ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: Τ194/26
09 Ιουλίου, 2026
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
C.E.O.
Αιτήτρια
-και-
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Εμφανίσεις:
Η Αιτήτρια παρούσα
Μ. Σταυρινίδου (κα) για διερμηνεία από τα Αγγλικά στα Ελληνικά και αντίστροφα.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 16/04/26 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 16/03/26, στις 30/03/26 πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη της, ακολούθησε έκθεση/εισήγηση λειτουργού και 06/04/26 και ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιος λειτουργός αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης αυθημερόν, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η Αιτήτρια με την προσφυγή της υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στην χώρα της διότι η οικογένεια της την έχει απορρίψει και/ή εγκαταλείψει, λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού. Η ομοφυλοφιλία απαγορεύεται στην χώρα της και εάν επιστρέψει θα διωχθεί. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία υιοθέτησε τους λόγους που ανέφερε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης της και επανέλαβε ειδικά για τις περιστάσεις που ισχυρίστηκε ότι βίωσε και/ή ειδικά σε σχέση με τον σεξουαλικό προσανατολισμό αυτής.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα όσα υποστηρίζονται από την Αιτήτρια, αυτά που απάντησαν οι Καθ΄ ων η αίτηση, του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου (στο εξής «ΔΦ») και αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 20266 (Ν. 73(I)/2018), προχωρεί να εξετάσει την ουσία του αιτήματος της.
Μετά από ενδελεχή έλεγχο των πρακτικών της συνέντευξης διαπιστώνεται ότι ο εξεταστής της υπόθεσης – λειτουργός ενημέρωσε πλήρως την Αιτήτρια για τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της και κατά την διάρκεια της συνέντευξης της έθεσε διάφορα ερωτήματα για να καλύψει τους λόγους που την οδήγησαν να εγκαταλείψει την χώρα της και να υποβάλει αίτηση ασύλου, της διαβάστηκαν όσα καταγράφηκαν στη συνέντευξη και επιβεβαίωσε πως αυτά αντικατοπτρίζουν επακριβώς τις δηλώσεις της. Η δε διαδικασία εξέτασης της αίτησης ασύλου της διενεργήθηκε σε πλήρη σύμπνοια με τις διατάξεις των Άρθρων 13, 13Α και 18 περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000), αλλά και με βάση τα κριτήρια και/ή προϋποθέσεις που τηρούνται κατά την εξέταση αίτησης ασύλου. Δεν εντοπίζω οτιδήποτε παράτυπο, παράνομο και μεμπτό στην διαδικασία που ακολουθήθηκε που μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης. Διενεργήθηκαν εκτενείς ερωτήσεις, τόσο κλειστού όσο και ανοικτού τύπου, όπως επίσης και διευκρινιστικές ερωτήσεις για να μπορεί η ενδιαφερόμενη να τοποθετηθεί στα βιώματα και τις εμπειρίες της.
Από τις απαντήσεις της έγινε αποδεκτό ότι είναι υπήκοος Νιγηρίας (Ισχυρισμός 1) (ερυθρά 129-127 ΔΦ). Απορρίφθηκαν, όμως οι ισχυρισμοί της ότι είναι ομοφυλόφιλη (Ισχυρισμός 2), ότι διέφυγε από την Νιγηρία λόγω θανάτου της αδελφής της στις 05/12/24 μετά από επίθεση βοσκών στο χωριό Otukpo (Ισχυρισμός 3) και λόγω επίθεσης εναντίον της στις 10/08/25 από βοσκούς Fullani στην περιοχή Karu (Ισχυρισμός 4) (ερυθρά 130-119 ΔΦ). Ειδικότερα, για τους πιο πάνω απορριφθέντες ισχυρισμούς που αξιολογήθηκαν ξεχωριστά από τον λειτουργό-εξεταστή της υπόθεσης, καταγράφονται τα εξής ευρήματα στην έκθεση/εισήγηση:
Σε σχέση με τον Ισχυρισμό 2 ο λειτουργός αφού παρουσίασε το μοντέλο Difference, Stigma and Shame, Harm[1] - Διαφορετικότητα, Στίγμα και Ντροπή, Βλάβη (στο εξής «DSSH») σε συνάρτηση με τον ισχυρισμό της ως ομοφυλόφιλο άτομο, προέβη σε αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας της Αιτήτριας, προβαίνοντας σε ανάλυση των σχετικών απαντήσεων που η ίδια έδωσε σε σειρά ερωτήσεων (ανοικτού και κλειστού τύπου), προκειμένου να διαπιστωθεί η εσωτερική αξιοπιστία της. Ως (γενικότερα) διαπίστωσε, σχετικά με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας περί του σεξουαλικού προσανατολισμού της, δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται του πυρήνα του αιτήματός της, ενώ συνάμα, οι δηλώσεις της παρουσιάζουν ανακρίβειες και έλλειψη λεπτομερειών. Ειδικότερα, ο λειτουργός ανέλυσε/αξιολόγησε τις σχετικές δηλώσεις της Αιτήτριας στη βάση του μοντέλου DSSH, ως ακολούθως:
(α) Διαφορετικότητα (ερυθρά 126-124 ΔΦ): Αξιολογώντας τις απαντήσεις της Αιτήτριας στις ερωτήσεις που της τέθηκαν υπό το σκέλος της διαφορετικότητας (που αφορά στο ότι το άτομο αναγνωρίζει σε κάποια φάση ότι είναι διαφορετικό, ενδεχομένως μέσω μιας σειράς συνειδητοποιήσεων της διαφορετικότητας), κρίθηκε ότι στο πρόσωπο της δεν διαφαίνεται ότι υπάρχει αίσθηση διαφορετικότητας, δεν υπάρχει σταδιακή αναγνώριση της έλξης της σε άτομα του ίδιου φύλου, καθώς το συναίσθημα της διαφορετικότητας δεν εντοπίζεται ως μια στιγμιαία συναισθηματική ενέργεια σε προχωρημένη ηλικία, δηλώνοντας ως επιλογή της να γίνει ομοφυλόφιλη. Επιπλέον, ενώ απάντησε ξεκάθαρα πως δεν ένιωσε ποτέ έλξη για το αντίθετο φύλο, δεν έδωσε πλήρεις και σαφείς απαντήσεις σχετικά με την έλξη της στο ίδιο φύλο.
(β) Στίγμα/Ντροπή (ερυθρά 126-124 ΔΦ): Αξιολογώντας τις απαντήσεις της Αιτήτριας στις ερωτήσεις που της τέθηκαν υπό το σκέλος του στίγματος και της ντροπής (όπου το στίγμα αναφέρεται στην αναγνώριση και εμπειρία της κοινωνικής αποδοκιμασίας, λόγω της διαφορετικότητας του ατόμου από τους κοινωνικούς κανόνες, ενώ η ντροπή σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να θεωρηθεί ως η εσωτερίκευση του στίγματος ή του αποκλεισμού από την κοινωνία), καταγράφηκε από τον λειτουργό ότι η Αιτήτρια δεν ένιωθε ντροπή για την σεξουαλικότητα της, ωστόσο την ίδια στιγμή δήλωσε πως φοβόταν και δεν ένιωθε άνετα.
(γ) Βλάβη (ερυθρά 126-124 ΔΦ): Αξιολογώντας τις απαντήσεις της Αιτήτριας στις ερωτήσεις που της τέθηκαν υπό το σκέλος της βλάβης (όπου συνδέεται άμεσα με το στίγμα, το οποίο κάνει το ΛΟΑΤΚΙ άτομο εξαιρετικά ευάλωτο και το ξεχωρίζει από την ‘κοινωνία’) καταγράφηκε ότι γνωρίζει πως αντιμετωπίζει η κοινωνία, η θρησκεία της και ο Νόμος τους ομοφυλόφιλους, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να δώσει αρκετές πληροφορίες σχετικά με αυτό το θέμα, ενώ δεν ήρθε ποτέ αντιμέτωπη με τέτοιου είδους περιστατικά.
Ειδικότερα, ως προς τα ανωτέρω, ο λειτουργός κατέγραψε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παραθέσει επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες ως προς το πότε αντιλήφθηκε ότι την ελκύουν άτομα του ιδίου φύλου, ούτε ως προς τη διαδικασία μέσω της οποίας ξεκίνησε η σχέση της με την κατ’ ισχυρισμό σύντροφό της. Ειδικότερα, έκρινε ότι οι απαντήσεις της σχετικά με τη γνωριμία τους, την προσέγγιση μεταξύ τους, την εξέλιξη της σχέσης τους, τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να συνάψει σχέση με γυναίκα, καθώς και την αλλαγή στην αντίληψή της για τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, ήταν ανεπαρκείς, χωρίς επαρκείς λεπτομέρειες και συνεκτικότητα. Περαιτέρω, καταγράφηκε ότι η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο που βίωνε τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, τα συναισθήματά της έναντι ατόμων του έτερου φύλου, τη συνειδητοποίηση και αποδοχή της ως λεσβία, καθώς και το πώς αισθανόταν ζώντας ως ομοφυλόφιλη γυναίκα στη Νιγηρία. Επισημάνθηκε επίσης ότι δεν ανέπτυξε με επάρκεια την καθημερινότητα που μοιραζόταν με τη σύντροφό της, τη διάρκεια της σχέσης τους, ούτε τις περιστάσεις τυχόν άλλης σχέσης με γυναίκα. Τέλος, ο λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις της σχετικά με την αποκάλυψη του σεξουαλικού της προσανατολισμού στην οικογένειά της, την αντίδραση των οικείων της, τη μετέπειτα συμπεριφορά τους, καθώς και τα περιστατικά βλάβης ή δίωξης που ισχυρίστηκε ότι υπέστη λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού, ήταν ανεπαρκείς, χωρίς συνοχή και χωρίς επαρκείς λεπτομέρειες. Σχετικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες γενικού περιεχομένου σχετικά με την κατάσταση που βιώνουν τα άτομα της ΛΟΑΤΚΙ+ (συντομογραφία για Λεσβίες, Ομοφυλόφιλους, Αμφιφυλόφιλους, Τρανς, Queer και Ίντερσεξ άτομα - LGBTQ = lesbian, gay, bisexual, transgender, queer/questioning) στη Νιγηρία. Σύμφωνα με τις εν λόγω πληροφορίες, η ομοφυλοφιλία ποινικοποιείται ρητά στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας και/ή κοινωνικά διώκεται, ωστόσο λόγω της απουσίας εσωτερικής αξιοπιστίας στα λεγόμενα της Αιτήτριας, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε (ερυθρά 123-122 ΔΦ).
Σε σχέση με τον Ισχυρισμό 3 (ερυθρά 121-120 ΔΦ) ο λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκώς λεπτομερείς, συνεκτικές και συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με την δολοφονία της αδελφής της από τους Fullani βοσκούς. Ειδικότερα, καταγράφονται τα εξής ευρήματα στην έκθεση/εισήγηση, ήτοι:
• δεν μπορούσε να δώσει συγκεκριμένες και λεπτομερείς απαντήσεις σε σχέση με το τί έγινε και έχασε την ζωή της η αδελφή της,
• δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει πώς απέδρασαν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας,
• ανεπαρκείς κρίθηκαν οι δηλώσεις της, ως προς το τί ακριβώς της είπε ο πατέρας της για το συμβάν με την αδερφή της και εάν ενεπλάκησαν οι αρχές.
Σε σχέση με τον Ισχυρισμό 4 (ερυθρά 120-119 ΔΦ) ο λειτουργός έκρινε εξίσου ότι η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκώς λεπτομερείς, συνεκτικές και συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με την επίθεση εναντίον της από τους Fullani βοσκούς. Ειδικότερα, καταγράφονται τα εξής ευρήματα στην έκθεση/εισήγηση, ήτοι:
• δεν μπορούσε να δώσει συγκεκριμένες και λεπτομερείς δηλώσεις ως προς το τί ακριβώς συνέβη την ημέρα της επίθεσης,
• δεν ήταν σε θέση να περιγράψει τί ακριβώς έκανε μετά την επίθεση,
• δεν ήταν σε θέση να παραθέσει επαρκείς πληροφορίες ως προς το εάν κατήγγειλε το περιστατικό στην αστυνομία.
Μετά από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας της Αιτήτριας, των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό μορφή δηλώσεων και το περιεχόμενο του φακέλου, διαπιστώνω ότι η αξιοπιστία της επί των ισχυρισμών 2-4 του αιτήματος της δεν τεκμηριώνεται. Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των στοιχείων του φακέλου της, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[2], επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του λειτουργού. Πέραν του ότι το αφήγημα της εμπεριέχει δηλώσεις που θεωρούνται ασυνεπείς, από τις απαντήσεις της κατά τη διαδικασία της συνέντευξης, διαπιστώνεται ότι ελλείπουν βιωματικά στοιχεία και ευλογοφάνεια που να τεκμηριώνουν μια προσωπική εμπειρία και δίωξη της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της. Δεν παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής της, ούτε τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς της με επαρκή λεπτομέρεια (Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131, βλέπε επίσης §205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Από τα στοιχεία της συνέντευξης προκύπτει σαφής αδυναμία της Αιτήτριας να προσδιορίσει τη συναισθηματική, ψυχολογική και πνευματική της κατάσταση κατά την περίοδο συνειδητοποίησης του σεξουαλικού της προσανατολισμού. Οι απαντήσεις της περιορίστηκαν σε γενικόλογες και ασαφείς αναφορές, αποτυγχάνοντας να αναδείξουν με επάρκεια την εσωτερική διαδικασία της αυτογνωσίας της ως ομοφυλόφιλη. Επιπλέον, οι ισχυρισμοί της σχετικά με το βιωμένο στίγμα και το αίσθημα ντροπής στερούνται λεπτομερειών, σαφήνειας και ευλογοφάνειας, με αποτέλεσμα να μην κρίνονται πειστικοί. Ούτε κατέδειξε (ευθέως) οποιαδήποτε εύλογα αισθήματα και στοιχεία ντροπής ή/και γεγονότα που να αφορούν σε στιγματισμό της ιδίας προσωπικά, λόγω του (κατ’ ισχυρισμό) σεξουαλικού της προσανατολισμού. Ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία της Αιτήτριας (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Τα γεγονότα της περίπτωσης της σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις της δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Ούτε κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία μετά από αριθμό ερωτήσεων που της τέθηκαν κατάφερε να ανατρέψει το τεκμήριο αναξιοπιστίας των ισχυρισμών και δηλώσεων της σε σχέση με τους ισχυρισμούς της. Δεν έχει επίσης υποδείξει ότι σε περίπτωση επιστροφής της θα αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα από τις αρχές της χώρας της και δεν έχει τεκμηριώσει ότι έχει καταδικασθεί, συλληφθεί, ή καταζητείται.
Ως προς το εάν η περίπτωση της εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται (ερυθρά 113-112 ΔΦ). Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι η ίδια προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός σημειώνει ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνεται ότι στην περιοχή της Αιτήτριας, ήτοι στην περιοχή Karu, Nasarawa State, δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων. Σημειώνεται ότι, η ίδια σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης της αίτησης της ανέφερε ότι κινδυνεύει λόγω ένοπλης σύρραξης στη χώρα της, ενώ από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου από τη βάση δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project)[3] δεν προκύπτει ότι στον τόπο τελευταίας διαμονής της λαμβάνει χώρα διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη εντός του πλαισίου του Άρθρου 19(2)(γ) του Περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000) και ως εκ τούτου, παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών της περιστάσεων για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης[4]. Από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου σημειώνεται ότι έκθεση του της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο για την κατάσταση ασφαλείας στη Νιγηρία, δημοσιευμένη το Νοέμβριο του 2025[5], με περίοδο αναφοράς την 01/01/24 – 31/08/25,[6] καταγράφει τα εξής για τις προκλήσεις ασφαλείας που απασχολούν την πολιτεία Nasarawa. Η Πολιτεία Nasarawa επηρεάστηκε κατά την περίοδο αναφοράς από βία μεταξύ αγροτών και κτηνοτρόφων, καθώς και από επιθέσεις ληστρικών ένοπλων ομάδων (bandits). Αναφέρονται επίσης κοινοτικές συγκρούσεις, περιστατικά απαγωγών ανθρωποκτονίες, καθώς και μεμονωμένα περιστατικά θανάτωσης φοιτητών. Σύμφωνα με δημοσίευμα του Απριλίου 2025, από τους 578 ανθρώπους που σκοτώθηκαν από ληστρικές ομάδες, κτηνοτρόφους και εγκληματικές ομάδες στις πολιτείες της Βόρειας Κεντρικής Νιγηρίας μεταξύ 11ου/2024 και 04ου/2025, οι 104 καταγράφηκαν στην Πολιτεία Nasarawa. Η έκθεση καταγράφει επίσης περιστατικά καταστροφής περιουσιών, κατοικιών, καταστημάτων, οχημάτων, αγροκτημάτων, αγροτικών προϊόντων και μοτοσικλετών, καθώς και επιθέσεις σε οδικούς άξονες, συμπεριλαμβανομένης επίθεσης κατά ταξιδιωτών στον δρόμο Nasarawa–Keffi και απαγωγής φοιτητών στον αυτοκινητόδρομο Abuja–Nasarawa. Σύμφωνα, τώρα, με τη βάση δεδομένων ACLED, στην πολιτεία Nasarawa της Νιγηρίας, στην οποία υπάγεται o τόπος προηγούμενης συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, η περιοχή Karu, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 03/07/26), καταγράφηκαν μόνο 68 περιστατικά πολιτικής βίας τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 95 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[7] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της Πολιτείας Nasarawa εκτιμάται ότι το 2022 ανερχόταν στα 2,886,000.[8]
Ως εκ των ανωτέρω, η Υπηρεσία Ασύλου μετά από ενδελεχή έρευνα, αιτιολογημένα απέρριψε την αίτηση της Αιτήτριας και το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο όλων των περιστάσεων της και των ισχυρισμών που προβλήθηκαν στην δικαστική διαδικασία, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να της αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.
Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται €600 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] https://euaa.europa.eu/sites/default/files/EASO Evidence and Credibility Assesment_JA_EN.pdf, p.180.
[2] Βλέπε High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality and Law Reform and Refugee Appeals Tribunal, [2009] IEHC 353, ημερ.24/07/09
[3] https://acleddata.com/dashboard/#/dashboard
[4] EASO, Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»
[5] EUAA, Nigeria: Security Situation, Νοέμβριος 2025, https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-security-situation-0, σελ. 150-155 (ημερ.πρόσβασης 03/07/26)
[6] EUAA, Nigeria: Security Situation, Νοέμβριος 2025, https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-security-situation-0, σελ. 11 (ημερ.πρόσβασης 03/07/26)
[7] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, https://acleddata.com/platform/explorer (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Nigeria, Nasarawa)
[8] City Population, https://citypopulation.de/en/nigeria/admin/NGA026__nasarawa/ (ημερ.πρόσβασης 03/07/26)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο