K.E.E. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 2589/2023 και 2590/2023, 6/8/2026
print
Τίτλος:
K.E.E. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 2589/2023 και 2590/2023, 6/8/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις

Αρ. 2589/2023 και 2590/2023

 

6 Αυγούστου, 2026

                              [Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]                             

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

( Υπ. Αρ. 2589/2023)

Μεταξύ

 K.E.E.

Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

----------------------------------------------

(Υπ. Αρ. 2590/2023)

1. C.C.E.

2. B.C.E. (ανήλικο τέκνο)

3. M.C.E. (ανήλικο τέκνο)

4. P.N.E. (ανήλικο τέκνο)

Αιτητές

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ’ ων η Αίτηση

 

 

Οι Αιτητές παρίστανται αυτοπροσώπως

Β. Θωμά για Χ. Δημητρίου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η Αίτηση

[Οι Αιτητές είναι παρόντες]

[Παρούσα η κα Ζωή Αγαπίου, για πιστή μετάφραση από Ελληνικά σε Γαλλικά και αντίστροφα]

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π:  Με την παρούσα προσφυγή οι Αιτητές προσβάλλουν τις αποφάσεις των Καθ’ ων η Αίτηση, ημερομηνίας 17/07/2023, οι οποίες τους κοινοποιήθηκαν στις 01/08/2023 και με τις οποίες απορρίφθηκε το αίτημά τους για διεθνή προστασία.

 

Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ως έχουν τεθεί στην Ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση και υποστηρίζονται από τον διοικητικό φάκελο (στο εξής αναφερόμενος ως «δ.φ.») ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α κατά τις διευκρινίσεις, έχουν ως ακολούθως:

 

Ο Αιτητής 1 (εφεξής «ο Αιτητής») είναι υπήκοος Νιγηρίας και εισήλθε παράτυπα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Στις 04/02/2022 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Η Αιτήτρια 2 (εφεξής «η Αιτήτρια») είναι υπήκοος Νιγηρίας και εισήλθε παράτυπα στην Κυπριακή Δημοκρατία μαζί με τα δύο ανήλικα τέκνα της, τους Αιτητές 3 και 4, ενώ στις 16/03/2022 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 22/11/2022 η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας εκ μέρους της ανήλικης κόρης της, Αιτήτριας 5. Στις 22/06/2023 πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη του Αιτητή και στις 10/07/2023 της Αιτήτριας από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής «ο λειτουργός»), προς εξέταση του αιτήματός τους για διεθνή προστασία.

 

Μετά τη συνέντευξη, ο λειτουργός ετοίμασε τις αντίστοιχες Εκθέσεις-Εισηγήσεις προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 17/07/2023 εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου,  ενέκρινε τις ανωτέρω εισηγήσεις και απέρριψε τις αιτήσεις των Αιτητών για διεθνή προστασία. Στις 01/08/2023 ετοιμάστηκαν απορριπτικές επιστολές συνοδευόμενες με την αιτιολόγηση αυτών, οι οποίες επιδόθηκαν στους Αιτητές δια χειρός αυθημερόν, κατόπιν μετάφρασης του περιεχομένου της στη μητρική τους γλώσσα από διερμηνέα.

 

Στις 07/08/2023 καταχωρήθηκαν οι υπό κρίση προσφυγές στο Δικαστήριο.

 

Ενόψει της καταχώρισης προσφυγών εκ μέρους αμφότερων των Αιτητών, το παρόν Δικαστήριο επιλήφθηκε αυτών κατόπιν αιτήματος συνεκδίκασης ημερομηνίας 02/02/2024, το οποίο υποβλήθηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση και έγινε αποδεκτό, δεδομένης της άμεσης συνάφειας των λόγων για τους οποίους οι Αιτητές εγκατέλειψαν τη χώρα καταγωγής τους και του οικογενειακού τους δεσμού. Ακολούθως, εκδόθηκε σχετικό διάταγμα συνεκδίκασης ημερομηνίας 19/03/2024.

 

Ο Αιτητής, κατά την καταχώριση της προσφυγής του, ανέφερε ότι σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα του, κινδυνεύει να τον σκοτώσουν οι χωριανοί του, διότι διαφωνεί με το να γίνει αρχιερέας του χωριού.

 

Με τη γραπτή του αγόρευση, ο Αιτητής αναφέρει ότι οι συγχωριανοί του και ο μικρότερος αδελφός του θέλουν να τον σκοτώσουν κατόπιν του θανάτου του πατέρα του, ο οποίος ήταν ο αρχιερέας του χωριού, και ότι, σύμφωνα με τις παραδόσεις τους, κάθε πρωτότοκος υιός πρέπει να αναλάβει τη θέση του πατέρα όταν εκείνος αποβιώσει. Πρόσθεσε ότι, ενόσω ο πρωτότοκος υιός είναι ζωντανός, κανείς δεν επιτρέπεται να αναλάβει τη θέση και, για τον λόγο αυτό, ο μικρότερος αδελφός του επιθυμεί τον θάνατο του με οποιοδήποτε τρόπο.

 

Η Αιτήτρια, κατά την καταχώριση της προσφυγής της, ανέφερε ότι ο σύζυγός της δραπέτευσε, καθότι η οικογένειά του και οι χωρικοί ήθελαν να γίνει αρχιερέας, κάτι το οποίο ο σύζυγός της αρνήθηκε να αποδεχθεί. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο αδελφός του συζύγου της και λοιποί χωρικοί απειλούν την ίδια και τα ανήλικα τέκνα της, και ότι η ζωή των τέκνων της θα κινδυνεύσει σε περίπτωση επιστροφής.

 

Με τη γραπτή της αγόρευση, η Αιτήτρια ανέφερε ότι μέλη του χωριού και ο νεότερος αδελφός του συζύγου της θέλουν να σκοτώσουν την ίδια και τα παιδιά της, προκειμένου να τους υποδείξει που βρίσκεται ο σύζυγός της, επειδή εκείνος αρνήθηκε να γίνει αρχιερέας του χωριού. Πρόσθεσε ότι διέφυγε από το σπίτι του πατέρα της και κατέφυγε σε εκκλησία, όπου της είπαν ότι η μόνη λύση είναι να ταξιδέψει για να αναζητήσει διεθνή προστασία. Ανέφερε επίσης ότι, λόγω του προβλήματος αυτού, ο πατέρας της απεβίωσε και ότι η μητέρα της εξακολούθησε να δέχεται πίεση από τα εν λόγω άτομα, τα οποία την ξυλοκόπησαν με αποτέλεσμα να αποβιώσει. Ακολούθως, ανέφερε ότι δεν μπορούν να επιστρέψουν, επειδή δεν έχουν μέρος να μείνουν και δεν έχουν κανέναν να τους προστατεύσει. Ανέφερε επίσης ότι η άμεση οικογένειά της την κυνηγά και θέλει να τη σκοτώσει λόγω των προβλημάτων που τους δημιούργησε.

 

Κατά την ακροαματική διαδικασία στις 19/12/2024, ο Αιτητής ανέφερε ότι δραπέτευσε, καθώς τον χτύπησαν, κάτι το οποίο υποστήριξε ότι είχε πει κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης και ότι επέδειξε στον λειτουργό τα τραύματα που φέρει. Όταν του επισημάνθηκε ότι κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από το πρακτικό της συνέντευξης το οποίο ο ίδιος υπέγραψε, υποστήριξε ότι, ναι μεν υπέγραψε το πρακτικό, αλλά δεν έβλεπε τι αναγραφόταν σε κάθε σελίδα που υπέγραφε. Πρόσθεσε ότι κατήγγειλε το περιστατικό στο οποίο αναφέρθηκε σε Δικαστήριο της χώρας καταγωγής του και του είπαν να μεταβεί στην αστυνομία, όπως και έπραξε, όπου του ανέφεραν να προσκομίσει κάποιο έγγραφο. Ακολούθως, ανέφερε ότι τα ίδια άτομα μετέβησαν στο σπίτι των πεθερικών του, απήγαγαν τη μητέρα της συζύγου του και τη σκότωσαν.

 

Ερωτηθείς από το Δικαστήριο για τα εν λόγω πρόσωπα, ανέφερε ότι απλώς υπέθεσε πως, μετά από αυτό που έκαναν στη μητέρα της συζύγου του, θα δεχόταν ο ίδιος να πράξει αυτό που του ζήτησαν. Πρόσθεσε ότι ο μικρότερος αδελφός του απεβίωσε επίσης, καθώς ήταν εκείνος που τον υπερασπιζόταν. Αναφορικά με τη πιθανή προστασία που θα μπορούσε να λάβει από τις αρχές της χώρας του, ανέφερε ότι δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι. Επί αυτών, οι Καθ’ ων αντέτειναν ότι πρόκειται για νέα δεδομένα και ότι, κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ο Αιτητής αναφέρθηκε μόνο σε λεκτικές απειλές, ενώ τόνισε ότι δεν του είχε συμβεί οτιδήποτε άλλο. 

 

Το Δικαστήριο διέταξε το επανάνοιγμα της υπόθεσης μετά την επιφύλαξη της τελικής του απόφασης στις 16/05/2025 ώστε να κατατεθεί γραπτή αγόρευση των Καθ’ων η Αίτηση επί του συνόλου των ισχυρισμών των δύο Αιτητών, εφόσον είχε διαταχθεί συνεκδίκαση τους.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ’ ων η Αίτηση υποστήριξε, διά της ενιαίας γραπτής της αγόρευσης, την οποία κατέθεσε κατόπιν απόσυρσης της γραπτής αγόρευσης που είχε προηγουμένως κατατεθεί για την προσφυγή του Αιτητή, ότι οι Αιτητές δεν κατάφεραν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που τους αναλογεί και ότι δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω οποιοσδήποτε λόγος ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Προσθέτει η συνήγορος των Καθ’ ων, ότι οι Αιτητές, εν προκειμένω, δεν κατάφεραν να αποδείξουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης, παρόλο που τους δόθηκε η ευκαιρία να υποστηρίξουν το αίτημα τους, ενώ δεν έχει στοιχειοθετηθεί οποιοσδήποτε λόγος χορήγησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

 

Λαμβάνοντας υπόψιν ότι σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας και όχι μόνο ως ακυρωτικό Δικαστήριο, προχωρώ στην εξέταση της επίδικης απόφασης σε συνάρτηση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης.

 

Περί τούτου, κρίνω σκόπιμη την παράθεση αρχικά των ισχυρισμών των Αιτητών, ως αυτοί προβλήθηκαν καθ’ όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός τους και των πραγματικών γεγονότων ως αυτά προκύπτουν από το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων.

 

Κατά το στάδιο υποβολής της αίτησης διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής δήλωσε ότι μέλη του χωριού και ο νεότερος αδελφός του επιθυμούν να τον σκοτώσουν, καθότι ο πατέρας του ήταν ο αρχιερέας του χωριού και, μετά τον θάνατό του, ήθελαν ο Αιτητής να πάρει τη θέση του ως πρωτότοκος υιός. Ωστόσο, ο ίδιος το απέρριψε, επειδή είναι Χριστιανός και αυτό αντιβαίνει στην πίστη του, και δεδομένου ότι ο αδελφός του ήθελε να πάρει τη θέση, θα έπρεπε να τον σκοτώσει, κάτι το οποίο και προσπάθησε να πράξει.

Αντιστοίχως, κατά το στάδιο υποβολής της αίτησης διεθνούς προστασίας, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα της λόγω του νεαρότερου αδελφού του συζύγου της, καθότι ήθελαν ο σύζυγός της να γίνει ο αρχηγός του χωριού, αλλά εκείνος αρνήθηκε, και συνέχισαν να την απειλούν μετά την αναχώρησή του.

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε στην περιοχή Aji, στην πολιτεία Enugu της Νιγηρίας, ότι φοίτησε σε σχολείο στην πόλη Enugu, στην πολιτεία Enugu, και ότι τα έξι τελευταία χρόνια πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα διαβιούσε στην πόλη Lagos, στην πολιτεία Lagos (βλ. ερυθρό 23 1x 2x 3x του δ.φ.). Δήλωσε ότι είναι Χριστιανός ως προς το θρήσκευμα του και Igbo ως προς την εθνοτική του καταγωγή (βλ. ερυθρό 25 1x του δ.φ.). Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι είναι έγγαμος και έχει τρία τέκνα (βλ. ερυθρό 22 του δ.φ.).

 

Σε σχετική ερώτηση αναφορικά με την ύπαρξη άλλων μελών της οικογένειάς του, δήλωσε ότι ο πατέρας του απεβίωσε τον Αύγουστο του 2021, ότι η μητέρα του και τα επτά αδέλφια του διαβιούν σε διαφορετικές πολιτείες της Νιγηρίας, ενώ ένας εκ των αδελφών του απεβίωσε (βλ. ερυθρό 22 1x 21 του δ.φ.). Αναφορικά με το μορφωτικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Institute of Management and Technology στην πόλη Enugu, όπου σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανικός (βλ. ερυθρό 20 1x 2x του δ.φ.). Ως προς την εργασιακή του εμπειρία, ανέφερε ότι έχει εργαστεί ως ηλεκτρολόγος μηχανικός, ενώ στο Lagos είχε τη δική του επιχείρηση (βλ. ερυθρό 19 1x 2x 3x 4x του δ.φ.). 

 

Αντιστοίχως, κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της για διεθνή προστασία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι γεννήθηκε στην περιοχή Aji, στην πολιτεία Enugu της Νιγηρίας, ότι διέμεινε εκεί έως το 2019, οπότε μετέβη με τον σύζυγό της στο Lagos, και ότι από τον Δεκέμβριο του 2021 έως την αναχώρησή της από τη χώρα διαβιούσε στην περιοχή Aji (βλ. ερυθρό 56 1x 55 του δ.φ.). Δήλωσε ότι είναι Χριστιανή ως προς το θρήσκευμα της και Igbo ως προς την εθνοτική της καταγωγή (βλ. ερυθρό 58 3x του δ.φ.). Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση, δήλωσε ότι είναι έγγαμη και έχει τρία τέκνα (βλ. ερυθρό 55 2x του δ.φ.).

 

Σε σχετική ερώτηση αναφορικά με την ύπαρξη άλλων μελών της οικογένειάς της, δήλωσε ότι ο πατέρας της απεβίωσε, η μητέρα της είναι εν ζωή, ενώ έχει δύο αδελφές που διαβιούν στην περιοχή Aji και τρεις αδελφούς, ένας εκ των οποίων διαβιεί στο Enugu, ένας στο Lagos και ένας στο Benin (βλ. ερυθρό 55 1x 54 του δ.φ.). Αναφορικά με το μορφωτικό της υπόβαθρο, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε την δευτεροβάθμια εκπαίδευση (βλ. ερυθρό 54 1x του δ.φ.). Ως προς την εργασιακή της εμπειρία, ανέφερε ότι έχει εργαστεί στον τομέα της ραπτικής και στην επιχείρηση του συζύγου της (βλ. ερυθρό 53 1x 3x 5x του δ.φ.). 

 

Ερωτηθείς σχετικά με τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα του, ο Αιτητής ανέφερε, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του, ότι αναχώρησε λόγω απειλών κατά της ζωής του, καθότι, μετά τον θάνατο του πατέρα του, μέλη του χωριού και ο νεότερος αδελφός του ήθελαν να τον σκοτώσουν επειδή αρνήθηκε να γίνει ο αρχιερέας προς αντικατάσταση του αποθανόντος πατέρα του, παρόλο που ήταν ο πρωτότοκος υιός, καθώς αυτό ήταν αντίθετο προς τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις.

Πρόσθεσε ότι έκαψαν το σπίτι του στο Aji, ενώ ανέφερε ότι, πριν από τον θάνατο του πατέρα του, τον είχε προειδοποιήσει ότι το έργο ως αρχιερέας του θα τον καταστρέψει μία μέρα, κάτι που εν τέλει συνέβη (βλ. ερυθρό 18 1x 2x 3x 5x του δ.φ.).

 

Κατά το στάδιο της διερεύνησης των ισχυρισμών του Αιτητή, του τέθηκαν ερωτήματα σχετικά με το σύστημα διαδοχής στη θέση του αρχιερέα της περιοχής του. Ερωτηθείς αναφορικά με το πως λειτουργεί η εν λόγω διαδοχή, απάντησε ότι η θέση του αρχιερέα αναπληρώνεται από τον πρωτότοκο υιό και ότι κανείς άλλος δεν μπορεί να αναλάβει την εν λόγω θέση, εκτός εάν ο ίδιος πεθάνει, οπότε και είναι δυνατή άλλη διαδοχή (βλ. ερυθρό 18 4x 6x του δ.φ.). Ερωτηθείς ποιος θα αναλάμβανε σε περίπτωση θανάτου του, απάντησε ότι δεν γνωρίζει, ίσως ο αδελφός του (βλ. ερυθρό 17 του δ.φ.). Όταν ερωτήθηκε ποιος κατέχει τη θέση εν προκειμένω, απάντησε ότι δεν την κατέχει κανείς, ενώ όταν ερωτήθηκε πως το γνωρίζει, απάντησε ότι το γνωρίζει, καθώς έτσι λειτουργεί (βλ. ερυθρό 17 1x 2x του δ.φ.).

 

Ερωτηθείς ως προς τη συγκεκριμένη παράδοση, απάντησε ότι ονομάζεται Ezemo, ενώ όταν του ζητήθηκε να δώσει περισσότερες πληροφορίες, απάντησε ότι Ezemo ονομάζεται ο πιο σημαντικός άνδρας του χωριού και είναι ο αρχιερέας (βλ. ερυθρό 17 του δ.φ.). Ερωτηθείς εάν έχει περαιτέρω πληροφορίες για την εν λόγω παράδοση, απάντησε ότι, για παράδειγμα, εάν μία γυναίκα απατά τον άνδρα της, ο Ezemo θα αποφασίσει για τις αμαρτίες της (βλ. ερυθρό 17 του δ.φ.).  Ερωτηθείς αναφορικά με τον τρόπο που του ζητήθηκε να διαδεχθεί τον πατέρα του, απάντησε ότι, περί τα τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου, τον κάλεσαν να πάει στο χωριό, χωρίς να γνωρίζει τον λόγο, πιστεύοντας ότι επρόκειτο για κάτι σχετικό με την ταφή του πατέρα του (βλ. ερυθρό 15 1x 2x 3x 4x 5x του δ.φ.). Ερωτηθείς τι συνέβη όταν πήγε, απάντησε ότι του είπαν για τη διαδοχή του πατέρα του (βλ. ερυθρό 15 7x του δ.φ.). Ερωτηθείς τι έκανε μετέπειτα, απάντησε ότι έφυγε και αποστασιοποιήθηκε από όλους (βλ. ερυθρό 15 8x του δ.φ.). Ερωτηθείς τι συνέβη μετέπειτα, ανέφερε ότι προσπάθησαν να τον μεταπείσουν αναφέροντας του τα υπέρ και τα κατά (βλ. ερυθρό 15 9x του δ.φ.).

 

Σε επιπρόσθετες ερωτήσεις αναφορικά με το τι συνέβη κατόπιν της άρνησής του να διαδεχθεί τον πατέρα του ως αρχιερέας, ανέφερε ότι όλοι ήταν εναντίον του (βλ. ερυθρό 17 του δ.φ.). Όταν του ζητήθηκε να παρέχει περισσότερες πληροφορίες, ανέφερε ότι ζούσε στη γη των προγόνων τους και έπρεπε να κάνει ό,τι του έλεγαν, ότι έπρεπε να επιστρέψει από το Lagos για να αναλάβει, και ότι κατέστρεψαν ό,τι είχε, καίγοντας το σπίτι του (βλ. ερυθρό 17 του δ.φ.). Ερωτηθείς ποιος πήγε στο σπίτι του, απάντησε ότι ήταν μέλη του χωριού και ο αδελφός του (βλ. ερυθρό 17 του δ.φ.). Όταν ερωτήθηκε πού βρισκόταν ο ίδιος κατά το εν λόγω συμβάν, απάντησε ότι είχε ήδη φύγει, ενώ όταν ερωτήθηκε πώς γνώριζε ότι θα έρχονταν, απάντησε ότι όλοι στο χωριό το γνώριζαν και η πληροφορία έφτασε και σε εκείνον (βλ. ερυθρό 16 1x 2x 3x του δ.φ.).

 

 Όταν ερωτήθηκε εκ νέου που βρισκόταν όταν μετέβησαν στο σπίτι του, ανέφερε ότι, μετά την ταφή του πατέρα του, έφυγε αμέσως από το χωριό και αποσυνδέθηκε από όλους, ώστε να μην τον βρουν, ενώ όταν ερωτήθηκε πού πήγε, απάντησε ότι κρυβόταν σε διαφορετικά μέρη (βλ. ερυθρό 16 5x του δ.φ.). Ερωτηθείς εάν του συνέβη κάτι προσωπικά έως την αναχώρησή του από τη χώρα, απάντησε ότι ήταν τραγωδία (βλ. ερυθρό 16 10x του δ.φ.). Όταν του ζητήθηκε να είναι πιο συγκεκριμένος στις δηλώσεις του, απάντησε ότι του είπαν ότι είτε θα πεθάνει είτε θα αποδεχθεί τη θέση (βλ. ερυθρό 16 του δ.φ.).

 

Ερωτηθείς αναφορικά με μεταγενέστερα περιστατικά έως και την αναχώρησή του από τη χώρα, απάντησε ότι υπήρξαν πολλοί ξυλοδαρμοί (βλ. ερυθρό 14 του δ.φ.).  Όταν ερωτήθηκε πως έληξε συγκεκριμένο περιστατικό στο οποίο αναφέρθηκε, απάντησε ότι έτρεξε και εξαφανίστηκε, ενώ κανείς δεν ήξερε που βρίσκεται (βλ. ερυθρό 14 3x του δ.φ.).  Όταν ερωτήθηκε εάν εξακολουθούν να τον αναζητούν, απάντησε καταφατικά, ενώ όταν ερωτήθηκε πως το γνωρίζει, απάντησε ότι είναι επιχειρηματίας και πολλοί άνθρωποι τον γνωρίζουν (βλ. ερυθρό 14 του δ.φ.).

 

Ως προς τις δηλώσεις της Αιτήτριας ερωτηθείσα σχετικά με τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα της, η Αιτήτρια ανέφερε, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής της, ότι μέλη του χωριού και ο νεότερος αδελφός του συζύγου κυνηγούν τόσο την ίδια όσο και τα ανήλικα τέκνα της, καθότι θέλουν να τους υποδείξει πού βρίσκεται ο σύζυγός της. Πρόσθεσε ότι ο σύζυγός της είχε δραπετεύσει, καθώς ήθελαν να τον κάνουν αρχιερέα του χωριού και εκείνος αρνήθηκε. Ανέφερε περαιτέρω ότι, αφού ο σύζυγός της έφυγε, η ίδια και τα παιδιά της μετέβησαν στο σπίτι του πατέρα της, όπου την αναζήτησαν προκειμένου να τους πει πού βρίσκεται ο σύζυγός της. Ακολούθως, πρόσθεσε ότι πήγε σε μία εκκλησία και από εκεί της είπαν ότι θα πρέπει να φύγει και αναζητήσει διεθνή προστασία.

 

Κατά το στάδιο της διερεύνησης των ισχυρισμών της Αιτήτριας, της τέθηκαν ερωτήματα αναφορικά με τις προσωπικές της εμπειρίες που απορρέουν από την άρνηση του συζύγου της να γίνει αρχιερέας. Αναφορικά με τις απειλές που η ίδια βίωσε, ανέφερε ότι, όταν πήγε στον πατέρα της στη περιοχή Aji, άρχισαν να την κυνηγούν, καθώς ήθελαν να μάθουν που βρίσκεται ο σύζυγός της, και της είπαν ότι θα τη σκοτώσουν ώστε να εξαναγκάσουν τον σύζυγό της να επιστρέψει, και ως εκ τούτου αναζήτησε καταφύγιο στην εκκλησία (βλ. ερυθρό 51 του δ.φ.). Ερωτηθείσα ως προς το πότε δέχθηκε τις εν λόγω απειλές, απάντησε ότι ήταν τον Δεκέμβριο του 2021 (βλ. ερυθρό 51 1x του δ.φ.). Ερωτηθείσα από ποιον προέρχονταν οι απειλές, απάντησε ότι ήταν από μέλη του χωριού και τον νεότερο αδελφό, ενώ όταν της ζητήθηκε να είναι πιο συγκεκριμένη ως προς τα εν λόγω πρόσωπα, απάντησε ότι ήταν άτομα της κοινότητας (βλ. ερυθρό 50 του δ.φ.).

 

Όταν της ζητήθηκε να περιγράψει το περιστατικό των απειλών που δέχθηκε, ανέφερε ότι υπάρχει σειρά διαδοχής για τη θέση του αρχιερέα και ότι τα αγόρια μαλώνουν εάν κάποιος δεν θέλει να την αναλάβει. Πρόσθεσε ότι της είπαν πως, εάν δεν τους πει που βρίσκεται ο σύζυγός της, θα σκοτώσουν τόσο την ίδια όσο και τα παιδιά της, ώστε να τον εξαναγκάσουν να επιστρέψει (βλ. ερυθρό 50 του δ.φ.). Ανέφερε επίσης ότι αποφάσισε να μεταβεί από το Lagos στο Aji, όπου διέμενε ο πατέρας της, λόγω των οικονομικών δυσχερειών που αντιμετώπιζαν στο Lagos, προσθέτοντας ότι όσο έμενε στο Lagos ήταν ασφαλής (βλ. ερυθρό 51 4x  6x 7x του δ.φ.).

 

Ακολούθως, ανέφερε ότι, αφού έφυγε από το σπίτι του πατέρα της, κατέφυγε σε εκκλησία στην ίδια περιοχή, όπου διέμεινε από τον Δεκέμβριο έως τον Φεβρουάριο, οπότε και εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της (βλ. ερυθρό 50 1x 2x 8x του δ.φ.). Ερωτηθείσα ως προς τον ισχυρισμό της ότι εργαζόταν από τον Νοέμβριο του 2021 έως τον Ιανουάριο του 2022 στο Lagos, και όταν της ζητήθηκε να εξηγήσει την εν λόγω διαφοροποίηση στα λεγόμενά της, απάντησε ότι όλα συνέβησαν το 2021 και ότι όλα όσα συνέβησαν στον σύζυγό της έγιναν με αυτόν τον τρόπο (βλ. ερυθρό 48 3x του δ.φ.). Ερωτηθείσα πως κατάφερε να προστατέψει τον εαυτό της, δεδομένου ότι ανέφερε ότι δεν απευθύνθηκε στην αστυνομία, απάντησε ότι απλώς δεχόταν απειλές και πήγε στην εκκλησία, όπου της είπαν ότι η μόνη λύση είναι να ταξιδέψει (βλ. ερυθρό 48 2x του δ.φ.).

 

Οι εν λόγω ισχυρισμοί του Αιτητή αξιολογήθηκαν από τον λειτουργό, ο οποίος εντόπισε στην Έκθεση-Εισήγησή του δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προέκυψαν από τις δηλώσεις του Αιτητή. Συγκεκριμένα:

1. Νιγηριανός υπήκοος, περιοχή καταγωγής Aji, πολιτεία Enugu, και περιοχή διαμονής έως την αναχώρησή του η Lagos, πολιτεία Lagos.

2.  Ισχυριζόμενος φόβος δίωξης του Αιτητή υπό τη μορφή απειλών κατά της ζωής του από την κοινότητα και τον αδελφό του λόγω άρνησης να διαδεχτεί τη θέση του πατέρα του ως Αρχιερέας μετά το θάνατο του.

 

Ως προς τον πρώτο ισχυρισμό του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός τον αξιολόγησε ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και τον έκανε δεκτό, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ του Αιτητή, καθότι οι δηλώσεις του επιβεβαιώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και το κατατεθέν διαβατήριο.

 

Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, σχετικά με τον φόβο δίωξης από μέλη της κοινότητας και τον αδελφό του λόγω της άρνησής του να διαδεχθεί τον πατέρα του στη θέση του αρχιερέα, ο αρμόδιος λειτουργός απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό, καθότι έκρινε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή ήταν ασαφείς, αντιφατικές, παρουσιάζοντας έλλειψη ευλογοφάνειας και επαρκών πληροφοριών.

 

Αξιολογώντας την εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή ήταν ασαφείς και αόριστες ως προς τα άτομα που εμπλέκονται στη δίωξή του, καθότι αναφέρθηκε μόνο σε πληροφόρηση μέσω φιλικού προσώπου, ενώ αναμενόταν αυτή να προέρχεται από δικό του βίωμα και όχι από πληροφορίες τρίτου. Ακολούθως, ο λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή ήταν αντιφατικές σε επιμέρους ζητήματα, καθότι ανέφερε, αφενός, ότι αποστασιοποιήθηκε και, αφετέρου, ότι συνέβησαν μεταγενέστερα περιστατικά. Επιπλέον, θεωρήθηκε ότι οι δηλώσεις του ως προς τα περιστατικά που βίωσε παρουσιάζουν έλλειψη ευλογοφάνειας και αοριστίες, καθώς αναμενόταν να παρέχει ακριβείς πληροφορίες σχετικά με τα περιστατικά και τη δίωξη που υπέστη. Εν κατακλείδι, ο λειτουργός έκρινε ότι παρατηρήθηκε έλλειψη ευλογοφάνειας και συνέπειας ως προς τα μέτρα προστασίας που έλαβε ο Αιτητής, καθότι αφενός μετέβη στην περιοχή της ισχυριζόμενης δίωξής του, ενώ δήλωσε ότι γνώριζε τη διαδικασία διαδοχής, και αφετέρου αναχώρησε από τη χώρα δύο μήνες μετά την ισχυριζόμενη δίωξη.

 

Αξιολογώντας την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο για την υποστήριξη του αιτήματός του και ότι δεν δικαιολογείται περαιτέρω ανάλυση με βάση άλλες πηγές πληροφόρησης, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει δεκτός.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή, και βάσει του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού περί τόπου καταγωγής και διαμονής, ο αρμόδιος λειτουργός, παραθέτοντας διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στη πόλη Lagos, της πολιτείας Lagos, που θεωρήθηκε τόπος προηγούμενης διαμονής του Αιτητή, έκρινε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να γίνει δεκτό ότι ο Αιτητής ενδέχεται να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη λόγω της κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή καταγωγής του ή λόγω του προφίλ του, καθότι κρίθηκε ότι πρόκειται για υγιές, έγγαμο άτομο, με υψηλό μορφωτικό επίπεδο και εργασιακή εμπειρία.

 

Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση του νομοθετικού πλαισίου για το προσφυγικό καθεστώς, καθώς επίσης και αυτό της συμπληρωματικής προστασίας, σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του σε οιοδήποτε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Ως αναφέρεται στην Έκθεση-Εισήγηση, βάσει των ισχυρισμών του Αιτητή, δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης, και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, και ως εκ τούτου κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής του στο καθεστώς του πρόσφυγα.

 

Επιπροσθέτως, κρίθηκε ότι ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στη Νιγηρία δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 15(α) της Οδηγίας και 19(2)(α) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα υποστεί πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 15(β) της Οδηγίας, αντίστοιχο άρθρο 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου. Αναφορικά με το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στη πολιτεία Lagos, δεν παρατηρούνται συνθήκες ενόπλων συγκρούσεων. Ως εκ τούτου, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής του στο καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας.

 

Αντιστοίχως, οι εν λόγω ισχυρισμοί της Αιτήτριας αξιολογήθηκαν από τον λειτουργό, ο οποίος εντόπισε στην Έκθεση-Εισήγησή του δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προέκυψαν από τις δηλώσεις της Αιτήτριας. Συγκεκριμένα:

1. Νιγηριανή υπήκοος, περιοχή καταγωγής Enugu Ezike, πολιτεία Enugu, και περιοχή διαμονής έως την αναχώρησή της η πόλη Lagos, της ομώνυμης πολιτείας.

2.  Ισχυριζόμενος φόβος δίωξης της Αιτήτριας υπό τη μορφή απειλών κατά της ζωής της από την κοινότητα και τον αδελφό του συζύγου της οι οποίοι ήθελαν να τους υποδείξει που βρίσκεται ο σύζυγος της.

 

Ως προς τον πρώτο ισχυρισμό της Αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός τον αξιολόγησε ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και τον έκανε δεκτό, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ της Αιτήτριας, καθότι οι δηλώσεις της επιβεβαιώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και το κατατεθέν διαβατήριο.

 

Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, σχετικά με τον φόβο δίωξης της Αιτήτριας από μέλη της κοινότητας και τον αδελφό του συζύγου της, προκειμένου να υποδείξει που βρίσκεται ο σύζυγός της, ο αρμόδιος λειτουργός απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό, καθότι έκρινε ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας ήταν ασαφείς και αόριστες, με έλλειψη ευλογοφάνειας και επαρκών πληροφοριών.

 

Αξιολογώντας την εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας ήταν ασυνεπείς και αντιφατικές ως προς τις ημερομηνίες της ισχυριζόμενης δίωξής της, ενώ παρατηρήθηκε έλλειψη ευλογοφάνειας στις δηλώσεις της ότι εξακολούθησε να διαμένει επί σειρά μηνών στον τόπο όπου ισχυρίζεται ότι απειλήθηκε, χωρίς να της συμβεί το οτιδήποτε. Ακολούθως, ο λειτουργός έκρινε ότι παρατηρείται έλλειψη ευλογοφάνειας και ασυνέπεια αναφορικά με το μεμονωμένο λεκτικό περιστατικό στο οποίο αναφέρθηκε η Αιτήτρια, ενώ έκρινε ότι οι δηλώσεις της για τις επιπτώσεις μη αποδοχής από τον σύζυγό της της θέσης του αρχιερέα περιείχαν γενικές ασάφειες και αοριστίες. Επιπλέον, δεδομένου ότι η Αιτήτρια εξακολούθησε να διαμένει στη χώρα κατόπιν της αναχώρησης του συζύγου της, ο λειτουργός έκρινε ότι οι ισχυρισμοί περί φόβου κατά της ζωής της δεν θεωρούνται ευλογοφανείς, καθότι συνέχισε να ήταν ασφαλής στη συγκεκριμένη περιοχή από τον Νοέμβριο του 2021 έως και τον Φεβρουάριο του 2022.

 

Εν κατακλείδι, ο λειτουργός έκρινε ότι παρατηρήθηκε έλλειψη ευλογοφάνειας και συνέπειας ως προς τα μέτρα προστασίας που έλαβε η Αιτήτρια, καθότι αφενός δεν αποτάθηκε στις αρχές της χώρας της και αφετέρου πήγε απλά στη τοπική εκκλησία όπου και ο πάστορας την συμβούλεψε να ταξιδέψει.

 

Αξιολογώντας την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο για την υποστήριξη του αιτήματός της και ότι δεν δικαιολογείται περαιτέρω ανάλυση με βάση άλλες πηγές πληροφόρησης, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει δεκτός.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας, και βάσει του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού περί τόπου καταγωγής και διαμονής, ο αρμόδιος λειτουργός, παραθέτοντας διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στη πόλη Lagos, της πολιτείας Lagos, η οποία κρίθηκε ως τόπος προηγούμενης διαμονής της Αιτήτριας, συμπέρανε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να γίνει δεκτό ότι η Αιτήτρια ενδέχεται να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη λόγω της κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή καταγωγής του ή λόγω του προφίλ της, καθότι κρίθηκε ότι πρόκειται για υγιές, έγγαμο άτομο, που έχει ολοκληρώσει την δευτεροβάθμια εκπαίδευση και κατέχει εργασιακή εμπειρία στη χώρα καταγωγής της.

 

Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση του νομοθετικού πλαισίου για το προσφυγικό καθεστώς, καθώς επίσης και αυτό της συμπληρωματικής προστασίας, σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της σε οιοδήποτε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Ως αναφέρεται στην Έκθεση-Εισήγηση, βάσει των ισχυρισμών της Αιτήτριας, δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης, και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, και ως εκ τούτου κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής της στο καθεστώς του πρόσφυγα.

Επιπροσθέτως κρίθηκε ότι η Αιτήτρια κατά την επιστροφή της στη Νιγηρία δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 15(α) της Οδηγίας και 19(2)(α) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα υποστεί πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 15(β) της Οδηγίας, αντίστοιχο άρθρο 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου. Αναφορικά με το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η στη πολιτεία Lagos, όπου αναμένεται ότι θα επιστρέψει η Αιτήτρια, δεν παρατηρούνται συνθήκες ενόπλων συγκρούσεων. Ως εκ τούτου, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι η Αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής του στο καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας.

 

Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης, κρίνω ότι ορθά και εμπεριστατωμένα οι Καθ’ ων η Αίτηση αξιολόγησαν το αίτημα των Αιτητών και κατέληξαν τόσο στα ευρήματα περί αναξιοπιστίας τους όσο και στη μη υπαγωγή τους σε προσφυγικό καθεστώς. Συμφωνώ με την αιτιολόγηση της Διοίκησης ότι οι δηλώσεις των Αιτητών στερούνταν επαρκών πληροφοριών, λεπτομερειών και συνοχής. Το εύρημα αναξιοπιστίας των Αιτητών δεν ανατράπηκε ούτε στην παρούσα διαδικασία, αφού ουδέποτε οι ίδιοι έδωσαν περισσότερες πειστικές λεπτομέρειες αλλά ούτε υπέδειξαν συγκεκριμένα σημεία των προσβαλλόμενων αποφάσεων που κατά τη γνώμη τους αξιολογήθηκαν λανθασμένα. Τονίζω δε ότι το βάρος απόδειξης του αιτήματος βαραίνει αρχικά τους ίδιους τους αιτητές (Άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου). 

 

Κατά συνέπεια, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι έγινε δέουσα έρευνα πριν τη λήψη της επίδικης απόφασης, η αιτιολόγηση της οποίας συμπληρώνεται από τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου ως ανωτέρω αναλύεται (βλ. άρθρο 29 του Ν. 158(Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ. 371 και Στέφανος Φράγκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270).  Είναι δε πάγια νομολογημένο ότι η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (βλ. Motorways Ltd v. Δημοκρατίας Α.Ε. 2371/25.6.99).  Η έρευνα που είχε προηγηθεί ήταν επαρκής και είχαν συλλεγεί και διερευνηθεί όλα τα ουσιώδη στοιχεία σε συνάρτηση πάντα με τους ισχυρισμούς που είχαν προβάλει οι Αιτητές, όπως αναλύεται ανωτέρω.

 

Με βάση την ανωτέρω ανάλυση, κρίνεται ότι τα όσα προέβαλαν οι Αιτητές δεν παρουσιάζουν οποιοδήποτε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής τους.  Οι Αιτητές δεν κατάφεραν να τεκμηριώσουν με αξιοπιστία και αληθοφάνεια τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς που θα τους ενέτασσαν στον ορισμό του πρόσφυγα. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου προκύπτει πως οι Αιτητές είχαν αρκετές ευκαιρίες κατά το στάδιο της συνέντευξής τους αλλά και κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας να αναπτύξουν με κάθε λεπτομέρεια τον πυρήνα του αιτήματός τους και να θεμελιώσουν τον ισχυριζόμενο κίνδυνο που αντιμετωπίζουν στη χώρα καταγωγής τους.

 

Στη βάση της ανωτέρω ανάλυσης, καταλήγω στο ότι δεν πληρούνται στο πρόσωπο των Αιτητών οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και το αντίστοιχο Άρθρο 1(Α) της Σύμβασης της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων, για την υπαγωγή τους σε προσφυγικό καθεστώς.

 

Κατά τα παραπάνω, δεν μπορεί να παραχωρηθεί στους Αιτητές ούτε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας επί τη βάσει των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, καθώς δεν έχει στοιχειοθετηθεί πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης υπό τις εκεί προβλεπόμενες μορφές.

 

Προκειμένου δε να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής τους, οι Αιτητές θα αντιμετωπίσουν σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής τους ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής τους, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί σε αυτήν και συγκεκριμένα στη Νιγηρία, και ειδικότερα στην πολιτεία Lagos. Οι δε πληροφορίες από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφέρουν τα κάτωθι:

 

Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής των Αιτητών, επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι, η Νιγηρία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μια σειρά ταυτόχρονων προκλήσεων ασφάλειας,[1] καθεμία από τις οποίες είναι πολυδιάστατη και συνιστά σοβαρή απειλή για τη σταθερότητα της χώρας. Οι προκλήσεις αυτές έχουν διατηρήσει τη χώρα σε κατάσταση κρίσης ασφάλειας κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες.[2]

 

Οι εντάσεις μεταξύ κτηνοτρόφων και αγροτών σχετικά με τα μέσα βιοπορισμού[3] παρέμειναν ζήτημα σε ολόκληρη τη ζώνη North-Central[4] και σε άλλα μέρη της χώρας.[5] Ορισμένες πηγές απέδωσαν τις προκλήσεις αυτές ασφάλειας σε εθνοθρησκευτικές εντάσεις[6] και, κατά περίπτωση, και σε εγκληματική δραστηριότητα.[7] Επιπλέον, κατά την περίοδο αναφοράς συνεχίστηκαν οι αποσχιστικές δραστηριότητες της Biafra στη South-East, η εγκληματικότητα στο Niger Delta,[8] η δράση βίαιων συμμοριών με επίκεντρο τη South-South και τη South-West,[9] καθώς και η προεκλογική βία στην πολιτεία Edo.[10] Τα πολλαπλά αυτά ζητήματα ασφάλειας έχουν αφήσει τις στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις της χώρας υπερφορτωμένες.[11]

 

Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή συνήθους διαμονής των Αιτητών, ήτοι στην πόλη Lagos της ομώνυμης πολιτείας, εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι τον Μάιο του 2025, η Punch χαρακτήρισε την πολιτεία Lagos ως «εστία» για τις αιρέσεις και την εγκληματικότητα, συμπεριλαμβανομένων ένοπλων ληστειών, εγκλημάτων που σχετίζονται με ναρκωτικά, κλοπών οχημάτων και απαγωγών.[12] Σύμφωνα με κυβερνητικά δεδομένα, οι Ikeja, Lagos Island και Lekki ήταν οι «τρεις περιοχές με την υψηλότερη εγκληματικότητα» στην πολιτεία κατά την περίοδο Ιανουαρίου 2024 - Μαΐου 2025.[13] Παρομοίως, ήδη από την αρχή της περιόδου αναφοράς, η Vanguard παρέθεσε τον πολιτειακό επίτροπο αστυνομίας, ο οποίος περιέγραψε την πίστη σε αιρέσεις, τις ληστείες σε συνθήκες κυκλοφοριακής συμφόρησης και τις απαγωγές ως τα «κυρίαρχα εγκλήματα» στην πολιτεία Lagos.[14] Η The Nation επισήμανε αύξηση εγκληματικών δραστηριοτήτων όπως απαγωγές, ληστείες, βίαιες συγκρούσεις και δολοφονίες, ιδίως στις περιοχές Lagos Island, Lekki και Okota.[15]

 

Όπως αναφέρεται σε πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για το Άσυλο, αναφορικά με την πολιτεία Lagos, κατά την περίοδο 1 Ιανουαρίου 2024 - 31 Αυγούστου 2025, το ACLED κατέγραψε 185 περιστατικά ασφάλειας στην πολιτεία Lagos, τα οποία οδήγησαν σε 150 θανάτους. Από αυτά τα περιστατικά, 98 καταγράφηκαν ως μάχες (η πλειονότητά τους με εμπλοκή λατρευτικών ομάδων ή συμμοριών), 40 ως ταραχές και 47 ως περιστατικά βίας κατά αμάχων. Περιστατικά ασφάλειας καταγράφηκαν από το ACLED και στις 20 LGAs της πολιτείας. Ο μεγαλύτερος αριθμός καταγράφηκε στην Alimosho LGA (33 περιστατικά), ακολουθούμενη από την Ojo (29), την Ikorodu (18) και τις Ikeja και Eti-Osa LGAs (από 10 περιστατικά η καθεμία). Μη ταυτοποιημένες ένοπλες ομάδες και πολιτοφυλακές λατρευτικών οργανώσεων ή συμμοριών, καθώς και αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις ενεπλάκησαν στην πλειονότητα των περιστατικών που κατηγοριοποιήθηκαν ως βία κατά αμάχων.

 

Η ίδια πηγή αναφέρει ότι δεν ανευρεθήκαν πληροφορίες για ζημιές σε υποδομές που σχετίζονται με συγκρούσεις ή για εκτοκισμό και μετακίνηση πληθυσμών.[16] Με βάση άλλες διαθέσιμες πηγές, αρκετά βίαια περιστατικά που αφορούσαν συγκρούσεις μεταξύ αντίπαλων λατρευτικών ομάδων και συμμοριών αναφέρθηκαν σε ολόκληρη την πολιτεία Lagos κατά την περίοδο αναφοράς, συμπεριλαμβανομένων δολοφονιών και τραυματισμών.[17]

 

Σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στη βάση δεδομένων του ACLED για την πληρότητα της έρευνας κατά το προηγούμενο έτος (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/02/2026) σημειώθηκαν 162 περιστατικά ασφαλείας στη πολιτεία Lagos, οδηγώντας σε 84 ανθρώπινες απώλειες.[18] Να σημειωθεί ότι ο πληθυσμός της πολιτείας Lagos το 2022 ανερχόταν σε 13,491,800 κατοίκους.[19]

 

Κατά συνέπεια, το Lagos που συνιστά τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής των Αιτητών, δεν φαίνεται να πλήττεται σε τέτοιο βαθμό από συγκρούσεις και περιστατικά βίας, τα οποία να ανάγονται σε τόσο υψηλό επίπεδο, ώστε να θεωρούνται ότι πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας, ως αυτό ερμηνεύθηκε από το ΔΕΕ.[20] Λαμβάνοντας υπόψιν και τις προσωπικές περιστάσεις των Αιτητών, ήτοι ότι πρόκειται για υγιείς ενήλικες, ικανούς προς εργασία και με επαρκές μορφωτικό επίπεδο, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτοί θα διατρέξουν κίνδυνο να υποστούν σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους.

 

Επομένως, στη βάση των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, κρίνω πως οι Αιτητές δεν κατάφεραν να αποδείξουν ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της επίδικης απόφασης και ότι στο πρόσωπό τους πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για να τους παραχωρηθεί συμπληρωματική προστασία, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €400 έξοδα εναντίον των Αιτητών και υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

                                                      Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.

 



[1] International Crisis Group, Restoring Nigeria’s Leadership for Regional Peace and Security, Δεκέμβριος 2024, σελ. 8, διαθέσιμο σε: https://www.crisisgroup.org/sites/default/files/2024-12/b203-nigeria-leadership.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/02/2026)

[2] Aboh, A., Nigeria’s security problems deepen as Anglophone insurgency in Cameroon spills across border, The Conversation, Φεβρουάριος 2024, διαθέσιμο σε: https://theconversation.com/nigerias-security-problems-deepen-as-anglophone-insurgency-in-cameroon-spills-across-border-223078 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/02/2026)

[3] HRW, Nigeria: Prioritize Security Amid Rising Violence in Benue State, Ιούνιος 2025, διαθέσιμο σε: https://www.hrw.org/news/2025/06/18/nigeria-prioritize-security-amid-rising-violence-in-benue-state (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/02/2026)

[4] International Crisis Group, Restoring Nigeria’s Leadership for Regional Peace and Security, Δεκέμβριος 2024, σελ. 8, διαθέσιμο σε: https://www.crisisgroup.org/sites/default/files/2024-12/b203-nigeria-leadership.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/02/2026)

[5] Wiehler, C. and Malefakis, M., Time to Make ‘Peace’ with the Bandits, CSS, Απρίλιος 2024, σελ. 1, διαθέσιμο σε: https://css.ethz.ch/content/dam/ethz/special-interest/gess/cis/center-for-securities-studies/pdfs/PP12-1_2024-EN.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/02/2026)

[6] Conversation (The), Nigeria’s growing security crisis: 6 essential reads, Απρίλιος 2025, διαθέσιμο σε: https://theconversation.com/nigerias-growing-security-crisis-6-essential-reads-254639 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/02/2026)

[7] Conversation (The), Nigeria’s growing security crisis: 6 essential reads, Απρίλιος 2025, διαθέσιμο σε: https://theconversation.com/nigerias-growing-security-crisis-6-essential-reads-254639 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/02/2026)

[8] International Crisis Group, Restoring Nigeria’s Leadership for Regional Peace and Security, Δεκέμβριος 2024, σελ. 8, διαθέσιμο σε: https://www.crisisgroup.org/sites/default/files/2024-12/b203-nigeria-leadership.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/02/2026)

[9] SBM Intelligence, Gangster’s Paradise: Nigeria’s Restive Youth Gang Crisis, 2020-2025, Ιούλιος 2025, σελ. 4, διαθέσιμο σε: https://www.sbmintel.com/wp-content/uploads/2025/06/202507_Gangsters-Paradise.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/02/2026)

[10] PLAC, Nigeria Annual Human Rights Report 2024, Δεκέμβριος 2024, σελ. 41, διαθέσιμο σε: https://placng.org/i/wp-content/uploads/2024/12/Nigeria-Annual-Human-Rights-Report-2024.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/02/2026)

[11] SBM Intelligence, Gangster’s Paradise: Nigeria’s Restive Youth Gang Crisis, 2020-2025, Ιούλιος 2025, σελ. 8, διαθέσιμο σε: https://www.sbmintel.com/wp-content/uploads/2025/06/202507_Gangsters-Paradise.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/02/2026)

[12] Punch, Sanwo-Olu, crush the cultism menace, Μάιος 2025, διαθέσιμο σε: https://punchng.com/sanwo-olu-crush-the-cultism-menace/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/02/2026)

[13] Guardian (The) Nigeria, LASG says Ikeja, Lagos Island, Lekki top state’s crime locations, Μάιος 2025, διαθέσιμο σε: https://guardian.ng/news/lasg-says-ikeja-lagos-island-lekki-top-states-crime-locations/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/02/2026)

[14] Vanguard, Three cult leaders, four others nabbed in Lagos, Ιανουάριος 2024, διαθέσιμο σε: https://www.vanguardngr.com/2024/01/three-cult-leaders-four-others-nabbed-in-lagos/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/02/2026)

[15] Nation (The), Securing Lagos State, Φεβρουάριος 2024, διαθέσιμο σε: https://thenationonlineng.net/securing-lagos-state/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/02/2026)

[16] EUAA, Nigeria: Security Situation, Νοέμβριος 2025, σελ. 179-180, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-11/2025_11_EUAA_COI_Report_Nigeria_Security_Situation_1.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/02/2026)

[17] Guardian, Two dead as cultists clash in Lagos community, Σεπτέμβριος 2025, διαθέσιμο σε: https://guardian.ng/news/nigeria/metro/two-dead-as-cultists-clash-in-lagos-community/ ; TVC News, Police Arrest Five Suspects In Lagos Violent Cult Clash, Οκτώβριος 2025, διαθέσιμο σε: https://www.tvcnews.tv/police-arrest-five-suspects-in-lagos-violent-cult-clash/#google_vignette; Daily Post, One feared dead as rival cult groups clash in Lagos, Δεκέμβριος 2025, διαθέσιμο σε: https://dailypost.ng/2025/12/04/one-feared-dead-as-rival-cult-groups-clash-in-lagos/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/02/2026)

[18] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/02/2026)

[19] City Population, διαθέσιμο σε: https://www.citypopulation.de/en/nigeria/admin/NGA025__lagos/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/02/2026)

[20] Βλ.  C-285/12 Aboubacar Diakité ν. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides και στην C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafali v Staatssecretaris van Justitie


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο