Mr. M. F. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας, Υπόθεση αρ. T 380/25, 10/7/2026
print
Τίτλος:
Mr. M. F. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας, Υπόθεση αρ. T 380/25, 10/7/2026

Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας

Υπόθεση αρ. T 380/25

10 Ιουλίου 2026

[Β.ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ ΔΔΔΔΠ]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

1.    Mr. M. F., εκ Ιράν με ARC ΧΧΧΧΧΧΧ, αρ. φακέλου FXXXXXXXR και τώρα Λευκωσία

2.   Ms M. D., εκ Ιράν με ARC XXXXXXX

3.   Y. F., με DOB 29/04/11 ARC XXXXXXX ανήλικη η οποία εκπροσωπείται από τους φυσικούς της γονείς M.F. και M.D.

4.   L. F., με DOB 27/06/21 ARC XXXXXXXXX ανήλικη η οποία εκπροσωπείται από τους φυσικούς της γονείς M.F. και M.D.

Αιτητές

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας

Καθ΄ ων η Αίτηση

Κ. Κουπαρή (κα), Δικηγόρος για τους Αιτητές

Θ. Παπανικολάου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

Παρούσα η κα Ζωή Αγαπίου (διερμηνέας) πιστή μετάφραση από ελληνικά στα αγγλικά και αντίστροφα.

Παρών ο κος Moradi Poorya (διερμηνέας) για πιστή μετάφραση από φαρσί στα αγγλικά και αντίστροφα.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Με την παρούσα προσφυγή οι Αιτητές προσβάλουν την απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση που του επιδόθηκε στις 10/08/2025.

Ειδικότερα αιτείται :

«Α. Δήλωση και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου ότι η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ή των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 10/08/2025, δια της οποίας η Υπηρεσία Ασύλου ή οι Καθ' ων η Αίτηση απέρριψαν το αίτημα των Αιτητών για επανάνοιγμα του διοικητικού τους φακέλου για παροχή καθεστώτος διεθνούς προστασίας ως απαράδεκτο και/ή απόφαση επιστροφής είναι άκυρη και/ή στερείται οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος και/ή τροποποιηθεί ώστε να κηρυχθεί παραδεκτή και/ή ακυρωθεί η απόφαση επιστροφής των Αιτητών.

Β. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία.

Γ. Έξοδα και Φ.Π.Α.»

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Οι Αιτητές συμπλήρωσαν αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 07/05/2019 αφού εισήλθαν παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές.

Αυθημερόν, οι Αιτητές παρέλαβαν την Βεβαίωση υποβολής αιτήματος Διεθνούς Προστασίας (Confirmation of Submission of an Application for International Protection).

Στις 15/09/2021, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη (interview) του Αιτητή 1 και έπειτα στις 13/12/2021πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη της Αιτήτριας 2.

Στις 03/01/2022, αρμόδιος Λειτουργός της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλου (European Union Agency for AsylumE.U.A.A.) ετοίμασε Έκθεση και Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τις συνεντεύξεις (interviews) των Αιτητών 1 και 2.

Στη συνέχεια, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου των Αιτητών στις 13/01/2022 και για έκδοση απόφασης επιστροφής στο Ιράν.

Στις 10/02/2022, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης της σχετικά με το αίτημά τους, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή 1 στις 11/03/2022.

Στις 16/03/2022 οι Αιτητές καταχώρισαν προσφυγή ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε τελική απόφασης τις 09/01/2024.

Στις 24/03/2025, οι Αιτητές συμπλήρωσαν αίτημα για επανάνοιγμα του διοικητικού φάκελου τους για παροχή Διεθνούς Προστασίας.

Στις 30/07/2025 ο Αρμόδιος Λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Σημείωμα/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου για απόρριψη σχετικά με το αίτημα για επανάνοιγμα του φάκελου των Αιτητών για παροχή Διεθνούς Προστασίας.

Στις 31/07/2025, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε το Σημείωμα / Εισήγηση του Λειτουργού σχετικά με την μεταγενέστερη αίτηση των Αιτητών κρίνοντας την απαράδεκτη και αποφάσισε την επιστροφή τους στη χώρα καταγωγής τους, το Ιράν.

Στις 10/08/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή σχετικά με το αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου των Αιτητών, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή 1 την ίδια ημέρα.

Στις 14/08/2025, καταχωρήθηκε η υπό τον άνω αριθμό και τίτλο προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.).

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

 

Η συνήγορος των Αιτητών προβάλλει πλείονες λόγοι ακύρωσης οι οποίοι καταγράφονται με γενικό και αόριστο τρόπο. Οι ως άνω λόγοι ακύρωσης προβάλλονται στα πλαίσια της γραπτής τους αγόρευσης ως ακολούθως. Η συνήγορος των Αιτητών ισχυρίζεται ότι η επίδικη απόφαση έχει εκδοθεί υπό πλάνη περί τα πράγματα και το νόμο καθώς πραγματικά γεγονότα αγνοήθηκαν ή παρερμηνεύθηκαν και η νομοθεσία δεν τηρήθηκε. Περαιτέρω, ανέφερε πως η απόφαση, επίσης, ελήφθη κατά παράβαση των δικαιωμάτων σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, καθώς και των δικαιωμάτων προσφυγής και ακρόασης (άρθρα 15(1), 30(1) και (3) του Σ, 3 και 8 της ΕΣΔΑ, 7 του ΧΘΔ της ΕΕ και 25 του Περί Προσφύγων Νόμου του 2000). Επίσης, η συνήγορος των Αιτητών ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκε η Σύμβαση της Γενεύης επειδή οι λόγοι περί θρησκείας που προβλήθηκαν από του Αιτητές δεν εξετάστηκαν ορθά υπό το φως των νέων κρίσιμων διαθέσιμων πληροφοριών. Επιπρόσθετα, η απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου περί καταχρηστικής ασκήσεως της διακριτικής ευχέρειας, παράβασης κανόνων φυσικής δικαιοσύνης, μη δέουσας έρευνας και ελλιπούς αιτιολογίας, καθότι, ως ισχυρίστηκε η πλευρά των Αιτητών, δεν αξιολογήθηκαν νέα κρίσιμα στοιχεία, ήτοι έγγραφα που προσκόμισαν οι Αιτητές κατά την καταχώριση της μεταγενέστερης αιτήσεώς τους.( επιστολή του Εθνικού Πνευματικού Συμβουλίου των Μπαχάι της Κύπρου,ημερ. 12/4/2024).  Προσθέτει δε πως η αιτιολογία των Καθ’ ων η αίτηση εμφανίζει αντιφάσεις που οδηγούν σε ακυρότητα. Επιπλέον, η συνήγορος του Αιτητή προωθεί ότι παραβιάστηκαν το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού και το δικαίωμα σε οικογενειακή ενότητα των τέκνων των Αιτητών 1 και 2. Κατά παράβαση του άρθρου 16Δ(3)(α)-(β) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 οι Καθ’ ων η αίτηση δεν κάλεσαν τους Αιτητές 1 και 2 σε συνέντευξη παραβιάζοντας τις διαδικαστικές εγγυήσεις της διαδικασίας. Εσφαλμένα οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν στο ότι δεν προέκυψαν νέα ουσιώδη στοιχεία ή ευρήματα κατά την υποβολή της μεταγενέστερης αιτήσεως των Αιτητών. Είναι η θέση των Αιτητών πως τα έγγραφα που προσκόμισαν είναι ιδιαιτέρως καθοριστικά για τη διαδικασία και δεν εξετάστηκαν και/ή αξιολογήθηκαν επαρκώς εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση. Επίσης, θέση τους είναι ότι η μεταστροφή και του Aιτητή 1.,  στη θρησκεία Bahai είναι αρκετός λόγος ως νέο στοιχείο ώστε να εξεταστεί η αίτησή τους εκ νέου επί της ουσίας, κάτι που οι Καθ’ ων η αίτηση δεν έπραξαν και ως εκ τούτου παραβίασαν το άρθρο 40(2) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ. Συμπληρώνει δε πως η άρνηση των Καθ’ ων η αίτηση να εξετάσουν τα νέα στοιχεία αποτελεί παραβίαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας και του άρθρου 13 του Σ και 18 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Τέλος, η συνήγορος των Αιτητών παραθέτει διαδικτυακούς υπερσυνδέσμους αναφορικά με πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής των Αιτητών, το Ιράν, και συγκεκριμένα σε σχέση με την αντιμετώπιση των Bahai εκεί.

Κατά τη ακρόαση η συνήγορος των Αιτητών υιοθέτησε το περιεχόμενο της ενακτήριας αίτησης και αγόρευσης της.

Πάρα την διαδικασία που προβλέπεται αναφορικά με την εξέταση των αποφάσεων επί των μεταγενέστερων αιτήσεων δυνάμει της εξουσίας του, το Δικαστήριο σύμφωνα με τον Κ.3 (ε) του ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ (ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΤΙΚΟΣ) (ΑΡ. 4) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 2022:

«3. (ε) Στις περιπτώσεις όπου η προσβαλλόμενη απόφαση εκδίδεται δυνάμει των ακόλουθων άρθρων του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(I)/2000), ως έχει τροποποιηθεί: (i) 12Βτετράκις(2)(δ), (ii) 12Βτρις, Υπόμνημα ως το Έντυπο Αρ. 3 καταχωρείται στο αρμόδιο Πρωτοκολλητείο από την Υπηρεσία Ασύλου, συνοδευόμενο από τον σχετικό διοικητικό φάκελο που αφορά την προσφυγή, εντός δέκα ημερών από την επίδοση αυτής: Νοείται ότι, ουδεμία καταχώριση γραπτής αγόρευσης από τον αιτητή ή τους καθ' ων η αίτηση απαιτείται και η υπόθεση ορίζεται απευθείας από το Πρωτοκολλητείο για ακρόαση, χωρίς να απαιτείται η παρουσία των καθ' ων η αίτηση, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.». )

κάλεσε και την πλευρά των Καθ΄ ων η αίτηση για να ακούσει την θέση τους αναφορικά με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου.

Σύμφωνα με την γραπτή τους αγόρευσης, η επίδικη απόφαση ορθώς κρίθηκε απαράδεκτη καθότι ο Αιτητής 1 δεν υπέβαλε νέα στοιχεία σε σχέση με την πρώτη αίτησή του για διεθνή προστασία. Είναι θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι η πλευρά των Αιτητών δεν προωθούν με ευκρίνεια τους λόγους ακύρωσης στην γραπτή τους αγόρευση, κάτι το οποίο καθιστά δυσχερή την αντίκρουσή τους και ως εκ τούτου διευκρινίζουν ότι προέβησαν σε αντίκρουση όσων ισχυρισμών θεωρούν ότι συνάγονται από το δικόγραφο των Αιτητών. Συγκεκριμένα, οι Καθ’ ων η αίτηση προβάλλουν ότι η απόφασή τους δεν παραβιάζει την αρχή της δέουσας και επαρκούς έρευνας καθότι κατά τον προκαταρκτικό έλεγχο της αίτησης, ως ορίζεται από το νόμο, δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ούτε ως προς τους λόγους αναχώρησης από το Ιράν ούτε ως προς τα προσκομισθέντα έγγραφα, ώστε να υπεισέλθουν στην ουσία. Είναι η θέση τους πως ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι μεταγενέστερα και αυτός μεταστράφηκε στη θρησκεία των  Bahai και αυτό αλλαζει πλήρως την εκτίμηση κινδύνου, δεν ευσταθεί καθότι  ο ενλόγω  κίνδυνος εξετάστηκε ήδη στη βάση των ισχυρισμών  και του πυρήνα αιτήματος της Αιτήτριας 2.   Τέλος, οι Καθ’ ων η αίτηση μέσω της γραπτής τους αγόρευσης προωθούν ότι ορθώς κατέληξαν, αφού συνεκτιμήθηκαν όλα τα διαθέσιμα στοιχεία προηγουμένως εκδίδοντας μία πλήρως αιτιολογημένη, μετά από δέουσα έρευνα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Καταρχάς πρέπει να λεχθεί ότι οι λόγοι ακύρωσης εγείρονται με γενικότητα και αοριστία στην παρούσα αίτηση. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης».

Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ.598).

Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγεί­ρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτρο­πής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636: «Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύ­ρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγό­ρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».

Σχετική είναι και η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4. «Το γεγονός ότι το άρθρο 146.1. του Συντάγματος καταγράφει ως αιτίες ακυρό­τητας την αντίθεση προς τις διατάξεις του Συντάγματος, ή του Νόμου και την υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας, δεν σημαίνει ότι αρκεί η γενική επίκληση κά­ποιας από αυτές χωρίς άλλο. Η ταξινόμηση κάποιου νομικού λόγου ως υπαγόμενου στα πιο πάνω, είναι εγχείρημα ουσίας που προϋποθέτει την έγερσή του σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις».

Οι αγορεύσεις αποτελούν τη μόνη μέθοδο ανάπτυξης των λόγων ακύρωσης ή ισχυρισμών που ήδη προσβλήθηκαν με το δικόγραφο της προσφυγής.

Σύμφωνα με την Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671 : «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»

«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56

Η συνήγορος των Αιτητών γενικά και αόριστα παραθέτει τα νομικά σημεία στην εναρκτήρια αίτηση τους που αφορούν τους ισχυρισμούς των Αιτητών στα επί της ουσίας ζητήματα και όχι επί των νομικών ζητημάτων αναφορικά με την μεταγενέστερη αίτηση. Ωστόσο, οι νομικοί ισχυρισμοί που προωθεί στα πλαίσια της γραπτής αγόρευσης των Αιτητών δεν είναι ευδιάκριτοι και δεν αιτιολογούνται πλήρως, ώστε να διαπιστωθεί η λανθασμένη εκτίμηση των Καθ’ ων η αίτηση περί του απαράδεκτου της μεταγενέστερης αίτησής τους.

Υπό το πρίσμα των πιο πάνω αναφερθέντων το Δικαστήριο θα προβεί στον προκαταρκτικό έλεγχο της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή περί του παραδεκτού αυτής.

Το Δικαστήριο, επί της παρούσης, καλείται να εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση που αφορά την μεταγενέστερη αίτηση των Αιτητών (ερυθρά 330 –338 και 353 – 360 του Δ.Φ.). Όσον αφορά την μεταγενέστερη του αίτηση και επί της ουσίας αναφορικά με την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου η μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται κατ' αρχάς σε προκαταρτικό στάδιο κατά το οποίο ερευνάται εάν έχουν προκύψει ή έχουν υποβληθεί από τους Αιτητές νέα ουσιώδη στοιχεία.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που Αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο -

(i) Μεταγενέστερη αίτηση, ή

(ii) νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του Αιτητή,

Ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Κατά το στάδιο αυτό ο Αιτητής υποβάλλει γραπτώς στις Αρμόδιες Αρχές τα τυχόν νέα στοιχεία που προσκομίζει χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη. Υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 16Δ(3)(β) ήτοι -

(ί) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον Αιτητή διεθνούς προστασίας- και

(ίί) ικανοποιείται πως ο Αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος,

τότε μόνον εξετάζονται επί τις ουσίας οι προσβαλλόμενοι ισχυρισμοί και πραγματοποιείται νέα συνέντευξη εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο.

 

Σε αντίθετη περίπτωση η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

 

Για να αξιολογήσει το Δικαστήριο κατά πόσο υφίστανται οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 16Δ(3)(β) του περί Προσφύγων Νόμου, αφού βέβαια κριθεί ότι προσκομίστηκαν νέα ουσιώδη στοιχεία, θα πρέπει να εξακριβωθεί  εάν με την υποβολή των νέων αυτών στοιχείων αυξάνονται οι πιθανότητες να χορηγηθεί στους Αιτητές προσφυγικό καθεστώς ή συμπληρωματική προστασία και, ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση, αν οι Αιτητές, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσαν να υποβάλουν τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής ενώπιον του Δ.Δ.Δ.Π., δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Λαμβανομένου υπόψη ότι αυτές οι δύο προϋποθέσεις του άρθρου 16Δ(3)(β) τίθενται σωρευτικά και όχι διαζευκτικά, σε περίπτωση που δεν πληρείται μια εκ των δύο, παρέλκει ανάλυσης η δεύτερη.

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία στον διοικητικό φάκελο των Αιτητών (εφεξής «Δ.Φ.), ο Αιτητής 1 και η σύζυγος του Αιτήτριας 2 ενήλικες, έχουν μαζί δύο τέκνα (Αιτήτριες 3 και 4), και όλοι κατάγονται από το Ιράν (με εξαίρεση την Αιτήτρια 4 που γεννήθηκε στην Κύπρο). Κατά την υποβολή της αίτησης για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής 1 κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας ενός πολιτικού προβλήματος και ενός θρησκευτικού ζητήματος που είχε στη χώρα του.

Σύμφωνα με το έντυπο της αίτησης για διεθνή προστασία των Αιτητών, αυτοί κατέγραψαν πως αρχικά ταξίδεψαν στην Τουρκία, από εκεί ταξίδεψαν στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία και έπειτα μεταφέρθηκαν στην Κυπριακή Δημοκρατία με αυτοκίνητο παράνομα και ισχυρίστηκαν πως ο Αιτητής 1 έχει πολιτικά και θρησκευτικά προβλήματα στο Ιράν με αποτέλεσμα να αναχωρήσει (ερ. 8 – 10 και η μετάφραση 28 – 30 του Δ.Φ.).

 

Στις 15/09/2021 πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη του Αιτητή 1 από αρμόδιο λειτουργό του EUAA, ώστε να εξετασθεί επί της ουσίας η αίτηση για διεθνή προστασία. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ο Αιτητής 1 δήλωσε ότι είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ έχει και πανεπιστημιακές σπουδές τις οποίες όμως δεν ολοκλήρωσε (ερ. 73 – 4Χ του Δ.Φ.). Δήλωσε επίσης ότι ο πατέρας του απεβίωσε το 2021, ενώ η μητέρα του και τα αδέλφια του ζουν στο νησί Khark του Ιράν (ερ. 72 – 2Χ-3Χ του Δ.Φ.). Ανέφερε επίσης ότι και ο ίδιος κατάγεται από το νησί Khark, που ήταν και ο τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του στη χώρα καταγωγής του, όπου εργαζόταν για 17 έτη σε μια εταιρεία (την οποία κατονόμασε) ως τεχνικός μηχανικός σε εργοστάσιο επεξεργασίας πετρελαίου (ερ. 72 – 5Χ του Δ.Φ.).

 

Αναφορικά με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής 1 δήλωσε πως η σύζυγος του – Αιτήτρια 2, ανήκει στην θρησκεία των Bahai, που θεωρούνται ως κατάσκοποι από τις αρχές της χώρας καταγωγής του, και όταν το τμήμα ασφαλείας της εταιρείας όπου εργαζόταν έμαθε για την σύζυγό του – Αιτήτρια 2, κατόπιν κάποιας συνάθροισης που είχαν στην οικία τους, κάλεσαν τον Αιτητή για ανάκριση (ερ. 70 – 3Χ του Δ.Φ.). Η σύζυγος του – Αιτήτρια 2, όπως ο Αιτητής δήλωσε, βρισκόταν τότε σε άλλη πόλη με την αδελφή της, ενώ ο ίδιος έφυγε από το νησί Khark και συνάντησε τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του στην Τεχεράνη και μαζί εγκατέλειψαν την χώρα αεροπορικώς (ερ. 70 – 3Χ του Δ.Φ.). Ερωτηθείς αναφορικά με το τι φοβάται ότι θα του συνέβαινε εάν επέστρεφε στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής 1 ισχυρίστηκε πως θα τον φυλακίσουν και θα εκτελέσουν τη σύζυγό του – Αιτήτρια 2, καθότι η κοινότητα των Bahai θεωρούνται ως κατάσκοποι του Ισραήλ, ενώ τα παιδιά του – Αιτήτριες 3 και 4 δεν θα έχουν δικαιώματα (λόγω της πίστης της συζύγου του – Αιτήτριας 2) και δεν θα μπορούν να πάνε σχολείο (ερ. 70 του Δ.Φ.). Στο ερώτημα κατά πόσο είχε ποτέ συλληφθεί ή κρατηθεί στη χώρα καταγωγής του για οποιοδήποτε λόγο, ο Αιτητής 1 απάντησε αρνητικά, ενώ στο ερώτημα κατά πόσο οι αρχές της χώρας του θα του επιτρέψουν να επιστρέψει εκεί, ο Αιτητής 1 σχολίασε ότι τους θεωρούν κατασκόπους και θέλουν να τους διώξουν (ερ. 64 του Δ.Φ.).

 

Στις 13/12/2021 πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη της Αιτήτριας 2 από αρμόδιο λειτουργό του EUAA, στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης για διεθνή προστασία. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της, η Αιτήτρια 2 δήλωσε ότι είναι απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ερ. 126 – 3Χ του Δ.Φ.). Αναφορικά με τον πατέρα της δήλωσε ότι αυτός απεβίωσε το έτος 2020, ενώ η μητέρα της και τα αδέλφια της ζουν, σε διάφορες πόλεις, στο Ιράν (ερ. 126 – 6Χ και 125 – 1Χ του Δ.Φ.). Δήλωσε επίσης ότι μόνο η ίδια και η μητέρα της ανήκουν στη θρησκεία Bahai (ερ. 125 – 2Χ του Δ.Φ.). Στη χώρα της είχε το δικό της κατάστημα πώλησης οικιακών ειδών στο νησί Khark, το οποίο η ίδια λειτουργούσε μέχρι και κάποιους μήνες προτού εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της (ερ. 125 – 4Χ και 124 του Δ.Φ.). Η Αιτήτρια δήλωσε πως το νησί Khark ήταν ο τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής της στη χώρα καταγωγής της, το Ιράν (ερ. 124 του Δ.Φ.).

 

Αναφορικά με τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια 2 δήλωσε πως η ζωή της βρισκόταν σε κίνδυνο και δεν υπήρχε ασφάλεια για την ίδια λόγω της δυσχερούς διάκρισης και παρενόχλησης των Bahai, θρησκεία την οποία ασπάστηκε από τα 16-17 της έτη, την οποία τη βίωσαν τόσο η ίδια όσο και η μητέρα της στη χώρα τους, ως ισχυρίστηκε (ερ. 123 του Δ.Φ.). Ανέφερε επίσης, ότι καθόσον ζούσαν με τον σύζυγο της – Αιτητή 1 στο νησί Khark, η ίδια είχε οργανώσει μια μικρή συνάθροιση με φιλικά της πρόσωπα στην οικία της, όπου τους μίλησε για την πίστη των Bahai. Έκτοτε, ως ισχυρίστηκε, ξεκίνησε το πρόβλημα της, αναφέροντας πως τότε η ίδια είχε μεταβεί στην πόλη Isfahan. Παράλληλα, ισχυρίστηκε ότι κατά την εν λόγω περίοδο, το τμήμα ασφαλείας κάλεσε τον σύζυγό της – Αιτητή 1 και τον έθεσε σε διαθεσιμότητα με την κατηγορία ότι ο ίδιος εργαζόταν σε πετρελαϊκή εταιρεία, έναν ευαίσθητο τομέα, ενώ είχε μέσα στο σπίτι του μία κατάσκοπο (ερ. 122 – 1Χ του Δ.Φ.). Έτσι, ο σύζυγός της – Αιτητής 1, ακολούθως, όπως η ίδια είπε, έφυγε από το νησί Khark και συνάντησε την ίδια στην Τεχεράνη, και μαζί εγκατέλειψαν την χώρα καταγωγής τους αεροπορικώς (ερ. 122 – 1Χ του Δ.Φ.). Ερωτηθείσα αναφορικά με το τι φοβάται ότι θα της συνέβαινε εάν επέστρεφε στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια 2 ισχυρίστηκε πως είτε θα την φυλακίσουν, ή θα την εκτελέσουν, αφού την θεωρούν κατάσκοπο (ερ. 122 – 2Χ του Δ.Φ.), ενώ τα παιδιά της – Αιτήτριες 3 και 4 δεν θα μπορούν να πάνε σχολείο λόγω της πίστης της ίδιας (ερ. 122 – 3Χ του Δ.Φ.). Στο ερώτημα κατά πόσο είχε ποτέ συλληφθεί ή κρατηθεί στη χώρα καταγωγής της για οποιοδήποτε λόγο, η Αιτήτρια 2 δήλωσε πως την είχαν συλλάβει στην πόλη Shiraz, όταν ήταν σε μικρότερη ηλικία, μαζί με το αγόρι της, όχι όμως για λόγους που σχετίζονταν με την θρησκεία της, ενώ στο ερώτημα κατά πόσο οι αρχές της χώρας της θα της επιτρέψουν να επιστρέψει εκεί, η Αιτήτρια 2 ισχυρίστηκε πως εκκρεμεί ένταλμα σύλληψης εναντίον της εκεί και δεν γνωρίζει εάν θα της επιτραπεί να επιστρέψει (ερ. 113 του Δ.Φ.).

 

Κατά την αξιολόγηση των πιο πάνω, η αρμόδια λειτουργός ανέλυσε την εισήγηση της επί της βάσης τριών ουσιωδών ισχυρισμών (ερ. 159 του Δ.Φ.). Ο πρώτος αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής των Αιτητών, ο δεύτερος το ότι η Αιτήρια 2 ανήκει στην θρησκεία των Bahai και ο τρίτος ότι η Αιτήτρια 2 καταζητείται από τις αρχές της χώρας καταγωγής της λόγω του ότι ανήκει στην θρησκεία των Bahai. Ο πρώτος ισχυρισμός, που δεν αμφισβητείται, έγινε αποδεκτός ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστος (ερ. 158 – 157 του Δ.Φ.). Ωστόσο, οι άλλοι δύο ισχυρισμοί δεν έγιναν αποδεκτοί καθότι με βάση τις αφηγήσεις που έδωσαν οι Αιτητές 1 και 2 κατά τις συνεντεύξεις τους, κρίθηκαν ως αναξιόπιστοι κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών τους, λαμβάνοντας επίσης υπόψη διαθέσιμα δεδομένα από πηγές πληροφόρησης (ερ. 156 – 151 του Δ.Φ.).

 

Βάσει του μόνου ισχυρισμού ο οποίος έγινε τελικά αποδεκτός, ήτοι ως προς την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής των Αιτητών, και αξιολογώντας τις προσωπικές τους περιστάσεις ως επίσης ζητήματα που αφορούν την επιστροφή πολιτών του Ιράν στην χώρα τους, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε πως δεν προκύπτει πως υπάρχει εύλογος βαθμός πιθανότητας οι Αιτητές να εκτεθούν σε μεταχείριση η οποία θα μπορούσε να συνιστά δίωξη ή να αντιμετωπίσουν πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής τους στο νησί Khark στο Ιράν (ερ. 151 – 150 του Δ.Φ.). Συνακόλουθα, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου (ερ. 150 – 149 του Δ.Φ.). Συνεπώς, κατόπιν των πιο πάνω και της συναφούς εισήγησης της αρμόδιας λειτουργού (ερ. 149 του Δ.Φ.), η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε το αίτημα διεθνούς προστασίας των Αιτητών.

Από την εξέταση του Διοικητικού φακέλου προκύπτει πως η μεταγενέστερη αίτηση ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υποβλήθηκε από τον Αιτητή 1, ωστόσο το περιεχόμενό της καταγράφηκε από την Αιτήτρια 2.

Επί της ουσίας η Αιτήτρια 2 ισχυρίζεται πως αυτή και η οικογένειά της ανήκουν στην θρησκεία Bahai που δεν επιτρέπεται στη χώρα καταγωγής τους και επανέλαβε επίσης πως θα τιμωρηθούν και θα φυλακιστούν στο Ιράν λόγω της θρησκείας τους, όπως και τα τέκνα τους δε θα έχουν τη δυνατότητα να φοιτήσουν σε σχολείο. Επίσης, ανέφερε πως οι Bahai αντιμετωπίζουν προβλήματα αναφορικά με το hijab, παρά το ότι ο σύζυγός της – Αιτητής 1 είναι σύμφωνος να ντύνεται όπως θέλει η ίδια. Πρόσθεσε δε ότι τα τέκνα της επιθυμούν να παραμείνουν εδώ, η μεγαλύτερη θυγατέρα τους φοιτά στο Γυμνάσιο Νεάπολης με καλή πρόοδο. Τέλος, επαναλαμβάνει ότι δεν επιθυμούν να επιστρέψουν στο Ιράν καθότι θα κινδυνέψουν και θα φυλακιστούν. (ερ. 336 και 334 του Δ.Φ.).

Ως εκ τούτου, στα πλαίσια της έκθεσης – εισήγησης του αρμόδιου λειτουργού κρίθηκε ότι οι αναφορές τους στα πλαίσια της μεταγενέστερης αίτησης, δεν μπορούν να θεωρηθούν νέα στοιχεία υπό την έννοια του νόμου, αλλά αποτελούν επανάληψη προηγούμενων ισχυρισμών, οι οποίοι εξετάσθηκαν και αξιολογήθηκαν στα πλαίσια της πρώτης αίτησής τους για διεθνή προστασία. Περαιτέρω, η πρώτη απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου στηρίχθηκε στα ευρήματα αναξιοπιστίας των Αιτητών αλλά και στις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με τους ισχυρισμούς και το προφίλ τους (ερ. 149 – 161 του Δ.Φ.), που ωστόσο δεν ανατράπηκαν από τους Αιτητές με τον προσφυγή του υπ’ αρ. 1440/22.

 

Η εξουσία του παρόντος  Δικαστηρίου στη παρούσα περιορίζεται να εξετάσει τη νομιμότητα της προσβαλλομενης απόφασης επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης για διεθνή προστασία, ήτοι το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει μόνο κατά πόσον ευλόγως η αρμόδια αρχή έκρινε ως απαράδεκτο το αίτημα των Αιτητών  για επανάνοιγμα της υπόθεσής τους και για εξέταση επί της ουσίας των προβαλλομενων νέων στοιχείων.

 

Προς τούτο παραπέμπω νομολογία του Εφετείου, το οποίο στην υπόθεση Deepak Kumar v. Κυπριακής Δημοκρατίας (αρ. έφεσης 657/2022) έκρινε ρητά ότι:

«Το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει μόνο κατά πόσον ευλόγως η αρμόδια αρχή έκρινε ως απαράδεκτο το αίτημα του Αιτητή για επανάνοιγμα της υπόθεσής του. [...] Η απόφαση δεν ήταν αντικείμενο της εδώ υπό εξέταση πρωτόδικης προσφυγής και, ως εκ τούτου, δεν ήταν και επίδικο ζήτημα προς κρίση. Συνεπώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε και οποιαδήποτε δικαιοδοσία να ασχοληθεί με αυτό το ζήτημα, πόσο μάλλον να το κρίνει».

 

Συνεπώς το Δικαστήριο  θα προχωρήσει να εξετάσει και τις δύο σωρευτικές προϋποθέσεις του νόμου αναφορικά με τα νέα στοιχεία, ήτοι ότι :

α) τα στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον Αιτητή διεθνούς προστασίας και

 β) ικανοποιείται πως ο Αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.

 

Όπως προκύπτει  ωστόσο  από τα στοιχεία του φακέλου πιο πάνω, ο βασικός ισχυρισμός στην δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση διαφοροποιείται από το αρχικό αίτημα που αφορούσε μόνο την Αιτήτρια 2 σε συνάρτηση με τον ισχυρισμό περί διώξης της στη χώρα της λόγω της θρησκείας της. 

 

Αναφορικά δεν με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας 2 ότι ανήκει και η υπόλοιπη οικογένεια στη θρησκεία Bahai, κρίνω πως αυτός αποτελεί νεοφανή ισχυρισμό που ουδέποτε προβλήθηκε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου κατά την εξέταση της πρώτης αίτησης των Αιτητών για διεθνή προστασία. Ωστόσο καμία αναφορά δεν έγινε για αυτούς  στην έκθεση εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού. Περαιτέρω εντοπίζω πως η καταγραφή των στοιχείων του φακέλου στη παράγραφο 2 σελ. 5 της αποφασης ερ. 377 του Δ.Φ. είναι λανθασμένη . Συγκεκριμένα ο Αιτητής 1 ουδέποτε ανέφερε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του στην  αρχική αίτηση ότι αυτός και η οικογένεια του ανήκουν  στους  Bahai παρά μόνο γίνεται αναφορά στην  Αιτήτρια 2.

Συνεπώς η Υπηρεσία Ασύλου είχε ενώπιον της τον νεοφανή ισχυρισμό σχετικά με τη μεταστροφή της υπόλοιπης οικογένειας (Αιτητή 1 και των τέκνων τους) ο οποίος συνοδεύεται  προς υποστήριξη του από τα πιο κάτω  έγγραφα :

 

1)Επιστολή από το Εθνικό Πνευματικό Συμβούλιο των Bahai στην Κύπρο ημ. 03/05/2022 και 12/04/2024 (ερ. 209 – 210. Το 308 είναι το ίδιο αντίγραφο με το 210 του Δ.Φ.),

2) δέκα φωτοαντίγραφα φωτογραφιών (ερ. 217 – 218 και 220 – 223 του Δ.Φ.),

3) πιστοποιητικά και διπλώματα της θυγατέρας τους Y.F. – Αιτήτρια 3 (ερ. 223 – 240),

4) αντίγραφα από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που αναφέρονται στη θρησκεία Bahai (ερ. 241 – 307 του Δ.Φ.),

5) αντίγραφο πιστοποιητικού γέννησης από την Κυπριακή Δημοκρατία για τη θυγατέρα του, L.F. – Αιτήτρια 4 (ερ. 310 του Δ.Φ.),

6) αντίγραφο Δελτίου Εγγραφής Αλλοδαπού των Αιτητών 1 – 4 (ερ. 318 – 326 του Δ.Φ.) και

7) αντίγραφα βεβαιώσεων υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας των Αιτητών 1 – 4 (ερ. 314 – 317 του Δ.Φ.).

 

Πρώτον αναφορικά με την Αιτήτρια 2 συντάσσομαι με την κρίση της Υπηρεσίας Ασύλου ότι ο ισχυρισμός της ως Bahai αποτελεί επανάληψη των όσων ισχυρίστηκαν οι Αιτητές 1 και 2 κατά την αρχική αίτηση για διεθνή προστασία αλλά και στις συνεντεύξεις τους και ως εκ τούτου τα πιο πάνω έγγραφα δεν αποτελούν νέα στοιχεία. Συγκεκριμένα τα έγγραφα ημερ. 3/5/2022 ερ. 209 του Δ.Φ. το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας 2 και βρίσκεται στο φάκελο του δικαστηρίου  εξετάστηκε ήδη από το Δικαστήριο στην υπ. Αρ. 1440/2022 προσφυγή όπου

οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν κρίθηκαν ικανοί να τεκμηριώσουν την αξιοπιστία της και η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη καθότι δεν εφεσιβλήθηκε. 

Αναφορικά με τον ισχυρισμό καθ’ εαυτόν ήτοι της αναφοράς περί μεταστροφή των υπόλοιπων μελών της οικογένειας στη θρησκεία Μπαχάι πέραν της Αιτήτριας, κρίσιμο ζήτημα είναι αν η μη ειδική αναφορά στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας συνιστά έλλειψη δέουσας έρευνας  και αιτιολογίας ώστε να καθιστά παράνομη την απόφαση.

 

Το Δικαστήριο θεωρεί πως ασφαλή απάντηση θα δωθεί εφόσον εξετάσει τα προσκομισθέντα έγγραφα που οι Αιτητές υπέβαλαν προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους.

 

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-18/20, X.Y. κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, διευκρίνισε ότι «νέα στοιχεία ή πορίσματα» είναι εκείνα τα οποία δεν είχαν γνωστοποιηθεί και ληφθεί υπόψη κατά την έκδοση της προηγούμενης απόφασης.

Στις υποθέσεις C-18/20 και C-216/22,του  Δικαστήριου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επισημάνθηκε πως  όταν ο αιτητής δεν προσκομίζει νέα στοιχεία ή πορίσματα που να αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να κινήσουν νέα πλήρη εξεταστική διαδικασία. Στις περιπτώσεις αυτές, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται στο στάδιο του παραδεκτού, στη βάση της αρχής του δεδικασμένου, καθότι η ουσία του αιτήματος έχει ήδη εξεταστεί και κριθεί.

 

Με τη μεταγενέστερη αίτηση προβάλλεται ουσιαστικά μια παραλλαγή του ίδιου πυρήνα ισχυρισμών ωστόσο αν τα προσκομισθέντα έγγραφα δεν είναι νέα υπό την έννοια του Νόμου ή δεν συνδέονται με τον πυρήνα του Αιτήματος ήτοι τη θρησκευτική μεταστροφή των 3  μελών της οικογένειας(Αιτητή 1και των τέκνων του)  ή δεν θεραπεύουν/ ανατρέπουν  το προηγούμενο εύρημα αναξιοπιστίας, τότε η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν συντρέχουν νέα στοιχεία στη βάση  των προνοιών του άρθρου 16Δ(3) του περί Προσφύγων Νόμου παραμένει νομικά επιτρεπτή.

Έχω  εξετάσει  τα έγγραφα που προσκόμισαν οι Αιτητές με την μεταγενέστερη τους αίτηση, και συντάσσομαι με την ανάλυση στην οποία έχει προβεί ο αρμόδιος λειτουργός αναφορικά με τις φωτογραφίες που προσκομίστηκαν ότι αυτές δεν συνδέονται με τον συγκεκριμένο ισχυρισμό των Αιτητών για τον οποίο αναχώρησαν από τη χώρα καταγωγής τους. Συμφωνώ πως  δε δύναται να ταυτοποιηθούν τα πρόσωπα που απεικονίζονται αλλά ούτε και να προσδιοριστεί η ημερομηνία και η τοποθεσία λήψης γεγονός που δεν εξυπηρετεί στην σύνδεση τους με τους ισχυρισμούς τους και ούτε συνάδει με αυτούς. Εν πάση περιπτώσει απεικονίζονται στιγμές από την καθημερινότητα των απεικονιζόμενων που δε φαίνεται να σχετίζονται με τον θρησκευτικού περιεχομένου ισχυρισμό, που συνιστά την ισχυριζόμενη δίωξη. Όσον αφορά τα πιστοποιητικά γέννησης των τέκνων – Αιτητριών 3 και 4 τους όσο και τις βεβαιώσεις υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας των Αιτητών 1 – 4, αυτά έχουν υποστηρικτικό χαρακτήρα, ήτο στη διάθεση των Αιτητών εξ αρχής, αλλά ταυτόχρονα δεν συνδέονται ούτε αυτά με τον πυρήνα του αιτήματος των Αιτητών. Επίσης, υποστηρικτικό χαρακτήρα έχει και το έγγραφο ημερ.12/4/2024 εκδοθέν  μεταγενέστερα της πρωτόδικης απόφασης του Δικαστηρίου πιο πάνω «Εθνικό Πνευματικό Συμβούλιο των Μπαχάι στην Κύπρο» (ερ. 308 του Δ.Φ.)., το οποίο δεν δύναται να ανατρέψει την μη στοιχειοθέτηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών τους, και ταυτόχρονα δεν προσθέτει τέτοια ουσιώδη στοιχεία ώστε να θεωρηθούν νέα και να εξεταστούν επί της ουσίας.

Περαιτέρω παρατηρώ πως  το  εν λόγω έγγραφο αφορά μεταστροφή μόνο  της Αιτήτριας 2 της οποίας η αξιοπιστία αναφορικά με τον ενλόγω ισχυρισμό εξετάστηκε και αποφασίστηκε από το παρόν Δικαστήριο σε προηγούμενη προσφυγή ως λέχθηκε ανωτέρω και ορθά κρίθηκε πως δεν αποτελεί νέο ουσιαστικό στοιχείο. Δεν μπορώ ωστόσο να μη  σχολιάσω ότι το εν λόγω έγγραφο δεν υποστηρίζει τους ισχυρισμούς περί της μεταστροφής του Αιτητή 1 και των τέκνων τους, ως αναφέρεται  στη  προσβαλλόμενη  απόφαση εφόσον αυτά  βεβαιώνουν  μεταστροφή μόνο της Αιτήτριας 2.  

Περαιτέρω προσθέτω πως αναφορικά με τα αντίγραφα από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που αναφέρονται στη θρησκεία Bahai, τα οποία προσκόμισαν οι Αιτητές κατά την υποβολή της μεταγενέστερη αίτησής τους, αυτά δεν αποτελούν έγγραφα που προσθέτουν νέες πληροφορίες αναφορικά με το αίτημά τους καθώς επίσης αφορούν  πληροφορίες στις οποίες οι Καθ’ ων η αίτηση είχαν πρόσβαση κατά την αξιολόγηση του αιτήματός τους στην πρώτη τους αίτηση. Παρά το γεγονός ότι τα εν λόγω έγγραφα φέρουν μεταγενέστερες ημερομηνίες οι πληροφορίες που περιλαμβάνουν δεν καταδεικνύουν ότι η κατάσταση αναφορικά με τους πιστούς της Bahai επιδεινώθηκε και/ή αξιολογήθηκε λανθασμένα από τους Καθ’ ων η αίτηση κατά το κρίσιμο χρόνο . Ως εκ τούτου διαπιστώνω πως τα εν λόγω έγγραφα δεν ανατρέπουν την κατάληξη των Καθ’ ων η αίτηση ως προς την μη αξιοπιστία των ισχυρισμών των Αιτητών αναφορικά με την ισχυριζόμενη δίωξη λόγω της θρησκείας Bahai και επομένως ορθώς κρίθηκαν αυτά ότι δεν αποτελούν νέα στοιχεία που να αυξάνουν τις πιθανότητες επιτυχίας του αιτήματός τους για διεθνή προστασία.

 

Παρά το ότι η Υπηρεσία Ασύλου δεν ανέλυσε ειδικότερα τον ισχυρισμό για τα λοιπά μέλη της οικογένειας λαμβάνοντας υπόψη πως στη παρούσα δεν προκύπτει νέα αυτοτελή βάση δίωξης εφόσον ο μεταγενέστερος ισχυρισμός αφορά την μεταστροφή των λοιπών μελών στη θρησκεία Μπαχάι, κρίνω πως ορθά εξέτασε τα επόμενα στάδια που το αρ. 16Δ(3) καθορίζει και ορθά καταλήγει πως ο εν λόγω ισχυρισμός δεν υποστηρίζεται από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν πιο πάνω. Ως αναφέρθηκε  ήδη  τα σχετικά με τον πυρήνα του αιτήματος έγγραφα δεν ανατρέπουν το τελεσίδικο εύρημα αναξιοπιστίας.

Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ως επουσιώδη πλημμέλεια την παράλειψη αναφοράς στα λοιπά μέλη της οικογένειας εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι η διοίκηση θα κατέληγε αναπόφευκτα στο ίδιο αποτέλεσμα.

Περαιτέρω  αναφορικά με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι δεν φέρει jihat παρατηρώ πως  ο/η λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου  επισήμανε πως ο εν λόγω ισχυρισμός προβλήθηκε στην αρχική αίτηση κατά την συνέντευξη του Αιτητή 1. Έχω εξετάσει τα στοιχεία στο Δ.Φ. και διαπιστώνω πως ο εν λόγω ισχυρισμός ουδέποτε προβλήθηκε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου κατά την εξέταση της αρχικής αίτησης των Αιτητών και καμία αναφορά δεν γίνεται στην απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερ. 13/1/2022 αλλά αποτελεί νεοφανή ισχυρισμό των Αιτητών ο οποίος ουδόλως εξετάστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου κατά το στάδιο της διερευνητικής διαδικασίας. Ούτε εξετάστηκε  αν ο εν λόγω ισχυρισμός μπορεί να αξιολογηθεί ως νεοφανής ισχυρισμός και  επιπλέον αν αυτός υποστηρίζεται από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν και αν αυτά αποτελούν νέα ή όχι  ουσιώδη στοιχεία, ικανά να οδηγήσουν στην αποδοχή και επανεξέταση επί της ουσίας του εν λόγω ισχυρισμού ή θα οδηγήσουν στην ίδια κατάληξη και απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης ως απαράδεκτης πλήρως αιτιολογημένης.

 

Λαμβανομένου υπόψιν, λοιπόν, των πιο πάνω κρίνω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας πλάνης περί τα πράγματα  και ανεπαρκούς αιτιολογίας. 

 

Περαιτέρω λαμβανομένου υπόψη ότι οι εξουσίες του Δικαστηρίου περιορίζονται στην εξέταση της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν δύναται αυτό να υπεισέλθει στην εξέταση της ουσίας της παρούσας αλλά ούτε και να λάβει υπόψη έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον του στην παρούσα διαδικασία και δεν είχαν  υποβληθεί αυτά  στην Υπηρεσία Ασύλου να τα αξιολογήσει  στα πλαίσια εξέτασης της μεταγενέστερης αίτησης .

Υπό το φως των πιο πάνω το Δικαστήριο δε δύναται να εξετάσει  κατ΄ουσίαν τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης πόσο μάλλον δεν δύναται περαιτέρω να εξετάσει το αίτημα των Αιτητών σε συνάρτηση με την παρούσα  κατάσταση στο Ιράν εξ αιτίας του πολέμου που είναι σε εξέλιξη από τις 28 Φεβρουαρίου του 2026. 

 

Στην βάση των όσων έχω αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται  με €1000 έξοδα υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση.

 

 

 

(Υπ.) Β. Κουρουζίδου-Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο