ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 2896/24
13 Αυγούστου, 2026
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
A.S.R.
Αιτητού,
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Γ. Βασιλόπουλος (κος), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Ι. Χαραλάμπους (κα), για τους Καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 29.5.2024, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023. Αιτείται εξάλλου την αναγνώριση/χορήγηση σε αυτόν καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Γεγονότα
1. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από το Αφγανιστάν. Εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, κατά δήλωσή του περί τον Ιανουάριο του 2022 και στη συνέχεια εισήλθε παράτυπα στη Δημοκρατία στις 18.12.2023. Στις 7.12.2023, υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 16.1.2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: λειτουργός), ο οποίος υπέβαλε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης του Αιτητή και επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 29.5.2024. Η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 04.7.2024 και αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
Νομικοί Ισχυρισμοί
2. Ο Αιτητής, διά του συνηγόρου του, προωθεί ισχυρισμούς περί μη διενέργειας δέουσας έρευνας και πλημμελούς αξιολόγησης, εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση των δηλώσεων και των ιδιαίτερων περιστάσεων της υπόθεσής του. Ως προς τον πυρήνα του αιτήματός του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής, και κατά τη δικαστική διαδικασία, επικαλείται τη στοχοποίησή του από τους Ταλιμπάν λόγω της απασχόλησής του σε εταιρεία ξένων συμφερόντων. Ισχυρίζεται ότι, εξαιτίας της εν λόγω απασχόλησης και της αποδιδόμενης σε αυτόν σύνδεσης με ξένα συμφέροντα, κατέστη στόχος των Ταλιμπάν και, στο πλαίσιο της εν λόγω στοχοποίησης, δέχθηκε επίθεση με μαχαίρι.
3. Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και ορθότητας της επίδικης απόφασης, την οποία, κατά τους ίδιους, εξέδωσαν κατόπιν δέουσας, ενδελεχούς και εξατομικευμένης έρευνας. Παραπέμπουν, προς τούτο, στα επιμέρους ευρήματά τους κατά τη διοικητική διαδικασία. Ως προς τον πυρήνα του αιτήματος του Αιτητή, υποστηρίζουν ότι αυτός δεν κατόρθωσε να καταδείξει ότι η επίθεση που επικαλείται συνδεόταν με τους Ταλιμπάν και, ειδικότερα, ότι αυτή έλαβε χώρα λόγω της απασχόλησής του σε συγκεκριμένη εταιρεία ξένων συμφερόντων. Περαιτέρω, προβάλλουν ότι ούτε εκ της φυλετικής του καταγωγής προκύπτει ότι αυτός εντάσσεται σε ομάδα η οποία υφίσταται γενικευμένη ή συστηματική στοχοποίηση από τους Ταλιμπάν.
Το νομικό πλαίσιο
4. Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».
5. Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι και τον περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2026, έχει ως ακολούθως:
«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
6. Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
7. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (στο εξής: Κανονισμός αναγνώρισης/Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347), δυνάμει του άρθρου 42 αυτού, εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 2026.
8. Το άρθρο 3 στοιχείο 5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσφυγας».
9. Ο όρος «πρόσφυγας» ορίζεται και στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 (στο εξής: o περί Προσφύγων Νόμος).
10. Το καθεστώς του πρόσφυγα χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
11. Το άρθρο 3 στοιχείο 6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία».
12. Το καθεστώς επικουρικής προστασίας χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
13. Αντιστοίχως, οι εφαρμοστικές του ενωτικού νομοθετικού πλαισίου διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου, ορίζουν τα εξής:
14. Το άρθρο 51 του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει ότι:
«51. Ο Προϊστάμενος με απόφασή του χορηγεί το καθεστώς πρόσφυγα σε αιτητή, εάν κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του έχει αποδειχθεί ότι πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις διατάξεις των Κεφαλαίων ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».
15. Το άρθρο 53 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει ότι:
«53. Ο Προϊστάμενος, με απόφασή του, χορηγεί το καθεστώς επικουρικής προστασίας σε αιτητή εάν, κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του, έχει αποδείξει ότι πληροί τις προϋποθέσεις των Κεφαλαίων ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».
16. Το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, το οποίο τιτλοφορείται «Υποβολή πληροφοριών και αξιολόγηση γεγονότων και περιστάσεων» προβλέπει τα εξής:
«1. Οι αιτούντες υποβάλλουν όλα τα στοιχεία που διαθέτουν και τα οποία τεκμηριώνουν την αίτηση διεθνούς προστασίας. Για τον σκοπό αυτό, οι αιτούντες συνεργάζονται πλήρως με την αποφαινόμενη αρχή και με άλλες αρμόδιες αρχές και παραμένουν παρόντες και διαθέσιμοι στο έδαφος του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησής τους καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, μεταξύ άλλων κατά την αξιολόγηση των σχετικών στοιχείων της αίτησης.[…]».
17. Επισημαίνεται συναφώς ότι, ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης της ιδιότητας του πρόσφυγα και χορήγησης καθεστώτος επικουρικής προστασίας, το νέο ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο δεν επέφερε ουσιώδεις μεταβολές σε σχέση με το προϊσχύσαν καθεστώς της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και των αντίστοιχων εθνικών εναρμονιστικών ρυθμίσεων, αλλά διατήρησε, κατ’ ουσίαν, τα ίδια κριτήρια υπαγωγής στα δύο καθεστώτα διεθνούς προστασίας.
Κατάληξη
18. Ως προς τους εγειρόμενους λόγους προσφυγής, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο, ως δικαστήριο ουσίας, δικάζει την ενώπιόν του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ’ ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc. [Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024]. Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελής χαρακτηρίζεται ο λόγος προσφυγής, ο οποίος ακόμα και αν γίνει δεκτός δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].
19. Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου [Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320] αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου [βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010]. Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του Αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του [βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).
20. Η ανωτέρω προσέγγιση δεν μεταβάλλεται υπό το νέο κανονιστικό πλαίσιο. Ειδικότερα, το άρθρο 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 εξακολουθεί να κατοχυρώνει την αρχή της κοινής υποχρέωσης συνεργασίας κατά την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, προβλέποντας αφενός την υποχρέωση του αιτητή να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία και τις πληροφορίες που διαθέτει προς θεμελίωση της αίτησής του και, αφετέρου, την αντίστοιχη υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να συνεργάζονται ενεργά με τον αιτητή για τη συλλογή και αξιολόγηση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών. Η ρύθμιση αυτή αποτελεί ουσιαστικά συνέχεια του προϊσχύσαντος άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, όπως αυτό είχε μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο μέσω του άρθρου 16 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (έως την αντικατάστασή του από τον περί Προσφύγων Νόμο του 2026), χωρίς να επιφέρει ουσιώδη διαφοροποίηση ως προς την κατανομή του βάρους συνεργασίας και απόδειξης κατά την εξέταση της αίτησης.
21. Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών του Αιτητή, επισημαίνεται ότι, κατά τη καταγραφή της αίτησής του ανέφερε ότι ενώ εργαζόταν σε εταιρεία αμερικανικών συμφερόντων δέχθηκε επίθεση με μαχαίρι κατά την οποία τραυματίσθηκε σοβαρά και υπέπεσε σε κώμα. Όταν συνήλθε, οι Ταλιμπάν είχαν ήδη αναλάβει τον έλεγχο της χώρας, οι οποίοι δεν αποδέχονται ωστόσο πρόσωπα που εργάζονταν για εταιρείες εξωτερικών συμφερόντων, ενώ επισκέφθηκαν τον ίδιο αρκετές φορές στο σπίτι του για να τον ερευνήσουν. Επιπλέον ανέφερε ότι οι Ταλιμπάν γνώριζαν ότι ο Αιτητής εργαζόταν για την εν λόγω εταιρεία καθώς σε όλη την ευρύτερη περιοχή διέμεναν Ταλιμπάν οι οποίοι συνεργάζονταν μεταξύ τους, ενώ ο ίδιος το αντιλήφθηκε όταν πλέον οι Ταλιμπάν ανέλαβαν τον έλεγχο της χώρας (βλ. ερ. 1).
22. Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ανέφερε ότι είναι Αφγανός υπήκοος, γεννηθείς το 2001 στην Καμπούλ, όπου διέμενε, και συγκεκριμένα στην περιοχή Gul Khana-e Chahar Deh, Hawza 6, μέχρι την ημέρα που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του. Δήλωσε μουσουλμάνος σουνίτης στο θρήσκευμα και ότι ανήκει στην εθνοτική ομάδα των Tajik. Ως προς την πατρική του οικογένεια, ανέφερε ότι ο πατέρας του απεβίωσε από φυσικά αίτια όταν ο ίδιος ήταν επτά ετών και ότι έχει τέσσερις αδελφούς και οκτώ αδελφές. Περαιτέρω, δήλωσε ότι ένας αδελφός και μία αδελφή του διαμένουν στη Γερμανία, ενώ ένας αδελφός και δύο αδελφές του διαμένουν στις ΗΠΑ υπό καθεστώς πρόσφυγα. Τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του παραμένουν στην Καμπούλ του Αφγανιστάν, πλην μίας αδελφής του, η οποία έχει μετοικήσει με τον σύζυγό της στο Πακιστάν (βλ. ερ. 30). Ο ίδιος δήλωσε ελεύθερος και άτεκνος.
23. Ως προς την εκπαίδευσή του, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε δωδεκαετή σχολική εκπαίδευση και, ακολούθως, φοίτησε για τρία τετράμηνα σε πρόγραμμα Νομικής σε πανεπιστήμιο στο Αφγανιστάν, χωρίς ωστόσο να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Κατά δε την παραμονή του στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, ανέφερε ότι φοίτησε για ένα έτος σε πανεπιστημιακό πρόγραμμα στον τομέα της Πληροφορικής.
24. Ως προς το εργασιακό του υπόβαθρο, ανέφερε ότι στη χώρα καταγωγής του εργαζόταν στην εταιρεία Zuhmat, ως συντονιστής των εργαζομένων της. Εξήγησε ότι στα καθήκοντά του περιλαμβανόταν κυρίως η προμήθεια του προσωπικού με είδη αναγκαία για την εργασία τους, όπως αναλώσιμα, ενδύματα εργασίας και εργαλεία. Περαιτέρω, ανέφερε ότι αναλάμβανε την κάλυψη αναγκών της εταιρείας σε προσωπικό, αναζητώντας αρχικά το κατάλληλο πρόσωπο εντός της ίδιας της εταιρείας και, εφόσον αυτό δεν ήταν εφικτό, προχωρούσε στην εξεύρεσή του από άλλη εταιρεία, αναφέροντας ως παράδειγμα την ανάγκη εξεύρεσης μηχανικού.
25. Αναφορικά με το ταξίδι του προς την Κυπριακή Δημοκρατία, δήλωσε ότι αρχικά ταξίδεψε νομίμως στο Ιράν μαζί με την αδελφή του, όπου παρέμεινε για έξι μήνες. Στη συνέχεια, ταξίδεψε μέσω Τουρκίας στην Κωνσταντινούπολη και ακολούθως εισήλθε στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, όπου παρέμεινε για περίπου ενάμιση έτος, προτού εισέλθει στις ελεγχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας.
26. Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι, ενώ εργαζόταν στην εταιρεία που είχε προαναφέρει, δέχθηκε επίθεση με μαχαίρι, κατά την οποία τραυματίστηκε στην κοιλιακή χώρα. Μέχρι να αναρρώσει, τον έλεγχο της χώρας ανέλαβαν οι Ταλιμπάν και ο ίδιος, φοβούμενος ότι, εξαιτίας της εργασίας του σε εταιρεία αμερικανικών συμφερόντων, ενδεχομένως οι Ταλιμπάν να τον συλλάμβαναν ή ακόμη και να τον σκότωναν, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα. Πρόσθεσε ότι στην περιοχή όπου διέμενε υπήρχαν αρκετοί υποστηρικτές των Ταλιμπάν, οι οποίοι έδωσαν τα στοιχεία του στους τελευταίους, με αποτέλεσμα αυτοί να τον αναζητήσουν στην οικία του. Ωστόσο, ο ίδιος είχε ήδη εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, χωρίς να καταστεί δυνατό να τον εντοπίσουν.
27. Ως προς την επίθεση με μαχαίρι, σε σειρά διευκρινιστικών ερωτήσεων, ο Αιτητής ανέφερε ότι αυτή συνέβη περί τον Ιούλιο (εννοεί του 2021), ενώ επέστρεφε πεζός στην οικία του, έχοντας σταθμεύσει το όχημα της εταιρείας μακριά από αυτήν, ώστε να μην γίνεται αντιληπτή από τους κατοίκους της περιοχής η σχέση του με την εταιρεία. Τρία άτομα τον πλησίασαν, εκ των οποίων τα δύο τον ακινητοποίησαν και το τρίτο τον μαχαίρωσε στην κοιλιακή χώρα. Ακολούθως τον εγκατέλειψαν, χωρίς να του αφαιρέσουν οποιοδήποτε αντικείμενο ή να του απευθύνουν τον λόγο. Ο ίδιος, αφού περπάτησε λίγα μέτρα, κατέρρευσε λόγω αιμορραγίας και ειδοποίησε τον αδελφό του, ο οποίος τον μετέφερε στο νοσοκομείο, όπου χειρουργήθηκε και νοσηλεύτηκε για 15 ημέρες. Ανέφερε ότι θεωρεί πως η επίθεση συνδεόταν με την εργασία του σε εταιρεία αμερικανικών συμφερόντων, δεδομένης της εχθρότητας που, κατά τον ίδιο, επικρατούσε στην περιοχή έναντι ξένων εταιρειών και των συχνών απαγωγών. Κατά τη νοσηλεία του δέχθηκε επίσκεψη από τις τοπικές αρχές ασφαλείας, στις οποίες δήλωσε ότι δεν γνώριζε τους δράστες, χωρίς εν τέλει αυτοί να εντοπιστούν.
28. Ως προς την εργασία του στην εταιρεία Zuhmat και τα σχετικά έγγραφα, ο Αιτητής διευκρίνισε ότι εργάστηκε σε αυτήν μέχρι τον Ιούνιο του 2021 και ότι, μετά την επίθεση και τη νοσηλεία του, η εταιρεία διέκοψε τη λειτουργία της λόγω της ανάληψης της εξουσίας από τους Ταλιμπάν και της αποχώρησης των ξένων εργαζομένων. Ως προς το προσκομισθέν συμφωνητικό εργασίας, το οποίο εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 2021, εξήγησε ότι το εξασφάλισε μέσω ηλεκτρονικής επικοινωνίας με το τμήμα ανθρώπινου δυναμικού, αφού απέστειλε γραπτή περιγραφή των γεγονότων και επιβεβαιωτικές επιστολές δύο συναδέλφων του (βλ. ερ. 27). Δήλωσε, επίσης, ότι η έδρα της εταιρείας βρισκόταν στην περιοχή Karte Parwan και ότι ιδιοκτήτης της ήταν Αμερικανός με το όνομα Adam Brave (βλ. ερ. 28).
29. Ως προς τους υποστηρικτές των Ταλιμπάν και την αναζήτησή του στην οικογενειακή οικία, ο Αιτητής ανέφερε ότι θεωρούσε συγκεκριμένα άτομα της περιοχής ως συνεργάτες ή πληροφοριοδότες των Ταλιμπάν, επειδή, μετά την ανάληψη της εξουσίας, άλλαξαν εμφάνιση, φορούσαν ενδυμασία παρόμοια με εκείνη των Ταλιμπάν και έφεραν όπλα. Υποστήριξε ότι τα πρόσωπα αυτά έδωσαν τη διεύθυνσή του στους Ταλιμπάν, οι οποίοι, ενώ ο ίδιος βρισκόταν ήδη στο Ιράν, μετέβησαν επανειλημμένα στην οικογενειακή του οικία. Σύμφωνα με όσα του μετέφερε η μητέρα του, κατά την πρώτη έρευνα αναστάτωσαν την οικία και την αυλή, ενώ περίπου δύο μήνες αργότερα επέστρεψαν και αναζήτησαν τον ίδιο και τον μεγαλύτερο αδελφό του. Ο τελευταίος, κατά τον Αιτητή, εξακολουθεί να διαμένει στην Καμπούλ.
30. Ως προς τους πρώην συναδέλφους του, τον τόπο διαμονής και το διαβατήριό του, ο Αιτητής ανέφερε ότι πρώην συνάδελφοί του εγκατέλειψαν επίσης το Αφγανιστάν και μετέβησαν στο Πακιστάν ή σε άλλες χώρες, χωρίς ο ίδιος να διατηρεί πλέον επικοινωνία μαζί τους. Διευκρίνισε ότι στην περιοχή Hauza 6 της Καμπούλ διέμεναν άτομα διαφορετικών εθνοτικών ομάδων, μεταξύ των οποίων Tajik, Hazara και Pashtun. Ανέφερε, επίσης, ότι είχε εκδώσει αφγανικό διαβατήριο ήδη από τον Ιανουάριο του 2021 για πιθανές μελλοντικές ανάγκες ταξιδιού ή για λόγους υγείας (βλ. ερ. 25).
31. Ως προς τον φόβο επιστροφής και τη δυνατότητα προστασίας ή μετεγκατάστασης, ο Αιτητής δήλωσε ότι φοβάται πως οι Ταλιμπάν θα τον σκοτώσουν λόγω της προηγούμενης εργασίας του με ξένους, καθότι, κατά τον ίδιο, θεωρούν τα πρόσωπα αυτά «άπιστους». Δεν επικαλέστηκε οποιονδήποτε άλλο λόγο φόβου. Υποστήριξε ότι δεν δύναται να τύχει κρατικής προστασίας και ότι ούτε η μετεγκατάστασή του σε άλλη περιοχή του Αφγανιστάν, όπως η Mazar-i-Sharif, θα ήταν ασφαλής, καθώς οι Ταλιμπάν διενεργούν ελέγχους σε ολόκληρη τη χώρα (βλ. ερ. 25).
32. Προς επίρρωση των ισχυρισμών του, ο Αιτητής προσκόμισε το εθνικό διαβατήριό του σε πρωτότυπη μορφή, με ημερομηνία έκδοσης 1.8.2021 και ημερομηνία λήξης 1.8.2026, καθώς και εθνικό δελτίο ταυτότητας (βλ. ερ. 12). Περαιτέρω, προσκόμισε κάρτα εργαζομένου στην εταιρεία Zuhmat (βλ. ερ. 34), αντίγραφο συστατικής επιστολής της ίδιας εταιρείας, ημερομηνίας 14.10.2021 (βλ. ερ. 41), αντίγραφο επιστολής του Αιτητή ημερομηνίας 17.10.2021, με την οποία τους ενημερώνει ότι διατρέχουν κίνδυνο (βλ. ερ. 36), καθώς και το βιογραφικό του σημείωμα (βλ. ερ. 35). Τέλος, προσκόμισε αντίγραφα τεσσάρων πιστοποιητικών ποινικού μητρώου, εκδοθέντων από τις ούτω καλούμενες αρχές των μη ελεγχόμενων από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχών (βλ. ερ. 37-40).
33. Αξιολογώντας τους ισχυρισμούς του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή και ο δεύτερος την εργασία του σε εταιρεία συνεργαζόμενη με ξένο οργανισμό και τον συνακόλουθο ισχυρισμό του περί κινδύνου από τους Ταλιμπάν. Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθώς οι δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν ικανοποιητικές και σύμφωνες με τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, καθώς και με τα έγγραφα που προσκόμισε.
34. Αποδεκτός κρίθηκε και ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με την εργοδότησή του στην εταιρεία Zuhmat, τη συνεργασία αυτής με Αμερικανούς και τα καθήκοντα που ο ίδιος ασκούσε ήταν συνεκτικές και επαρκείς, χωρίς να εντοπιστούν ουσιώδεις αντιφάσεις. Στο πλαίσιο δε της αξιολόγησης της εξωτερικής αξιοπιστίας, οι Καθ’ ων η αίτηση παρέπεμψαν σε πληροφορίες από εξωτερικές πηγές, σύμφωνα με τις οποίες Αφγανοί που είχαν εργαστεί ή συνεργαστεί με ξένες δυνάμεις είχαν αποτελέσει αντικείμενο στοχοποίησης από τους Ταλιμπάν. Όπως προκύπτει ωστόσο και με βάση τις διαπιστώσεις των Καθ’ ων η αίτηση στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου, η αποδοχή, του εν λόγω ουσιώδους ισχυρισμού αφορούσε την επαγγελματική ιδιότητα του Αιτητή και το γενικότερο ενδεχόμενο στοχοποίησης προσώπων με αντίστοιχο επαγγελματικό προφίλ και όχι την αποδοχή ότι η συγκεκριμένη επίθεση που ο ίδιος επικαλέστηκε είχε πράγματι λάβει χώρα εξαιτίας της εργασίας του ή ότι οι δράστες αυτής ήταν Ταλιμπάν.
35. Στη βάση του πρώτου αποδεκτού ισχυρισμού του Αιτητή, ήτοι της ταυτότητας, της χώρας καταγωγής και των προσωπικών στοιχείων/προφίλ του, λαμβάνοντας υπόψη πληροφορίες αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο διαμονής του καθώς επίσης και το γεγονός ότι δεν είχε διαπιστωθεί ότι είχε υποστεί στη χώρα καταγωγής του κάποια μορφή δίωξης ή σοβαρής βλάβης, κρίθηκε ότι δεν υπήρχε εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να εκτεθεί, σε περίπτωση επιστροφής του στην Καμπούλ του Αφγανιστάν, σε συνθήκες που ισοδυναμούν με δίωξη ή σοβαρή βλάβη. Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί εθνοτικής διάκρισης, από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης κρίθηκε ότι δεν προέκυπτε στο πρόσωπό του παρελθούσα απόπειρα εθνοτικής διάκρισης ή γενικότερα δίωξη του ιδίου ή της οικογένειάς του εξαιτίας του Τατζικικού του υποβάθρου.
36. Στη βάση του δεύτερου αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση εξέτασαν ειδικότερα κατά πόσον η επαγγελματική ιδιότητα του Αιτητή δημιουργούσε εξατομικευμένο κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του. Στο πλαίσιο αυτό αξιολόγησαν και το περιστατικό κατά το οποίο ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι τρία πρόσωπα τον απείλησαν με μαχαίρι ενώ επέστρεφε από την εργασία του. Έκριναν ότι οι απαντήσεις του ως προς τη σύνδεση του εν λόγω περιστατικού με την εργασία του ήταν ανεπαρκείς, καθότι δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει συγκεκριμένα γιατί θεωρούσε ότι η επίθεση σχετιζόταν με την επαγγελματική του δραστηριότητα, ενώ δεν αναγνώρισε τους δράστες και δεν προέκυψε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που να καταδεικνύει ότι αυτοί ήταν Ταλιμπάν ή ότι ενήργησαν λόγω της εργασίας του. Ως εκ τούτου, οι Καθ’ ων η αίτηση δεν θεώρησαν το συγκεκριμένο περιστατικό ως εκδήλωση προσωπικής στοχοποίησης του Αιτητή λόγω της επαγγελματικής του ιδιότητας και κατέληξαν ότι δεν υφίστατο εύλογα πιθανός κίνδυνος για τον Αιτητή εξ αυτού του λόγου σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
37. Επιπλέον, αφού έλαβαν υπόψη τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Καμπούλ, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν, βάσει του συνολικού πληθυσμού της επαρχίας και λαμβάνοντας υπόψη το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για νέο, υγιή άνδρα, με υψηλό μορφωτικό επίπεδο και υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του, ότι δεν συνέτρεχε εύλογη πιθανότητα να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του.
38. Προχωρώντας, τέλος, στη νομική ανάλυση, οι Καθ’ ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι δεν προέκυπτε βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή, κατά την έννοια του άρθρου 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023, ούτε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στις διατάξεις περί συμπληρωματικής προστασίας του άρθρου 19(2) των ιδίων νόμων.
38. Προχωρώντας στην de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν μου δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, κρίνεται, επί τη βάσει των ενώπιον μου στοιχείων, ότι γίνεται δεκτό το εύρημα των Καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό. Το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]
39. Συγκεκριμένα, ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής υπήρξε σαφής ως προς τα προσωπικά του στοιχεία. Η αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού εδραιώνεται περαιτέρω και από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες εντοπίζονται στο διοικητικό φάκελο και από το διαβατήριό του.
40. Ως προς την αξιολόγηση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή η ακόλουθη περιγραφή αποδίδει πληρέστερα το περιεχόμενό του, ήτοι ότι η εργασία του Αιτητή σε εταιρεία συνεργαζόμενη με ξένα συμφέροντα και τα περιστατικά που αποδίδει σε στοχοποίησή του από τους Ταλιμπάν
41. Ως προς το πρώτο σκέλος του υπό εξέταση ισχυρισμού, ήτοι την επαγγελματική δραστηριότητα του Αιτητή, διαπιστώνεται ότι αυτός παρέθεσε κατά τη συνέντευξή του συγκεκριμένες και, εν γένει, συνεκτικές πληροφορίες. Ειδικότερα, ανέφερε ότι εργάστηκε από το 2020 στην εταιρεία Zuhmat, η οποία, κατά τα λεγόμενά του, συνεργαζόταν με Αμερικανούς, και περιέγραψε τη θέση και τα καθήκοντά του ως συντονιστή. Εξήγησε ότι ήταν υπεύθυνος, μεταξύ άλλων, για την προμήθεια αναλώσιμων, καρτών και ενδυμάτων εργασίας, καθώς και για την εξεύρεση και μεταφορά τεχνικού προσωπικού και άλλων αναγκαίων ειδών σε διάφορα σημεία. Παρείχε επίσης πληροφορίες ως προς την έδρα και τη λειτουργία της εταιρείας και κατονόμασε συνεργαζόμενες εταιρείες. Οι σχετικές δηλώσεις του παρουσιάζουν επαρκή βαθμό λεπτομέρειας και δεν εντοπίζονται σε αυτές ουσιώδεις αντιφάσεις ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του ως προς την επαγγελματική του δραστηριότητα.
42. Διαφορετική είναι, ωστόσο, η εικόνα ως προς το δεύτερο σκέλος του ισχυρισμού, ήτοι ότι εξαιτίας της συγκεκριμένης εργασίας περιήλθε προσωπικά στο στόχαστρο των Ταλιμπάν. Καταρχάς, ο βασικός πυρήνας του ισχυρισμού δεν εμφανίζεται όψιμα, αφού ήδη κατά την υποβολή της αίτησής του ο Αιτητής είχε αναφέρει ότι εργαζόταν για αμερικανική εταιρεία, ότι δέχθηκε επίθεση με μαχαίρι και ότι, μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν, οι τελευταίοι μετέβαιναν στην οικία του και τον αναζητούσαν. Η συνέπεια αυτή ως προς τον γενικό πυρήνα της αφήγησής του συνεκτιμάται θετικά.
43. Εντούτοις, όταν κλήθηκε κατά την προσωπική του συνέντευξη να εξειδικεύσει το περιστατικό της επίθεσης, οι πληροφορίες που παρέθεσε δεν ήταν επαρκείς για να στοιχειοθετήσουν σύνδεση μεταξύ αυτού και της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Ο Αιτητής τοποθέτησε το περιστατικό περί τον Ιούλιο του 2021 και ανέφερε ότι, ενώ επέστρεφε από την εργασία του, τρία πρόσωπα του επιτέθηκαν, δύο εκ των οποίων τον κρατούσαν ενώ τρίτο πρόσωπο τον μαχαίρωσε στην κοιλιακή χώρα. Ωστόσο, δεν ανέφερε ότι οι δράστες προέβησαν σε οποιαδήποτε δήλωση αναφορικά με την εργασία του, τη συνεργασία της εταιρείας του με ξένα συμφέροντα ή τους Ταλιμπάν, ούτε ότι οι ίδιοι αυτοπροσδιορίστηκαν ως μέλη ή συνεργάτες των τελευταίων. Αντιθέτως, όταν ρωτήθηκε για ποιο λόγο θεωρούσε ότι η επίθεση συνδεόταν με την εργασία του, παρέπεμψε γενικά στο ότι η εργασία του ήταν γνωστή στην περιοχή, ότι υπήρχαν περιστατικά απαγωγών και ότι υπήρχαν πρόσωπα αντίθετα προς τις ξένες εταιρείες. Ο ίδιος, εξάλλου, δήλωσε ότι δεν γνώριζε τους δράστες. Ως εκ τούτου, ακόμη και εάν γίνει δεκτό ότι ο Αιτητής υπέστη την περιγραφόμενη επίθεση και τραυματίστηκε με μαχαίρι, δεν προκύπτει από τις δηλώσεις του επαρκής πραγματική βάση για την περαιτέρω συναγωγή ότι οι δράστες ήταν Ταλιμπάν ή ότι η επίθεση είχε ως κίνητρο την επαγγελματική του δραστηριότητα. Η σύνδεση αυτή στηρίζεται πρωτίστως στην προσωπική εκτίμηση του Αιτητή και όχι σε συγκεκριμένα στοιχεία που αφορούν τους δράστες, τις δηλώσεις τους ή τις περιστάσεις τέλεσης της επίθεσης.
44. Περαιτέρω, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη χρονική αλληλουχία των γεγονότων. Η επίθεση τοποθετείται από τον ίδιο τον Αιτητή τον Ιούλιο του 2021, ενώ αυτός εγκατέλειψε οριστικά το Αφγανιστάν στις 29.1.2022. Μεσολάβησε, επομένως, χρονικό διάστημα περίπου έξι μηνών από το περιστατικό μέχρι την αναχώρησή του και περισσότερο από πέντε μήνες από την ανάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν τον Αύγουστο του 2021. Η παραμονή του στη χώρα για το ως άνω χρονικό διάστημα δεν αναιρεί αφ’ εαυτής τον προβαλλόμενο κίνδυνο, αποτελεί όμως στοιχείο που πρέπει να συνεκτιμηθεί κατά την εξέταση του κατά πόσον υφίστατο ενεργό και εξατομικευμένο ενδιαφέρον των Ταλιμπάν προς το πρόσωπό του.
45. Συναφώς, ο Αιτητής επικαλέστηκε επισκέψεις Ταλιμπάν στην οικογενειακή του οικία μετά την ανάληψη της εξουσίας από αυτούς. Ωστόσο, ούτε ως προς τα περιστατικά αυτά οι δηλώσεις του παρουσιάζουν τον βαθμό συγκεκριμενοποίησης που ευλόγως θα αναμενόταν για γεγονότα τα οποία ο ίδιος επικαλείται ως ένδειξη προσωπικής αναζήτησής του. Ο Αιτητής δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας, καθότι, κατά τα λεγόμενά του, βρισκόταν τότε στο Ιράν, και όσα γνώριζε του μεταφέρθηκαν από τη μητέρα του. Επίσης, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει την ακριβή ημερομηνία της πρώτης επίσκεψης. Ανέφερε ότι κατά την πρώτη επίσκεψη οι Ταλιμπάν ερεύνησαν την οικία και προκάλεσαν αναστάτωση αναζητώντας κρυμμένα όπλα, χωρίς όμως να αναφέρει ότι κατά το συγκεκριμένο περιστατικό τον αναζήτησαν ονομαστικά ή ότι συνέδεσαν την έρευνα με την προηγούμενη εργασία του.
46. Ως προς τις μεταγενέστερες επισκέψεις, ο Αιτητής ανέφερε ότι πραγματοποιήθηκαν ακόμη δύο φορές και ότι οι Ταλιμπάν ρώτησαν τη μητέρα του «για εμάς», διευκρινίζοντας ότι εννοούσε τον ίδιο και τον μεγαλύτερο αδελφό του. Ερωτηθείς πού βρίσκονταν οι ίδιοι, απάντησε ότι η μητέρα του τούς είχε αναφέρει ότι δεν γνώριζε. Εντούτοις, δεν παρέθεσε συγκεκριμένες πληροφορίες ως προς το περιεχόμενο των ερωτήσεων, τον λόγο για τον οποίο τους αναζητούσαν ή οποιαδήποτε αναφορά των Ταλιμπάν στην εργασία του. Μάλιστα, όταν ερωτήθηκε για ποιο λόγο θεωρούσε ότι ενδεχομένως αναζητούσαν τον αδελφό του, απάντησε ότι το υπέθετε επειδή εκείνος ήταν ο μεγαλύτερος του σπιτιού. Οι ως άνω δηλώσεις δεν καταδεικνύουν με επαρκή σαφήνεια ότι οι επισκέψεις είχαν ως ειδικό σκοπό τον εντοπισμό του Αιτητή εξαιτίας της προηγούμενης επαγγελματικής του δραστηριότητας.
47. Συνεκτιμάται ακόμη ότι ο Αιτητής δεν ανέφερε οποιαδήποτε άμεση επικοινωνία, απειλή ή προειδοποίηση από τους Ταλιμπάν προς τον ίδιο, ούτε κάποιο άλλο περιστατικό κατά το οποίο να του γνωστοποιήθηκε ότι αναζητείται λόγω της εργασίας του. Εξάλλου, κατά την εξέταση του μελλοντικού του φόβου περιορίστηκε να δηλώσει ότι οι Ταλιμπάν θα τον σκοτώσουν επειδή όποιος εργάστηκε με ξένους θεωρείται άπιστος, χωρίς να προσθέσει περαιτέρω εξατομικευμένα στοιχεία ως προς τυχόν συνεχιζόμενο ενδιαφέρον τους για το πρόσωπό του.
48. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, οι δηλώσεις του Αιτητή κρίνονται επαρκείς και συνεκτικές ως προς την εργασία του στην εταιρεία Zuhmat και τη συνεργασία της τελευταίας με ξένα συμφέροντα. Αντιθέτως, δεν κρίνονται επαρκώς συγκεκριμένες και θεμελιωμένες ως προς τον ισχυρισμό ότι ο ίδιος αποτέλεσε προσωπικό στόχο των Ταλιμπάν εξαιτίας της εργασίας αυτής. Ιδίως, δεν τεκμηριώνεται επαρκώς ούτε η σύνδεση της επίθεσης του Ιουλίου 2021 με τους Ταλιμπάν και την επαγγελματική του δραστηριότητα ούτε ότι οι μεταγενέστερες επισκέψεις στην οικογενειακή οικία συνιστούσαν ειδική αναζήτηση του ιδίου για τον λόγο αυτό.
49. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του πρώτου σκέλους του ισχυρισμού, τα στοιχεία που προσκόμισε ο Αιτητής, μεταξύ των οποίων κάρτα εργαζομένου στην εταιρεία Zuhmat, συστατική επιστολή της εταιρείας ημερομηνίας 14.10.2021 και επιστολή προς τους εργαζομένους της ημερομηνίας 17.10.2021 σχετικά με τον κίνδυνο που αντιμετώπιζαν, λειτουργούν υποστηρικτικά προς τις δηλώσεις του ως προς την επαγγελματική του δραστηριότητα. Σε συνδυασμό με τη λεπτομερή και κατά βάση συνεπή περιγραφή των καθηκόντων του, τα στοιχεία αυτά ενισχύουν την αξιοπιστία του συγκεκριμένου σκέλους του ισχυρισμού.
50. Περαιτέρω, από τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής στις οποίες παρέπεμψαν και οι Καθ’ ων η αίτηση προκύπτει ότι, μετά την ανάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν, πρόσωπα που είχαν εργαστεί ή συνεργαστεί με ξένες στρατιωτικές δυνάμεις ή άλλους ξένους φορείς είχαν αποτελέσει αντικείμενο αναζητήσεων, απειλών, συλλήψεων ή άλλης κακομεταχείρισης. Οι εν λόγω πληροφορίες είναι, συνεπώς, συμβατές σε γενικό επίπεδο με την ύπαρξη κινδύνου για ορισμένες κατηγορίες πρώην συνεργατών ξένων συμφερόντων.
51. Η γενική αυτή συμβατότητα, ωστόσο, δεν αρκεί αφ’ εαυτής για να επιβεβαιώσει ότι κάθε πρόσωπο που εργάστηκε σε εταιρεία συνδεόμενη με ξένα συμφέροντα αποτέλεσε ή θα αποτελέσει προσωπικό στόχο των Ταλιμπάν. Απαιτείται η συνεκτίμηση της φύσης και του βαθμού της συνεργασίας, της θέσης και των καθηκόντων του ενδιαφερομένου, της έκθεσής του έναντι των ξένων φορέων και, ιδίως, τυχόν συγκεκριμένων ενδείξεων ότι η προηγούμενη δραστηριότητά του είχε περιέλθει σε γνώση των Ταλιμπάν και είχε προκαλέσει εξατομικευμένο ενδιαφέρον προς το πρόσωπό του.
52. Εν προκειμένω, οι εξωτερικές πληροφορίες επιβεβαιώνουν μεν το γενικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται ο ισχυρισμός του Αιτητή, δεν είναι όμως ικανές να θεραπεύσουν τις προαναφερθείσες ελλείψεις της ατομικής του αφήγησης. Ειδικότερα, δεν προκύπτει εξωτερικό στοιχείο που να συνδέει τη συγκεκριμένη επίθεση του Ιουλίου 2021 με τους Ταλιμπάν, ούτε στοιχείο που να επιβεβαιώνει ότι οι μεταγενέστερες επισκέψεις στην οικογενειακή οικία πραγματοποιήθηκαν προς αναζήτηση του Αιτητή λόγω της εργασίας του.
53. Επιπρόσθετα, ως προς το προσκομισθέν έγγραφο με τίτλο “Threat Letter”, το οποίο φέρει ημερομηνία 17.10.2021 και απευθύνεται στο SIV Program Office της Πρεσβείας των Ηνωμένων Πολιτειών στην Καμπούλ, παρατηρείται ότι αυτό εμφανίζεται να έχει συνταχθεί και υπογραφεί από τον ίδιο τον Αιτητή. Σε αυτό ο τελευταίος αναφέρεται στην εργασία του στην εταιρεία Zuhmat, στη συνεργασία του με αμερικανικά συμφέροντα και στον κατ’ ισχυρισμόν κίνδυνο που αντιμετώπιζε ο ίδιος και η οικογένειά του μετά την ανάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν, αιτούμενος τη χορήγηση ειδικής μεταναστευτικής θεώρησης (SIV). Ως εκ τούτου, το περιεχόμενο του εγγράφου αποτυπώνει ουσιαστικά δηλώσεις του ίδιου του Αιτητή και δεν συνιστά ανεξάρτητη επιβεβαίωση της επικαλούμενης στοχοποίησης ή του κινδύνου που ισχυρίζεται ότι αντιμετώπιζε. Περαιτέρω, από μόνη την αναγραφόμενη επί του εγγράφου ημερομηνία δεν δύναται να επιβεβαιωθεί ο πραγματικός χρόνος σύνταξης ή αποστολής του. Υπό τα δεδομένα αυτά, το εν λόγω έγγραφο συνεκτιμάται μεν στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης, πλην όμως αποδίδεται σε αυτό περιορισμένη αποδεικτική βαρύτητα ως προς την επικαλούμενη προσωπική στοχοποίηση του Αιτητή.
54. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός κατά το μέρος που αφορά την εργασία του Αιτητή στην εταιρεία Zuhmat και τη συνεργασία της εταιρείας με ξένα συμφέροντα. Δεν γίνεται, όμως, αποδεκτός κατά το μέρος που αφορά την αποδιδόμενη από τον Αιτητή προσωπική στοχοποίησή του από τους Ταλιμπάν εξαιτίας της εν λόγω επαγγελματικής δραστηριότητας, καθότι η αιτιώδης σύνδεση της επίθεσης και των μεταγενέστερων επισκέψεων στην οικογενειακή οικία με την εργασία του δεν θεμελιώνεται με επαρκώς συγκεκριμένες και εξατομικευμένες πληροφορίες.
55. Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να διατρέχει ο Αιτητής, πέραν των όσων ο ίδιος δήλωσε και τα οποία απορρίφθηκαν ανωτέρω, στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών του, παρατηρείται ότι κρίσιμα στοιχεία που δέον να εξεταστούν είναι ιδίως η κατάσταση ασφαλείας στην χώρα του και το προφίλ του Αιτητή ιδίως ως προς τη φυλετική και θρησκευτική του ταυτότητα.
56. Καταρχάς, ο Αιτητής δεν εξέφρασε οποιονδήποτε φόβο δίωξης εξαιτίας της θρησκευτικής του ταυτότητας ως Σουνίτη μουσουλμάνου ή της εθνοτικής του καταγωγής ως Tajik.
57. Ειδικώς ως προς την εθνοτική καταγωγή του Αιτητή Tajik η έκθεση της EUAA αναφέρει ότι το ανασταλμένο Σύνταγμα του 2004 της πρώην κυβέρνησης αναγνώριζε ρητά 14 εθνοτικές ομάδες: Παστούν, Τατζίκους, Χαζάρα, Ουζμπέκους, Τουρκμένους, Μπαλούχ, Πατσάι, Νουριστάνι, Αϊμάκ, Άραβες, Κιργίζιους, Κιζιλμπάς, Γκουτζούρ, Μπραχούι, καθώς και «άλλες φυλές». Υπάρχουν διάφορες εκτιμήσεις σχετικά με το σχετικό μέγεθος των εθνοτικών ομάδων. Οι εκτιμήσεις για το ποσοστό των Παστούν κυμαίνονται μεταξύ 40 % και 50 % του πληθυσμού, των Τατζίκων μεταξύ 25–27 %, των Χαζάρα μεταξύ 9–18 %, των Ουζμπέκων μεταξύ 6–15 %, και των Τουρκμένων μεταξύ 1,5–3 %[2].
58. Η έκθεση χώρας για το Αφγανιστάν του 2026 από το Ίδρυμα Bertelsmann στο πλαίσιο του Δείκτη Μετασχηματισμού Bertelsmann (BTI) που καλύπτει την περίοδο Φεβρουαρίου 2023 – Ιανουαρίου 2025[3] αναφέρει ότι το Αφγανιστάν διαμορφώνεται από βαθιά ριζωμένες εθνο-πολιτικές διαιρέσεις, με την εθνοτική καταγωγή, τη θρησκευτική ταυτότητα, τις περιφερειακές συνδέσεις και το χάσμα μεταξύ αγροτικών και αστικών περιοχών να διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στις ιστορικές και σύγχρονες συγκρούσεις της χώρας. Οι σημαντικότερες διαιρέσεις περιλαμβάνουν τις εντάσεις μεταξύ των Παστούν — της παραδοσιακά κυρίαρχης εθνοτικής ομάδας και βασικής κοινωνικής βάσης στήριξης των Ταλιμπάν — και άλλων κοινοτήτων όπως οι Τατζίκοι, οι Χαζάρα, οι Ουζμπέκοι και οι Τουρκμένοι. Οι θρησκευτικές διαφορές, ιδιαίτερα μεταξύ Σουνιτών και Σιιτών μουσουλμάνων (με χαρακτηριστικό παράδειγμα την περιθωριοποίηση των σιιτών Χαζάρα), επιδεινώνουν περαιτέρω τον κατακερματισμό της χώρας. Αυτές οι διαιρέσεις, που εντάθηκαν μετά τη σοβιετική εισβολή του 1979 και τις επόμενες δεκαετίες εμφυλίου πολέμου, παραμένουν άλυτες. Παρότι οι Ταλιμπάν ανακοίνωσαν γενική αμνηστία όταν ανέλαβαν την εξουσία και διατύπωσαν ρητορικές δεσμεύσεις υπέρ της συμπερίληψης, στην πράξη δεν έχουν προχωρήσει σε ουσιαστικό επιμερισμό της εξουσίας ούτε σε συμφιλίωση με μη ταλιμπανικές παρατάξεις. Κανένας εκπρόσωπος άλλων πολιτικών, εθνοτικών ή θρησκευτικών ομάδων δεν έχει διοριστεί σε θέσεις επιρροής στην κυβέρνηση, ενώ παρατηρείται εμφανής απουσία διαλόγου με τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης[4].
59. Η ίδια πηγή αναφέρει ότι, η σύγχρονη ιστορία του Αφγανιστάν έχει διαμορφωθεί από επαναλαμβανόμενους κύκλους βίας και πολιτικής αστάθειας, που προέρχονται από τη σοβιετική εισβολή του 1979, τον εμφύλιο πόλεμο της δεκαετίας του 1990, την άνοδο και την πτώση του πρώτου καθεστώτος των Ταλιμπάν και τις δύο δεκαετίες εξέγερσης που ακολούθησαν την υπό αμερικανική ηγεσία επέμβαση του 2001. Τα γεγονότα αυτά έχουν εδραιώσει βαθιές πολιτικές, ιδεολογικές και εθνοτικές διαιρέσεις, ιδιαίτερα μεταξύ των Παστούν, Τατζίκων, Χαζάρα, Ουζμπέκων και άλλων εθνοτικών ομάδων, καθεμία από τις οποίες έχει βιώσει αποκλεισμό, περιθωριοποίηση ή καταπίεση σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Οι εκτεταμένες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η κυριαρχία πολεμάρχων, οι μεταβαλλόμενες συμμαχίες και οι ξένες παρεμβάσεις έχουν επιπλέον κατακερματίσει την αφγανική κοινωνία και έχουν καλλιεργήσει τραύμα και δυσπιστία[5].
60. Η Διεθνής Αμνηστία στην έκθεσή της για την Κατάσταση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του 2026 (που καλύπτει το 2025) αναφέρει ότι οι κοινότητες των Μπαγιάτ, Χαζάρα, Ισμαηλιτών (Σιιτών) και Τατζίκων υπέστησαν διακρίσεις στην παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας, μεταξύ άλλων στις επαρχίες Μπανταχσάν, Γάζνι, Γκορ και Νιμρούζ, λόγω πιέσεων να επικεντρωθεί η βοήθεια σε περιοχές που είχαν οριστεί από τους Ταλιμπάν. ΜΚΟ ανέφεραν επίσης διακρίσεις στην απασχόληση εις βάρος περιθωριοποιημένων εθνοτικών ομάδων και θρησκευτικών μειονοτήτων[6].
61. Από το σύνολο των ανωτέρω πληροφοριών δεν προκύπτει ότι τα πρόσωπα εθνοτικής καταγωγής Tajik στο Αφγανιστάν υφίστανται, αποκλειστικά και μόνο λόγω της εθνοτικής τους ταυτότητας, γενικευμένη ή συστηματική δίωξη τέτοιας έντασης ώστε η ιδιότητα αυτή να αρκεί, αφ’ εαυτής, για τη θεμελίωση βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης. Αναμφίβολα, οι διαθέσιμες πληροφορίες καταδεικνύουν την ύπαρξη βαθιά ριζωμένων εθνοτικών διαιρέσεων, την περιορισμένη εκπροσώπηση μη παστούν εθνοτικών ομάδων στις υφιστάμενες δομές εξουσίας, καθώς και περιστατικά δυσμενούς μεταχείρισης και διακρίσεων εις βάρος Tajik, μεταξύ άλλων ως προς την πρόσβαση σε ανθρωπιστική βοήθεια και την απασχόληση. Τα στοιχεία αυτά, ωστόσο, δεν καταδεικνύουν άνευ ετέρου ότι κάθε πρόσωπο εθνοτικής καταγωγής Tajik διατρέχει πραγματικό κίνδυνο πράξεων που, λόγω της φύσης ή της επαναληπτικότητάς τους, ανέρχονται στο επίπεδο της δίωξης.
62. Εν προκειμένω, πέραν της ιδιότητάς του ως Tajik, δεν προέκυψε οποιοδήποτε εξατομικευμένο στοιχείο ικανό να διαφοροποιήσει τη θέση του Αιτητή από εκείνη του λοιπού πληθυσμού της ίδιας εθνοτικής καταγωγής. Αντιθέτως, ο ίδιος δεν εξέφρασε οποιονδήποτε φόβο εξαιτίας της εθνοτικής του καταγωγής ούτε συνέδεσε οποιοδήποτε περιστατικό που βίωσε στο Αφγανιστάν με αυτήν. Ως εκ τούτου, λαμβανομένων υπόψη τόσο των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή όσο και των διαθέσιμων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, δεν στοιχειοθετείται εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να υποστεί, σε περίπτωση επιστροφής του στο Αφγιστάν, πράξεις δίωξης αποκλειστικά και μόνο λόγω της εθνοτικής του καταγωγής ως Tajik.
63. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή, ότι στοχοποιείται από τους Ταλιμπάν εξαιτίας της εργασίας του σε εταιρεία διεθνών συμφερόντων, σε συνέχεια και του ανωτέρω συμπεράσματος περί μη θεμελίωσης προσωπικής στοχοποίησής του εξαιτίας αυτής του της ιδιότητας, η έκθεση της EUAA για το Αφγανιστάν[7] αναφέρει ότι λίγο μετά την ανάληψη της εξουσίας το 2021, οι Taliban εξέδωσαν γενική αμνηστία για άτομα που είχαν υπηρετήσει στη δημόσια διοίκηση και στις δυνάμεις ασφαλείας της προηγούμενης κυβέρνησης. Έκτοτε, ανώτεροι de facto αξιωματούχοι έχουν επανειλημμένα επιβεβαιώσει τη δέσμευση της de facto κυβέρνησης στην αμνηστία, καλώντας να τηρείται [8]. Ωστόσο σημειώνεται ότι το κείμενο της αμνηστίας δεν έχει δημοσιοποιηθεί πέρα από γενικές αναφορές στην ύπαρξή της[9], και σύμφωνα με την United Nations Assistance Mission in Afghanistan (UNAMA), αυτό έχει δημιουργήσει αβεβαιότητες σχετικά με το χρονικό πεδίο εφαρμογής της και τις συνέπειες πιθανής παραβίασής της[10].Το δύσκολο περιβάλλον πληροφόρησης περιπλέκει περαιτέρω την έρευνα γύρω από το ζήτημα, καθώς οι de facto αρχές φέρεται να παρεμποδίζουν τις αναφορές για δολοφονίες[11], αποτρέποντας τα μέσα ενημέρωσης[12], καθώς και τα θύματα και τα μέλη των οικογενειών τους, από το να μιλούν δημόσια[13].
64. Η γενική αμνηστία επεκτείνεται και σε άτομα που συνδέονταν με ξένες δυνάμεις[14]. Πολλά από αυτά τα άτομα απομακρύνθηκαν από το Afghanistan λίγο μετά την ανάληψη της εξουσίας από τους Taliban το 2021[15], ενώ όσοι παρέμειναν στη χώρα φέρεται να ζουν κρυμμένοι[16], συμπεριλαμβανομένων και διερμηνέων[17]. Σε συνέντευξή του στο Radio Sweden τον Ιανουάριο του 2024, ο Ειδικός Εισηγητής του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα στο Αφγανιστάν περιέγραψε τα άτομα που είχαν υπηρετήσει ξένες δυνάμεις ως ιδιαίτερα ευάλωτα σε παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς θεωρούνται ότι εργάστηκαν «για τον εχθρό»[18]. Παρομοίως, η καθηγήτρια de Jong σημείωσε ότι οι de facto αρχές θεωρούν όσους υπηρέτησαν ξένες δυνάμεις ως «προδότες», με τους διερμηνείς να αποτελούν πρωταρχικούς στόχους. Η ίδια πηγή τόνισε ότι η αμνηστία δεν γίνεται αισθητή από αυτή την ομάδα ούτε από όσους υπηρέτησαν στις πρώην δυνάμεις ασφαλείας[19].
65. Η καθηγήτρια de Jong προειδοποίησε να μην βασίζεται κανείς αποκλειστικά στον αριθμό των καταγεγραμμένων δολοφονιών για να αξιολογήσει την κατάσταση των Αφγανών που υπηρέτησαν ξένες δυνάμεις. Σημείωσε ότι πολλοί από αυτούς, ιδιαίτερα οι διερμηνείς, έχουν απομακρυνθεί από τη χώρα — πράγμα που σημαίνει ότι οι πιθανοί στόχοι δεν βρίσκονται πλέον στο Αφγανιστάν. Επιπλέον, όσοι παραμένουν στη χώρα έχουν υιοθετήσει στρατηγικές επιβίωσης, όπως το να ζουν κρυμμένοι μακριά από τις οικογένειές τους, χωρίς όμως να μπορούν να ζήσουν μια φυσιολογική ζωή[20].
66. Επιπλέον, η καθηγήτρια de Jong σημείωσε ότι οποιοσδήποτε είχε ρόλο συνδεδεμένο με δυτικές δυνάμεις μπορεί να αποτελέσει πιθανό στόχο, ανέφερε επίσης ότι οι ατομικές περιστάσεις μπορούν να επηρεάσουν τον βαθμό έκθεσης ενός ατόμου στον κίνδυνο, συμπεριλαμβανομένης της ευαισθησίας της αποστολής στην οποία συμμετείχε (π.χ. ασφάλεια, πληροφορίες, μάχιμες επιχειρήσεις έναντι λιγότερο ευαίσθητων αναπτυξιακών έργων). Ορισμένα μέλη προσωπικού είχαν επίσης προσληφθεί εκτός της περιοχής επιχειρήσεων, γεγονός που σε κάποιες περιπτώσεις θα μπορούσε να μειώσει τον κίνδυνο στοχοποίησης εάν επέστρεφαν στην περιοχή καταγωγής τους. Η καθηγήτρια de Jong σημείωσε ακόμη ότι όσοι προσλαμβάνονταν τοπικά ήταν συχνά άτομα που εκτελούσαν «ανειδίκευτη» εργασία, όπως καθαριστές, οδηγοί και φρουροί. Αν και αυτά τα άτομα μπορεί να μην αποτελούν «πρωταρχικούς στόχους», ενδέχεται ταυτόχρονα να είναι «γνωστοί στόχοι», καθώς ανήκαν στις τοπικές κοινότητες όπου πραγματοποιούνταν οι επιχειρήσεις[21].
67. Από τις ανωτέρω πληροφορίες προκύπτει ότι η προηγούμενη απασχόληση προσώπου σε φορέα συνδεόμενο με ξένες δυνάμεις δύναται, αναλόγως των ιδιαίτερων περιστάσεων, να αποτελέσει παράγοντα αυξημένου κινδύνου υπό το υφιστάμενο καθεστώς των Ταλιμπάν. Τούτο, ωστόσο, δεν συνεπάγεται ότι κάθε μορφή προηγούμενης εργασιακής σχέσης με ξένη εταιρεία ή φορέα θεμελιώνει, αφ’ εαυτής, πραγματικό κίνδυνο δίωξης. Αντιθέτως, από τις ίδιες πληροφορίες προκύπτει ότι κρίσιμη παραμένει η εξατομικευμένη αξιολόγηση του συγκεκριμένου προφίλ, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, της φύσης του εργοδότη, του είδους και της ευαισθησίας των καθηκόντων, του βαθμού και της προβολής της σύνδεσης του προσώπου με ξένες δυνάμεις, καθώς και του κατά πόσον η σύνδεση αυτή ήταν ή μπορούσε να καταστεί γνωστή στις de facto αρχές.
68. Εν προκειμένω, ακόμη και λαμβανομένης ως δεδομένης της απασχόλησης του Αιτητή στην εταιρεία Zuhmat, το συγκεκριμένο εργασιακό του προφίλ δεν προκύπτει ότι ενέπιπτε στις κατηγορίες εκείνες που, σύμφωνα με τις ανωτέρω πληροφορίες, εμφανίζουν εντονότερη έκθεση σε κίνδυνο. Ειδικότερα, από τις δηλώσεις του προκύπτει ότι ασκούσε καθήκοντα συντονισμού και κάλυψης λειτουργικών αναγκών της εταιρείας, όπως η προμήθεια αναλώσιμων, ενδυμάτων και εργαλείων και η εξεύρεση αναγκαίου προσωπικού. Δεν προέκυψε ότι παρείχε υπηρεσίες στις ξένες στρατιωτικές δυνάμεις ούτε ότι ασκούσε καθήκοντα σχετικά με την ασφάλεια, τις πληροφορίες ή στρατιωτικές επιχειρήσεις ή ότι κατείχε άλλη ευαίσθητη ή ιδιαίτερα προβεβλημένη θέση.
69. Περαιτέρω, και ιδιαιτέρως σημαντικό, σε συνέχεια του ανωτέρω συμπεράσματος επί της αξιοπιστίας, δεν έγινε αποδεκτό ότι η επίθεση με μαχαίρι συνδεόταν με τους Ταλιμπάν ή με την επαγγελματική δραστηριότητα του Αιτητή, ούτε ότι οι μεταγενέστερες ενέργειες που επικαλέστηκε στοιχειοθετούν προσωπική αναζήτησή του από αυτούς εξαιτίας της εργασίας του. Συνεπώς, απουσιάζει στην περίπτωσή του εξατομικευμένη ένδειξη ότι οι Ταλιμπάν τού έχουν ήδη αποδώσει την ιδιότητα συνεργάτη ξένων δυνάμεων ή ότι έχει περιέλθει ειδικώς στην προσοχή τους εξαιτίας της προηγούμενης απασχόλησής του.
70. Υπό τα δεδομένα αυτά, και χωρίς να παραγνωρίζεται ότι οι διαθέσιμες πληροφορίες καταγράφουν παραβιάσεις εις βάρος προσώπων που είχαν συνδεθεί με ξένες δυνάμεις και ότι η εξαγγελθείσα γενική αμνηστία δεν εφαρμόζεται πάντοτε αποτελεσματικά, δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα ο συγκεκριμένος Αιτητής να υποστεί, σε περίπτωση επιστροφής του στο Αφγανιστάν, πράξεις δίωξης αποκλειστικά λόγω της προηγούμενης απασχόλησής του στην εταιρεία Zuhmat. Η απλή προηγούμενη εργασιακή του σχέση με την εν λόγω εταιρεία, εξεταζόμενη υπό το φως της φύσης των καθηκόντων του και ελλείψει αποδεκτών στοιχείων προσωπικής στοχοποίησης ή άλλων επιβαρυντικών παραγόντων, δεν επαρκεί εν προκειμένω για τη θεμελίωση βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης.
71. Ως προς την κατάσταση ασφαλείας ευρύτερα στη χώρα αλλά και ειδικότερα στο τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητής επισημαίνονται τα εξής. Αναφορικά με την Καμπούλ η Έκθεση της EUAA που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 2026 αναφέρει ότι η πόλη δεν κατάφερε να ακολουθήσει τον αυξημένο ρυθμό αστικοποίησης, με αποτέλεσμα το 80% του πληθυσμού να ζει σε αυθαίρετες/άτυπες κατοικίες. Η κυβέρνηση των Ταλιμπάν ξεκίνησε έργα υποδομής, αλλά πολλοί κάτοικοι έχασαν τα σπίτια τους χωρίς αποζημίωση, οδηγούμενοι σε άστεγη κατάσταση. Παράλληλα, παρατηρείται ανάπτυξη πολυτελών ακινήτων λόγω βελτίωσης της ασφάλειας. Η πόλη αντιμετωπίζει σοβαρή κρίση νερού: τα υπόγεια ύδατα μειώνονται και το 80% είναι μολυσμένο από χημικά, λύματα και τοξίνες, με κίνδυνο να μείνει χωρίς πόσιμο νερό μέχρι το 2030.
72. Οι κάτοικοι ζουν κυρίως από μισθωτή εργασία, ημερομίσθια και μικρό εμπόριο. Η ανεργία αυξάνεται λόγω περιορισμένων ευκαιριών στην κυβέρνηση και στον NGO τομέα, ενώ η επιστροφή προσφύγων έχει εντείνει τον ανταγωνισμό για δουλειά. Ο βασικός μισθός για πτυχιούχους με τρία χρόνια εμπειρία ήταν 250–450 EUR/μήνα, οι ειδικευμένοι ημερομίσθιοι έπαιρναν 10–14 EUR, και οι ανειδίκευτοι 4–5 EUR.
73. Η επισιτιστική ανασφάλεια είναι σοβαρή: περίπου 25% του πληθυσμού βρισκόταν σε «κρίσιμη» κατάσταση και 40% σε «πιεσμένη» κατάσταση. Οι τιμές τροφίμων είναι υψηλές, και πολλά νοικοκυριά δυσκολεύονται να αγοράσουν ακόμα και βασικά τρόφιμα. Η ζήτηση για στέγαση αυξήθηκε, με τα ενοίκια να έχουν διπλασιαστεί σε ορισμένες περιοχές (π.χ. 3-δωμάτιο διαμέρισμα στο κέντρο: ~230 EUR/μήνα). Η Καμπούλ διαθέτει τους περισσότερους επαγγελματίες υγείας στη χώρα και περισσότερα νοσοκομεία και κλινικές. Ωστόσο, παρατηρούνται ελλείψεις προσωπικού, προμηθειών και υψηλό κόστος υπηρεσιών. Σύμφωνα με έρευνα, μόνο το 35–46% των κατοίκων μπορεί να έχει πρόσβαση και να πληρώσει για βασική ιατρική περίθαλψη ή φάρμακα, ενώ πολλοί έχουν πρόσβαση αλλά δεν μπορούν να πληρώσουν και σημαντικό ποσοστό δεν έχει καθόλου πρόσβαση[22].
74. Όσον αφορά στη γενική Κατάσταση Ασφαλείας, η Διεθνής Αμνηστία (Amnesty International) σε έκθεσή της ημερομηνίας 21/04/2026 (που καλύπτει το έτος 2025) ότι μετά την ανάληψη της εξουσίας, οι Ταλιμπάν παρέμειναν οι de facto αρχές της χώρας μετά την κατάρρευση της προηγούμενης κυβέρνησης τον Αύγουστο του 2021[23]. Η ίδια πηγή αναφέρει ότι oι Ταλιμπάν ενέτειναν τις συστηματικές και εκτεταμένες επιθέσεις τους κατά των δικαιωμάτων των γυναικών και των κοριτσιών ενώ προέβησαν σε διακρίσεις εις βάρος εθνοθρησκευτικών ομάδων, συμπεριλαμβανομένου του εξαναγκασμού οπαδών του Ισμαηλισμού (σιιτικό ρεύμα) να ασπαστούν το σουνιτικό Ισλάμ. Παράλληλα, οι Ταλιμπάν κατέστειλαν τα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης και κάθε κριτική προς τις πολιτικές τους, μεταξύ άλλων μέσω αυθαίρετων συλλήψεων και κρατήσεων δημοσιογράφων και πρώην κυβερνητικών υπαλλήλων. Οι κρατούμενοι και οι επικριτές υπέστησαν εξωδικαστικές εκτελέσεις, βασανιστήρια και άλλες μορφές κακομεταχείρισης, ενώ οι διαμαρτυρίες καταστέλλονταν συστηματικά. Η πρόσβαση σε δίκαιη δίκη παρέμενε ουσιαστικά αδύνατη. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο εξέδωσε εντάλματα σύλληψης για τον ηγέτη των Ταλιμπάν και τον Ανώτατο Δικαστή τους. Το Αφγανιστάν αντιμετώπιζε οικονομική αστάθεια και μια ολοένα βαθύτερη ανθρωπιστική κρίση. Η έλλειψη χρηματοδότησης έθεσε σε κίνδυνο βασικές υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης που παρείχε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ). Οι διακρίσεις περιόρισαν την πρόσβαση στην ανθρωπιστική βοήθεια για περιθωριοποιημένες εθνοτικές και θρησκευτικές ομάδες. Οι αναγκαστικές εξώσεις επηρέασαν δυσανάλογα γυναίκες και κορίτσια, ιδιαίτερα τους Χαζάρα.
75. Οι κυρώσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ κατά των Ταλιμπάν παρέμειναν σε ισχύ, ενώ πολλοί ηγέτες των Ταλιμπάν εξακολουθούσαν να υπόκεινται σε ταξιδιωτικές απαγορεύσεις[24]. Μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν τον Αύγουστο του 2021, τον επόμενο μήνα oι Ταλιμπάν εξήγγειλαν την ίδρυση του Ισλαμικού Εμιράτου του Αφγανιστάν (Islamic Emirate of Afghanistan)[25] και τη δημιουργία ενός υπουργικού συμβουλίου, τα μέλη του οποίου διορίζονταν απευθείας από τον Ανώτατο Ηγέτη με διάταγμα, άνευ ψήφισης από το νομοθετικό σώμα[26]. Το υπουργικό συμβούλιο απαρτιζόταν αποκλειστικά από άντρες, οι περισσότεροι εκ των οποίων είχαν εθνοτική καταγωγή Παστούν και κληρικό προφίλ[27]. Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2021, οι Ταλιμπάν ανέστειλαν το Σύνταγμα του 2004 και εξήγγειλαν τον έλεγχο συμμόρφωσης του υπάρχοντος νομικού πλαισίου με τη Σαρία προχωρώντας μετέπειτα στην έκδοση διαταγμάτων και οδηγιών ως προς την εφαρμογή της Σαρία[28]. Μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν, τα επίπεδα ένοπλης βίας και οι βλάβες στους αμάχους μειώθηκαν σημαντικά σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη συγκρούσεων[29].
76. Η de facto κυβέρνηση έχει αντιμετωπίσει ένοπλη αντίσταση από ομάδες αντίστασης και το Islamic State Khorasan Province (ISKP)[30]. Αν και η βία από τέτοιες ομάδες έχει γενικά μειωθεί μετά την κορύφωσή της το 2022[31], οι ομάδες αντίστασης συνεχίζουν να πραγματοποιούν επιθέσεις χαμηλής έντασης, στοχεύοντας κυρίως τις de facto αρχές[32]. Μεταξύ αυτών των ομάδων, αναφέρθηκε ότι το Εθνικό Μέτωπο Αντίστασης του Αφγανιστάν (NRF) και το Μέτωπο Ελευθερίας του Αφγανιστάν (AFF) εξακολουθούσαν να είναι ενεργά το 2023 και το 2024[33]. Το ISKP αύξησε τις επιθέσεις μετά την κατάληψη της εξουσίας και συνέχισε να πραγματοποιεί επιθέσεις εναντίον πολιτικών στόχων και εναντίον των de facto αρχών[34]. Μέχρι το 2024, δεκάδες περιστατικά εκρήξεων και επιθέσεων αυτοκτονίας σημειώνονταν σε ετήσια βάση[35], στοχοποιώντας τις de facto αρχές[36] και αμάχους[37], με την ευθύνη πολλών εξ αυτών να έχει αναλάβει το ISKP[38].
77. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED (ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 08/05/2026), στη Αφγανιστάν καταγράφηκαν 939 περιστατικά πολιτικής βίας, εκ των οποίων προέκυψαν 1,163 θάνατοι. Όσον αφορά στην Καμπούλ έχουν καταγραφεί 120 περιστατικά πολιτικής βίας, εκ των οποίων προέκυψαν 361 θάνατοι . Σημειώνεται επιπλέον ότι ο πληθυσμός του Αφγανιστάν καταγράφεται στα 45,0 εκατομμύρια κατοίκους ενώ στη Καμπούλ ο πληθυσμός ανέρχεται στα 5,0 εκατομμύρια κατοίκους .
78. Από τη συνεκτίμηση των ανωτέρω πληροφοριών προκύπτει ότι, παρά τις σοβαρές προκλήσεις που εξακολουθούν να υφίστανται στο Αφγανιστάν και ειδικότερα στην Καμπούλ, η κατάσταση ασφαλείας έχει διαφοροποιηθεί ουσιωδώς μετά την ανάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν τον Αύγουστο του 2021, με σημαντική μείωση των επιπέδων ένοπλης βίας και των απωλειών μεταξύ των αμάχων σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο της ένοπλης σύρραξης. Παρότι εξακολουθούν να καταγράφονται περιστατικά βίας, περιλαμβανομένων επιθέσεων του ISKP και ενεργειών ένοπλων ομάδων αντίστασης, οι ενέργειες αυτές εμφανίζονται κατά κύριο λόγο στοχευμένες έναντι των de facto αρχών ή συγκεκριμένων κατηγοριών προσώπων και δεν καταδεικνύουν, ως προς την Καμπούλ, επίπεδο αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης ώστε η απλή παρουσία αμάχου στην περιοχή να συνεπάγεται, αφ’ εαυτής, πραγματικό κίνδυνο για τη ζωή ή τη σωματική του ακεραιότητα.
79. Περαιτέρω, οι ιδιαίτερα δυσμενείς κοινωνικοοικονομικές και ανθρωπιστικές συνθήκες στην Καμπούλ, όπως η επισιτιστική ανασφάλεια, η ανεργία, η στεγαστική πίεση, η περιορισμένη πρόσβαση σε πόσιμο νερό και οι δυσχέρειες πρόσβασης σε υγειονομική περίθαλψη, συνιστούν αναμφίβολα σοβαρές προκλήσεις για τον εκεί διαμένοντα πληθυσμό. Δεν προκύπτει, ωστόσο, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία ότι οι συνθήκες αυτές, εξεταζόμενες σε συνάρτηση με τις ατομικές περιστάσεις του συγκεκριμένου Αιτητή, είναι τέτοιας έντασης ώστε να θεμελιώνουν αφ' εαυτών πραγματικό κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετης προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ ή σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή του.
80. Ειδικότερα, ο Αιτητής είναι νεαρός ενήλικος άνδρας, με δωδεκαετή σχολική εκπαίδευση, πανεπιστημιακή φοίτηση και προηγούμενη εργασιακή πείρα, ο οποίος γεννήθηκε και διέμενε στην Καμπούλ μέχρι την αναχώρησή του και, συνεπώς, είναι εξοικειωμένος με το κοινωνικό και οικιστικό περιβάλλον της. Επιπλέον, στην Καμπούλ εξακολουθούν να διαμένουν μέλη της οικογένειάς του. Δεν προέκυψαν δε ιδιαίτεροι παράγοντες ευαλωτότητας οι οποίοι, σε συνδυασμό με τις επικρατούσες συνθήκες, να διαφοροποιούν ουσιωδώς τη θέση του από εκείνη του λοιπού άμαχου πληθυσμού.
81. Υπό το φως των ανωτέρω και σε συνδυασμό με τα προηγηθέντα συμπεράσματα περί μη θεμελίωσης προσωπικής στοχοποίησής του από τους Ταλιμπάν, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στην Καμπούλ, θα αντιμετωπίσει πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο σοβαρής βλάβης εξαιτίας της γενικής κατάστασης ασφαλείας ή των εκεί επικρατουσών ανθρωπιστικών και κοινωνικοοικονομικών συνθηκών.
82. Σε σχέση με τους επιστραφέντες το ReliefWeb σε έκθεση του για τους Αφγανούς επιστραφέντες του 2026 αναφέρει ότι το Αφγανιστάν δεν προσφέρει σήμερα τις κατάλληλες συνθήκες για ασφαλείς, εθελοντικές και αξιοπρεπείς επιστροφές. Οι συνεχιζόμενες ανθρωπιστικές ανάγκες, η εκτεταμένη φτώχεια, οι περιορισμένες υπηρεσίες και οι κίνδυνοι προστασίας σημαίνουν ότι οι επιστροφές, ιδιαίτερα οι αναγκαστικές επιστροφές, εκθέτουν τα άτομα σε αυξημένη ευαλωτότητα[39]. Η ίδια πηγή αναφέρει ότι τα εκατομμύρια Αφγανών που επιστρέφουν στο Αφγανιστάν επιστρέφουν σε μια χώρα που ήδη αγωνίζεται κάτω από το βάρος μιας βαθιάς και πολυδιάστατης κρίσης. Περισσότερα από τέσσερα χρόνια μετά το τέλος των ενεργών εχθροπραξιών, το Αφγανιστάν παραμένει μία από τις σοβαρότερες ανθρωπιστικές κρίσεις παγκοσμίως, όπου σχεδόν ο μισός πληθυσμός, περίπου 21,9 εκατομμύρια άνθρωποι το 2026, χρειάζεται κάποια μορφή ανθρωπιστικής βοήθειας απλώς για να καλύψει βασικές καθημερινές ανάγκες[40]. Η κρίση επηρεάζει κάθε τομέα: επισιτιστική ασφάλεια και διατροφή, υγεία, υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης, προστασία, εκπαίδευση και μέσα βιοπορισμού. Πέρα από αυτά, οι επαναπατριζόμενοι αντιμετωπίζουν και μακροπρόθεσμες προκλήσεις που αφορούν την προστασία, τη στέγαση, την επανένταξη, την απασχόληση και την πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες.
83. Οι ανωτέρω πληροφορίες δεν παραγνωρίζονται και καταδεικνύουν ότι οι επιστρέφοντες στο Αφγανιστάν καλούνται να επανενταχθούν σε ένα εξαιρετικά δυσμενές ανθρωπιστικό και κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον, χαρακτηριζόμενο, μεταξύ άλλων, από εκτεταμένη φτώχεια, επισιτιστική ανασφάλεια, περιορισμένες ευκαιρίες απασχόλησης, στεγαστικές δυσχέρειες και ανεπαρκή πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες. Οι δυσχέρειες αυτές, ωστόσο, δεν επιδρούν κατά τρόπο ομοιόμορφο σε κάθε επιστρέφοντα, αλλά η πραγματική επίδρασή τους πρέπει να αξιολογείται υπό το πρίσμα των ιδιαίτερων προσωπικών και οικογενειακών περιστάσεων εκάστου.
84. Εν προκειμένω, ο Αιτητής είναι νεαρός, ενήλικος και άτεκνος άνδρας, χωρίς να έχει προκύψει οποιαδήποτε ιδιαίτερη ευαλωτότητα, με δωδεκαετή σχολική εκπαίδευση, πανεπιστημιακή φοίτηση και προηγούμενη εργασιακή εμπειρία. Γεννήθηκε και διέμενε στην Καμπούλ μέχρι την αναχώρησή του από το Αφγανιστάν και, ως εκ τούτου, διαθέτει μακρόχρονη εξοικείωση με το κοινωνικό, πολιτισμικό και οικιστικό περιβάλλον του τόπου επιστροφής. Περαιτέρω, δεν πρόκειται για πρόσωπο στερούμενο οικογενειακού δικτύου στη χώρα καταγωγής του, αφού, σύμφωνα με τις ίδιες τις δηλώσεις του, η μητέρα του, αδελφός του και άλλα μέλη της οικογένειάς του εξακολουθούν να διαμένουν στην Καμπούλ. Η ύπαρξη του εν λόγω οικογενειακού δικτύου αποτελεί πρόσθετο στοιχείο που πρέπει να συνυπολογιστεί κατά την εκτίμηση της πραγματικής δυνατότητας επανένταξής του.
85. Σημαντικό είναι, επίσης, ότι το προφίλ του Αιτητή δεν παρουσιάζει ορισμένα από τα χαρακτηριστικά τα οποία, υπό το υφιστάμενο καθεστώς των Ταλιμπάν, δύνανται να επιτείνουν ουσιωδώς τις δυσχέρειες αυτοσυντήρησης και επανένταξης. Ιδίως, οι γυναίκες και τα κορίτσια βρίσκονται αντιμέτωπες με θεσμοθετημένους και εκτεταμένους περιορισμούς ως προς την εκπαίδευση, την εργασία, την ελευθερία μετακίνησης και τη συμμετοχή στη δημόσια ζωή, οι οποίοι περιορίζουν σημαντικά τη δυνατότητα οικονομικής αυτονομίας και πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες. Τέτοιοι περιορισμοί δεν εφαρμόζονται κατά τον ίδιο τρόπο σε ενήλικες άνδρες του προφίλ του Αιτητή. Η UN Women επισημαίνει, μάλιστα, ότι οι περιορισμοί αυτοί έχουν οδηγήσει σε σχεδόν πλήρη κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό αποκλεισμό των γυναικών και κοριτσιών.[41]
86. Συνεπώς, μολονότι αναγνωρίζεται ότι η επιστροφή του Αιτητή θα λάβει χώρα υπό αντικειμενικά δυσμενείς οικονομικές και ανθρωπιστικές συνθήκες και ενδέχεται να συνεπάγεται σημαντικές πρακτικές δυσχέρειες κατά την επανένταξή του, δεν προκύπτει ότι, υπό το φως του συγκεκριμένου προσωπικού του προφίλ, οι δυσχέρειες αυτές προσλαμβάνουν τέτοια ένταση ώστε να τον εκθέτουν σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης ή μεταχείρισης αντίθετης προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Προς τούτο συνεκτιμώνται ιδίως η ηλικία και το φύλο του, η απουσία ιδιαίτερων παραγόντων ευαλωτότητας, το μορφωτικό και εργασιακό του υπόβαθρο, η μακρόχρονη προηγούμενη διαμονή και εξοικείωσή του με την Καμπούλ, καθώς και η παρουσία εκεί άμεσου οικογενειακού δικτύου.
87. Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 10 αυτού.
27. Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, η υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347), καθώς ο Αιτητής δεν τεκμηριώνει, αλλά και από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.
28. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό και δεδομένου ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε, ότι ενόψει των προσωπικών του περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32] ότι αυτός διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του [βλ άρθρο 15 (α) και (β) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347].
29. Ούτε εξάλλου, προκύπτει ότι συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο προσφεύγων, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή [βλ. άρθρο 15 (γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 και απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94 Elgafaji, σκέψη 43].
30. Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε Αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους υπαγωγής του στο καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».
88. Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. [Βλ. απόφαση της 30ης Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28]. Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα, το Δικαστήριο κρίνει ότι στην περιοχή καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι στην Καμπούλ, δεν υφίσταται επί του παρόντος κατάσταση εσωτερικής ένοπλης σύρραξης τέτοιας φύσης και έντασης ώστε να μπορεί να εξομοιωθεί με την κατάσταση ένοπλης σύγκρουσης που επικρατούσε στη χώρα πριν από την ανάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν τον Αύγουστο του 2021. Πράγματι, μολονότι εξακολουθούν να δραστηριοποιούνται ένοπλες ομάδες, όπως το ISKP, το NRF και το AFF, και να καταγράφονται περιστατικά ένοπλης βίας και επιθέσεων στην Καμπούλ, οι διαθέσιμες πληροφορίες καταδεικνύουν σημαντική μείωση της έντασης και της έκτασης της ένοπλης βίας μετά το 2021, με τις ενέργειες των ομάδων αντίστασης να είναι χαμηλής έντασης και να στρέφονται κατά κύριο λόγο εναντίον των de facto αρχών. Ως εκ τούτου, δεν προκύπτει η ύπαρξη παρατεταμένων και γενικευμένων ένοπλων συγκρούσεων στην Καμπούλ μεταξύ των de facto αρχών και οργανωμένων ένοπλων ομάδων τέτοιας έντασης ώστε η κατάσταση να δύναται, υπό τα υφιστάμενα δεδομένα, να χαρακτηριστεί ως εσωτερική ένοπλη σύρραξη κατά την έννοια της σχετικής νομολογίας του ΔΕΕ. Ως εκ τούτου, παρέλκει η οποιαδήποτε άλλη εξέταση των συστατικών στοιχείων της υπό εξέταση διάταξης.
89. Επικουρικώς, ως προς τις περιστάσεις του Αιτητή, επισημαίνεται ότι ο Αιτητής είναι άνδρας νεαρής ηλικίας και χωρίς προβλήματα υγείας. Πρόκειται για λειτουργικά αυτόνομο και ικανό προς εργασία και αυτοσυντήρηση πρόσωπο. Είναι περαιτέρω εξοικειωμένος με την περιοχή, καθότι διέμενε για αρκετά χρόνια, άρα σε θέση να γνωρίζει και να αξιολογεί επαρκώς τους κινδύνους, δεν έχει τεκμηριώσει περιστατικό παρελθούσας δίωξης, ενώ διαθέτει ευρύτερο οικογενειακό και κοινωνικό υποστηρικτικό δίκτυο. Ως εκ τούτου, κρίνεται ότι ο Αιτητής ως άμαχος δεν διατρέχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, ένεκα του επιπέδου των ένοπλων συγκρούσεων που λαμβάνουν χώρα στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του.
31. Ως προς δε την απόφαση επιστροφής του, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω [Βλ. απόφαση της της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51 και απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, υπόθεση C-313/25 PPU, GB κατά Minister van Asiel en Migratie [Adrar], ECLI:EU:C:2025:647, ιδίως σκέψεις 60 έως 66].
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με € 1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition,
EUAA https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system [ημερομηνία πρόσβασης 18.11.2025], σ. 120-134.
UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status
[2] 2024 Country Guidance Afghanistan διαθέσιμο στο https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-01/2024_05_CG_AFG_Final.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[3] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report - Afghanistan, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_AFG.pdf, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[4] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report - Afghanistan, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_AFG.pdf, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[5] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report - Afghanistan, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_AFG.pdf, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[6] Amnesty International, The State of the World's Human Rights; Afghanistan 2025, 21 April 2026, https://www.amnesty.org/en/location/asia-and-the-pacific/south-asia/afghanistan/report-afghanistan/, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[7] COI Report – Afghanistan: Country Focus διαθέσιμο στο https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_01_Afghanistan_COI_Report_Country_Focus.pdf
[8] UNAMA, No safe heaven: Human rights risks faced by persons involuntarily returned to Afghanistan, July 2025, https://unama.unmissions.org/sites/default/files/unama_hrs_-_human_rights_risks_and_returns_-_3_august_25_final.pdf, σελ. 9). (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[9] Afghanistan International, Former Afghan President’s Daughter Draws Attention During Meeting With Abdullah, 28 April 2025, https://www.afintl.com/en/202504284905; International analyst (A), interview 8–9 June 2023, and email communication, 10 October 2023 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[10] UNAMA, A barrier to securing peace: Human rights violations against former government officials and former armed force members in Afghanistan, 22 August 2023, https://unama.unmissions.org/sites/default/files/a_barrier_to_securing_peace_aug_2023_english_.pdf, σελ. 11(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[11] Germany, BAMF, Länderkurzinformation Afghanistan, Situation ehemaliger Sicherheitskräfte (ANSF), October 2024, https://www.bamf.de/SharedDocs/Anlagen/DE/Behoerde/Informationszentrum/Laenderkurzinformationen/2024/laenderkurzinfo-afghanistan-10-24-ansf.pdf?__blob=publicationFile&v=1, σελ. 1(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[12] Rawadari, Afghanistan, Human Rights Situation Report 2023, March 2024, https://rawadari.org/wp-content/uploads/2024/03/RW_Annual_Report_2023_English.pdf, σελ. 5, 11(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[13] Rawadari, The Afghanistan Mid-Year Human Rights Situation Report, August 2024, https://rawadari.org/wp-content/uploads/2025/04/RW_Annual_Report_Human_Rights_Report_2025_ENG.pdf, σελ. 10 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[14] AP, Afghanistan: more than 100 believed killed despite Taliban amnesty offer, says UN, 31 January 2022, https://www.theguardian.com/world/2022/jan/31/afghanistan-more-than-100-believed-killed-despite-taliban-amnesty-offer-says-un; BBC News, Amid violent reprisals, Afghans fear the Taliban's 'amnesty' was empty, 31 August 2021, https://www.bbc.com/news/world-asia-58395954
[15] Lighthouse Reports, France’s forgotten Afghan spies, 12 Aril 2023, https://www.lighthousereports.com/investigation/frances-forgotten-afghan-spies/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[16] UN Human Rights Council, Situation of human rights in Afghanistan, 20 February 2025, https://www.ohchr.org/sites/default/files/2025-02/a-hrc-58-80-aev-1-en.pdf, παρ. 84; NPR, Three years after the U.S. withdrawal, former Afghan forces are hunted by the Taliban, 25 September 2024, https://www.npr.org/2024/09/25/nx-s1-5099028/former-afghan-army-and-police-hunted-by-the-taliban; de Jong, S., online interview, 30 October 2025 COI Report – Afghanistan: Country Focus διαθέσιμο στο https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_01_Afghanistan_COI_Report_Country_Focus.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[17] Boston Herald, Manuel: Afghan interpreters left behind fight for survival, 11 October 2024, https://www.bostonherald.com/2024/10/11/manuel-afghan-interpreters-left-behind-fight-for-survival/; de Jong, S., online interview, 30 October 2025 COI Report – Afghanistan: Country Focus διαθέσιμο στο https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_01_Afghanistan_COI_Report_Country_Focus.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[18] Radio Sweden, Konflikt: Dödshoten mot Sveriges medarbetare i Afghanistan, 12 January 2024, https://sverigesradio.se/avsnitt/dom-hjalpte-sverige-nu-ar-de-strandade-i-talibanernas-afghanistan, 25:10 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[19] de Jong, S., online interview, 30 October 2025, COI Report – Afghanistan: Country Focus διαθέσιμο στο https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_01_Afghanistan_COI_Report_Country_Focus.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[20] de Jong, S., online interview, 30 October 2025, COI Report – Afghanistan: Country Focus διαθέσιμο στο https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_01_Afghanistan_COI_Report_Country_Focus.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[21] de Jong, S., online interview, 30 October 2025, COI Report – Afghanistan: Country Focus διαθέσιμο στο https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_01_Afghanistan_COI_Report_Country_Focus.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[22] EUAA (European Union Agency for Asylum), Afghanistan Country Focus, January 2026, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_01_Afghanistan_COI_Report_Country_Focus.pdf, σελ.91-94 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[23] Amnesty International, The State of the World's Human Rights; Afghanistan 2025, 21 April 2026, https://www.amnesty.org/en/location/asia-and-the-pacific/south-asia/afghanistan/report-afghanistan/, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[24] Amnesty International, The State of the World's Human Rights; Afghanistan 2025, 21 April 2026, https://www.amnesty.org/en/location/asia-and-the-pacific/south-asia/afghanistan/report-afghanistan/, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[25] WSJ, Taliban unveil new Afghan government, 7 September 2021, https://www.wsj.com/world/middle-east/taliban-crack-down-on-protest-led-by-women-in-kabul-11631014019, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[26] UNSG, The situation in Afghanistan and its implications for international peace and security, A/76/667- S/2022/64, 28 January 2022, https://digitallibrary.un.org/record/3956568/files/A_76_667--S_2022_64-EN.pdf , paras. 3-4; VOA, Taliban Uncertainty Prompts Bid for Afghan Rights Body in Exile, 10 March 2022, https://www.voanews.com/a/taliban-uncertainty-prompts-bid-for-afghan-rights-body-in-exile-/6479378.html, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[27] UNSG, The situation in Afghanistan and its implications for international peace and security, A/76/667- S/2022/64, 28 January 2022, https://digitallibrary.un.org/record/3956568/files/A_76_667--S_2022_64-EN.pdf, παρ. 4; International Crisis Group, Afghanistan's Taliban Expand Their Interim Government, 28 September 2021, https://www.crisisgroup.org/qna/asia-pacific/afghanistan/afghanistans-taliban-expand-their-interim-government, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026).
[28] UNSG, The situation in Afghanistan and its implications for international peace and security, A/76/667- S/2022/64, 28 January 2022,https://digitallibrary.un.org/record/3956568/files/A_76_667--S_2022_64-EN.pdf, παρ. 6, ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026).
[29] UN Security Council, The situation in Afghanistan and its implications for international peace and security, 28 January 2022, https://docs.un.org/en/A/76/667, παρ. 3; UNAMA, Human Rights in Afghanistan 15 August 2021-15 June 2022, July 2022, unama.unmissions.org/sites/default/files/unama_human_rights_in_afghanistan_report_-_june_2022_english.pdf, σελ. 3, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026).
[30] International Crisis Group, Afghanistan's Security Challenges under the Taliban, 12 August 2022, https://www.crisisgroup.org/sites/default/files/326-afghanistans-security-challenges_0.pdf , σελ.11, . Τζιχαντιστική οργάνωση που αποτελεί παρακλάδι του λεγόμενου «Ισλαμικού Κράτους» στην περιοχή Αφγανιστάν-Πακιστάν. Εξτρεμιστική σουνιτική οργάνωση με στόχο την εγκαθίδρυση «χαλιφάτου» μέσω βίας. Θεωρεί τους Taliban (Ταλιμπάν) «ανεπαρκώς ισλαμιστές» και συμβιβασμένους (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[31] BBC News, What happened to IS in 2023, 26 December 2023, https://www.bbc.com/news/world-middle-east-67819988 , (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[32] UN General Assembly and UN Security Council, The situation in Afghanistan and its implications for international peace and security, 6 December 2024, https://docs.un.org/en/A/79/675 , παρ. 3; UNAMA, Update on the human rights situation in Afghanistan: October-December 2024, 27 January 2025, https://unama.unmissions.org/sites/default/files/human_rights_situation_in_afghanistan_october_-_december_2024_-_english_0.pdf , σελ. 4-5; UNAMA, Update on the human rights situation in Afghanistan: January-March 2025, 1 May 2025, https://unama.unmissions.org/sites/default/files/unama_update_on_human_rights_in_afghanistan_january-march_2025.pdf , σελ. 4, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[33] UCDP, Afghanistan, 2024, https://ucdp.uu.se/country/700; UN Security Council, The Situation in Afghanistan and its implications for international peace and security, 28 February 2024, https://unama.unmissions.org/sites/default/files/sg_report_on_afghanistan_march_2024.pdf, para. 21, UN Security Council, The situation in Afghanistan and its implications for international peace and security, 13 June 2024, unama.unmissions.org/sites/default/files/sg_report_june_2024.pdf, para. 18; UN Security Council, The situation in Afghanistan and its implications for international peace and security, 9 September 2024, https://documents.un.org/doc/undoc/gen/n24/249/79/pdf/n2424979.pdf, παρ. 16, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[34] HRW, World report 2024: Afghanistan, Events of 2023, 12 January 2024, https://www.hrw.org/world-report/2024/country-chapters/afghanistan#260ac4; Stimson, Transcript - Afghanistan's Evolving Terrorism Landscape under the Taliban, 21 August 2024, https://www.stimson.org/2024/transcript-afghanistans-evolving-terrorism-landscape-under-the-taliban/; UCDP, Afghanistan, [2024], https://ucdp.uu.se/country/700 , (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[35] BBC News, Suicide bomb kills Taliban minister in Kabul, 11 December 2024, https://www.bbc.com/news/articles/cvg952q81x8o , (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[36] Centre on Armed Groups, Drivers of ISKP Recruitment in Afghanistan, August 2024, https://static1.squarespace.com/static/628c94ceae15ed6eb64d03fd/t/66b9af900444bf03f6c5218a/1723445162520/Drivers+of+ISKP+Recruitment+in+Afghanistan_August+2024.pdf , σελ. 5; HRW, World Report 2025, Afghanistan, Events of 2024, 16 January 2025, https://www.hrw.org/world-report/2025/country-chapters/afghanistan, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[37] AOAV, Explosive Violence Monitor 2024, 21 May 2025, https://aoav.org.uk/wp-content/uploads/2025/05/Explosive-Violence-Monitor-2024-3.pdf , σελ. 31, 47; AOAV, Explosive Violence Monitor 2023, 19 April 2023, https://aoav.org.uk/wp-content/uploads/2024/04/Explosive-Violence-Monitor-2023.pdf , σελ. 43-44, 48; HRW, World Report 2025, Afghanistan, Events of 2024, 16 January 2025, https://www.hrw.org/world-report/2025/country-chapters/afghanistan , (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[38] OAV, Explosive Violence Monitor 2024, 21 May 2025, https://aoav.org.uk/wp-content/uploads/2025/05/Explosive-Violence-Monitor-2024-3.pdf, pp. 43, 47; AOAV, Explosive Violence Monitor 2023, 19 April 2023, https://aoav.org.uk/wp-content/uploads/2024/04/Explosive-Violence-Monitor-2023.pdf, σελ. 44, 48, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[39] INTERSOS, Returning to uncertainty: The situation of Afghan returnees, April 2026, available at: https://reliefweb.int/attachments/5f4ce991-5071-4690-bed3-47c5e44065a4/INTERSOS_AFG_ReturneesAdvocacyBrief_Apr2026.pdf, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[40] INTERSOS, Returning to uncertainty: The situation of Afghan returnees, April 2026, available at: https://reliefweb.int/attachments/5f4ce991-5071-4690-bed3-47c5e44065a4/INTERSOS_AFG_ReturneesAdvocacyBrief_Apr2026.pdf, σελ. 4 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/05/2026)
[41] Gender Index 2024: Afghanistan | Publications | UN Women – Headquarters, διαθέσιμο σε https://www.unwomen.org/en/digital-library/publications/2025/06/afghanistan-gender-index-2024 , ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13.8.2026.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο