ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. T128/2025
10 Ιουλίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με τα άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
E.M.N. and family
Αιτήτριες
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
………………………………
Η αιτήτρια παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου
Γαλάτεια Λουκαϊδου για Γιώτα Μιλτιάδους, Δικηγόρος για τις αιτήτριες
Καμία εμφάνιση για τους καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
X. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Οι αιτήτριες προσφεύγουν με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 26/2/2026, με την οποία απορρίφθηκε η δεύτερη μεταγενέστερη αίτησή τους για διεθνή προστασία, ως απαράδεκτη.
Τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης προκύπτουν από το Υπόμνημα το οποίο συνοδεύεται από τον διοικητικό φάκελο που αφορά τις αιτήτριες και καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο από την Υπηρεσία Ασύλου, σύμφωνα με τον Κανονισμό 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019.
Σύμφωνα με τον Κανονισμό 3 (ε) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«3 (α).............
(ε) Στις περιπτώσεις όπου η προσβαλλόμενη απόφαση εκδίδεται δυνάμει των ακόλουθων άρθρων του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(I)/2000), ως έχει τροποποιηθεί:
(ι) 12Βτετράκις(2)(δ),
(ιι) 12Βτρις,
Υπόμνημα ως το Έντυπο Αρ. 3 καταχωρείται στο αρμόδιο Πρωτοκολλητείο από την Υπηρεσία Ασύλου, συνοδευόμενο από τον σχετικό διοικητικό φάκελο που αφορά την προσφυγή, εντός δέκα ημερών από την επίδοση αυτής:
Νοείται ότι, ουδεμία καταχώριση γραπτής αγόρευσης από τον αιτητή ή τους καθ’ ων η αίτηση απαιτείται και η υπόθεση ορίζεται απευθείας από το Πρωτοκολλητείο για ακρόαση, χωρίς να απαιτείται η παρουσία των καθ’ ων η αίτηση, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.».
Όπως προκύπτει από τον πιο πάνω Κανονισμό, οι καθ’ων η αίτηση δεν εμφανίζονται σε αυτή τη διαδικασία, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Συνεπώς, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να ζητήσει την παρουσία του αρμόδιου οργάνου/ καθ’ ων η αίτηση στην ενώπιον του διαδικασία για να έχει τη δυνατότητα να ακουστεί σε περίπτωση που κριθεί αναγκαίο, εφόσον ο ρόλος του Δικαστηρίου είναι να επιλύει τη διαφορά που τίθεται ενώπιον του στα πλαίσια ορθής απονομής τη δικαιοσύνης.
Θεωρώ αναγκαίο να καταγραφεί το ιστορικό της αιτήτριας στην Κυπριακή Δημοκρατία, το οποίο προκύπτει από το διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Από τη μελέτη του υπομνήματος αλλά και του διοικητικού φακέλου, προκύπτει πως οι αιτήτριες υπέβαλαν αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας την 01/11/2021 και στις 08/11/2022 αφού εισήλθαν παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Οι αιτήτριες παρέλαβαν την σχετική Βεβαίωση Υποβολής Αίτησης Διεθνούς Προστασίας (Confirmation of Submission of an Application for International Protection).
Στις 28/09/2023, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της αιτήτριας στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Λεμεσού. Στις 20/10/2023, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση και Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με την συνέντευξη των αιτητριών. Στη συνέχεια, και συγκεκριμένα στις 20/10/2023 ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας των αιτητριών. Στις 21/12/2023. η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απόφασή της μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης σχετικά με το αίτημα των αιτητριών, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από την Αιτήτρια.
Στις 05/01/2024, καταχωρήθηκε η προσφυγή υπ' αριθμόν 20/24 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας η οποία αποσύρθηκε και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 4/10/2024. Στις 27/11/2024, οι αιτήτριες υπέβαλαν αίτημα για επανάνοιγμα του φάκελου τους για παροχή διεθνούς προστασίας. Στη συνέχεια, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Σημείωμα /Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με το αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου των αιτητριών για παροχή διεθνούς προστασίας
Στις 28/11/2024, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε το Σημείωμα Εισήγηση του λειτουργού σχετικά με την μεταγενέστερη αίτηση των αιτητριών και αποφάσισε, όπως η μεταγενέστερη αίτηση τους κριθεί απαράδεκτη. Η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή σχετικά με το αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου των αιτητριών, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τις αιτήτριες στις 28/11/2024. Η αιτήτρια αμφισβήτησε την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου με την προσφυγή υπ’αριθμόν Τ1184/24 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, την οποία απέσυρε στις 16/1/2025 και η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο κατά την ίδια ημερομηνία.
Στις 26/02/2025, οι αιτήτριες υπέβαλαν δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση για επανάνοιγμα του φακέλου τους για παροχή διεθνούς προστασίας. Ο αρμοδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Σημείωμα /Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με το αίτημα για επανάνοιγμα του φάκελου των αιτητριών για παροχή διεθνούς προστασίας. Στις 26/02/2025, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε το Σημείωμα του λειτουργού σχετικά με την μεταγενέστερη αίτηση των αιτητριών και αποφάσισε, όπως η μεταγενέστερη αίτηση τους κριθεί απαράδεκτη. Η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή σχετικά με το αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου των αιτητριών, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από την αιτήτρια στις 27/02/2025. Στη συνέχεια, η αιτήτρια καταχώρισε την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της προσβαλλόμενης απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Η συνήγορος των αιτητριών, κατά το στάδιο της ακρόασης της αίτησης, δήλωσε πως προωθεί τις παραγράφους 9 και 29 των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως σύμφωνα με τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση είναι προϊόν δέουσας έρευνας και αιτιολογίας. Επιπρόσθετα, ανέφερε πως προωθεί και την παράγραφο 24, σύμφωνα με την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση είναι προϊόν νομικής και πραγματικής πλάνης. Συνεπώς, όλοι οι υπόλοιποι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν κατά την ακρόαση της αίτησης απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο. Η συνήγορος των αιτητριών κατά το στάδιο των διευκρινίσεων ισχυρίστηκε συγκεκριμένα ότι οι καθ’ων η αίτηση δεν εξέτασαν ότι η αιτήτρια αντιμετωπίζει πραγματικό και θανάσιμο κίνδυνο αν επιστρέψει στο Καμερούν. Στα πλαίσια της προσβαλλόμενης απόφασης η συνήγορος των αιτητριών εισηγείται πως οι Καθ’ ων η αίτηση επικαλούνται ότι η αιτήτρια δεν παρουσίασε νέα στοιχεία επί της μεταγενέστερης αίτησης της, όμως κάτι τέτοιο διαψεύδεται από το ίδιο το κείμενο της απόφασης, στο οποίο καταγράφουν ότι η αιτήτρια στις προηγούμενες αιτήσεις αναφέρεται σε περιουσιακά προβλήματα που αντιμετωπίζει με τα ετεροθαλή αδέλφια της και προσωπικό κίνδυνο που αντιμετώπιζε η μητέρα της.
Επιπρόσθετα, η συνήγορος των αιτητριών αναφέρει πως με τη μεταγενέστερη αίτηση η αιτήτρια επικαλείται ότι εκδόθηκε εναντίον της ένταλμα σύλληψης το οποίο εκκρεμεί και η ίδια διώκεται από το στρατό της χώρας καταγωγής της και ως εκ τούτου δεν μπορεί να επιστρέψει. Είναι η θέση τους πως τα αναφερόμενα περιστατικά και γεγονότα δεν έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους και ως εκ τούτου κακώς η αίτηση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και έπρεπε να εξεταστεί στην ουσία της. Ισχυρίζονται πως η αιτήτρια για να στηρίξει τους ισχυρισμούς της προσκόμισε επαρκή μαρτυρία στην Υπηρεσία Ασύλου και ως εκ τούτου, αναφέρει πως οι Καθ’ ων η αίτηση όφειλαν να εξετάσουν την αίτηση της στην ουσία της και να δουν τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την αιτήτρια πριν προχωρήσουν στην απόρριψη ή έγκριση της.
Έλαβα υπόψη μου όλους τους ισχυρισμούς που τέθηκαν ενώπιον μου λαμβάνοντας υπόψη το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζεται η μεταγενέστερη αίτηση. Θεωρώ ότι είναι χρήσιμο να παρατεθούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε η αιτήτρια σε όλα τα στάδια της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν η Υπηρεσία Ασύλου αποφάσισε εντός των αρμοδιοτήτων της, όπως αυτές οι αρμοδιότητες καθορίζονται από τη σχετική νομοθεσία και έχουν επεξηγηθεί από τη σχετική νομολογία του Ανωτάτου, Διοικητικού και Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αλλά και για να εξεταστούν οι ισχυρισμοί των αιτητριών περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, ως αυτοί προωθήθηκαν στην ενώπιον μου διαδικασία.
Κατά την καταγραφή της αίτησής της για διεθνή προστασία ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, η αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, επειδή απειλείτο η ζωή της. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι τα ετεροθαλή αδέλφια της θα την σκοτώσουν λόγω περιουσιακής διαφοράς. Ο πατέρας της ήταν παντρεμένος με δύο συζύγους, με την μητέρα της αιτήτριας να αποτελεί τη δεύτερη σύζυγο. Ο πατέρας της εξαιτίας της σοβαρότητας της κατάστασης της υγεία του, μεταβίβασε όλη του τη περιουσίας στην αιτήτρια και αυτό αποτέλεσε τον κύριο λόγο που τα ετεροθαλή αδέλφια της επιθυμούσαν να την σκοτώσουν (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου).
Κατά τη συνέντευξη ενωπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, η Αιτήτρια δήλωσε υπήκοος Καμερούν, γεννηθείσα στο χωριό Bangem και ανέφερε πως έχει υπό την επίβλεψη την ανήλικη κόρη της γεννηθείσα στις 08/11/2022 (πιστοποιητικό γεννήσεως στο ερυθρό 20 του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με τον πατέρα του παιδιού ανέφερε ότι πρόκειται για ομοεθνή της με τον οποίο διατηρούσαν σχέση για περίπου δύο μήνες, ωστόσο την εγκατέλειψε και από τον Ιανουάριο του 2022 δεν έχει οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί του (ερυθρό 32, 1χ του διοικητικού φακέλου).
Ως προς το μορφωτικό της επίπεδο ανέφερε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (ερυθρό 31, 2χ του διοικητικού φακέλου). Ως προς το οικογενειακό της δίκτυο ανέφερε ότι η μητέρα της βρίσκεται στο χωριό Bange ενώ ο πατέρας της έχει αποβιώσει το 2021(ερυθρό 30, 3χ του διοικητικού φακέλου). Όπως ανέφερε, ο πατέρας της είχε δύο συζύγους με την μητέρα της να αποτελεί τη δεύτερη σύζυγο. Ο πατέρας της με την πρώτη του σύζυγο είχε αποκτήσει δύο γιούς- τα ετεροθαλή αδέλφια της αιτήτριας, ενώ η ίδια αποτελεί το μόνο παιδί μεταξύ της μητέρας της και του πατέρα της (ερυθρό 31 3χ του διοικητικού φακέλου και ερυθρό 30 30, 4 του διοικητικού φακέλου).
Ως προς του λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της η αιτήτρια ανέφερε ότι η ζωή της βρισκόταν σε κίνδυνο καθώς τα ετεροθαλή αδέλφια της την απειλούσαν να την σκοτώσουν εξαιτίας της μεταβίβασης της γης από τον πατέρα τους στην ίδια. Ανέφερε ότι της επιτέθηκαν και την χτύπησαν για να λάβουν το έγγραφο που της είχε παραδώσει ο πατέρας της ενώ την απείλησαν πως θα τη σκοτώσουν (ερυθρό 27, 1χ του διοικητικού φακέλου). Σε διάφορες διευκρινιστικές ερωτήσεις που τέθηκαν στην αιτήτρια αναφορικά με τα αδέλφια της, η ίδια δήλωσε πως μετά την εξόδιο ακολουθία του πατέρα της, την κτύπησαν ενώ την αναζητούσαν καθημερινά για να τους παραδώσει το έγγραφο που της είχε δώσει ο πατέρας της με τη μεταβίβαση της εν λόγω περιουσίας. Η αιτήτρια δεν μπορούσε να ανακαλέσει την ακριβή ημερομηνία που συνέβη το περιστατικό αυτό (ερυθρό 27, 2χ του διοικητικού φακέλου). Επιπλέον, ανέφερε ότι τα αδέλφια της είχα ενημερωθεί για την πώληση της περιουσίας από τη μητέρα της, που ωστόσο την πληροφόρησαν ότι αν εντοπίσουν την αιτήτρια θα τη σκοτώσουν (ερυθρό 25, 3χ και 4χ του διοικητικού φακέλου).
Η αιτήτρια ανέφερε πως σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, παρόλο που η επίμαχη περιουσία έχει πωληθεί, θα τη σκοτώσουν (ερυθρό 23, 1χ του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείσα εάν η μεταβίβαση της περιουσία συνέβη όταν ο πατέρας της ήταν εν ζωή η Αιτήτρια απάντησε καταφατικά ενώ πρόσθεσε ότι ήταν άρρωστος (ερυθρό 23, 2χ του διοικητικού φακέλου). Επιπλέον, ανέφερε ότι το έγγραφο μεταβίβασης από τον δικηγόρο το έλαβε από τον πατέρα της τον Απρίλιο του 2021 ενώ ο πατέρας της απεβίωσε τον Ιούνιο του 2021 (ερυθρό 23, 3χ του διοικητικού φακέλου).
Όταν της ζητήθηκε να αναφέρει εάν σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της θα μπορούσε να μετεγκατασταθεί στη φίλη της στη Yaoundé (όπου η ίδια δήλωσε ότι η φίλη της βρίσκεται στη συγκεκριμένη περιοχή) η αιτήτρια ανέφερε ότι φοβάται ότι θα την εντοπίσουν. Όταν ρωτήθηκε εάν κατά τη διάρκεια παραμονής της στη Yaoundé την εντόπισαν τα αδέλφια της, η αιτήτρια ανέφερε ότι της απέστειλε γραπτό μήνυμα στο οποίο αναγραφόταν ότι γνωρίζουν ότι βρίσκεται στη Yaoundé και ότι θα την εντοπίσουν και θα τη σκοτώσουν. Επιπρόσθετα, δήλωσε πως δεν γνωρίζει εάν τα αδέλφια της μετέβησαν στη Yaoundé καθώς όταν ήταν έτοιμο το διαβατήριο της μετέβη στη Douala για να ταξιδέψει (ερυθρό 22, 4χ,5χ του διοικητικού φακέλου).
Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που παρέθεσε η Αιτήτρια κατά τη συνέντευξή της, διέκρινε στην έκθεση - εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, ως κατωτέρω: (1) Υπήκοος του Καμερούν, περιοχή καταγωγής και διαμονής της η πόλη Bengem και (2) ισχυρισμοί περί απειλών από τα ετεροθαλή αδέλφια της ότι θα τη σκότωναν εάν δεν τους έδινε τα έγγραφα που αφορούσαν την περιουσία του πατέρα της.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός καθώς οι δηλώσεις της Αιτήτριας κρίθηκαν συνεκτικές και με ακρίβεια ενώ διασταυρώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός ωστόσο δεν έτυχε αποδοχής. Συγκεκριμένα κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες και οι ισχυρισμοί της δεν είχαν την απαραίτητη ευλογοφάνεια. Ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε ότι η Αιτήτρια υπέπεσε σε χρονικές ασυνέπειες, ενώ δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες και λεπτομέρειες προς υποστήριξη των ισχυρισμών της, με αποτέλεσμα να μην τεκμηριώσει την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών της.
Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας ο λειτουργός διαπίστωσε ότι το έγγραφο που καταχώρησε η Αιτήτρια, δηλαδή η ένορκη δήλωση από δικηγόρο στο Καμερούν, πρόκειται για κατάθεση του δικηγόρου που επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, που ωστόσο σύμφωνα με τον αρμόδιο λειτουργό δεν πρόκειται για κατάθεση τρίτου προσώπου υπέρ της ή έγγραφο των αρχών του Καμερούν. Επιπλέον, ο λειτουργός διαπιστώνει ότι το έγγραφο δεν φέρει ημερομηνία σύνταξης ούτε την υπογραφή του πατέρα της. Ο λειτουργός επισημαίνει πως υπήρξε χρονική αντίφαση αφού η Αιτήτρια ανέφερε ότι το έγγραφο το έλαβε πριν τον θάνατο του πατέρα της, ενώ στο έγγραφο αναγράφεται ότι μετά τον θάνατο του πατέρα της υπήρχε διαθήκη με την οποία τα περιουσιακά του στοιχεία θα διατίθεντο στην Αιτήτρια. Συμπερασματικά, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου με βάση τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά τα οποία έχουν γίνει αποδεκτά δηλαδή τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο λειτουργός ανατρέχοντας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης διαπιστώνει ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι, σε περίπτωση που η Αιτήτρια επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της, να αντιμετωπίσει δίωξη ή σοβαρή βλάβη, ως απόρροια της κατάσταση ασφαλείας στην περιφέρεια South-West Region, του Καμερούν.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση ο λειτουργός έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο της Αιτήτριας εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της για έναν από τους λόγους του άρθρου 3 (1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Επιπλέον, κρίθηκε ότι βάσει των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών δεν προέκυψε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α), ούτε πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 19 (2) (β) του προαναφερθέντος Νόμου.
Ο λειτουργός εεξέτασε τις πρόνοιες του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου και κατά πόσον υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι η αιτήτρια κατά την επιστροφή της στη χώρα καταγωγής της θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητάς της λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Λαμβανομένου υπόψη ότι η Αιτήτρια δεν παρουσίασε οποιοδήποτε υποκειμενικό στοιχείο ή προσωπικές επιβαρυντικές περιστάσεις, ο λειτουργός διαπίστωσε ότι η φύση και έκταση της κρίσης σε συνδυασμό με το προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας, ότι είναι νεαρή γυναίκα, χωρίς προβλήματα υγείας, με μορφωτικό υπόβαθρο και εργασιακή εμπειρία δεν επαρκούν ώστε να συνάγεται ότι θα τεθεί σε κίνδυνο ως πολίτης, σε περίπτωση επιστροφής στην χώρα της και δεν δύναται εν προκειμένω να δικαιολογείται η υπαγωγή της Αιτήτριας στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Η αιτήτρια αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου καταχώρησε την προσφυγή με αριθμό 20/24 την οποία στη συνέχεια απέσυρε από το Δικαστήριο αποδεχόμενη με αυτό τον τόπο την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επί του αρχικού αιτήματός της.
Στις 27/11/2024 η Αιτήτρια καταχώρησε την πρώτη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας (ερυθρό 132 του Διοικητικού φακέλου). Κατά την μεταγενέστερη αίτηση η Αιτήτρια καταγράφει ως μέλη της οικογένειας της το ανήλικο τέκνο της με ημερομηνία γεννήσεως 8/11/2022 καθώς και τον σύζυγό της. Αναφέρει ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της επειδή η ζωή της βρίσκεται σε κίνδυνο. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι εκκρεμεί εναντίον της ένταλμα σύλληψης στο οποίο καταγράφεται ότι η αιτήτρια αναζητείται και ότι σε περίπτωση εντοπισμού της θα συλληφθεί και θα φυλακισθεί.
Επιπλέον αναφέρει ότι επισυνάπτει τα εξής έγγραφα:
- Ένταλμα σύλληψης (ερυθρό 120 του διοικητικού φακέλου)
- Πιστοποιητικό καταχώρησης παραπόνου (ερυθρό 121 του διοικητικού φακέλου)
- Επίδοση κατάσχεσης «Summons» (ερυθρό 119 του διοικητικού φακελου)
- Writ of Capias (ερυθρό 118 του διοικητικού φακέλου)
Όπως καταγράφει, τα προαναφερόμενα έγγραφα τα έλαβε στις 18/10/2021 τα οποία δήλωσε πως δεν ήταν διαθέσιμα νωρίτερα. Ο αρμόδιος λειτουργός της υπηρεσίας ασύλου, προέβη σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο η Αιτήτρια υπέβαλε νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη κατά την έκδοση της προηγούμενης απόφασής της.
Σύμφωνα με τον λειτουργό τα έγγραφα που υποβλήθηκαν έχουν υποστηρικτικό χαρακτήρα και αναφέρει πως η Αιτήτρια δεν κατάφερε να εξηγήσει για ποιο λόγο δεν προσκόμισε τα έγγραφα αυτά σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας εφόσον αυτά προϋπήρχαν. Κατά συνέπεια, ισχυρίζεται πως τα έγγραφα έχουν υποστηριχτικό χαρακτήρα λαμβάνοντας υπόψη ότι είχε την ευκαιρία να τα υποβάλει στις προηγηθείσες διαδικασίες, δηλαδή τόσο στην αρχική αίτηση και στην προηγούμενη συνέντευξη, όσο και κατά την αίτηση ακυρώσεως της στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, στα πλαίσια της προσφυγής υπ’αριθμόν 20/24, την οποία απέσυρε.
Ο λειτουργός διαπιστώνει περαιτέρω ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις από τα στοιχεία που υποβλήθηκαν ότι σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στο Καμερούν, θα διατρέχει κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή/και της αρχής της μη επαναπροώθησης. Καταληκτικά, ο αρμόδιος λειτουργός εισηγείται την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης διεθνούς προστασίας ως απαράδεκτης. Ο Προϊστάμενος της υπηρεσίας ασύλου υιοθέτησε την έκθεση/εισήγηση στις 28/11/2024 για απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης της Αιτήτριας ως απαράδεκτης και αποφάσισε την επιστροφή της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της. Η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή σχετικά με το μεταγενέστερο αίτημα της Αιτήτριας και των μελών της οικογένειας της, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από την Αιτήτρια αυθημερόν. Η αιτήτρια υπέβαλε προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, με αριθμό Τ1184/24 η οποία αποσύρθηκε από την αιτήτρια και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 16/1/2025. Ως εκ τούτου η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 28/11/2024 κατέστη τελική.
Στις 26/02/2025 η Αιτήτρια καταχώρησε δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση κατά την οποία ανέφερε ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της, επειδή η ζωή της διατρέχει κίνδυνο καθώς αναζητείται και κατά την επιστροφή της στο Καμερούν θα συλληφθεί και θα φυλακιστεί για όλη της τη ζωή (ερυθρό 175 του διοικητικού φακέλου). Επιπλέον, με το μεταγενέστερο αίτημα της, προσκόμισε αποσπάσματα από εφημερίδα στα οποία όπως δήλωσε η Αιτήτρια αναφέρεται ότι η ίδια αναζητείται εξαιτίας θανάτου κάποιου αξιωματικού του στρατού ως αποτέλεσμα της κρίσης με τους amabazonians στη χώρα καταγωγής της.
Προς επίρρωση των ισχυρισμών της η Αιτήτρια προσκόμισε τα εξής έγγραφα:
- Απόσπασμα της εφημερίδας “the Guardian” (ερυθρό160-149, συγκεκριμένα ερυθρό 159 του διοικητικού φακέλου)
- Ένταλμα σύλληψης (ερυθρό 163 του διοικητικού φακέλου)
- Πιστοποιητικό καταχώρησης παραπόνου (ερυθρό 165 του διοικητικού φακέλου)
- Writ of Capias (ερυθρό 164 του διοικητικού φακέλου)
- Επίδοση κατάσχεσης «Summons» (ερυθρό 162 του διοικητικού φακέλου)
Η Αιτήτρια δήλωσε ότι τα εν λόγω έγγραφα στάλθηκαν στην ίδια μετά την πρώτη της συνέντευξη ενώ δεν ήταν δυνατό να τα υποβάλει νωρίτερα καθώς όπως ανέφερε είναι δύσκολη η αποστολή εγγράφων από τη χώρα καταγωγής της στη Κύπρο (ερυθρό 175 του διοικητικού φακέλου). Ο αρμόδιος λειτουργός εξετάζοντας την δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας, καταγράφει τα πιο κάτω σε σχέση με τα έγγραφα που προσκομίστηκαν:
- Αντίγραφο του Πιστοποιητικού γέννησης της κόρης της Ebude Natania Mesumbe, γεννηθείσα στις 08/11/2022 εκδοθέν από τον έπαρχο Λευκωσίας στις 13/12/2024 (ερυθρό166 του διοικητικού φακέλου).
- Αντίγραφο από φωτογραφία πιστοποιητικού καταγγελίας εκδοθέν στις 18/10/2021 στην Κεντρική Επιτροπή της πόλης Limbe. Το έγγραφο αναφέρει πως η Μuh Patience Kuoh κατέθεσε καταγγελία στο αστυνομικό τμήμα της Limbe κατά της Epede Mesumbe Nashnelly για υπεξαίρεση και πολιτικούς λογούς και έχουν ξεκινήσει σχετικές έρευνες (ερυθρό 165 του διοικητικού φακέλου).
- Αντίγραφο από φωτογραφία πιστοποιητικού εντάλματος σύλληψης εκδοθέν στις 21/10/2021 από το Δικαστήριο Προσφύγων του Southwest στο Συμβούλιο της πόλης Limbe στο οποίο αναφέρει ότι η Εpede Mesumbe Nashnelly καταζητείται για δημόσια αταξία και ανυπακοή (ερυθρό 164 του διοικητικού φακέλου).
- Αντίγραφο από φωτογραφία εντάλματος σύλληψης εκδοθέν στις 18/10/2021 από την Κεντρική Επιτροπή της πόλης Limbe με την αιτιολογία ότι η Epede Mesumbe Nashnelly είναι υπόδικη για υπεξαίρεση και πολιτικούς λογούς και αν βρεθεί πρέπει να συλληφθεί (ερυθρό 163 του διοικητικού φακέλου).
- Αντίγραφο από φωτογραφία από την υπηρεσία σύγκλησης κλητεύσεων εκδοθέν στις 18/10/2021 από το αστυνομικό τμήμα της πόλης Limbe μετα από αίτηση του Κεντρικού Επιτρόπου της πόλης Limbe πως η Epede Mesumbe Nashnelly δεν έχει καταφέρει να εντοπιστεί και θα εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον της (ερυθρό 162 του διοικητικού φακέλου).
- Ιατρικό έγγραφο εκδοθέν στις 24/02/2025 το οποίο αναφέρει ότι η Epede Mesumbe Nashnelly διανύει την 27η εβδομάδα της κύησης της και αναμένεται να γεννήσει στις 21/08/2025 (ερυθρό 161 του διοικητικού φακέλου).
- Αντίγραφο εφημερίδας ονόματι « The Guardian» με αριθμό 2272 εκδοθέν στις 19/10/2021 το οποίο σε άρθρο της στην σελίδα 9 αναφέρει η Αιτήτρια κατηγορήθηκε ότι έδινε πληροφορίες στους αποσχιστές εξαιτίας της σχέσης που διατηρούσε με κάποιον στρατιώτη του στρατού του Καμερούν και οι αποσχιστές την ανάγκασαν να τον παρασύρει στην παγίδα τους με αποτέλεσμα να τον σκοτώσουν οι Ambazonians . Οι στρατιώτες της έκαψαν το σπίτι και η ίδια έχει κατηγορηθεί για τρομοκρατία (ερυθρό 159 του διοικητικού φακέλου).
Κατά την προκαταρτική εξέταση της δεύτερης μεταγενέστερης αίτησης της Αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός διαπιστώνει ότι η Αιτήτρια με την μεταγενέστερη αίτηση, δεν προέβαλε νέους ισχυρισμούς, αλλά επανέλαβε τους ίδιους. Ειδικότερα, ο λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια κατά τη διάρκεια της προηγούμενης συνέντευξής της, ανέφερε πως αντιμετωπίζει περιουσιακά προβλήματα με τα ετεροθαλή αδέρφια της. Κατά την πρώτη μεταγενέστερη αίτηση η αιτήτρια καταγράφει πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της καθώς η ζωή της βρίσκεται σε κίνδυνο. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι εκκρεμεί εναντίον της ένταλμα σύλληψης στο οποίο καταγράφεται ότι η Αιτήτρια αναζητείται και ότι σε περίπτωση εντοπισμού της θα συλληφθεί και θα φυλακισθεί.
Με την δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση η αιτήτρια ανέφερε πως η ζωή της βρίσκεται σε κίνδυνο αν επιστρέψει στην χώρα της. Ισχυρίζεται πως έχει δημοσιευτεί το όνομα της στην εφημερίδα και οποτεδήποτε επιστρέψει στο Καμερούν θα συλληφθεί και θα φυλακιστεί. Ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε πως τα στοιχεία που υπέβαλε η αιτήτρια με τη μεταγενέστερη της αίτηση δεν αποτελούν νέα στοιχεία.
Ο λειτουργός σημειώνει επιπλέον ότι το έγγραφο που παρατίθεται στο ερυθρό 159, του διοικητικού φακέλου έχει καθαρά υποστηρικτικό χαρακτήρα και αναφέρει πως η Αιτήτρια δεν κατάφερε να εξηγήσει για ποιο λόγο δεν προσκόμισε τα έγγραφα αυτά σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας εφόσον αυτά προϋπήρχαν. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η αιτήτρια είχε την ευκαιρία να υποβάλει προηγουμένως τα έγγραφα αυτά και δεν το έπραξε, καταλήγει πως λόγω δικής της υπαιτιότητας δεν τέθηκαν νωρίτερα ενώπιον του αρμόδιου οργάνου.
Σχετικά με τα έγγραφα που αφορούν στα ερυθρά 165-162, του διοικητικού φακέλου ο λειτουργός σημειώνει ότι αυτά κατατέθηκαν και εξετάστηκαν στην πρώτη μεταγενέστερη αίτηση που υπέβαλε η Αιτήτρια επομένως δεν αφορούν νέα στοιχεία. Επιπλέον, ο λειτουργός κατά την εξέταση του ιατρικού πιστοποιητικού στο ερυθρό 161 που αναφέρει την εγκυμοσύνη της Αιτήτριας ,όπως και το πιστοποιητικό γέννησης της κόρης της στο ερυθρό 166 του διοικητικού φακέλου, διαπιστώνει ότι δεν αποτελούν νέα στοιχεία και δεν συνδέονται με τις προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας και ούτε αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας.
Ο αρμόδιος λειτουργός διαπιστώνει περαιτέρω ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις από τα στοιχεία που υποβλήθηκαν ότι σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στο Καμερούν, θα διατρέχει τον κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή/και της αρχής της μη επαναπροώθησης.
Ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την Εισήγηση του λειτουργού στις 26/02/2025 σχετικά με την μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας και των μελών της οικογένειας της που αφορά Εισήγηση όπως η δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση τους κριθεί απαράδεκτη και αποφάσισε την επιστροφή τους στο Καμερούν.
Παραθέτω πιο κάτω απόσπασμα από το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 το οποίο καθορίζει τη διαδικασία υποβολής και εξέτασης της μεταγενέστερης αίτησης, ως κατωτέρω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«16Δ.- (1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο –
(i) Μεταγενέστερη αίτηση, ή
(ii) νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,
ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
(β) Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.
(2) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον –
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.».
Το άρθρο 12Βτετράκις στο εδάφιο 2 παράγραφος (δ), του περί Προσφύ- γων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει τα πιο κάτω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«12Βτετράκις.-...
(2) Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν-
[…]
(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας∙ ή...».
Είναι δεδομένο, πως η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επί της αίτησης της αιτήτριας, είναι εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία μπορεί να προσβληθεί με προσφυγή στο Δικαστήριο, όπως συνέβηκε στην περίπτωσή της. Η προσβολή στο Δικαστήριο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου επί της αρχικής αίτησης της αιτήτριας, η οποιασδήποτε άλλης απόφασης δημιουργεί τελεσιδικία και το όποιο μεταγενέστερο αίτημά της, δεν συνεπάγεται νέα και πλήρη εξέταση. Η αιτήτρια καταχώρησε την προσφυγή υπ’αριθμόν 20/24 με την οποία αμφισβήτησε την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου αλλά στη συνέχεια αποσύρθηκε από την ίδια στις 4/10/2024 και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με έξοδα 300€ υπέρ των καθ’ ών η αίτηση. Επιπρόσθετα, η αιτήτρια όταν υπέβαλε την πρώτη μεταγενέστερη αίτηση αμφισβήτησε επίσης την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου με την προσφυγή υπ’ αριθμόν Τ1184/24 στα πλαίσια της οποίας απέσυρε την προσφυγή στις 16/1/2025 και κατά συνέπεια, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.
Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου θα πρέπει να αναφέρω πως συμφωνώ με την κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου επί του αιτήματος της αιτήτριας αλλά πρέπει να επισημανθούν ορισμένα ζητήματα που προκύπτουν από την προσβαλλόμενη απόφαση. Θα πρέπει να αναφερθεί πως η αιτήτρια στα ερυθρά 165-162, του διοικητικού φακέλου παραθέτει έγγραφα που τέθηκαν στα πλαίσια της πρώτης μεταγενέστερης αίτησης και δεν έγιναν αποδεκτά από την Υπηρεσία Ασύλου. Η απόφαση αυτή αμφισβητήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της προσφυγής υπ’αριθμόν Τ1184/24, η οποία βεβαίως αποσύρθηκε στη συνέχεια από την αιτήτρια. Κατά συνέπεια, τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν να εξεταστούν εκ νέου και βεβαίως δεν αποτελούν νέα στοιχεία.
Σε σχέση με το ερυθρό 159 του διοικητικού φακέλου που αποτελεί απόκομμα εφημερίδας ημερομηνίας 19/10/2021 δεν διαφαίνεται να αιτιολογείται από την αιτήτρια η καθυστέρηση προσκόμισής της ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην παράγραφο 10 της δεύτερης μεταγενέστερης αίτησης παρατίθεται μάλιστα συγκεκριμένη καταγραφή εκ μέρους της αιτήτριας σύμφωνα με την οποία όλα τα έγγραφα που επισυνάπτει τα παρέλαβε μετά τη συνέντευξη και ότι της τα απέστειλαν χωρίς να διευκρινίζει ακριβή ημερομηνία και χωρίς να αναφέρει ποιος της τα απέστειλε και γιατί αυτός τα κατείχε. Πρόσθετα, καταγράφει πως δεν προσκόμισε τα έγγραφα αυτά στις διαδικασίες που προηγήθηκαν γιατί είναι πολύ δύσκολο να αποστείλουν οτιδήποτε από τη χώρα της στην Κυπριακή Δημοκρατία. Οι αναφορές αυτές της αιτήτριας δεν δικαιολογούν με οποιονδήποτε τρόπο την προσκόμιση των εγγράφων στην ενώπιον μου διαδικασία ενώ προηγήθηκαν ήδη δύο δικαστικές διαδικασίες. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι εξ υπαιτιότητας της ίδιας τα έγγραφα δεν προσκομίστηκαν νωρίτερα.
Το πιστοποιητικό γέννησης του παιδιού προσκομίστηκε ήδη από την πρώτη αίτηση διεθνούς προστασίας και είναι ήδη καταχωρημένο στο φάκελο από την πρώτη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου (ερυθρά 20 και 166, του διοικητικού φακέλου). Σε σχέση με το ερυθρό 161, του διοικητικού φακέλου που αφορά ιατρικό πιστοποιητικό σύμφωνα με το οποίο η αιτήτρια κυοφορούσε και αναμένετο να γεννήσει, θεωρώ ότι η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων συνεπάγεται πως αυτή τη στιγμή θα έχει και δεύτερο τέκνο. Για το τέκνο αυτό δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου που να διαφοροποιεί το προφίλ τη αιτήτριας λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη πως το παιδί αυτό δεν έχει δεσμούς στην Κυπριακή Δημοκρατία. Επισημαίνω βέβαια πως δεν έχει αναφερθεί η γέννηση του παιδιού από τη συνήγορό της, ούτε αποτελεί μέρος της παρούσας διαδικασίας. Ούτως ή άλλως κρίθηκε στις διαδικασίες που προηγήθηκαν πως η αιτήτρια θα μπορούσε να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της με το απιδί της χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα.
Η αιτήτρια εξάντλησε όλες τις δυνατότητες που είχε στη Δημοκρατία για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας χωρίς να παρουσιάζει οποιοδήποτε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής της. Διαφαίνεται από τους ισχυρισμούς της πως η αιτήτρια δεν προέβαλε οποιοδήποτε νέο στοιχείο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε επανάνοιγμα του φακέλου της. Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης (βλ. απόφαση στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20 A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).
Από τα άρθρα 16Δ και 12Βτετράκις στο εδάφιο 2 παράγραφος (δ), του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000, συνάγεται πως εάν υποβληθεί μεταγενέστερη αίτηση ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και ο Προϊστάμενος διαπιστώσει στα πλαίσια του μεταγενέστερου αυτού αιτήματος πως δεν υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε η μεταγενέστερη αίτηση κρίνεται απαράδεκτη, όπως συνέβη και στην υπό εξέταση περίπτωση. Ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσον προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από την αιτήτρια, νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν έλαβε υπόψη του κατά την έκδοση της απόφασης επί της αίτησης.
Προκύπτει ακόμα, από τις σχετικές διατάξεις του Νόμου πως η μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται ως ένα νέο αίτημα αλλά ως ένα μεταγενέστερο διάβημα στα πλαίσια της αίτησης που αποφασίστηκε ήδη από το αρμόδιο όργανο. Ο Προϊστάμενος έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν και να προβεί σε μία συγκριτική εξέταση της προγενέστερης και μεταγενέστερης αίτησης της αιτήτριας, προκειμένου να διαφανεί εάν από την υποβολή του μεταγενέστερου αιτήματος προβάλλονται στοιχεία ή ισχυρισμοί για πρώτη φορά ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου τα οποία χρήζουν διερεύνησης (βλ. ΔΕΕ, ΧΥ κατά Bundesamtfur Fremdenwesen undAsyl (C-18/20, XY κατά Bundesamt fur Fremdenwesen und Asyl, ημερομηνίας 15/4/2021).
Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω την παράγραφο 55 της απόφασης στην υπόθεση του ΔΕΕ C 563-22, SN, LN κατά Zamestnik-predsedatel na Darzhavnata agentsia za bezhantsite, ημερομηνίας 13/6/2024, σύμφωνα με την οποία αναφέρθηκαν τα πιο κάτω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
"55. Πράγματι, η αρμόδια αποφαινόμενη αρχή πρέπει να περιορίζεται να ελέγχει, αφενός, αν υφίστανται, προς στήριξη της ως άνω αιτήσεως, στοιχεία ή πορίσματα που δεν εξετάσθηκαν στο πλαίσιο της απρόσβλητης πλέον αποφάσεως επί της προηγούμενης αιτήσεως και, αφετέρου, αν τα νέα αυτά στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν αφ' εαυτών ουσιωδώς την πιθανότητα υπαγωγής του αιτούντος σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, μόνον κατά το στάδιο εξετάσεως του παραδεκτού της μεταγενέστερης αιτήσεως [πρβλ. απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Νέα στοιχεία ή πορίσματα), C‑921/19, EU:C:2021:478, σκέψη 50]. Κατά τα λοιπά, ακόμη και κατά το στάδιο εξετάσεως του παραδεκτού μεταγενέστερης αιτήσεως, τα νέα στοιχεία ή πορίσματα δεν πρέπει να εκτιμώνται κατά τρόπο εντελώς ανεξάρτητο από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται, περιλαμβανομένης και της περιπτώσεως κατά την οποία το εν λόγω πλαίσιο δεν μεταβλήθηκε κατόπιν της απορρίψεως της προηγούμενης αιτήσεως με απόφαση που έχει καταστεί απρόσβλητη."
Δεν διαφαίνεται ότι θα μπορούσε η Υπηρεσία Ασύλου να αποφασίσει κάτι άλλο πέραν από το ότι το μεταγενέστερο αίτημα της αιτήτριας είναι απαράδεκτο, καθότι η αιτήτρια δεν υπέβαλε οποιοδήποτε στοιχείο ικανό να ανατρέψει την εικόνα που δημιουργήθηκε προηγουμένως, αλλά αντιθέτως υπέβαλε εκ νέου τους ίδιους ισχυρισμούς, τους οποίους είχε κάθε ευκαιρία να προωθήσει και να εξειδικεύσει σε προηγούμενα στάδια της εξέτασης της αίτησής της. Κατόπιν προσεκτικής αξιολόγησης του συνόλου των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και λαμβάνοντας υπόψη τους ισχυρισμούς της αιτήτριας, η οποία δεν υπέβαλε στοιχεία ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου τα οποία να αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας, κρίνω ότι το αίτημα της αιτήτριας εξετάστηκε με επάρκεια από το αρμόδιο όργανο.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα.
Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε η αιτήτρια, το αρμόδιο όργανο διεξήγαγε τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα, εκδίδοντας με τον τρόπο αυτό πλήρως αιτιολογημένη απόφαση και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας. Ως εκ τούτου, το αρμόδιο όργανο διενήργησε τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα και αποφάσισε εντός της προβλεπόμενης από το νόμο διαδικασίας. Κατά συνέπεια, ο νομικός ισχυρισμός περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου απορρίπτεται. Σε απόρριψη οδηγείται ο ισχυρισμός της αιτήτριας περί πλάνης περί τα πράγματα και/ή με το νόμο κατα τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον τέτοια πλάνη δεν έχει αποδειχθεί στην ενώπιόν μου δικαστική διαδικασια.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα της αιτήτριας εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού σχετικά με τη μεταγενέστερη αίτηση που υπέβαλε η αιτήτρια και στην οποία αναφέρονται οι λόγοι της απόρριψής της ως απαράδεκτης, αποκαλύπτουν ότι η απόφασή της ήταν απόλυτα ορθή και σύμφωνη με τη νομοθεσία.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €600 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον της αιτήτριας.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο