Α. Β. Κ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.Τ247/26, 7/7/2026
print
Τίτλος:
Α. Β. Κ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.Τ247/26, 7/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

                                                                                   Υπόθεση αρ.Τ247/26

 

7 Ιουλίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Α. Β. Κ.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Ο αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως

Κος Ρ. Ευαγγέλου, μεταφραστής για πιστή μετάφραση από Αγγλικά στα Ελληνικά και αντίστροφα     

κα S. Seynab, μεταφράστρια για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε Somali και αντίστροφα

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή ο αιτητής, αιτείται επανεξέταση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, ημ.04/06/26 (κοινοποιήθηκε αυθημερόν), με την οποία απορρίφθηκε η 2η μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ως απαράδεκτη.

Ως εκτίθεται στο Υπόμνημα που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φάκελου (ΔΦ), ο αιτητής κατάγεται από τη Σομαλία, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 24/10/21 και υπέβαλε την 1η αίτηση διεθνούς προστασίας στις 03/12/21 (ερ.1-3, 16-18, 46).

Στις 11/10/23 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία Ασύλου προς εξέταση του αιτήματός για διεθνή προστασία όπου δόθηκε η ευκαιρία στον αιτητή, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.28-46). Μετά το πέρας της συνέντευξης, ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση-Εισήγηση και στις 19/10/23 η 1η αίτηση ασύλου απορρίφθηκε (ερ.93-117).

Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία δόθηκε δια χειρός στις 31/10/23 και του μεταφράστηκε στην μητρική του γλώσσα (ερ.118, 3).

Κατά της ως άνω απόφασης της Υπηρεσίας (επί της 1ης αιτήσεως) ο αιτητής καταχώρισε στο Δικαστήριο την προσφυγή αρ.4294/23, που απορρίφθηκε με αιτιολογημένη απόφαση του Δικαστηρίου (ερ.149-165).

Στις 10/02/25 ο αιτητής υπέβαλε 1η μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας η οποία και απορρίφθηκε στις 11/02/25 ως απαράδεκτη, βάσει του αρ.16 (Δ) του Νόμου (ερ.168-179 και 183-188). Ακολούθως ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την εν λόγω απόφαση των καθ’ ων η αίτηση, η οποία δόθηκε δια χειρός και του μεταφράστηκε στην μητρική του γλώσσα στις 04/03/25 (ερ.189).

Στις 04/06/26 ο αιτητής υπέβαλε την εδώ επίδικη 2η μεταγενέστερη αίτηση, η οποία και απορρίφθηκε αυθημερόν ως απαράδεκτη, βάσει του αρ.16 (Δ) του Νόμου (ερ.206-212 και 216-220). Ακολούθως ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την εν λόγω απόφαση των καθ’ ων η αίτηση, η οποία δόθηκε δια χειρός και του μεταφράστηκε στην μητρική του γλώσσα την ίδια μέρα (ερ.221).

Στην 1η αίτηση διεθνούς προστασίας ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από τη Σομαλία καθότι «[καταδικάστηκε] σε θάνατο από τους τρομοκράτες Al Shabaab και μετά [διέφυγε] από τη φυλακή».

Στη συνέντευξη ο αιτητής ανέφερε ότι κατάγεται από την πόλη Buloburte (Hiran Region) και έμενε κατά τους τελευταίους 3-4 μήνες προτού φύγει από τη Σομαλία στην Mogadishu, ο πατέρας του απεβίωσε το 2018, η μητέρα και οι δύο μικρότερες αδελφές του διαμένουν στη γενέτειρα του, ο δε αιτητής επικοινωνεί μαζί τους. Ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι έφυγε από τη Σομαλία λόγω κτηματικών διαφορών που είχε με τους θείους του, που είχαν ως αποτέλεσμα να κατηγορηθεί ότι δουλεύει με την Al Shabaab και να φυλακιστεί.

Οι καθ’ ων η αίτηση απέρριψαν τους ισχυρισμούς του αιτητή στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως ως αναξιόπιστους, καθώς, ως στα ερ.106-112 καταγράφεται, αυτοί κρίθηκαν στερούμενοι συνοχής και, προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου στη βάση του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού, ήτοι του προφίλ του, κατέληξαν, κατόπιν έρευνας σε διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Bulo Burto / Hiran Region), ότι δεν υφίσταται βάσιμος φόβος δίωξης ή σοβαρής βλάβης, απέρριψαν την 1η αίτηση και εξέδωσαν απόφαση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του.

Άπαντα τα ως άνω ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση επί της 1ης αιτήσεως ασύλου κρίθηκαν ορθά και επικυρώθηκαν από το Δικαστήριο στην προσφυγή αρ.4294/23, αντίγραφο της οποίας βρίσκεται στον ΔΦ (ερ.158-164).

Στα πλαίσια της 1ης μεταγενέστερης αίτησης ο αιτητής ανέφερε ότι ζητά να (του επιτραπεί) να διαμένει με τη γυναίκα του καθώς – ως αναφέρει – «το πρόβλημα για το οποίο [έφυγε] είναι ακόμα εκεί και δεν [μπορεί] να [πάει] πίσω». Επισυνάπτει δε επί της εν λόγω αίτησης πιστοποιητικό γέννησης της ανήλικης κόρης του, η οποία γεννήθηκε στη Δημοκρατία με μητέρα ομοεθνή του αιτητή που είναι δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας, καθώς και την άδεια διαμονής της μητέρας του τέκνου του, με την οποία και συγκατοικεί (ερ.168-172).

Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τους ισχυρισμούς του αιτητή στα πλαίσια της ως άνω 1η μεταγενέστερης αίτησης του αιτητή, κατέληξαν ότι δεν προβάλλονται νέοι ισχυρισμοί, σε σχέση με την 1η αίτηση που είχε υποβάλει, αναφορικά δε με τα όσα καταγράφηκαν και προσκομίστηκαν που αφορούν την ανήλικη κόρη του και την μητέρα αυτής αποφασίστηκε ότι, δεδομένου του οικείου νομικού πλαισίου (το οποίο καταγράφεται εκτενώς στο ερ.184) περί των βέλτιστων συμφερόντων του τέκνου του, η απόφαση επιστροφής ημ.19/10/23, του αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί, όπερ και εγένετο, η δε αίτηση κρίθηκε απαράδεκτη.

Στα πλαίσια της επίδικης 2ης μεταγενέστερης αίτησης ο αιτητής κατάγραψε ότι «[θέλει] να [μείνει] με την οικογένεια [του], η οποία μένει εδώ», ως αναφέρει.

Οι καθ’ ων η αίτηση, κατά την εξέταση της επίδικης αίτησης, σημείωσαν ότι όσα αναφέρει δεν αποτελούν νέα στοιχεία, αφού οι προηγούμενοι ισχυρισμοί του (στα πλαίσια της 1ης αίτησης ασύλου) εξετάστηκαν τόσο από τη Διοίκηση όσο και από το Δικαστήριο (στην προσφυγή αρ.4294/23) και απορρίφθηκαν και ουδέν επ’ αυτών αναφέρθηκε στα πλαίσια της επίδικης 2ης μεταγενέστερης αίτησης, η δε απόφαση επιστροφής του αιτητή είχε ήδη ακυρωθεί στα πλαίσια της προηγούμενης 1ης μεταγενέστερης αίτησης.

Για τους πιο πάνω λόγους η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.

Κατά την ακρόαση της παρούσης αιτητής, καλούμενος να τοποθετηθεί προφορικά, είπε ότι έχει έγγραφα τα οποία επιθυμεί να προσκομίσει. Ερωτώμενος γιατί δεν προσκόμισε τα έγγραφα κατά την επίδικη αίτηση ανέφερε ότι δεν τα είχε και δεν τα έχει (ούτε κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία) τα έγγραφα αυτά μαζί του και ζήτησε χρόνο μιας εβδομάδας προκειμένου να τα προσκομίσει. Δεδομένων των ως άνω και του κ.10 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 το αίτημα του αιτητή απορρίφθηκε, δεδομένου του ότι παρήλθαν περί των 6 ετών από τη φυγή του αιτητή από τη Σομαλία και 5 έτη από την υποβολή της 1ης αίτησης ασύλου, έχουν δε έκτοτε παρεμβληθεί η εξέταση και απόρριψης της αίτησης εκείνης, η απόρριψη της προσφυγής κατά της απόφασης επί της 1ης αιτήσεως, αλλά και η εξέταση και απόρριψη της 1ης όσο και της εδώ επίδικης 2ης μεταγενέστερης αίτησης, ουδέν δε επισυνάφθηκε στην παρούσα, αλλά και λαμβανομένου υπόψη του ότι πρόκειται για ταχείας εκδίκασης υπόθεσης, δεν θα μπορούσε να εγκριθεί αίτημα που υποβάλλεται  στην ακρόαση της παρούσης προσφυγής, χωρίς να εξηγείται ο λόγος της καθυστέρησης αυτής.

Προχωρώ σε εξέταση των ενώπιον μου στοιχείων.

Σημειώνεται ότι, στα πλαίσια μεταγενέστερης αίτησης, αυτό που ερευνάται είναι το κατά πόσο «[…] υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του […]» [αρ.16Δ (3) (α) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (6(I)/2000)] και, εφόσον διαπιστωθεί τούτο, προχωρά σε εξέταση του κατά πόσο «[τ]α εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον/στην αιτητής διεθνούς προστασίας […]» [αρ.16Δ (3) (β) (i)] και του κατά πόσο «ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία» [αρ.16Δ (3) (β) (i)], [βλ. και αρ.40 (2),(3) και (4) Οδηγία 2013/32/ΕΕ].

Συνεπώς ο σκοπός της προκαταρτικής εξέτασης, η οποία κατέληξε στην προσβαλλόμενη δια της παρούσης απόφαση, είναι ο έλεγχος του κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω εκ της νομοθεσίας τιθέμενες προϋποθέσεις.

Στην απόφαση του ΔΕΕ στην C-921/19, LH, ημ.10/06/21 λέχθηκαν τα εξής:

«34. Επομένως, το άρθρο 40, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει την εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.

35. Το πρώτο αυτό στάδιο πραγματοποιείται επίσης σε δύο στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού που θέτουν οι ίδιες αυτές διατάξεις.

36. Επομένως, πρώτον, το άρθρο 40, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 ορίζει ότι, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με το παραδεκτό αίτησης για διεθνή προστασία δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, η μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία υποβάλλεται κατ' αρχάς σε προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95.

37. Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα να πληροί ο αιτών τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να του αναγνωρισθεί το καθεστώς αυτό.»

Στο αρ.16Δ (2) & (3) (α) αναφέρεται ρητώς ότι «[ο] Προϊστάμενος λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη» και, περαιτέρω, ότι, «[…] σε περίπτωση που […] ο αιτητής  δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.».

Από τα ενώπιον μου στοιχειά, ως ανωτέρω αναφέρονται, θα συμφωνήσω με τα ευρήματα και την επί της επίδικης μεταγενέστερης αιτήσεως κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση, ως αυτή καταγράφεται στην επίδικη έκθεση, επί των οποίων ουδέν χρειάζεται να προστεθεί.

Εν προκειμένω, πολύ απλά, δεδομένης της καταγραφής των ίδιων ισχυρισμών, ως αυτοί καταγράφηκαν και εξετάστηκαν στα πλαίσια της 1ης μεταγενέστερης αίτησης, οδήγησαν δε τότε στην ακύρωση της απόφασης επιστροφής ημ.19/10/23 (ερ.117 και 188), ουδεμία άλλη κατάληξη ή τύχη θα μπορούσε να έχει η εδώ επίδικη 2η μεταγενέστερη αίτηση και – συνεπεία τούτου - ουδεμία ανάγκη υπήρχε για κλήση του αιτητή σε συνέντευξη, ώστε να διερευνηθούν εκ νέου οι ίδιοι ισχυρισμοί.

Έπεται ότι τα ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση επί της επίδικης αιτήσεως είναι επαρκώς τεκμηριωμένα, προϊόντα επαρκούς έρευνας του συνόλου των υποβληθέντων στοιχείων, υπαγωγής τους στο νομικό πλαίσιο και είναι πλήρως αιτιολογημένη η επίδικη απόφαση.

Καταλήγω λοιπόν ότι ορθώς απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η επίδικη αίτηση.

Ενόψει των ως άνω διαπιστώσεων μου και δεδομένου ότι – ως ανωτέρω αναφέρω – η απόφαση επιστροφής του αιτητή στη Σομαλία ημ.19/10/23 έχει ήδη ακυρωθεί στα πλαίσια της προηγούμενης 1ης μεταγενέστερης αίτησης του, ουδεμία ανάγκη υφίσταται εδώ για αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του. Επί του ζητήματος του καθεστώτος διαμονής του αιτητή στη Δημοκρατία, επί του οποίου αναφέρθηκε ο αιτητής κατά την ακρόαση της παρούσης, αρκεί να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο στερείται τέτοιας δικαιοδοσίας να εξετάσει ή να αποδώσει θεραπεία σε σχέση μ’ αυτό.

Ουδέν ετέθη ενώπιον μου που θα μπορούσε να διαφοροποιήσει την κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση στην επίδικη μεταγενέστερη αίτηση.

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €500 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο