ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ. T 1160/24
27 Ιουλίου 2026
[Β.ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ ΔΔΔΔΠ]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Η. Η., ARC ΧΧΧΧΧΧΧΧΧ, από Αφγανιστάν και τώρα Αγία Νάπα
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας
Καθ΄ ων η Αίτηση
Z. Ποντίκη (κα) για Αλ Ταχέρ, Μπενέτης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόρος για τον Αιτητή
Α. Πάλλη (κα) για Λ. Γιάγκου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Ο Αιτητής παρών.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση που του επιδόθηκε στις 11/11/2024 (παράρτημά Α).
Ειδικότερα αιτείται :
«Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 07/11/2024, η οποία γνωστοποιήθηκε στον Αιτητή στις 11/11/2024 (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α) και με την οποία απέρριψαν τη μεταγενέστερη αίτησή του που υποβλήθηκε στις 07/11/2024 με βάση το άρθρο 16Δ(1) του Περί Προσφύγων Νόμου Ν. 6(1)/2000 είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερημένη οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος και είναι αποτέλεσμα πλάνης και κακής εφαρμογής του Νόμου.
Β. Απόφαση και/ή δήλωση του σεβαστού Δικαστηρίου με την οποία να τροποποιεί την απόφαση της μεταγενέστερης αίτησης και/ή ζητείται η επανεξέταση της αίτησης του Αιτητή από την Υπηρεσία Ασύλου μέχρι το σημείο κρίσης επί του παραδεκτού βάση της σημερινής κατάστασης της χώρας του Αιτητή τις σημερινές πραγματικές καταστάσεις του αιτητή και τον κίνδυνο που θα αντιμετωπίσει σε περίπτωση επαναπροώθησης στη χώρα του.
Γ. Οποιαδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει εύλογη και/ή δίκαιη υπό τις περιστάσεις.
Δ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.»
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ο Aιτητής συμπλήρωσε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 21/04/2023, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές.
Στις 24/04/2023, ο Aιτητής παρέλαβε την Βεβαίωση υποβολής αιτήματος Διεθνούς Προστασίας (Confirmation of Submission of an Application for International Protection) από το Κέντρο Πρώτης Υποδοχής Πουρνάρα.
Στις 12/05/2023, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη (interview) του Αιτητή στην Υπηρεσία Ασύλου.
Στις 24/05/2023, αρμόδιος Λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση και Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με την συνέντευξη (interview) του Αιτητή.
Στη συνέχεια, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή στις 26/05/2023 και για έκδοση απόφασης επιστροφής του στο Αφγανιστάν.
Στις 15/06/2023, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης της σχετικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή αυθημερόν.
Στις 20/06/2023 ο Αιτητής καταχώρισε την προσφυγή υπ’ αριθμόν 1915/23, η οποία απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης στις 14/11/2023 από το Δικαστήριο με έξοδα €300 εναντίον του Αιτητή. Στις 17/11/2023 καταχωρήθηκε αίτηση επαναφοράς της προσφυγής, η οποία εξετάστηκε και απορρίφθηκε στις 22/03/2024 με έξοδα €300 εναντίον του Αιτητή.
Στις 01/11/2024, ο Αιτητής συμπλήρωσε αίτημα για επανάνοιγμα του φάκελου του για παροχή διεθνούς προστασίας.
Ακολούθως, στις 04/11/2024 Αρμόδιος Λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Σημείωμα/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με το αίτημα για επανάνοιγμα του φάκελου του Αιτητή για παροχή διεθνούς προστασίας.
Στις 04/11/2024, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε το Σημείωμα/Εισήγηση του Λειτουργού σχετικά με την μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή με την οποία εισηγείται όπως η μεταγενέστερη αίτηση του κριθεί απαράδεκτη και αποφάσισε την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου.
Στις 07/11/2024 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή σχετικά με το αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή στις 11/11/2024.
Στις 26/11/2024, καταχωρήθηκε η παρούσα προσφυγή υπ’ αριθμόν Τ1160/2024 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.).
Ενώπιον του Δικαστηρίου o συνήγορος του Αιτητή δήλωσε ότι ο τελευταίος έχει καταβάλει το ποσό των 300 ευρώ που αφορά στα έξοδα της προηγούμενης του προσφυγής, με αριθμό 1915/2023 και κατέθεσε απόδειξη εξόφλησης του εν λόγου ποσού.
ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΑΙΤΗΤΗ
Ο Αιτητής, δια του δικηγόρου του, προβάλει διάφορους νομικούς ισχυρισμούς προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, οι οποίοι τίθενται με γενικότητα και χωρίς να συναρτώνται με τα επίδικα γεγονότα. Κατά την ακροαματική διαδικασία ο συνήγορος του Αιτητή υιοθέτησε την γραπτή του αγόρευση. Συγκεκριμένα, ο συνήγορος του προβάλλει ότι η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου για απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη. Αναφέρεται σε σημεία, που και το Δικαστήριο εντόπισε, και τα οποία έχρηζαν επαναξιολόγησης από την Υπηρεσία Ασύλου. Ειδικότερα, κεντρικό ζήτημα αποτελεί η λανθασμένη καταγραφή ημερομηνίας από την Υπηρεσία Ασύλου, η οποία μετέτρεψε εσφαλμένα την ισλαμική ημερομηνία 12/02/1445 σε 12/02/2023 αντί της ορθής 28/08/2023. Το σφάλμα αυτό επηρέασε καθοριστικά την κρίση περί υπαιτιότητας του Αιτητή, οδηγώντας εσφαλμένα στο συμπέρασμα ότι τα νέα στοιχεία μπορούσαν να είχαν υποβληθεί νωρίτερα. Ο συνήγορος του Αιτητή υποστηρίζει ότι τα στοιχεία προέκυψαν μεταγενέστερα και δεν ήταν δυνατό να προσκομισθούν κατά την αρχική διαδικασία. Παράλληλα, προβάλλεται ότι η Υπηρεσία Ασύλου υπερέβη τα όρια του ελέγχου παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης, προχωρώντας σε πρόωρη ουσιαστική αξιολόγηση της γνησιότητας και αποδεικτικής αξίας των εγγράφων, αντί να εξετάσει μόνο αν τα νέα στοιχεία αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας. Επίσης, απορρίπτεται η θέση ότι δεν μπορούσε να στοχοποιηθεί δίωξη από τους Ταλιμπάν μετά την αποχώρησή του από το Αφγανιστάν, τονίζοντας ότι η μεταγενέστερη πολιτική δραστηριότητά του μέσω κοινωνικών δικτύων συνιστά αυτοτελή λόγο δίωξης από τους Ταλιμπάν. Αναφορικά με τις απειλές κατά του Αιτητή, υποστηρίζεται ότι αυτές επεκτάθηκαν και στην οικογένειά του, με αναφορές σε σύλληψη του πατέρα του, απειλές φυλάκισης συγγενών και απειλές θανάτου κατά του ίδιου σε περίπτωση επιστροφής στο Αφγανιστάν. Υποστηρίζεται δε ότι η Υπηρεσία Ασύλου αγνόησε κρίσιμα στοιχεία και έγγραφα που αποδεικνύουν οικογενειακή στοχοποίηση και κίνδυνο δίωξης. Καταληκτικά, ο συνήγορος αιτείται την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, υποστηρίζοντας ότι η μεταγενέστερη αίτηση βασίζεται σε νέα ουσιώδη στοιχεία που αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας και ότι η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου πάσχει από εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, ανεπαρκή αιτιολογία και παράλειψη αξιολόγησης κρίσιμων δεδομένων.
Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι στην αρχική του συνέντευξη ο Αιτητής είχε δηλώσει πως δεν είχε προσωπικά προβλήματα με τους Ταλιμπάν και ότι το προφίλ του δεν αντιστοιχεί σε άτομα που συνήθως στοχοποιούνται. Επίσης, σημειώνεται ότι δεν προέκυπταν προβλήματα για την οικογένειά του και ότι, αφού είχε εγκαταλείψει το Αφγανιστάν από το 2023, τυχόν δίωξη θα έπρεπε να είχε εκδηλωθεί πριν την αναχώρησή του και όχι μεταγενέστερα μέσω κοινωνικών δικτύων. Οι Καθ’ ων οι αίτηση αμφισβητούν την αξιοπιστία και αυθεντικότητα των εγγράφων και των συνομιλιών που προσκομίστηκαν από τον Αιτητή στα πλαίσια της μεταγενέστερης αίτησής του. Αναφέρουν, επίσης, ότι τα έγγραφα φέρουν δυσδιάκριτες σφραγίδες, απουσιάζουν λογότυπα ή σαφή στοιχεία προέλευσης και ότι οι συνομιλίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν αποδεικνύουν ποιοι συμμετείχαν ούτε ότι οι αποστολείς σχετίζονται με τους Ταλιμπάν. Επιπλέον, επειδή τα μηνύματα δεν φέρουν πλήρεις ημερομηνίες, υποστηρίζεται ότι θα μπορούσαν να είχαν σταλεί πριν την αναχώρηση του Αιτητή, άρα δεν αποδεικνύεται ότι αποτελούν νέα στοιχεία. Σε σχέση με τη λανθασμένη αναφορά της ημερομηνίας 12/02/1445 ως 12/02/2023 αντί 28/08/2023, οι Καθ’ ων αναγνωρίζουν ότι επρόκειτο για καλόπιστο τυπογραφικό λάθος, αλλά υποστηρίζουν ότι αυτό δεν επηρεάζει την ουσία της απόφασης, αφού η ημερομηνία από μόνη της δεν αποδεικνύει φόβο δίωξης και το σχετικό έγγραφο θεωρείται μη αξιόπιστο. Περαιτέρω, υποστηρίζεται ότι ο Αιτητής δεν απέδειξε πότε απέκτησε τα επίμαχα έγγραφα και συνεπώς δεν τεκμηρίωσε ότι αδυνατούσε να τα υποβάλει νωρίτερα, όπως απαιτεί ο νόμος για το παραδεκτό μεταγενέστερης αίτησης. Οι Καθ’ ων εξηγούν, ακόμη, ότι, σύμφωνα με τη νομοθεσία και τη νομολογία, για να γίνει δεκτή μεταγενέστερη αίτηση πρέπει να υπάρχουν νέα στοιχεία που αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας και να αποδεικνύεται ότι δεν μπορούσαν, χωρίς υπαιτιότητα του Αιτητή, να προσκομιστούν στην προηγούμενη διαδικασία. Τέλος, οι Καθ’ ων υποστηρίζουν ότι η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου είναι πλήρως αιτιολογημένη και νόμιμη, ότι ο Αιτητής απέτυχε να ανατρέψει το τεκμήριο νομιμότητας της διοικητικής πράξης και ζητούν από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη. Επιπλέον, υποστηρίζουν ότι η μεταγενέστερη αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, αφού δεν συνοδεύεται από νέα κρίσιμα στοιχεία, ενώ η γενική κατάσταση στο Αφγανιστάν δεν αρκεί από μόνη της για χορήγηση διεθνούς προστασίας.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς αναφορικά με το αιτητικό Β κρίνω ότι εκφεύγει των εξουσιών του Δικαστηρίου καθότι ενώπιον του προσβάλλεται η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή όπου ο νόμος καθορίζει τις προϋποθέσεις δυνάμει των οποίων αποφασίζεται κατά ποσό υποβλήθηκαν νέα στοιχεία από τον Αιτητή ικανά να οδηγήσουν στην ενεργοποίηση των προνοιών του άρθρου 16Δ(3) του περί Προσφύγων Νόμου:
«(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον Αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον Αιτητή διεθνούς προστασίας και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.
ως τέτοια
Συνεπώς το Δικαστηρίου περιορίζεται να εξετάσει κατά πόσο έχουν καταστρατηγηθεί οι εν λόγω πρόνοιες και να ακυρώσει την προσβαλλομένη.
Συνεπώς το αιτητικό Β απορρίπτεται.
Το Δικαστήριο, επομένως, καλείται να εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση που αφορά την μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή (ερυθρά 142 – 148 και 153 – 159 του διοικητικού φακέλου). Όσον αφορά την μεταγενέστερη του αίτηση και επί της ουσίας αναφορικά με την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου η μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται κατ' αρχάς σε προκαταρτικό στάδιο κατά το οποίο ερευνάται εάν έχουν προκύψει ή έχουν υποβληθεί από τον Αιτητή νέα ουσιώδη στοιχεία.
Σύμφωνα με το άρθρο 16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που Αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο -
(i) Μεταγενέστερη αίτηση, ή
(ii) νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του Αιτητή,
Ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
Κατά το στάδιο αυτό ο Αιτητής υποβάλλει γραπτώς στις Αρμόδιες Αρχές τα τυχόν νέα στοιχεία που προσκομίζει χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη. Υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 16Δ(3)(β) ήτοι -
(ί) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον Αιτητή διεθνούς προστασίας- και
(ίί) ικανοποιείται πως ο Αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος,
τότε μόνον εξετάζονται επί τις ουσίας οι προσβαλλόμενοι ισχυρισμοί και πραγματοποιείται νέα συνέντευξη εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο.
Σε αντίθετη περίπτωση η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Για να αξιολογήσει το Δικαστήριο κατά πόσο υφίστανται οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 16Δ(3)(β) του περί Προσφύγων Νόμου, αφού βέβαια κριθεί ότι προσκομίστηκαν νέα ουσιώδη στοιχεία, θα πρέπει να εξακριβώσω εάν με την υποβολή των νέων αυτών στοιχείων αυξάνονται οι πιθανότητες να χορηγηθεί στον Αιτητή προσφυγικό καθεστώς ή συμπληρωματική προστασία και, ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση, αν ο Αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής ενώπιον του Δ.Δ.Δ.Π., δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Λαμβανομένου υπόψη ότι αυτές οι δύο προϋποθέσεις του άρθρου 16Δ(3)(β) τίθενται σωρευτικά και όχι διαζευκτικά, σε περίπτωση που δεν πληρείται μια εκ των δύο, παρέλκει ανάλυσης η δεύτερη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου ο Αιτητής με την μεταγενέστερη του αίτηση υπόβαλε ότι έχει δεχθεί απειλές μέσω της διαδικτυακής πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης Facebook ότι αν δεν σταματήσει την διαδικτυακή του πολιτική δράση εναντίον τους, οι Ταλιμπάν θα συλλάβουν μέλος της οικογένειάς του όπως και συνέβη τελικά. Ο πατέρας του συνελήφθη από τους Ταλιμπάν στη χώρα καταγωγής του, το Αφγανιστάν, και δεν προτίθενται να τον απελευθερώσουν εκτός εάν ο Αιτητής γίνει και ο ίδιος Ταλιμπάν. Και ο ίδιος ο Αιτητής έχει δεχθεί απειλές κατά της ζωής του εάν τον συλλάβουν. Σχετικά με τα έγγραφα που προσκόμισε στη μεταγενέστερη αίτηση, δήλωσε ότι το πρώτο προέρχεται από την «Γενική Διεύθυνση Διαχείρισης Ανακάλυψης Πληροφοριών» με Ισλαμική Ημερομηνία 09/02/1445 (γρηγοριανό ημερολόγιο: 25/08/2023[1]) – (ερυθρά 134 – 137 του διοικητικού φακέλου), το δεύτερο είναι επιστολή εγγύησης αναφορικά με την αποφυλάκιση του πατέρα του Αιτητή (ερυθρά 130 – 133 του διοικητικού φακέλου) και το τρίτο σχετίζεται με στιγμιότυπα οθόνης από συνομιλίες του Αιτητή με άλλο πρόσωπο, που δεν κατονομάζεται, μέσω της εφαρμογής Messenger (ερυθρά 110 – 129 του διοικητικού φακέλου).
Κατά τη καταγραφή του αιτήματος του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του επειδή οι Ταλιμπάν τον προσέγγισαν όταν φοιτούσε στο κολέγιο ζητώντας του να τους ακολουθήσει και επισημαίνοντάς του ότι δεν επιτρέπεται να ενδύεται με τζιν παντελόνια και κοντομάνικα μπλουζάκια, καθώς επίσης και επειδή στη χώρα καταγωγής του δεν είχε εργασία (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου).
Κατά τη συνέντευξη, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που τον ώθησε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του ήταν οι πολύ αυστηροί κανόνες που επέβαλαν οι Ταλιμπάν σε όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα και έκτοτε όλοι αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσκολίες με αποτέλεσμα να μην μπορούν να υποστηρίξουν την οικογένειά τους, καθώς επίσης και επειδή ήταν άνεργος. Όπως περιγράφει, κατά την υποβολή των διευκρινιστικών ερωτημάτων από τον αρμόδιο λειτουργό, οι Ταλιμπάν επέβαλαν αυστηρούς κανόνες στα εκπαιδευτικά ιδρύματα, απαγορεύοντας τη φοίτηση των γυναικών και επιβάλλοντας συγκεκριμένο ενδυματολογικό και εμφανισιακό κώδικα στους άνδρες φοιτητές, όπως υποχρεωτική χρήση παραδοσιακής αφγανικής ενδυμασίας, κάλυμμα κεφαλής και διατήρηση γενειάδας. Ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να συμμορφωθεί με τους εν λόγω κανόνες, καθώς ήθελε να ζει σύμφωνα με τις προσωπικές του επιλογές. Ενώ σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, οι Ταλιμπάν αρχικά προβαίνουν σε προειδοποιήσεις και στη συνέχεια σε ξυλοδαρμούς και σωματική κακοποίηση. Περαιτέρω, ο Αιτητής δήλωσε ότι οι λόγοι αναχώρησής του από το Αφγανιστάν σχετίζονταν με την οικονομική δυσχέρεια, την ανεργία και την επιβολή των αυστηρών κανόνων των Ταλιμπάν, τους οποίους δεν επιθυμούσε να ακολουθήσει. Επιβεβαίωσε δε ότι δεν υπέστη προσωπικά οποιαδήποτε βλάβη ή δίωξη στη χώρα καταγωγής του, πέραν συστάσεων από τους Ταλιμπάν στο πανεπιστήμιο να συμμορφώνεται με τους κανόνες τους. Δήλωσε, επίσης, ότι δεν είχε ποτέ συλληφθεί ή κρατηθεί στο Αφγανιστάν και ότι θεωρεί πως οι αρχές της χώρας καταγωγής του θα επέτρεπαν την επιστροφή του εκεί. (ερυθρά 16 – 17 του διοικητικού φακέλου). Ο Αιτητής ανέφερε ότι, μετά την εγγραφή του στο πανεπιστήμιο, ενημερώθηκε πως έπρεπε να συμμορφώνεται με τους κανόνες των Ταλιμπάν ως προς την εμφάνιση και την ενδυμασία και, επειδή δεν επιθυμούσε να τους ακολουθήσει, αποχώρησε χωρίς ωστόσο να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε προσωπικό πρόβλημα ή δίωξη. Ανέφερε, επίσης, ότι ο αδελφός του συνεχίζει τις σπουδές του στο Αφγανιστάν, επειδή αποδέχεται να συμμορφώνεται με τους κανόνες αυτούς, ενώ ο ίδιος προτιμούσε δυτικού τύπου ενδυμασία στην καθημερινότητά του. Τέλος, πρόσθεσε ότι οι γυναίκες στο Αφγανιστάν υφίστανται αυστηρότερους περιορισμούς σε σχέση με τους άνδρες ως προς την εκπαίδευση και την εργασία. (ερυθρά 15 – 16 του διοικητικού φακέλου).
Κατά την έκθεση – εισήγηση ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε τέσσερις (4) ουσιώδεις ισχυρισμούς του Αιτητή. Ο πρώτος σχετικά με τα προσωπικά στοιχεία του προφίλ του Αιτητή, ο δεύτερος αναφορικά με την απροθυμία του να ακολουθεί τους κανόνες που έχουν θεσπίσει οι Ταλιμπάν στη χώρα καταγωγής του, ο τρίτος ισχυρισμός αφορά τη γενική ανασφαλή κατάσταση η οποία επικρατεί στο Αφγανιστάν εξαιτίας των Ταλιμπάν και τέλος ο τέταρτος αφορά λόγους οικονομικού περιεχομένου. Οι ισχυρισμοί του εξετάστηκαν κατ' ουσία κατά την εσωτερική και εξωτερική αξιοπιστία και έγιναν αποδεκτοί, ωστόσο κατά την αξιολόγηση κινδύνου και μετά από έρευνα ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στο Αφγανιστάν δε θα διατρέξει κίνδυνο σοβαρής βλάβης και/ή δίωξης σε συνάρτηση με τις γενικότερες συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του, τον τόπο συνήθους διαμονής του και των στοιχείων του προσωπικού του προφίλ.
Με τη μεταγενέστερη αίτησή του, ως ανωτέρω καταγράφεται, ο Αιτητής δεν προέβαλε νέους ισχυρισμούς σε σχέση με την αρχική αίτησή του και την συνέντευξή του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, αλλά στοιχεία άμεσα συνδεμένα με τους αρχικούς του ισχυρισμούς, δηλαδή ισχυρισμούς σχετικούς με την απροθυμία του να ακολουθήσει τον Ισλαμικό Νόμο που έχει επιβληθεί εκεί από του Ταλιμπάν και με την γενικότερη κοινωνικοοικονομική κατάσταση στη χώρα που του προκαλούσαν ανασφάλεια. Ειδικότερα, επανέλαβε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στο Αφγανιστάν θα κινδυνέψει καθώς ο ίδιος είναι ενάντια στις αντιλήψεις των Ταλιμπάν και θεωρεί πως θα υπάρξει θύμα βασανισμού. Επίσης, ισχυρίστηκε πως με την άφιξή του στην Κυπριακή Δημοκρατία ανέπτυξε αντιπαράθεση με αυτούς μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης με αποτέλεσμα να δέχεται απειλές εναντίον της οικογένειάς του στο Αφγανιστάν. Οι περιγραφές που παραθέτει στη μεταγενέστερη αίτηση δεν είναι ταυτόσημες στο σύνολό τους με εκείνες που είχε ήδη αναφέρει αναλυτικά στη συνέντευξη και την αρχική του αίτηση, ωστόσο ακόμα και οι δηλώσεις (περί απειλών, βλ. ανωτέρω) που είναι νέοι δεν εισήγαγαν νέα πραγματικά δεδομένα που να μεταβάλλουν ουσιαστικά τον πυρήνα του αιτήματός του. Ουσιαστικά, ο πυρήνας του αιτήματός του έχει εξετασθεί ήδη κατά την αρχική διαδικασία και έχει απορριφθεί ως μη επαρκής για τη θεμελίωση διεθνούς προστασίας. Παρ’ όλα αυτά θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσον τα έγγραφα που προσκόμισε, τα οποία σχετίζονται με το νέο ισχυρισμό του περί απειλών που δέχεται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι ικανά να ανατρέψουν την κατάληξη περί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αιτήσεως που εξετάζεται με την παρούσα προσφυγή.
Αρχικά, σημειώνω ότι παρά το γεγονός πως ο ισχυρισμός περί απειλών είναι άμεσα συνδεδεμένος και σχετικός με τους αρχικούς του ισχυρισμούς περί αντιθέσεώς του με τον Ισλαμικό Νόμο στο Αφγανιστάν, αυτοί δύναται να θεωρηθούν εκ πρώτης όψεως νέοι καθώς πρόκειται για ισχυριζόμενη προσωπική στοχοποίηση του Αιτητή από τους Ταλιμπάν, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται. Για αυτό το λόγο, επομένως, το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει και τις δύο σωρευτικές προϋποθέσεις του νόμου αναφορικά με τα νέα στοιχεία, ήτοι ότι α)τα στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον Αιτητή διεθνούς προστασίας και β) ικανοποιείται πως ο Αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.
Πρώτον, αναφορικά με τον ισχυρισμό καθ’ εαυτόν αναφέρω πως αυτός, έτσι όπως προβάλλεται από τον Αιτητή, διαφαίνεται πως από την άφιξή του στην Κυπριακή Δημοκρατία ανέπτυξε αντικαθεστωτική δράση δια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης επομένως, ήταν σε θέση από το χρόνο της αίτησης του ή έστω της συνέντευξής του να αναφερθεί σε αυτή του τη δράση. Ακόμη κι αν δεν είχε δεχθεί απειλές έως τότε ο Αιτητής ευλόγως διαπιστώνεται πως θα έπρεπε να αναφερθεί στη δράση του εναντίον των Ταλιμπάν, κάτι που δεν έπραξε ούτε στη συνέντευξη αλλά και ούτε καν στην προσφυγή που καταχώρησε και απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης στις 14/11/2023.
Αναφορικά με τα έγγραφα που προσκόμισε ο Αιτητής με την μεταγενέστερη του αίτηση ως νέα στοιχεία, κρίνω πως αυτά εξετάστηκαν σε προκαταρτικό στάδιο και σε συνάρτηση με το ιστορικό της υπόθεσής του που καταγράφεται με σαφήνεια στην έκθεση του αρμόδιο λειτουργού. Συντάσσομαι με την ανάλυση στην οποία έχει προβεί ο λειτουργός αναφορικά με το έγγραφο όπου ο πατέρας του Αιτητή καλείται από τις αρχές του Αφγανιστάν λόγω της δράσης του Αιτητή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (ερ. 134 – 137 του διοικητικού φακέλου) και της «Επιστολής Εγγύησης» όπου αναφέρεται πως ο πατέρας του Αιτητή αφέθηκε ελεύθερος μετά με εγγύηση (ερ. 130 – 131 του διοικητικού φακέλου). Συγκεκριμένα, συμφωνώ πως αυτά φέρουν δυσδιάκριτη σφραγίδα ώστε να μεταφραστή και να διαπιστωθεί από ποια αρχή υπογράφονται τα έγγραφα καθώς και ότι οποιαδήποτε στοιχεία ή έγγραφα κατά την νομολογία λαμβάνονται υπόψιν πάντα σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται και αυτά φέρουν μόνο ενισχυτικό ρόλο σε συνάρτηση με την αξιοπιστία του Αιτητή. Συμπληρώνω δε πως παρά το ότι οι Καθ’ ων η αίτηση στην Έκθεση – Εισήγησή τους καταγράφουν λανθασμένα την ημερομηνία του γρηγοριανού ημερολογίου 09/02/2024 (αντί της ορθής η οποία είναι η 25/08/2023) ως την αντίστοιχη της ημερομηνίας 09/02/1445 του ισλαμικού ημερολογίου, μετά από την μελέτη του διοικητικού φακέλου διαπιστώνω πως πρόκειται για καλόπιστο τυπογραφικό λάθος καθότι στα αντίστοιχα έγγραφα χειρόγραφα έχει σημειωθεί η ορθή ημερομηνία, ήτοι 25/08/2023 (βλ. ερ. 137 του διοικητικού φακέλου). Το ίδιο ισχύει και για την «Επιστολή Εγγύησης» όπου καταγράφεται η ημερομηνία 28/08/2023 ως αντίστοιχη της 12/02/1445 (βλ. ερυθρό 133 του διοικητικού φακέλου). Ως εκ τούτου διαπιστώνω πως τα εν λόγω έγγραφα ήταν στην κατοχή του Αιτητή κατά την διάρκεια εκδίκασης της προηγούμενης προσφυγής του υπ’ αριθμόν 1915/23 (καθώς αυτή απορρίφθηκε 14/11/2023), αυτός δεν τα προσκόμισε και δεν επιχείρησε να εισαγάγει οιονδήποτε νέο στοιχείο προς υποστήριξη της υπόθεσής του, αλλά αντιθέτως δεν προώθησε την υπόθεσή του οδηγώντας την στην απόρριψη σύμφωνα με το νόμο. Επομένως, διαπιστώνεται υπαιτιότητα από την πλευρά του Αιτητή με βάση τα ανωτέρω και δεδομένης της μη παρουσίασης στα πλαίσια της παρούσας ικανοποιητικού λόγου για τον οποίο δεν προσκόμισε νωρίτερα τα συγκεκριμένα στοιχεία, αλλά καταχώρισε μεταγενέστερη αίτηση μετά την πάροδο πέραν του ενός έτους, ήτοι στις 01/11/2024.
Όσον αφορά τα στιγμιότυπα οθόνης που προσκόμισε από συνομιλία δύο ατόμων μέσω της ηλεκτρονικής εφαρμογής Messenger για την περίοδο 14 Αυγούστου έως 2 Οκτωβρίου χωρίς να αναφέρεται στο έτος που διεξήχθησαν οι συνομιλίες, επίσης συντάσσομαι με την ανάλυση στην οποία προέβησαν οι Καθ’ ων η αίτηση (ερ. 110 – 129 του διοικητικού φακέλου). Διαπιστώνεται μεν το απειλητικό περιεχόμενο και τα επικριτικά σχόλια επί των αναρτήσεων του παραλήπτη, ωστόσο δεν διαπιστώνεται οι ταυτότητα των δύο συνομιλούντων προσώπων. Επομένως, ούτε το έτος των συνομιλιών διαπιστώνεται με βεβαιότητα αλλά ούτε και η ταυτότητα των συνομιλητών ώστε να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα ως προς τούτα. Ακόμη, κι αν οι ισχυριζόμενες απειλές ληφθούν υπ’ όψιν ως νέα στοιχεία στην υπόθεση, ως αναφέρθηκε και πιο πάνω στην παρούσα, διαπιστώνω πως αυτές σχετίζονται άμεσα με την εναντίωση του Αιτητή με την γενικότερη κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του λόγω του Ισλαμικού Νόμου, ως ισχυρίστηκε, κάτι το οποίο εξετάστηκε ενδελεχώς κατά την διαδικασία αξιολόγησης της αρχικής του αίτησης για διεθνή προστασία (βλ. ερ. 78 – 83 του διοικητικού φακέλου) με αποτέλεσμα να μην αυξάνονται οι πιθανότητες παροχής διεθνούς προστασίας στον Αιτητή λόγω μίας ενδεχόμενης απειλής από ένα τυχαίο πρόσωπο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης η ταυτότητα του οποίου δεν εντοπίζεται ωστόσο δεν υπάρχει και οιανδήποτε ένδειξη ότι το εν λόγω πρόσωπο σχετίζεται με τους Ταλιμπάν ή οποιαδήποτε αρχή στο Αφγανιστάν.
Λαμβανομένου υπόψιν, λοιπόν, των πιο πάνω συμπερασμάτων διαπιστώνω ότι οι προϋποθέσεις του νόμου, ως έχουν παρατεθεί ανωτέρω, δεν ικανοποιούνται σωρευτικά όπως προβλέπεται. Επομένως, η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή κρίνεται απαράδεκτη λόγω καθυστερημένης προσκόμισης των νέων στοιχείων και μη αύξηση των πιθανοτήτων παροχής διεθνούς προστασίας.
Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, αποτελεί το προϊόν επαρκούς έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των δεδομένων όσο και στοιχείων που έχουν προβληθεί και σύμφωνα και με το Νόμο και είναι πλήρως αιτιολογημένη.
Στην βάση των όσων έχω αναφέρει η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με 1500 € έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση.
(Υπ.) Β. Κουρουζίδου-Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλ. https://hijri-plus.com/en/date-converter (assessed on 07/05/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο