ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπoθ. Αρ.: Τ485/2025
13 Ιουλίου 2026
[Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
L.C.I., εκ Νιγηρίας
Αιτητής
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία,
μέσω Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Υπηρεσίας
και της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Γ. Βασιλόπουλος (κος) Δικηγόρος για την Αιτήτρια
Στην απουσία των Καθ' ων η αίτηση δυνάμει του Κανονισμού 3, εδάφιο (ε), των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί.
[Η Αιτήτρια παρούσα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
A.ΑΓΡΟΤΗ, Δ.ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση των Καθ΄ ων η αίτηση ως αυτή περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 03/10/2025[1] σύμφωνα με την οποία η δεύτερη μεταγενέστερη αίτησή της απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Παράλληλα αιτείται την έκδοση νέας απόφασης επί της ουσίας του αιτήματος της Αιτήτριας για διεθνή προστασία, η οποία να αντικαθιστά την προσβαλλόμενη απόφαση ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει εύλογη ή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις.
Η υπό εξέταση προσφυγή ορίστηκε απευθείας για Ακρόαση σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), αφού εν τω μεταξύ υποβλήθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, Υπόμνημα συνοδευόμενο από το σχετικό διοικητικό φάκελο. Μελετώντας αυτόν, το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ' ων η ατώση και η διαδικασία ολοκληρώθηκε στην παρουσία της Αιτήτριας η οποία εκπροσωπείται από δικηγόρο.
Όπως προκύπτει από τον ενώπιον μου διοικητικό φάκελο, πρόκειται για γυναίκα ενήλικη, υπήκοο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Νιγηρίας (στο εξής: Νιγηρία), η οποία, κατά δήλωσή της, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της στις 29/03/2023, μεταβαίνοντας στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, από όπου στη συνέχεια εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Στις 19/04/2023 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας.
Στις 22/04/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 10/05/2024 συνέταξε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγείται την απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας, κρίνοντας ότι αυτή δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή ούτε στο προσφυγικό καθεστώς κατά το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας κατά το άρθρο 19 του ίδιου Νόμου.
Στις 10/05/2024, συγκεκριμένος λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών, να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν εξέτασης της εισηγητικής έκθεσης αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας και επιστροφή της στη χώρα καταγωγής της.
Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου παραλήφθηκε από την Αιτήτρια στις 24/05/2024 και εναντίον αυτής, η Αιτήτρια καταχώρισε την υπ' αρ. 2171/24 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η οποία στις 18/09/2024 αποσύρθηκε από την ίδια και συνεπώς απορρίφθηκε από το Δικαστήριο.
Στις 11/04/2024, η Αιτήτρια συμπλήρωσε και υπέβαλε πρώτη μεταγενέστερη αίτηση. Κατά την εξέτασή της σε προκαταρκτικό στάδιο, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου στις 11/04/2025, συνέταξε εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας, εισηγούμενος όπως η μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας κριθεί απαράδεκτη, δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Η προαναφερθείσα εισήγηση εγκρίθηκε από δεόντως εξουσιοδοτημένο λειτουργό από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου στις 11/04/2025, ο οποίος αποφάσισε την απόρριψη ως απαράδεκτη της αίτησης της Αιτήτριας.
Κατά της απόφασης αυτής η Αιτήτρια καταχώρησε την υπ’ αριθμό Τ180/25 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.), η οποία στις 02/05/2025 απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης.
Στις 03/10/2025, η Αιτήτρια συμπλήρωσε αίτημα για επανάνοιγμα του φάκελου της (δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση) για παροχή διεθνούς προστασίας, η οποία μετά από προκαταρκτική εξέταση της αυθημερόν, ετοιμάστηκε σχετική έκθεση από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, με εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου για απόρριψη του αιτήματος ως απαράδεκτο. Η εισήγηση εγκρίθηκε αυθημερόν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κρίθηκε ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν συνιστούν νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου ούτε αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες αναγνώρισης της Αιτήτριας ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
Στις 03/10/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή σχετικά με το αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου της Αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε αυθημερόν από την Αιτήτρια.
Εμπρόθεσμα, η Αιτήτρια καταχώρισε μέσω του συνηγόρου της την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακρόαση της υπόθεσης, ο συνήγορος της Αιτήτριας προέβαλε ότι με τη μεταγενέστερη αίτησή της η Αιτήτρια προσκόμισε ιατρική βεβαίωση του ΟΚΥΠΥ, ημερομηνίας 13/05/2025, από την οποία προκύπτει ότι πάσχει από AIDS και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, στοιχείο το οποίο, κατά τη θέση του, οι Καθ’ ων δεν εξέτασαν επαρκώς. Υποστήριξε ότι λόγω της κατάστασης της υγείας της η Αιτήτρια αδυνατεί να εργαστεί, καθώς συντηρείται από φίλους και συγγενείς. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, λόγω του σοβαρού προβλήματος υγείας της, οι Καθ’ ων όφειλαν να εξετάσουν όχι μόνο κατά πόσο υπάρχει πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη και φαρμακευτική αγωγή στη χώρα καταγωγής της, αλλά και κατά πόσο η ίδια, ως άτομο που πάσχει από HIV/AIDS, ανήκει σε κοινωνική ομάδα που περιθωριοποιείται και εκτίθεται σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, σύμφωνα με το άρθρο 19(2)(β) του Νόμου. Αναγνώρισε ότι το πρόβλημα υγείας της Αιτήτριας ήταν ήδη γνωστό από το 2023 και είχε τεθεί υπόψη και στην διοικητική διαδικασία, πλην όμως υποστήριξε ότι δεν αξιολογήθηκε ορθά, καθώς η εξέταση περιορίστηκε μόνο στη διαθεσιμότητα θεραπείας και όχι στο ενδεχόμενο έκθεσής της σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση λόγω κοινωνικού στιγματισμού. Για τον λόγο αυτό, υποστήριξε ότι οι Καθ’ ων η αίτηση όφειλαν να καλέσουν εκ νέου την Αιτήτρια σε συνέντευξη και να προβούν σε νέα ουσιαστική εξέταση της μεταγενέστερης αίτησής της.
Έχοντας αναφερθεί στα πιο πάνω γεγονότα, προχωρώ σε ανάλυση του νομικού πλαισίου εξέτασης μεταγενέστερων αιτήσεων.
Το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου το αρμόδιο όργανο οφείλει να εξετάσει υποβληθείσες μεταγενέστερες αιτήσεις αποτελούν τα άρθρα 12Βτετρακις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου και προνοούν τα ακόλουθα (ο τονισμός και οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου):
«16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο
(i) Μεταγενέστερη αίτηση, ή
(ii) νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,
ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
(β) Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.
(2) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος, λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:
Νοείται ότι σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτησή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.».
Το δε άρθρο 12Βτετράκις(2) προνοεί ότι: (οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου)
«Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνο εάν-
[..]
(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας ή [.]».
Με βάση τα πιο πάνω, είναι σαφές ότι με την υποβολή μεταγενέστερου αιτήματος από αιτητή ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης, με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη στα πλαίσια εξέτασης της αρχικής του αίτησης. Στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι δεν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, τότε η αίτηση κρίνεται απαράδεκτη χωρίς επί της ουσίας εξέταση. Σε αντίθετη περίπτωση, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε ουσιαστική εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον τα νέα στοιχεία ή πορίσματα που προέκυψαν ή υποβλήθηκαν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εφόσον ο Προϊστάμενος ικανοποιείται ότι ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει τα συγκεκριμένα στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Δικαστήριο.
Είναι απολύτως αντιληπτό ότι η μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται ως ένα μεταγενέστερο διάβημα, στα πλαίσια της αρχικής αίτησης για την οποία λήφθηκε ήδη απόφαση από το αρμόδιο όργανο. Ο Προϊστάμενος, εν πρώτοις, έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη του όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν και να προβεί σε μια συγκριτική εξέταση της αρχικής αίτησης του/της Αιτητή/τριας με τη μεταγενέστερή του/της αίτηση, ώστε να διαφανεί εάν με την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης, ο/η Αιτητής/τρια για πρώτη φορά προβάλλει τέτοια στοιχεία ή ισχυρισμούς τα οποία χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης.
Ανατρέχοντας στο διοικητικό φάκελο διαπιστώνω ότι η Αιτήτρια κατά την υποβολή της αρχικής αίτησης διεθνούς προστασίας ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη Νιγηρία επειδή δεχόταν απειλές από τον πρώην σύζυγό της και την εξωσυζυγική σύντροφό του, την οποία θεωρούσε υπεύθυνη για τον θάνατο των δύο παιδιών της μέσω τελετουργικών πρακτικών. Υποστήριξε ότι η εν λόγω γυναίκα επιθυμούσε να τη σκοτώσει προκειμένου να μην υπάρχουν εμπόδια στη σχέση της με τον πρώην σύζυγό της, ενώ παράλληλα ανέφερε ότι είναι φορέας του ιού HIV και λαμβάνει σχετική φαρμακευτική αγωγή.
Μετά τη διεξαγωγή προσωπικής συνέντευξης, η Υπηρεσία Ασύλου προέβη σε αξιολόγηση των ουσιωδών ισχυρισμών της Αιτήτριας και κατέληξε ότι αυτοί δεν κρίνονται αξιόπιστοι. Ειδικότερα, διαπιστώθηκαν ουσιώδεις αντιφάσεις, ασάφειες και ελλείψεις ως προς τα περιστατικά που επικαλέστηκε, ενώ δεν κατέστη δυνατό να τεκμηριωθεί ότι αντιμετώπιζε πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της. Ως εκ τούτου, η αίτησή της απορρίφθηκε.
Υπενθυμίζω ότι η εναντίον της εν λόγω απόφασης η Αιτήτρια υπέβαλε προσφυγή την οποία στη συνέχεια δεν προώθησε. Ωστόσο υπέβαλε πρώτη μεταγενέστερη αίτηση, επαναλαμβάνοντας κατ' ουσίαν ότι εξακολουθεί να φοβάται τον πρώην σύζυγό της και την ερωμένη του, καθώς και ότι είναι φορέας του ιού HIV και συνεχίζει να λαμβάνει αντιρετροϊκή θεραπεία. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών της προσκόμισε ιατρική βεβαίωση αναφορικά με την κατάσταση της υγείας της.
Η Υπηρεσία Ασύλου, εξετάζοντας προκαταρκτικά την πρώτη μεταγενέστερη αίτηση, έκρινε ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν συνιστούσαν νέα στοιχεία ή νέα πορίσματα κατά την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, δεδομένου ότι τόσο η κατάσταση της υγείας της όσο και οι ισχυρισμοί περί απειλών από τον πρώην σύζυγό της είχαν ήδη τεθεί υπόψη των Καθ’ ων η αίτηση κατά την εξέταση της αρχικής αίτησης και είχαν αποτελέσει αντικείμενο αξιολόγησης. Ως εκ τούτου, η πρώτη μεταγενέστερη αίτησή της απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, με την Αιτήτρια επίσης να υποβάλλει προσφυγή κατά της εν λόγω απόφασης χωρίς και πάλιν να προωθείται με αποτέλεσμα η αρχική απόφαση να καθίσταται τελεσίδικη.
Παρά ταύτα, η Αιτήτρια προχώρησε στην υποβολή δεύτερης μεταγενέστερης αίτησης, στην οποία επανέλαβε ότι εξακολουθεί να φοβάται τον πρώην σύζυγό της, ότι η κατάσταση της υγείας της παραμένει η ίδια και ότι συνεχίζει να λαμβάνει θεραπεία στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών της προσκόμισε εκ νέου ιατρική βεβαίωση του ΟΚΥΠΥ.
Συγκρίνοντας το περιεχόμενο της δεύτερης μεταγενέστερης αίτησης με το περιεχόμενο τόσο της αρχικής όσο και της πρώτης μεταγενέστερης αίτησης, διαπιστώνεται ότι ο πυρήνας των ισχυρισμών της Αιτήτριας παραμένει αμετάβλητος. Συγκεκριμένα, σε όλα τα στάδια της διαδικασίας επικαλείται τον φόβο που, κατά τους ισχυρισμούς της, προέρχεται από τον πρώην σύζυγό της και την σύντροφό του, καθώς και το γεγονός ότι είναι φορέας του ιού HIV. Οι περιστάσεις αυτές ήταν ήδη γνωστές στους Καθ’ ων η αίτηση, εξετάστηκαν κατ΄ουσία και αξιολογήθηκαν κατά την εξέταση της αρχικής αίτησης, ενώ αποτέλεσαν αντικείμενο αξιολόγησης και κατά την εξέταση της πρώτης μεταγενέστερης αίτησης.
Επομένως, οι ισχυρισμοί που προβάλλονται με τη δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση δεν αποσυνδέονται από τον πυρήνα της υπόθεσης που είχε ήδη εξεταστεί από την Υπηρεσία Ασύλου, αλλά αποτελούν επανάληψη των ίδιων πραγματικών περιστατικών, τα οποία έχουν ήδη αξιολογηθεί και επί των οποίων έχει ήγη εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση.
Το ζήτημα που τίθεται προς εξέταση στην παρούσα υπόθεση δεν αφορά την ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών της Αιτήτριας, αλλά το κατά πόσον η δεύτερη μεταγενέστερη αίτησή της περιλαμβάνει νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία μάλιστα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες αναγνώρισης της ως δικαιούχο διεθνούς προστασίας, όπως απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 12Βτετράκις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου.
Από την εξέταση του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι η Αιτήτρια, τόσο κατά την αρχική αίτησή της όσο και κατά την πρώτη μεταγενέστερη αίτησή της, είχε ήδη προβάλει ως λόγους φόβου επιστροφής στη χώρα καταγωγής της αφενός τις απειλές που, κατά τους ισχυρισμούς της, δεχόταν από τον πρώην σύζυγό της και την σύντροφό του και αφετέρου το γεγονός ότι είναι φορέας του ιού HIV και λαμβάνει αντιρετροϊκή θεραπεία. Οι ισχυρισμοί αυτοί εξετάστηκαν από την Υπηρεσία Ασύλου και απορρίφθηκαν, ενώ οι σχετικές αποφάσεις κατέστησαν τελεσίδικες, καθόσον η Αιτήτρια δεν προώθησε τις προσφυγές που είχε καταχωρίσει εναντίον τους.
Με τη δεύτερη μεταγενέστερη αίτησή της, η Αιτήτρια επανέλαβε κατ' ουσίαν τους ίδιους ισχυρισμούς. Συγκεκριμένα, προέβαλε εκ νέου ότι εξακολουθεί να φοβάται τον πρώην σύζυγό της, ότι συνεχίζει να είναι φορέας του ιού HIV και ότι εξακολουθεί να λαμβάνει θεραπεία στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποσυνδέονται από τον πυρήνα της υπόθεσης που είχε ήδη αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης κατά την αρχική και την πρώτη μεταγενέστερη αίτησή της, αλλά συνιστούν επανάληψη των ίδιων πραγματικών περιστατικών, τα οποία είχαν ήδη αξιολογηθεί από τη Διοίκηση.
Ως προς δε το προσκομισθέν ιατρικό πιστοποιητικό του Οργανισμού Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας, διαπιστώνεται ότι αυτό επιβεβαιώνει απλώς ότι η Αιτήτρια εξακολουθεί να παρακολουθείται από τις αρμόδιες ιατρικές υπηρεσίες και να λαμβάνει αντιρετροϊκή θεραπεία. Το στοιχείο αυτό, όμως, δεν αποτελεί νέο πραγματικό περιστατικό ούτε νέο αποδεικτικό μέσο κατά την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, δεδομένου ότι η κατάσταση της υγείας της ήταν ήδη γνωστή και είχε ληφθεί υπόψη κατά την εξέταση τόσο της αρχικής όσο και της πρώτης μεταγενέστερης αίτησής της. Περαιτέρω, το εν λόγω πιστοποιητικό δεν καταδεικνύει οποιαδήποτε ουσιώδη μεταβολή της κατάστασης της υγείας της ούτε περιέχει νέα ιατρικά δεδομένα ικανά να διαφοροποιήσουν την προηγούμενη αξιολόγηση της Υπηρεσίας Ασύλου.
Περαιτέρω, κατά την ακροαματική διαδικασία προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι η Υπηρεσία Ασύλου όφειλε να εξετάσει τον κίνδυνο κοινωνικού στιγματισμού και διακρίσεων που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν άτομα που ζουν με τον ιό HIV στη Νιγηρία. Ούτε ο ισχυρισμός αυτός δύναται να μεταβάλει την πιο πάνω κρίση. Και τούτο διότι η ιδιότητα της Αιτήτριας ως φορέα του ιού HIV ήταν ήδη γνωστή κατά την εξέταση της αρχικής αίτησης, ενώ, όπως προκύπτει και από τα πρακτικά της ακροαματικής διαδικασίας, ο ίδιος η συνήγορός της αναγνώρισε ότι το συγκεκριμένο στοιχείο είχε ήδη τεθεί υπόψη των Καθ’ ων η αίτηση από το έτος 2023. Επομένως, η επίκληση κοινωνικού στιγματισμού δεν συνιστά νέο πραγματικό στοιχείο ή νέο αποδεικτικό μέσο, αλλά νέα νομική επιχειρηματολογία επί ήδη γνωστών πραγματικών περιστατικών, η οποία δεν αρκεί αφ' εαυτής για να ενεργοποιήσει εκ νέου τη διαδικασία ουσιαστικής εξέτασης μεταγενέστερης αίτησης.
Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται με τη δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση δεν διαφοροποιούνται από εκείνους που είχαν ήδη εξεταστεί κατά τις προηγούμενες διαδικασίες, ενώ τα έγγραφα που προσκομίστηκαν δεν εισάγουν νέα στοιχεία ή πορίσματα ικανά να ανατρέψουν την προηγούμενη αξιολόγηση ή να αυξήσουν σημαντικά τις πιθανότητες αναγνώρισης της Αιτήτριας ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, κρίνω ότι τα στοιχεία που υποβλήθηκαν δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, καθόσον δεν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, με αποτέλεσμα η Υπηρεσία Ασύλου να απορρίψει ορθώς τη δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη.
Ως εκ των ανωτέρω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα αλλά και η νομιμότητα της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση. Η δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας εξετάστηκε πλήρως και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση. Το περιεχόμενο της επίδικης απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου στην οποία αναφέρονται οι λόγοι απόρριψης του μεταγενέστερου αιτήματός της ως απαράδεκτου, αποκαλύπτει ότι η εν λόγω απόφαση ήταν απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας των Καθ' ων η αίτηση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και είναι επαρκώς αιτιολογημένη.
Ως εκ τούτου η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1500 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Προφανώς εκ λάθους γίνεται αναφορά σε επιστολή ημερομηνίας 11/04/2025, ενώ επισυνάπτεται αυτούσια η επιστολή ημερομηνίας 03/10/2025 ως παράρτημα Α επί της αίτησης ακυρώσεως.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο