τραυματιστεί και αιμορραγούσε συνεπεία της απόπειρας ακρωτηριασμού, κατόρθωσε να καθαρίσει μόνη της τα τραύματά της σε ποτάμι, να μεταβεί με λεωφορείο στην πόλη Makeni και να λάβει μόνο παυσίπονα από φαρμακείο, χωρίς να αναζητήσει οποιαδήποτε ιατρική περίθαλψη. Περαιτέρω, διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να παράσχει συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τη διαδρομή που ακολούθησε, την τοποθεσία του φαρμακείου ή τον τρόπο με τον οποίο εξασφάλισε τα χρήματα για την αγορά των φαρμάκων.

Ακολούθως, ο Λειτουργός επισήμανε ότι η Αιτήτρια δεν εξήγησε με πειστικό τρόπο για ποιο λόγο η διαδικασία ακρωτηριασμού διακόπηκε αποκλειστικά στη δική της περίπτωση λόγω αιμορραγίας, παρότι η ίδια αναγνώρισε ότι η πρόκληση αιμορραγίας αποτελεί συνήθη συνέπεια της εν λόγω πρακτικής. Επιπλέον, αποδόθηκε σημασία στο γεγονός ότι, σύμφωνα με τις δηλώσεις της, από τον Δεκέμβριο του 2020, οπότε φέρεται να έλαβε χώρα το επίμαχο περιστατικό, μέχρι την αναχώρησή της από τη Σιέρα Λεόνε στις 11.03.2021, δεν έλαβε χώρα οποιοδήποτε άλλο περιστατικό σχετιζόμενο με τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξής της.

 

Τέλος, ο Λειτουργός έκρινε ότι οι εξηγήσεις που παρείχε η Αιτήτρια ως προς το γεγονός ότι επιχειρήθηκε να υποβληθεί σε ΑΓΓΟ στην ηλικία των δεκαοκτώ ετών, παρά τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής της, καθώς και ως προς το ότι η μητέρα της, μολονότι ήταν «Sowei», δεν είχε επιδιώξει την υποβολή της στην εν λόγω πρακτική σε μικρότερη ηλικία, ήταν αόριστες και μη πειστικές. Ομοίως, μη πειστικές κρίθηκαν και οι δηλώσεις της αναφορικά με τη φοίτησή της σε χριστιανικό σχολείο, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, οι γονείς της ήταν μουσουλμάνοι.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, ο Λειτουργός έλαβε υπόψη τις ιατρικές βεβαιώσεις που προσκόμισε η ίδια η Αιτήτρια (ερυθρά 57-54 του δ.φ.), από τις οποίες δεν προέκυπτε ότι είχε υποβληθεί ή ότι είχε επιχειρηθεί να υποβληθεί σε ΑΓΓΟ. Ειδικότερα, στις εν λόγω βεβαιώσεις αναφέρονταν ουλές στο γόνατο, στον μηρό και στο δεξί χέρι της Αιτήτριας, χωρίς να καταγράφονται ευρήματα στη γυναικολογική περιοχή που να υποδηλώνουν απόπειρα υποβολής της στην πρακτική του ΑΓΓΟ.

 

Περαιτέρω, ο Λειτουργός παρέπεμψε σε πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, σύμφωνα με τις οποίες τα ποσοστά εφαρμογής της πρακτικής του ΑΓΓΟ στη Σιέρα Λεόνε παρουσιάζουν διαχρονική μείωση, ενώ η πρακτική εφαρμόζεται κατά κανόνα σε κορίτσια ηλικίας μεταξύ δέκα και δεκατεσσάρων ετών και συνδέεται με τη μυστική κοινωνία Bondo. Παράλληλα, σημείωσε ότι, μολονότι στη Σιέρα Λεόνε δεν υφίσταται ειδική νομοθετική απαγόρευση της πρακτικής του ΑΓΓΟ, οι πληροφορίες αυτές δεν επιβεβαιώνουν τους ειδικότερους ισχυρισμούς της Αιτήτριας. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Λειτουργός κατέληξε ότι δεν πληρούται ούτε το στοιχείο της εξωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση κινδύνου, ο Λειτουργός έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό που έγινε αποδεκτός, ήτοι ότι η Αιτήτρια είναι υπήκοος της Σιέρα Λεόνε, με τόπο καταγωγής την πόλη Lunsar και τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής την πόλη Makeni. Εξετάστηκε, συναφώς, η κατάσταση ασφαλείας στη Σιέρα Λεόνε, ως χώρα καταγωγής και αναμενόμενης επιστροφής της Αιτήτριας.

 

Ο Λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, σύμφωνα με τις οποίες στη Σιέρα Λεόνε εξακολουθούν να καταγράφονται ζητήματα που άπτονται της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων περιστατικά αυθαίρετων δολοφονιών, κακομεταχείρισης κρατουμένων, υπέρμετρης χρήσης βίας, σεξουαλικής και έμφυλης βίας, εξαναγκαστικών γάμων ανηλίκων, ακρωτηριασμού των γυναικείων γεννητικών οργάνων, καθώς και άλλες σοβαρές κοινωνικές και ανθρωπιστικές προκλήσεις.

 

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω πληροφοριών, ο Λειτουργός διαπίστωσε ότι, ενόψει του αποδεκτού προσωπικού προφίλ της Αιτήτριας, δεν υφίστανται βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε και ειδικότερα στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της, θα εκτεθεί σε κίνδυνο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ειδικότερα, ο Λειτουργός επεσήμανε ότι η Αιτήτρια είναι ενήλικη γυναίκα, η οποία ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι στοχοποιήθηκε από την κυβέρνηση, δεν έχει οποιαδήποτε ενασχόληση με την πολιτική ή άλλου είδους ακτιβισμό, ούτε ανήκει στη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα ή σε αυτόχθονες πληθυσμούς που, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο. Περαιτέρω, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός της περί κινδύνου υποβολής σε ΑΓΓΟ δεν έγινε αποδεκτός, ο Λειτουργός κατέληξε ότι το προσωπικό της προφίλ δεν ανταποκρίνεται στις κατηγορίες προσώπων που διατρέχουν κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης στη Σιέρα Λεόνε. Τέλος, κατόπιν έρευνας για την κατάσταση ασφαλείας στην Βόρεια περιφέρεια (στην οποί ανήκει η πόλη Lunsar), ο Λειτουργός διαπίστωσε ότι καταγράφεται μειωμένος κίνδυνος αστάθειας.

 

Κατά τη νομική αξιολόγηση, ο Λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν απέδειξε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στη Σύμβαση της Γενεύης του 1951, ώστε να της αναγνωριστεί το προσφυγικό καθεστώς. Ομοίως, αναφορικά με το ενδεχόμενο υπαγωγής της σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, ο Λειτουργός έκρινε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε, δεν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να θεωρηθεί ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

 

Κατά την ενώπιον Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία, ημερομηνίας 03.04.2026, η Αιτήτρια επανέλαβε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε, φοβάται ότι θα εξαναγκαστεί εκ νέου να υποβληθεί ΑΓΓΟ από τη μητέρα της και τα μέλη της κοινότητας Bondo, προκειμένου να ενταχθεί σε αυτήν, ενώ ανέφερε ότι, σε περίπτωση άρνησής της, φοβάται ότι θα θανατωθεί. Επίσης, δήλωσε ότι μετά την αναχώρησή της δεν είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με την οικογένειά της, ότι είχε απευθυνθεί στην αστυνομία μετά το επίδικο περιστατικό χωρίς να λάβει προστασία, ότι δεν γνωρίζει εάν θα μπορούσε να μετεγκατασταθεί με ασφάλεια σε άλλη περιοχή της χώρας ούτε εάν υπάρχουν περιοχές όπου δεν εφαρμόζεται η πρακτική του ΑΓΓΟ. Περαιτέρω, ανέφερε ότι εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα, ότι παρακολουθείται από ψυχολόγο και λαμβάνει ψυχιατρική φαρμακευτική αγωγή, η οποία έχει επιφέρει μερική μόνο βελτίωση της κατάστασής της. Η συνήγορός της υποστήριξε ότι η Υπηρεσία Ασύλου δεν διερεύνησε επαρκώς τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ως θύματος ΑΓΓΟ ούτε την παρέπεμψε σε εξειδικευμένους ιατρούς, ενώ αξίωσε όπως αποδοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στα μεταγενέστερα ιατρικά και ψυχιατρικά πιστοποιητικά που προσκομίστηκαν, υποστηρίζοντας ότι αυτά επιβεβαιώνουν τόσο τη σωματική κακοποίηση όσο και τη διάγνωση διαταραχής μετατραυματικού στρες (PTSD). Περαιτέρω, υποστήριξε ότι η Αιτήτρια ανήκει σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα και ότι, σε περίπτωση επιστροφής της, διατρέχει πραγματικό κίνδυνο συνέχισης της κακοποίησης.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση υποστήριξαν ότι δεν προκύπτει μελλοντοστραφής κίνδυνος δίωξης, επισημαίνοντας ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, η πρακτική του ΑΓΓΟ εφαρμόζεται σε νεότερες ηλικίες, ενώ προέβαλαν ότι από τις δηλώσεις της ίδιας της Αιτήτριας προκύπτουν και άλλοι λόγοι αναχώρησής της από τη Σιέρα Λεόνε. Περαιτέρω, υποστήριξαν ότι υπάρχουν τρία ιατρικά πιστοποιητικά, τα οποία καταδεικνύουν ότι η Αιτήτρια δεν έχει υποστεί ΑΓΓΟ και επανέλαβαν τη θέση ότι η Υπηρεσία Ασύλου προέβη στη δέουσα έρευνα του αιτήματός της.

 

Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

 

Αξιολογώντας, συνεπώς, το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου υπό το φως των διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου, της σχετικής νομολογίας και του συνόλου του αποδεικτικού υλικού της υπόθεσης, και αφού μελέτησα τόσο την εισηγητική έκθεση του Λειτουργού, η οποία αποτελεί την αιτιολογική βάση της επίδικης απόφασης, όσο και τις δηλώσεις και τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, όπως αυτοί προβλήθηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία και αναπτύχθηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καταλήγω στα ακόλουθα.

 

Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, που αφορά την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τον τόπο καταγωγής, τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής και τα λοιπά προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας, διαπιστώνω ότι ορθώς έγινε αποδεκτός από τους Καθ' ων η αίτηση. Η Αιτήτρια παρείχε συνεκτικές και σταθερές πληροφορίες ως προς τα στοιχεία της ταυτότητάς της, την οικογενειακή, θρησκευτική και εθνοτική της προέλευση, καθώς και τους τόπους καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής της, χωρίς να προκύπτουν ουσιώδεις αντιφάσεις ή ασυνέπειες από τις δηλώσεις της κατά τη διοικητική διαδικασία. Παράλληλα, τα εν λόγω στοιχεία βρίσκουν επαρκές έρεισμα στις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής που αξιοποιήθηκαν κατά την εξέταση της αίτησής της, ενώ ούτε από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ούτε από το αποδεικτικό υλικό που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προέκυψε οποιοδήποτε στοιχείο ικανό να κλονίσει την ορθότητα της σχετικής κρίσης του Λειτουργού. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει λόγο να αποκλίνει από την αξιολόγηση της διοίκησης και αποδέχεται ως αποδεδειγμένα τα προσωπικά στοιχεία και το προφίλ της Αιτήτριας, όπως αυτά καταγράφηκαν στην επίδικη απόφαση

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της, όπως διαμορφώθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση, αφορά τη θέση της Αιτήτριας ότι η μητέρα της κατείχε την ιδιότητα της «Sowei» στην κοινωνία Bondo, ότι η ίδια, λόγω της χριστιανικής ανατροφής και των προσωπικών της πεποιθήσεων, αρνήθηκε να ενταχθεί στην εν λόγω κοινωνία και να υποβληθεί σε ΑΓΓΟ και ότι, τον Δεκέμβριο του 2020, επιχειρήθηκε να υποβληθεί διά της βίας στην πρακτική αυτή. Κατά την εκδοχή της, η επέμβαση διακόπηκε εξαιτίας έντονης αιμορραγίας, η ίδια απώλεσε τις αισθήσεις της και, αφού συνήλθε, απομακρύνθηκε από τη θαμνώδη περιοχή όπου είχε εγκαταλειφθεί και κατέφυγε στο Makeni όπου διέμενε με τον σύντροφό της μέχρι την αναχώρησή της. Υποστήριξε, περαιτέρω, ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής, η οικογένειά της και τα μέλη της κοινωνίας Bondo θα επιχειρήσουν να ολοκληρώσουν τη μύησή της και να την υποβάλουν εκ νέου σε ΑΓΓΟ.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση απέρριψαν τον εν λόγω ισχυρισμό, κρίνοντας ότι δεν πληρούνταν οι δείκτες της εσωτερικής και της εξωτερικής αξιοπιστίας. Ειδικότερα, θεώρησαν μη ευλογοφανή τη μετάβαση της Αιτήτριας στο Makeni ενώ ήταν τραυματισμένη, τη διακοπή της διαδικασίας λόγω αιμορραγίας, την απόπειρα υποβολής της σε ΑΓΓΟ στην ηλικία των 18 ετών, καθώς και τη φοίτησή της σε χριστιανικό σχολείο παρά τη μουσουλμανική θρησκευτική ταυτότητα των γονέων της. Αρνητική βαρύτητα αποδόθηκε επίσης στην αδυναμία της να προσδιορίσει τη διαδρομή που ακολούθησε, τη θέση του φαρμακείου, το κόστος και τον τρόπο πληρωμής των παυσίπονων που έλαβε, καθώς και στην αρχική ιατρική βεβαίωση, η οποία δεν κατέγραψε ευρήματα συμβατά με απόπειρα ΑΓΓΟ.

 

Κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας, το Δικαστήριο δεν εξετάζει απομονωμένα κάθε επιμέρους ασάφεια, αλλά αξιολογεί τη συνοχή του ουσιώδους πυρήνα της αφήγησης, τη φύση και τη σημασία των αντιφάσεων, τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, τη φύση του ισχυριζόμενου περιστατικού ως μορφής έμφυλης και σεξουαλικής βίας και το σύνολο των έγγραφων και ιατρικών στοιχείων. Ο Πρακτικός οδηγός της EUAA αναφορικά με την αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων υποδεικνύει ότι οι δείκτες λεπτομέρειας, συνέπειας και ευλογοφάνειας εφαρμόζονται με παράλληλη συνεκτίμηση παραγόντων που μπορεί να επηρεάσουν την αφήγηση ενός αιτητή, όπως η λειτουργία της μνήμης, το τραύμα, η ηλικία, η εκπαίδευση, το πολιτιστικό υπόβαθρο και οι συνθήκες διεξαγωγής της συνέντευξης.[1]

 

Περαιτέρω, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου, η αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών και των περιστάσεων μιας αίτησης διεθνούς προστασίας διενεργείται κατά τρόπο εξατομικευμένο και συνολικό, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Ως εκ τούτου, η αξιοπιστία ενός ισχυρισμού δεν δύναται να απορρίπτεται αποκλειστικά λόγω ασυμφωνιών ή ελλείψεων ως προς δευτερεύουσες λεπτομέρειες, αλλά απαιτείται συνολική εκτίμηση της αφήγησης, των προσωπικών χαρακτηριστικών του αιτητή και της φύσης των προβαλλόμενων περιστατικών. Η αρχή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε υποθέσεις που αφορούν ισχυρισμούς έμφυλης ή σεξουαλικής βίας, όπου η τραυματική εμπειρία, η λειτουργία της μνήμης και οι ιδιαίτερες ψυχολογικές συνθήκες ενδέχεται να επηρεάζουν τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, χωρίς τούτο να συνεπάγεται κατ’ ανάγκη έλλειψη αξιοπιστίας.

 

Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο θα εξετάσει διαδοχικά τα επιμέρους στοιχεία στα οποία οι Καθ' ων η αίτηση στήριξαν την αρνητική κρίση τους, προκειμένου να διαπιστώσει εάν αυτά, είτε αυτοτελώς είτε σωρευτικώς, είναι ικανά να κλονίσουν τον πυρήνα της αφήγησης της Αιτήτριας ή εάν αφορούν δευτερεύουσες πτυχές αυτής, οι οποίες δεν επηρεάζουν την αξιοπιστία του βασικού ισχυρισμού.

 

Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο βασικός πυρήνας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού παρέμεινε, κατά τα ουσιώδη στοιχεία του, σταθερός. Τόσο στην αίτησή της, όσο και στη συνέντευξη αξιολόγηση ευαλωτότητας η Αιτήτρια συνέδεσε την αναχώρησή της με την πρόθεση των γονέων της να την εντάξουν στην κοινωνία Bondo και να την υποβάλουν σε ΑΓΓΟ, την προσωπική της αντίθεση προς την πρακτική αυτή και τη συνδρομή του συντρόφου της για να απομακρυνθεί από το οικογενειακό της περιβάλλον. Κατά τη συνέντευξη, επανέλαβε ότι η μητέρα της ήταν Sowei, ότι η ίδια είχε ανατραφεί με χριστιανικές αξίες, ότι δεν αποδεχόταν την παράδοση και ότι φοβόταν πως, σε περίπτωση επιστροφής, θα εξαναγκαζόταν να ολοκληρώσει τη μύησή της.

 

Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η Αιτήτρια υπήρξε επαρκώς περιγραφική και λεπτομερής ως προς τη λειτουργία της κοινωνίας Bondo και τα επιμέρους στάδια προετοιμασίας των γυναικών για τη μύηση. Ειδικότερα, ανέφερε ότι οι μυούμενες διδάσκονταν πώς να μαγειρεύουν, να φροντίζουν τον σύζυγο και τα παιδιά και, γενικότερα, πώς να ανταποκρίνονται στον κοινωνικά αναμενόμενο ρόλο της συζύγου και της μητέρας. Ανέφερε, επίσης, ότι τους προσέφεραν πολλά κοσμήματα, προκειμένου να τις προσελκύσουν και να καταστήσουν τη διαδικασία της μύησης περισσότερο ελκυστική. Οι αναφορές αυτές καταδεικνύουν ότι η Αιτήτρια διέθετε ουσιαστικές γνώσεις ως προς τον χαρακτήρα, τον σκοπό και τις πρακτικές της κοινότητας Bondo, οι οποίες δεν περιορίζονταν σε γενικές ή στερεοτυπικές πληροφορίες. Το επίπεδο λεπτομέρειας και ο βιωματικός τρόπος με τον οποίο περιέγραψε τη διαδικασία ενισχύουν την αξιοπιστία της και συνηγορούν υπέρ του ότι οι γνώσεις της απορρέουν από προσωπική εμπειρία ή, τουλάχιστον, από έκθεσή της στο συγκεκριμένο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον.

 

Επιπλέον, οι σχετικές περιγραφές δεν περιορίζονται σε πληροφορίες γενικού ή στερεοτυπικού χαρακτήρα, αλλά αποτυπώνουν συγκεκριμένες κοινωνικές λειτουργίες και πρακτικές της κοινότητας Bondo, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο προετοιμάζονται οι νεαρές γυναίκες για τη μύησή τους. Η βιωματική χροιά των δηλώσεών της καθιστά δυσχερή την εκτίμηση ότι οι γνώσεις αυτές αποκτήθηκαν αποκλειστικά μέσω μεταγενέστερης ενημέρωσης ή γενικών πληροφοριών.

 

Ως προς την επισήμανση των Καθ’ ων η αίτηση ότι δεν ήταν δυνατό οι μουσουλμάνοι γονείς της Αιτήτριας να επιτρέψουν τη φοίτησή της σε χριστιανικό σχολείο, οι απαντήσεις της Αιτήτριας για τις ακριβείς συνθήκες υπό τις οποίες οι μοναχές (“sisters”) ανέλαβαν τη μόρφωσή της δεν υπήρξαν πλήρως σαφείς. Αρχικά ανέφερε ότι «οι αδελφές» αποφάσισαν και τη βοήθησαν, στη συνέχεια αναγνώρισε ότι κατά κανόνα οι γονείς αποφασίζουν για την εκπαίδευση των παιδιών, ενώ τελικώς δήλωσε ότι οι γονείς της ουδέποτε αποδέχθηκαν πραγματικά τη χριστιανική της εκπαίδευση. Η πτυχή αυτή θα μπορούσε να είχε διερευνηθεί πληρέστερα, ιδίως ως προς το πότε και με ποιον τρόπο περιήλθε υπό τη φροντίδα των μοναχών και εάν οι γονείς της συναίνεσαν. Παρά τις ασάφειες στις δηλώσεις της Αιτήτριας, δεν καθίσταται αντικειμενικά αδύνατη η φοίτηση μουσουλμάνου παιδιού σε χριστιανικό σχολείο ούτε αναιρεί ότι η Αιτήτρια μπορούσε να επηρεαστεί από τις αξίες των προσώπων που τη μόρφωσαν, όπως θα διαφανεί από τις πηγές πληροφόρησης που παρατίθενται ακολούθως.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση απέδωσαν επίσης καθοριστική αρνητική σημασία στο γεγονός ότι η Αιτήτρια ήταν περίπου δεκαοκτώ ετών κατά την ισχυριζόμενη απόπειρα ΑΓΓΟ, επειδή ως επεσήμαναν, με βάση πηγές πληροφόρησης, η πρακτική αυτή εφαρμόζεται συνηθέστερα σε μικρότερα κορίτσια. Ωστόσο το γεγονός ότι μία πρακτική τελείται συνήθως σε συγκεκριμένο ηλικιακό εύρος δεν συνεπάγεται ότι είναι αντικειμενικά αδύνατη η τέλεσή της σε μεγαλύτερη ηλικία. Η αξιολόγηση των Καθ’ ων η αίτηση φαίνεται να στηρίζεται στην παραδοχή ότι το συνηθέστερο ηλικιακό πρότυπο εφαρμογής της πρακτικής ταυτίζεται με απόλυτο κανόνα. Ωστόσο, η στατιστική συχνότητα ενός φαινομένου δεν αρκεί, χωρίς περαιτέρω εξατομικευμένη αξιολόγηση, για να αποκλείσει τη δυνατότητα εκδήλωσής του υπό διαφορετικές περιστάσεις. Η εξήγηση της Αιτήτριας ότι αντιστεκόταν στην πρακτική, ότι είχε απομακρυνθεί από το οικογενειακό της περιβάλλον για τη φοίτησή της στο Makeni και ότι η μητέρα της δεν είχε κατορθώσει νωρίτερα να την υποβάλει στη διαδικασία δεν είναι μη ευλογοφανής. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω από τις σχετικές πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, το ΑΓΓΟ δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε ανήλικα κορίτσια, αλλά μπορεί να τελείται και σε μεγαλύτερες έφηβες ή ενήλικες γυναίκες.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν ότι η διαδικασία ΑΓΓΟ φέρεται να διακόπηκε εξαιτίας αιμορραγίας. Έκριναν ότι, δεδομένου ότι κάθε επέμβαση ΑΓΓΟ προκαλεί αιμορραγία, αναμένετο να ολοκληρωθεί η διαδικασία και όχι να διακοπεί. Ωστόσο, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι η αιμορραγία ήταν τέτοια ώστε έχασε τις αισθήσεις της και οι παριστάμενες φοβήθηκαν ότι θα πεθάνει. Δεν ήταν εύλογο ο Λειτουργός, χωρίς ιατρική κατάρτιση ή ειδική πηγή πληροφόρησης, να συμπεράνει ότι οι τελετουργοί θα συνέχιζαν οπωσδήποτε την διαδικασία παρά την εμφάνιση ασυνήθιστα έντονης αιμορραγίας. Η κρίση αυτή ανάγεται, κατ’ ουσίαν, σε ιατρική εκτίμηση ως προς το εάν η ένταση της αιμορραγίας δικαιολογούσε ή όχι τη διακοπή της διαδικασίας. Πλην όμως, δεν προκύπτει ότι η σχετική παραδοχή στηρίχθηκε σε οποιαδήποτε επιστημονική πηγή ή ιατρικό στοιχείο του διοικητικού φακέλου, ώστε να δύναται να αποτελέσει ασφαλές κριτήριο αξιολόγησης της αξιοπιστίας της Αιτήτριας. Η Αιτήτρια δεν περιορίστηκε σε μία γενική αναφορά ότι αιμορραγούσε, αλλά περιέγραψε έντονο πόνο, απώλεια αίματος, απώλεια των αισθήσεών της και τον φόβο των παριστάμενων ότι θα αποβίωνε, με αποτέλεσμα τη διακοπή της διαδικασίας. Οι αναφορές της Αιτήτριας κρίνονται συνεκτικές και, λόγω του συγκεκριμένου και προσωπικού τρόπου με τον οποίο αποδόθηκαν, φέρουν χαρακτηριστικά βιωματικής αφήγησης και ενισχύουν την εκτίμηση ότι η Αιτήτρια περιέγραφε γεγονός το οποίο είχε η ίδια βιώσει.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν μη ευλογοφανές ότι η Αιτήτρια, μετά την αιμορραγία και την απώλεια των αισθήσεών της, ήταν σε θέση να μεταβεί σε ποτάμι, να καθαριστεί, να προσεγγίσει τον δρόμο, να λάβει παυσίπονα και να ταξιδέψει με λεωφορείο προς το Makeni, χωρίς προηγουμένως να μεταβεί σε νοσοκομείο. Το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι η πτυχή αυτή της αφήγησης παρουσιάζει ασάφειες. Η Αιτήτρια δεν προσδιόρισε πόσο χρόνο παρέμεινε αναίσθητη, πόσο διήρκεσε η αιμορραγία, πόσο μακριά βρισκόταν ο δρόμος, ποιος ακριβώς τη βοήθησε να επιβιβαστεί, πού βρισκόταν το φαρμακείο και με ποια χρήματα αγόρασε τα παυσίπονα. Επίσης, η αναφορά ότι ο σύντροφός της πλήρωσε το λεωφορείο δεν εξηγήθηκε επαρκώς, δεδομένου ότι εκείνος φέρεται να βρισκόταν στο Makeni. Οι απαντήσεις της ως προς την αγορά των φαρμάκων υπήρξαν συγκεχυμένες και, σε ορισμένα σημεία, μη ανταποκρινόμενες στην ερώτηση. Οι αδυναμίες αυτές δεν δικαιολογούν ωστόσο το συμπέρασμα ότι ένα τραυματισμένο πρόσωπο δεν θα μπορούσε να μετακινηθεί χωρίς νοσοκομειακή περίθαλψη.

 

Επιπλέον, η μη προσφυγή σε νοσοκομείο δεν μπορεί να αξιολογηθεί αποκλειστικά με βάση την αναμενόμενη συμπεριφορά ενός προσώπου σε διαφορετικό κοινωνικό και υγειονομικό περιβάλλον. Η ντροπή, ο φόβος αποκάλυψης του περιστατικού, η έλλειψη χρημάτων, η απόσταση ή η επιθυμία άμεσης απομάκρυνσης από τον τόπο κινδύνου αποτελούν εύλογους παράγοντες, έστω και αν η Αιτήτρια δεν τους ανέπτυξε με σαφήνεια. Το Δικαστήριο, συνεπώς, αποδέχεται ότι η περιγραφή της διαδρομής και της αγοράς των φαρμάκων παρουσιάζει κενά, αλλά κρίνει ότι αυτά αφορούν δευτερεύουσες λεπτομέρειες της διαφυγής και δεν αναιρούν από μόνα τους τον βασικό ισχυρισμό περί απόπειρας υποβολής της σε διαδικασία ΑΓΓΟ.

 

Η αξιολόγηση της συμπεριφοράς της Αιτήτριας μετά το επίμαχο περιστατικό πρέπει, εξάλλου, να γίνεται με ιδιαίτερη επιφύλαξη. Δεν υφίσταται ενιαίος ή αντικειμενικά αναμενόμενος τρόπος αντίδρασης ενός θύματος έμφυλης βίας και, ως εκ τούτου, δεν είναι επιτρεπτό να συναχθούν αρνητικά συμπεράσματα αποκλειστικά από το γεγονός ότι η ίδια δεν αναζήτησε άμεσα νοσοκομειακή περίθαλψη ή δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με ακρίβεια κάθε στάδιο της διαφυγής της.

 

Αναφορικά με την επισήμανση ότι η Αιτήτρια δεν τοποθέτησε σε συνεπή χρονολογική ακολουθία το διάστημα παραμονής της στις πόλεις Lunsar και Makeni, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι παρά τις χρονικές ασάφειες, η Αιτήτρια υπήρξε σταθερή ως προς τα ουσιώδη χρονικά σημεία: ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση το 2020, επέστρεψε στο οικογενειακό περιβάλλον, το περιστατικό έλαβε χώρα περί τον Δεκέμβριο του 2020 και η ίδια εγκατέλειψε τη Σιέρα Λεόνε στις 11 Μαρτίου 2021. Η απόκλιση μεταξύ τεσσάρων και πέντε ή έξι μηνών δεν μεταβάλλει ουσιωδώς τη βασική ακολουθία των γεγονότων.

 

Ως προς την αναφορά των Καθ’ ων η αίτηση ότι από τον Δεκέμβριο του 2020 (περίοδος κατά την οποία έλαβε χώρα το κατ’ ισχυρισμό περιστατικό) μέχρι την αναχώρηση της Αιτήτριας τον Μάρτιο του 2021, δεν συνέβη άλλο περιστατικό εις βάρος της, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι απομακρύνθηκε από το οικογενειακό περιβάλλον, διέμενε στο Makeni με τον σύντροφό της και διέκοψε, ως υποστήριξε, την επικοινωνία με τη μητέρα της. Η απουσία νέου περιστατικού κατά τη διάρκεια τριών μόνο μηνών, ενώ η Αιτήτρια δεν βρισκόταν υπό τον άμεσο έλεγχο της οικογένειας, καθότι βρισκόταν σε άλλη περιοχή, δεν είναι ασύμβατη με τον ισχυρισμό ότι ο κίνδυνος προερχόταν ακριβώς από το οικογενειακό της περιβάλλον.

 

Κατά την ακροαματική διαδικασία, η Αιτήτρια ανέφερε ότι είχε απευθυνθεί στην αστυνομία χωρίς να λάβει προστασία, ότι δεν είχε καμία επικοινωνία με την οικογένειά της μετά την αναχώρησή της και ότι σε περίπτωση άρνησης κινδύνευε να θανατωθεί. Οι αναφορές αυτές δεν είχαν προβληθεί κατά τον ίδιο τρόπο στο διοικητικό στάδιο. Ειδικότερα, η δήλωση περί πλήρους απουσίας επικοινωνίας με την οικογένεια έρχεται σε αντίφαση με τον ισχυρισμό της συνέντευξής της ότι επικοινωνούσε σχεδόν εβδομαδιαίως με τις αδελφές της, έστω και αν δεν επικοινωνούσε με τους γονείς της. Ο ισχυρισμός περί καταγγελίας στην αστυνομία αποτελεί ουσιώδη μεταγενέστερη προσθήκη, η οποία θα αναμενόταν να είχε αναφερθεί κατά τη συνέντευξή της. Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ως επαρκώς τεκμηριωμένα τα μεταγενέστερα αυτά στοιχεία. Η απόρριψή τους, όμως, δεν συμπαρασύρει τον αρχικό και διακριτό πυρήνα της αφήγησης περί οικογενειακής πίεσης και απόπειρας υποβολής της Αιτήτριας σε ΑΓΓΟ.

 

Υπό το φως του συνόλου των δηλώσεων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αφήγηση της Αιτήτριας δεν είναι απαλλαγμένη από ασάφειες. Οι κυριότερες αδυναμίες εντοπίζονται στην ακριβή χρονολογική διάρκεια της διαμονής στο Makeni, στον τρόπο εξασφάλισης των χρημάτων για τα παυσίπονα, στις συνθήκες της διαφυγής της και στη μη πλήρη εξήγηση του τρόπου με τον οποίο φοίτησε σε χριστιανικό σχολείο παρά την αντίθεση των γονέων της. Εντούτοις, η Αιτήτρια υπήρξε συνεπής ως προς την ταυτότητα του φορέα της απειλής, τον ρόλο της μητέρας της, τη σύνδεση με την μυστική κοινότητα Bondo, τη δική της αντίθεση προς την πρακτική, την ικανοποιητική περιγραφή της πρακτικής, τη μη ολοκλήρωση της επέμβασης, την απομάκρυνσή της από το οικογενειακό περιβάλλον και τον φόβο ότι θα εξαναγκαζόταν να ολοκληρώσει τη μύησή της.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση φαίνεται να απέδωσαν δυσανάλογη σημασία σε περιφερειακές ανακολουθίες και να διαμόρφωσαν την κρίση τους στη βάση υποθέσεων ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα ανέμενε κανείς να αντιδράσει ένα πρόσωπο μετά από ένα ιδιαίτερα τραυματικό γεγονός. Μία τέτοια προσέγγιση δεν συνάδει με την απαιτούμενη συνολική και εξατομικευμένη αξιολόγηση της αξιοπιστίας που επιβάλλει το δίκαιο διεθνούς προστασίας.

 

Συνολικά εκτιμώ ότι οι διαπιστωθείσες αδυναμίες της αφήγησης αφορούν κυρίως τον τρόπο διαφυγής της, επιμέρους χρονολογικές αναφορές και δευτερεύουσες λεπτομέρειες του περιστατικού. Αντιθέτως, τα στοιχεία που συνθέτουν τον βασικό ισχυρισμό της – η ιδιότητα της μητέρας της ως Sowei, η άρνησή της να ενταχθεί στη Bondo, η απόπειρα υποβολής της σε ΑΓΓΟ, η απομάκρυνσή της από το οικογενειακό περιβάλλον και ο φόβος επανάληψης της πρακτικής – παρέμειναν ουσιωδώς σταθερά καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας και δεν κλονίζονται από τις επιμέρους ασάφειες.

 

Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι οι πηγές πληροφόρησης έρχονταν σε αντίθεση με την αφήγηση. Επισημαίνω ότι η εξωτερική αξιοπιστία αφορά τη σύγκριση των πραγματικών ισχυρισμών της Αιτήτριας με αξιόπιστες και επικαιροποιημένες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον τα ουσιώδη στοιχεία της αφήγησής της είναι αντικειμενικώς συμβατά με τις κοινωνικές, πολιτιστικές και πραγματικές συνθήκες που επικρατούν στη Σιέρα Λεόνε.

 

Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο προέβη σε αυτεπάγγελτη έρευνα επικαιροποιημένων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, από την οποία προέκυψαν τα ακόλουθα:

 

·           Αναφορικά με τον ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων (ΑΓΓΟ), επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι στα περισσότερα πλαίσια, τα κορίτσια υφίστανται τον ακρωτηριασμό πριν από την ηλικία των 15 ετών, αλλά στη Σιέρα Λεόνε τουλάχιστον το 21% των γυναικών υφίσταται την πρακτική μετά την ηλικία των 15 ετών, γεγονός που εγείρει σημαντικές ανησυχίες για τον σχεδιασμό προγραμμάτων και πολιτικών. Μεταξύ εκείνων που ήταν 15-19 ετών κατά τη στιγμή της έρευνας του 2019, το 21,7% είχε υποστεί την πρακτική μετά τα 15 έτη, ενώ μεταξύ εκείνων που ήταν 45-49 ετών το 2019, το 29,5% είχε υποστεί την πρακτική μετά την ηλικία των 15 ετών. Το 49,5% των κοριτσιών ηλικίας 15-19 ανέφερε ότι υπέστη τον ακρωτηριασμό μεταξύ 10 και 14 ετών. Αυτό υποδηλώνει ότι η πλειονότητα των περιπτώσεων ΑΓΓΟ πραγματοποιείται μετά την ηλικία των 10 ετών.[2]

 

·           Σύμφωνα με έκθεση του Διεθνούς Ταμείου Επείγουσας Βοήθειας των Ηνωμένων Εθνών για τα Παιδιά  (UNICEF), η Σιέρρα Λεόνε καταγράφεται στην ομάδα κινδύνου 1 (χώρες με πολύ υψηλό ποσοστό) βάσει των επιπέδων του επιπολασμού μεταξύ κοριτσιών και γυναικών 15-49 ετών.[3] Βάσει της έρευνας της UNICEF για τον ΑΓΓΟ στη χώρα, ποσοστό 83% των κοριτσιών και γυναικών ηλικίας μεταξύ 15 και 49 ετών στη Σιέρα Λεόνε έχει υποβληθεί σε ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων. Η πρακτική παρουσιάζει τη μεγαλύτερη εξάπλωση στη βορειοδυτική περιφέρεια της χώρας, όπου το σχετικό ποσοστό ανέρχεται σε 93%.[4]

 

·           O ΑΓΓΟ είναι ευρέως διαδεδομένος στη Σιέρα Λεόνε και δεν απαγορεύεται από το νόμο,[5] παρά τις διεθνείς πιέσεις που δέχθηκε η χώρα τον Φεβρουάριο του 2024 μετά το θάνατο τριών νεαρών κοριτσιών που είχαν υποβληθεί στην πρακτική.[6] Δημοσίευμα του Φεβρουαρίου 2024 από το Βρετανικό Ιατρικό Περιοδικό αναφέρει ότι: «Η Σιέρα Λεόνε, μία από τις πέντε χώρες που επιτρέπουν νομικά τον ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων, δέχεται αυξανόμενες πιέσεις να ποινικοποιήσει αυτή την πρακτική[.]».[7]

 

·           Σύμφωνα με στοιχεία της UNICEF, η μύηση προετοιμάζει τα κορίτσια για τον γάμο και τους διδάσκει τις οικιακές ευθύνες, καθώς και τα καθήκοντα και τους ρόλους τους εντός της μυστικής κοινωνίας.[8]

 

·           Με βάση πρόσφατα διαθέσιμα εθνικά στοιχεία ανά εθνοτική ομάδα, ο επιπολασμός του ακρωτηριασμού των γυναικείων γεννητικών οργάνων μεταξύ των γυναικών της εθνοτικής ομάδας Temne (στην οποία ανήκει η Αιτήτρια), ηλικίας 15 έως 49 ετών στη Σιέρα Λεόνε ανερχόταν το έτος 2019 σε 88,1%. Διαπιστώνεται ότι το ποσοστό αυτό είναι υψηλότερο από τον αντίστοιχο εθνικό μέσο όρο της Σιέρα Λεόνε, ο οποίος ανερχόταν σε 83%.[9]

 

·           Αναφορικά με το κατά πόσο η πρακτική συνδέεται με τον μουσουλμανισμό, έκθεση της EUAA, αναφέρει ότι η πρακτική δεν περιορίζεται σε ένα θρήσκευμα. Με βάση έρευνα του 2020 ποσοστό περίπου 87% των μουσουλμάνων γυναικών και 69% των χριστιανών γυναικών στη Σιέρα Λεόνε είχε υποστεί ΑΓΓΟ.[10] Σε ομιλία του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα σχετικά με τη Σιέρα Λεόνε, αναφέρεται η έντονη δια-θρησκευτική συνύπαρξη στη χώρα, καθώς και μαρτυρίες μουσουλμάνων που είχαν εκπαιδευτεί σε Αγγλικανικά, Μεθοδιστικά, Καθολικά ή άλλα χριστιανικά σχολεία, και χριστιανών που φοίτησαν σε μουσουλμανικά εκπαιδευτικά ιδρύματα.[11] Έκθεση της EUAA αναφέρει ότι η δια-θρησκευτική ανεκτικότητα στη Σιέρα Λεόνε εκδηλώνεται στις οικογένειες, στις γειτονιές, στα σχολεία και στη δημόσια ζωή. Επισημαίνει επίσης ότι το 2023 εξακολουθούσαν να καταγράφονται «θετικές δια-θρησκευτικές σχέσεις» και ότι η χώρα χαρακτηριζόταν «φάρος θρησκευτικής συνύπαρξης». Αναφέρεται επίσης ότι πολλοί Καθολικοί ιερείς προέρχονται από μουσουλμανικές οικογένειες και ότι φοίτησαν σε καθολικά σχολεία, συνήθως χωρίς αντίδραση από τους γονείς τους.[12]

 

·           Αναφορικά με τις πρακτικές μύησης της αδελφότητας Bondo, πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι, η τελετή μύησης διαρκεί αρκετές εβδομάδες, κατά τη διάρκεια των οποίων τα κορίτσια και οι γυναίκες απομονώνονται σε ένα ξέφωτο που βρίσκεται αρκετά χιλιόμετρα μακριά από το πλησιέστερο χωριό και περιλαμβάνει διάφορες δραστηριότητες. Το ξέφωτο αυτό, που περιβάλλεται από φύλλα φοίνικα, αναφέρεται ως Bondo Bush. Οι γυναίκες που είναι επικεφαλής της κοινωνίας είναι επίσης εκείνες που παραδοσιακά πραγματοποιούν τον ακρωτηριασμό. Οι τοπικές τους ονομασίες διαφέρουν ανάλογα με την εθνοτική ομάδα αλλά γενικά αναφέρονται ως Soweis. Οι Soweis είναι συνήθως μεγαλύτερες σε ηλικία γυναίκες, οι οποίες προκαλούν φόβο και χαίρουν σεβασμού, καθώς θεωρείται ότι διαθέτουν υπερφυσικές δυνάμεις. Ο ρόλος της Sowei είναι κληρονομικός.[13]

 

·           Αναφορικά με το πρόσωπο που πραγματοποιεί τον ακρωτηριασμό, πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι η ηγέτιδα της Bondo, μια γυναίκα που ονομάζεται Sowei, είναι συνήθως εκείνη που πραγματοποιεί τον ακρωτηριασμό.[14] Άλλες πηγές αναφέρουν ότι σχεδόν όλες οι περιπτώσεις FGΜ πραγματοποιούνται από παραδοσιακές τελετουργούς (“traditional cutters”).[15]

 

·           Η EUAA καταγράφει ότι γυναίκες που δεν έχουν υποβληθεί στη μύηση μπορεί να αποκλείονται από τον γάμο, από θρησκευτικές ή πολιτιστικές εκδηλώσεις, από τελετές και κηδείες και από ηγετικούς ή πολιτικούς ρόλους. Αναφέρεται, επίσης, σε γυναίκες και κορίτσια που υπέστησαν οικογενειακή απόρριψη, οικονομική εγκατάλειψη, χλευασμό ή ισχυρή κοινωνική πίεση επειδή αρνήθηκαν να ενταχθούν στη Bondo.[16] Όπως αναφέρεται περαιτέρω στην εν λόγω έκθεση, συνήθως υπάρχει μια «συλλογική αίσθηση κοινωνικής υποχρέωσης και προσδοκίας» που συμβάλλει στη διατήρηση της πρακτικής. Αυτή συντηρείται μέσω της πίεσης προς τις νεότερες γυναίκες ή τις οικογένειες να συνεχίσουν την πρακτική, ενώ η άρνηση οδηγεί σε απομόνωση, περιθωριοποίηση και στιγματισμό. Οι ηγέτιδες της κοινότητας και οι υποστηρικτές της πρακτικής, ισχυρίζονται ότι ο ΑΓΓΟ απαιτείται για την προστασία της τιμής μιας γυναίκας. Δεδομένου ότι η Bondo είναι το μόνο μέρος στο οποίο οι γυναίκες επιτρέπεται να πηγαίνουν χωρίς την άδεια του συζύγου τους, τα μέλη της Βondo έχουν μεγαλύτερη ελευθερία κίνησης. Επίσης, τα μέλη της Bondo θεωρούνται ότι έχουν υψηλότερη θέση και κύρος από άλλες γυναίκες.[17] Τα άτομα που τελούν τους ακρωτηριασμούς, οι επικεφαλής Soweis, ανήκουν στις κοινωνίες Bondo και τα μέλη τους έχουν μεγάλη επιρροή στους πολιτικούς και στις κοινότητες γενικότερα.[18]

 

·           Σύμφωνα με ένα δημοσίευμα του 2022 από την Irish Times, άρνηση της διαδικασίας «Bondo», μιας τελετής μύησης για νεαρές γυναίκες που περιλαμβάνει ΑΓΓΟ, «συνοδεύεται από μεγάλο κοινωνικό κόστος». Επιπλέον, η ίδια πηγή ανέφερε ότι οι γυναίκες που δεν έχουν υποβληθεί στη μύηση «δεν επιτρέπεται να παντρευτούν· να εκπροσωπούν τις κοινότητές τους σε θρησκευτικές ή πολιτιστικές εκδηλώσεις· να συμμετέχουν σε γιορτές ή κηδείες· ή να υπηρετούν ως αρχηγοί ή στο κοινοβούλιο». Το άρθρο περιέγραψε μια συγκεκριμένη γυναίκα, η οποία εγκαταλείφθηκε από την οικογένειά της σε ηλικία 18 ετών και αποκόπηκε οικονομικά επειδή αρνήθηκε τη μύηση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να συνεχίσει τις σπουδές της ή να παντρευτεί. Το άρθρο τόνιζε επίσης ότι «όλο και περισσότερα κορίτσια και νεαρές γυναίκες» «αρνούνται να συμμετάσχουν στη μύηση, λέγοντας στις μητέρες και τις γιαγιάδες τους ότι δεν θα ενταχθούν στην κοινότητα Bondo».[19]

 

·           Έτερο άρθρο της Guardian αναφέρει ότι το δικαστήριο της ECOWAS έκρινε πως ο ΑΓΓΟ στη Σιέρα Λεόνε συνιστά βασανιστήριο και παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ύστερα από προσφυγή της Kadijatu Balaima Allieu, η οποία υπέστη δια της βίας FGM, σε ηλικία 28 ετών, από την κοινότητα Bondo το 2016.[20]

 

·           Σύμφωνα με όσα συζητήθηκαν σε σχετικό EASO COI Meeting Report τον Οκτώβριο του 2016, σε ερώτηση αναφορικά με τις συνέπειες που υφίσταται κόρη η οποία αρνείται να διαδεχθεί την μητέρα της sowei στην κοινότητα Bondo, εμπειρογνώμονας επί του θέματος απάντησε ως εξής: «Η διαδικασία διαδοχής υπάρχει και τα κορίτσια εκπαιδεύονται κυρίως από την ηλικία των 5 ετών για να γίνουν διάδοχοι, για να γίνουν «sowei» στις κοινότητές τους. Έτσι, στην ηλικία των 18, υποτίθεται ότι θα αρχίσουν να εξασκούν σταδιακά τον ρόλο τους μέσα στις κοινότητές τους και να ακολουθούν τα βήματα των γονιών τους. Ακόμα, εκπαιδεύονται με τους γονείς τους, πηγαίνουν στους θάμνους με τους γονείς τους, αποκτούν πρακτικές γνώσεις, μαθαίνουν από τις μητέρες τους πώς το κάνουν, πώς γίνεται η διαδικασία και ούτω καθεξής. Αν αποφασίσουν να μην ακολουθήσουν αυτή την πορεία και οι γονείς συμφωνούν, αυτό είναι ήδη κάτι που είναι πολύ δύσκολο για αυτές. Αν η μητέρα είναι επίσης ενάντια, ή αν και η ίδια αναρωτιέται [αν πρέπει να εγκαταλείψει αυτήν την πρακτική], αυτό είναι άλλο στάδιο. [.] Αλλά αν δεν υπάρχει καμία αμφισβήτηση για αυτό από τις προηγούμενες γενιές, από τη μητέρα επίσης, που έχει παραδώσει αυτή την παράδοση στην κόρη της, τότε η γυναίκα αυτή κινδυνεύει. Δεν γίνεται αποδεκτή στην κοινότητα, δεν έχει καμία οικογένεια και αν ζητήσει βοήθεια από την οικογένεια, αυτό σημαίνει ότι δεν έχει καμία κοινωνική, οικονομική, ηθική υποστήριξη από την οικογένεια πια. Όχι μόνο από την οικογένεια, αλλά και από τους συγγενείς. []».[21]

 

·           Ως προς τις πιθανές επιπλοκές της διαδικασίας, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) καταγράφει ως άμεσους κινδύνους του ΑΓΓΟ τον ακραίο πόνο, την υπερβολική αιμορραγία, το σοκ, τις λοιμώξεις, την προβληματική επούλωση και τον θάνατο. Ειδικότερα, η υπερβολική αιμορραγία μπορεί να προκύψει εάν κοπεί η κλειτοριδική αρτηρία ή άλλο αιμοφόρο αγγείο, ενώ το σοκ μπορεί να προκληθεί από τον πόνο, την αιμορραγία ή τη λοίμωξη.[22]

 

Τα ευρήματα που προκύπτουν από τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, όπως παρατέθηκαν ανωτέρω, παρουσιάζουν ουσιώδη συνάφεια με τις ουσιώδεις πτυχές της αφήγησής της και δεν επιβεβαιώνουν τις επιφυλάξεις που διατύπωσαν οι Καθ’ ων η αίτηση ως προς την ευλογοφάνειά της. Ειδικότερα, οι διαθέσιμες πληροφορίες επιβεβαιώνουν ότι η μύηση στην κοινότητα Bondo δεν περιορίζεται στον ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων, αλλά περιλαμβάνει και ευρύτερη προετοιμασία των κοριτσιών για τον κοινωνικό τους ρόλο ως συζύγων και μητέρων, στοιχείο που συνάδει με την περιγραφή της Αιτήτριας περί εκπαίδευσης στη μαγειρική, στη φροντίδα του συζύγου, των παιδιών και των λοιπών μελών της οικογένειας. Παράλληλα, επιβεβαιώνεται ότι ο ακρωτηριασμός αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ένταξης στην κοινότητα Bondo και ότι διενεργείται από τις γυναίκες που κατέχουν τον παραδοσιακό ρόλο της Sowei, γεγονός που συμφωνεί με τον τρόπο με τον οποίο η Αιτήτρια περιέγραψε τη θέση της μητέρας της και τη διαδικασία μύησης.

 

Περαιτέρω, οι αντικειμενικές πληροφορίες δεν στηρίζουν την παραδοχή ότι η απόπειρα υποβολής της Αιτήτριας σε ΑΓΓΟ στην ηλικία των δεκαοκτώ ετών είναι καθεαυτή απίθανη. Αντιθέτως, καταδεικνύουν ότι, μολονότι η πρακτική εφαρμόζεται συνηθέστερα σε μικρότερες ηλικίες, δεν αποκλείεται η τέλεσή της και σε μεγαλύτερη ηλικία, ώστε η ηλικία της Αιτήτριας κατά τον κρίσιμο χρόνο να μην δύναται να αποτελέσει, αφ' εαυτής, στοιχείο αναξιοπιστίας.

 

Ομοίως, δεν επιβεβαιώνεται η εκτίμηση των Καθ’ ων η αίτηση ότι η περιγραφή της Αιτήτριας περί διακοπής της διαδικασίας λόγω έντονης αιμορραγίας στερείται ευλογοφάνειας. Οι πληροφορίες για τη χώρα, σε συνδυασμό με τα διαθέσιμα ιατρικά δεδομένα, αναγνωρίζουν την υπερβολική αιμορραγία ως σοβαρή και δυνητικά απειλητική για τη ζωή επιπλοκή του ακρωτηριασμού, η οποία δύναται να προκαλέσει σοκ ή απώλεια συνείδησης. Επομένως, η εκδοχή της Αιτήτριας δεν αντίκειται στα αντικειμενικά δεδομένα.

 

Περαιτέρω, οι πληροφορίες για τη χώρα δεν καταδεικνύουν ασυμβατότητα μεταξύ της μουσουλμανικής θρησκευτικής ταυτότητας της μητέρας της Αιτήτριας και της ιδιότητάς της ως Sowei, ούτε μεταξύ της μουσουλμανικής καταγωγής της οικογένειάς της και της φοίτησης της ίδιας σε χριστιανικό σχολείο. Αντιθέτως, προκύπτει ότι η πρακτική του ΑΓΓΟ και η συμμετοχή στην κοινότητα Bondo δεν περιορίζονται σε συγκεκριμένο θρήσκευμα, ενώ η διαθρησκευτική συνύπαρξη και η φοίτηση μουσουλμάνων μαθητών σε χριστιανικά εκπαιδευτικά ιδρύματα αποτελούν αναγνωρισμένα χαρακτηριστικά της κοινωνίας της Σιέρα Λεόνε. Ως εκ τούτου, η αδυναμία της Αιτήτριας να εξηγήσει με απόλυτη σαφήνεια τις επιμέρους πρακτικές περιστάσεις που κατέστησαν δυνατή τη φοίτησή της δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι η σχετική πτυχή της αφήγησής της αντιφάσκει προς τα αντικειμενικά δεδομένα.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής δεν αποδεικνύουν ότι τα πραγματικά περιστατικά εξελίχθηκαν ακριβώς κατά τον τρόπο που περιέγραψε η Αιτήτρια, επιβεβαιώνουν όμως ότι οι ουσιώδεις πτυχές της αφήγησής της είναι αντικειμενικά συμβατές με τις κοινωνικές, πολιτιστικές και πραγματικές συνθήκες που επικρατούν στη Σιέρα Λεόνε. Κατά συνέπεια, οι εξωτερικές πληροφορίες δεν αποδυναμώνουν, αλλά αντιθέτως ενισχύουν την αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού της.

 

Οι πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής δεν επιβεβαιώνουν απλώς ότι η πρακτική του ΑΓΓΟ και η λειτουργία της κοινότητας Bondo εξακολουθούν να υφίστανται στη Σιέρα Λεόνε, αλλά επιβεβαιώνουν και σειρά ειδικότερων στοιχείων της αφήγησης της Αιτήτριας, όπως τον ρόλο της Sowei, την κοινωνική λειτουργία της μύησης, τις συνέπειες της άρνησης συμμετοχής, τη δυνατότητα τέλεσης της πρακτικής και σε μεγαλύτερη ηλικία και τη σοβαρή αιμορραγία ως αναγνωρισμένη επιπλοκή του ΑΓΓΟ. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν προκύπτει οποιαδήποτε ουσιώδης αντίφαση μεταξύ της αφήγησης της Αιτήτριας και των αντικειμενικών πληροφοριών.

 

Αξιολόγηση των μεταγενέστερων αποδεικτικών στοιχείων στο πλαίσιο της ex nunc δικαστικής εξέτασης

 

Περαιτέρω, στο πλαίσιο της ex nunc εξέτασης της υπόθεσης, το Δικαστήριο οφείλει να συνεκτιμήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν ενώπιόν του και δεν είχαν τεθεί υπόψη των Καθ’ ων η αίτηση κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Τα στοιχεία αυτά δεν εξετάζονται προς έλεγχο της νομιμότητας της διοικητικής κρίσης κατά τον χρόνο έκδοσής της, αλλά ως μέρος της συνολικής και επικαιροποιημένης εκτίμησης των πραγματικών περιστατικών και της αξιοπιστίας της Αιτήτριας. Ειδικότερα, προσκομίστηκαν γυναικολογικές και ψυχιατρικές γνωματεύσεις, οι οποίες συνιστούν νέα αποδεικτικά μέσα και πρέπει να αξιολογηθούν αυτοτελώς και σε συνδυασμό με το λοιπό αποδεικτικό υλικό της υπόθεσης.

 

Με το Τεκμήριο 1 προσκομίστηκε ιατρικό πιστοποιητικό, το οποίο συντάχθηκε κατόπιν εξέτασης της Αιτήτριας στις 20 Δεκεμβρίου 2022 από γυναικολόγο και χειρουργό παίδων με ειδίκευση σε θέματα βασανιστηρίων. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό, τα έξω γεννητικά όργανα της Αιτήτριας βρίσκονταν εντός φυσιολογικών ορίων, εντοπίστηκε όμως μικρό στίγμα ουλώδους ιστού στο δεξιό σκέλος της κλειτορίδας.  Καταγράφεται επίσης ότι το εύρημα υποδήλωνε πιθανή κακοποίηση στην περιοχή της κλειτορίδας, χωρίς να έχει ολοκληρωθεί κλειτοριδεκτομή, και ότι η περίπτωση θα μπορούσε να καταταγεί στον τύπο IV ΑΓΓΟ.

 

Το Δικαστήριο διατηρεί, ωστόσο, επιφύλαξη ως προς το κατά πόσο είναι ιατρικώς εφικτό, στη βάση και μόνο του συγκεκριμένου περιορισμένου ευρήματος, να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα ότι η περίπτωση της Αιτήτριας εμπίπτει σε συγκεκριμένο τύπο ΑΓΓΟ και, ειδικότερα, στον τύπο IV. Ωστόσο, η ύπαρξη ουλώδους ιστού στην κλειτοριδική περιοχή επιβεβαιώνει ότι η Αιτήτρια υπέστη κάποιας μορφής σωματική κακοποίηση ή επιβλαβή επέμβαση στην περιοχή των γεννητικών της οργάνων. Παρόλο που το ιατρικό πιστοποιητικό δεν χρονολογεί την ουλή ούτε αποκλείει άλλες πιθανές αιτίες, συνδέεται άμεσα με τον βασικό ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι υπήρξε κάποια μη ολοκληρωμένη επέμβαση. Οι Καθ’ ων η αίτηση στηρίχθηκαν σε προηγούμενες ιατρικές βεβαιώσεις (βλ. ερ. 57-55 του δ.φ.), σύμφωνα με τις οποίες δεν είχαν παρατηρηθεί σημάδια ή τραύματα κατά τη γυναικολογική εξέταση.

 

Το γεγονός ότι κατά την προγενέστερη γυναικολογική εξέταση δεν καταγράφηκαν ευρήματα συμβατά με απόπειρα ΑΓΓΟ δεν αποκλείει, αφ' εαυτού, τη μεταγενέστερη διαπίστωση περιορισμένου ουλώδους ευρήματος. Από τις αρχικές ιατρικές βεβαιώσεις δεν προκύπτει ότι οι εξεταστές είχαν ως αντικείμενο τη διερεύνηση πιθανής μη ολοκληρωμένης μορφής ΑΓΓΟ ούτε ότι η εξέταση διενεργήθηκε από ιατρό με εξειδίκευση στην αξιολόγηση θυμάτων βασανιστηρίων ή έμφυλης βίας. Ως εκ τούτου, η απουσία σχετικής καταγραφής στις αρχικές βεβαιώσεις δεν μπορεί να εκληφθεί ως θετική απόδειξη ότι ουδέποτε υπήρξε σχετικό τραυματικό εύρημα.

 

Το Δικαστήριο αποδίδει αυξημένη αποδεικτική βαρύτητα στη μεταγενέστερα προσκομισθείσα ιατρική γνωμάτευση, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ότι αυτή συντάχθηκε από δύο ιατρούς με συναφείς ειδικότητες και ότι ένας εκ των δύο διαθέτει ειδική εμπειρία και εξειδίκευση στην εξέταση και αξιολόγηση θυμάτων βασανιστηρίων.

 

Η μικρή έκταση της ουλής, η ειδική θέση της στο δεξιό σκέλος της κλειτορίδας και η εξειδίκευση των μεταγενέστερων εξεταστών αποτελούν εύλογους παράγοντες για τους οποίους το εύρημα ενδέχεται να μην είχε εντοπιστεί ή να μην είχε αξιολογηθεί κατά τον ίδιο τρόπο σε προηγούμενη εξέταση.

 

Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο αποδίδει αυξημένη αποδεικτική βαρύτητα στη μεταγενέστερη εξειδικευμένη γνωμάτευση και κρίνει ότι αυτή ενισχύει ουσιωδώς τη συμβατότητα του αντικειμενικού σωματικού ευρήματος με τον βασικό ισχυρισμό της Αιτήτριας περί μη ολοκληρωμένης απόπειρας υποβολής της σε ΑΓΓΟ.

 

Η προσέγγιση αυτή συνάδει και με τον Πρακτικό Οδηγό της EUAA για την αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, σύμφωνα με τον οποίο οι ιατρικές και ψυχολογικές γνωματεύσεις δεν μπορούν, αφ’ εαυτών, να αποδείξουν τις ακριβείς περιστάσεις υπό τις οποίες προκλήθηκε ένα τραύμα, μπορούν όμως να αποτελέσουν ισχυρή ένδειξη ότι τα αντικειμενικά ευρήματα είναι συμβατά με την προβαλλόμενη κακομεταχείριση.[23]

 

Το Τεκμήριο 2 αποτελεί ψυχιατρική βεβαίωση, βάσει της οποίας η Αιτήτριας καταγράφει ότι η Αιτήτρια εξετάστηκε σε ψυχιατρικό ιατρείο στις 8 Νοεμβρίου 2024, υποβλήθηκε σε αρχική εκτίμηση και τέθηκε σε θεραπευτική αγωγή με Paroxetine, Mirtazapine και Risperidone. Ο εξετάζων ψυχίατρος διατύπωσε την άποψη ότι είναι απίθανο να ανασύρει ψυχοτραυματικές εμπειρίες που συνδέονται με γεγονότα που συνέβησαν στη χώρα καταγωγής, κάτι που ως κατέγραψε αναμένεται να βελτιωθεί με τη θεραπεία της και συνέστησε την έκδοση επίσημης ψυχιατρικής γνωμάτευσης μέσω της προβλεπόμενης διαδικασίας.

 

Το Τεκμήριο 3  αποτελεί ενημερωτικό σημείωμα ημερομηνίας 31.12.2024 στο οποίο αναφέρεται ότι η Αιτήτρια παρακολουθείται από τις 8.11.2024 και πάσχει από διαταραχή μετατραυματικού στρες, η οποία συνδέεται, κατά την ιατρική εκτίμηση, με τις αναφερόμενες ψυχο-τραυματικές εμπειρίες στη χώρα καταγωγής. Καταγράφει επίσης ότι η φαρμακευτική αγωγή δεν είχε ακόμη επιφέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, ιδίως ως προς το σύμπτωμα διαταραχής μνήμης, και ότι η κατάσταση μπορούσε να επηρεάσει την ικανότητά της να συμμετέχει αποτελεσματικά σε συνέντευξη.

 

Το Τεκμήριο 4 αφορά ψυχιατρική γνωμάτευση ημερομηνίας 05.03.2025 βάσει της οποίας η Αιτήτρια παρακολουθείται στο τακτικό ψυχιατρικό ιατρείο των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας από 08.11.2024, επί ιστορικού Καταθλιπτικής Συνδρομής με έναρξη από την χώρα καταγωγής μετά από αναφερόμενη κακοποίηση από τους γονείς της. Περαιτέρω καταγράφεται ότι υπό την φαρμακευτική αγωγή, η Αιτήτρια βελτιώνεται ικανοποιητικά, με μια πρόσφατη αναζωπύρωση, καθώς το φαρμακείο του Νοσοκομείου δεν είχε τα φάρμακα.

 

Η διάγνωση διαταραχής μετα-τραυματικού στρες (PTSD) αποτελεί ουσιώδες ιατρικό στοιχείο. Ο πρακτικός οδηγός της EUAA για την αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων επισημαίνει ότι το τραύμα και το PTSD μπορούν να επηρεάσουν την αποθήκευση και την ανάκληση των αναμνήσεων, να οδηγήσουν σε υπεργενικευμένη ή αποσπασματική μνήμη, σε αδυναμία χρονολογικής οργάνωσης των γεγονότων, σε αποφυγή και σε ασυνεχή λεκτική απόδοση της εμπειρίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι αντιφάσεις πρέπει να εξετάζονται υπό διαφορετικό πρίσμα και ενδέχεται να απαιτείται αυξημένη βαρύτητα στα έγγραφα και στα αντικειμενικά στοιχεία.[24]

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο ο WHO (Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας) και το UNFPA (το Ταμείο των Ηνωμένων Εθνών για τον Πληθυσμό -Υπηρεσία του ΟΗΕ για τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία) αναγνωρίζουν ότι ο ΑΓΓΟ μπορεί να συνδέεται με μακροχρόνιες ψυχολογικές συνέπειες, περιλαμβανομένης της PTSD, του άγχους και της κατάθλιψης.[25]

 

Η ανωτέρω διάγνωση, παρόλο που δεν μπορεί αυτοτελώς να τεκμηριώσει τα όσα η Αιτήτρια αφηγήθηκε, εξηγεί ευλόγως για ποιο λόγο μπορούσε να ανακαλέσει τον πόνο, την αιμορραγία, την απώλεια συνείδησης και τον φόβο, αλλά δυσκολευόταν να ανακαλέσει περιφερειακές λεπτομέρειες, όπως τη θέση ενός φαρμακείου, το κόστος φαρμάκων ή την ακριβή διάρκεια παραμονής σε κάθε τόπο. Το Δικαστήριο αποδίδει, συνεπώς, στην ψυχιατρική γνωμάτευση σημαντική επεξηγηματική βαρύτητα ως προς τις δυσχέρειες μνήμης, χωρίς να τη θεωρεί αυτοτελή απόδειξη του συνόλου της αφήγησης.

 

Συνεκτιμώντας την εσωτερική αξιοπιστία της αφήγησης, την εξωτερική συμβατότητά της με τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής και τα μεταγενέστερα ιατρικά και ψυχιατρικά στοιχεία που προσκομίστηκαν ενώπιόν του, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έπρεπε να απορριφθεί στο σύνολό του. Περαιτέρω, κρίνει ότι η Αιτήτρια κατέβαλε ειλικρινή προσπάθεια να τεκμηριώσει την αίτησή της, παρέσχε όλες τις πληροφορίες που ευλόγως μπορούσε να παράσχει, οι ουσιώδεις πτυχές της αφήγησής της κρίθηκαν εσωτερικά συνεπείς και εξωτερικά συμβατές με τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής και δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να κλονίσουν συνολικά την αξιοπιστία της. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δικαιολογείται η παραχώρηση του ευεργετήματος της αμφιβολίας σύμφωνα με το άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αποδέχεται ότι η Αιτήτρια προέρχεται από οικογενειακό περιβάλλον στενά συνδεδεμένο με την κοινότητα Bondo, ότι η μητέρα της ασκούσε τον παραδοσιακό ρόλο της Sowei, ότι ασκήθηκαν πιέσεις για την υποβολή της σε διαδικασία ΑΓΓΟ και ότι, παραχωρώντας το ευεργέτημα της αμφιβολίας σύμφωνα με το άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου, αποδεικνύεται σε ικανοποιητικό βαθμό ότι τον Δεκέμβριο του 2020 επιχειρήθηκε η υποβολή της σε μη ολοκληρωμένη διαδικασία ΑΓΓΟ. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός κρίνεται αξιόπιστος τόσο ως προς την εσωτερική όσο και ως προς την εξωτερική του αξιοπιστία.

 

Νομική εκτίμηση της εκπλήρωσης των ουσιαστικών

προϋποθέσεων για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας

 

Έχοντας ολοκληρώσει την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και εξακριβώσει, κατά το δυνατόν, τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, το Δικαστήριο προχωρεί στην υπαγωγή των αποδεδειγμένων πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοστέες διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου, προκειμένου να εξεταστεί κατά πόσον, υπό το φως των αποδεκτών ουσιωδών ισχυρισμών, πληρούνται οι προϋποθέσεις αναγνώρισης της Αιτήτριας ως πρόσφυγα ή, επικουρικώς, ως δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας.

 

Χρήσιμη είναι η επαναφορά στην μνήμη των προνοιών του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου δυνάμει του οποίου (έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου): 

 

«3.-(1) Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεωνείναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής, ή πρόσωπο, που δεν έχει ιθαγένεια, το οποίο, ενώ είναι εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του ως αποτέλεσμα αυτών των καταστάσεων, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο να επιστρέψει σ' αυτή και στο οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 5».

 

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα απαιτείται η σωρευτική συνδρομή των επιμέρους στοιχείων του ορισμού, ήτοι η ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης, η σύνδεση της δίωξης με έναν από τους λόγους της Σύμβασης της Γενεύης και η αδυναμία ή απροθυμία του κράτους καταγωγής να παράσχει αποτελεσματική προστασία.

 

Δεδομένου ότι έχει ήδη γίνει αποδεκτό πως η Αιτήτρια είναι υπήκοος Σιέρα Λεόνε και βρίσκεται εκτός της χώρας ιθαγένειάς της, αναζητώντας διεθνή προστασία στην Κυπριακή Δημοκρατία, τα στοιχεία αυτά πληρούνται και δεν αποτελούν αντικείμενο αμφισβήτησης. Απομένει, συνεπώς, να εξεταστεί εάν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης Αιτήτριας - εκτίμηση κινδύνου

 

Το πρώτο ερώτημα που απασχολεί είναι κατά πόσον υφίσταται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της Αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε. Προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου είναι η ύπαρξη φόβου, τόσο ως ενδιάθετης κατάστασης του αιτητή, ήτοι υποκειμενικός φόβος, όσο και ως πραγματικής κατάστασης, ήτοι αντικειμενικός φόβος. Με τον όρο «υποκειμενικό στοιχείο του φόβου» υποδηλώνεται συγκεκριμένο και επιτακτικό κίνητρο φυγής από τη χώρα καταγωγής.

 

Το υποκειμενικό στοιχείο του φόβου δεν απαιτεί να είναι αποδεδειγμένο ότι ο κίνδυνος θα επέλθει, αλλά να προκύπτει ότι η ίδια η Αιτήτρια αντιλαμβάνεται σοβαρά την πιθανότητα αυτή και ρυθμίζει τη συμπεριφορά της αναλόγως.

 

Εν προκειμένω, το υποκειμενικό στοιχείο του φόβου πληρούται, καθότι η Αιτήτρια, τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, εξέφρασε φόβο ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε, η οικογένειά της θα την εξανάγκαζε να ολοκληρώσει τη μύησή της στην κοινωνία Bondo και να υποβληθεί εκ νέου σε ΑΓΓΟ. Παράλληλα, περιέγραψε τον φόβο κοινωνικού αποκλεισμού λόγω της άρνησής της, αναφέροντας ότι θα θεωρείτο «βρώμικη» και ανεπαρκής ως γυναίκα, ότι δεν θα είχε φωνή ή δυνατότητα λήψης αποφάσεων, θα δυσκολευόταν να παντρευτεί και να αποκτήσει οικογένεια και δεν θα μπορούσε να ζήσει φυσιολογική ζωή. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία επανέλαβε τον φόβο εξαναγκαστικής υποβολής της σε ΑΓΓΟ και ένταξης στην κοινωνία Bondo.

 

Ως προς το αντικειμενικό στοιχείο, οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν πρέπει να εκτιμώνται με τρόπο αφηρημένο, αλλά σε συσχετισμό με το συνολικό πλαίσιο της κατάστασης που επικρατεί στη χώρα καταγωγής της. Κατά πάγια νομολογία, το αντικειμενικό στοιχείο δεν απαιτεί να αποδεικνύεται ότι η δίωξη θα επέλθει με βεβαιότητα. Αρκεί να προκύπτει, βάσει εξατομικευμένης και μελλοντοστραφούς εκτίμησης, ότι υφίσταται εύλογη πιθανότητα ("reasonable degree of likelihood") ο αιτητής να εκτεθεί σε πράξεις δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του.

 

Ο φόβος του αιτητή θεωρείται δικαιολογημένος εάν μπορεί να θεμελιωθεί, σε εύλογο βαθμό, ότι η επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του θα τον εξέθετε σε πραγματική πιθανότητα δίωξης. Η αξιολόγηση του «βασίμου» του φόβου είναι μελλοντοστραφής και συναρτάται με την εκτίμηση του κινδύνου υπό το φως των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών και των διαθέσιμων πληροφοριών χώρας καταγωγής.

 

Ως προς το αντικειμενικό στοιχείο του φόβου, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά στο πλαίσιο της αξιολόγησης της αξιοπιστίας της Αιτήτριας, ήτοι ότι η μητέρα της κατείχε τον παραδοσιακό ρόλο της Sowei, ότι επιχειρήθηκε η υποβολή της σε διαδικασία ακρωτηριασμού των γυναικείων γεννητικών οργάνων (ΑΓΓΟ), την οποία η ίδια αρνήθηκε, και ότι εξακολουθεί να αντιτίθεται στην ολοκλήρωση της μύησής της στην κοινότητα Bondo. Τα περιστατικά αυτά εξετάζονται σε συνδυασμό με τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, οι οποίες επιβεβαιώνουν ότι γυναίκες και κορίτσια που αρνούνται να υποβληθούν σε ΑΓΓΟ ή να ολοκληρώσουν τη μύησή τους στην κοινότητα Bondo ενδέχεται να αντιμετωπίσουν έντονη οικογενειακή και κοινωνική πίεση, στιγματισμό, περιθωριοποίηση και αποκλεισμό από ουσιώδεις πτυχές της κοινωνικής ζωής. Ειδικότερα, ενδέχεται να θεωρούνται μη ολοκληρωμένες γυναίκες, να αντιμετωπίζουν δυσχέρειες ως προς τη σύναψη γάμου και τη δημιουργία οικογένειας, να αποκλείονται από κοινωνικές και πολιτιστικές τελετές, από τη συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων και από την ανάληψη ηγετικών ή άλλων αναγνωρισμένων ρόλων στην κοινότητα, καθώς και να υφίστανται οικογενειακή απόρριψη και οικονομική εγκατάλειψη. Υπό τα δεδομένα αυτά, οι γενικές πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής αποκτούν συγκεκριμένη εφαρμογή στην ατομική περίπτωση της Αιτήτριας και καταδεικνύουν ότι ο προβαλλόμενος φόβος της δεν είναι υποθετικός ή θεωρητικός, αλλά στηρίζεται σε αντικειμενικά δεδομένα και είναι, ως εκ τούτου, δικαιολογημένος. 

 

Επισημαίνω πως το γεγονός ότι η Αιτήτρια κατόρθωσε να διαφύγει πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία της μύησής της δεν συνεπάγεται ότι ο κίνδυνος εξέλιπε. Αντιθέτως, εφόσον η διαδικασία μύησής της και η υποβολή της σε ΑΓΓΟ δεν ολοκληρώθηκαν, η ίδια εξακολουθεί να αρνείται να ενταχθεί στην κοινότητα Bondo και προέρχεται από οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο η μητέρα της κατείχε τη θέση της Sowei, ο κίνδυνος ολοκλήρωσης της διαδικασίας παραμένει ενεργός σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Αιτήτρια διατρέχει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης, ο οποίος είναι υπαρκτός και μελλοντοστραφής.

 

Συνιστά η μεταχείριση την οποία θα υποστεί η Αιτήτρια «πράξη δίωξης»;

 

Προκειμένου να διαπιστωθεί εάν η Αιτήτρια εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον η μεταχείριση που, βάσει των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών και της εκτίμησης κινδύνου, ευλόγως αναμένεται να υποστεί σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε συνιστά «πράξη δίωξης» κατά την έννοια του άρθρου 3Γ του Νόμου.

 

Η Σύμβαση της Γενεύης του 1951 δεν περιέχει ορισμό της έννοιας της δίωξης. Ωστόσο, από το άρθρο 33 αυτής συνάγεται ότι η απειλή κατά της ζωής ή της ελευθερίας για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα θεωρείται πάντοτε δίωξη. Άλλες σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων δύνανται επίσης, για τους ίδιους λόγους, να συνιστούν δίωξη.

 

Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι πράξεις δίωξης πρέπει να είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσης ή της επανάληψής τους, ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στο άρθρο 3Γ(2) του ίδιου Νόμου παρατίθεται μη εξαντλητικός κατάλογος πράξεων δίωξης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι πράξεις σωματικής ή ψυχικής βίας, συμπεριλαμβανομένων πράξεων σεξουαλικής βίας, καθώς και πράξεις που στοχεύουν το φύλο ή τα παιδιά.

 

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η έννοια της δίωξης δεν περιορίζεται σε απειλές κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας, αλλά καταλαμβάνει και μορφές σοβαρής σωματικής, ψυχικής ή έμφυλης βίας, όταν αυτές προσβάλλουν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα.

 

Η ανωτέρω ερμηνεία επιβεβαιώνεται και από τις Κατευθυντήριες οδηγίες της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες οι οποίες αναφέρουν ότι ο ΑΓΓΟ θεωρείται μορφή βίας με βάση το φύλο που προκαλεί σοβαρές συνέπειες, ψυχικές και σωματικές και ισοδυναμεί με δίωξη. Όλες οι μορφές ΑΓΓΟ παραβιάζουν μια σειρά από ανθρώπινα δικαιώματα των κοριτσιών και των γυναικών συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος στη μη διάκριση, στην προστασία από τη σωματική και την ψυχική βία, του δικαιώματος για το υψηλότερο δυνατό επίπεδο υγείας και στις πιο ακραίες περιπτώσεις, του δικαιώματος στη ζωή. Ο ΑΓΓΟ συνιστά επίσης βασανιστήρια και σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση όπως επιβεβαιώνεται από τη διεθνή νομολογία, από τα Ηνωμένα Έθνη, τις Ειδικές Διαδικασίες του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η επιστροφή ενός κοριτσιού ή γυναίκας σε μια χώρα όπου θα υποβληθεί σε ακρωτηριασμό γεννητικών οργάνων μπορεί επομένως να ισοδυναμεί με παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων.[26]

 

Το δωδέκατο εδάφιο του προοιμίου της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης καθόρισε κατωτέρω πως ο ΑΓΓΟ συνιστά παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων γεγονός το οποίο δεν πρέπει να παραγνωρίζεται: «Αναγνωρίζοντας με ιδιαίτερη ανησυχία ότι οι γυναίκες και τα κορίτσια συχνά εκτίθενται σε σοβαρές μορφές βίας, όπως η ενδοοικογενειακή βία, η σεξουαλική παρενόχληση, ο βιασμός, ο εξαναγκασμός σε σύναψη γάμου, τα εγκλήματα που διαπράττονται στο όνομα της ούτως-αποκαλουμένης "τιμής" και σε ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων, τα οποία συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των γυναικών και των κοριτσιών, καθώς και σοβαρό εμπόδιο στην επίτευξη ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών.»[27]

 

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο έχει ήδη αποδεχθεί ότι η Αιτήτρια κινδυνεύει, σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε, να υποβληθεί εκ νέου σε διαδικασία ακρωτηριασμού των γυναικείων γεννητικών οργάνων στο πλαίσιο της μύησής της στην κοινότητα Bondo. Η μεταχείριση αυτή συνεπάγεται σοβαρή προσβολή της σωματικής και ψυχικής της ακεραιότητας, στρέφεται αποκλειστικά κατά γυναικών λόγω του φύλου τους και ενέχει πραγματικό κίνδυνο πρόκλησης μόνιμων σωματικών και ψυχολογικών συνεπειών. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η προβαλλόμενη μεταχείριση εμπίπτει ευθέως στις πράξεις σωματικής και ψυχικής βίας, συμπεριλαμβανομένης της έμφυλης και σεξουαλικής βίας, που αναφέρονται στο άρθρο 3Γ(2) του περί Προσφύγων Νόμου και συνιστά πράξη δίωξης κατά την έννοια του άρθρου αυτού.

 

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι η μεταχείριση την οποία η Αιτήτρια ευλόγως κινδυνεύει να υποστεί σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της συνιστά πράξη δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Σύνδεση της δίωξης με λόγο της Σύμβασης - ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα

 

Ακολούθως, πρέπει να εξεταστεί εάν η πράξη δίωξης που διαπιστώθηκε συνδέεται με έναν από τους περιοριστικώς αναφερόμενους λόγους της Σύμβασης της Γενεύης.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3Γ(3) του περί Προσφύγων Νόμου, απαιτείται να υπάρχει συσχετισμός μεταξύ των λόγων που αναφέρονται στο άρθρο 3Δ και της πράξης δίωξης ή της έλλειψης προστασίας κατά των πράξεων αυτών.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3Δ(1)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου, η ομάδα θεωρείται ως ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα όταν, μεταξύ άλλων, τα μέλη της έχουν κοινά εγγενή χαρακτηριστικά ή κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί ή έχουν από κοινού χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδηση ώστε ένα πρόσωπο να μην πρέπει να αναγκάζεται να τις αποκηρύξει, και η ομάδα έχει ιδιαίτερη ταυτότητα στην οικεία χώρα, διότι γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική ομάδα από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο. Λαμβάνονται δεόντως υπόψη πτυχές συνδεόμενες με το φύλο κατά τον καθορισμό της ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση, κρίσιμος λόγος δίωξης είναι η ιδιότητα της Αιτήτριας ως μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, η οποία πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της υπόθεσης και των συνθηκών που επικρατούν στη Σιέρα Λεόνε.

 

Ειδικά δε ως προς τον προσδιορισμό της ιδιότητας μίας αιτήτριας ως μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας στη βάση του φύλου της, η Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες επισημαίνει στις κατευθυντήριες οδηγίες της σχετικά με τη δίωξη λόγω γένους, ότι «το φύλο μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της κατηγορίας της κοινωνικής ομάδας. Οι γυναίκες αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής υπο-ομάδας που καθορίζεται από έμφυτα και ανεπίδεκτα αλλαγής γνωρίσματα και συχνά απολαμβάνουν μεταχείριση διαφορετική από αυτή των αντρών. Τα χαρακτηριστικά τους τις ξεχωρίζουν ως κοινωνική ομάδα και σε κάποιες χώρες υπομένουν διαφορετικά κριτήρια και επίπεδο μεταχείρισης[28]

 

Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και το Εγχειρίδιο Δικαστικής Ανάλυσης για την Αναγνώριση Προσώπων ως Δικαιούχων Διεθνούς Προστασίας του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA), στο οποίο επισημαίνεται ότι: «Οι γυναίκες έχουν αναγνωριστεί ως υφιστάμενες δίωξη για λόγους που σχετίζονται με τη συμμετοχή τους σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα τόσο αποκλειστικά λόγω του φύλου τους όσο και ειδικότερα όπου σχηματίζουν υποομάδες. Όπως δήλωσε το Ανώτατο Δικαστήριο της Ιρλανδίας, «δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι γυναίκες, γενικά, ή γυναίκες που υφίστανται βία λόγω φύλου, μπορεί να αποτελούν μία συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα για τους σκοπούς της Σύμβασης.[29]»[30]

 

Σύμφωνα δε με το ίδιο εγχειρίδιο, μεταξύ των παραδειγμάτων τέτοιων υποομάδων γυναικών που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι αποτελούν ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, βάσει της νομολογίας των εθνικών δικαστηρίων των ευρωπαϊκών κρατών, περιλαμβάνονται και οι γυναίκες οι οποίες απειλούνται με έμφυλη βία.[31]

 

Η προσέγγιση αυτή επιβεβαιώθηκε και από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2024 στην υπόθεση C-621/21, WS[32], στην οποία κρίθηκε ότι, αναλόγως των συνθηκών που επικρατούν στη χώρα καταγωγής, τόσο οι γυναίκες της χώρας αυτής στο σύνολό τους όσο και μικρότερες ομάδες γυναικών που μοιράζονται πρόσθετο κοινό χαρακτηριστικό δύνανται να αποτελούν ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα κατά την έννοια του άρθρου 10 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Το ΔΕΕ επισήμανε ότι το ανήκειν στο γυναικείο φύλο αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό, ότι οι γυναίκες ενδέχεται να γίνονται αντιληπτές ως διακριτή ομάδα λόγω των κοινωνικών, ηθικών ή νομικών κανόνων που επικρατούν στη χώρα καταγωγής τους και ότι, όταν λόγω του φύλου τους εκτίθενται σε σωματική ή ψυχική βία, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής ή ενδοοικογενειακής βίας, μπορεί να αναγνωρίζονται ως ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.

 

Ειδικότερα ως προς τις γυναίκες και τα κορίτσια που κινδυνεύουν να υποβληθούν σε ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων, οι Κατευθυντήριες Οδηγίες της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες σχετικά με τον χειρισμό αιτημάτων διεθνούς προστασίας σε περιπτώσεις ΑΓΓΟ επισημαίνουν ότι τα πρόσωπα αυτά πληρούν συχνά τα κριτήρια της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, καθώς το φύλο και η ηλικία τους αποτελούν εγγενή και αμετάβλητα χαρακτηριστικά, ενώ η άρνησή τους να υποβληθούν σε μία τέτοια σωματική αλλοίωση συνδέεται άρρηκτα με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την άσκηση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.[33]

 

Περαιτέρω, ιδιαίτερη συνάφεια με την υπό κρίση υπόθεση παρουσιάζει η πρόσφατη ευρωπαϊκή νομολογία σχετικά με τον κίνδυνο υποβολής γυναικών και κοριτσιών σε ΑΓΓΟ στη Σιέρα Λεόνε. Ειδικότερα, με την απόφαση της 20.01.2025, το Διοικητικό Δικαστήριο του Μονάχου (Administrative Court of Munich) [34], εξετάζοντας αίτηση υπηκόου της Σιέρα Λεόνε που επικαλείτο κίνδυνο εξαναγκαστικής μύησης στην κοινότητα Bondo και υποβολής σε ΑΓΓΟ, αναγνώρισε ότι ο εξαναγκαστικός γυναικείος ακρωτηριασμός συνιστά δίωξη λόγω φύλου και σοβαρή προσβολή θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ισοδύναμη με βασανιστήριο ή απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση. Το Δικαστήριο διαπίστωσε, βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, ότι ο ΑΓΓΟ εξακολουθεί να εφαρμόζεται σε ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά στη Σιέρα Λεόνε, ιδίως στις κοινότητες της εθνοτικής ομάδας Mende, όπου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της μύησης στην κοινότητα Bondo.

 

Περαιτέρω, έκρινε ότι, παρά την ύπαρξη γενικών νομοθετικών διατάξεων για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δεν υφίσταται αποτελεσματική κρατική προστασία έναντι της πρακτικής αυτής, δεδομένης της ευρείας κοινωνικής αποδοχής της, της επιρροής των παραδοσιακών οργανώσεων και των περιορισμένων δυνατοτήτων των κρατικών αρχών να την αποτρέψουν.

 

Το Δικαστήριο έκρινε, περαιτέρω, ότι η αιτούσα εξακολουθούσε να διατρέχει υψηλό κίνδυνο να υποβληθεί σε εξαναγκαστική μύηση και FGM σε περίπτωση επιστροφής της, ενώ δεν μπορούσε ευλόγως να αναμένεται να μετεγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της χώρας, λαμβανομένων υπόψη της εκτεταμένης φτώχειας, της υψηλής ανεργίας, της απουσίας ουσιαστικών μηχανισμών κοινωνικής προστασίας, της εξάρτησης από τα οικογενειακά και κοινοτικά δίκτυα υποστήριξης, καθώς και της έλλειψης οποιουδήποτε υποστηρικτικού δικτύου για την ίδια. Υπό τις συνθήκες αυτές κατέληξε ότι η επιστροφή της θα την εξέθετε σε πραγματικό κίνδυνο απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης κατά το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ και ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα.

 

Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και η απόφαση της 31.10.2023 του Εθνικού Δικαστηρίου Ασύλου της Γαλλίας (Cour nationale du droit d'asile – CNDA) [35], με την οποία κρίθηκε ότι οι μη ακρωτηριασμένες γυναίκες, έφηβες και κοπέλες στη Σιέρα Λεόνε συνιστούν ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα κατά την έννοια του άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι η ύπαρξη ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας δεν εξαρτάται από τον αριθμό των μελών της, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο αυτά γίνονται αντιληπτά από την κοινωνία. Βάσει των πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, διαπίστωσε ότι ο ΑΓΓΟ εξακολουθεί να αποτελεί κοινωνικό κανόνα και αναπόσπαστο μέρος της μύησης στις γυναικείες μυστικές οργανώσεις στη Σιέρα Λεόνε, ενώ οι γυναίκες και τα κορίτσια που δεν έχουν υποβληθεί στην πρακτική αυτή αντιμετωπίζονται ως διακριτή ομάδα και κινδυνεύουν με κοινωνικό αποκλεισμό. Υπό τις περιστάσεις αυτές, αναγνώρισε ότι οι μη ακρωτηριασμένες γυναίκες και τα κορίτσια αποτελούν ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα και χορήγησε στην αιτούσα καθεστώς πρόσφυγα.

 

Περαιτέρω, οι Κατευθυντήριες Γραμμές της EASO σχετικά με την ιδιότητα μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας επισημαίνουν ότι, αναλόγως των συνθηκών που επικρατούν στη χώρα καταγωγής, ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα δύνανται να αποτελούν γυναίκες και κορίτσια που δεν έχουν υποβληθεί σε ΑΓΓΟ σύμφωνα με τις τοπικές παραδοσιακές πρακτικές ή εξακολουθούν να αρνούνται να υποβληθούν στην πρακτική αυτή[36] . Σύμφωνα με τις ίδιες Κατευθυντήριες Γραμμές, η ομάδα αυτή συγκροτείται από πρόσωπα που μοιράζονται κοινά εγγενή ή αμετάβλητα χαρακτηριστικά ή χαρακτηριστικά θεμελιώδη για την ταυτότητα και την ανθρώπινη αξιοπρέπειά τους, ενώ σε κοινωνίες όπου ο ΑΓΓΟ αποτελεί κρατούσα πρακτική, τα πρόσωπα αυτά ενδέχεται να αντιμετωπίζονται ως διακριτή ομάδα, να υφίστανται κοινωνικό στιγματισμό, εξοστρακισμό και δυσμενείς διακρίσεις λόγω της άρνησής τους να συμμορφωθούν με την επικρατούσα κοινωνική πρακτική.[37]

 

Εν προκειμένω, η Αιτήτρια συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά που απαιτεί το άρθρο 3Δ(1)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου. Το φύλο της αποτελεί εγγενές και αμετάβλητο χαρακτηριστικό, ενώ η άρνησή της να υποβληθεί σε ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων (ΑΓΓΟ) και να ολοκληρώσει τη μύησή της στην κοινότητα Bondo συνδέεται άμεσα με θεμελιώδεις πτυχές της προσωπικής της αυτονομίας, της σωματικής της ακεραιότητας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς της, ώστε δεν μπορεί ευλόγως να αναμένεται να εγκαταλείψει ή να αποκηρύξει τη στάση αυτή προκειμένου να αποφύγει τη δίωξη. Παράλληλα, από τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής προκύπτει ότι γυναίκες και κορίτσια που αρνούνται να υποβληθούν σε ΑΓΓΟ αντιμετωπίζονται ως διακριτή κοινωνική ομάδα, η οποία υφίσταται κοινωνικό στιγματισμό, αποκλεισμό και σοβαρές πιέσεις, γεγονός που της προσδίδει ιδιαίτερη κοινωνική ταυτότητα κατά την έννοια του άρθρου 3Δ του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Ενόψει όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Αιτήτρια ανήκει σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα αποτελούμενη από γυναίκες και κορίτσια στη Σιέρα Λεόνε που δεν έχουν υποβληθεί σε ΑΓΓΟ σύμφωνα με τις τοπικές παραδοσιακές πρακτικές ή εξακολουθούν να αρνούνται την υποβολή τους στην πρακτική αυτή. Η ομάδα αυτή συγκροτείται από πρόσωπα που μοιράζονται κοινά εγγενή και αμετάβλητα χαρακτηριστικά, καθώς και χαρακτηριστικά θεμελιώδη για την ταυτότητα, τη συνείδηση και την ανθρώπινη αξιοπρέπειά τους, ενώ αντιμετωπίζονται από την κοινωνία της χώρας καταγωγής ως διακριτή ομάδα. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της Αιτήτριας συνδέεται αιτιωδώς με την ιδιότητά της ως μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας και, συνεπώς, με έναν από τους λόγους δίωξης που προβλέπονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης και στο άρθρο 3Δ του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Η πράξη δίωξης δεν απορρέει από την ιδιότητα της Αιτήτριας ως γυναίκας αφηρημένα, αλλά από το γεγονός ότι, λόγω της ιδιότητάς της ως γυναίκας που αρνείται να ολοκληρώσει τη μύηση στην κοινότητα Bondo και να υποβληθεί σε ΑΓΓΟ, στοχοποιείται από την οικογένεια και το κοινωνικό της περιβάλλον.

 

Υπάρχει υπεύθυνος φορέας δίωξης;

 

Ακολούθως, εξετάζεται η ύπαρξη φορέα δίωξης. Σύμφωνα με το άρθρο 3Α του περί Προσφύγων Νόμου, φορείς δίωξης ή σοβαρής βλάβης δύνανται να είναι το κράτος, ομάδες ή οργανώσεις που ελέγχουν το κράτος ή ουσιώδες μέρος του εδάφους του, καθώς και μη κρατικοί φορείς, εφόσον μπορεί να αποδειχθεί ότι το κράτος ή οι λοιποί φορείς προστασίας αδυνατούν ή δεν επιθυμούν να παράσχουν αποτελεσματική προστασία έναντι της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης.

 

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο φορέας δίωξης είναι μη κρατικός. Ειδικότερα, ο κίνδυνος που αντιμετωπίζει η Αιτήτρια προέρχεται από την οικογένειά της και ιδίως από τη μητέρα της, η οποία, υπό την ιδιότητά της ως Sowei, επιδιώκει την ολοκλήρωση της μύησής της στην κοινότητα Bondo και την υποβολή της σε ΑΓΓΟ, καθώς και από το ευρύτερο κοινωνικό και κοινοτικό περιβάλλον που επιβάλλει και αναπαράγει την πρακτική αυτή. Οι φορείς αυτοί δεν αποτελούν κρατικά όργανα, αλλά μη κρατικούς φορείς κατά την έννοια του άρθρου 3Α του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Κατά συνέπεια, απομένει να εξεταστεί κατά πόσον οι αρμόδιες κρατικές αρχές της Σιέρα Λεόνε είναι πρόθυμες και ικανές να παράσχουν στην Αιτήτρια αποτελεσματική και μη προσωρινή προστασία έναντι του κινδύνου αυτού. 

 

Δυνατότητα εγχώριας προστασίας - Υπάρχει αποτελεσματική και διαρκής προστασία κατά των πράξεων δίωξης στην περιοχή καταγωγής της Αιτήτριας;

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3Β του περί Προσφύγων Νόμου, προστασία μπορεί να παρέχεται από το κράτος ή από ομάδες ή οργανώσεις που ελέγχουν το κράτος ή ουσιώδες μέρος του εδάφους του, υπό την προϋπόθεση ότι επιθυμούν και είναι σε θέση να προσφέρουν προστασία. Η προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης πρέπει να είναι αποτελεσματική και μη προσωρινή και παρέχεται, κατά κανόνα, όταν οι φορείς προστασίας λαμβάνουν εύλογα μέτρα για να αποτρέψουν τη δίωξη, μεταξύ άλλων με τη λειτουργία αποτελεσματικού νομικού συστήματος για τον εντοπισμό, την ποινική δίωξη και τον κολασμό των πράξεων δίωξης, και όταν ο αιτητής έχει πρόσβαση στην προστασία αυτή.

 

Ως προς το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο, από τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής προκύπτει ότι στη Σιέρα Λεόνε δεν έχει θεσπιστεί ειδική νομοθεσία που να απαγορεύει και να ποινικοποιεί ρητώς τον ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων (ΑΓΓΟ). Το Σύνταγμα της χώρας περιλαμβάνει γενικές διατάξεις προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, χωρίς ειδική αναφορά στη βία κατά γυναικών και κοριτσιών ή στις επιβλαβείς παραδοσιακές πρακτικές. Ο Νόμος για τα Δικαιώματα του Παιδιού (2007) καθορίζει το νομοθετικό πλαίσιο προστασίας των ατόμων κάτω των 18 ετών, ορίζοντας στο Άρθρο 2 ο ΑΓΓΟ ως «κόψιμο ή αφαίρεση οποιουδήποτε μέρους των γυναικείων γεννητικών οργάνων». Το Άρθρο 33(1) αναφέρει ότι κανένα παιδί δεν πρέπει να υποβάλλεται σε βασανιστήρια ή άλλη σκληρή, απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση, συμπεριλαμβανομένων πολιτιστικών πρακτικών που βλάπτουν τη σωματική και ψυχική ευημερία του. Ωστόσο, οι αρχηγοί κοινοτήτων που εφαρμόζουν τον ΑΓΓΟ άσκησαν πίεση ώστε να αφαιρεθεί ο ΑΓΓΟ από το Άρθρο 46 του Νόμου, το οποίο αρχικά απαγόρευε και ποινικοποιούσε τη πρακτική σε παιδιά κάτω των 18 ετών».[38]

 

Περαιτέρω, οι διαθέσιμες πληροφορίες καταδεικνύουν ότι η εφαρμογή των γενικών αυτών διατάξεων δεν παρέχει ουσιαστική προστασία στις γυναίκες και τα κορίτσια που κινδυνεύουν να υποβληθούν σε ΑΓΓΟ. Σύμφωνα με την Orchid Project, περιστατικά θανάτων γυναικών συνεπεία επιπλοκών από ΑΓΓΟ εξακολουθούν να καταγράφονται στη Σιέρα Λεόνε, χωρίς να ακολουθούν αποτελεσματικές ποινικές διώξεις. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της 21χρονης Maseray Sei, η οποία απήχθη, υποβλήθηκε σε ΑΓΓΟ και απεβίωσε από τις επιπλοκές της διαδικασίας, χωρίς τελικά να υπάρξει καταδίκη των υπευθύνων[39]. Αντίστοιχα, η Equality Now ανέφερε ότι μέχρι το 2022 δεν είχαν καταγραφεί γνωστές ποινικές διώξεις για περιστατικά ΑΓΓΟ[40], ενώ, μολονότι η Amnesty International κατέγραψε μία υπόθεση στην οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη μετά τον θάνατο νεαρής γυναίκας που είχε υποβληθεί σε ΑΓΓΟ[41], η μεμονωμένη αυτή περίπτωση δεν αναιρεί τη γενική εικόνα περιορισμένης εφαρμογής του ποινικού δικαίου έναντι της συγκεκριμένης πρακτικής.

 

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η επίσημη διευκρίνιση του Κοινοβουλίου της Σιέρα Λεόνε, όπως δημοσιεύθηκε από το Sierra Leone Monitor, με την οποία διαψεύστηκαν οι αναφορές ότι ο Νόμος περί Δικαιωμάτων του Παιδιού του 2025 εισήγαγε πρόστιμα ή ποινικές κυρώσεις για την πρακτική του ΑΓΓΟ[42]. Αντιθέτως, το ίδιο το Κοινοβούλιο διευκρίνισε ότι ο νέος νόμος δεν ποινικοποιεί τον γυναικείο ακρωτηριασμό, επιβεβαιώνοντας ότι εξακολουθεί να μην υφίσταται ειδική νομοθετική απαγόρευση της πρακτικής αυτής[43].

 

Παράλληλα, οι πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής καταδεικνύουν ότι οι μυστικές κοινότητες, μεταξύ των οποίων η Bondo για τις γυναίκες, εξακολουθούν να ασκούν ιδιαίτερα ισχυρή κοινωνική και πολιτική επιρροή. Σύμφωνα με το Bertelsmann Stiftung: «…οι βαθιά ριζωμένες μυστικές κοινότητες (Poro για αγόρια και Sande για κορίτσια) έχουν σημαντική επιρροή και αποτελούν παράλληλα σώματα λήψης αποφάσεων. Τα περισσότερα αγόρια και κορίτσια υποβάλλονται σε τελετές μύησης, και μπορεί να θεωρηθεί ότι ένας σημαντικός αριθμός πολιτικών εκπροσώπων είναι επίσης μέλη αυτών των μυστικών κοινοτήτων».[44]

 

Η πραγματικότητα αυτή περιορίζει ουσιωδώς την αποτελεσματικότητα των κρατικών μηχανισμών προστασίας και δυσχεραίνει την εφαρμογή οποιωνδήποτε μέτρων αποτροπής της πρακτικής του ΑΓΓΟ.

 

Τα ανωτέρω ευρήματα επιβεβαιώνονται και από την απόφαση της 20.01.2025 του Διοικητικού Δικαστηρίου του Μονάχου[45], το οποίο διαπίστωσε ότι, παρά την ύπαρξη γενικών νομοθετικών διατάξεων προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των παιδιών, στη Σιέρα Λεόνε δεν υφίσταται αποτελεσματική απαγόρευση του ΑΓΓΟ. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι τα μνημόνια συνεργασίας που είχαν συναφθεί σε ορισμένες περιοχές μεταξύ των τοπικών αρχόντων και των παραδοσιακών περιτόμων δεν είχαν δεσμευτική νομική ισχύ, ενώ η ευρεία κοινωνική αποδοχή της πρακτικής, η επιρροή των μυστικών οργανώσεων και του National Sowei Council, καθώς και οι γενικότερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της χώρας, υπονομεύουν ουσιωδώς τόσο τη βούληση όσο και την ικανότητα των κρατικών αρχών να παρέχουν αποτελεσματική προστασία στις γυναίκες που κινδυνεύουν να υποστούν ΑΓΓΟ.

 

Από το σύνολο των ανωτέρω πληροφοριών προκύπτει ότι, παρά την ύπαρξη γενικών διατάξεων περί προστασίας από τη βία και την κακομεταχείριση, η έννομη τάξη της Σιέρα Λεόνε εξακολουθεί να μην προβλέπει ειδική ποινικοποίηση του ΑΓΓΟ ούτε αποτελεσματικό μηχανισμό πρόληψης και καταστολής της πρακτικής αυτής. Οι διαθέσιμες πληροφορίες καταδεικνύουν ότι οι ποινικές διώξεις για περιστατικά ΑΓΓΟ είναι εξαιρετικά περιορισμένες, ενώ η έντονη κοινωνική αποδοχή της πρακτικής, η επιρροή των παραδοσιακών μυστικών οργανώσεων και των Sowei, καθώς και η συμμετοχή ή ανοχή τοπικών παραγόντων εξουσίας, περιορίζουν ουσιωδώς τόσο τη βούληση όσο και την ικανότητα των κρατικών αρχών να παρέχουν πραγματική και αποτελεσματική προστασία στις γυναίκες και τα κορίτσια που αρνούνται να υποβληθούν σε ΑΓΓΟ.

 

Υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, η διαπίστωση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα. Η Αιτήτρια δεν κινδυνεύει από άγνωστα πρόσωπα, αλλά από το ίδιο το οικογενειακό και κοινοτικό της περιβάλλον, δεδομένου ότι η μητέρα της κατέχει τη θέση της Sowei και, σύμφωνα με τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά, επιδιώκει την ολοκλήρωση της μύησής της στην κοινότητα Bondo και την υποβολή της σε ΑΓΓΟ. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια θα μπορούσε, σε περίπτωση επιστροφής της, να προσφύγει αποτελεσματικά στις κρατικές αρχές ώστε να αποτρέψει την ολοκλήρωση της μύησης και την υποβολή της στην πρακτική αυτή.

 

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι, ως προς το ιδιαίτερο προφίλ και τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, δεν υφίσταται στη Σιέρα Λεόνε αποτελεσματική και μη προσωρινή προστασία κατά την έννοια του άρθρου 3Β του περί Προσφύγων Νόμου. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί ευλόγως να αναμένεται ότι οι αρμόδιες κρατικές αρχές της χώρας καταγωγής θα είναι σε θέση ή θα επιθυμούν να την προστατεύσουν από τις πράξεις δίωξης που αντιμετωπίζει σε περίπτωση επιστροφής της.

 

Υπάρχει δυνατότητα μετεγκατάστασης;

 

Ακολούθως, εξετάζεται κατά πόσον η Αιτήτρια δύναται να τύχει αποτελεσματικής προστασίας μέσω εσωτερικής μετεγκατάστασης σε άλλη περιοχή της χώρας καταγωγής της. Δυνάμει του άρθρου 12Γ(1) του περί Προσφύγων Νόμου, ο Προϊστάμενος δύναται να αποφασίσει ότι ο αιτητής δεν χρήζει διεθνούς προστασίας, εφόσον σε τμήμα της χώρας ιθαγένειάς του δεν υφίσταται βάσιμος φόβος δίωξης ή πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης ή υπάρχει πρόσβαση σε αποτελεσματική προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης και ο αιτητής μπορεί νομίμως, με ασφάλεια και ευλόγως να μεταβεί και να εγκατασταθεί στην περιοχή αυτή.

 

Σύμφωνα με τις Κατευθυντήριες Γραμμές αρ. 4 της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, κατά την εξέταση της δυνατότητας εσωτερικής μετεγκατάστασης πρέπει να αξιολογείται τόσο ο ασφαλής, όσο και ο εύλογος χαρακτήρας της μετεγκατάστασης. Σε περίπτωση φόβου δίωξης από μη κρατικό φορέα, λαμβάνονται υπόψη η δυνατότητα και το κίνητρο του φορέα δίωξης να εντοπίσει τον αιτητή στην προτεινόμενη περιοχή, καθώς και η δυνατότητα των αρχών να παρέχουν προστασία. Περαιτέρω, σε περιπτώσεις έμφυλης δίωξης, η αδυναμία του κράτους να παράσχει προστασία σε μία περιοχή δύναται να αποτελεί ένδειξη ότι δεν θα είναι σε θέση ή δεν θα επιθυμεί να παράσχει προστασία και σε άλλη περιοχή.

 

Το Δικαστήριο εξετάζει πρωτίστως κατά πόσον η Αιτήτρια διαθέτει σε άλλη περιοχή της Σιέρα Λεόνε πραγματικό και αποτελεσματικό υποστηρικτικό δίκτυο, ικανό να καταστήσει εύλογη την εσωτερική μετεγκατάστασή της.

 

Από τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η Αιτήτρια καταγόταν από την πόλη Lunsar, ενώ λίγους μήνες πριν από την αναχώρησή της εγκαταστάθηκε στην πόλη Makeni, όπου διέμεινε μαζί με τον σύντροφό της και ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευσή της. Όπως η ίδια ανέφερε, μετά την απόπειρα υποβολής της σε ΑΓΓΟ κατέφυγε στην οικία του συντρόφου της, ο οποίος της παρείχε στέγαση και οικονομική υποστήριξη μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα.

 

Εντούτοις, τα στοιχεία αυτά δεν επαρκούν ώστε να συναχθεί ότι ο εν λόγω σύντροφος εξακολουθεί μέχρι σήμερα να αποτελεί πραγματικό, σταθερό και αποτελεσματικό υποστηρικτικό δίκτυο. Ειδικότερα, κατά τη διοικητική διαδικασία δεν διερευνήθηκε κατά πόσον η σχέση και η επικοινωνία τους συνεχίζονται, εάν ο ίδιος εξακολουθεί να διαμένει στο Makeni, εάν είναι πρόθυμος και οικονομικά ικανός να την υποδεχθεί εκ νέου ή εάν δύναται να της παράσχει μακροχρόνια προστασία έναντι της οικογένειάς της και των μελών της κοινότητας Bondo. Συνεπώς, η προηγούμενη υποστήριξή του μπορεί να συνεκτιμηθεί ως θετικό πραγματικό στοιχείο, δεν αρκεί όμως αφ' εαυτής για να θεμελιώσει την ύπαρξη υφιστάμενου και βιώσιμου υποστηρικτικού δικτύου, ικανού να καταστήσει εύλογη την εσωτερική μετεγκατάσταση της Αιτήτριας.

 

Περαιτέρω, από τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής προκύπτει ότι οι δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν γυναίκες με το προφίλ της Αιτήτριας δεν περιορίζονται στην περιοχή καταγωγής της, αλλά συνδέονται με ευρύτερες κοινωνικές, πατριαρχικές, εθιμικές και οικογενειακές δομές που διατρέχουν τη χώρα. Ειδικότερα, σύμφωνα με την EUAA, οι ανύπανδρες γυναίκες στη Σιέρα Λεόνε, ιδίως όταν στερούνται οικογενειακού ή άλλου υποστηρικτικού δικτύου, αντιμετωπίζουν ουσιώδεις και σωρευτικές δυσχέρειες ως προς την εξασφάλιση στέγης, την πρόσβαση στην απασχόληση, στην υγειονομική περίθαλψη, στην οικονομική αυτονομία και στην κοινωνική προστασία, ενώ εκτίθενται σε αυξημένο κίνδυνο φτώχειας, οικονομικής εκμετάλλευσης και έμφυλης ή σεξουαλικής βίας[46].

 

Ακόμη όμως και αν υποτεθεί ότι ο σύντροφός της εξακολουθεί να διαμένει στο Makeni και να επιθυμεί να τη συνδράμει, το στοιχείο αυτό, αφ’ εαυτού, δεν αρκεί για να καταστήσει εύλογη την εσωτερική μετεγκατάστασή της. Ειδικότερα, δεν αναιρεί τα συμπεράσματα περί έλλειψης αποτελεσματικής κρατικής προστασίας έναντι του κινδύνου εξαναγκαστικής υποβολής της σε ΑΓΓΟ ούτε τη γενικευμένη κοινωνική πίεση και τον κοινωνικό αποκλεισμό που, σύμφωνα με τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, αντιμετωπίζουν οι γυναίκες με το προφίλ της Αιτήτριας.

 

Πέραν των ανωτέρω, το Δικαστήριο έχει ήδη διαπιστώσει ότι, ως προς το ιδιαίτερο προφίλ της Αιτήτριας, οι κρατικές αρχές της Σιέρα Λεόνε δεν είναι σε θέση να της παράσχουν αποτελεσματική και μη προσωρινή προστασία έναντι του κινδύνου εξαναγκαστικής υποβολής της σε ΑΓΓΟ. Η διαπίστωση αυτή δεν περιορίζεται στην περιοχή καταγωγής της, αλλά συνδέεται με τη γενικευμένη κοινωνική αποδοχή της πρακτικής, την επιρροή των μυστικών οργανώσεων και των Sowei, καθώς και με τις διαρθρωτικές αδυναμίες των κρατικών μηχανισμών προστασίας που παρατηρούνται σε εθνικό επίπεδο.

 

Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 12Γ του περί Προσφύγων Νόμου. Η Αιτήτρια δεν μπορεί να μετακινηθεί με ασφάλεια και ευλόγως σε άλλη περιοχή της Σιέρα Λεόνε, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη πραγματικού και σταθερού υποστηρικτικού δικτύου, ενώ, όπως ήδη διαπιστώθηκε, δεν υφίσταται αποτελεσματική κρατική προστασία έναντι του κινδύνου εξαναγκαστικής υποβολής της σε ΑΓΓΟ. Ως εκ τούτου, αποκλείεται η δυνατότητα ασφαλούς και εύλογης εσωτερικής μετεγκατάστασης.

 

Ως προς τον προβαλλόμενο διαδικαστικό λόγο ακύρωσης

 

Πριν από την καταληκτική κρίση του Δικαστηρίου, κρίνεται αναγκαίο να επισημανθούν τα ακόλουθα σε σχέση με τον αυτοτελώς προβαλλόμενο διαδικαστικό ισχυρισμό της Αιτήτριας περί παράλειψης των Καθ’ ων η αίτηση να ενεργοποιήσουν τις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου αναφορικά με την παραπομπή της σε εξειδικευμένο ιατρό ή και ψυχολόγο και να προβούν σε ουσιαστική αξιολόγηση της ευαλωτότητάς της. Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως επισημάνει (Βλ. για παράδειγμα F.E.A.[47] και A.N.I.[48]) ότι πλημμέλειες της διοικητικής διαδικασίας που ανάγονται σε στάδια τα οποία προηγούνται λογικά και χρονικά της αξιολόγησης της αξιοπιστίας του αιτούντως δύνανται, αναλόγως των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης, να καθιστούν αναγκαία την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς εξέταση της ουσίας, εφόσον η θεραπεία τους θα συνεπαγόταν ανεπίτρεπτη υποκατάσταση της Διοίκησης από το Δικαστήριο. Στην παρούσα όμως υπόθεση συντρέχουν διαφορετικά πραγματικά και δικονομικά δεδομένα. Κατά την άσκηση της πλήρους ex nunc δικαιοδοσίας του, το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε ενώπιόν του το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, συμπεριλαμβανομένης της προφορικής μαρτυρίας της Αιτήτριας και των μεταγενέστερων ιατρικών και ψυχιατρικών γνωματεύσεων, και διέθετε όλα τα αναγκαία στοιχεία για να προβεί το ίδιο σε πλήρη και ασφαλή αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της και των αναγκών διεθνούς προστασίας της, χωρίς να απαιτείται η υποκατάσταση της Διοίκησης ως προς την άσκηση πρωτογενούς διοικητικής αρμοδιότητας. Υπό τα δεδομένα αυτά, η εξέταση του συγκεκριμένου διαδικαστικού ισχυρισμού δεν είναι αναγκαία για την επίλυση της παρούσας διαφοράς ούτε δύναται να οδηγήσει σε ευνοϊκότερη έννομη συνέπεια για την Αιτήτρια και, ως εκ τούτου, παρέλκει.

 

ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

 

Συνεκτιμώντας το σύνολο των αποδεκτών ουσιωδών ισχυρισμών της Αιτήτριας, τις διαθέσιμες και αξιόπιστες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής της, τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των λοιπών ευρωπαϊκών δικαστηρίων, καθώς και την εξατομικευμένη εκτίμηση του προσωπικού της προφίλ, της ηλικίας της και της ιδιαίτερης ευαλωτότητάς της ως γυναίκας που έχει ήδη υποστεί απόπειρα εξαναγκαστικής υποβολής σε ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων (ΑΓΓΟ) και εξακολουθεί να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο ολοκλήρωσης της πρακτικής αυτής σε περίπτωση επιστροφής της, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η Αιτήτρια έχει τεκμηριώσει, έχει αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό πιθανολόγησης που διέπει το προσφυγικό δίκαιο , βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Το Δικαστήριο κρίνει ότι η δίωξη αυτή συνδέεται αιτιωδώς με έναν από τους λόγους της Σύμβασης της Γενεύης και συγκεκριμένα με την ιδιότητα της Αιτήτριας ως μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, αποτελούμενης από γυναίκες και κορίτσια στη Σιέρα Λεόνε που αρνούνται να υποβληθούν σε ΑΓΓΟ και να ολοκληρώσουν τη μύησή τους στην κοινότητα Bondo, οι οποίες, λόγω των κοινωνικών, οικογενειακών και εθιμικών δομών της χώρας καταγωγής τους, αντιμετωπίζονται ως διακριτή κοινωνική ομάδα και εκτίθενται σε κοινωνικό στιγματισμό, αποκλεισμό και σοβαρό κίνδυνο εξαναγκασμού.

 

Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κίνδυνος προέρχεται από μη κρατικούς φορείς δίωξης, έναντι των οποίων οι κρατικές αρχές της Σιέρα Λεόνε δεν είναι σε θέση ή δεν επιθυμούν να παράσχουν αποτελεσματική και μη προσωρινή προστασία, κατά την έννοια του άρθρου 3Β του περί Προσφύγων Νόμου. Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη ασφαλούς και εύλογης δυνατότητας εσωτερικής μετεγκατάστασης σύμφωνα με το άρθρο 12Γ του ίδιου Νόμου.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις αναγνώρισης της Αιτήτριας ως πρόσφυγα κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου και του άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης.

 

Ως εκ των ανωτέρω, η προσφυγή επιτυγχάνει ως προς την αιτούμενη υπό το στοιχείο (Α) του αιτητικού της θεραπεία, με έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

Η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται δυνάμει του άρθρου 146(4)(δ) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν. 73(Ι)/2018), και η Αιτήτρια αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

           

                                                                                   

Ε. Ρήγα,  Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 



[1] EUAA - Practical Guide and Tools, Practical Guide on Evidence and Risk Assessment, January 2024, σ. 8

https://www.euaa.europa.eu/publications/practical-guide-evidence-and-risk-assessment

 

[3] UNICEF, 'Female Genital Mutilation/ Cutting' (2013), σ. 27

https://data.unicef.org/resources/fgm-statistical-overview-and-dynamics-of-change/

[4] UNICEF, 'Female Genital Mutilation Country Profiles: Sierra Leone' (2025)

https://data.unicef.org/resources/fgm-country-profiles/

[5] EUAA- European Union Agency for Asylum (10 November 2023) Query response on Sierra Leone: Female genital mutilation (FGM) for married women (January 2020 - November 2023), 10 November 2023, σ. 3 https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2023_11_EUAA_COI_Query_Response_Q58_Sierra_Leone_Female_Genital_Mutilation.pdf

USDOS - United States Department of State, 2023 Country Reports on Human Rights Practices: Sierra Leone, 22 August 2024, σ. 9

https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/sierra-leone/ ;

Freedom House, Freedom in the World 2024: Sierra Leone, 2024, under G.3, https://freedomhouse.org/country/sierra-leone/freedom-world/2024;

Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Sierra Leone 2024, 29 April 2025, https://www.ecoi.net/en/document/2124673.html ;

Orchid Project, Data Update: FGM/C in Sierra Leone (March 2025), σ. 8

https://www.fgmcri.org/media/uploads/Country%20Research%20and%20Resources/Sierra%20Leone/Sierra_leone_data_update_report_-_v1_march_2025.pdf

[7] British Medical Journal, Sierra Leone comes under pressure to outlaw FGM after three girls die, 13 February 2024

https://www.bmj.com/content/384/bmj.q382

[8] UNICEF, Sierra Leone: Case study Review of Technology-Based Interventions to Address Child Marriage and Female Genital Mutilation, σ. 92

https://www.unicef.org/documents/review-technology-based-interventions-address-child-marriage-and-female-genital

[9]UNICEF DATA, A Statistical Overview of Female Genital Mutilation in Sierra Leone, 2025

https://data.unicef.org/wp-content/uploads/cp/fgm/FGM_SLE.pdf

[10] EUAA- European Union Agency for Asylum (10 November 2023) Query response on Sierra Leone: Female genital mutilation (FGM) for married women (January 2020 - November 2023), 10 November 2023, σ. 4 https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2023_11_EUAA_COI_Query_Response_Q58_Sierra_Leone_Female_Genital_Mutilation.pdf

[11] United Nations, Statement at the conclusion of the visit to Sierra Leone by the Special Rapporteur on freedom of religion or belief, Mr. Heiner Bielefeldt 5 July 2013

https://www.ohchr.org/en/statements-and-speeches/2013/07/statement-conclusion-visit-sierra-leone-special-rapporteur-freedom

[12] EUAA, SIERRA LEONE, Conversion from Islam to Christianity January 2022 – 7 June 2024, 10 June 2024

https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-query-sierra-leone-conversion-islam-christianity

[13] Refugee Documentation Centre, Sierra Leone - Information on succession in the poros secret society; if the eldest son refuses to take over what are the consequences for such refusal; any other general information about the poros / bondo secret society in sierra leone. are there consequences for refusal to FGM for a child by bondo family? what age does the bondo society stops to force a child to go through FGM?, Μάιος 2025

https://coi.euaa.europa.eu/administration/ireland/PLib/2025_05_Sierra_Leone_Bondo_and_Poro_Society.pdf

[14] International Human Rights Center (Loyola Law School), NGO Joint Parallel Report on Sierra Leone's First Report on the Implementation of the International Covenant on Economic, Social and Cultural Rights (Female genital mutilation (FGM), Ιανουάριος 2024, σελ. 4

 https://sciencefordemocracy.org/uploads/2020/06/CESCR-Sierra-Leone-NGO-Joint-Parallel-Report-74th-Pre-Sessional-Working-Group.pdf

[15] Orchid Project, Sierra Leone, Key Findings

https://www.fgmcri.org/country/sierra-leone/?utm_source

[16]  Ό. π.

[17] Joint submission-Desert Flower Africa, International Human Rights Center, Loyola Law School and Science for Democracy, published by CESCR - UN Committee on Economic, Social and Cultural Rights: Info from Civil Society Organizations (for LOIs), 8 January 2024

https://tbinternet.ohchr.org/_layouts/15/treatybodyexternal/Download.aspx?symbolno=INT%2FCESCR%2FICO%2FSLE%2F57033&Lang=en, paras 10-11

[18] Nabateregga, I. in EASO COI Meeting Report, Female Genital Mutilation/ Cutting (FGMC) & COI, 25-26 October 2016

https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/FGMMeetingreport25-26October2016.pdf, pp. 49-51; 28 Too Many, Country Profile: FGM in Sierra Leone, June 2014

 https://www.refworld.org/docid/54bce6334.html

[19] Irish Times (The), The girls and women risking everything by refusing female genital mutilation, 20 June 2022

https://www.irishtimes.com/health/your-wellness/2022/06/23/the-girls-and-women-risking-everything-by-refusing-female-genital-mutilation/

[20] The Guardian org., ‘The matter is in his hands alone’: president of Sierra Leone urged to ban FGM as court rules it tantamount to torture, 28 July 2025

https://www.theguardian.com/global-development/2025/jul/28/the-matter-is-in-his-hands-alone-president-of-sierra-leone-urged-to-ban-fgm-as-court-rules-it-tantamount-to-torture

[21] EASO COI Meeting Report Female Genital Mutilation/ Cutting (FGM/C) & COI, 25-26 October 2016 Malta, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/FGMMeetingreport25-26October2016.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/05/2026)

[22] WHO, Sexual and Reproductive Health and Research (SRH) Including the Human Reproduction Special Programme (HRP), Female Genital Mutilation - Health risks of female genital mutilation

https://www.who.int/teams/sexual-and-reproductive-health-and-research-(srh)/areas-of-work/female-genital-mutilation/health-risks-of-female-genital-mutilation

 

[23] EUAA, Practical Guide on Evidence and Risk Assessment, January 2021, σ. 64

https://www.euaa.europa.eu/publications/practical-guide-evidence-and-risk-assessment

 

 

[24] EUAA, Practical Guide on Evidence and Risk Assessment, February 2024, σ. 78-79

https://www.euaa.europa.eu/publications/practical-guide-evidence-and-risk-assessment

[25] WHO, Sexual and Reproductive Health and Research (SRH) Including the Human Reproduction Special Programme (HRP), Female Genital Mutilation - Health risks of female genital mutilation

https://www.who.int/teams/sexual-and-reproductive-health-and-research-(srh)/areas-of-work/female-genital-mutilation/health-risks-of-female-genital-mutilation ;

UNFPA, Female genital mutilation (FGM) frequently asked questions

https://www.unfpa.org/resources/female-genital-mutilation-fgm-frequently-asked-questions

 

 

 

[26] UNHCR, Guidance note on refugee claims relating to Female Genital Mutilation, May 2009, σ. 5-6

https://www.refworld.org/pdfid/4a0c28492.pdf

 

[28] Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, Δίωξη λόγω γένους στα πλαίσια ερμηνείας του άρθρου 1 Α (2)  της Σύμβασης του 1951 και / ή του Πρωτοκόλλου του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων, 7 May 2002, HCR/GIP/02/01, σ. 8 παράγραφος 30

 https://www.refworld.org/docid/3d36f1c64.html 

[29] High Court (Ireland), Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2016, SM v Refugee Appeals Tribunal, [2016] IEHC 638παρα. 54, https://www.bailii.org/ie/cases/IEHC/2016/H638.html

[30]EUAAQualification for International ProtectionJudicial analysis, Ιανουάριος 2023, σ. 100

https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-01/Qualification_international_protection_judicial_analysis_2nd_edition_0.pdf 

[31] EUAAQualification for International ProtectionJudicial analysisΙανουάριος 2023, σ. 101

https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-01/Qualification_international_protection_judicial_analysis_2nd_edition_0.pdf 

[32] Aπόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 16ης Ιανουαρίου 2024 - WS κατά Intervyuirasht organ na Darzhavna agentsia za bezhantsite pri Ministerskia savet

https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/SUM/?uri=CELEX:62021CJ0621

[33] UNHCR, GUIDANCE NOTE ON REFUGEE CLAIMS RELATING TO FEMALE GENITAL MUTILATION, May 2009, σ. 12 παράγραφος 23

https://www.refworld.org/policy/legalguidance/unhcr/2009/en/65361

[34] Administrative Court of Munich, απόφαση της 20.01.2025, διαθέσιμη στη βάση νομολογίας της EUAA: https://caselaw.euaa.europa.eu/pages/viewcaselaw.aspx?CaseLawID=5497&returnurl=%2fPages%2fsearch.aspx

 

[35] Cour nationale du droit d'asile (CNDA), απόφαση της 31.10.2023, διαθέσιμη στη βάση νομολογίας της EUAA: https://caselaw.euaa.europa.eu/pages/viewcaselaw.aspx?CaseLawID=3817&returnurl=%2fPages%2fsearch.aspx

[36] Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO) "Κατευθυντήριες γραμμές της σχετικά με την ιδιότητα μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας", σ. 23-24

https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/EASO-Guidance-MPSG-EL.pdf 

[37] Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO) "Κατευθυντήριες γραμμές της σχετικά με την ιδιότητα μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας", σ. 24

https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/EASO-Guidance-MPSG-EL.pdf 

[38] Orchid Project, Data Update: FGM/C in Sierra Leone (March 2025), σ. 8  

https://www.fgmcri.org/media/uploads/Country%20Research%20and%20Resources/Sierra%20Leone/Sierra_leone_data_update_report_-_v1_march_2025.pdf

[39] Ο.π.

[40] Equality Now, Following Another Death from FGM In Sierra Leone, 130 Women’s Rights Groups Around The World Call On The Government To Criminalize FGM, 1 February 2022 https://equalitynow.org/news/press-releases/fgm-sierra-leone-130-womens-rights-groups-feb/

[41]AI, Amnesty International Report 2022/2023 - Sierra Leone, 27 March 2023 https://www.amnesty.org/en/location/africa/west-and-central-africa/sierra-leone/report-sierra-leone/

[42]  Sierra Leone Monitor, Sierra Leone Parliament Responds to FGM Fine in New Child Rights Act, Ιούλιος 2025

 https://www.sierraleonemonitor.com/sierra-leone-parliament-fgm-fine-act/

[43] Female Genital Mutilation (FGM) and the ongoing failure of the Child Rights Act Bill

https://we-are-purposeful.medium.com/female-genital-mutilation-fgm-and-the-ongoing-failure-of-the-child-rights-act-bill-818435da52fc

[44] Bertelsmann Stiftung (Germany) (19 March 2024) Bertelsmann Stiftung's Transformation Index (BTI) 2024 Country Report - Sierra Leone, https://bti-project.org/en/reports/country-report/SLE

[45] Administrative Court of Munich, απόφαση της 20.01.2025, διαθέσιμη στη βάση νομολογίας της EUAA: https://caselaw.euaa.europa.eu/pages/viewcaselaw.aspx?CaseLawID=5497&returnurl=%2fPages%2fsearch.aspx

 

[46] EUAA, COI Query, SIERRA LEONE: Situation of women without a support network; access to housing, healthcare, and employment, including in Freetown January 2021 to 15 August 2023, 16 August 2023

https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-query-sierra-leone-situation-women-without-support-network-including-freetown

 

[47]   F.E.A. v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, υπόθεση 6696/2021, 10.06.2024


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο