W.N.M. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 2888/22, 31/8/2026
print
Τίτλος:
W.N.M. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 2888/22, 31/8/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

    Υπόθεση Αρ. 2888/22

 

31 Aυγούστου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

W.N.M.

 Αιτητή

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της

Υπηρεσίας Ασύλου

 

  Καθ’ ων η αίτηση

 …………………….

 

Ο αιτητής παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου

 

Μιχάλης Μαυρονικόλας για Λάνα Αμπού Αλ Ταχέρ, Δικηγόρος για τον αιτητή

 

Κατερίνα Μιχαηλίδου, Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η αίτηση

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Ο Αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 20/04/2022, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και τον διοικητικό φάκελο (στο εξής «δ.φ.») που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος Καμερούν και στις 06/12/2018 συμπλήρωσε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, παραλαμβάνοντας αυθημερόν βεβαίωση υποβολής αιτήματος διεθνούς προστασίας.

 

Στις 23/02/2022 πραγματοποιήθηκε προφορική συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA – πρώην EASO).  Ο αρμόδιος λειτουργός της EUAA, στις 12/04/2022 ετοίμασε Έκθεση - Εισήγηση σχετικά με τη συνέντευξη του Αιτητή. Στις 20/04/2022,ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή και αποφάσισε την επιστροφή του στο Καμερούν.  Την 01/05/2022, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφασης μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασής της σχετικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε από τον ίδιο στις 05/05/2022.  Στις 10/05/2022 ο Αιτητής καταχώρισε δια της συνηγόρου του την υπό εξέταση, προσφυγή αμφισβητώντας την προαναφερόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Ο συνήγορος του Αιτητή μέσω της αίτησης ακυρώσεως προωθεί αρκετούς νομικούς ισχυρισμούς προς ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς ωστόσο αυτοί να προωθούνται δια της γραπτής του αγόρευσης.  Ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή κατά το στάδιο των διευκρινίσεων ενώπιον του Δικαστηρίου, απέσυρε τους λοιπούς νομικούς ισχυρισμούς που προωθούσε μέσω της Γραπτής του Αγόρευσης και δήλωσε πως διατηρεί και προωθεί το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης διεξαγωγής δέουσας έρευνας κατά την λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Κατά συνέπεια οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει ότι λήφθηκε ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στο αρμόδιο όργανο και ότι είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.  Επιπλέον, εισηγείται ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών του που θεμελιώνουν το αίτημά του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, έτσι ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας.  Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημά του για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.  Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.

 

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου, κατά την υποβολή αιτήματος Διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του εξαιτίας του πολέμου σε συνδυασμό με το επάγγελμά του. Ειδικότερα, ο Αιτητής κατέγραψε ότι ήταν υδραυλικός και εργάστηκε στις κατοικίες πολλών στρατιωτικών και αστυνομικών, μερικοί εκ των οποίων τον επισκέπτονταν στην οικία του για να πιούνε καφέ ή τσάι. Αυτό ωστόσο εξαγρίωσε τους γείτονές του, γιατί οι αρχές του Καμερούν αποτελούν εχθρό για τους κατοίκους του Νοτίου Καμερούν. Έτσι ένα βράδυ επισκέφτηκαν την κατοικία του οι μαχητές Amba Boys, τον απήγαγαν, τον μετέφεραν στη βάση τους και τον έβαλαν να ορκιστεί ότι δεν θα έχει πλέον επαφές με μέλη των αρχών του Καμερούν, σε διαφορετική περίπτωση απείλησαν ότι θα τον σκοτώσουν.

 

Στη συνέχεια, μετά από τρεις ημέρες, ο Αιτητής αφέθηκε ελεύθερος, ωστόσο δύο ημέρες μετά την αποφυλάκισή του τον απήγαγαν μέλη των ενόπλων δυνάμεων του Καμερούν και τον μετέφεραν στην στρατιωτική τους βάση, όπου τον ξυλοκόπησαν και του ζήτησαν να τους αποκαλύψει πληροφορίες αναφορικά με τουςAmba boys”. Εκεί ένας φύλακας του υποσχέθηκε ότι θα τον βοηθήσει, έτσι την επόμενη ημέρα τον άφησε να φύγει, με τον Αιτητή να μην επιστρέφει στην κατοικία του αλλά στην κατοικία της θείας του σε ένα άλλο χωριό. Ο στρατός όμως επισκέφτηκε εκ νέου την κατοικία του, την οποία πυρπόλησε με αποτέλεσμα να καταστραφεί, συμπεριλαμβανομένων των υπαρχόντων του Αιτητή και του διαβατηρίου του. Στη συνέχεια, ο στρατός επισκέφτηκε την κατοικία της θείας του και επειδή ο Αιτητής δεν ήταν εκεί, πυροβόλησαν τη θεία του στο πόδι. Έπειτα μετέβησαν στην κατοικία του ξαδέρφου του, όπου δολοφόνησαν εκείνον και τα μέλη της οικογένειάς του. Όταν ο Αιτητής έμαθε τι έγινε, διέφυγε στην πόλη Douala όπου διέμενε ένας άλλος ξάδερφός του, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι έχει ένα φίλο στην Κύπρο και αφού ήρθε σε επικοινωνία με το συγκεκριμένο πρόσωπο, ενημέρωσε τον Αιτητή ότι θα μπορούσε να ταξιδέψει στη Κύπρο με πλαστό διαβατήριο (βλ. ερ. 8 και 9 δ.φ.)

 

Κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο αιτητής δήλωσε πως γεννήθηκε, μεγάλωσε και διέμεινε αποκλειστικά στο χωριό Muea του Αγγλόφωνου Καμερούν πλησίον της πόλης Buea, πλην της περιόδου που διέμεινε στην πόλη Kumba λόγω σπουδών. Δήλωσε πως τελευταίος τόπος διαμονής του ήταν η περιοχή Ekona, όπου μετέβη στις αρχές του 2018. (ερυθρό 38/2χ του διοικητικού φακέλου).  Σχετικά με την οικογενειακή του κατάσταση και την οικογένεια του,  ο Αιτητής δήλωσε άγαμος και άτεκνος, αποσαφηνίζοντας ότι οι γονείς του, οι 3 αδερφές του και ο αδερφός του εξακολουθούν να διαμένουν στο χωριό Muea (ερυθρό 39/4χ του διοικητικού φακέλου).

 

Ως προς το μορφωτικό του επίπεδο, ο Αιτητής δήλωσε ότι αρχικά φοίτησε στο σχολείο στην Muea και ακολούθως σπούδασε για τρία χρόνια σε τεχνική σχολή της πόλης Kumba (ερυθρό 39/3χ του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με την επαγγελματική του εμπειρία, ο Αιτητής δήλωσε ότι μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του και μέχρι να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, εργάστηκε ως αυτοεργοδοτούμενος υδραυλικός  (ερυθρό 38/1χ του διοικητικού φακέλου).  Αναφορικά με τις συνθήκες του ταξιδιού του, ο Αιτητής δήλωσε ότι στις 30/11/2018 ταξίδεψε με πλαστό διαβατήριο, το οποίο τον προμήθευσε ένας φίλος του ξαδέρφου του, από το αεροδρόμιο της Buea μέχρι την Τουρκία και ακολούθως στα κατεχόμενα. Εισήλθε την ίδια ημέρα στα ελεύθερα εδάφη της Δημοκρατίας και υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στις 06/12/2018 (ερυθρό 38/3χ του διοικητικού φακέλου).

 

Σχετικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι  καθώς εργαζόταν ως υδραυλικός, είχε γίνει φίλος με κάποιους εκ των πελατών του, οι οποίοι ήταν είτε αστυνομικοί ή στρατιωτικοί. Αυτά τα άτομα μερικές φορές επισκέπτονταν την οικία του, γεγονός που δεν άρεσε στους γείτονές του, οι οποίοι ενημέρωσαν τους μαχητές Ambazonians. Οι τελευταίοι τον απήγαγαν ένα βράδυ και τον οδήγησαν στη βάση τους, κατηγορώντας τον ότι αποκάλυψε τις δραστηριότητές τους στις αρχές. Κατά τη διάρκεια της κράτησής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι τον βασάνισαν και τον ανάγκασαν να θάψει ζωντανά δύο άτομα, προειδοποιώντας τον ότι, εάν δεν συμμορφωθεί, θα έχει ανάλογη τύχη με τα δύο άτομα που έθαψε ζωντανά.

 

Μετά από τρεις ημέρες οι μαχητές του επέτρεψαν να επιστρέψει στην κατοικία του. Δύο ημέρες μετά την απελευθέρωσή του από τους ένοπλους μαχητές, επισκέφτηκαν την κατοικία του οι δυνάμεις του στρατού και του ζήτησαν να τους αποκαλύψει που είναι η βάση των μαχητών, άλλως απείλησαν ότι θα τον σκοτώσουν. Εκείνος επέδειξε άγνοια επικαλούμενος ότι οι μαχητές, κατά τη μεταφορά του στη βάση τους, του είχαν καλύψει τα μάτια και δεν μπορούσε να προσδιορίσει που ακριβώς βρισκόταν. Ο στρατός τον άφησε ελεύθερο υπό την προϋπόθεση ότι θα εγκατέλειπε τον τόπο διαμονής του. Ο Αιτητής διέφυγε στην κατοικία της θείας του, την οποία επισκέφτηκαν στη συνέχεια δυνάμεις του στρατού, ενώ εκείνος είχε ήδη διαφύγει στην οικία του ξαδέρφου του. Όταν η θεία του ανέφερε στους στρατιώτες ότι δε γνωρίζει πού βρίσκεται ο Αιτητής, εκείνοι την πυροβόλησαν στο πόδι και στη συνέχεια επισκέφτηκαν την οικία του ξαδέρφου του, σκοτώνοντας εκείνον και τη σύζυγό του. Ο Αιτητής είχε όμως ήδη διαφύγει στην πόλη Douala προκειμένου να συναντήσει τον έτερο ξάδερφό του, ο οποίος τον βοήθησε να ταξιδέψει στην Κύπρο (βλ. ερ. 37 2Χ – 36 1Χ δ.φ.).

 

Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει πότε τον απήγαγαν οι μαχητές Ambazonian από την κατοικία του, ο Αιτητής απάντησε ότι δε θυμάται ακριβή ημερομηνία αλλά το περιστατικό συνέβη το Σεπτέμβριο του 2018. Κληθείς να περιγράψει τα άτομα που τον απήγαγαν, ο Αιτητής δήλωσε ότι αφίχθηκαν 12 άτομα με τις μηχανές τους, κρατούσαν όπλα και μαχαίρια, είχαν περιτυλίξει τα χέρια τους με ταινία και φορούσαν προστατευτικά κοσμήματα (juju). Κληθείς να περιγράψει τι του είπαν, ο Αιτητής ανέφερε ότι τον ενημέρωσαν ότι έχει κληθεί από το Δικαστήριο, το οποίο είχε εκδώσει απόφαση εις βάρος του, με αποτέλεσμα να θέλει να τον δει άμεσα ο αρχηγός τους. Φοβούμενος μη του κάνουν κακό, ο Αιτητής υπέβαλε ότι επιβιβάστηκε σε μία μοτοσυκλέτα μαζί με δύο μέλη των μαχητών και τους ακολούθησε μέχρι τη βάση τους (ερυθρό 36/2χ, 3χ του διοικητικού φακέλου).

 

Κληθείς να αναφέρει πόση ώρα διήρκησε η διαδρομή μέχρι τη βάση των μαχητών, ο Αιτητής αρχικά επέδειξε άγνοια επικαλούμενος ότι ο δρόμος ήταν κακός, δηλώνοντας στη συνέχεια ότι πρέπει να τους πήρε περίπου μιάμιση με δύο ώρες μέχρι να φτάσουν εκεί. Ζητηθείς να περιγράψει τη βάση των ένοπλων μαχητών, ο Αιτητής δήλωσε ότι υπήρχαν μικρές τέντες, τις οποίες έφτιαχναν οι ίδιοι, και το μέρος προσομοίαζε με χωριό.  Οι κατοικίες ήταν κατασκευασμένες από φύλλα φοινικιάς και εντός της βάσης υπήρχε πλήθος νεαρών αγοριών και κοριτσιών. Αναφορικά με το μέγεθος της βάσης, ο Αιτητής δήλωσε ότι πηγαινοέρχονταν διάφορες ομάδες μαχητών από διαφορετικές περιοχές, λάμβαναν εντολές από τους αρχηγούς και στη συνέχεια αποχωρούσαν (ερυθρό 36/4χ, 5χ του διοικητικού φακέλου).  Σχετικά με τη διάρκεια της κράτησής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι διήρκησε 3 ημέρες. Ζητηθείς να περιγράψει τι συνέβη κατά τη διάρκεια των εν λόγω ημερών, ο Αιτητής απάντησε ότι το πρώτο βράδυ, μόλις φτάσανε στη βάση, ο αρχηγός του εξήγησε το λόγο που τον απήγαγαν και διέταξε τους στρατιώτες να τον ξυλοκοπούν 3 φορές την ημέρα. Τον κατηγόρησε μάλιστα ότι έδωσε πληροφορίες αναφορικά με τους μαχητές στο στρατό του Καμερούν και ότι είχε φίλους που εργάζονταν για τις αρχές του Καμερούν (ερυθρό 35/1χ του διοικητικού φακέλου).

 

Κληθείς να περιγράψει τις συνθήκες υπό τις οποίες διέφυγε από τη βάση  των ένοπλων μαχητών, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο αρχηγός διαπίστωσε ότι ήταν η πρώτη φορά που ο Αιτητής είχε συλληφθεί και του δήλωσε ότι η απαγωγή του αποτελεί μία προειδοποίηση.  Στη συνέχεια του ζήτησε, πριν αφεθεί ελεύθερος να θάψει ζωντανά δύο άτομα. Ζητηθείς να παραθέσει πληροφορίες αναφορικά με τον αρχηγό των Ambazonians ο Αιτητής ανέφερε ότι ήταν νεότερός του και δε μιλούσε πολύ, φορούσε πολλά χρυσά κοσμήματα, οι μαχητές του συμπεριφερόταν σαν Θεό και τον αποκαλούσαν «Άραβα» (ερυθρό 35/2χ-3χ του διοικητικού φακέλου).

 

Κληθείς να προσδιορίσει που έθαψε τα δύο άτομα, ο Αιτητής επικαλέστηκε ότι η τοποθεσία βρισκόταν εντός της βάσης και οι μαχητές είχαν ήδη σκάψει τους τάφους. Στη συνέχεια δήλωσε ότι μετά τη ταφή των εν λόγω ατόμων, τον προειδοποίησαν ότι αν διατηρήσει οποιαδήποτε επαφή με τα μέλη της αστυνομίας ή του στρατού θα έχει την ίδια τύχη και τον άφησαν ελεύθερο.  Όταν του ζητήθηκε να σχολιάσει την αντίφαση ως προ το χρόνο που τον προειδοποίησαν, ο Αιτητής υπέβαλε ότι τον προειδοποίησαν πριν εκείνος θάψει τα δύο άτομα. Ζητηθείς να προσδιορίσει σε ποια χρονική στιγμή του επιτέθηκε ένας οργισμένος άνδρας εξ αυτών και του προκάλεσε τραυματισμό στο μάγουλο, ο Αιτητής αποκρίθηκε πως αυτό συνέβη όταν αρνήθηκε να θάψει τα πρόσωπα αυτά, διευκρινίζοντας πως «δεν δέχθηκε έτσι απλά». (ερυθρό 35/4χ- 6χ του διοικητικού φακέλου).  Όταν του ζητήθηκε να αποσαφηνίσει που πήγε μετά την απελευθέρωσή του από τους Ambazonians, o Αιτητής δήλωσε ότι τον μετέφεραν με τα μάτια δεμένα στο σπίτι του, από όπου μετά από δύο ημέρες τον απήγαγε ο στρατός (ερυθρό 34/1χ του διοικητικού φακέλου).

 

Κληθείς να περιγράψει την απαγωγή του από το στρατό του Καμερούν, ο Αιτητής υπέβαλε ότι ο αρχηγός της ομάδας που τον απήγαγε ήταν γυναίκα. Όταν εισήλθαν εντός της κατοικίας του άρχισαν να τον ξυλοκοπούν, αν και η αρχηγός ζήτησε να σταματήσουν και τον μετέφεραν στο κτήριο με το δωμάτιο των βασανιστηρίων. Αναφορικά με την παρουσία των στρατιωτών, ο Αιτητής δήλωσε ότι δε θυμάται πόσα άτομα ήρθαν, ανέφερε δε ότι φορούσαν στρατιωτική στολή και κατέφτασαν με δύο αυτοκίνητα. Αναφορικά με τη μεταφορά του στην τοποθεσία των βασανιστηρίων, ο Αιτητής υπέβαλε ότι τον μετέφεραν εκεί με αυτοκίνητο και η διαδρομή διήρκησε περί τη μισή ώρα. Σχετικά με την τοποθεσία επί της οποίας τον οδήγησαν, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν στο περιφερειακό κέντρο της Buea  (ερυθρό 34/2χ- 3χ του διοικητικού φακέλου). Ο Αιτητής ανέφερε ότι επρόκειτο για ένα κτήριο με πάνω από 5 άδεια δωμάτια, τα οποία αποτελούσαν τα μέρη όπου οδηγούσαν τους κρατούμενους προκειμένου να ομολογήσουν. Ερωτηθείς εάν υπάρχει κάποια άλλη περιγραφή, στοιχείο και/ή πληροφορία αναφορικά με το εν λόγω κτήριο, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά. Ως προς την παρουσία άλλων ατόμων, ο Αιτητής δήλωσε ότι πιθανότατα υπήρχαν και άλλα άτομα εκεί, καθώς άκουγε φωνές (ερυθρό 33/1χ του διοικητικού φακέλου).

 

Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει τι συνέβη κατά τη διάρκεια της κράτησής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι βρισκόταν μόνος του σε ένα σκοτεινό μέρος και ότι τη δεύτερη ημέρα ήρθε ο φύλακας, που αργότερα τον βοήθησε να διαφύγει. Στη συνέχεια δήλωσε ότι την πρώτη ημέρα τον ξυλοκόπησαν και τη δεύτερη ο φύλακας τον ρώτησε εάν γνωρίζει κάποια πληροφορία σχετικά με τους ένοπλους μαχητές, άλλως τον ενημέρωσε ότι θα τον σκοτώσουν. Κληθείς να περιγράψει τι συνέβη μετά τη συνομιλία του με το φύλακα, ο Αιτητής δήλωσε ότι του είπε ότι θα τον αφήσει ελεύθερο, απαγορεύοντάς του ωστόσο να επιστρέψει στον τόπο διαμονής του. Ως προς το λόγο για τον οποίο ο φύλακας τον άφησε ελεύθερο, ο Αιτητής επέδειξε άγνοια, πιθανολογώντας ότι ήθελε απλά να τον βοηθήσει (ερυθρό 33/2χ, 3χ του διοικητικού φακέλου).

 

Ο Αιτητής δήλωσε ότι μετά την αποφυλάκισή του μετέβη στην οικία της θείας του στην περιοχή Mamu με ταξί (ερυθρό 33/4χ του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με τη διάρκεια της διαμονής του εκεί, ο Αιτητής δήλωσε πως πρέπει να έμεινε για περίπου δύο εβδομάδες, μέχρι το περιστατικό κατά το οποίο εκείνη πυροβολήθηκε στο πόδι. Αποσαφήνισε μάλιστα ότι το περιστατικό αυτό πρέπει να έλαβε χώρα περί τις αρχές Οκτωβρίου 2019, καθώς τον προηγούμενο Σεπτέμβριο έλαβε χώρα η απαγωγή του από τις αρχές. Στη συνέχεια, ζητήθηκε από τον Αιτητή να σχολιάσει τη χρονική αντίφαση μεταξύ των δηλώσεών του περί του ότι κατά τον χρόνο που πυροβολήθηκε η θεία του, εκείνος είχε ήδη διαφύγει από την οικία της, και εκείνος απάντησε ότι τον υπό κρίση χρόνο έμενε στη θεία του, αλλά την ημέρα που επισκέφτηκε την οικία της ο στρατός, εκείνος είχε πάει να επισκεφτεί τον ξάδερφό του. Η θεία του ενημέρωσε τους γείτονες ότι οι στρατιωτικές δυνάμεις τον αναζητούσαν και όταν εκείνη προέβαλε ότι δε γνωρίζει που βρίσκεται, την πυροβόλησαν στο πόδι.  Στη συνέχεια, του τηλεφώνησε ο γιος της και τον ενημέρωσε για το τι είχε συμβεί (ερυθρό 32/1χ, 2χ του διοικητικού φακέλου).

 

Αναφορικά με την περιοχή όπου βρίσκεται η κατοικία του ξαδέρφου του, στην οποία μετέβη στη συνέχεια, ο Αιτητής δήλωσε ότι βρίσκεται στην περιοχή Wunya Mukumba  κοντά στη Musaka, προσθέτοντας ότι περπάτησε για μία ώρα μέχρι να φτάσει εκεί. Κληθείς να αποσαφηνίσει για πόσο καιρό διέμεινε εκεί, ο Αιτητής δήλωσε ότι πήγε εκεί το πρωί και στη συνέχεια του τηλεφώνησαν και τον ενημέρωσαν ότι η θεία του πυροβολήθηκε. Έτσι επέστρεψε στην πόλη Douala, όπου διέμεινε στην οικία του άλλου ξαδέρφου του μέχρι να εγκαταλείψει τη χώρα (ερυθρό 32/3χ του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με τα όσα του είπε στο τηλέφωνο ο ξάδερφός του που τον ενημέρωσε για τον πυροβολισμό της θείας του, ο Αιτητής ανέφερε ότι του είπε ότι ο στρατός πυροβόλησε τη θεία του επειδή τον αναζητά. Ως προς τις συνθήκες διαμονής του στη Douala, o Αιτητής δήλωσε ότι δεν έβγαινε από το σπίτι του ξαδέρφου του, καθώς ο τελευταίος τακτοποιούσε τη διαδικασία αναχώρησης του Αιτητή από το Καμερούν.

 

Αναφορικά με το λόγο για τον οποίο o  στρατός δεν τον αναζήτησε στην οικία της θείας του στην περιοχή Mamu  σε προγενέστερο χρόνο, κατά τη διάρκεια της παραμονής του εκεί το Σεπτέμβριο, ο Αιτητής ανέφερε ότι την ημέρα που τον αναζήτησαν στην οικία της θείας του στην περιοχή Mamu , ήταν η ημέρα που τον αναζήτησαν και στο χωριό του.  Ζητηθείς να σχολιάσει το λόγο για τον οποίο παρέλειψε να αναφέρει στην ελεύθερη αφήγησή του το γεγονός ότι την ημέρα που πυροβόλησε τη θεία του, ο στρατός τον αναζήτησε και στο χωριό του, ο Αιτητής αποκρίθηκε ότι ανέφερε ότι η κατοικία του πυρπολήθηκε, επικαλούμενος ότι μάλλον κάποιος από το χωριό του ενημέρωσε το στρατό ότι βρισκόταν στην περιοχή Mamu. Αναφορικά με το χρόνο που πυρπολήθηκε η κατοικία του, ο Αιτητής απάντησε ότι δε θυμάται ακριβή ημερομηνία, πλην όμως προσέθεσε ότι συνέβη το Σεπτέμβριο (ερυθρό 31/1χ, 2χ του διοικητικού φακέλου).

 

Σχετικά με το που βρισκόταν η οικογένειά του κατά την εξέλιξη του περιστατικού, ο Αιτητής υπέβαλε ότι στο εν λόγω σπίτι διέμενε μόνος του, καθώς το είχε νοικιάσει για επαγγελματικούς λόγους. Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους ο στρατός παρέλειψε να επισκεφτεί την πατρική του οικία, ο Αιτητής επέδειξα άγνοια, επικαλούμενος ότι μετά την άφιξή του στην Κύπρο διαπίστωσε ότι τον θέλουν νεκρό είτε μία ομάδα ατόμων ή ένα άτομο συγκεκριμένα, καθώς κάποιος από το χωριό Mamu ή την περιοχή Ekona ενημέρωσε τις αρχές ότι βρισκόταν στο χωριό Mamu (ερυθρό 31/3χ του διοικητικού φακέλου).

 

Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει εάν αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην οικία του ξαδέρφου του, ο Αιτητής δήλωσε ότι τον εν λόγω χρόνο δε γνώριζε εάν τον αναζητούσαν επειδή δε γνώριζαν που βρίσκεται, ωστόσο στη συνέχεια έμαθε ότι ο πατέρας του απειλείτο από τους ένοπλους μαχητές. Ζητηθείς να εξηγήσει πως γνώριζαν που βρίσκεται σε προγενέστερο χρόνο, πλέον όμως όχι, ο Αιτητής δήλωσε ότι μόλις έφυγε από την οικία του ξαδέρφου του κατευθύνθηκε προς την Douala από το δάσος και ως εκ τούτου δεν τον είδε κάποιος (ερυθρό 30/1χ του διοικητικού φακέλου).

 

Αναφορικά με το λόγο για τον οποίο αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Καμερούν, ο Αιτητής δήλωσε ότι απήχθη τόσο από τους μαχητές όσο και από το στρατό, ενώ η θεία του πυροβολήθηκε στο πόδι. Ζητηθείς να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο ουδέποτε τον αναζήτησαν στην πατρική του οικία, ο Αιτητής δήλωσε ότι γι’ αυτό το λόγο έχασε τη ζωή του ο πατέρας του. Κληθείς να σχολιάσει τις προγενέστερες δηλώσεις του περί του ότι αμφότεροι οι γονείς του διαμένουν στη Muea, ο Αιτητής αποκρίθηκε ότι του ζήτησαν να προσδιορίσει την περιοχή που βρίσκονται. Κληθείς να αναφέρει πότε σκότωσαν τον πατέρα του, ο Αιτητής απάντησε ότι δεν το σκότωσαν αλλά τον απήγαγαν, τον μετέφεραν στη βάση τους, τον κράτησαν εκεί από τον Ιούνιο του 2019 και τον άφησαν ελεύθερο αρχές Φεβρουαρίου 2020.  Συγκεκριμένα ανέφερε πως τον άφησαν μπροστά στην πόρτα του σπιτιού τους επειδή ήταν άρρωστος και εκείνος απεβίωσε (ερυθρό 30/2χ του διοικητικού φακέλου).  Ερωτηθείς εάν ποτέ συνελήφθη και κρατήθηκε στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά (ερυθρό 30/3χ του διοικητικού φακέλου).

 

Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει τι φοβάται ότι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι κινδυνεύει από τους Ambazonians, οι οποίοι έχασαν 7 μέλη εξαιτίας του, ενώ τον αναζητά και ο σπιτονοικοκύρης του, ο οποίος επικοινώνησε με τη μητέρα του. Επίσης είχε πάρει από ένα πελάτη 2 εκατομμύρια φράγκα Καμερούν για να αγοράσει υλικά, τα οποία καταστράφηκαν όταν πυρπολήθηκε η πατρική του οικία (ερυθρό 30/3χ του διοικητικού φακέλου).  Κληθείς να αναφέρει εάν οι αρχές του Καμερούν θα του επιτρέψουν την είσοδο στη χώρα, σε περίπτωση επιστροφής του, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, επικαλούμενος ότι πιστεύουν ότι συνεργάζεται με τους ένοπλους αυτονομιστές. Ως εκ τούτου, προέβαλε ότι είτε θα το συλλάβουν και θα τον βάλουν φυλακή ή θα τον σκοτώσουν (ερυθρό 30/3χ και 29/1χ του διοικητικού φακέλου).

 

Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει εάν, σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, θα μπορούσε να ζήσει με ασφάλεια στην πόλη Douala, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, επικαλούμενος ότι αυτή τη στιγμή έχει τόσους πολλούς εχθρούς που είναι αδύνατον να μη τον εντοπίσει κάποιος, ο οποίος στη συνέχεια θα ενημερώσει τους διώκτες του (ερυθρό 29/2χ του διοικητικού φακέλου).  Ολοκληρώνοντας την προφορική του συνέντευξη, ο Αιτητής επιβεβαίωσε την ορθότητα του περιεχόμενου του αντίστοιχου πρακτικού και έθεσε την υπογραφή του σε αυτό. Ενημερώθηκε παράλληλα, ότι σε περίπτωση που επιθυμεί να προσκομίσει στοιχεία αναφορικά με τον αίτημά του, έχει τη δυνατότητα να τα υποβάλει ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Αξιολογώντας τις δηλώσεις του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε στην έκθεση - εισήγησή του τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς ως ακολούθως: (1) Τα προσωπικά στοιχεία, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή, (2) τις δηλώσεις του Αιτητή περί του ότι τον απήγαγαν οι μαχητές Ambazonians και κρατήθηκε στη στρατιωτική τους βάση για 3 ημέρες, και 3) τις δηλώσεις του Αιτητή περί του ότι τον απήγαγε ο στρατός του Καμερούν και τον μετέφερε σε ένα κτήριο βασανιστηρίων και μετά από σύντομη κράτηση αφέθηκε ελεύθερος.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε αποδεκτούς τους ισχυρισμούς του αιτητή ως προς τα προσωπικά του στοιχεία καθώς οι δηλώσεις του κρίθηκαν σαφείς, συνεκτικές και διασταυρώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

 

Ο δεύτερος ισχυρισμός του αιτητή δεν έγινε αποδεκτός. Ειδικότερα, ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν αρχικά ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με ακρίβεια πότε έλαβε χώρα η απαγωγή του από τους μαχητές Ambazonians, αλλά ούτε και να αποσαφηνίσει πόσο διήρκησε η μεταφορά του στο χώρο της φερόμενης κράτησής του, τη στρατιωτική τους βάση. Παράλληλα, ως αντιφατικές κρίθηκαν και οι δηλώσεις του γύρω από τις απειλές που δέχτηκε από τους ένοπλους μαχητές προκειμένου να θάψει ζωντανά δύο άτομα, καθώς αρχικά δήλωσε ότι τον προειδοποίησαν πριν τον αναγκάσουν να προβεί στην ταφή των εν λόγω ατόμων, ενώ αργότερα δήλωσε ότι πρώτα τον ανάγκασαν να προβεί στην ανωτέρω περιγραφείσα πράξη και μετά τον απείλησαν ότι εάν δε συμμορφωθεί θα έχει την ίδια τύχη με τα θύματά του. Για τους ανωτέρω λόγους, οι Καθ΄ ων η αίτηση έκριναν τον υπό εξέταση ισχυρισμό ως εσωτερικά μη αξιόπιστο.

 

Προχωρώντας στη διερεύνηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του υπό εξέταση ισχυρισμού, οι Καθ΄ων η αίτηση διεξήγαγαν έρευνα, εκ της οποίας ανέκυψαν πληροφορίες οι οποίες επιβεβαιώνουν ότι οι ένοπλοι μαχητές Ambazonians τον υπό κρίση χρόνο στοχοποιούσαν άμαχους πολίτες.  Καταληκτικά ωστόσο, λόγω της αδυναμίας του Αιτητή να θεμελιώσει την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του, ο  υπό κρίση ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος.

 

Επιπρόσθετα, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή, επίσης δεν έγινε αποδεκτός. Ειδικότερα, ως προς την εσωτερική αξιοπιστία των αντίστοιχων δηλώσεών του, οι Καθ΄ ων η αίτηση έκριναν ότι εκείνος αρχικά δεν ήταν σε θέση να περιγράψει επαρκώς το κτήριο επί του οποίου δήλωσε ότι τον μετέφεραν οι στρατιωτικές δυνάμεις του Καμερούν (βλ. ερ. 33 2Χ δ.φ.). Παράλληλα, καθώς ο Αιτητής δήλωσε, σε δεύτερο χρόνο, ότι κατά τη διάρκεια της κράτησής του έπεσε θύμα ξυλοδαρμού, του ζητήθηκε να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο παρέλειψε να το αναφέρει στις αρχικές του δηλώσεις και εκείνος δεν ήταν και πάλι σε θέση, σύμφωνα με τους Καθ΄ ων η αίτηση, να παραθέσει μία ικανοποιητική απάντηση και/ή εξήγηση (33 2Χ δ.φ.). Στη συνέχεια, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής δεν ήταν ούτε σε θέση να περιγράψει με συνοχή και ευλογοφάνεια τις συνθήκες υπό τις οποίες κατάφερε να αποδράσει από τη φυλακή, αφού υπέβαλε ότι ο φύλακας τον άφησε ελεύθερο και του συνέστησε να μην επιστρέψει στον τόπο διαμονής του.

 

Αναφορικά ωστόσο με τους λόγους για τους οποίους ο φύλακας τον άφησε ελεύθερο, ο Αιτητής επέδειξε αδικαιολόγητη, κατά τους Καθ’ ων η αίτηση, άγνοια. Αναφορικά τέλος με τις δηλώσεις του Αιτητή περί του ότι τον αναζήτησε ο στρατός του Καμερούν στην οικία του ξαδέρφου του στην περιοχή Wunya Mukumba  κοντά στη Musaka και της θείας του στην περιοχή Mamu, οι Καθ΄ ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους ο στρατός τον αναζήτησε στις κατοικίες της θείας και του ξαδέρφου του και όχι στην πατρική του οικία στο χωριό Muea. Ειδικότερα, όταν του δόθηκε η δυνατότητα να απαντήσει στο ανωτέρω ερώτημα, ο Αιτητής υπέβαλε χωρίς νοηματική συνοχή ότι ο πατέρας του απεβίωσε εκεί, αν και σε προγενέστερο χρόνο δήλωσε ότι αμφότεροι οι γονείς του διαμένουν στο χωριό Muea. Κληθείς να σχολιάσει την εν λόγω αντίφαση, ο Αιτητής αποκρίθηκε χωρίς σαφήνεια και συνοχή ότι ήθελε να προσδιορίσει την τοποθεσία που βρίσκονταν οι γονείς τους (βλ. ερ. 30 2Χ δ.φ.).  Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι δε θεμελιώθηκε η εσωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού.

 

Προχωρώντας στη διερεύνηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του υπό εξέταση ισχυρισμού, οι Καθ΄ων η αίτηση διεξήγαγαν έρευνα εκ της οποίας εντόπισαν πληροφορίες οι οποίες επιβεβαίωσαν ότι οι ένοπλες δυνάμεις του γαλλόφωνου κράτους του Καμερούν, τον υπό κρίση χρόνο και στα πλαίσια της αγγλόφωνης σύγκρουσης, στοχοποιούσαν, μεταξύ άλλων και τον άμαχο αγγλόφωνο πληθυσμό.  Καταληκτικά ωστόσο, λόγω της αδυναμίας του Αιτητή να θεμελιώσει την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του, ο υπό κρίση ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός στο σύνολό του.

 

Υπό το φως του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού σχετικά με τα προσωπικά στοιχεία του αιτητή και λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι άνδρας επαρκώς μορφωμένος, και διαθέτει στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του - περιοχή Buea του Νοτιοδυτικού Καμερούν επί της οποίας βρίσκεται το χωριό Muea - τους γονείς και τα τέσσερα αδέρφια του, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι δεν ανακύπτει για εκείνον οιοσδήποτε κίνδυνος σε περίπτωση επιστροφής του, ενώ παρέπεμψαν και σε πληροφορίες οι οποίες αναφέρουν ότι τα επίπεδα της βίας και της έντασης της αγγλόφωνης σύγκρουσης, δεν είχαν επηρεάσει σημαντικά τον τόπο συνήθους διαμονής του.  Ως εκ τούτου, ο φόβος του κρίθηκε ως αβάσιμος και μη δικαιολογημένος.

 

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε τη χώρα του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.  Στη συνέχεια, διαπίστωσαν πως ο αιτητής δεν υπήρχε εύλογη πιθανότητα να αντιμετώπιζε κίνδυνο σοβαρής βλάβης όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 19 του προαναφερθέντος Νόμου. 

 

Σε σχέση με το άρθρο 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 συγκεκριμένα, οι Καθ΄ων η αίτηση προχώρησαν σε περαιτέρω έρευνα και εφαρμόζοντας την έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» έκριναν ότι τα επίπεδα της έντασης της αδιάκριτης βίας κατά των αμάχων στην περιοχή της Buea,  δεν ήταν τον συγκεκριμένο χρόνο σε τέτοιο βαθμό που συνδυαστικά με τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου.  Καταλήγοντας, ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει οποιοδήποτε κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι η επιστροφή του εκεί δε παραβιάζει την αρχή της μη επαναπροώθησης.  Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης εξέτασε ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου και απέρριψε το αίτημα του αιτητή.

 

Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου καθώς και όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου κατά την παρούσα δικαστική διαδικασία.

 

Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος ορθά έγινε αποδεκτός, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ, εφόσον μάλιστα δεν αμφισβητείται. Επομένως, γίνεται αποδεκτό ότι ο αιτητής είναι υπήκοος του Καμερούν με τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του στην περιοχή Buea, στο χωριό Muea.

 

Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό εξετάζοντας όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου καταλήγω πως ο ισχυρισμός του Αιτητή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Ειδικότερα, ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, διαφαίνεται πως ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με την απαιτούμενη ακρίβεια τον χρόνο κατά τον οποίο έλαβε χώρα η φερόμενη απαγωγή του από τους μαχητές Ambazonians. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να αποσαφηνίσει με επάρκεια τη διάρκεια της μεταφοράς του στον χώρο όπου, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, κρατήθηκε, στη στρατιωτική βάση.

 

Επιπλέον, κατα το αφήγημά του εντοπίζονται αντιφάσεις στις δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με τις απειλές που κατά τον ίδιο, δέχθηκε από τους ένοπλους μαχητές προκειμένου να θάψει ζωντανά δύο άτομα. Ειδικότερα, κατά την αρχική του εκδοχή, ο Αιτητής δήλωσε ότι οι ένοπλοι μαχητές τον προειδοποίησαν προτού τον αναγκάσουν να προβεί στην ταφή των εν λόγω ατόμων. Σε μεταγενέστερο, ωστόσο, στάδιο, ανέφερε ότι πρώτα τον ανάγκασαν να προβεί στην ως άνω πράξη και ακολούθως, τον απείλησαν ότι, σε περίπτωση που δεν συμμορφωνόταν, θα είχε την ίδια τύχη με τα θύματά του.  Του δόθηκε η ευκαιρία να επεξηγήσει την διαφοροποίηση στα λεγόμενά του αλλά δεν το έπραξε.

 

Υπό το φως των ανωτέρω και ιδίως λαμβανομένης υπόψη της αδυναμίας του Αιτητή να προσδιορίσει με ακρίβεια τον χρόνο της φερόμενης απαγωγής και τη διάρκεια της μεταφοράς του, καθώς και της αντίφασης που διαπιστώθηκε στις δηλώσεις του ως προς τη χρονική ακολουθία των απειλών και της πράξης που, κατά τον ισχυρισμό του εξαναγκάστηκε να διαπράξει, καταλήγω πως ο υπό εξέταση ισχυρισμός στερείται εσωτερικής αξιοπιστίας.

 

Σχετικά με την εξωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, προχώρησα σε έρευνα, εκ της οποίας εντόπισα αναφορά του  Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων τον Ιούλιο του 2018, σύμφωνα με την οποία από τον Δεκέμβριο του 2017, τόσο οι κυβερνητικές δυνάμεις όσο και οι ένοπλοι αυτονομιστές είχαν κακοποιήσει πολίτες στο δυτικό τμήμα της χώρας , εκτοπίζοντας πάνω από 180.000 ανθρώπους. Οι αγγλόφωνοι αυτονομιστές είχαν εκβιάσει, απαγάγει και σκοτώσει πολίτες και είχαν εμποδίσει τα παιδιά να πάνε σχολείο. Σε απάντηση στις διαμαρτυρίες και τη βία από ένοπλους αυτονομιστές, οι κυβερνητικές δυνάμεις σκότωσαν πολίτες, χρησιμοποίησαν βία εναντίον διαδηλωτών, βασάνισαν και κακομεταχειρίστηκαν ύποπτους αυτονομιστές και κρατούμενους και έκαψαν εκατοντάδες σπίτια σε πολλά χωριά[1].

 

Αναφορικά με τις απαγωγές / συλλήψεις που διαπράχθηκαν από τους Ambazonians, άρθρο του Africa News του 2023 επιβεβαιώνει ότι οι ένοπλες ομάδες ανταρτών πραγματοποιούν τακτικά απαγωγές αμάχων προκειμένου να λάβουν λύτρα για την απελευθέρωσή τους.[2] Αναφορά του Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του 2022 κάνει λόγο πως από το 2017, οι ένοπλοι αυτονομιστές έχουν απαγάγει εκατοντάδες ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων φοιτητών, δασκάλων, ιατρικού προσωπικού, εργαζομένων σε ανθρωπιστικές οργανώσεις, κληρικών και κυβερνητικών αξιωματούχων.[3] Αυτό επιβεβαιώνεται και από έτερη αναφορά του Παρατηρητηρίου, επίσης δημοσιευθείσα το 2019, η οποία καταγράφει απαγωγές πολιτικών και φοιτητών,[4] αλλά και από άρθρο του ειδησεογραφικού πρακτορείου France24, δημοσιευθέν το 2019.[5]

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, το Δικαστήριο διαπιστώνω ότι από τις ανωτέρω πηγές προκύπτουν στοιχεία τα οποία συνάδουν, σε γενικό επίπεδο, με ορισμένες πτυχές της αφήγησης του Αιτητή, ιδίως ως προς την παρουσία και δράση ένοπλων αυτονομιστών στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, καθώς και ως προς την εκ μέρους τους διάπραξη απαγωγών και άλλων μορφών βίας σε βάρος αμάχων. Ωστόσο, η εξωτερική αυτή επιβεβαίωση είναι περιορισμένη και δεν εκτείνεται στα ειδικότερα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο Αιτητής, ούτε δύναται να επιβεβαιώσει ότι τα περιστατικά που περιέγραψε έλαβαν πράγματι χώρα στην περίπτωσή του. Ως εκ τούτου, μολονότι αναγνωρίζεται ότι υφίστανται ορισμένα στοιχεία εξωτερικής αξιοπιστίας τα οποία συνάδουν με το γενικό πλαίσιο του ισχυρισμού του, αυτά δεν είναι ικανά να θεραπεύσουν τις ουσιώδεις αδυναμίες που διαπιστώθηκαν κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του. Συνεπώς, κρίνω ότι η εξωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού θεμελιώνεται μόνο μερικώς και, σε συνδυασμό με τα ανωτέρω διαπιστωθέντα ως προς την εσωτερική του αξιοπιστία, ο ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.

 

Επιπρόσθετα, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μου. Ειδικότερα, ως προς την εσωτερική αξιοπιστία των αντίστοιχων δηλώσεών του, εφόσον παρατηρώ κατ’ αρχάς, ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει επαρκώς το κτήριο στο οποίο, σύμφωνα με τη δήλωσή του, μεταφέρθηκε από τις στρατιωτικές δυνάμεις του Καμερούν.  Περαιτέρω, ο Αιτητής δήλωσε, σε μεταγενέστερο στάδιο, ότι κατά τη διάρκεια της κράτησής του έπεσε θύμα ξυλοδαρμού. Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει τον λόγο για τον οποίο παρέλειψε να αναφέρει το εν λόγω περιστατικό στις αρχικές του δηλώσεις, δεν ήταν σε θέση να παρέχει ικανοποιητική απάντηση και/ή εξήγηση. Η παράλειψη αυτή, σε συνδυασμό με την αδυναμία του να παρέχει επαρκή εξήγηση ως προς αυτήν, επηρεάζει την εσωτερική αξιοπιστία της σχετικής εκδοχής του.

 

Περαιτέρω, διαπιστώνω ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με συνοχή και ευλογοφάνεια τις συνθήκες υπό τις οποίες, κατά τον ισχυρισμό του, κατάφερε να αποδράσει από τη φυλακή. Ειδικότερα, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο φύλακας τον άφησε ελεύθερο και του συνέστησε να μην επιστρέψει στον τόπο διαμονής του. Ωστόσο, αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους ο φύλακας τον άφησε ελεύθερο, ο Αιτητής επέδειξε αδικαιολόγητη άγνοια και δεν ήταν σε θέση να παρέχει σχετική εξήγηση.

 

Αναφορικά, τέλος, με τις δηλώσεις του Αιτητή ότι αναζητήθηκε από τον στρατό του Καμερούν στην οικία του ξαδέρφου του στην περιοχή Wunya Mukumba, κοντά στη Musaka, καθώς και στην οικία της θείας του στην περιοχή Mamu, διαπιστώνω ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους ο στρατός τον αναζήτησε στις κατοικίες της θείας και του ξαδέρφου του και όχι στην πατρική του οικία στο χωριό Muea.  Ειδικότερα, όταν του δόθηκε η δυνατότητα να απαντήσει στο ανωτέρω ερώτημα, ο Αιτητής ανέφερε χωρίς νοηματική συνοχή, ότι ο πατέρας του απεβίωσε εκεί, ενώ σε προγενέστερο χρόνο είχε δηλώσει ότι αμφότεροι οι γονείς του διαμένουν στο χωριό Muea. Κληθείς να σχολιάσει την εν λόγω αντίφαση, ο Αιτητής αποκρίθηκε χωρίς σαφήνεια και συνοχή.

 

Υπό το φως του συνόλου των ανωτέρω και λαμβανομένων ιδίως υπόψη της αδυναμίας του Αιτητή να περιγράψει επαρκώς το κτήριο στο οποίο, κατά τον ισχυρισμό του μεταφέρθηκε, της μεταγενέστερης αναφοράς του στον ξυλοδαρμό που υπέστη κατά τη διάρκεια της κράτησής του χωρίς να είναι σε θέση να εξηγήσει την αρχική παράλειψη αναφοράς του, της αδυναμίας του να περιγράψει με συνοχή και ευλογοφάνεια τις συνθήκες της απόδρασής του και να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους ο φύλακας τον άφησε ελεύθερο, καθώς και των αντιφάσεων και της έλλειψης σαφήνειας στις δηλώσεις του αναφορικά με την αναζήτησή του από τον στρατό του Καμερούν στις κατοικίες της θείας και του ξαδέρφου του, κρίνω ότι ο υπό εξέταση ισχυρισμός δεν παρουσιάζει την απαιτούμενη εσωτερική αξιοπιστία.

 

Σχετικά με την εξωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, εντόπισα το COI Query της EUAA που δημοσιεύτηκε το Μάρτιο του 2024, το οποίο επιβεβαιώνει ότι «πολλές πηγές έχουν αναφέρει ότι άμαχοι έχουν κατηγορηθεί για συμμετοχή στην αυτονομιστική δράση και αυτό φέρεται να έχει οδηγήσει σε αντίποινα από τις κυβερνητικές δυνάμεις.[6] Μια κοινή δήλωση από οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που δημοσιεύθηκε από τη Διεθνή Αμνηστία (AI) τον Νοέμβριο του 2023 επιβεβαίωσε ότι μαρτυρίες ανέφεραν πως κυβερνητικοί στρατιώτες, κατηγορώντας αμάχους για τη συμμετοχή τους με τους αυτονομιστές, έβαλαν φωτιά σε σπίτια και διέπραξαν σεξουαλική βία, «σε αντίποινα για επιθέσεις των αυτονομιστών εναντίον τους».[7] Η ίδια πηγή περιέγραψε ότι, «σε απάντηση» στη δράση ένοπλων αυτονομιστών, οι κυβερνητικές δυνάμεις «αντέδρασαν με περαιτέρω παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συλλαμβάνοντας και κρατώντας αυθαίρετα άτομα που κατηγορούνται ότι είναι ένοπλοι αυτονομιστές ή ότι τους υποστηρίζουν».[8]

 

Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, «εκατοντάδες άτομα έχουν συλληφθεί, διωχθεί ή δικαστεί ενώπιον στρατιωτικών δικαστηρίων, των οποίων η δικαιοδοσία θα πρέπει να περιορίζεται σε στρατιωτικά αδικήματα, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα για την προστασία» και «πολλοί κατηγορούμενοι έχουν περάσει πάνω από ένα έτος στη φυλακή χωρίς πρόσβαση σε δικαστή».[9] Η Διεθνής Αμνηστία σημείωσε επίσης την «έλλειψη διαφάνειας στη δικαστική διαδικασία που ακολουθείται, γεγονός που δημιουργεί φόβους για ατιμωρησία και αφήνει την πλειοψηφία των θυμάτων χωρίς δικαιοσύνη»[10]».[11]

 

Όπως περιγράφεται σε μια έκθεση του Ιουλίου 2023, η Διεθνής Αμνηστία ανέφερε «πολλές περιπτώσεις» ατόμων που συνελήφθησαν και κρατήθηκαν αυθαίρετα με «μόνη την υποψία ότι συνεργάζονταν με ένοπλους αυτονομιστές».[12] Ένας δικηγόρος που έδωσε συνέντευξη στη Διεθνή Αμνηστία τον Απρίλιο του 2023, δήλωσε ότι «οι περισσότερες από τις κατηγορίες που σχετίζονται με την αγγλόφωνη κρίση είναι κατασκευασμένες κατηγορίες».[13] Η ίδια έκθεση περιλάμβανε τρία περιστατικά αυθαίρετων συλλήψεων και κρατήσεων μεταξύ 2019 και 2021: μια Καμερουνέζα συνελήφθη τον Σεπτέμβριο του 2019 στην περιοχή Βορειοδυτικά επειδή φερόταν να είναι «η φίλη ενός ένοπλου αυτονομιστή», ένας Καμερουνέζος άνδρας κρατήθηκε τον Αύγουστο του 2020 για «συμμετοχή σε αποσχιστική δράση, και ένας ανάπηρος Καμερουνέζος άνδρας κρίθηκε «αθώος» τον Ιούλιο του 2021 μετά από «σύλληψη και κράτηση για περισσότερους από τρεις μήνες με μόνη υποψία τη “χρηματοδότηση τρομοκρατικών ενεργειών».[14]

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, διαπιστώνω ότι από το COI Query της EUAA, που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 2024, καθώς και από τις αναφορές της Διεθνούς Αμνηστίας που παρατίθενται σε αυτό, προκύπτουν στοιχεία τα οποία συνάδουν, σε γενικό επίπεδο, με μέρος της αφήγησης του Αιτητή, ιδίως ως προς την πρακτική των κυβερνητικών δυνάμεων του Καμερούν να συλλαμβάνουν και να κρατούν άτομα, τα οποία κατηγορούνται ή θεωρούνται ύποπτα για συμμετοχή ή υποστήριξη της αυτονομιστικής δράσης. Οι εν λόγω πηγές καταγράφουν, μεταξύ άλλων, περιπτώσεις αυθαίρετων συλλήψεων και κρατήσεων αμάχων, καθώς και περιπτώσεις προσώπων που τέθηκαν υπό κράτηση ακόμη και στη βάση απλής υποψίας για συνεργασία με ένοπλους αυτονομιστές. Ωστόσο, η ανωτέρω πληροφόρηση παρέχει μόνο γενική επιβεβαίωση του ευρύτερου πλαισίου στο οποίο εντάσσεται ο ισχυρισμός του Αιτητή και δεν επιβεβαιώνει τα συγκεκριμένα περιστατικά που ο ίδιος επικαλείται ούτε την προσωπική του σύλληψη και κράτηση. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η εξωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού θεμελιώνεται μόνο μερικώς. Σε συνδυασμό δε με τις ουσιώδεις αδυναμίες που διαπιστώθηκαν κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του, τα ανωτέρω στοιχεία δεν κρίνονται επαρκή ώστε να θεμελιώσουν την αλήθεια του συγκεκριμένου ισχυρισμού. Συνεπώς, ο ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, εφόσον δεν τεκμηριώθηκε από το αφήγημα του αιτητή.

 

Θα πρέπει να αναφερθεί πως ο αιτητής στα πλαίσια της παρούσας δικαστικής διαδικασίας υπέβαλε αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας, η οποία αφού ακούστηκε, εκδόθηκε απόφαση Δικαστηρίου στις 6/4/2026.  Ο Αιτητής μετά την έκδοση της απόφασης καταχώρησε Ένορκη Δήλωση η οποία περιλαμβάνει την οριζόμενη ως «Τεκμήριο 1» αναγγελία καταζητούμενου προσώπου από τη χώρα καταγωγής του, ημερομηνίας 26/11/2018, το οποίο έχει εκδοθεί από το Τμήμα Δημόσιας Ασφάλειας της 1ης Περιφέρειας της πόλης Buea και σύμφωνα με το οποίο ο Αιτητής καταζητείται για το ποινικό αδίκημα της «διάδοσης ψευδών πληροφοριών κατά του Κράτους του Καμερούν, υποκίνηση και καταστολή του διαχωρισμού.» και το οριζόμενο ως «Τεκμήριο 3», το οποίο αποτελεί πρωτότυπο άρθρο της εφημερίδας «Τhe advocate», ημερομηνίας 06/11/2018, το οποίο στη σελίδα 4 αφιερώνει άρθρο στην δίωξη του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του και φέρει τη φωτογραφία του. 

 

Αναφορικά με τα εν λόγω έγγραφα, ο Αιτητής ανέφερε ότι του τα απέστειλε ο δικηγόρος του μετά την απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου και θεμελιώνουν κατά την εισήγησή του, την αξιοπιστία των ισχυρισμών του. Με την από 6 Απριλίου 2026 ενδιάμεση απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας του αιτητή, εφόσον αποδέχτηκα την προσαγωγή των Τεκμηρίων 1 και 3, ενώ το Τεκμήριο 2 δεν έγινε αποδεκτό για τους λόγους που αναφέρονται στη σχετική απόφαση.

 

Συγκεκριμένα, ως προς το Τεκμήριο 1, κρίθηκε πως το φερόμενο ένταλμα σύλληψης/αναγγελία καταζητούμενου προσώπου συνδέεται με τον πυρήνα του αιτήματος του Αιτητή, συνεπώς, θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να αυξήσει τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας, όπως προνοείται στον Κανονισμό 10 του περί της Λειτουργίας του ΔΔΔΠ Διαδικαστικού Κανονισμού του 2019.  Ως προς το Τεκμήριο 3, αποδέχτηκα την προσαγωγή του, στη βάση της συσχέτισης του προσεπικαλούμενου έντυπου άρθρου με τον πυρήνα του αιτήματος του Αιτητή, όπως το εξιστόρησε κατά την προσωπική του συνέντευξη στην Υπηρεσία Ασύλου.

 

Ακολούθως, κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων, ερωτηθείς ο Αιτητής από την συνήγορο των Καθ’ ων η αίτηση, σχετικά με το Τεκμήριο 1, διευκρίνισε πως συνιστά ένταλμα έρευνας/αναζήτησης, προσθέτοντας πως τα εντάλματα σύλληψης ταυτίζονται με τα εντάλματα αναζήτησης στην χώρα του και πως μολονότι εκδόθηκε από αστυνομική αρχή της Buea που αποτελεί αγγλόφωνη περιοχή, οι αστυνομικοί υπάλληλοι προέρχονται κατά κύριο λόγο από τις γαλλόφωνες περιοχές και ως εκ τούτου τα εντάλματα συντάσσονται και στην γαλλική. Το εν λόγω έγγραφο το έλαβε από τον δικηγόρο του στο Καμερούν, ο οποίος του το απέστειλε τον Ιούνιο του 2022. Απάντησε πως, βάσει του εντάλματος, κατηγορείται πως διαρρέει πληροφορίες στους επαναστάτες αλλά δεν παραπέμφθηκε σε Δικαστήριο, καθώς, στο μεταξύ αναχώρησε από την χώρα. Κληθείς να εξηγήσει πώς κατόρθωσε να αναχωρήσει απρόσκοπτα στις 30/11/2018 ενώ το ένταλμα είχε ήδη εκδοθεί από τις 26/11/2018, ο Αιτητής δήλωσε πως δεν έκανε χρήση του δικού του ταξιδιωτικού εγγράφου και με την βοήθεια του ξαδέλφου του, ο οποίος διέθετε γνωριμίες με υπαλλήλους του αεροδρομίου, εγκατέλειψε τη χώρα.

 

Αναφορικά με το Τεκμήριο 3, το απόκομμα της εφημερίδας που περιλαμβάνει το άρθρο σχετικά με την υπόθεσή του, ο Αιτητής, στις ερωτήσεις της συνηγόρου, δήλωσε πως η εφημερίδα αυτή καλύπτει την νότια περιοχή, από όπου προέρχεται. Συμπλήρωσε δε πως γνωρίζει τον συντάκτη του άρθρου και πως παρόλα αυτά δεν μίλησε ποτέ προσωπικά μαζί του, εξηγώντας πως όταν συμβαίνουν περιστατικά αντίστοιχα με εκείνα που αντιμετώπισε ο ίδιος, οι δημοσιογράφοι συνηθίζουν να συλλέγουν πληροφορίες από τα άτομα της περιοχής. Στην ερώτηση γιατί δεν αναφέρθηκε στις πηγές του ο δημοσιογράφος, ο Αιτητής δήλωσε πως δεν μπορεί να το γνωρίζει, καθώς ο αρθρογράφος δεν έλαβε προσωπική συνέντευξη από τον ίδιο τον Αιτητή.  Ερωτηθείς σχετικά με τη φωτογραφία του στο άρθρο, ο Αιτητής υποστήριξε πως τυγχάνει γνωστός στην περιοχή καταγωγής του, χωρίς να γνωρίζει ούτε πώς εξασφάλισε ο δημοσιογράφος την φωτογραφία του ούτε πώς χρησιμοποιήθηκε η φωτογραφία και στο ένταλμα αναζήτησης/έρευνας

 

Ερωτηθείς από το Δικαστήριο, σχετικά με το πώς περιήλθε στην κατοχή του το απόκομμα της εφημερίδας, ο Αιτητής αποκρίθηκε πως του το έστειλε ο δικηγόρος του δια μέσου ενός φίλου του, ο οποίος απέστειλε την εφημερίδα στον Αιτητή από την Douala, με την εταιρεία ταχυμεταφορών DHL. Πρόσθεσε επίσης πως, βρισκόταν εις γνώση του η ύπαρξη αυτού του άρθρου κατά την συνέντευξη, ωστόσο, επειδή τα έγγραφα αυτά τα διέθετε ο δικηγόρος του, ο οποίος εκείνη την εποχή βρισκόταν στην Νιγηρία, ανέμενε να επικοινωνήσει μαζί του.  Ερωτηθείς εάν ασχολήθηκε και κάποιο άλλο μέσο ενημέρωσης με την υπόθεσή του προσωπικά, ο Αιτητής δήλωσε άγνοια, συμπληρώνοντας πως τα μέσα ενημέρωσης στην αγγλόφωνη περιοχή τελούν σε καταστολή από την κυβέρνηση. 

 

Όταν του ζητήθηκε από το Δικαστήριο να εξηγήσει για ποιο λόγο δεν αναφέρεται στο ένταλμα έρευνας το επάγγελμα και η διεύθυνσή του, ο Αιτητής εξήγησε πως στο Καμερούν οι διευθύνσεις δεν προσδιορίζονται όπως στην Κύπρο.  Αναφορικά με το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται, ότι παρέχει πληροφορίες στους επαναστάτες, ο Αιτητής επανέλαβε τα όσα ανέφερε κατά την συνέντευξή του, προσθέτοντας, σχετικά με το εάν έχει σημειωθεί κάποια εξέλιξη στην υπόθεσή του, πως στο τέλος του περασμένου έτους, η μητέρα του συνελήφθη δύο φορές από τις αρχές, επειδή αναζητούν τον ίδιο, ενώ ο ξάδελφος που τον συνέδραμε κατά την αναχώρησή του από το Καμερούν, απήχθη από τον στρατό και αγνοείται.

 

Έχω εξετάσει με δέουσα προσοχή τα Τεκμήρια 1 και 3, τα οποία έγιναν δεκτά ως μαρτυρία δυνάμει της ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 6 Απριλίου 2026, λαμβάνοντας υπόψη και τα όσα αναφέρθηκαν στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία.  Η αποδοχή τους ωστόσο, ως μαρτυρία δεν προδικάζει την αξιοπιστία τους ούτε και την αποδεικτική βαρύτητα που θα πρέπει να τους αποδοθεί, ζητήματα τα οποία εναπόκεινται στην τελική αξιολόγηση του Δικαστηρίου, υπό το φως του συνόλου της ενώπιόν του μαρτυρίας.  Ως προς το Τεκμήριο 1, την αναγγελία καταζητούμενου προσώπου ημερομηνίας 26 Νοεμβρίου 2018, λαμβάνω υπόψη ότι το έγγραφο φέρεται να έχει εκδοθεί από το Τμήμα Δημόσιας Ασφάλειας της 1ης Περιφέρειας της πόλης Buea και να αφορά τον Αιτητή, ο οποίος φέρεται να καταζητείται για το αδίκημα της «διάδοσης ψευδών πληροφοριών κατά του Κράτους του Καμερούν, υποκίνηση και καταστολή του διαχωρισμού». Ο Αιτητής ανέφερε ότι το εν λόγω έγγραφο του απεστάλη από τον δικηγόρο του στο Καμερούν τον Ιούνιο του 2022 και κατά την ενώπιόν μου μαρτυρία του, το χαρακτήρισε ως ένταλμα έρευνας/αναζήτησης, εξηγώντας ότι στη χώρα του τα εντάλματα σύλληψης ταυτίζονται με τα εντάλματα αναζήτησης.

 

Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι το περιεχόμενο του εγγράφου, σε πρώτη ανάγνωση, συνάδει με τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι αντιμετώπιζε προβλήματα με τις αρχές του Καμερούν λόγω της φερόμενης σύνδεσής του με τους αυτονομιστές. Πλην όμως, η αποδεικτική αξία του εγγράφου δεν μπορεί να εξεταστεί απομονωμένα από τη σχετική μαρτυρία του Αιτητή και τις περιστάσεις υπό τις οποίες αυτό περιήλθε στην κατοχή του.  Ιδιαίτερη σημασία αποδίδω στο γεγονός ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αιτητή, το εν λόγω έγγραφο είχε ήδη εκδοθεί στις 26 Νοεμβρίου 2018, ενώ ο ίδιος αναχώρησε από το Καμερούν στις 30 Νοεμβρίου 2018. Κληθείς να εξηγήσει πώς κατόρθωσε να αναχωρήσει από τη χώρα τόσο σύντομα μετά την έκδοση του εγγράφου, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν έκανε χρήση του δικού του ταξιδιωτικού εγγράφου και ότι με τη βοήθεια του ξαδέλφου του, ο οποίος διέθετε γνωριμίες με υπαλλήλους του αεροδρομίου, κατόρθωσε να αναχωρήσει. Η δήλωση του βέβαια αυτή είναι γενική και δεν ήταν συγκεκριμένος ως προς τον τρόπο που διέφυγε από τη χώρα του.

 

Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του εντάλματος σύλληψης, σύμφωνα με το Camerlex.com, την πιο μεγάλη βάση δικαστικών δεδομένων του Καμερούν, η οποία λειτουργεί σε εθελοντική βάση, τα εντάλματα σύλληψης εκδίδονται ως περιγράφουν τα άρθρα 18-19 του κώδικα Ποινικής Δικονομίας και επιπροσθέτως, αναφέρεται ότι:  «Εάν το άτομο για το οποίο έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης δεν μπορεί να βρεθεί μετά από προσεκτική έρευνα, αντίγραφο του εν λόγω εντάλματος κοινοποιείται στην τελευταία γνωστή κατοικία του ή στον αρχηγό του χωριού ή της περιφέρειας. Συντάσσεται έκθεση των διαδικασιών που εκτελέστηκαν και αποστέλλεται στον συντάκτη της εντολής. Ο αξιωματικός της δικαστικής αστυνομίας που είναι επιφορτισμένος με την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης έχει την έκθεσή του επικυρωμένη από το πρωτότυπο του εντάλματος υπογεγραμμένη είτε από τον προϊστάμενο της διοικητικής περιφέρειας, τον δήμαρχο είτε από τον προϊστάμενο του χωριού ή της περιφέρειας του τόπου κατοικίας ή τελευταία γνωστή κατοικία, και αφήνει ένα αντίγραφο για δημοσίευση».[15]

 

Έκθεση του Σεπτεμβρίου του 2022 του γερμανικού Γραφείου AAFederal Foreign Office, αναφέρει ότι δεν υπάρχει κεντρικό μητρώο για εντάλματα σύλληψης στο Καμερούν. Οι άνθρωποι που βρίσκονται στο στόχαστρο των τοπικών αρχών μπορούν να δραπετεύσουν μετακομίζοντας στην πρωτεύουσα ή σε απομακρυσμένα μέρη του Καμερούν. Οι αρχές ασφαλείας μπορούν να αναζητήσουν άτομα σε εθνικό επίπεδο, αλλά αυτό συνήθως δεν συμβαίνει.[16]

 

Ως προς τις πληροφορίες που μπορεί να αναφέρει ένα ένταλμα σύλληψης,  ο Κώδικας Ποινικής Διαδικασίας ορίζει τα εξής:  «Άρθρο 26 -  Με εξαίρεση το ένταλμα προσκόμισης, όλα τα εντάλματα ή οι κλητεύσεις αναφέρουν το πλήρες όνομα, την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης, την ιδιότητα, το επάγγελμα και τη διεύθυνση του προσώπου που κατονομάζεται σε αυτά και φέρει ημερομηνία, σφραγίδα και υπογραφή από τον δικαστή που τα εκδίδει ή από τον πρόεδρο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου»[17].  Όταν ρωτήθηκε ο αιτητής ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί στο ένταλμα σύλληψης που προσκόμισε δεν περιλαμβάνεται η διεύθυνση και το επάγγελμά του, ο αιτητής απάντησε πως στο Καμερούν δεν προσδιορίζονται οι διευθύνσεις όπως στην Κύπρο.  Απο το ένταλμα που προσκομίστηκε διαφαίνεται πως δεν εντοπίζεται το επάγγελμα και η διεύθυνση του αιτητή, ούτε ο ακριβής τόπος γέννησής του.  Επομένως, τα όσα δήλωσε ο αιτητής ενώπιον του Δικαστηρίου δεν συνάδουν με τις πηγές πληροφόρησης.

 

Αναφορικά με την αυθεντικότητα των ενταλμάτων σύλληψης στο Καμερούν, σε παλαιότερη έκθεση της γερμανικής SFH (Schweizerische Flüchtlingshilfe) σε σχέση με την αξιολόγηση της αυθεντικότητας των ενταλμάτων σύλληψης, σχετικά με την πρόσβαση σε αυτά, βάσει πληροφοριών από τον Akere Muna, πρώην πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Καμερούν και νυν προέδρου του τμήματος Διεθνούς Διαφάνειας του Καμερούν, οι άνθρωποι κατά των οποίων εκδίδεται ένταλμα σύλληψης ή ένταλμα έρευνας, δεν λαμβάνουν ούτε το πρωτότυπο έγγραφο ούτε αντίγραφό του. Το ένταλμα σύλληψης εμφανίζεται μόνο από την αστυνομία. Όποιος αποφυλακιστεί, ωστόσο, λαμβάνει μια αρχική επιβεβαίωση αποφυλάκισης. Ο νέος κώδικας ποινικής δικονομίας του Καμερούν, ο οποίος ψηφίστηκε τον Ιούνιο του 2005 και ισχύει από τον Ιανουάριο του 2007, ορίζει επίσης ότι πρέπει να εκδοθεί ένταλμα σύλληψης αλλά να μην παραδοθεί.[18]

 

Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδώσει στο έγγραφο αυτό αυτοτελώς αποφασιστική αποδεικτική βαρύτητα ως προς την αλήθεια του συνόλου της αφήγησης του Αιτητή. Τούτο διότι η ύπαρξη του εγγράφου και το περιεχόμενό του δεν επιβεβαιώνουν, αφ’ εαυτών, τις συγκεκριμένες περιστάσεις υπό τις οποίες, κατά τον Αιτητή, τέθηκε υπό αναζήτηση, ούτε τα λοιπά ουσιώδη περιστατικά που ο ίδιος επικαλείται προς θεμελίωση του αιτήματός του. Περαιτέρω, η εξήγηση του Αιτητή ότι κατόρθωσε να αναχωρήσει από το Καμερούν στις 30 Νοεμβρίου 2018, δηλαδή μόλις τέσσερις ημέρες μετά την ημερομηνία του εγγράφου, χωρίς να χρησιμοποιήσει το δικό του ταξιδιωτικό έγγραφο και με τη βοήθεια του ξαδέλφου του, ο οποίος είχε γνωριμίες με υπαλλήλους του αεροδρομίου, λαμβάνεται υπόψη κατά τη συνολική αξιολόγηση, χωρίς όμως να παρέχει ανεξάρτητη επιβεβαίωση των λοιπών περιστατικών που επικαλείται. Συνεπώς, το Τεκμήριο 1 μπορεί να θεωρηθεί ως στοιχείο που παρέχει περιορισμένη εξωτερική επιβεβαίωση συγκεκριμένης πτυχής της αφήγησης του Αιτητή, δεν είναι όμως ικανό, από μόνο του, να αποκαταστήσει τις ουσιώδεις αδυναμίες που διαπιστώθηκαν ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του.

 

Ως προς το Τεκμήριο 3, το φύλλο της εφημερίδας «The Advocate Newspaper», ημερομηνίας 6 Νοεμβρίου 2018, και ειδικότερα το άρθρο στη σελίδα 4 που αφορά τον Αιτητή και συνοδεύεται από φωτογραφία του, λαμβάνω επίσης υπόψη ότι πρόκειται για πρωτότυπο φύλλο εφημερίδας, το οποίο φέρει αύξοντα αριθμό 080 και φέρεται να έχει εκδοθεί την Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2018. Ωστόσο, κατά την επισκόπηση του εγγράφου, παρατηρείται επαναλαμβανόμενο ορθογραφικό σφάλμα στην αναγραφή της ημέρας έκδοσης. Συγκεκριμένα, στην κορυφή των σελίδων, περιλαμβανομένου του εξωφύλλου, η λέξη «Tuesday» αναγράφεται ως «Teusday», ενώ στις σελίδες 4 και 7 αναγράφεται ως «Tesusday». Το στοιχείο αυτό, μολονότι από μόνο του δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει σε απόρριψη του εγγράφου, αποτελεί παράγοντα που δεν μπορώ να παραβλέψω κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας και της αποδεικτικής του βαρύτητας.

 

Περαιτέρω, έχω εξετάσει το περιεχόμενο του συγκεκριμένου άρθρου και παρατηρώ ότι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται τα γεγονότα που αφορούν τον Αιτητή δεν προσομοιάζει, σε όλα τα σημεία, σε συνήθη ειδησεογραφική ή δημοσιογραφική καταγραφή. Αντιθέτως, η περιγραφή παρουσιάζει σημαντική ομοιότητα με τα γεγονότα τα οποία ο Αιτητής εξιστόρησε κατά την προσωπική του συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου. Η παρατήρηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό το φως της μαρτυρίας του ίδιου του Αιτητή ότι δεν έδωσε προσωπική συνέντευξη στον δημοσιογράφο, ούτε γνωρίζει από ποια συγκεκριμένη πηγή αντλήθηκαν οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο άρθρο.

 

Ο Αιτητής ανέφερε ότι γνωρίζει τον συντάκτη του άρθρου, πλην όμως ουδέποτε μίλησε προσωπικά μαζί του, εξηγώντας ότι, όταν λαμβάνουν χώρα περιστατικά αντίστοιχα με εκείνα που αντιμετώπισε ο ίδιος, οι δημοσιογράφοι συνηθίζουν να συλλέγουν πληροφορίες από πρόσωπα της περιοχής. Ερωτηθείς για τον λόγο για τον οποίο δεν αναφέρονται οι πηγές του δημοσιογράφου, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν μπορεί να το γνωρίζει, καθότι ο δημοσιογράφος δεν έλαβε προσωπική συνέντευξη από τον ίδιο. Λαμβάνω υπόψη τη συγκεκριμένη εξήγηση, πλην όμως παραμένει το γεγονός ότι η προέλευση και η βάση των συγκεκριμένων πληροφοριών που περιλαμβάνονται στο άρθρο δεν έχουν καταστεί σαφείς.

 

Περαιτέρω, ως προς τη φωτογραφία του Αιτητή που περιλαμβάνεται στο άρθρο, ο ίδιος ανέφερε ότι είναι γνωστός στην περιοχή καταγωγής του, χωρίς όμως να είναι σε θέση να εξηγήσει πώς ακριβώς ο δημοσιογράφος εξασφάλισε τη φωτογραφία ή με ποιον τρόπο χρησιμοποιήθηκε φωτογραφία του και στο έγγραφο που περιγράφεται ως ένταλμα αναζήτησης/έρευνας. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω εγγράφου, το Δικαστήριο προχώρησε σε έρευνα εκ της οποίας εντοπίστηκε η ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας[19], χωρίς ωστόσο να κατέστη δυνατό να εντοπιστεί το δημοσίευμα υπ’ αριθ. 80 ημερομηνίας 06/11/2018 αλλά ούτε και κάποιο άλλο άρθρο της φερόμενης ως συντάκτριας του άρθρου, Lliengu Christiana. Υπό το συγκεκριμένο όνομα μάλιστα, δεν ανευρέθη στο διαδίκτυο οιαδήποτε αναφορά σε πρόσωπο που να φέρει την ιδιότητα της δημοσιογράφου. Παράλληλα, ουδεμία άλλη πηγή στο διαδίκτυο δεν αναφέρεται σε περιστατικά που αφορούν τον Αιτητή προσωπικά.

 

Η Διεύθυνση Έρευνας του Συμβουλίου Μετανάστευσης και Προσφύγων του Καναδά, σε παλαιότερη έκθεσή της επιβεβαίωσε πληροφορίες περί Καμερουνέζων δημοσιογράφων οι οποίοι έχουν παραποιήσει άρθρα εφημερίδων προκειμένου να υποστηρίξουν τους ισχυρισμούς προσφύγων που έχουν υποβάλει Καμερουνέζοι στο εξωτερικό, αφού, επικαλούμενη τη  Global Integrity, εξηγεί ότι  πολλοί δημοσιογράφοι ασκούν «ψεύτικη δημοσιογραφία» στο Καμερούν, για να βοηθήσουν τους Καμερουνέζους αιτούντες άσυλο στο εξωτερικό. Οι δε εκδότες εφημερίδων δωροδοκούνται από συγγενείς αιτούντων άσυλο για να δημοσιεύσουν άρθρα που «κανονικά» δεν θα πληρούσαν τα βασικά δημοσιογραφικά πρότυπα, όπως ιστορίες για «διώξεις ακτιβιστών» οι οποίες περιλαμβάνουν το όνομα που υποδεικνύεται από το άτομο που πληρώνει τη δωροδοκία. Η Global Integrity αναφέρει επίσης ότι οι αιτούντες άσυλο υποβάλλουν ψευδείς ειδήσεις ως αποδεικτικά στοιχεία προς υποστήριξη των αιτημάτων τους για πολιτικό άσυλο, ενώ προσθέτει ότι οι συγγραφείς αυτών των άρθρων, που επικεντρώνονται σε αιτούντες άσυλο, δεν έχουν καμία εκπαίδευση και είναι ιδιοκτήτες μικρών εφημερίδων, στις οποίες δημοσιεύουν άρθρα έναντι αμοιβής. Η ίδια πηγή αναφέρει ότι «η ποινική συκοφαντική δυσφήμιση χρησιμοποιείται για να επιτεθεί σε δημοσιογράφους που κάνουν λάθη, αλλά, παραδόξως, όχι σε εκείνους που έχουν κολλήσει στη δημοσίευση ιστοριών ασύλου», και «οι εισαγγελείς εστιάζουν το ενδιαφέρον τους σε επικριτές κυβερνητικών αξιωματούχων και βαρόνων εξουσίας». Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο της Quotidien Mutations, η κυβέρνηση δεν ασχολείται με το ζήτημα των ψευδών άρθρων ειδήσεων, ειδικά επειδή δεν υποβάλλονται ποτέ καταγγελίες εναντίον αυτού του είδους των εφημερίδων[20].

 

Έτερη έρευνα της Καναδής ιστορικού Meredith Terretta φέρουσα τον τίτλο «Fraudulent Asylum Seeking asTransnational Mobilization» το 2015, ανέφερε  ότι στο Καμερούν δημιουργούνται «προκατασκευασμένες αξιώσεις δίωξης» και πωλούνται, συν τις άλλοις, κάρτες μέλους σε «παράνομες» οργανώσεις, άρθρα εφημερίδων, επιστολές από μη δανειοδοτημένα άτομα, πλαστά έγγραφα σχετικά με τη «σύλληψη» ενός πολιτικού κρατουμένου υπογεγραμμένα από πραγματικούς αστυνομικούς, φωτογραφίες υποτιθέμενων πολιτικών κρατουμένων σε κελιά φυλακών με πραγματικούς αστυνομικούς παρόντες, και δικηγόρους και δικαστικούς επιμελητές που συντάσσουν ένορκες βεβαιώσεις ισχυριζόμενες γεγονότα που δεν έχουν ποτέ συμβεί, όπως η πυρπόληση σπιτιών από υποτιθέμενους κυβερνητικούς πράκτορες. Η Πρεσβεία των Η.Π.Α. έχει εντοπίσει άμεσα στοιχεία για όλες αυτές τις ιδιοτελείς δραστηριότητες και πιστεύει ότι οι εν λόγω ενέργειες  είναι δόλιες[21].

 

Συνεκτιμώντας το σύνολο των ανωτέρω, δεν παραγνωρίζω ότι τόσο το Τεκμήριο 1 όσο και το Τεκμήριο 3 παρουσιάζουν, σε ορισμένο βαθμό, περιεχόμενο το οποίο συνάδει με μέρος της αφήγησης του Αιτητή, ιδίως ως προς τη φερόμενη αναζήτησή του από τις αρχές και την προβολή της υπόθεσής του από μέσο ενημέρωσης. Εντούτοις, η ύπαρξη των εγγράφων αυτών δεν μπορεί, από μόνη της, να θεωρηθεί ως επιβεβαίωση της αλήθειας του συνόλου των ουσιωδών περιστατικών που ο Αιτητής επικαλείται, λαμβάνοντας υπόψη τις αδυναμίες των εγγράφων οι οποίες έχουν εντοπιστεί κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής τους αξιοπιστίας. Η αποδεικτική τους αξία πρέπει να σταθμιστεί σε συνάρτηση με τη συνολική μαρτυρία του Αιτητή, τις εξηγήσεις που έδωσε αναφορικά με την προέλευση και το περιεχόμενό τους, καθώς και τις αδυναμίες που έχουν ήδη διαπιστωθεί κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών του.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι τα Τεκμήρια 1 και 3 δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά ως αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία για το αίτημά του και δεν είναι, αφ’ εαυτών, ικανά να αποκαταστήσουν τις ουσιώδεις αδυναμίες που έχουν διαπιστωθεί ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του, αλλά ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ότι φέρουν τέτοια αποδεικτική αξία που να αυξάνει ουσιαστικά τη συνολική αξιοπιστία των ισχυρισμών του. Ως εκ τούτου, παρά την αποδοχή τους ως μαρτυρίας, δεν αποδίδω σε αυτά τέτοια αποδεικτική βαρύτητα ώστε να διαφοροποιείται η προηγούμενη κρίση ως προς την αξιοπιστία των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή.

 

Από το σύνολο το στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου κρίνω ότι ορθά διαπιστώθηκε από τον δεόντως εξουσιοδοτημένο λειτουργό που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ότι δεν πληρούνταν ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 για να παραχωρηθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι».  Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).

 

Ο αρμόδιος λειτουργός, έχοντας αποδεχθεί τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του, διεξήγαγε έρευνα για τη γενική κατάσταση ασφαλείας στην εν λόγω πολιτεία, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.  Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.  Σε κάθε περίπτωση, στα πλαίσια της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή. 

 

Ως προς την κατάσταση ασφαλείας και την κατάσταση των αγγλόφωνων πληθυσμών συγκεκριμένα, παρατίθεται ότι, σύμφωνα με τις πηγές, στο Καμερούν σήμερα ζουν περίπου πέντε εκατομμύρια Αγγλόφωνοι κάτοικοι, οι οποίοι αντιστοιχούν περίπου στο 20 % του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Αν και οι αγγλόφωνες περιφέρειες Βορειοδυτική (Northwest) και Νοτιοδυτική (Southwest) συγκεντρώνουν σχεδόν το 20 % του πληθυσμού, καταλαμβάνουν μόλις το 3 % της επικράτειας.[22] Έκθεση του UN Human Settlements Programme (UN-Habitat) του 2024 περιγράφει το Καμερούν ως γλωσσικά διαιρεμένο σε δύο ζώνες: την «αγγλόφωνη ζώνη», η οποία συνορεύει με τη Νιγηρία και περιλαμβάνει τις δύο αυτές περιφέρειες, και τη «γαλλόφωνη ζώνη», η οποία καλύπτει το υπόλοιπο της χώρας.[23]

 

Στην απαντητική έκθεση του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA)[24] που ετοιμάστηκε ως απάντηση σε ερώτημα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Νοτιοδυτική και Βορειοδυτική περιφέρεια και στην περιοχή του Άπω Βορρά στο Καμερούν, και δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2025, αναφέρεται ότι, σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR), το Καμερούν αντιμετωπίζει μια πολυδιάστατη ανθρωπιστική κρίση, ως απόρροια των συγκρούσεων, της διακοινοτικής βίας και της σημειούμενης κλιματικής αλλαγής. Πηγές επίσης σημειώνουν ότι το Καμερούν εξακολουθεί να επηρεάζεται από τρεις (3) πολυσύνθετες και μείζονες ανθρωπιστικές κρίσεις: τη σύγκρουση στη λεκάνη της λίμνης Τσαντ στην περιοχή του Άπω Βορρά, την Αγγλόφωνη εσωτερική κρίση στην Βορειοδυτική και Νοτιοδυτική Περιφέρεια (NWSW), καθώς και την προσφυγική κρίση που προέρχεται από την γειτονική Κεντροαφρικανική Δημοκρατία. [25]

 

Στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές Περιφέρειες του Καμερούν συγκεκριμένα, κοινώς γνωστές ως αγγλόφωνες περιοχές, οι συγκρούσεις μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων και αυτονομιστών μαχητών (“Ambazonians”) συνεχίζονται από το 2017, όταν οι τελευταίοι επιχείρησαν να εγκαθιδρύσουν ανεξάρτητο κράτος.[26]  Η Freedom House στην από το 2025 επισκόπησή της, αναφέρει ότι η σύγκρουση μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων ασφαλείας και των ένοπλων αυτονομιστικών ομάδων στις αγγλόφωνες περιοχές συνεχίζεται, προκαλώντας εκτεταμένες απώλειες αμάχων και μαζικούς εκτοπισμούς.[27]

 

Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη Νοτιοδυτική περιφέρεια (Sud-Ouest) του Καμερούν, η πύλη ACLED he Armed Conflict Location&Event Data Project), κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 28/08/2026),  κατέγραψε συνολικά 1,682 περιστατικά ασφαλείας, εκ των οποίων τα 1,313 αφορούσαν περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες).[28] Εκ των συνολικών περιστατικών ασφαλείας στην Νοτιοδυτική Περιφέρεια σημειώθηκαν 854 ανθρώπινες απώλειες, το σύνολο των οποίων (και οι 854) προκλήθηκε από περιστατικά πολιτικής βίας. Ειδικότερα, αναφορικά με τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, το χωριό Muea πλησίον της πόλης Buea, η πύλη ACLED, για την ίδια περίοδο αναφοράς, κατέγραψε 34 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία επέφεραν 11 απώλειες[29], ενώ τον τελευταίο μήνα στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή καταγράφηκαν 2 περιστατικά ασφαλείας που συνετέλεσαν σε 1 ανθρώπινη απώλεια.[30]  Σημειώνεται δε πως ο πληθυσμός της νοτιοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν (Sud-Ouest) εκτιμήθηκε για το έτος 2025 στους 2,098,500  κατοίκους,[31] ενώ ειδικότερα ο πληθυσμός του χωριού Muea, σύμφωνα με μετρήσεις της ιστοσελίδας fallingrain του 2021, ανέρχετο σε περίπου 21.400 κατοίκους[32]

 

Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τόπο όπου διέμενε και στον οποίο αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του.  Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, νεαρής ηλικίας, υγιής, με επαρκή μόρφωση, πλήρως ικανός προς εργασία, με προηγούμενη εργασιακή εμπειρία χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του.  Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.

 

Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.

 

Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιόν τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.  Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνίδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97).  Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση, αφού διεξήγαγε τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.  Συνεπώς, ο ισχυρισμός του ευπαίδευτου συνηγόρου του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου απορρίπτεται στο σύνολό του.

 

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή του είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας και των εξουσιών του αρμόδιου οργάνου.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.

   Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1]  HRW, Cameroon: Killings, Destruction in Anglophone Regions Government and Separatists Abuse Civilians, 19/07/2018, https://www.hrw.org/news/2018/07/19/cameroon-killings-destruction-anglophone-regions

[2] Africanews (2023), ‘Cameroon: 30 women kidnapped by Anglophone separatists’, διαθέσιμο στη διεύθυνση: Cameroon: 30 women kidnapped by Anglophone separatists | Africanews

[3] Human Rights Watch (2022), ‘Cameroon: Separatist Abuses in Anglophone Regions’, διαθέσιμο στη διεύθυνση: Cameroon: Separatist Abuses in Anglophone Regions | Human Rights Watch (hrw.org)

[4] Human Rights Watch (2019), ‘Kidnappings Endemic in Cameroon’s Anglophone Regions’, διαθέσιμο στη διεύθυνση: Kidnappings Endemic in Cameroon’s Anglophone Regions | Human Rights Watch (hrw.org)

[5] France 24 (2019), ‘At least 30 people abducted by separatists in Anglophone Cameroon’, διαθέσιμο στη διεύθυνση: 'At least 30 people abducted' by separatists in Anglophone Cameroon (france24.com)

[6] AI, Joint Declaration: Cameroon's Universal Periodic Review provides an Opportunity to call on the Cameroon Authorities to protect Human Rights in the Anglophone Regions, 13 November 2023, available at: chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2023/11/AFR1774082023ENGLISH.pdf, p. 1; R2P, Cameroon, 29 February 2024, available at: https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/

[9] AI, Joint Declaration: Cameroon's Universal Periodic Review provides an Opportunity to call on the Cameroon Authorities to protect Human Rights in the Anglophone Regions, 13 November 2023, available at: https://www.amnesty.org/en/documents/afr17/7408/2023/en/ , p. 1

[10] AI, Joint Declaration: Cameroon's Universal Periodic Review provides an Opportunity to call on the Cameroon Authorities to protect Human Rights in the Anglophone Regions, 13 November 2023, available at: https://www.amnesty.org/en/documents/afr17/7408/2023/en/ , p. 1

[11] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Cameroon; Treatment of individuals perceived as separatists by the state [Q20-2024], 4 March 2024

https://www.ecoi.net/en/file/local/2105170/2024_03_EUAA_COI_Query_Response_Q20_Treatment_of_Individuals_Perceived_as_Separatists_by_the_State_Cameroon.pdf

[12] AI, Cameroon: With or against us: People of the North-West region of Cameroon caught between the army, armed separatists and militias, 4 July 2023, available at: https://www.amnesty.org/en/documents/afr17/6838/2023/en/, p. 42

[14] AI, Cameroon: With or against us: People of the North-West region of Cameroon caught between the army, armed separatists and militias, 4 July 2023, available at: chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2023/07/AFR1768382023ENGLISH-1.pdf%20published%204%20July%202023, p. 42

[15] Camerlex.com, Le mandat d’arret, 26 Décembre 2010, https://www.camerlex.com/le-mandat-d-arret-160/

[16] AA – Federal Foreign Office (Germany) (Author): Bericht über die asyl- und abschiebungsrelevante Lage in Kamerun (Stand: September 2022), 22 September 2022https://media.frag-den-staat.de/files/foi/758362/2022-09-02-lagebericht-asyl-kamerun-ocr.pdf

[17] Cameroon, Loi N° 2005/007 du 27 juillet 2005 portant Code de Procédure Pénale, July 2025, http://www.minjustice.gov.cm/index.php/en/instruments-and-laws/laws/290-law-no-2005-007-of-27-july-2005-on-the-criminal-procedure-code

[18] SFH – Schweizerische Flüchtlingshilfe (Author): Überprüfung der Echtheit eines Haftbefehls, 25 September 2008
https://www.ecoi.net/en/file/local/1002649/1504_1228301698_haftbefehl.pdf ,

[20] IRBC, Cameroon: Corruption of journalists; the falsification of newspaper articles for the purpose of refugee claims, 2012, διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/de/dokument/1276100.html

[21] Meredith Terretta, TWO Fraudulent Asylum Seeking as Transnational Mobilization: The Case of Cameroon, 2015, pp. 58-74, https://www.jstor.org/content/oa_chapter_edited/j.ctt1rfsp0z.7?seq=1

[22] IRB (Immigration and Refugee Board of Canada), Cameroon: The situation and treatment of Anglophones by society and the authorities, including Anglophone women and Anglophones living outside the Anglophone regions, particularly in Yaoundé and Douala; state protection (2024–May 2026) [CMR202580.E], 4 June 2026, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=459139&pls=1

[23] United Nations (UN). 2024-11. UN Human Settlements Programme (UN-Habitat). "Cameroon." Urban Planning & Infrastructure in Migration. No. 1

[24] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Cameroon; Security situation in the Northwest, Southwest and Far North regions [Q1-2025], 10 January 2025, σελ. 3, 5
https://www.ecoi.net/en/file/local/2120192/2025_01_EUAA_COI_Query_Response_Q1_Cameroon_Security_Situation.pdf

[25] European Commission, Cameroon, διαθέσιμο στο: https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en

[26] GCR2P, Cameroon – Population at risk, 1 December, 2024, διαθέσιμο σε: https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/

[27] Freedom House. 2025-02-26. "Cameroon." Freedom in the World 2025

[28] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events / Fatalities, All Events/ Political Violence, Past Year/ Sud-Ouest διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer  

[29] Προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση ACLED Explorer, Cameroon, Events, All Events, Past Year, View Country Profile, Sud Ouest, Zoom map in Muea , www.acleddata.com/platform/explorer

[30] Προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση ACLED Explorer, Cameroon, Events, All Events, Past Month, View Country Profile, Sud Ouest, Zoom map in Muea , www.acleddata.com/platform/explorer

[31] City Population, Cameroon, διαθέσιμος σε: https://citypopulation.de/en/cameroon/cities/

[32] https://www.fallingrain.com/world/CM/09/a/M/u/


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο