ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. : 1586/23
18 Αυγούστου, 2026
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
K.K.K
Αιτητού,
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Λάρκου Χρ. & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για Αιτητή
Κουρσάρης Ν. (κος), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 24.10.2022, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2020 και αποφασίστηκε η επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του.
Γεγονότα
1. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από το Αφγανιστάν. Εισήλθε παράτυπα στη Δημοκρατία από τις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση περιοχές και περί τις 20.4.2022 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 21.4.2022 υποβλήθηκε σε διαδικασία εκτίμησης της ευαλωτότητάς του. Ακολούθως, στις 15.9.2022 πραγματοποιήθηκε η προσωπική συνέντευξη του Αιτητή αναφορικά με το αίτημά του για διεθνή προστασία από λειτουργό, ο οποίος στις 3.10.2022, υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: «ο Προϊστάμενος»), εισηγούμενος την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 24.10.2022. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή την 24.05.2023, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
Νομικοί Ισχυρισμοί
2. Ο Αιτητής, διά του συνηγόρου του, προβάλλει με τη γραπτή του αγόρευση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε χωρίς τη διενέργεια δέουσας έρευνας και στερείται επαρκούς αιτιολογίας. Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, επανέλαβε ότι προωθεί την ουσία της υπόθεσής του. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι η ζωή του κινδυνεύει στη χώρα καταγωγής του, καθότι διατηρούσε ερωτική σχέση με την εξαδέλφη του και, όταν η οικογένειά της πληροφορήθηκε τη σχέση τους, τη θανάτωσε. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι τα μέλη της οικογένειάς της εξακολουθούν να τον αναζητούν με σκοπό να τον σκοτώσουν και ότι ο πατέρας και τα αδέλφια της διατηρούν διασυνδέσεις με τη νυν κυβέρνηση. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών του, προσκόμισε έκθεση του ιδιωτικού νοσοκομείου «Napa Olympic», ημερομηνίας 25.8.2023, στην οποία αναφέρεται ότι πάσχει από χρόνια κεφαλαλγία και αυχεναλγία, καθώς και από παλαιό σοβαρό κάταγμα, ενώ συστήνεται η περαιτέρω διερεύνηση της κατάστασής του από ειδικό νευρολόγο. Περαιτέρω, προσκομίστηκε ιατρική έκθεση νευρολόγου, ημερομηνίας 28.9.2023, σύμφωνα με την οποία ο Αιτητής πάσχει από σοβαρή μετατραυματική κάκωση της κεφαλής, συνοδευόμενη από απώλεια μνήμης, διαταραχή της συγκέντρωσης και καταθλιπτική διαταραχή, και χρήζει ιατρικής θεραπείας. Σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας κατατέθηκε ιατρικό έγγραφο νευρολόγου, ημερομηνίας 19.5.2026, στο οποίο επαναλαμβάνεται ότι ο Αιτητής πάσχει από σοβαρή μετατραυματική κάκωση της κεφαλής, με διαταραχές της συγκέντρωσης και της μνήμης, καθώς και από καταθλιπτική διαταραχή.
3. Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της επίδικης απόφασης, υποστηρίζοντας ότι αυτή εκδόθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας, επαρκούς αιτιολογίας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων του διοικητικού φακέλου, παραπέμποντας προς τούτο στα επιμέρους ευρήματά τους κατά τη διοικητική διαδικασία.
Το νομικό πλαίσιο
4. Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».
5. Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι και τον περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2026, έχει ως ακολούθως:
«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
6. Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
7. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (στο εξής: Κανονισμός αναγνώρισης/Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347), δυνάμει του άρθρου 42 αυτού, εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 2026.
8. Το άρθρο 3 στοιχείο 5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσφυγας».
9. Ο όρος «πρόσφυγας» ορίζεται και στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 (στο εξής: o περί Προσφύγων Νόμος).
10. Το καθεστώς του πρόσφυγα χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
11. Το άρθρο 3 στοιχείο 6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία».
12. Το καθεστώς επικουρικής προστασίας χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
13. Αντιστοίχως, οι εφαρμοστικές του ενωτικού νομοθετικού πλαισίου διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου, ορίζουν τα εξής:
14. Το άρθρο 51 του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει ότι:
«51. Ο Προϊστάμενος με απόφασή του χορηγεί το καθεστώς πρόσφυγα σε αιτητή, εάν κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του έχει αποδειχθεί ότι πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις διατάξεις των Κεφαλαίων ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».
15. Το άρθρο 53 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει ότι:
«53. Ο Προϊστάμενος, με απόφασή του, χορηγεί το καθεστώς επικουρικής προστασίας σε αιτητή εάν, κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του, έχει αποδείξει ότι πληροί τις προϋποθέσεις των Κεφαλαίων ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».
16. Το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, το οποίο τιτλοφορείται «Υποβολή πληροφοριών και αξιολόγηση γεγονότων και περιστάσεων» προβλέπει τα εξής:
«1. Οι αιτούντες υποβάλλουν όλα τα στοιχεία που διαθέτουν και τα οποία τεκμηριώνουν την αίτηση διεθνούς προστασίας. Για τον σκοπό αυτό, οι αιτούντες συνεργάζονται πλήρως με την αποφαινόμενη αρχή και με άλλες αρμόδιες αρχές και παραμένουν παρόντες και διαθέσιμοι στο έδαφος του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησής τους καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, μεταξύ άλλων κατά την αξιολόγηση των σχετικών στοιχείων της αίτησης.[…]».
Επισημαίνεται συναφώς ότι, ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης της ιδιότητας του πρόσφυγα και χορήγησης καθεστώτος επικουρικής προστασίας, το νέο ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο δεν επέφερε ουσιώδεις μεταβολές σε σχέση με το προϊσχύσαν καθεστώς της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και των αντίστοιχων εθνικών εναρμονιστικών ρυθμίσεων, αλλά διατήρησε, κατ’ ουσίαν, τα ίδια κριτήρια υπαγωγής στα δύο καθεστώτα διεθνούς προστασίας.
Κατάληξη
17. Ως προς τους εγειρόμενους λόγους προσφυγής, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο, ως δικαστήριο ουσίας, δικάζει την ενώπιόν του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ’ ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc. [Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024]. Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελής χαρακτηρίζεται ο λόγος προσφυγής, ο οποίος ακόμα και αν γίνει δεκτός δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].
18. Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου [Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320] αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου [βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010]. Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του Αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του [βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).
19. Η ανωτέρω προσέγγιση δεν μεταβάλλεται υπό το νέο κανονιστικό πλαίσιο. Ειδικότερα, το άρθρο 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 εξακολουθεί να κατοχυρώνει την αρχή της κοινής υποχρέωσης συνεργασίας κατά την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, προβλέποντας αφενός την υποχρέωση του αιτητή να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία και τις πληροφορίες που διαθέτει προς θεμελίωση της αίτησής του και, αφετέρου, την αντίστοιχη υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να συνεργάζονται ενεργά με τον αιτητή για τη συλλογή και αξιολόγηση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών. Η ρύθμιση αυτή αποτελεί ουσιαστικά συνέχεια του προϊσχύσαντος άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, όπως αυτό είχε μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο μέσω του άρθρου 16 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (έως την αντικατάστασή του από τον περί Προσφύγων Νόμο του 2026), χωρίς να επιφέρει ουσιώδη διαφοροποίηση ως προς την κατανομή του βάρους συνεργασίας και απόδειξης κατά την εξέταση της αίτησης.
20. Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών του Αιτητή, επισημαίνεται ότι κατά την καταγραφή της αίτησής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, καθώς είχε συμφωνηθεί να παντρευτεί την ξαδέλφη του, πλην όμως οι αδελφοί της δεν συναίνεσαν και, ως εκ τούτου, όταν επέστρεψαν στην περιοχή τους από την Kabul, κατέβαλαν χρήματα στους Ταλιμπάν προκειμένου να τον συλλάβουν. Πρόσθεσε ότι παρέμεινε υπό κράτηση για χρονικό διάστημα δύο μηνών, κατά τη διάρκεια του οποίου υπέστη βασανιστήρια και βία. Ακολούθως, ανέφερε ότι κατάφερε να αποδράσει και ότι η οικογένειά του τον ενημέρωσε πως η σύντροφός του δολοφονήθηκε από τα αδέλφια της για λόγους που συνδέονταν με τις αντιλήψεις της κοινότητας περί ηθικής σε σχέση με τον γάμο τους. Εξαιτίας αυτού, δήλωσε ότι εγκατέλειψε το Αφγανιστάν, καθώς οι αδελφοί της απειλούσαν ότι θα τον σκοτώσουν (ερ. 1).
21. Κατά τη διαδικασία εκτίμησης της ευαλωτότητάς του, ο Αιτητής δήλωσε ότι ήταν ερωτευμένος με μία κοπέλα, αλλά ο πατέρας και ο αδελφός της δεν τον ήθελαν, καθώς επιθυμούσαν να την παντρέψουν με άλλον άνδρα. Ανέφερε ότι έφυγαν μαζί και παντρεύτηκαν, ενώ μερικούς μήνες αργότερα έλαβαν τηλεφώνημα από τον πατέρα της, ο οποίος τους προέτρεψε να επιστρέψουν, διαβεβαιώνοντάς τους ότι δεν θα αντιμετώπιζαν κάποιο πρόβλημα. Όπως ανέφερε, όταν επέστρεψαν, ο αδελφός της τη σκότωσε και παρέδωσε τον ίδιο στους Ταλιμπάν. Ο Αιτητής δήλωσε ότι οι Ταλιμπάν τον βασάνισαν, τον χτύπησαν στο χέρι και του έσπασαν τον ώμο, ενώ αναφέρθηκε και σε πράξη σωματικής κακοποίησης σε βάρος των γεννητικών του οργάνων. Κατόπιν των ανωτέρω, κρίθηκε ως άτομο μεσαίου κινδύνου και ως ευάλωτο άτομο και, συγκεκριμένα, ως άτομο που πιθανόν να έχει υποστεί σοβαρές μορφές ψυχολογικής, σωματικής ή σεξουαλικής βίας.
22. Κατά το κρίσιμο στάδιο της προσωπικής του συνέντευξης, ο Αιτητής, αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, ανέφερε ότι είναι υπήκοος Αφγανιστάν, γεννηθείς το 2002 στην Περιφέρεια Logar, όπου και διέμεινε κατά την ανατροφή του, ενώ από το 2019 έως και το 2021 διέμενε με την οικογένειά του στην Kabul. Δήλωσε ότι είναι άγαμος, ότι είναι μουσουλμάνος σουνίτης στο θρήσκευμα, εθνοτικής καταγωγής Pastun και ότι ομιλεί Pastho, Dari και Farsi. Αναφορικά με την οικογένειά του, δήλωσε ότι η μητέρα του και ένας εκ των αδελφών του διαβιούν στο Πακιστάν, ενώ ο πατέρας του και τα λοιπά οκτώ αδέλφια του διαβιούν στην περιφέρεια Logar. Αναφορικά με το μορφωτικό του επίπεδο, ανέφερε ότι ολοκλήρωσε τη δέκατη τάξη της εκπαίδευσης, χωρίς να συνεχίσει τις σπουδές του εξαιτίας των προβλημάτων που αντιμετώπισε. Ως προς την επαγγελματική του δραστηριότητα, δήλωσε ότι ασχολούνταν με τη γεωργία, παράλληλα με τη φοίτησή του στο σχολείο (ερ. 55-54).
23. Αναφορικά με το ταξίδι του προς τη Δημοκρατία ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 28.2.2022, όταν μετέβη στο Πακιστάν, όπου παρέμεινε για ένα μήνα, προτού επιστρέψει στο Αφγανιστάν και αναχωρήσει από το αεροδρόμιο της Kabul, κάνοντας χρήση του διαβατηρίου του και φοιτητικής θεώρησης εισόδου. Στη συνέχεια, μέσω Ιράν και Τουρκίας, εισήλθε αρχικά στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές και, ακολούθως, εισήλθε παρατύπως στις ελεγχόμενες περιοχές (ερ. 53).
24. Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης, ο Αιτητής ανέφερε ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο πατέρας του έχουν λευκή επιδερμίδα και πράσινα μάτια. Δήλωσε ότι ο αδελφός του πατέρα του είχε μία κόρη, η οποία φοιτούσε μαζί του στο σχολείο, καθώς είχαν και οι δύο ηλικία 19 ετών, και ότι η μητέρα του επιθυμούσε να την αρραβωνιαστεί και, μετέπειτα, να την παντρευτεί. Ανέφερε επίσης ότι η μητέρα του επισκέφθηκε την οικογένεια της κοπέλας για να συζητήσει τον αρραβώνα, ωστόσο ο αδελφός της κοπέλας δεν ήταν σύμφωνος με αυτό, κάτι το οποίο έλαβε χώρα περίπου τρεις μήνες πριν αναχωρήσει από το Αφγανιστάν. Πρόσθεσε ότι όλα τα μέλη και των δύο οικογενειών συμφωνούσαν με τον γάμο, με εξαίρεση τον αδελφό της κοπέλας, ο οποίος διατηρούσε επαφές με τους Ταλιμπάν. Δήλωσε ότι επικοινώνησε τηλεφωνικά με την κοπέλα και της είπε ότι, εφόσον ο αδελφός της δεν συμφωνούσε με τον γάμο τους, θα έπρεπε να εγκαταλείψουν την προσπάθεια, αλλά μέσα σε μία εβδομάδα ο αδελφός της κοπέλας έφερε άλλη πρόταση γάμου για εκείνη και εκείνη τον κάλεσε τηλεφωνικά και του είπε να την πάρει από το σπίτι, γιατί διαφορετικά θα την έβλεπε στην κηδεία της, καθώς, όπως του είχε αναφέρει, αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα στο σπίτι της εξαιτίας του ζητήματος του γάμου. Ως εκ τούτου, αποφάσισαν να τη φυγαδεύσει από την οικία της και να μεταβούν μαζί στην Kabul, όπου παρέμειναν για περίπου έναν μήνα. Δήλωσε ότι κατά τη διάρκεια της παραμονής τους αντιμετώπισαν σοβαρές δυσκολίες. Ακολούθως, ανέφερε ότι ο πατέρας της κοπέλας και ο θείος του επικοινώνησαν τηλεφωνικά μαζί τους και τους ζήτησαν να επιστρέψουν, λέγοντάς τους ότι πλέον συμφωνούσαν με τον γάμο και ότι θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν επίσημη γαμήλια τελετή. Ανέφερε ότι, όταν επέστρεψαν, όλα ήταν φυσιολογικά και δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα. Ωστόσο, την επόμενη ημέρα εμφανίστηκε ο αδελφός της κοπέλας μαζί με αρκετά μέλη των Ταλιμπάν έξω από την οικία τους. Εκείνος ρώτησε τον πατέρα του εάν συμφωνούσε με τον γάμο του γιου του με την αδελφή του και ο πατέρας του απάντησε αρνητικά, ενώ ο αδελφός της κοπέλας απηύθυνε την ίδια ερώτηση στη μητέρα του και στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του, τα οποία επίσης απάντησαν αρνητικά. Ακολούθως, ανέφερε ότι, στην πραγματικότητα, τόσο ο πατέρας του όσο και τα μέλη και των δύο οικογενειών συμφωνούσαν με τον γάμο τους, αλλά ο ίδιος είχε ζητήσει από τον πατέρα του, σε περίπτωση που ο αδελφός της κοπέλας ή οι Ταλιμπάν τον ρωτούσαν αν συμφωνούσε με τον γάμο, να απαντήσει αρνητικά. Επιπλέον, ανέφερε ότι το δικαστήριο διέταξε τον λιθοβολισμό τόσο του ίδιου όσο και της κοπέλας ως τιμωρία, ενώ πρόσθεσε ότι κρατήθηκε επί πέντε ημέρες από τους Ταλιμπάν και άτομα που εργάζονταν για το δικαστήριο. Διευκρίνισε ότι επρόκειτο για προσωρινή κράτηση μέχρι την εκτέλεση της ποινής του λιθοβολισμού («Sangsar»). Ακολούθως, πληροφορήθηκε ότι η κοπέλα βρέθηκε νεκρή στο δωμάτιό της. Δήλωσε ότι δεν γνωρίζει ποιος τη σκότωσε, εάν επρόκειτο για τον αδελφό της ή για άλλο μέλος της οικογένειάς της. Ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια των πέντε ημερών κράτησής του υπέφερε από έντονο άγχος και κατάθλιψη λόγω της κατάστασης. Δήλωσε ότι υποβλήθηκε σε βασανιστήρια με ηλεκτροσόκ. Περιέγραψε ότι κρατούνταν σε ένα πολύ μικρό, βρώμικο δωμάτιο, στο οποίο έμπαιναν νερά από άλλο χώρο και το φαγητό του το έδιναν από ένα παράθυρο του κελιού, ενώ πρόσθεσε ότι μία φορά, όταν έβαλε τα χέρια του στα κάγκελα του παραθύρου και διαμαρτυρήθηκε για τις άθλιες συνθήκες κράτησης, χτυπήθηκε με το όπλο που κρατούσε ένας από τους φρουρούς στο αριστερό του χέρι, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί και να αιμορραγεί για σχεδόν δέκα ώρες. Δήλωσε επίσης ότι συνέχισε να πιέζει το παράθυρο του κελιού μέχρι που κατάφερε να το ανοίξει και να αποδράσει. Κατά τη διάρκεια της απόπειρας διαφυγής συνάντησε έναν ακόμη κρατούμενο και του πρότεινε να δραπετεύσουν μαζί, όμως εκείνος αρνήθηκε να τον ακολουθήσει και, περαιτέρω, ενημέρωσε τους φρουρούς ότι ο Αιτητής είχε επιχειρήσει να αποδράσει. Στη συνέχεια, οι φρουροί τον ανέκριναν και, όπως ανέφερε, τον χτύπησαν τόσο σοβαρά στον δεξιό ώμο ώστε υπέστη κάταγμα. Κατόπιν, ανέφερε ότι του έφεραν μία καρέκλα, τον ανάγκασαν να σταθεί επάνω της και να κρατηθεί από τις μεταλλικές δοκούς της οροφής. Στη συνέχεια, απομάκρυναν την καρέκλα, με αποτέλεσμα να μείνει κρεμασμένος, και έφεραν μία μεγάλη κατσαρόλα, μέσα στην οποία τοποθέτησαν πέντε τούβλα και νερό, έδεσαν την κατσαρόλα με σχοινί και στη συνέχεια την προσάρτησαν στα γεννητικά του όργανα. Δήλωσε ότι υπέφερε από αφόρητους πόνους και έχασε τις αισθήσεις του και, όταν συνήλθε, ήταν νύχτα. Πρόσθεσε ότι ένα από τα άτομα που βρίσκονταν εκεί τον είδε και είπε σε κάποιον να απομακρύνει τα αντικείμενα από το δωμάτιο, καθώς επρόκειτο να έρθει κάποιος, ενώ του είπαν επίσης να μη μιλήσει σε κανέναν για τα βασανιστήρια που είχε υποστεί από αυτούς. Ο ίδιος δεν θυμόταν τι απάντησε, καθώς δεν είχε πλήρη επίγνωση της κατάστασής του. Ανέφερε ότι, όσο ήταν κρεμασμένος, το τραύμα στο αριστερό του χέρι επιδεινώθηκε, σκίστηκε περισσότερο και συνέχισε να αιμορραγεί ασταμάτητα. Παράλληλα, υπέφερε από έντονους πόνους στον δεξιό ώμο και, μολονότι δεν γνώριζε ακόμη ότι είχε υποστεί κάταγμα, ζήτησε να του παρασχεθεί ιατρική περίθαλψη. Δήλωσε ότι υπήρχαν πολλά ακόμη περιστατικά που θα μπορούσε να αναφέρει, αλλά προτίμησε να τα συνοψίσει. Το επόμενο πρωί, όπως δήλωσε, η περιοχή των γεννητικών του οργάνων είχε πρηστεί σε πολύ μεγάλο βαθμό και δεν μπορούσε ούτε να σταθεί όρθιος. Παρά ταύτα, είχε αποφασίσει να αποδράσει με κάθε κόστος, ακόμη και αν αυτό σήμαινε ότι θα έχανε τη ζωή του. Ανέφερε επίσης ότι το ίδιο πρωί πραγματοποιήθηκαν βομβαρδισμοί από αμερικανικά αεροσκάφη, οι Ταλιμπάν εγκατέλειψαν την περιοχή και, εκμεταλλευόμενος την αναστάτωση, κατάφερε να διαφύγει. Στον δρόμο συνάντησε ένα άτομο και του ζήτησε να χρησιμοποιήσει το κινητό του τηλέφωνο για να επικοινωνήσει με την οικογένειά του. Η μητέρα του του είπε να μην επιστρέψει στο σπίτι, επειδή η κοπέλα είχε σκοτωθεί, και τον συμβούλευσε να μεταβεί σε άλλο μέρος. Δήλωσε ότι, μετά τα γεγονότα αυτά, βυθίστηκε σε βαθιά κατάθλιψη και έχασε κάθε ελπίδα. Πρόσθεσε ότι ακόμη και σήμερα δεν αισθάνεται όπως πριν. Ακολούθως, αποφάσισε να μεταβεί στο Πακιστάν και η κατάσταση στο Αφγανιστάν άλλαξε πλήρως καθώς οι Ταλιμπάν κατέλαβαν την εξουσία. Δήλωσε ότι, για περίπου ενάμιση μήνα, εξακολουθούσε να παρουσιάζει έντονο πρήξιμο στην περιοχή των γεννητικών του οργάνων, ωστόσο αποφάσισε να αναχωρήσει για την Κύπρο χωρίς να έχει προλάβει να λάβει την απαραίτητη ιατρική θεραπεία. Τέλος, ανέφερε ότι εγκατέλειψε το Αφγανιστάν επειδή, μετά την ανάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν, η χώρα δεν ήταν πλέον ασφαλής για τον ίδιο (ερ. 51-50).
25. Αναφορικά με τον φόβο που διατρέχει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, δήλωσε ότι διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας του αδελφού της κοπέλας και ότι, καθώς απέδρασε από την κράτηση των Ταλιμπάν, η υπόθεσή του εξακολουθεί να εκκρεμεί (ερ. 38).
26. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με τα περιστατικά στα οποία αναφέρθηκε. Αναφορικά με τη σχέση του με την κοπέλα, δήλωσε ότι γνωρίζονταν από την παιδική τους ηλικία και ότι ο αδελφός της ήθελε να την παντρέψει με κάποιον άλλον, κάτι το οποίο η ίδια δεν επιθυμούσε. Πρόσθεσε ότι ο πατέρας της κοπέλας δεν εναντιωνόταν στον γάμο, παρά μόνο ο αδελφός της, καθώς δεν ήθελε τον Αιτητή λόγω της μοντέρνας του εμφάνισης. Αφού αρραβωνιάστηκαν, όπως ανέφερε, ο αδελφός της τους απείλησε ότι θα τον σκοτώσει και, ως εκ τούτου, μετέβησαν στην Kabul. Αναφορικά με το περιστατικό της σύλληψής του από μέλη των Ταλιμπάν, δήλωσε ότι, αφού επέστρεψαν στην Περιφέρεια Logar, ήρθαν μέλη των Ταλιμπάν, του έδεσαν τα μάτια και τον μετέφεραν σε άγνωστο μέρος. Πρόσθεσε ότι κρατήθηκε σε ένα συγκρότημα τζαμιού, του οποίου οι τουαλέτες είχαν μετατραπεί σε κελιά, και ότι άκουγε πως υπήρχαν και άλλα άτομα στα διπλανά κελιά. Ανέφερε επίσης ότι επιχείρησε να αποδράσει μία φορά, αλλά, φοβούμενος, αποφάσισε να επιστρέψει ώστε να οργανώσει καλύτερα την απόδρασή του. Ακολούθως, όπως ανέφερε, υπέστη βασανιστήρια. Ως προς τη δεύτερη απόδρασή του, δήλωσε ότι έσπασε το παράθυρο και εξήλθε από αυτό, ενώ, τρέχοντας, κατάφερε να διαφύγει χωρίς να γίνει αντιληπτός. Πρόσθεσε ότι την ίδια ημέρα είχε ακούσει τους βομβαρδισμούς των Αμερικανών. Δήλωσε επίσης ότι τόσο ο ίδιος όσο και η κοπέλα καταδικάστηκαν από το δικαστήριο σε λιθοβολισμό, ενώ, ερωτηθείς σχετικά με τη διαδικασία αυτή, ανέφερε ότι δεν διαθέτει σχετικά έγγραφα και ότι ουδέποτε εμφανίστηκε ενώπιον δικαστηρίου. Ανέφερε επίσης ότι εν τέλει δεν εκτελέστηκε η δικαστική απόφαση, καθώς η κοπέλα δολοφονήθηκε, ο ίδιος απέδρασε από την κράτηση και κατά τις ημέρες εκείνες επικρατούσε αναταραχή λόγω των αμερικανικών βομβαρδισμών. Εν κατακλείδι, δήλωσε ότι, όταν επέστρεψε από το Πακιστάν, ο πατέρας του έλαβε επιστολή με την οποία οι Ταλιμπάν ζητούσαν πληροφορίες σχετικά με το που βρισκόταν ο ίδιος, ενώ προέβησαν και σε σωματική κακοποίηση του πατέρα του (ερ. 63-59).
27. Αναφορικά με τη δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασής του, δήλωσε ότι θα μπορούσε να διαβιώσει στην Kabul, πλην όμως, εάν εντοπιστεί, θα αντιμετωπίσει δυσκολίες (ερ. 37).
28. Αξιολογώντας τους ισχυρισμούς του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση διέκριναν πέντε ουσιώδεις ισχυρισμούς: (α) την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή, (β) ότι ο αδελφός της συντρόφου του, ο οποίος ήταν ισχυρό πρόσωπο και διατηρούσε διασυνδέσεις με τους Ταλιμπάν, εναντιώθηκε στον γάμο τους και απείλησε να σκοτώσει τόσο τον ίδιο όσο και τη σύντροφό του εάν συνέχιζαν τη σχέση τους, (γ) ότι εκδόθηκε δικαστική απόφαση εις βάρος του ίδιου και της συντρόφου του, (δ) ότι τέθηκε υπό κράτηση για πέντε ημέρες, κακοποιήθηκε και βασανίστηκε από τους Ταλιμπάν, προτού δραπετεύσει, ενώ κατά το ίδιο χρονικό διάστημα η σύντροφός του δολοφονήθηκε, και (ε) ότι ο πατέρας του υπέστη σωματική κακοποίηση από τους Ταλιμπάν.
29. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθόσον κρίθηκε ότι ο Αιτητής παρείχε συνεκτικές και επαρκώς λεπτομερείς απαντήσεις, οι οποίες επιβεβαιώνονται τόσο από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης όσο και από το πρωτότυπο διαβατήριο που προσκόμισε.
30. Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε, καθότι οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι, παρόλο που οι δηλώσεις του ήταν επαρκείς ως προς την εξέλιξη της σχέσης του με τη σύντροφό του, εντούτοις δεν ήταν συνεκτικός και επαρκώς λεπτομερής κατά την αφήγηση του περιστατικού κατά το οποίο ζήτησε άδεια να την παντρευτεί, ενώ συγχρόνως δεν ήταν σε θέση να τοποθετήσει χρονικά το εν λόγω συμβάν. Επιπλέον, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του ως προς την εναντίωση του αδελφού της συντρόφου του στον γάμο ήταν γενικόλογες και στερούνταν επαρκών λεπτομερειών, ενώ οι δηλώσεις του ως προς το προφίλ και την επιρροή του αδελφού της κρίθηκαν ως μη επαρκώς λεπτομερείς και συγκεκριμένες. Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, παρατέθηκαν πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τους γάμους νεαρών ζευγαριών παρά την αντίθεση των οικογενειών τους και, δεδομένης της έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε.
31. Παρομοίως, απορρίφθηκε και ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός, καθότι οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι, οι δηλώσεις του Αιτητή ως προς το λόγο που το δικαστήριο επέβαλε ποινή λιθοβολίας ήταν γενικόλογες και μη λεπτομερείς. Επιπλέον, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρέχει την ακριβή ημερομηνία έκδοσης της απόφασης ως αναμενόταν δεδομένης της σημασίας της εν λόγω απόφασης στη προσωπική του ζωή. Ως προς το όνομα του δικαστηρίου και το είδος της δικαστικής απόφασης, κρίθηκε επίσης ότι παρείχε γενικόλογες απαντήσεις. Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, παρατέθηκε πηγή πληροφόρησης αναφορικά με τα δικαστήρια που δημιουργήθηκαν από τους Ταλιμπάν προς εφαρμογή της Σαρίας, πλην όμως, δεδομένης της έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, ο ισχυρισμός δεν έγινε δεκτός.
32. Ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός επίσης απορρίφθηκε, καθώς οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι οι δηλώσεις του Αιτητή ως προς το περιστατικό της σύλληψής του στερούνταν επαρκών λεπτομερειών και ότι δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες ως προς τα άτομα που τον συνέλαβαν. Παρομοίως, κρίθηκε ότι δεν παρείχε λεπτομερείς περιγραφές ως προς τον τόπο όπου μεταφέρθηκε, ενώ οι δηλώσεις του ως προς την αλληλεπίδρασή του με άλλους κρατούμενους κρίθηκαν αντιφατικές. Τόσο ως προς την πρώτη όσο και ως προς τη δεύτερη απόδρασή του, κρίθηκε ότι δεν παρείχε επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες ούτε βιωματικά στοιχεία, ως αναμενόταν, δεδομένου του έντονου προσωπικού χαρακτήρα των γεγονότων. Παρομοίως, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του ως προς τον θάνατο της συντρόφου του δεν ήταν επαρκώς λεπτομερείς. Εν κατακλείδι, επισημάνθηκε ότι η χρονική τοποθέτηση του συμβάντος της σύλληψης και της κράτησής του βρισκόταν σε αναντιστοιχία με τις πληροφορίες που προέκυπταν από το διαβατήριό του, αντίφαση την οποία δεν εξήγησε ικανοποιητικά. Επιπλέον, κρίθηκε ότι δεν εξήγησε ικανοποιητικά την αντίφαση στις δηλώσεις του ως προς τον τόπο της τελευταίας διαμονής του. Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας δεν παρατέθηκαν εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
33. Ο πέμπτος ουσιώδης ισχυρισμός επίσης απορρίφθηκε, καθώς οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκώς λεπτομερείς και συγκεκριμένες πληροφορίες, ενώ οι δηλώσεις του ως προς το περιστατικό της φερόμενης σωματικής κακοποίησης του πατέρα του από τους Ταλιμπάν κρίθηκαν γενικόλογες. Περαιτέρω, κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, δεν ανευρέθηκαν πηγές πληροφόρησης που να επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς του.
34. Βάσει του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού του Αιτητή και λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής του αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας, κρίθηκε ότι πρόκειται για ενήλικα, υγιή άνδρα, ο οποίος έχει λάβει εκπαίδευση και έχει εργαστεί στον τομέα της γεωργίας. Περαιτέρω, ως τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του κρίθηκε η Kabul, καθώς το τελευταίο διάστημα παραμονής του στη χώρα παρέμεινε αδιευκρίνιστο, ενώ ο ίδιος δήλωσε ότι θα μπορούσε να διαβιώσει εκεί με ασφάλεια. Επιπλέον, κρίθηκε ότι δεν συντρέχουν επιβαρυντικές περιστάσεις στο πρόσωπό του και ότι, παρά την ένταση που παρατηρούνταν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα στην Kabul, δεν προκύπτουν ενδείξεις ότι ο Αιτητής προσωπικά θα στοχοποιηθεί ή θα διατρέξει κίνδυνο. Συνεπώς, κρίθηκε ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι ώστε να γίνει δεκτό ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, θα υποστεί δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
35. Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, οι Καθ’ ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή, κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(1)(α) και (β) των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2020. Περαιτέρω, έκριναν ότι δεν στοιχειοθετείται πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας, δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) των ιδίων νόμων, καθόσον η Kabul δεν δύναται να χαρακτηριστεί ως περιοχή όπου επικρατούν συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ως εκ τούτου, εισηγήθηκαν την απόρριψη της αίτησης και την έκδοση απόφασης επιστροφής.
36. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, ο Αιτητής προσκόμισε ως μαρτυρία ένορκη δήλωση ημερομηνίας 9.6.2026, στην οποία αναφέρεται ότι η κατάσταση της υγείας του παρουσιάζει επιδείνωση ενώ τα ιατρικά προβλήματα ανέφερε ότι προέκυψαν λόγω της φυλάκισης του από τους Ταλιμπάν περί τον Ιανουάριο του 2022. Ανέφερε επίσης στην ένορκη δήλωση του ότι στην αρχή δεν είχε επικοινωνία με τους γονείς του λόγω φόβου εντοπισμού, ενώ μετά το πέρας της προσωπικής του συνέντευξης, πληροφορήθηκε ότι περί τον Μάρτιο του 2022 οι Ταλιμπάν απέστειλαν διάταγμα Δικαστηρίου στο σπίτι του για τη σύλληψη του καθώς και ένταλμα σύλληψης που έλαβαν τον Ιούνιο του 2022. Τα εν λόγω έγγραφα κατατέθηκαν ως παραρτήματα και, συγκεκριμένα, κατατέθηκε έγγραφο του Τμήματος Ασφάλειας της Περιφέρειας Logar, ημερομηνίας 1.3.2022, στο οποίο αναφέρεται ότι ζητείται η συνδρομή των αρμόδιων αρχών για τη σύλληψη του Αιτητή, καθώς και έγγραφο της Στρατιωτικής Επιτροπής της Περιφέρειας Logar, ημερομηνίας 6.6.2022, στο οποίο αναφέρεται ότι ο Αιτητής συνελήφθη τον Ιανουάριο του 2022 και δραπέτευσε, ενώ ζητείται η έκδοση διαταγής προς τις αρχές ασφαλείας για τη σύλληψή του, καθόσον έχουν αποσταλεί σχετικές ειδοποιήσεις χωρίς ο ίδιος να παρουσιαστεί, ενώ αναφέρεται επίσης ότι στη διαδικασία θα πρέπει να συμπεριληφθεί και η οικογένειά του.
37. Σε σχετικά ερωτήματα που υπέβαλε το Δικαστήριο στον Αιτητή κατά την ακροαματική διαδικασία, εκείνος, μεταξύ άλλων, δήλωσε ως προς το τόπο διαμονής του ότι διέμενε στη περιφέρεια Logar ενώ για μικρά χρονικά διαστήματα μερικών εβδομάδων διέμενε στη Kabul. Ως προς τα περιστατικά σύλληψης, δήλωσε ότι τους συνέλαβαν στο δρόμο και την σύντροφο του τη στείλανε σε χώρο κράτησης γυναικών όπως ενημερώθηκε από τη μητέρα του.
38. Προχωρώντας στην de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν μου δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, γίνεται δεκτό το εύρημα των Καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό. Το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]
39. Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή, το Δικαστήριο εξάλλου λαμβάνει καταρχάς υπόψη ότι, ήδη κατά τη διαδικασία αξιολόγησης ευαλωτότητας, αυτός είχε αναφερθεί σε προβλήματα μνήμης, τα οποία απέδιδε σε χτυπήματα που ισχυρίστηκε ότι υπέστη στο κεφάλι. Περαιτέρω, από τα ιατρικά έγγραφα που προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά τα έτη 2023 και 2026 εξετάστηκε από ορθοπεδικό και νευρολόγο και καταγράφηκαν, μεταξύ άλλων, κεφαλαλγίες, ζάλη, διαταραχές μνήμης και συγκέντρωσης, καταθλιπτική συμπτωματολογία, καθώς και παλαιά κάκωση στην περιοχή του ώμου/κλείδας. Τα δεδομένα αυτά είναι δεκτικά συνεκτίμησης κατά την αποτίμηση της ικανότητάς του να ανακαλεί με ακρίβεια ημερομηνίες ή επιμέρους λεπτομέρειες.
40. Τούτο, ωστόσο, δεν συνεπάγεται ότι κάθε ουσιώδης απόκλιση ή μεταβολή του αφηγήματός του μπορεί άνευ ετέρου να αποδοθεί σε διαταραχή μνήμης. Στην ίδια την αξιολόγηση ευαλωτότητας ο Αιτητής περιγράφηκε ως συνεργάσιμος, δεκτικός στις ερωτήσεις, συνεκτικός και οργανωμένος κατά την επικοινωνία του, ενώ κατά την προσωπική συνέντευξη επιβεβαίωσε ότι κατανοούσε τον διερμηνέα και τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και, μετά την ανάγνωση του πρακτικού, ότι αυτό ανταποκρινόταν στις δηλώσεις του. Επομένως, η κατάσταση της υγείας του λαμβάνεται υπόψη ως παράγοντας που επιβάλλει αυξημένη προσοχή ιδίως ως προς την απαίτηση ακριβούς χρονολόγησης, χωρίς όμως να αίρει την ανάγκη μιας κατά βάση συνεκτικής και ευλόγως σταθερής αφήγησης ως προς τον πυρήνα γεγονότων τέτοιας σημασίας. Επισημαίνεται δε ότι ο Αιτητή, εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, δεν αναφέρθηκε στη λήψη οποιασδήποτε εξειδικευμένης φαρμακευτικής αγωγής.
41. Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό του, την ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ και χώρα καταγωγής, αυτός γίνεται αποδεκτός. Οι δηλώσεις του Αιτητή ως προς την αφγανική του ιθαγένεια, την εθνοτική του καταγωγή ως Pashtun, τη σουνιτική θρησκεία και την καταγωγή του από την επαρχία Logar υπήρξαν, κατά βάση, συνεπείς και επαρκώς συγκεκριμένες. Επιπλέον, προσκομίστηκε αυθεντικό διαβατήριο εκδοθέν τον Οκτώβριο του 2019, στοιχείο το οποίο υποστηρίζει την ταυτότητα και την ιθαγένειά του. Ως εκ τούτου, ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός.
42. Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του, περί της σχέσης με την εξαδέλφη του και της αντίθεσης του αδελφού της, επισημαίνονται τα εξής. Ως προς τον πυρήνα του ισχυρισμού ότι ο Αιτητής διατηρούσε σχέση με την εξαδέλφη του «B.R.»
και ότι ο αδελφός της αντιδρούσε στη μεταξύ τους ένωση, διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής παρέθεσε ορισμένα προσωπικά στοιχεία σχετικά με τη γνωριμία και τη σχέση τους, αναφέροντας ότι γνωρίζονταν από την παιδική ηλικία, ότι είχαν φοιτήσει μαζί και ότι σταδιακά ανέπτυξαν μεταξύ τους σχέση. Ανέφερε επίσης το όνομα της κοπέλας και του αδελφού της και επιχείρησε να εξηγήσει τις ιδεολογικές και πολιτισμικές διαφορές που, κατά τον ίδιο, προκαλούσαν την αντίδραση του τελευταίου. Εντούτοις, η αφήγησή του ως προς τον τρόπο με τον οποίο η αντίθεση αυτή εξελίχθηκε σε σοβαρή και προσωπική απειλή εμφανίζει ουσιώδεις αδυναμίες. Παρόλο που ισχυρίστηκε ότι τα λοιπά μέλη και των δύο οικογενειών αποδέχονταν τη σχέση, απέδωσε στον αδελφό της συντρόφου του τη δυνατότητα να επιβάλει μόνος του τη βούλησή του σε ολόκληρη την οικογένεια, χωρίς να παρέχει επαρκώς συγκεκριμένα στοιχεία ως προς την πραγματική του ισχύ, τη θέση του στην οικογενειακή ιεραρχία ή στοιχεία που θεμελιώνουν τη φερόμενη σύνδεσή του με τους Ταλιμπάν. Οι αναφορές του ότι αυτός είχε «πολλά χρήματα», ότι «είχε επαφές» και ότι φερόταν να εμπλέκεται σε παράνομες δραστηριότητες παρέμειναν κατά βάση γενικές και στηρίζονταν σε πληροφορίες που ο ίδιος δεν είχε προσωπικά διαπιστώσει.
43. Παράλληλα, παρουσιάζεται διαφοροποίηση ήδη ως προς τις δηλώσεις του αναφορικά με την ίδια τη μορφή της σχέσης τους. Στην αρχική καταγραφή αναφέρεται ότι είχε κανονιστεί να παντρευτεί την εξαδέλφη του, κατά την αξιολόγηση ευαλωτότητας δήλωσε ότι οι δύο τους διέφυγαν μαζί και παντρεύτηκαν, ενώ στη συνέντευξη διευκρίνισε ότι είχαν φύγει μαζί για την Καμπούλ αλλά δεν είχαν τελέσει γάμο και ότι τιμωρήθηκαν ακριβώς επειδή είχαν φύγει μαζί χωρίς να είναι παντρεμένοι. Η μεταβολή αυτή αφορά βασικό και όχι περιφερειακό στοιχείο του αφηγήματος.
44. Περαιτέρω, οι ενώπιον του Δικαστηρίου δηλώσεις του Αιτητή δεν αίρουν τις πιο πάνω αδυναμίες αλλά προσθέτουν νέα στοιχεία αστάθειας στον πυρήνα της αφήγησής του. Ειδικότερα, ενώ κατά τη διοικητική διαδικασία είχε επανειλημμένως παρουσιάσει την αντίθεση στη σχέση ως προερχόμενη κατ’ ουσίαν αποκλειστικά από τον αδελφό της ξαδέλφης του, με τα λοιπά μέλη των δύο οικογενειών να συμφωνούν, ενώπιον του Δικαστηρίου δήλωσε ότι τόσο ο πατέρας όσο και ο αδελφός της κοπέλας δεν επιθυμούσαν τη σχέση. Περαιτέρω, απέδωσε πλέον την αντίθεση του αδελφού στο ότι αυτός επιθυμούσε να την παντρέψει με άλλο πρόσωπο, ενώ προηγουμένως είχε αποδώσει ιδιαίτερη έμφαση στον μοντέρνο τρόπο ζωής, την εμφάνιση και τις αντιλήψεις του Αιτητή. Οι διαφοροποιήσεις αυτές δεν αφορούν απλή αδυναμία ανάκλησης ημερομηνιών αλλά τα πρόσωπα που φέρονται να εναντιώθηκαν στη σχέση και τα κίνητρα της ίδιας της σύγκρουσης.
45. Ως προς δε την υποτιθέμενη επιρροή του αδελφού στους Ταλιμπάν, η δικαστική μαρτυρία παραμένει εξίσου γενική: «είχαν φιλικές σχέσεις», «αν έχεις χρήματα μπορείς να κάνεις τα πάντα», «είχαν μεγάλο κατάστημα ηλεκτρονικών και χρήματα». Δεν προστίθεται συγκεκριμένος μηχανισμός σύνδεσης με τους Ταλιμπάν.
46. Κατά συνέπεια, μολονότι η ύπαρξη κάποιας σχέσης μεταξύ του Αιτητή και της ξαδέλφης του δεν είναι αφ’ εαυτής απίθανη, δεν προκύπτουν επαρκή και συνεκτικά στοιχεία ώστε να γίνει αποδεκτός ο ειδικότερος ισχυρισμός ότι ο αδελφός της διέθετε τέτοια ισχύ και σύνδεση με τους Ταλιμπάν ώστε να κινητοποιήσει τις αρχές ή μέλη της οργάνωσης με σκοπό τη δίωξη και θανάτωση του Αιτητή.
47. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, οι πληροφορίες χώρας καταγωγής, στην οποία παραπέμπουν οι Καθ’ ων η αίτηση, επιβεβαιώνεται ασφαλώς ότι στο Αφγανιστάν έχουν καταγραφεί συγκρούσεις που συνδέονται με γάμους, οικογενειακές επιλογές, «τιμή» και παραβίαση κοινωνικών ή θρησκευτικών κανόνων.
48. Από ανεξάρτητη έρευνα του Δικαστηρίου σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, και λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του εν λόγω ισχυρισμού και τον βιωματικό χαρακτήρα των αναφερόμενων γεγονότων, τα οποία δεν δύνανται να επαληθευθούν μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, διενεργήθηκε, για λόγους πληρότητας της έρευνας, γενικότερη έρευνα αναφορικά με το φαινόμενο των βεντετών στο Αφγανιστάν κατά το υπό κρίση χρονικό διάστημα.
49. Σύμφωνα με έκθεση των Asylos και Clifford Chance, δημοσιευθείσα το 2022 και αφορώσα το υπό κρίση χρονικό διάστημα, η οποία παραπέμπει σε άλλη πηγή πληροφόρησης, οι δυνάμεις των Ταλιμπάν έχουν αναγνωρίσει ότι προσωπικές έχθρες ή βεντέτες ενδέχεται να υποκρύπτονται πίσω από ορισμένες ανθρωποκτονίες.[2] Στην ίδια πηγή επισημαίνεται ότι καταγράφηκε αύξηση των οικογενειακών βεντετών, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα ανθρωποκτονίες, στοχευμένες δολοφονίες και εγκλήματα που διαπράχθηκαν στο όνομα της «τιμής».[3]
50. Επιπροσθέτως, σύμφωνα με έκθεση του Danish Immigration Service (DIS) που δημοσιεύτηκε το 2021, μετά την ανάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν, έχουν καταγραφεί περιστατικά γενικευμένης στοχοποίησης μελών του άμαχου πληθυσμού, τα οποία θεωρείται ότι αντιτίθενται στην ιδεολογία τους, συμπεριλαμβανομένων περιστατικών που συνδέονται με την επίλυση παλαιών προσωπικών διαφορών ή βεντετών από μεμονωμένα μέλη των Ταλιμπάν.[4]
51. Σύμφωνα με έκθεση της EUAA, δημοσιευθείσα το 2020 και αφορώσα το υπό κρίση χρονικό διάστημα, η οποία παραπέμπει σε επιμέρους πηγές πληροφόρησης, οι βεντέτες, ως μέσο αντεκδίκησης, δύνανται να προκύπτουν από πράξεις προσωπικής βίας ή άλλες συμπεριφορές που θεωρούνται προσβλητικές για την τιμή, καθώς και από οικογενειακές συγκρούσεις και διαμάχες. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι, για τους Παστούν, η αντίληψη ότι ένα άτομο ή μία οικογένεια έχει προσβάλει την τιμή της ή έχει περιέλθει σε κατάσταση κοινωνικής ντροπής συγκαταλέγεται μεταξύ των σοβαρότερων παραβιάσεων των κοινωνικών και πολιτισμικών κανόνων.[5]
52. Η γενική αυτή ωστόσο συμβατότητα, δεν επαρκεί για να θεραπεύσει τις ανωτέρω αδυναμίες της προσωπικής αφήγησης ούτε επιβεβαιώνει την ειδικότερη θέση, επιρροή και εμπλοκή του συγκεκριμένου αδελφού της συντρόφου του. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός, ως προς την προσωπική στοχοποίηση του Αιτητή από τον αδελφό της συντρόφου του μέσω των Ταλιμπάν, δεν γίνεται αποδεκτός.
53. Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή περί έκδοσης απόφασης λιθοβολισμού επισημαίνεται ότι παρά τη βαρύτητα του γεγονότος αυτού, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με σαφήνεια την ημερομηνία έκδοσης της φερόμενης απόφασης ούτε τον ακριβή χρόνο στον οποίο αυτή εντάσσεται. Αρχικά αναφέρθηκε στην 12η Ιουνίου 2021, χωρίς βεβαιότητα, και ακολούθως δήλωσε γενικά ότι επρόκειτο για Παρασκευή κατά τον Ιούνιο ή Ιούλιο του 2021. Περαιτέρω, ο ίδιος δεν εμφανίστηκε ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου και δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με σαφήνεια την ονομασία ή τη θεσμική υπόσταση του οργάνου που φέρεται να εξέδωσε την απόφαση. Η αναφορά του σε ονομασία που αποδόθηκε από τον διερμηνέα ως «guidance to the right path and stop from the bad path» παρέμεινε ασαφής. Ούτε προσκομίστηκε η ίδια η φερόμενη δικαστική απόφαση ή άλλο ανεξάρτητο στοιχείο που να επιβεβαιώνει την έκδοσή της. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι σε περιβάλλον όπως εκείνο του Αφγανιστάν η έλλειψη επίσημων εγγράφων δεν είναι καθεαυτή καθοριστική. Εν προκειμένω, όμως, η έλλειψη εγγράφου δεν αξιολογείται αυτοτελώς αλλά σωρευτικά με τη γενικότητα και αστάθεια της ίδιας της αφήγησης ως προς το δικαιοδοτικό όργανο, τον χρόνο, τη διαδικασία και τον τρόπο κατά τον οποίο ο Αιτητής πληροφορήθηκε το περιεχόμενο της απόφασης. Η γενική εξωτερική πληροφορία, στην οποία παραπέμπουν οι Καθ’ ων η αίτηση ότι οι Ταλιμπάν ή άλλα άτυπα δικαιοδοτικά όργανα έχουν στο παρελθόν επιβάλει αυστηρές ποινές βάσει της δικής τους ερμηνείας της Σαρία δεν επιβεβαιώνει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση εκδόθηκε πράγματι απόφαση λιθοβολισμού σε βάρος του Αιτητή και της συντρόφου του. Ως εκ τούτου, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν γίνεται αποδεκτός.
54. Εν συνεχεία ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός του περί της κράτησής του, τα βασανιστήρια στα οποία αυτός υποστηρίζει ότι υποβλήθηκε, η διαφυγή του και ο θάνατος της συντρόφου του αποτελεί τον σοβαρότερο πυρήνα του αιτήματος και πρέπει να εξεταστεί με ιδιαίτερη προσοχή, ιδίως υπό το φως των ιατρικών στοιχείων που προσκομίστηκαν.
55. Καταρχάς, παρατηρείται από τις δηλώσεις του Αιτητή ουσιώδης μεταβολή ως προς τη διάρκεια της κράτησης. Κατά την αρχική καταγραφή της αίτησης και την αξιολόγηση ευαλωτότητας ο Αιτητής υποστήριξε ότι κρατήθηκε και βασανίστηκε για χρονικό διάστημα περίπου δύο μηνών. Αντιθέτως, κατά την προσωπική του συνέντευξη περιέγραψε κράτηση μόλις πέντε ημερών, εκδοχή την οποία επανέλαβε μεταγενέστερα και στην ένορκη δήλωσή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Η διαφορά μεταξύ πέντε ημερών και δύο μηνών είναι τόσο σημαντική ώστε δεν αφορά απλή αδυναμία ανάκλησης ακριβούς ημερομηνίας αλλά θεμελιώδες χαρακτηριστικό του ίδιου του περιστατικού. Ακόμη σημαντικότερη είναι η ουσιώδης μεταβολή της χρονολόγησης του εν λόγω περιστατικού. Κατά τη διοικητική συνέντευξη, ο Αιτητής κατ’ επανάληψη τοποθέτησε τη σχέση, την κράτηση, τον θάνατο της ξαδέλφης του και τη διαφυγή του κατά το καλοκαίρι του 2021, αναφέροντας Ιούνιο ή Ιούλιο 2021. Αντιθέτως, στην ένορκη δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου υποστήριξε πλέον ότι συνελήφθη και κρατήθηκε περί τον Ιανουάριο του 2022, δηλαδή μόλις δύο περίπου μήνες πριν από την άφιξή του στην Κύπρο. Η διαφοροποίηση αυτή μετακινεί ολόκληρο τον κεντρικό πυρήνα του αφηγήματος κατά περίπου έξι μήνες και δεν δύναται να θεωρηθεί απλώς ως αδυναμία ανάκλησης συγκεκριμένης ημερομηνίας. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει τις διαγνωσθείσες δυσκολίες μνήμης και συγκέντρωσης. Εντούτοις, το ζήτημα εδώ δεν αφορά την ανάκληση συγκεκριμένης ημέρας αλλά την εναλλαγή μεταξύ δύο διαφορετικών χρονικών περιόδων και, σε συνδυασμό με την αλλαγή στη διάρκεια της κράτησης, δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα ως προς τη σταθερότητα του βασικού ιστορικού πυρήνα.
56. Αδυναμίες παρουσιάζει και η περιγραφή της διαφυγής. Ο Αιτητής ανέφερε ότι αρχικά έσπασε παράθυρο και εξήλθε από το κελί, αλλά επέστρεψε οικειοθελώς όταν αντίκρισε μεγαλύτερη πύλη, επειδή φοβήθηκε να συνεχίσει. Στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι την πέμπτη ημέρα κατάφερε εκ νέου να σπάσει ή να εξέλθει από παράθυρο και απλώς διέφυγε, επωφελούμενος από βομβαρδισμό τον οποίο απέδωσε στους Αμερικανούς. Παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις, η περιγραφή του τελικού τρόπου διαφυγής παρέμεινε περιορισμένη και γενική.
57. Ως προς τον θάνατο της συντρόφου του, οι δηλώσεις του επίσης μεταβλήθηκαν.. Στην αρχική καταγραφή και στην αξιολόγηση ευαλωτότητας παρουσιάστηκε με σχετική βεβαιότητα ότι η ξαδέλφη του είχε θανατωθεί από τον αδελφό ή τους αδελφούς της. Αντιθέτως, στη συνέντευξη ο Αιτητής παραδέχθηκε ότι δεν γνώριζε ποιος τη σκότωσε ούτε ακόμη εάν επρόκειτο πράγματι για φόνο, εξηγώντας ότι είχε ακούσει αφενός ότι σκοτώθηκε και αφετέρου ότι υπέστη τυχαία ηλεκτροπληξία. Η εμπλοκή του αδελφού της αποδόθηκε τελικά σε υπόθεση του ιδίου, βασισμένη στο γεγονός ότι αυτός είχε αναμιχθεί στα προηγούμενα περιστατικά.
58. Τα προσκομισθέντα ιατρικά στοιχεία μεταβάλλουν εν μέρει, αλλά όχι καθοριστικά, την εικόνα. Από αυτά προκύπτει ότι ο Αιτητής πράγματι παρουσίαζε, από το 2023 τουλάχιστον, κεφαλαλγίες, ζάλη, δυσκολίες μνήμης και συγκέντρωσης, καταθλιπτική συμπτωματολογία και παλαιά κάκωση στην περιοχή του ώμου/κλείδας. Τα ευρήματα αυτά είναι συμβατά με προηγηθείσα σωματική κάκωση και δεν μπορούν να αγνοηθούν.
59. Εντούτοις, τα ιατρικά έγγραφα δεν τεκμηριώνουν αυτοτελώς τον χρόνο, τον δράστη ή τις περιστάσεις υπό τις οποίες προκλήθηκαν οι κακώσεις. Η αναφορά σε κράτηση και βασανισμό από τους Ταλιμπάν προέρχεται από το ιστορικό που παρέσχε ο ίδιος ο Αιτητής στους ιατρούς. Ως εκ τούτου, τα έγγραφα προσδίδουν αποδεικτική βαρύτητα στην ύπαρξη ορισμένων ιατρικών προβλημάτων και ενδεχόμενων προηγούμενων κακώσεων, όχι όμως στην ειδικότερη αιτιώδη εκδοχή ότι αυτά προκλήθηκαν κατά την επίδικη κράτηση από τους Ταλιμπάν.
60. Σημαντικό είναι περαιτέρω ότι, μετά τα φερόμενα περιστατικά, ο Αιτητής μετέβη στο Πακιστάν και ακολούθως επέστρεψε εκουσίως στο Αφγανιστάν, όπου παρέμεινε μέχρι την αναχώρησή του στις 28.2.2022. Κατά την προσωπική του συνέντευξη αναγνώρισε ότι εξήλθε από το Αφγανιστάν χωρίς οποιαδήποτε δυσκολία, μέσω του αεροδρομίου της Καμπούλ, χρησιμοποιώντας το δικό του διαβατήριο και θεώρηση για σπουδές. Το γεγονός αυτό, μολονότι δεν αποκλείει αφ’ εαυτού την ύπαρξη κινδύνου, δεν συνάδει ευχερώς με τον ισχυρισμό ότι κατά τον ίδιο χρόνο αναζητείτο ενεργά από τους Ταλιμπάν ή τις αρχές για εκτέλεση σοβαρής ποινής.
61. Λαμβάνοντας υπόψη την ιδιωτική φύσης του εν λόγω ισχυρισμού, ο οποίος δεν δύναται να επιβεβαιωθεί μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, παρατίθενται, για λόγους πληρότητας της ανάλυσης, πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τις πρακτικές που ακολουθούσαν οι Ταλιμπάν κατά το υπό κρίση χρονικό διάστημα.
62. Σύμφωνα με έκθεση του USDOS, δημοσιευθείσα το 2021 και αφορώσα το υπό κρίση χρονικό διάστημα, οι Ταλιμπάν εφάρμοζαν δικούς τους εθιμικούς μηχανισμούς απονομής δικαιοσύνης.[6] Επιπλέον, σύμφωνα με άλλη έκθεση του USDOS, δημοσιευθείσα το ίδιο έτος και αφορώσα το υπό κρίση χρονικό διάστημα, καταγράφηκαν περιστατικά βασανιστηρίων από τους Ταλιμπάν, ενώ το αποκαλούμενο «σύστημα δικαιοσύνης» τους επικεντρωνόταν κυρίως στην επιβολή τιμωριών. Επιπλέον, αναφέρεται ότι οι καταδίκες βασίζονταν συχνά σε εξαναγκασμένες ομολογίες, οι οποίες αποσπώνταν κατόπιν κακομεταχείρισης ή βασανιστηρίων των κατηγορουμένων.[7] Παρομοίως, σε έρευνα της η Διεθνής Αμνηστία για το διάστημα Ιούνιος-Δεκέμβριος 2021 κατέγραψε περιστατικά βασανιστηρίων από τους Ταλιμπάν.[8] Επιπλέον, σύμφωνα με έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών της Ολλανδίας, δημοσιευθείσα το 2023 και παραπέμπουσα σε άλλες πηγές πληροφόρησης, κατά την περίοδο από τις 15 Αυγούστου 2021 έως τις 15 Ιουνίου 2022 καταγράφηκαν 160 εξωδικαστικές εκτελέσεις, 178 αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις, 23 περιπτώσεις κράτησης χωρίς επικοινωνία με τον έξω κόσμο και 56 περιστατικά βασανιστηρίων ή κακομεταχείρισης, ενέργειες οι οποίες αποδίδονται στις τοπικές de facto αρχές και καταγράφηκαν σχεδόν στο σύνολο της επικράτειας του Αφγανιστάν.[9]
63. Υπό το σύνολο των ανωτέρω δεδομένων, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα ιατρικά στοιχεία δικαιολογούν αυξημένη επιείκεια ως προς επιμέρους ελλείψεις ανάκλησης και επιβεβαιώνουν την ύπαρξη ορισμένων πραγματικών προβλημάτων υγείας. Δεν αρκούν όμως για να άρουν τις ουσιώδεις αντιφάσεις ως προς τη διάρκεια και τον χρόνο της κράτησης, τον τρόπο και τις συνθήκες της διαφυγής, τον θάνατο της συντρόφου του και τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων. Κατά συνέπεια, ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός στον ειδικότερο πυρήνα του, ήτοι ότι ο Αιτητής συνελήφθη, καταδικάστηκε και βασανίστηκε από τους Ταλιμπάν υπό τις περιστάσεις που ο ίδιος περιγράφει.
64. Τέλος, ως τον πέμπτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή περί της μεταγενέστερης αναζήτησής του και περί του ξυλοδαρμού του πατέρα του, σημειώνεται ότι ο Αιτητής υποστήριξε ότι, μετά την επιστροφή του από το Πακιστάν στο Αφγανιστάν, οι Ταλιμπάν αναζήτησαν τον ίδιο, έστειλαν επιστολή στην οικογένειά του και ξυλοκόπησαν τον πατέρα του ζητώντας πληροφορίες για τον τόπο όπου βρισκόταν. Ο ισχυρισμός αυτός παρουσιάστηκε στη διοικητική διαδικασία με περιορισμένες λεπτομέρειες. Ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει σαφή περιγραφή του περιστατικού κατά του πατέρα του, πέραν του ότι οι Ταλιμπάν φέρονται να τον χτύπησαν και να του είπαν ότι, εάν εντοπιστεί ο Αιτητής, πρέπει να θανατωθεί.
65. Ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομίστηκαν δύο έγγραφα τα οποία, κατά τις μεταφράσεις τους, φέρονται να προέρχονται από αρχές του Ισλαμικού Εμιράτου στην επαρχία Logar. Το πρώτο φέρει ημερομηνία 1.3.2022 και ζητεί τη σύλληψη του Αιτητή, αναφέροντας ότι είχε σχέση με κοπέλα και επιχειρούσε να την απομακρύνει. Το δεύτερο φέρει ημερομηνία 6.6.2022 και αναφέρει ότι ο Αιτητής είχε συλληφθεί τον Ιανουάριο 2022, είχε διαφύγει μετά από πέντε ημέρες κράτησης και εξακολουθούσε να αναζητείται. Τα έγγραφα αυτά πρέπει να αξιολογηθούν με ιδιαίτερη επιφύλαξη. Η ένορκη πιστοποίηση της μεταφράστριας βεβαιώνει την ορθότητα της μετάφρασης του προσκομισθέντος κειμένου, όχι όμως τη γνησιότητα ή την πραγματική προέλευση του ίδιου του αφγανικού εγγράφου. Δεν προκύπτουν ανεξάρτητα στοιχεία ως προς τον τρόπο έκδοσης, την αλυσίδα κατοχής ή τον τρόπο με τον οποίο τα έγγραφα περιήλθαν τελικώς στον Αιτητή. Περαιτέρω, το περιεχόμενό τους δημιουργεί νέα ζητήματα συνοχής. Το έγγραφο της 01.3.2022, δηλαδή μία ημέρα μετά την καταγεγραμμένη έξοδο του Αιτητή από το Αφγανιστάν στις 28.2.2022, αναφέρει ότι αυτός «βρίσκεται σε σχέση με μία κοπέλα και τώρα προσπαθεί να την πάρει μαζί του». Η διατύπωση αυτή δύσκολα συμβιβάζεται με τον πάγιο ισχυρισμό του Αιτητή ότι η σύντροφός του είχε ήδη αποβιώσει μήνες προηγουμένως ή, κατά τη νεότερη εκδοχή του, πριν από την αναχώρησή του από το Αφγανιστάν. Αντίστοιχα, το έγγραφο της 6.6.2022 υιοθετεί την εκδοχή περί σύλληψης τον Ιανουάριο 2022 και πενθήμερης κράτησης, δηλαδή την εκδοχή που προβλήθηκε μεταγενέστερα ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ αυτή δεν συνάδει με την επανειλημμένη τοποθέτηση των ίδιων γεγονότων στο καλοκαίρι του 2021 κατά τη διοικητική συνέντευξη. Οι πιο πάνω ασυμβατότητες περιορίζουν ουσιωδώς την αποδεικτική αξία των εγγράφων. Δεν μπορούν, συνεπώς, να θεραπεύσουν τις αδυναμίες της προφορικής αφήγησης ούτε να θεμελιώσουν από μόνα τους συνεχιζόμενη αναζήτηση του Αιτητή από τις αρχές ή τους Ταλιμπάν.
66. Περαιτέρω, αναφορικά με τα εντάλματα σύλληψης, κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, συμπεριλαμβανομένων των βάσεων δεδομένων ecoi.net και coi.euaa.europa.eu, καθώς και μέσω ελεύθερης αναζήτησης στο διαδίκτυο, δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν πληροφορίες αναφορικά με το περιεχόμενο ή τη διαδικασία έκδοσης των εν λόγω εγγράφων. Σημειώνεται ότι η έλλειψη διαθέσιμων πληροφοριών αναφορικά με συγκεκριμένο γεγονός, πρόσωπο ή ζήτημα δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι αυτό δεν έλαβε χώρα ή δεν υφίσταται.[10]
67. Για λόγους πληρότητας της έρευνας, παρατίθενται γενικότερες πληροφορίες αναφορικά με το δικαστικό σύστημα στο Αφγανιστάν. Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα εντάλματα σύλληψης φέρονται να εκδόθηκαν μετά την ανάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών της Ολλανδίας, δημοσιευθείσα το 2025, οι Ταλιμπάν έχουν αναδιαμορφώσει το δικαστικό σύστημα του Αφγανιστάν, προσαρμόζοντάς το στο ιδεολογικό τους μοντέλο διακυβέρνησης και ελέγχου, ενώ τα δικαστήρια λειτουργούν πλέον υπό τον έλεγχό τους και απονέμουν δικαιοσύνη σύμφωνα με τη δική τους ερμηνεία της σαρία.[11] Η ίδια έκθεση, παραπέμποντας σε άλλη πηγή πληροφόρησης, καταγράφει ότι δεν υφίστανται τυποποιημένες δικαστικές διαδικασίες, ενώ υπάρχουν σταθερές αναφορές περί μεροληψίας κατά την εκδίκαση υποθέσεων που αφορούν πρόσωπα συνδεόμενα με τους Ταλιμπάν.[12] Αναφέρεται επίσης ότι «διάφοροι φορείς, όπως η αστυνομία, οι υπηρεσίες πληροφοριών, η λεγόμενη «αστυνομία ηθών» (muhtasib) και τοπικοί αξιωματούχοι, έχουν αναλάβει ανακριτικές και οιονεί δικαστικές αρμοδιότητες. Στο πλαίσιο αυτό προβαίνουν σε ανάκριση υπόπτων, αξιολόγηση της ενοχής τους και επιβολή κυρώσεων».[13]
68. Σε κάθε περίπτωση, λόγω της ιδιωτικής φύσης του εν λόγω ισχυρισμού, ο οποίος δεν δύναται να επιβεβαιωθεί μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, παρατίθενται, για λόγους πληρότητας της ανάλυσης, πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τη μεταχείριση των μελών των οικογενειών ατόμων που αναζητούνται από τους Ταλιμπάν.
69. Σύμφωνα με δημοσίευμα ειδησεογραφικού μέσου, δημοσιευθέν το 2021 και αφορών το υπό κρίση χρονικό διάστημα, όταν οι Ταλιμπάν δεν κατορθώνουν να εντοπίσουν άτομα που συνδέονταν με το προηγούμενο καθεστώς, φέρεται να στρέφονται κατά των μελών των οικογενειών τους, τα οποία συλλαμβάνουν και τιμωρούν σύμφωνα με τη δική τους ερμηνεία της Σαρίας.[14] Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι η εν λόγω πηγή αφορά άτομα που συνδέονται με το προηγούμενο καθεστώς, προσωπικές περιστάσεις που δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του Αιτητή.
70. Τα ανωτέρω στοιχεία δεν επαρκούν, συνεπώς, για να υπερκεράσουν τις διαπιστωθείσες αδυναμίες του αφηγήματος του Αιτητή, καθώς και τις αδυναμίες που παρουσιάζουν τα έγγραφα που αυτός προσκόμισε. Ως εκ τούτου, ο πέμπτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν γίνεται αποδεκτός.
71. Συνολικά εκτιμωμένη η αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή, δεν προκύπτει ότι κάθε πτυχή των δηλώσεων είναι κατ’ ανάγκην κατασκευασμένη. Ειδικότερα, τα ιατρικά στοιχεία καθιστούν εύλογο ότι έχει υποστεί στο παρελθόν σωματική κάκωση και ότι αντιμετωπίζει πραγματικές δυσκολίες μνήμης, συγκέντρωσης και ψυχικής υγείας. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να αναγνωριστούν και να σταθμιστούν υπέρ του κατά την αξιολόγηση επιμέρους ασάφειας. Εντούτοις, οι αδυναμίες του αφηγήματός του δεν περιορίζονται σε ακριβείς ημερομηνίες ή δευτερεύουσες λεπτομέρειες, αλλά αντιθέτως αφορούν βασικά χαρακτηριστικά των γεγονότων: αν είχε τελέσει γάμο ή όχι, αν κρατήθηκε πέντε ημέρες ή δύο μήνες, αν τα κύρια περιστατικά έλαβαν χώρα το καλοκαίρι του 2021 ή τον Ιανουάριο 2022, αν η σύντροφός του δολοφονήθηκε από τον αδελφό της ή ενδέχεται να απεβίωσε από ατύχημα, καθώς και τη φύση και τον χρόνο της φερόμενης καταδίωξής του. Οι μεταβολές αυτές, σε συνδυασμό με την εκούσια επιστροφή του στο Αφγανιστάν μετά την αρχική φυγή του στο Πακιστάν, την παραμονή του εκεί μέχρι τις 28.2.2022 και την απρόσκοπτη νόμιμη έξοδό του μέσω του αεροδρομίου της Καμπούλ με το δικό του διαβατήριο, δεν επιτρέπουν τη θεμελίωση της εσωτερικής αξιοπιστίας των επικαλούμενων περιστατικών προσωπικής δίωξης. Τα δε μεταγενέστερα ιατρικά και λοιπά έγγραφα δεν μεταβάλλουν το συμπέρασμα αυτό. Τα μεν ιατρικά πιστοποιητικά υποστηρίζουν την ύπαρξη κακώσεων και προβλημάτων υγείας χωρίς να αποδεικνύουν τις ακριβείς περιστάσεις πρόκλησής τους, τα δε έγγραφα που φέρονται να έχουν εκδοθεί από αφγανικές αρχές παρουσιάζουν περιορισμούς ως προς τη δυνατότητα ελέγχου της γνησιότητάς τους και, επιπλέον, περιέχουν στοιχεία που δεν βρίσκονται σε αρμονία με την προηγούμενη αφήγηση του Αιτητή.
72. Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να διατρέχει ο Αιτητής, επί τη βάση του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού επισημαίνονται τα εξής.
73. Ως προς το θρησκευτικό του προφίλ του Αιτητή, επισημαίνεται ότι η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού του Αφγανιστάν είναι μουσουλμάνοι. Ειδικότερα, σύμφωνα με δεδομένα που ανάγονται στο έτος 2009, η BRITANNICA εκτιμά ότι περίπου το 80% του πληθυσμού ασπάζεται το σουνιτικό δόγμα, ενώ περίπου το 19% το σιιτικό δόγμα.[15] Οι Ταλιμπάν είναι σουνίτες, μουσουλμάνοι.
74. Όσον αφορά στην εθνοτική σύνθεση των κατοίκων της χώρας, σύμφωνα με δεδομένα που ανάγονται στο έτος 2004, η BRITANNICA εκτιμά ότι οι Pashtun αποτελούν το 42 τοις εκατό, οι Tajik το 27 τοις εκατό, οι Hazara το 9 τοις εκατό, οι Uzbek το 9 τοις εκατό, οι Chahar Aimak το 4 τοις εκατό, οι Turkmen το 3 τοις εκατό και λοιπές εθνοτικές ομάδες το υπολειπόμενο 6 τοις εκατό.[16]
75. Περαιτέρω, η έκθεση της EUAA αναφέρει ότι το ανασταλμένο Σύνταγμα του 2004 της πρώην κυβέρνησης αναγνώριζε ρητά 14 εθνοτικές ομάδες: Παστούν, Τατζίκους, Χαζάρα, Ουζμπέκους, Τουρκμένους, Μπαλούχ, Πατσάι, Νουριστάνι, Αϊμάκ, Άραβες, Κιργίζιους, Κιζιλμπάς, Γκουτζούρ, Μπραχούι, καθώς και «άλλες φυλές». Υπάρχουν διάφορες εκτιμήσεις σχετικά με το σχετικό μέγεθος των εθνοτικών ομάδων. Οι εκτιμήσεις για το ποσοστό των Παστούν κυμαίνονται μεταξύ 40 % και 50 % του πληθυσμού, των Τατζίκων μεταξύ 25–27 %, των Χαζάρα μεταξύ 9–18 %, των Ουζμπέκων μεταξύ 6–15 %, και των Τουρκμένων μεταξύ 1,5–3 %.[17]
76. Αμέσως μετά την ανάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν το 2021, οι περισσότεροι άνδρες πρώην δημόσιοι αξιωματούχοι του πολιτικού τομέα επέστρεψαν στα καθήκοντά τους στη νέα de facto διοίκηση[18], καθώς διατηρήθηκε το μεγαλύτερο μέρος της δομής της προηγούμενης κυβέρνησης.[19] Επιπλέον, πραγματοποιήθηκε σταδιακή αντικατάσταση προσωπικού, κατά την οποία άτομα που εργάζονταν για την πρώην κυβέρνηση αντικαταστάθηκαν από πρόσωπα πιστά στους Ταλιμπάν.[20] Οι περισσότεροι νεοπροσληφθέντες στις de facto αρχές ανήκαν στην εθνοτική ομάδα Παστούν,[21] ενώ ακόμη και σε περιοχές με κυριαρχία των Χαζάρα, όπως η Μπαμιγιάν και η Νταϊκούντι, οι περισσότεροι εργαζόμενοι από μειονοτικές κοινότητες αντικαταστάθηκαν από Παστούν[22].
77. Σημειώνεται ότι η de facto κυβέρνηση ηγείται από ένα προσωρινό υπουργικό συμβούλιο τριάντα τριών μελών, αποτελούμενο από άνδρες που είναι κατά κύριο λόγο Παστούν εθνοτικής καταγωγής, καθώς και από μέλη των Ταλιμπάν ή πρόσωπα πιστά στην ομάδα.[23]
78. Ο Αιτητής είναι σουνίτης μουσουλμάνος εθνοτικής καταγωγής Pashtun. Προφίλ το οποίο, αφ’ εαυτού, δεν φαίνεται να εγείρει ζητήματα δίωξης από το υφιστάμενο καθεστώς των Taliban, καθόσον συνάδει τόσο με την κυρίαρχη εθνοτική όσο και με τη θρησκευτική ταυτότητα του εν λόγω καθεστώτος. Ο ίδιος ο Αιτητής δεν έχει εκφράσει οποιοδήποτε φόβο απορρέον εκ της θρησκευτικής ή/ και της φυλετικής του ταυτότητας.
79. Αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, σύμφωνα με έκθεση της EUAA, δημοσιευθείσα το 2026, μετά την ανάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν το 2021, τα επίπεδα ένοπλης βίας και οι απώλειες μεταξύ των αμάχων μειώθηκαν σημαντικά σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη της σύγκρουσης. Περαιτέρω, διαφορετικές πηγές πληροφόρησης που παρατίθενται στην ίδια έκθεση κάνουν λόγο για «σχετική απουσία ένοπλων συγκρούσεων» και «σχεδόν πλήρη παύση των ενεργών εχθροπραξιών», ενώ επισημαίνεται ότι η ένταση της σύγκρουσης στο Αφγανιστάν δεν πληρούσε πλέον το απαιτούμενο όριο ώστε να χαρακτηριστεί ως «πόλεμος». Παρόλα αυτά, οι de facto αρχές συνέχισαν να αντιμετωπίζουν επιθέσεις χαμηλής έντασης από ομάδες αντίστασης και το ISKP και έως το 2024 εξακολουθούσαν να σημειώνονται εκρήξεις και επιθέσεις αυτοκτονίας, οι οποίες στόχευαν κυρίως τις de facto αρχές, αλλά και αμάχους.[24]
80. Στην έκθεσή της, η EUAA προέβη σε σύγκριση των δεδομένων της πλατφόρμας ACLED για την περίοδο Ιανουαρίου–Νοεμβρίου των ετών 2024 και 2025, από την οποία προκύπτει μείωση του επιπέδου της βίας, καθώς ο συνολικός αριθμός των καταγεγραμμένων περιστατικών μειώθηκε από 958 σε 684. Αντίστοιχη πτωτική τάση παρατηρήθηκε τόσο στα περιστατικά που καταγράφηκαν ως «μάχες» (από 371 σε 222) όσο και σε εκείνα που αφορούσαν «βία κατά αμάχων» (από 493 σε 337). Αντιθέτως, η EUAA κατέγραψε αύξηση στα περιστατικά που ταξινομήθηκαν ως «εκρήξεις/βία εξ αποστάσεως», από 94 σε 125, εξέλιξη η οποία αποδίδεται κυρίως σε αεροπορικές επιδρομές του Πακιστάν, αλλά και στην εντατικοποίηση της δράσης του Afghanistan Freedom Front (AFF) και του National Resistance Front (NRF).[25]
81. Αναφορικά με τη βία κατά αμάχων, στην έκθεση του 2026 η EUAA καταγράφει ότι με βάση έρευνα που πραγματοποιήθηκε στη βάση δεδομένων της πλατφόρμας ACLED καταγράφηκαν 467 περιστατικά ενώ από τα στοιχεία των περιστατικών προκύπτει ότι σε τουλάχιστον το 80% των περιπτώσεων ως υπαίτιοι αναφέρονταν οι de facto δυνάμεις ασφαλείας, μέσω συλλήψεις για διάφορους λόγους, χρήση υπέρμετρης βίας τόσο στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της εγκληματικότητας όσο και σε περιπτώσεις κατάχρησης εξουσίας από de facto αξιωματούχους ενώ περίπου 104 περιστατικά συνδέονταν με την επιβολή της σαρία, συμπεριλαμβανομένων μαστιγώσεων, ενώ 92 περιστατικά αφορούσαν συλλήψεις και δολοφονίες πρώην κυβερνητικών αξιωματούχων και μελών των οικογενειών τους, μολονότι τα κίνητρα δεν ήταν στις περισσότερες περιπτώσεις σαφή.[26]
82. Λαμβάνοντας υπόψη τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή και, συγκεκριμένα, την Περιφέρεια Logar,[27] όπου ο Αιτητής διέμενε έως και την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής, δεδομένου ότι ανέφερε ότι στην Καμπούλ απλώς πηγαινοερχόταν (ερ. 38)επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με έκθεση της EUAA, δημοσιευθείσα το 2026, κατά την περίοδο από την 1η Οκτωβρίου 2024 έως τις 30 Νοεμβρίου 2025 καταγράφηκαν τρία περιστατικά ασφαλείας σε πληθυσμό που εκτιμάται σε 473.811 κατοίκους.[28] Επιπλέον, σύμφωνα με έκθεση του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, κατά την περίοδο από την 1η Νοεμβρίου 2025 έως τις 31 Ιανουαρίου 2026, οι ένοπλες ομάδες της αντιπολίτευσης εξακολούθησαν να μην αποτελούν ουσιαστική απειλή για τον εδαφικό έλεγχο των de facto αρχών, ενώ καταγράφηκαν 36 περιστατικά, εκ των οποίων τα 14 επαληθεύθηκαν, με εμπλοκή του Afghanistan Freedom Front (AFF), του National Resistance Front (NRF), του National Mobilization Front, του Islamic Liberation Movement of the People of Afghanistan και του Afghanistan Liberation Movement, σε διάφορες επαρχίες, συμπεριλαμβανομένης της Περιφέρειας Logar.[29]
83. Για λόγους πληρότητας της έρευνας, το Δικαστήριο προέβη σε αυτοτελή έρευνα στη βάση δεδομένων της πλατφόρμας ACLED, από την οποία προέκυψε ότι, κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους (με ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης την 03.07.2026), καταγράφηκαν 17 περιστατικά ασφαλείας στην Περιφέρεια Logar, εκ των οποίων τα 6 συνιστούν περιστατικά πολιτικής βίας (η οποία περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/βία εξ αποστάσεως, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), τα οποία οδήγησαν σε 8 ανθρώπινες απώλειες.[30]
84. Τα ανωτέρω ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα καταδεικνύουν ότι στο τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, καίτοι παρουσιάζονται περιστατικά ασφαλείας, η ένταση και η συχνότητά τους κυμαίνεται σε χαμηλά επίπεδα. Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι το σχετικό έγγραφο καθοδήγησης της EUAA (Country Guidance),[31] μολονότι δεν συνιστά αυτοτελή πηγή πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής (COI) και, ως εκ τούτου, δεν παρατίθεται ως τέτοια, επιβεβαιώνει την ανωτέρω εκτίμηση του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, σε αυτό αναφέρεται ότι, στην Περιφέρεια Logar, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη διαπίστωση αδιάκριτης βίας κατά την έννοια του άρθρου 15 στοιχείο γ΄ της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Η εν λόγω καθοδήγηση ενισχύει, συνεπώς, το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι στην εξεταζόμενη περιοχή δεν υφίσταται ο απαιτούμενος βαθμός αδιάκριτης βίας ώστε και μόνο η παρουσία αμάχου σε αυτή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
85. Λαμβάνοντας υπόψη τη κατάσταση της υγείας του Αιτητή, επισημαίνεται καταρχάς ότι σχετικά με εξέταση λόγων υγείας σε συνάρτηση με το πλαίσιο διεθνούς προστασίας, στο εγχειρίδιο «Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας (οδηγία 2011/95/ΕΕ) - Δικαστική Ανάλυση», της EASO, σελ.120, αναφέρονται τα εξής:
«Στην απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση M'Bodj, το ΔΕΕ διέκρινε την ερμηνεία του από την ερμηνεία του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ από το ΕΔΔΑ βάσει της ελαφρώς διαφορετικής διατύπωσης του άρθρου 15 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) και του πλαισίου στο οποίο τυγχάνει να εφαρμόζεται το άρθρο 15 στοιχείο β). Σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, το ΕΔΔΑ εφάρμοσε το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ για να απαγορεύσει την απομάκρυνση υπηκόου τρίτης χώρας που έπασχε από σοβαρή ασθένεια σε χώρα στην οποία δεν υπήρχε διαθέσιμη κατάλληλη ιατρική περίθαλψη. Το ΔΕΕ αρνήθηκε να ερμηνεύσει το άρθρο 15 στοιχείο β) με τον ίδιο τρόπο. Το ΔΕΕ επισήμανε ότι το γράμμα του άρθρου 15 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) διαφέρει από εκείνο του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ στο μέτρο που εφαρμόζεται σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτούντος «στη χώρα καταγωγής». Επιπλέον, το ΔΕΕ επισήμανε ότι ορισμένα στοιχεία του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 15 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση), καθώς και η ratio της συγκεκριμένης οδηγίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την ερμηνεία της συγκεκριμένης διάταξης. Συγκεκριμένα, το άρθρο 6 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) απαριθμεί τους φορείς σοβαρής βλάβης, γεγονός που επιβεβαιώνει την άποψη ότι οι βλάβες αυτές πρέπει να απορρέουν από συμπεριφορά τρίτου και δεν μπορούν, κατά συνέπεια, να αποτελούν απλώς και μόνο συνέπεια των γενικών ανεπαρκειών του συστήματος υγείας της χώρας καταγωγής. Ομοίως, κατά την αιτιολογική σκέψη 26 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση), οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη.»
Περαιτέρω, στην σελ.123 του ιδίου εγχειριδίου αναφέρονται τα εξής:
«Η εφαρμογή του άρθρου 15 στοιχείο β) προϋποθέτει ένα στοιχείο ηθελημένης κακομεταχείρισης. Παρά την παραπομπή του ΔΕΕ στη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ και στην υποχρέωση εφαρμογής της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) κατά τρόπο που συνάδει με το άρθρο 19 παράγραφος 2 του Χάρτη της ΕΕ (μη επαναπροώθηση, σε περίπτωση σοβαρού κινδύνου απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας), το ΔΕΕ αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη διαφορετική διατύπωση του άρθρου 15 στοιχείο β) και διακρίνει μεταξύ του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 3, ως απαγόρευσης επιστροφής προσώπου, και της θεμελίωσης αίτησης επικουρικής προστασίας [.]»
86. Εκ των ως άνω αναφερθέντων προκύπτει ότι, χωρίς να συνυπάρχει το απαραίτητο στοιχείο της ηθελημένης κακομεταχείρισης δεν δύναται, χωρίς να καταδειχθεί σχετικός φορέας δίωξης ή σοβαρής βλάβης εκ του οποίου ο Αιτητής κινδυνεύει, να αποδοθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας στη βάση και μόνο της ανεπάρκειας του συστήματος υγείας της χώρας καταγωγής (βλ. απόφαση ΔΕΕ, C-542/13, M'Bodj, EU:C:2014:2452).
87. Περαιτέρω, από τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη δεν προκύπτει ότι οι αρχές στην περιοχή καταγωγής του Αιτητή έχουν υπαιτίως ή συστηματικά αποστερήσει την πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη ή δεν παρέχουν δυνατότητα πρόσβασης σε κατάλληλη θεραπεία. Επίσης, παρατηρείται ότι Αιτητής δεν αναφέρθηκε και δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία περί λήψεως συγκεκριμένης αγωγής.
88. Για σκοπούς πληρότητας, παρατίθενται οι κάτωθι πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την πρόσβαση στην υγεία στο Αφγανιστάν.
89. Σύμφωνα με έκθεση της EUAA για το Αφγανιστάν, δημοσιευθείσα το 2026, η ανάπτυξη του συστήματος υγείας στη χώρα έχει επηρεαστεί αρνητικά από δεκαετίες ένοπλων συγκρούσεων, με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη διεθνή χρηματοδότηση για την παροχή βασικών υπηρεσιών υγείας. Λόγω των περιορισμένων και ανεπαρκών υπηρεσιών υγείας, πολλοί Αφγανοί αναζητούσαν ιατρική περίθαλψη στο εξωτερικό, κυρίως στο Πακιστάν, την Ινδία, την Τουρκία και το Ιράν. Περαιτέρω, η ίδια έκθεση καταγράφει ότι το Αφγανιστάν αντιμετωπίζει επιδεινούμενη κρίση στον τομέα της υγείας, η οποία εντείνεται λόγω της μείωσης της διεθνούς χρηματοδότησης και των περιορισμένων δημόσιων δαπανών των de facto αρχών για την υγεία.[32]
90. Στην έκθεση της EUAA του 2026 καταγράφεται επίσης ότι, μετά την ανάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν, σημαντικός αριθμός επαγγελματιών υγείας εγκατέλειψε τη χώρα ή αποχώρησε από την εργασία του. Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι σημαντικός αριθμός επαγγελματιών υγείας δεν διαθέτει τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα, ενώ παρατηρούνται ελλείψεις σε φάρμακα και η παροχή υπηρεσιών υγείας εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην υποστήριξη μη κυβερνητικών οργανώσεων.[33] Η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας εξακολουθεί να περιορίζεται από οικονομικά εμπόδια, όπως το κόστος της περίθαλψης, των φαρμάκων και της μετακίνησης προς τις υγειονομικές δομές. Μετά την ανάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν, η οικονομική δυνατότητα των πολιτών να καλύψουν τις σχετικές δαπάνες έχει επιδεινωθεί, με αποτέλεσμα πολλοί να καθυστερούν ή να αδυνατούν να λάβουν την αναγκαία ιατρική φροντίδα.[34]
91. Λαμβάνοντας υπόψη τη διάγνωση του Αιτητή περί καταθλιπτικής διαταραχής, η έκθεση της EUAA που δημοσιεύτηκε το 2026 καταγράφει ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αύξηση των αναγκών ψυχικής υγείας στο Αφγανιστάν, γεγονός που αντανακλάται και στην αυξημένη ζήτηση υπηρεσιών ψυχικής υγείας στις υγειονομικές δομές. Αναφέρεται επίσης ότι στο Αφγανιστάν «υπηρετούν περίπου 130-150 ειδικοί ψυχικής υγείας, αριθμός σημαντικά χαμηλότερος από τον απαιτούμενο για την κάλυψη των αναγκών του πληθυσμού». Περαιτέρω, καταγράφονται εμπόδια στην πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας, όπως οι μεγάλες αποστάσεις που απαιτείται να διανύσουν οι ασθενείς προκειμένου να έχουν πρόσβαση στις σχετικές υπηρεσίες, καθώς και το κοινωνικό στίγμα που εξακολουθεί να περιβάλλει τα ζητήματα ψυχικής υγείας.[35]
92. Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 10 αυτού.
93. Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, η υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347), καθώς ο Αιτητής δεν τεκμηριώνει, αλλά και από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.
94. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό και δεδομένου ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε, ότι ενόψει των προσωπικών του περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32] ότι αυτός διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του [βλ άρθρο 15 (α) και (β) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347].
95. Ούτε εξάλλου, προκύπτει ότι συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο προσφεύγων, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή [βλ. άρθρο 15 (γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 και απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94 Elgafaji, σκέψη 43].
27. Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε Αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους υπαγωγής του στο καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».
96. Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. [Βλ. απόφαση της 30ης Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28]. Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα, το Δικαστήριο κρίνει ότι στην περιοχή καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν υφίσταται επί του παρόντος κατάσταση εσωτερικής ένοπλης σύρραξης τέτοιας φύσης και έντασης ώστε να μπορεί να εξομοιωθεί με την κατάσταση ένοπλης σύγκρουσης που επικρατούσε στη χώρα πριν από την ανάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν τον Αύγουστο του 2021. Ως εκ τούτου, δεν προκύπτει η ύπαρξη παρατεταμένων και γενικευμένων ένοπλων συγκρούσεων στις εν λόγω περιοχές μεταξύ των de facto αρχών και οργανωμένων ένοπλων ομάδων τέτοιας έντασης ώστε η κατάσταση να δύναται, υπό τα υφιστάμενα δεδομένα, να χαρακτηριστεί ως εσωτερική ένοπλη σύρραξη κατά την έννοια της σχετικής νομολογίας του ΔΕΕ. Ως εκ τούτου, παρέλκει η οποιαδήποτε άλλη εξέταση των συστατικών στοιχείων της υπό εξέταση διάταξης.
97. Επικουρικώς, ως προς τις περιστάσεις του Αιτητή, επισημαίνεται ότι ο Αιτητής είναι άνδρας νεαρής ηλικίας. Πρόκειται για λειτουργικά αυτόνομο και ικανό προς εργασία και αυτοσυντήρηση πρόσωπο, διαθέτοντας ευρύτερο οικογενειακό δίκτυο στην χώρα καταγωγής του. Είναι περαιτέρω εξοικειωμένος με την περιοχή, καθότι διέμενε για αρκετά χρόνια, άρα σε θέση να γνωρίζει και να αξιολογεί επαρκώς τους κινδύνους, δεν έχει τεκμηριώσει περιστατικό παρελθούσας δίωξης, ενώ διαθέτει ευρύτερο υποστηρικτικό δίκτυο. Ως εκ τούτου, κρίνεται ότι ο Αιτητής ως άμαχος δεν διατρέχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, ένεκα του επιπέδου των ένοπλων συγκρούσεων που λαμβάνουν χώρα στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του.
98. Ως προς δε την απόφαση επιστροφής του, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω (Βλ. απόφαση της της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C- 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51 και απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, υπόθεση C-313/25 PPU, GB κατά Minister van Asiel en Migratie [Adrar], ECLI:EU:C:2025:647, ιδίως σκέψεις 60 έως 66).
99. Επισημαίνεται συναφώς ότι ως προς το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει ο Αιτητής διαπιστώθηκε ότι δεδομένου του προφίλ του και της καταρχήν δυνατότητάς του να έχει πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για το ζήτημα της υγείας του και εν απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας περί συγκεκριμένης φαρμακευτικής αγωγής, κρίνεται ότι δεν εγείρεται κώλυμα στη επιστροφή του. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι ο Αιτητής δεν προσκόμισε οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι λαμβάνει συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή.
100. Με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφα και τις δηλώσεις του Αιτητή, δεν προκύπτει ότι αυτός πάσχει από ασθένεια τέτοιας φύσεως και σοβαρότητας, ώστε να αδυνατεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του. Περαιτέρω, ενόψει και της εκδοθείσας απόφασης επιστροφής, δεν διαπιστώνεται ότι η κατάσταση της υγείας του είναι τέτοια που να καθιστά την εκτέλεση αυτής νομικώς ή πραγματικώς ανέφικτη.
101. Ως προς το βαθμό της σοβαρότητας σε περιπτώσεις προσώπων που πάσχουν από κάποια ασθένεια, για να αποκλειστεί η επιστροφή του Αιτητή, θα πρέπει να είναι τέτοιος, που να συνεπάγεται, πραγματικό κίνδυνο έκθεσης σε σοβαρή, ταχεία και μη αναστρέψιμη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του, συνεπαγόμενη έντονους πόνους ή σημαντική μείωση του προσδόκιμου ζωής του [βλ. X κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, σκέψη 76, απόφαση του ΕΔΑΔ, της 13ης Δεκεμβρίου 2016, Paposhvili κατά Βελγίου (CE:ECHR:2016:1213JUD004173810), παρ. 178 και 183, και απόφαση του ΔΕΕ της 24ης Απριλίου 2018, C-353/16, EU:C:2018:276, σκέψη 40]. Εξάλλου, με πρόσφατη απόφασή του το ΕΔΔΑ προέβη σε σύνοψη της νομολογίας του σχετικά με ζητήματα υγείας. Στην υπόθεση Savran κατά Δανίας της 7ης Δεκεμβρίου 2021 (προσφυγή αριθ. 57467/15), το ΕΔΔΑ θύμισε την αρχική του νομολογία επί της απόφασης D. κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 2ας Μαΐου 1997, προσφυγή αριθ. 30240/96, η οποία χαρακτηριζόταν από «εξαιρετικές περιστάσεις» εξαιτίας του γεγονότος ότι ο Αιτητής υπέφερε από ασθένεια η οποία δεν είναι δυνατό να θεραπευθεί, του τελευταίου σταδίου στο οποίο βρισκόταν, την έλλειψη εγγύησης η οποία θα ήταν δυνατή η απόκτηση νοσηλευτικής ή ιατρικής περίθαλψης ή η ύπαρξη οποιασδήποτε οικογένειας πρόθυμης ή ικανής να τον συνδράμει ή οποιασδήποτε άλλης μορφής κοινωνικής ή ηθικής υποστήριξη (παρ. 126). Το πρόβλημα υγείας που παρουσιάζει ο Αιτητής, δεν εξικνείται, με βάση των ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένων, σε αυτό το υψηλό επίπεδο που απαιτεί η νομολογία του ΔΕΕ και του ΕΔΑΔ, ώστε να δικαιολογεί τη μη επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του.
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.
Κ. Κ. ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition,
EUAA, https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system [τελευταία ημερομηνία πρόσβασης 17.8.2026]
[2] Asylos and Clifford Chance, Afghanistan: COI Repository; 1st September 2021- 27th July 2022, Ιούλιος 2022, https://asylos.org/wp-content/uploads/2025/03/afghanistancoirepository1sept21-27july22_a2938570-c7aa-457f-8d90-3e2335456b64.pdf, σελ. 76 (ημερομηνία πρόσβασης 14.7.2026)
[3] Asylos and Clifford Chance, Afghanistan: COI Repository; 1st September 2021- 27th July 2022, Ιούλιος 2022, https://asylos.org/wp-content/uploads/2025/03/afghanistancoirepository1sept21-27july22_a2938570-c7aa-457f-8d90-3e2335456b64.pdf, σελ. 284 (ημερομηνία πρόσβασης 14.7.2026)
[4] DIS, Afghanistan: Recent events, Δεκέμβριος 2021, https://us.dk/media/10480/afghanistan_recentevents2021.pdf, σελ. 1 (ημερομηνία πρόσβασης 14.7.2026)
[5] EUAA, Afghanistan; Criminal law, customary justice and informal dispute resolution, Ιούλιος 2020, https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-afghanistan-criminal-law-customary-justice-and-informal-dispute-resolution, σελ. 29 (ημερομηνία πρόσβασης 14.7.2026)
[6] USDOS, 2021 Trafficking in Persons Report: Afghanistan, Ιούλιος 2021, https://www.state.gov/reports/2021-trafficking-in-persons-report/afghanistan/ (ημερομηνία πρόσβασης 14.7.2026)
[7] USDOS, 2021 Country Reports on Human Rights Practices: Afghanistan, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2022/03/313615_AFGHANISTAN-2021-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf, σελ. 7, 16 (ημερομηνία πρόσβασης 14.7.2026)
[8] Amnesty International, Afghanistan: No escape: War crimes and civilian harm during the fall of Afghanistan to the Taliban, Δεκέμβριος 2021, https://www.amnesty.org/en/documents/asa11/5025/2021/en/, σελ. 7 (ημερομηνία πρόσβασης 14.7.2026)
[9] Netherlands Ministry of Foreign Affairs, General Country of Origin Information Report: Afghanistan, Ιούνιος 2023, https://coi.euaa.europa.eu/administration/netherlands/PLib/General+Country+of+Origin+Report+Afghanistan+June+2023.pdf, σελ. 66 (ημερομηνία πρόσβασης 14.7.2026)
[10] EUAA, Country of Origin Information (COI) Report Methodology, Φεβρουάριος 2023, https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/2023_02_EUAA_COI_Report_Methodology_Rebranded.pdf, σελ. 18 (ημερομηνία πρόσβασης 14.7.2026)
[11] Netherlands Ministry of Foreign Affairs, General Country of Origin Information Report: Afghanistan, Δεκέμβριος 2025, https://www.government.nl/site/binaries/site-content/collections/documents/2025/12/16/general-country-of-origin-information-report-afghanistan-december-2025/netherlands-coi-report-afghanistan-december-2025.pdf, σελ. 100 (ημερομηνία πρόσβασης 14.7.2026)
[12] Netherlands Ministry of Foreign Affairs, General Country of Origin Information Report: Afghanistan, Δεκέμβριος 2025, https://www.government.nl/site/binaries/site-content/collections/documents/2025/12/16/general-country-of-origin-information-report-afghanistan-december-2025/netherlands-coi-report-afghanistan-december-2025.pdf, σελ. 101 (ημερομηνία πρόσβασης 14.7.2026)
[13] Netherlands Ministry of Foreign Affairs, General Country of Origin Information Report: Afghanistan, Δεκέμβριος 2025, https://www.government.nl/site/binaries/site-content/collections/documents/2025/12/16/general-country-of-origin-information-report-afghanistan-december-2025/netherlands-coi-report-afghanistan-december-2025.pdf, σελ. 102 (ημερομηνία πρόσβασης 14.7.2026)
[14] DW, Taliban hunting down Afghans on blacklist — report, Αύγουστος 2021, https://www.dw.com/en/taliban-hunting-down-afghans-on-blacklist-report/a-58914571 (ημερομηνία πρόσβασης 14.7.2026)
[15] https://www.britannica.com/place/Afghanistan/Languages#ref21425, ημερομηνία πρόσβασης 16.3.2026.
[16] https://www.britannica.com/place/Afghanistan/Plant-and-animal-life#ref21423 , ημερομηνία πρόσβασης 16.3.2026.
[17] 2024 Country Guidance Afghanistan διαθέσιμο στο https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-01/2024_05_CG_AFG_Final.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/05/2026)
[18] Afghan analyst, interview 8–9 June 2023, and email communication, 10 October 2023; International analyst (A), interview 8–9 June 2023, and email communication, 10 October 2023; Bertelsmann Stiftung, BTI 2024 Country Report, Afghanistan, 19 March 2024, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2024_AFG.pdf, σελ. 31(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/05/2026)
[19] Saleem, M. A. and Semple, M., Peace Matrix for Afghanistan, PeaceRep, 11 November 2024, https://rc-services-assets.s3.eu-west-1.amazonaws.com/s3fs-public/Peace%20Matrix%20for%20Afghanistan%20Strengthening%20Afghans'%20pursuit%20of%20democracy,%20freedom%20and%20economic%20recovery.pdf, σελ. 17 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/05/2026)
[20] Norway, Landinfo, Temanotat, Afghanistan, Situasjonen for afghanske menn, 20 January 2025, url, σελ. 13; Saleem, M. A. and Semple, M., Peace Matrix for Afghanistan, PeaceRep, 11 November 2024, url, σελ. 17; van Bijlert, M., How The Emirate Wants To Be Perceived, AAN, July 2024, url, σελ. 30 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/05/2026)
[21] Formuli, H. A., Leaving Many Behind: Examining the State of Inclusivity and Non-Discrimination in Afghanistan, RWI, May 2025, https://rwi.lu.se/wp-content/uploads/2025/05/Hamid-Formuli-2025-Leaving-Many-Behind.pdf, σελ. 44; Norway, Landinfo, Temanotat, Afghanistan, Situasjonen for afghanske menn, 20 January 2025, https://www.ecoi.net/en/file/local/2121418/Afghanistan-temanotat-Situasjonen-for-afghanske-menn-20012025.pdf, σελ. 13 (ημερομηνία πρόσβασης 12/05/2026)
[22] Saleem, M. A. and Semple, M., Peace Matrix for Afghanistan, PeaceRep, 11 November 2024, https://rc-services-assets.s3.eu-west-1.amazonaws.com/s3fs-public/Peace%20Matrix%20for%20Afghanistan%20Strengthening%20Afghans'%20pursuit%20of%20democracy,%20freedom%20and%20economic%20recovery.pdf, σελ. 18; Kerr Chiovenda, M., email, 29 November 2025
[23] CFR, The Taliban in Afghanistan, last updated 14 August 2025, διαθέσιμο σε: https://www.cfr.org/backgrounder/taliban-afghanistan (ημερομηνία πρόσβασης 24.4.2026)
[24] EUAA, COI Report – Afghanistan: Country Focus, Ιανουάριος 2026, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_01_Afghanistan_COI_Report_Country_Focus.pdf, σελ. 52 (ημερομηνία πρόσβασης 14.7.2026)
[25] EUAA, COI Report – Afghanistan: Country Focus, Ιανουάριος 2026, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_01_Afghanistan_COI_Report_Country_Focus.pdf, σελ. 53 (ημερομηνία πρόσβασης 14.7.2026)
[26] EUAA, COI Report – Afghanistan: Country Focus, Ιανουάριος 2026, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_01_Afghanistan_COI_Report_Country_Focus.pdf, σελ. 54 (ημερομηνία πρόσβασης 14.7.2026)
[27] Η πρωτοβάθμια απόφαση κάνει υπαγωγή στη Kabul, ωστόσο βάσει των δηλώσεων του Αιτητή και ενώπιον του Δικαστηρίου φαίνεται ότι η διαμονή του στη Kabul έχει περιστασιακό χαρακτήρα
[28] EUAA, COI Report – Afghanistan: Country Focus, Ιανουάριος 2026, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_01_Afghanistan_COI_Report_Country_Focus.pdf, σελ. 69 (ημερομηνία πρόσβασης 14.7.2026)
[29] UN General Assembly and UN Security Council, The situation in Afghanistan and its implications for international peace and security, Φεβρουάριος 2026, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/file/local/2137852/n2603053.pdf, παρα. 19 (ημερομηνία πρόσβασης 14.7.2026)
[30] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία πρόσβασης 14.7.2026)
[31] EUAA, Country Guidance: Afghanistan, Ιούνιος 2026, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-06/2026_Country_Guidance_Afghanistan.pdf, σελ. 87, 91 (ημερομηνία πρόβασης 17.08.2026)
[32] EUAA, COI Report: Afghanistan – Country Focus, Ιανουάριος 2026, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_01_Afghanistan_COI_Report_Country_Focus.pdf, σελ. 86 (ημερομηνία πρόσβασης 14.7.2026)
[33] EUAA, COI Report: Afghanistan – Country Focus, Ιανουάριος 2026, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_01_Afghanistan_COI_Report_Country_Focus.pdf, σελ. 87-88 (ημερομηνία πρόσβασης 14.7.2026)
[34] EUAA, COI Report – Afghanistan: Country Focus, Ιανουάριος 2026, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_01_Afghanistan_COI_Report_Country_Focus.pdf, σελ. 90 (ημερομηνία πρόσβασης 14.7.2026)
[35] EUAA, COI Report – Afghanistan: Country Focus, Ιανουάριος 2026, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_01_Afghanistan_COI_Report_Country_Focus.pdf, σελ. 91 (ημερομηνία πρόσβασης 14.7.2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο