Ε. Ν. Υ. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: Τ5/26, 17/7/2026
print
Τίτλος:
Ε. Ν. Υ. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: Τ5/26, 17/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

Υπoθ. Αρ.: Τ5/26

17 Ιουλίου 2026

[Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος 

Μεταξύ: 

Ε. Ν. Υ.  εκ Καμερούν

Αιτητής

-και-

 

Κυπριακή Δημοκρατία,

μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

  Καθ' ων η αίτηση 

Κ. Κουπαρή (κα) Δικηγόρος για τον Αιτητή

Α. Γεωργιάδης (κος) για Λ. Γιάγκου (κα) Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η αίτηση

[Ο Αιτητής παρών]  

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, ως η επιστολή ημερομηνίας 16/12/2025, παράρτημα Α στην αίτηση ακυρώσεως με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η δεύτερη μεταγενέστερη αίτησή του για παροχή διεθνούς προστασίας, δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.

 

Η υπό εξέταση προσφυγή ορίστηκε απευθείας για Ακρόαση σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), αφού εν τω μεταξύ υποβλήθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, Υπόμνημα συνοδευόμενο από το σχετικό διοικητικό φάκελο. Ωστόσο ενόψει της υποβολής ενδιάμεσης μονομερούς αίτησης για άδεια παραμονής του Αιτητή εκκρεμούσης της προσφυγής του, το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της αίτησης με σκοπό να ακούσει τις θέσεις των Καθ’ ων η αίτηση ορίζοντας τόσο την ενδιάμεση όσο και την κυρίως για Ακρόαση.

 

Στις 04/03/2026 εκδόθηκε Διάταγμα ως η αίτηση του Αιτητή και το Δικαστήριο προχώρησε σε Ακρόαση της κυρίως αίτησης του Αιτητή.

 

Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προκύπτουν τόσο από την αίτηση ακυρώσεως όσο και το περιεχόμενου του διοικητικού φακέλου είναι τα ακόλουθα:

 

Πρόκειται για ενήλικα, Καμερουνέζο υπήκοο ο οποίος εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 05/01/2018 και αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στις 26/02/2018.

 

Μετά τη διενέργεια προσωπικής συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, αρμόδιος λειτουργός συνέταξε στις 18/02/2021 εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγούμενος την απόρριψη της αίτησης. Στις 22/06/2021 ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αφού ενέκρινε την ενώπιον του έκθεση αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή, αποφασίζοντας παράλληλα και την επιστροφή του Αιτητή στο Καμερούν.

 

Εναντίον της πιο πάνω απόφασης ο Αιτητής καταχώρισε ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας την υπ' αριθ. 5046/2021 προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε στις 08/01/2024, καθιστώντας την αρχική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου τελεσίδικη.

Ακολούθως, στις 11/06/2024, ο Αιτητής υπέβαλε την πρώτη μεταγενέστερη αίτησή του για διεθνή προστασία. Μετά από προκαταρκτική εξέταση της αίτησης, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου συνέταξε αυθημερόν Έκθεση/Εισήγηση, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψή της ως απαράδεκτης. Η εισήγηση εγκρίθηκε αυθημερόν από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος αποφάσισε την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης.

 

Ο Αιτητής προσέβαλε και την εν λόγω απόφαση ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, καταχωρίζοντας στις 13/06/2024 την υπ' αριθμό Τ803/24 προσφυγή, η οποία επίσης απορρίφθηκε με απόφαση ημερομηνίας 06/10/2025.

 

Στις 09/12/2025 ο Αιτητής υπέβαλε δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας. Στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασής της, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου συνέταξε στις 13/12/2025 Έκθεση/Εισήγηση, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης ως απαράδεκτης, κρίνοντας ότι δεν υποβλήθηκαν νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, τα οποία να αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες αναγνώρισης του Αιτητή ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.

 

Κατόπιν εξέτασης της εισηγητικής έκθεσης από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας[1], ο τελευταίος στις 16/12/2025 προέβη στην έκδοση απόφασης με την οποία απέρριψε την δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή ως απαράδεκτη, δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις, 16Δ(3)(δ) και 16Δ(4)(β) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Η πιο πάνω απόφαση κοινοποιήθηκε στον Αιτητή μέσω επιστολής ημερομηνίας 16/12/2025 και αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, η συνήγορος του Αιτητή υποστήριξε ότι το ουσιώδες νέο στοιχείο επί του οποίου εδράζεται η δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή είναι η διάγνωση μετατραυματικής διαταραχής στρες (PTSD), η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν υφίστατο κατά τον χρόνο εξέτασης των προηγούμενων αιτημάτων και μεταβάλλει ουσιωδώς τα δεδομένα της υπόθεσης. Η κ. Κουπαρή υποστήριξε ότι η σχετική διάγνωση βρίσκεται στο διοικητικό φάκελο και ότι η αποδεικτική της αξία δεν δύναται να αμφισβητηθεί αποκλειστικά και μόνο επειδή προέρχεται από ιδιώτη ιατρό και όχι από κρατικό νοσηλευτικό ίδρυμα, εφόσον η επιστημονική αξιοπιστία της διάγνωσης δεν εξαρτάται από τη φύση του φορέα που την εξέδωσε. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να προβούν σε ουσιαστική αξιολόγηση του εν λόγω εγγράφου και να αιτιολογήσουν επαρκώς την απόρριψή του. Εμμένοντας στον ισχυρισμό της η κ. Κουπαρή επικαλέστηκε αόριστα νομολογία, σύμφωνα με την οποία πρόσωπα που πάσχουν από μετατραυματική διαταραχή στρες ενδέχεται να παρουσιάζουν κενά μνήμης ή δυσχέρειες στην αφήγηση των πραγματικών περιστατικών, γεγονός που δεν δικαιολογεί, χωρίς άλλο, αρνητικά συμπεράσματα ως προς την αξιοπιστία τους.  Στη βάση των πιο πάνω, κάλεσε το Δικαστήριο όπως κρίνει ότι η προσκομισθείσα διάγνωση συνιστά νέο στοιχείο, κατά την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο δικαιολογεί την εκ νέου ουσιαστική εξέταση του αιτήματος του Αιτητή.

 

Από την άλλη πλευρά, ο κ. Γεωργιάδης για τους Καθ' ων η αίτηση υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι νόμιμη και επαρκώς αιτιολογημένη, παραπέμποντας προς τούτο στο περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και στην αιτιολογία που περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να αναπτύξει περαιτέρω τους ισχυρισμούς του.

 

Εκ προοιμίου να αναφέρω ότι αντικείμενο της παρούσας προσφυγής είναι αποκλειστικά η νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε ως απαράδεκτη τη μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή, κατ' εφαρμογή των άρθρων 12Βτετράκις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει αποκλειστικά κατά πόσον, κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, είχαν προβληθεί νέα στοιχεία ή πορίσματα που να δικαιολογούν την επανεξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας. Δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας η εκ νέου αξιολόγηση της αρχικής απορριπτικής απόφασης ούτε η εξέταση της ορθότητας της κρίσης των Καθ’ ων η αίτηση επί της αρχικής αίτησης, η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά και την έκδοση δικαστικών προηγούμενων αποφάσεων.

 

Έχοντας αναφερθεί στα πιο πάνω γεγονότα, προχωρώ σε ανάλυση του νομικού πλαισίου εξέτασης μεταγενέστερων αιτήσεων.

 

Το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου το αρμόδιο όργανο οφείλει να εξετάσει υποβληθείσες μεταγενέστερες αιτήσεις αποτελούν τα άρθρα 12Βτετρακις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου και προνοούν τα ακόλουθα (ο τονισμός και οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο

(i)       Μεταγενέστερη αίτηση, ή

(ii)      νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,

 

ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

 

(β)     Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.

 

(2)     Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος, λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

 

(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:

 

Νοείται ότι σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτησή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

         

(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -

 

(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας και

(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.».

 

Το δε άρθρο 12Βτετράκις(2) προνοεί ότι: (οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου)

         

«Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνο εάν-

[..]

 

(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας ή [.]».

 

Με βάση τα πιο πάνω, είναι σαφές ότι με την υποβολή μεταγενέστερου αιτήματος από αιτητή/τρια ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης, με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον/την αιτητή/τρια νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη στα πλαίσια εξέτασης της αρχικής του/της αίτησης. Στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι δεν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, τότε η αίτηση κρίνεται απαράδεκτη χωρίς επί της ουσίας εξέταση. Σε αντίθετη περίπτωση, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε ουσιαστική εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον τα νέα στοιχεία ή πορίσματα που προέκυψαν ή υποβλήθηκαν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εφόσον ο Προϊστάμενος ικανοποιείται ότι ο/η αιτητής/τρια αδυνατούσε να υποβάλει τα συγκεκριμένα στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Δικαστήριο.

 

Είναι απολύτως αντιληπτό ότι η μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται ως ένα μεταγενέστερο διάβημα, στα πλαίσια της αρχικής αίτησης για την οποία λήφθηκε ήδη απόφαση από το αρμόδιο όργανο. Ο Προϊστάμενος, εν πρώτοις, έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη του όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν και να προβεί σε μια συγκριτική εξέταση της αρχικής αίτησης του/της αιτητή/τριας με τη μεταγενέστερή του αίτηση, ώστε να διαφανεί εάν με την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης, ο/η αιτητής/τρια για πρώτη φορά προβάλλει τέτοια στοιχεία ή ισχυρισμούς τα οποία χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης.

 

Ανατρέχοντας στο διοικητικό φάκελο διαπιστώνω ότι με την αρχική του αίτηση ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε το Καμερούν εξαιτίας της ένοπλης σύγκρουσης μεταξύ της αγγλόφωνης και της γαλλόφωνης κοινότητας και του φόβου για τη ζωή του, υποστηρίζοντας ότι οι αγγλόφωνοι υφίστανται διώξεις και ότι οι κρατικές αρχές προβαίνουν σε συλλήψεις, δολοφονίες και εξαφανίσεις ατόμων που θεωρούνται υποστηρικτές της αγγλόφωνης πλευράς. Ανέφερε ότι διέφυγε αρχικά στη Νιγηρία, όπου όμως δεν αισθανόταν ασφαλής λόγω της συνεργασίας, κατά τους ισχυρισμούς του, των αρχών της χώρας αυτής με την κυβέρνηση του Καμερούν, και στη συνέχεια μέσω Αλγερίας και Τουρκίας αφίχθηκε στη Κύπρο.

 

Κατά την προσωπική του συνέντευξη δήλωσε ότι είναι υπήκοος Καμερούν, γεννημένος στη Douala, αλλά από την ηλικία των δέκα ετών διέμενε στη Bamenda της Βορειοδυτικής Περιφέρειας, όπου εξακολουθούν να διαμένουν η μητέρα του, τα δύο τέκνα του και τα περισσότερα αδέλφια του, με τους οποίους διατηρεί επικοινωνία. Ανέφερε ότι ολοκλήρωσε την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, εργάστηκε ως μηχανικός αυτοκινήτων μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα το 2018 και ότι ουδέποτε αντιμετώπισε προσωπικά προβλήματα με τις αρχές. Ερωτηθείς για τους λόγους αναχώρησής του, επικαλέστηκε αποκλειστικά τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στη Βορειοδυτική Περιφέρεια, αναφέροντας ότι πληροφορήθηκε για τον εμπρησμό της οικίας γείτονά του και τη δολοφονία φίλου του, χωρίς ο ίδιος να είναι παρών στα περιστατικά ούτε να μπορεί να προσδιορίσει τον χρόνο τέλεσής τους. Δήλωσε επίσης ότι δεν θεωρούσε ασφαλή οποιαδήποτε περιοχή του Καμερούν.

 

Αξιολογώντας τα λεγόμενα του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση έκαναν αποδεκτούς τόσο τον ισχυρισμό περί ταυτότητας και χώρας καταγωγής όσο και τον ισχυρισμό περί της γενικότερης κατάστασης ασφαλείας στη Βορειοδυτική Περιφέρεια του Καμερούν. Εντούτοις, έκριναν ότι ο Αιτητής δεν είχε επικαλεστεί προσωπικά περιστατικά δίωξης ούτε προέκυπταν εξατομικευμένοι λόγοι που να θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του. Ως εκ τούτου, η αίτησή του απορρίφθηκε.

 

Ο Αιτητής προσέβαλε την πιο πάνω απόφαση με την υπ' αριθ. 5046/2021 Προσφυγή. Με απόφαση ημερομηνίας 08/01/2024, το Δικαστήριο υπο άλλη σύνθεση επικύρωσε την κρίση της Υπηρεσίας Ασύλου, καταλήγοντας ότι η απόφαση αποτελούσε προϊόν επαρκούς έρευνας και νόμιμης αξιολόγησης των στοιχείων του φακέλου, καθόσον, παρά την αποδοχή των ισχυρισμών του ως προς τη γενική κατάσταση ασφαλείας, δεν προέκυπταν εξατομικευμένοι λόγοι δίωξης ή σοβαρής βλάβης που να δικαιολογούν τη χορήγηση διεθνούς

 

Με την πρώτη μεταγενέστερη αίτησή του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε για πρώτη φορά ότι, μετά την έναρξη της σύγκρουσης στο Καμερούν, συνελήφθη από τις κρατικές αρχές και ότι η μητέρα του ενημερώθηκε πως, σε περίπτωση επιστροφής του, θα συλληφθεί, θα φυλακιστεί και θα θανατωθεί. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών του προσκόμισε ένταλμα σύλληψης, καθώς και τρεις ένορκες δηλώσεις δικηγόρων από το Καμερούν, οι οποίοι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, εκπροσωπούσαν τη μητέρα και τα αδέλφια του.

 

Οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι τα προσκομισθέντα έγγραφα δεν συνιστούσαν νέα στοιχεία κατά την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, επισημαίνοντας ότι ο Αιτητής δεν αιτιολόγησε γιατί δεν τα είχε προσκομίσει κατά την προηγούμενη διαδικασία χωρίς δική του υπαιτιότητα. Περαιτέρω, διαπίστωσαν ότι από τα στοιχεία αυτά δεν προέκυπτε πραγματικός κίνδυνος μεταχείρισης αντίθετης προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ ή παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης και, ως εκ τούτου, απέρριψαν τη μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη.

 

Η πιο πάνω απόφαση προσβλήθηκε με την υπ' αριθ. Τ803/24 προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε, με το Δικαστήριο υπό άλλη σύνθεση να κρίνει ότι οι νέοι ισχυρισμοί διατυπώθηκαν για πρώτη φορά σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς να αιτιολογείται η καθυστερημένη προβολή τους, ενώ ούτε τα προσκομισθέντα έγγραφα κρίθηκαν νέα ή ικανά να δικαιολογήσουν ουσιαστική επανεξέταση της υπόθεσης.

 

Με τη δεύτερη μεταγενέστερη αίτησή του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι προέκυψαν νέα στοιχεία, επικαλούμενος ψυχολογική έκθεση ημερομηνίας 05/12/2025, σύμφωνα με την οποία πάσχει από σοβαρή διαταραχή μετατραυματικού στρες (PTSD), την οποία απέδωσε στα τραυματικά γεγονότα που βίωσε στη χώρα καταγωγής του, καθώς και στον μόνιμο ακρωτηριασμό του. Υποστήριξε ότι η διάγνωση αυτή δεν ήταν διαθέσιμη κατά την εξέταση των προηγούμενων αιτήσεών του και ότι αποδεικνύει την ιδιαίτερη ευαλωτότητά του. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι στο Καμερούν δεν θα έχει πρόσβαση στην αναγκαία ψυχολογική και φαρμακευτική θεραπεία, ενώ λόγω της αναπηρίας του θα αντιμετωπίσει διακρίσεις, κοινωνικό αποκλεισμό και σοβαρές δυσκολίες επαγγελματικής αποκατάστασης. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών του προσκόμισε ιατρική και ψυχολογική έκθεση.

 

Οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι η προσκομισθείσα ψυχολογική έκθεση δεν αυξάνει, αφ' εαυτής, τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, ενώ διαπίστωσαν ότι το ιατρικό πιστοποιητικό σχετικά με τον ακρωτηριασμό είχε ήδη εξεταστεί στο πλαίσιο της προηγούμενης μεταγενέστερης αίτησης και δεν συνιστούσε νέο στοιχείο. Επιπλέον, διαπίστωσαν ότι ο ακρωτηριασμός προήλθε από εργατικό ατύχημα το 2023 και δεν συνδέεται με τους λόγους διεθνούς προστασίας. Τέλος, κατόπιν έρευνας μέσω του συστήματος MEDCOI, κατέληξαν ότι στο Καμερούν είναι διαθέσιμη η κατάλληλη ψυχιατρική και ψυχολογική θεραπεία για άτομα που πάσχουν από διαταραχή μετατραυματικού στρες και ότι δεν προκύπτει πραγματικός κίνδυνος μεταχείρισης αντίθετης προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ ή παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης. Υπό τα δεδομένα αυτά, απέρριψαν και τη δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη.

 

Επαναλαμβάνεται ότι με την υποβολή μεταγενέστερου αιτήματος από αιτητή/τρια ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση αυτού και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση μόνο εφόσον τα υποβληθέντα από τον/την αιτητή/τρια νέα στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εφόσον ο Προϊστάμενος ικανοποιείται ότι ο/η αιτητής/τρια αδυνατούσε να υποβάλει τα συγκεκριμένα στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Δικαστήριο.

 

Το πρώτο ζήτημα που τίθεται προς εξέταση είναι κατά πόσον η ψυχολογική έκθεση ημερομηνίας 05/12/2025, με την οποία ο Αιτητής διαγιγνώσκεται με διαταραχή μετατραυματικού στρες (PTSD), συνιστά, ως ο ισχυρισμός της κ. Κουπαρή, νέο στοιχείο ή νέο πόρισμα κατά την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου και, σε καταφατική περίπτωση, κατά πόσον το στοιχείο αυτό είναι ικανό να αυξήσει σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας.

 

Δεν συμμερίζομαι την πιο πάνω θέση της συνηγόρου του Αιτητή. Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η ψυχολογική έκθεση ημερομηνίας 05/12/2025 αποτελεί νέο στοιχείο, υπό την έννοια ότι δεν υφίστατο κατά τον χρόνο εξέτασης των προηγούμενων αιτήσεων διεθνούς προστασίας, τούτο δεν αρκεί αφ' εαυτού για να ενεργοποιηθεί η διαδικασία ουσιαστικής εξέτασης της μεταγενέστερης αίτησης. Σύμφωνα με το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, απαιτείται επιπροσθέτως το νέο στοιχείο να είναι τέτοιας φύσεως ώστε να αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες αναγνώρισης του αιτητή ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας. Επομένως, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι αποκλειστικά αν η διάγνωση της μετατραυματικής διαταραχής στρες (PTSD) είναι μεταγενέστερη των προηγούμενων διαδικασιών, αλλά κατά πόσον μεταβάλλει ουσιωδώς την εκτίμηση του κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του.

 

Περαιτέρω, ούτε ο ισχυρισμός ότι η διάγνωση μετατραυματικής διαταραχής στρες (PTSD) δικαιολογεί την εκ νέου αξιολόγηση της αξιοπιστίας του μπορεί να γίνει δεκτός. Η αξιοπιστία των ισχυρισμών του Αιτητή εξετάστηκε διεξοδικά τόσο κατά την αρχική διαδικασία όσο και στο πλαίσιο της πρώτης μεταγενέστερης αίτησης, με την απόρριψη των οποίων η αρχική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου καθίσταται τελεσίδικη. Η μεταγενέστερη διάγνωση μιας ψυχικής διαταραχής δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως ότι οι τελεσίδικη αυτή κρίση καθίσταται πλημμελής ούτε δημιουργεί υποχρέωση επανάληψης της αξιολόγησης της αξιοπιστίας του Αιτητή.

 

Εξάλλου, η γενική επίκληση νομολογίας ή επιστημονικών απόψεων σύμφωνα με τις οποίες πρόσωπα που πάσχουν από μετατραυματική διαταραχή στρες ενδέχεται να παρουσιάζουν δυσχέρειες στην ανάκληση γεγονότων ή κενά μνήμης δεν αρκεί, αφ' εαυτής, για να ανατρέψει τις διαπιστώσεις που έγιναν επί των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης. Ο Αιτητής δεν κατέδειξε με ποιον συγκεκριμένο τρόπο η διάγνωσή του επηρέασε τις δηλώσεις που είχε υποβάλει κατά τις προηγούμενες διαδικασίες ούτε προσδιόρισε ποια πραγματικά περιστατικά παρέλειψε να αναφέρει εξαιτίας της κατάστασής του και τα οποία, εάν είχαν τεθεί υπόψη των Καθ’ ων η αίτηση, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαφορετική κρίση ως προς το αίτημά του.

 

Επιπλέον, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ούτε ο ισχυρισμός ότι ο Αιτητής, λόγω της διάγνωσης μετατραυματικής διαταραχής στρες (PTSD) και του μόνιμου ακρωτηριασμού του, θα στερηθεί της αναγκαίας ιατρικής περίθαλψης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν περιορίστηκαν στην αξιολόγηση των εγγράφων που προσκόμισε ο Αιτητής, αλλά προέβησαν σε αυτεπάγγελτη έρευνα αναφορικά με τη διαθεσιμότητα της απαιτούμενης θεραπείας στο Καμερούν, αξιοποιώντας πληροφορίες από το σύστημα MEDCOI. Η έρευνα αυτή κατέδειξε ότι στη χώρα καταγωγής του παρέχονται τόσο ψυχιατρικές όσο και ψυχολογικές υπηρεσίες, καθώς και η αναγκαία φαρμακευτική αγωγή για την αντιμετώπιση της μετατραυματικής διαταραχής στρες.

 

Ως προς δε τον ακρωτηριασμό του δεξιού χεριού του Αιτητή, ορθώς οι Καθ' ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι το σχετικό ιατρικό στοιχείο δεν συνιστά νέο στοιχείο, καθόσον είχε ήδη τεθεί υπόψη και αξιολογηθεί στο πλαίσιο της προηγούμενης μεταγενέστερης αίτησης. Περαιτέρω, από τα ίδια τα ιατρικά πιστοποιητικά προκύπτει ότι ο τραυματισμός προήλθε από εργατικό ατύχημα και όχι από πράξη δίωξης ή σοβαρής βλάβης που συνδέεται με κάποιον από τους λόγους διεθνούς προστασίας. Ως εκ τούτου, ούτε το συγκεκριμένο στοιχείο είναι ικανό να μεταβάλει την αξιολόγηση του αιτήματος διεθνούς προστασίας.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, κρίνω ότι οι Καθ' ων η αίτηση προέβησαν στη δέουσα διερεύνηση των νέων στοιχείων που επικαλέστηκε ο Αιτητής και αιτιολόγησαν επαρκώς την κρίση τους ότι αυτά δεν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες αναγνώρισής του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας. Κατά συνέπεια, η απόφαση απόρριψης της δεύτερης μεταγενέστερης αίτησης ως απαράδεκτης είναι νόμιμη και σύμφωνη με τις προϋποθέσεις του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Ως εκ των ανωτέρω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα αλλά και η νομιμότητα της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση. Η δεύτερη μεταγενέστερη αίτησή του εξετάστηκε πλήρως και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση. Το περιεχόμενο της επίδικης απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου στην οποία αναφέρονται οι λόγοι απόρριψης του μεταγενέστερου αιτήματός του ως απαράδεκτου, αποκαλύπτει ότι η εν λόγω απόφαση ήταν απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας των Καθ' ων η αίτηση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και είναι επαρκώς αιτιολογημένη.

 

Με βάση τα πιο πάνω η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Μέσω δεόντως εξουσιοδοτημένου λειτουργού.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο