ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 798/2025
16 Ιουλίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
J.U.
Αιτητή
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας
μέσω του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
....................
Ο αιτητής παρουσιάστηκε προσωπικά ενώπιον του Δικαστηρίου
Ζωή Ποντίκη για Αγγελική Λαζάρου, Δικηγόρος για τον αιτητή
Ιωάννα Χαραλάμπους, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ' ων η αίτηση
[Παρούσα η μεταφράστρια κυρία Ella Zacharoudes για πιστή μετάφραση από ελληνικά σε γαλλικά και αντίστροφα].
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 28/02/2025, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 13/02/2025 αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Την 13/02/2025, ο αιτητής παρέλαβε την Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας (Confirmation of Submission of an Application for International Protection) από το Κέντρο Πρώτης Υποδοχής Πουρνάρα.
Στις 26/02/2025, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή στην Υπηρεσία Ασύλου και στη συνέχεια, την 28/02/2025 ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση και Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με την συνέντευξη του Aιτητή. Στη συνέχεια, την ίδια ημέρα, στις 28/02/2025 ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης του Αιτητή. Στις 06/03/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης της σχετικά με το αίτημα του, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή αυθημερόν. Ακολούθως, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή, κατά τη δικάσιμο όπου η υπόθεση ήταν ορισμένη για διευκρινίσεις και παρουσίαση φακέλου, απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που προωθούσε μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης και δήλωσε πως διατηρεί και προωθεί το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας, κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου και δη κατά το μέρος της αξιολόγησης της επικρατούσας κατάστασης ασφαλείας και του φόβου μελλοντικής δίωξης του αιτητή. Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης, αλλά και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει πως αυτή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία της υπόθεσης και αναφέρει πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη. Επιπλέον, εισηγείται ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών του που θεμελιώνουν το αίτημά του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου έτσι ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.
Κατά την καταγραφή του αιτήματός του ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω της στοχοποίησής του από τον ιδιοκτήτη του εμπορευματοκιβωτίου, του οποίου έφερε την ευθύνη διαχείρισης, στο πλαίσιο των υπηρεσιακών του καθηκόντων ως υπάλληλος εταιρείας διαμεταφορών (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου). Συγκεκριμένα, μετά την εξαφάνιση του ενός εμπορευματοκιβωτίου, ο ιδιοκτήτης τον κατήγγειλε, ωστόσο ο αιτητής απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες στο δικαστήριο. Ο ιδιοκτήτης τύγχανε γερουσιαστής και απείλησε τον αιτητή, λέγοντας πως δεν θα δεχθεί να ζημιωθεί οικονομικά από την απώλεια αυτή. Όταν, μετά την αθώωσή του, ο αιτητής διαπίστωσε ότι δολοφονήθηκε ο δικαστής που προήδρευε στην υπόθεσή του, ότι δύο εκ των συναδέλφων του τέθηκαν υπό κράτηση χωρίς δίκη και πως άγνωστα άτομα τον αναζητούσαν, αντιλήφθηκε ότι τελούσε σε κίνδυνο, κατέφυγε σε άλλο χωριό και από εκεί αναχώρησε από την χώρα, χωρίς να αντιμετωπίσει περαιτέρω προβλήματα κατά το ταξίδι του (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου).
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του ως προς τα προσωπικά του στοιχεία ανέφερε ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, γεννηθείς στη κοινότητα Kalamu της επαρχίας Kinshasa, ενώ η συνοικία Lingwala της Kinshasa αποτέλεσε τον τόπο της προηγούμενης συνήθους διαμονής του πριν εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του (ερυθρά 27 4χ-5χ και 23 7χ-13χ του διοικητικού φακέλου). Είναι χριστιανός προτεστάντης στο θρήσκευμα, ομιλεί γαλλικά, lingala και quiluba και, ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, δήλωσε πως ολοκλήρωσε την δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ξεκίνησε να φοιτά στο Πανεπιστήμιο του Gombe και να σπουδάζει IT Management, ωστόσο διέκοψε τις σπουδές του μετά από 2 έτη, το 2019, εξαιτίας οικονομικών δυσχερειών (ερυθρά 27 8χ, 24 1χ και 25 11χ-14χ του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση, ο ίδιος δήλωσε πως είναι άγαμος και πως η οικογένειά του αποτελείται από δύο μικρότερες αδελφές, έναν μεγαλύτερο αδελφό και τους γονείς του, οι οποίοι βρίσκονται εν διαστάσει. Όλα τα μέλη της οικογένειάς του διαμένουν στην Kinshasa. (ερυθρά 24 13x-18x και 23 1x-5x του διοικητικού φακέλου). Σε σχέση με το επαγγελματικό του προφίλ, ανέφερε πως εργαζόταν ως υπάλληλος εξυπηρέτησης πελατών σε εταιρεία εκτελωνισμού και μεταφορών στο Gombe από τα τέλη του 2019 μέχρι τον Αύγουστο του 2024 (ερυθρό 24 2χ-4χ, 6χ του διοικητικού φακέλου). Ως προς το ταξίδι του, ο αιτητής δήλωσε πως, χρησιμοποιώντας τις αποταμιεύσεις του, αναχώρησε από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό στις 25 Ιανουαρίου 2025, χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα, και πως αφίχθη στην Δημοκρατία μέσω Κωνσταντινούπολης και των μη ελεγχόμενων από την Δημοκρατία περιοχών δύο εβδομάδες μετά (ερυθρό 22 3χ, 7χ-11χ του διοικητικού φακέλου). Όταν του ζητήθηκε να αναφερθεί στους λόγους για τους οποίους εισήλθε τελικά στην Δημοκρατία, δήλωσε πως στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες (ερυθρό 21 1χ του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατά την ελεύθερη αφήγησή του δήλωσε ότι απειλούνταν η ζωή του, και συνέχισε εξηγώντας πως, ενώ εργαζόταν ως υπάλληλος σε εταιρεία εκτελωνισμού και μεταφορών, στο πλαίσιο των καθηκόντων του, μετέβη, τον Νοέμβριο του 2023 στο λιμάνι του Matadi προκειμένου να εκτελωνίσει κάποια εμπορευματοκιβώτια. Ωστόσο, όταν αφίχθη, με τρεις συναδέλφους του, στο Matadi port, τα εμπορευματοκιβώτια είχαν ήδη παραδοθεί αλλού και κατηγορήθηκαν από τον εργοδότη τους ως συνεργοί στην εξαφάνισή τους. Μετά την αθώωσή τους στο δικαστήριο, ο αιτητής αντιλήφθηκε άγνωστα άτομα να τον παρακολουθούν και για τον λόγο αυτό αποφάσισε να μετοικήσει από την Lingwala στο Kasangulu, όπου παρέμεινε για 3 μήνες προτού αναχωρήσει από την χώρα. Πρόσθεσε δε, ότι, στο μεταξύ, ενημερώθηκε για τον θάνατο του δικαστή που τους απήλλαξε και για την εξαφάνιση δύο εκ των συναδέλφων του, γεγονότα που ισχυρίζεται πως ενίσχυσαν την πεποίθησή του ότι κινδυνεύει στην χώρα καταγωγής του. Συμπλήρωσε, επίσης, ότι, μολονότι ο εργοδότης του δεν είχε κάποια αξιοσημείωτη επιρροή παλαιότερα, τώρα έχει εκλεγεί γερουσιαστής στην επαρχία Kwango (ερυθρό 21/3χ, 20/2χ, 19 1χ του διοικητικού φακέλου).
Ως προς το περιστατικό της εξαφάνισης του εμπορευματοκιβωτίου, το οποίο περιείχε ποικίλα οικοδομικά υλικά, ο αιτητής δήλωσε πως ο ίδιος και οι συνάδελφοί του ακολούθησαν τον Νοέμβριο του 2023 την συνήθη διαδικασία για την παραλαβή του, ωστόσο, όταν έφτασαν στο λιμάνι και απευθύνθηκαν στο ταμείο για την πληρωμή των τελών, τους ανακοίνωσαν πως το εμπορευματοκιβώτιο είχε ήδη παραδοθεί σε άγνωστη τοποθεσία (ερυθρό 20/ 2χ, 3χ, 8χ, 9χ του διοικητικού φακέλου). Το γεγονός αυτό ήγειρε υποψίες στον εργοδότη τους, ονόματι Simon Bangamba, ο οποίος δεν πείστηκε για την απώλεια του εμπορευματοκιβωτίου και τους θεώρησε συνεργούς στην εξαφάνισή του (ερυθρό 20/ 11χ, 14χ, 17χ του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με την ποινική διαδικασία, ο αιτητής εξήγησε πως κλήθηκε αρχικά να εμφανιστεί στο δικαστήριο τον Νοέμβριο του 2023, με επόμενες δικασίμους τον Φεβρουάριο του 2024 και τον Μάρτιο του 2024, οπότε και απαλλάχθηκε, ως αθώος, προσθέτοντας πως, στο μεταξύ, εξακολουθούσε να εργάζεται για την ίδια εταιρεία, καθώς ο εργοδότης του, σύμφωνα με τον αιτητή, επιθυμούσε να συνεχίσουν την εργασία τους, μέχρι την δικαστική απόφαση, αναζητώντας παράλληλα αντικαταστάτες τους (ερυθρό 19/6χ-8χ και ερυθρό 19/20χ του διοικητικού φακέλου).
Ως προς τα γεγονότα που επακολούθησαν, ο αιτητής ανέφερε πως τον αναζητούσαν άγνωστα προς εκείνον άτομα, σύμφωνα με τους γείτονές του, χωρίς ωστόσο να τους συναντήσει ποτέ ο ίδιος (ερυθρό 19/ 10χ- 13χ του διοικητικού φακέλου). Σε διευκρινιστική ερώτηση δήλωσε πως δεν του συνέβη τίποτε περαιτέρω προσωπικά, αναφέροντας πως ο εργοδότης του είχε ανακοινώσει γενικά πως δεν επρόκειτο να δεχθεί την παραμικρή οικονομική απώλεια, χωρίς να απευθύνει προσωπικά στον αιτητή κάποια απειλή (ερυθρό 19/14χ- 16χ και 19/ 21χ του διοικητικού φακέλου). Επεσήμανε, ωστόσο πως μετά την λήξη της συνεργασίας του με την εταιρεία τον Μάρτιο του 2024, δύο από τους συναδέλφους του αγνοούνταν, χωρίς να γνωρίζει τι τους συνέβη (ερυθρό 19/16χ-19χ του διοικητικού φακέλου).
Όταν του ζητήθηκε να αναφερθεί στο λόγο για τον οποίον ο εργοδότης του τον στοχοποίησε και τον απείλησε προσωπικά παρότι ο αιτητής αθωώθηκε και δεν υπήρχαν περαιτέρω ενδείξεις εις βάρος του, ο αιτητής αποκρίθηκε πως δεν γνώριζε τον λόγο της στοχοποίησης, συμπληρώνοντας πως συνέδεσε την εξαφάνιση των συναδέλφων του με τους αγνώστους που φέρονταν να τον παρακολουθούν (ερυθρό 18/1χ-7χ του διοικητικού φακέλου). Πρόσθεσε δε πως δεν είχε στην κατοχή του κάποιο ένταλμα σύλληψης ούτε δικαστική απόφαση αναγράφουσα τις κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν (ερυθρό 18/8χ και ερυθρό 17/ 6χ του διοικητικού φακέλου).
Κληθείς να αναφέρει εάν του συνέβη το οτιδήποτε αφού παραιτήθηκε από την εργασία του, ο αιτητής απάντησε αρνητικά. Κληθείς να εξηγήσει τον λόγο που αποφάσισε να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του αφού δεν υπέστη καμία προσωπική δίωξη από τα αναφερόμενα άτομα, ο αιτητής δήλωσε πως ήταν η επιθυμία του το να φύγει και πως επίσης η μητέρα του τον συμβούλεψε να εγκαταλείψει την χώρα προκειμένου να διεκδικήσει καλύτερες συνθήκες ζωής. Συνεπώς, μετά το περιστατικό, έλαβε την απόφαση να εγκαταλείψει την χώρα του (ερυθρό 18/ 18χ- 21χ και ερυθρό 17/1χ- 4χ του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με τον μελλοντικό φόβο δίωξης, ο αιτητής δήλωσε πως σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του θα υποστεί βλάβη, καθώς ο εργοδότης του είναι πλέον ισχυρό πρόσωπο (ερυθρό 21/7χ του διοικητικού φακέλου). Σε επόμενες ερωτήσεις του λειτουργού, πρόσθεσε πως πιθανόν ο άνδρας αυτός να μην εγκαταλείψει τις προσπάθειες δίωξής του. Στην ερώτηση εάν θα μπορούσε ο εργοδότης του να τον εντοπίσει άμα τη επιστροφή του, ο αιτητής επικαλέστηκε άγνοια, δηλώνοντας πως δεν επιθυμεί να επιστρέψει και πως θα το σκεφτόταν να επιστρέψει εφόσον ο άνδρας αυτός εγκατέλειπε την χώρα (ερυθρό 17/8χ- 10χ του διοικητικού φακέλου). Ως προς την δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης, ο αιτητής αποκρίθηκε πως όπου και να πάει στη χώρα του θα βρίσκεται και πάλι στο Κονγκό, πως προτιμά να βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία παρά στη χώρα καταγωγής του και πως, σε περίπτωση επιστροφής του θα αισθανόταν καλύτερα στην Kinshasa (ερυθρό 17/ 11χ και ερυθρό 16/ 2χ του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με την δυνατότητα κρατικής προστασίας, ο αιτητής δήλωσε πως δεν απευθύνθηκε στην αστυνομία, καθώς το μόνο που σκέφτηκε ήταν να διαφύγει, ενώ δεν απευθύνθηκε επίσης σε δικηγόρο, διότι δεν είχε χρήματα, και πρόσθεσε πως δεν παρέμεινε στη ΛΔΚ να υπερασπιστεί τον εαυτό του σκεφτόμενος πως, με την αναχώρησή του ίσως αποφύγει κάτι που θα μπορούσε να του συμβεί (ερυθρό 18/ 11χ- 15χ και ερυθρό 18/17χ του διοικητικού φακέλου).
Στη βάση των ανωτέρω πληροφοριών ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε στην Έκθεση - Εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του αιτητή, ως κατωτέρω: (1) Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ του αιτητή και (2) Ισχυριζόμενη απειλή από τον εργοδότη του αιτητή κατόπιν απόδοσης κατηγορίας σε αυτόν ότι είναι συνένοχος, μαζί με άλλους συναδέλφους του, για την κλοπή εμπορευματοκιβωτίου που περιείχε διάφορα προϊόντα.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε εν μέρει δεκτός από τον λειτουργό και συγκεκριμένα ως προς τον τόπο καταγωγής και προηγούμενης συνήθους διαμονής του, για τους οποίους κρίθηκε ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή ήταν ακριβείς και συνάδοντες με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Ως προς το επαγγελματικό του προφίλ, κρίθηκε από τον λειτουργό πως ο αιτητής δεν παρείχε σαφείς και συνεπείς πληροφορίες αναφορικά με την περιγραφή της θέσεως εργασίας του και τα καθήκοντά του, ενώ οι δηλώσεις του σχετικά με την τοποθεσία της έδρας της εταιρείας αξιολογήθηκαν ως στερούμενες ακρίβειας και επάρκειας πληροφοριών, ενώ η ονομασία της εταιρείας, όπως και το όνομα του εργοδότη δεν επαληθεύθηκαν περαιτέρω από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Στο πλαίσιο της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο λειτουργός επεσήμανε περαιτέρω πως ο αιτητής δεν προσκόμισε έγγραφα υποστηρικτικά ή αποδεικτικά της απασχόλησής του στην συγκεκριμένη εταιρεία.
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, αυτός δεν έγινε δεκτός, καθώς κρίθηκε πως ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρέχει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες που σχετίζονται με τον πυρήνα του αιτήματός του. Συγκεκριμένα, ο ισχυρισμός ότι εργαζόταν στην εταιρεία King Naa Sarlu απορρίφθηκε νωρίτερα ως στερούμενος εσωτερικής αξιοπιστίας, και ως εκ τούτου ο λειτουργός συνάγει πως πλήττεται και ο ισχυρισμός που ακολούθησε πως κατηγορήθηκε από τον εργοδότη του για την εξαφάνιση εμπορευματοκιβωτίου και συνακόλουθα δέχθηκε απειλές από εκείνον. Ωστόσο, ο λειτουργός επισημαίνει πως ο αιτητής δεν κατόρθωσε να παρέχει επαρκείς λεπτομέρειες και ευλογοφανείς εξηγήσεις σχετικά με το περιστατικό της εξαφάνισης του εμπορευματοκιβωτίου ούτε για το πώς θεμελιώθηκε η σύνδεση του ιδίου και των συναδέλφων του με την εξαφάνιση αυτή, ώστε να αιτιολογηθεί η μετέπειτα στοχοποίησή τους από τον εργοδότη τους.
Ακολούθως, ο λειτουργός σημείωσε πως ο ισχυρισμός περί του ότι ο εργοδότης του, ονόματι Simon Bangamba, απέκτησε ισχυρό προφίλ ως εκλεγμένος γερουσιαστής, παρουσιάζει ανεπάρκεια λεπτομερειών και ασυνέπεια, καθώς, κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, διαπιστώθηκε αφενός πως το όνομα δεν συγκαταλεγόταν στους εκλεγμένους γερουσιαστές στην ΛΔΚ, αφετέρου ότι οι εκλογές είχαν λάβει χώρα όσο ο αιτητής βρισκόταν στην χώρα, με αποτέλεσμα να αποδυναμώνεται ο ισχυρισμός του περί κινδύνου λόγω της ισχυρής θέσης του εργοδότη, λαμβανομένου παράλληλα υπόψιν και του ότι ο αιτητής δήλωσε ότι ουδέν πρόβλημα είχε αντιμετωπίσει πριν την αναχώρησή του. Συναφώς, κρίθηκε πως οι δηλώσεις του αιτητή σχετικά με την εξακολούθηση της στοχοποίησής του από τον εργοδότη του ακόμα και μετά την αθωωτική του απόφαση τον Μάρτιο του 2024 δεν στοιχειοθετήθηκαν με επάρκεια και ακρίβεια.
Ως προς τα άτομα που ισχυρίστηκε ότι τον παρακολουθούσαν, ο λειτουργός επεσήμανε πως οι δηλώσεις του αιτητή διακρίνονται από έλλειψη συνέπειας και συνοχής, καθώς κατά την ελεύθερη αφήγησή του δήλωσε πως τα είχε εντοπίσει να παρακολουθούν το σπίτι του, ωστόσο αργότερα ισχυρίστηκε πως ουδέποτε τα είδε ο ίδιος, παρά μόνο τον ενημέρωσαν οι γείτονες. Ανεπαρκείς και μη ευλογοφανείς κρίθηκαν οι τοποθετήσεις του αιτητή σχετικά με το επικαλούμενο περιστατικό της εξαφάνισης των συναδέλφων του και σχετικά με τις απειλές που ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε από τον εργοδότη του. Ο λειτουργός, περαιτέρω, εντόπισε χρονική ασυνέπεια σε σχέση με την διάρκεια απασχόλησης του αιτητή στην εν λόγω εταιρεία, καθώς στην αρχή είχε δηλωθεί ως μήνας λήξης της απασχόλησής του ο Αύγουστος του 2024, ενώ στην συνέχεια ο Μάρτιος του 2024. Ως προς την αναζήτηση θεσμικής προστασίας ή νομικού συμβούλου, οι απαντήσεις του αιτητή αξιολογήθηκαν ως ανεπαρκείς, μη λεπτομερείς και μη ευλογοφανείς.
Τέλος, ο λειτουργός σημειώνει πως, οι δηλώσεις του αιτητή σχετικά με το ότι δεν υπέστη καμία προσωπική απειλή ή δίωξη από τον εργοδότη του από την χρονική στιγμή του περιστατικού τον Νοέμβριο του 2023 μέχρι και την αναχώρησή του από την χώρα τον Ιανουάριο του 2025 όπως και σχετικά με το ότι δεν τεκμηρίωσε με επάρκεια τους λόγους για τους οποίους δεν επιθυμεί να επιστρέψει ή να μετεγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της ΛΔΚ, πλήττουν τον ισχυρισμό του περί συνδρομής κινδύνου προερχόμενου από τον πρώην εργοδότη του.
Κατά την εκτίμηση εξωτερικής αξιοπιστίας ο αρμόδιος λειτουργός σημειώνει ότι η δήλωση του αιτητή πως ο πρώην εργοδότης του εξελέγη γερουσιαστής δεν επαληθεύεται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Συμπερασματικά, ο λειτουργός καταγράφει ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής στη συνέντευξή του, αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματος του και πως δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης και ως εκ τούτου, δεν αποδέχεται τον εν λόγω ουσιώδη ισχυρισμό ως στερούμενο εσωτερικής αξιοπιστίας.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τον αποδεκτό ισχυρισμό και, συνεκτιμώντας τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, την δυνατότητα οικονομικής του επιβίωσης σε περίπτωση επιστροφής του και την γενικότερα επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στη Λ.Δ.Κ. και συγκεκριμένα στην ευρύτερη περιοχή της Kinshasa, που συνιστά την περιοχή καταγωγής του Αιτητή και στην οποία αναμένεται να επιστρέψει, εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση των ισχυρισμών του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Ο αρμόδιος λειτουργός λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα έρευνας για την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή και συγκεκριμένα στην Kinshasa, κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι δεν υφίστανται συνθήκες αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, κατέληξε πως δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, δυνάμει του άρθρου 19 του Ν. 6 (Ι)/2000.
Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους του, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Διαπιστώνω ότι ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε εν μέρει δεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου, καθόσον έγινε αποδεκτός ο τόπος καταγωγής και προηγούμενης συνήθους διαμονής του Αιτητή, οι σχετικές δε δηλώσεις του κρίθηκαν ακριβείς και συμβατές με τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Αντιθέτως, ως προς το επαγγελματικό του προφίλ, κρίνω ότι ορθώς δεν έγινε αποδεκτό, καθότι ο Αιτητής δεν παρείχε σαφείς, συνεπείς και επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με τη θέση εργασίας και τα καθήκοντά του, οι δε δηλώσεις του ως προς την έδρα της εταιρείας στερούνταν ακρίβειας. Περαιτέρω, ούτε η ονομασία της εταιρείας ούτε το όνομα του φερόμενου εργοδότη του κατέστη δυνατό να επαληθευθούν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, ενώ δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο προς επιβεβαίωση της απασχόλησής του.
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, θα συμφωνήσω απόλυτα με τα όσα με λεπτομέρεια καταγράφει ο αρμόδιος λειτουργός στην εισήγησή του. Ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς και πειστικές πληροφορίες ως προς τον πυρήνα του αιτήματός του. Εφόσον ο ισχυρισμός περί εργοδότησής του στην εταιρεία King Naa Sarlu δεν έγινε αποδεκτός, ευλόγως αποδυναμώνεται και ο συναφής ισχυρισμός ότι κατηγορήθηκε από τον εργοδότη του για την εξαφάνιση εμπορευματοκιβωτίου και ότι εξ αυτού δέχθηκε απειλές. Εξάλλου, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει επαρκείς λεπτομέρειες ή εύλογες εξηγήσεις ως προς το περιστατικό της εξαφάνισης ούτε ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος και οι συνάδελφοί του συνδέθηκαν με αυτό.
Ορθώς, επίσης, επισημάνθηκαν αντιφάσεις και ελλείψεις συνοχής στις δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με τα πρόσωπα που φέρεται να τον παρακολουθούσαν, καθότι αρχικώς δήλωσε ότι τα είχε δει ο ίδιος και ακολούθως ότι πληροφορήθηκε την παρουσία τους από γείτονες. Παράλληλα, οι αναφορές του ως προς την εξαφάνιση των συναδέλφων του και τις φερόμενες απειλές κρίνονται αόριστες και μη ευλογοφανείς, ενώ εντοπίζεται και αντίφαση ως προς τον χρόνο λήξης της απασχόλησής του, τον οποίο αρχικώς τοποθέτησε στον Αύγουστο του 2024 και ακολούθως στον Μάρτιο του 2024. Περαιτέρω, οι εξηγήσεις του αναφορικά με τη μη αναζήτηση προστασίας από τις αρχές της χώρας του ή νομικής συνδρομής κρίνονται ανεπαρκείς.
Τέλος, λαμβάνω υπόψη ότι ο ίδιος ο Αιτητής δήλωσε πως δεν υπέστη προσωπική απειλή ή δίωξη από τον φερόμενο εργοδότη του από τον Νοέμβριο του 2023 μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα τον Ιανουάριο του 2025, ενώ δεν αιτιολόγησε επαρκώς γιατί δεν θα μπορούσε να επιστρέψει ή να μετεγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της ΛΔΚ. Υπό τις περιστάσεις, καταλήγω ότι ο ισχυρισμός περί ύπαρξης πραγματικού κινδύνου από τον πρώην εργοδότη του δεν θεμελιώνεται. Κατά συνέπεια η εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού δεν τεκμηριώθηκε.
Στα πλαίσια εξέτασης της εξωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων του αιτητή, θα πρέπει να αναφερθεί πως κατόπιν σχετικής έρευνας στο διαδίκτυο, ανευρέθη μέλος της Γερουσίας, αντιπροσωπεύον την επαρχία Kwango υπό το όνομα Simon Naa Ikamba,[1] ο οποίος φέρεται να εξελέγη Γερουσιαστής το 2024 στις εκλογές ανάδειξης της Γερουσίας της ΛΔΚ, εκπροσωπώντας την εκλογική περιφέρεια του Kwango, ως ανεξάρτητος υποψήφιος.[2] To εν λόγω όνομα είναι παραπλήσιο του καταγεγραμμένου κατά την διάρκεια της συνέντευξης Simon Bangamba, αλλά βεβαίως δεν είναι το ίδιο και ούτε έχει προσκομιστεί οποιοδήποτε επιπρόσθετο στοιχείο σε σχέση με το ζήτημα αυτό από τον αιτητή. Κατά συνέπεια, ούτε η εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού τεκμηριώθηκε. Για να καταστούν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί του αιτητή, απαιτείται να συνοδεύονται από σαφή, λεπτομερή και εξατομικευμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν τον ουσιώδη ισχυρισμό του. Κατά συνέπεια, με δεδομένο ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του, εφόσον προέβη σε γενικές και αόριστες αναφορές κατά το αφήγημά του, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Θα πρέπει να επισημανθεί πως ο αιτητής στην ενώπιον μου διαδικασία είχε τη δυνατότητα να παρουσιάσει τον πυρήνα του αιτήματός του, με το ορθό δικονομικό διάβημα, να αντικρούσει τις αναφορές της Υπηρεσίας Ασύλου επί του αφηγήματός του, να προσκομίσει νέα στοιχεία και να ενισχύσει τον ισχυρισμό του περί τον κίνδυνο που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι διατρέχει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Παρόλα αυτά ο αιτητής σε ουδεμία ενέργεια προέβη προς την κατεύθυνση αυτή, ούτε προσκόμισε νεότερα στοιχεία ή ισχυρισμούς. Όπως αναλύω ανωτέρω, το αφήγημα του αιτητή δεν παρατέθηκε με λεπτομέρεια και δεν πρόβαλε ισχυρισμούς ικανούς να στοιχειοθετήσουν την ανάγκη χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Ο κατ' ουσίαν έλεγχος που διενεργεί το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας δεν συνεπάγεται υποχρέωση του Δικαστηρίου να προβεί σε αυτεπάγγελτη αναζήτηση στοιχείων. Στα πλαίσια του κατ' ουσίαν ελέγχου εξετάζω όλα τα ζητήματα με τον τρόπο που αυτά τίθενται από το συνήγορο του αιτητή χωρίς να υπερβαίνω βεβαίως τα όρια της διοικητικής διαδικασίας.
Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).
Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619.
Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αναφορικά με τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή καταγωγής και προηγούμενης διαμονής του Αιτητή, και συγκεκριμένα στην πόλη Kinshasa, πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι, σποραδικά περιστατικά ασφαλείας αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια του 2024, συμπεριλαμβανομένων διαδηλώσεων, μιας απόπειρας πραξικοπήματος, μιας απόδρασης από τη φυλακή Makala, καθώς και ορισμένων περιστατικών στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Maluku λόγω της σύγκρουσης που λαμβάνει χώρα στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe.[3]
Σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση δεδομένων του ACLED και για την πληρότητα της έρευνας, στην διοικητική περιφέρεια της Kinshasa της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, περιοχή πρότερης συνήθους διαμονής του αιτητή πριν αναχωρήσει από την χώρα, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 26/06/2026), καταγράφηκαν 167 περιστατικά ασφαλείας, εκ των οποίων τα 60 αφορούσαν περιστατικά πολιτικής βίας (Ο όρος «Political violence» περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες). Από τα συνολικά περιστατικά ασφαλείας προκλήθηκαν 51 ανθρώπινες απώλειες, εκ των οποίων οι 48 είναι καταγεγραμμένες ως συνδεόμενες με τα περιστατικά πολιτικής βίας.[4] Σημειώνεται δε πως ο πληθυσμός της διοικητικής επαρχίας της Kinshasa για το έτος 2026 εκτιμάται στους 18,552,800 κατοίκους.[5]
Περαιτέρω, όπως αναφέρεται και στην απάντηση που ετοίμασε ο EUAA σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa από τον Ιούλιο του 2025,[6] παραπέμποντας στην έκθεση του Κέντρου Καταγραφής και Έρευνας (Centre for Documentation and Research -CEDOCA) για την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ, η επαρχία της Kinshasa είναι “μη επηρεαζόμενη από ένοπλη σύγκρουση”. Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι “από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, πέραν διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σημαντικά περιστατικά ασφάλειας στην Kinshasa.[7]
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, υγιής, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, πλήρως ικανός προς εργασία και με προηγούμενη εργασιακή εμπειρία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω παρατέθηκαν και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ορθώς κρίθηκε επί της ουσίας ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για την παραχώρηση σε αυτόν συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για δέουσα έρευνα.
Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97). Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί της ευπαίδευτης συνηγόρου του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτονται στο σύνολό τους.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι η προσφυγή του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Senat RDC, Liste des Senateurs par Province: https://www.senat.cd/wp-content/uploads/2024/10/LISTE-DES-SENATEURS-PAR-PROVINCE-ok.pdf
[2] Wikipedia, «2024 Democratic Republic of the Congo Senate elections», πίνακας ονομάτων υπό τον τίτλο “Elected Senators”, https://en.wikipedia.org/wiki/2024_Democratic_Republic_of_the_Congo_Senate_elections
[3] CEDOCA, COI Focus, Republique Democratique du Congo: Situation sécuritaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], Φεβρουάριος 2025, σελ. 2, διαθέσιμο σε: https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf
[4] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of the Congo, Events / Fatalities, All Events/Political Violence, Past Year, KInshasa, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer
[5] Ιστότοπος World Population Review/ DR Congo/ Kinshasa, διαθέσιμος σε: https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (ημερομηνία πρόσβασης 14/07/2026).
[6] EUAA, Country of Origin Information Query, DRC, Security Situation in Kinshasa, 1 July 2025, διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2126819/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasa.pdf σελ. 4, (ημερομηνία πρόσβασης 14/07/2026).
[7] Belgium, CEDOCA, COI Focus: Republique Democratique du Congo: Situation sécuritaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], 25 February 2025, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf σελ. 2
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο