I. J. N. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 3593/2023, 7/8/2026
print
Τίτλος:
I. J. N. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 3593/2023, 7/8/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

  Υπόθεση Αρ.:  3593/2023

7 Αυγούστου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

                                                                  I. J. N.,

από Νιγηρία

                                                                                             Αιτητής

                                    

-και-

 Κυπριακής Δημοκρατίας,

 μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κ. Χατζησέργη (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή

Ε. Ιωάννου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ’ ων η αίτηση 

Ο Αιτητής είναι παρών

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την υπό κρίση προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 31.08.2023 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας με βάση τα άρθρα 13(2)(δ) και 18(7Β) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»). 

 

I. ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση, καθώς και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ο οποίος κατατέθηκε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ. φ.»).

 

Ο Αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας, την οποία εγκατέλειψε στις 18.01.2022 και  στις 24.02.2022 εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές δια μέσου των μη ελεγχόμενων περιοχών, όπου διέμενε με φοιτητική άδεια. Στις 23.03.2022 συμπλήρωσε αίτηση για παροχή καθεστώτος διεθνούς προστασίας και στις 28.03.2022 παρέλαβε σχετική βεβαίωση υποβολής της αίτησής του. Στις 27.07.2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο EUAA (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος υπέβαλε στις 24.08.2023 εισηγητική έκθεση προς  τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου υπάλληλος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 31.08.2023 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 14.09.2023 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 13.09.2023. Με την υπό κρίση προσφυγή ο Αιτητής αμφισβητεί την εν λόγω απόφαση.

 

II. ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ

 

Εξειδικεύοντας και περιορίζοντας στα πλαίσια της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης δικηγόρου του, τους εγειρόμενους στην προσφυγή λόγους ακυρώσεως, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι ο Λειτουργός που διεξήγαγε τη συνέντευξη και συνέταξε την εισηγητική έκθεση επί του αιτήματός του δεν διαθέτει τα κατάλληλα προσόντα για να συνεκτιμήσει τις προσωπικές και γενικές συνθήκες που περιβάλλουν την αίτηση κατά παράβαση του άρθρου 13 Α (9) (α) του περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι σύμφωνα με την Κ.Δ.Π. 297/19 επιτρέπει στον λειτουργό μόνο τη διεξαγωγή συνεντεύξεων και όχι τη σύνταξη εισηγητικών εκθέσεων. Στο πλαίσιο του πιο πάνω λόγου ακύρωσης, προβάλλει ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα ακρόασης. Επιπλέον,  υποστηρίζει την έλλειψη δέουσας έρευνας, στο πλαίσιο της οποίας προβάλλει ότι το μοντέλο DSSH εφαρμόστηκε λανθασμένα στην περίπτωση του Αιτητή παραπέμποντας σε σημεία τόσο της συνέντευξης, όσο και της εισηγητικής έκθεσης. Καταλήγει ότι η  απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση στερείται επαρκούς αιτιολογίας και λήφθηκε υπό το καθεστώς πλάνης και με κατάχρηση εξουσίας.

 

Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση επισημαίνουν καταρχάς, ότι παρατηρείται έλλειψη εξειδίκευσης και/ή τεκμηρίωσης των λόγων ακυρώσεως που προωθεί ο Αιτητής κατά παραβίαση του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, υποβάλλοντας ότι για το λόγο αυτό δεν θα πρέπει να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο. Πέραν τούτου, οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, εξετάζοντας και αντικρούοντας ένα έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή, υποβάλλοντας ότι αυτή είναι αποτέλεσμα των εξουσιών με τις οποίες περιβάλλονται οι Καθ' ων η αίτηση, κατ' εφαρμογή των αρχών του διοικητικού δικαίου, λήφθηκε από αρμόδιο πρόσωπο κατόπιν δέουσας έρευνας όλων των σχετικών στοιχείων της υπόθεσης, αφού αξιολογήθηκαν όλα τα σχετικά γεγονότα και στοιχεία της υπόθεσης και ότι αυτή είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Ισχυρίζονται περαιτέρω, ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν αποσείουν το βάρος απόδειξης το οποίο ο ίδιος φέρει, τόσο ως προς τους λόγους ακυρώσεως που προωθεί με την προσφυγή του, όσο και προς την ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου.

 

Στην απαντητική γραπτή αγόρευσή του ο Αιτητής επαναλαμβάνει τα όσα ανέφερε στην γραπτή του αγόρευση.

 

III. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

 

Α. Επί του λόγου ακυρώσεως περί αναρμοδιότητας

 

Προέχει, βεβαίως, λόγω της φύσης του αλλά και ως ζήτημα λογικής προτεραιότητας, η εξέταση του ισχυρισμού περί αναρμοδιότητας του οργάνου που συμμετείχε στην εξέταση της αίτησης και στη σύνταξη της εισηγητικής έκθεσης, καθόσον η αρμοδιότητα των διοικητικών οργάνων αποτελεί ζήτημα δημόσιας τάξης, το οποίο εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, ακόμη και ελλείψει σχετικής ή επαρκούς δικογράφησής του.

 

Ο ισχυρισμός του Αιτητή εδράζεται στην επιχειρηματολογία ότι η Κ.Δ.Π. 297/2019 εξουσιοδοτεί τους εμπειρογνώμονες της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO), νυν Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA), αποκλειστικά στη διενέργεια προσωπικών συνεντεύξεων και όχι στη σύνταξη εισηγητικών εκθέσεων. Υποστηρίζει, συνεπώς, ότι ο λειτουργός της EUAA με τον κωδικό CW121 ενήργησε αναρμοδίως συντάσσοντας την εισηγητική έκθεση επί της αίτησής του.

 

Ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Καταρχάς, η συμμετοχή λειτουργών της EUAA στην εξέταση αιτήσεων διεθνούς προστασίας εντάσσεται στο πλαίσιο της επιχειρησιακής υποστήριξης που παρέχει ο Οργανισμός προς την Κυπριακή Δημοκρατία, σύμφωνα με το εφαρμοστέο ενωσιακό και εθνικό νομοθετικό πλαίσιο. Εν προκειμένω, κατά τον χρόνο διενέργειας της προσωπικής συνέντευξης του Αιτητή (27.07.2023) και σύνταξης της εισηγητικής έκθεσης (24.08.2023), βρισκόταν σε ισχύ το Επιχειρησιακό Σχέδιο μεταξύ της EUAA και της Κυπριακής Δημοκρατίας για την περίοδο 13.12.2021 έως 31.12.2024, το οποίο καθόριζε τα καθήκοντα των ομάδων υποστήριξης που επιχειρούσαν στη Δημοκρατία.

 

Περαιτέρω, η προσέγγιση αυτή έχει πλέον επιβεβαιωθεί και από το Εφετείο στην Bolarninwa Emmanuel Johnson[1], το οποίο έκρινε ότι, μολονότι η Κ.Δ.Π. 297/2019 προβλέπει τη διενέργεια προσωπικών συνεντεύξεων από εμπειρογνώμονες της EUAA, τα ειδικότερα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες των ομάδων υποστήριξης καθορίζονται από το εκάστοτε ισχύον Επιχειρησιακό Σχέδιο, σύμφωνα με το άρθρο 18 του τότε εφαρμοστέου Κανονισμού (ΕΕ) 439/2010. Το Εφετείο επικύρωσε περαιτέρω την κρίση ότι ούτε από την Κ.Δ.Π. 297/2019 ούτε από το εφαρμοστέο ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο προκύπτει απαγόρευση σύνταξης εισηγητικών εκθέσεων από λειτουργούς της EUAA, εφόσον η αποφασιστική αρμοδιότητα επί των αιτήσεων διεθνούς προστασίας εξακολουθεί να ασκείται αποκλειστικά από το κατά νόμο αρμόδιο όργανο της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Ούτε, εξάλλου, προκύπτει από τις πρόνοιες του ισχύοντος Επιχειρησιακού Σχεδίου, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου, ότι οι λειτουργοί της EUAA στερούνται αρμοδιότητας να διενεργούν προσωπικές συνεντεύξεις και να συντάσσουν εισηγητικές εκθέσεις επί αιτήσεων διεθνούς προστασίας. Αντιθέτως, από το σύνολο του εφαρμοστέου νομοθετικού πλαισίου συνάγεται ότι οι εν λόγω λειτουργοί παρέχουν επιχειρησιακή και τεχνική υποστήριξη στην Υπηρεσία Ασύλου, χωρίς να τους μεταβιβάζεται η αποφασιστική αρμοδιότητα, η οποία εξακολουθεί να ανήκει αποκλειστικά στην Υπηρεσία Ασύλου και να ασκείται από το νομίμως εξουσιοδοτημένο όργανό της.

 

Κατά συνέπεια, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε αναρμοδιότητα του λειτουργού της EUAA ως προς τη σύνταξη της εισηγητικής έκθεσης και, ως εκ τούτου, ο σχετικός λόγος ακύρωσης απορρίπτεται.

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                   

Β. Επί του λόγου ακυρώσεως περί έλλειψης κατάρτισης του λειτουργού που διεξήγαγε τη συνέντευξη

 

Επισημαίνεται πρωτίστως ότι ο ισχυρισμός αυτός προωθείται από τον Αιτητή με γενικότητα και αοριστία χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση σε συνάρτηση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσής του. Πράττει δε τούτο, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962[2]. Έχει πλειστάκις λεχθεί και από το παρόν Δικαστήριο, με παραπομπή στη σχετική επί του θέματος νομολογία, ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται και προσδιορίζονται από τη δικογραφία[3], ενώ ξεκάθαρη είναι η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο[4]. Δεν αρκεί συνεπώς η γενικόλογη και αόριστη επιχειρηματολογία περί έλλειψης κατάρτισης του λειτουργού χωρίς ταυτόχρονα την εξειδίκευση και αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και στη βάση ποιας συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας πρωοθούνται οι συγκεκριμένοι λόγοι ακυρώσεως.  

 

Εν πάση περιπτώσει ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος. Ο Αιτητής δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε στοιχεία, δυνάμενα να ανατρέψουν το τεκμήριο της κανονικότητας, ενώ δεν έχει καταδειχθεί γιατί δεν τηρούνται τα εκ του Νόμου προβλεπόμενα προσόντα. Η αοριστολογία και η γενικότητα με την οποία ο ισχυρισμός προωθείται, αφήνει αυτόν μετέωρο εφόσον δεν έχει προσκομιστεί σχετική μαρτυρία για την απόδειξη του

 

Η αρχή αυτή έχει διατυπωθεί ήδη στην απόφαση OM Prakash Pandey ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων[5], όπου κρίθηκε ότι δεν είναι επιτρεπτό να προβάλλεται απλώς ο ισχυρισμός ότι ο λειτουργός δεν διέθετε τα κατάλληλα προσόντα, αλλά απαιτείται η προβολή ειδικών και συγκεκριμένων λόγων από τους οποίους να προκύπτει για ποιο λόγο δεν πληρούται η απαίτηση του άρθρου 13Α(9)(α) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Εν προκειμένω, ο Αιτητής δεν επικαλείται οποιοδήποτε συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό από το οποίο να προκύπτει ότι ο λειτουργός που διεξήγαγε τη συνέντευξή του δεν διέθετε τα απαιτούμενα προσόντα ή ότι η φερόμενη έλλειψη κατάρτισης επηρέασε τον τρόπο διεξαγωγής της συνέντευξης ή την αξιολόγηση της αίτησής του. Δεν έχει, εξάλλου, προσκομίσει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ικανό να ανατρέψει το τεκμήριο νομιμότητας των διοικητικών πράξεων, σύμφωνα με την πάγια νομολογία (βλ. Μαυρονύχη ν. Δημοκρατίας[6]· Χριστίνα Μιχαηλίδου ν. Δημοκρατίας (2009) 4 Α.Α.Δ. 929).

 

Κατά συνέπεια, ο σχετικός λόγος ακύρωσης είναι αόριστος, ατεκμηρίωτος και, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Γ. Επί της ουσίας της υπόθεσης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς περί έλλειψης δέουσας έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα

 

Δεδομένου ότι ο βασικός ισχυρισμός του Αιτητή αφορά την έλλειψη δέουσας έρευνας και κατ’ επέκταση πλάνης περί τα πράγματα, και εφόσον αυτός συναρτάται με την ουσία της υπόθεσης, είναι ευχερέστερο όπως τα ζητήματα αυτά εξεταστούν μαζί. Επισημαίνεται άλλωστε η υποχρέωση που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν[7].

 

Αναφορικά λοιπόν με τη θέση του Αιτητή, περί έλλειψης δέουσας έρευνας επισημαίνεται ότι, το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση[8].

 

Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μου.

 

Γ.1. Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας κατά το διοικητικό στάδιο

 

Υπό το πρίσμα λοιπόν αυτό, διαφαίνεται ότι, σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος κατέγραψε στην αίτησή του, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του διότι είναι ομοφυλόφιλος και στη Νιγηρία η ομοφυλοφιλία είναι παράνομη. Ο Αιτητής δήλωσε ότι ενώ ήταν μεθυσμένος προέβη χωρίς να το αντιληφθεί σε σεξουαλική επαφή με τον μικρότερο αδερφό του, ο οποίος ενημέρωσε τους γονείς τους. Πρόσθεσε πως στη συνέχεια όλοι στραφήκαν εναντίον του διότι προέβη σε μια πράξη η οποία αποτελεί ταμπού και έπρεπε να τιμωρηθεί. Ο Αιτητής δήλωσε πως οι γονείς του τον αποκλήρωσαν και ολόκληρη η κοινότητα ήταν εναντίον του και ήθελε να τον σκοτώσει. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι αναγκάστηκε να κρυφτεί στην οικία της θείας του η οποία, μαζί με τον σύζυγό της, τον βοήθησαν να ταξιδέψει εκτός Νιγηρίας (βλ. ερυθ. 2 δ.φ.).

 

Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης, ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος Νιγηρίας, με τόπο καταγωγής την Onitsha της πολιτείας Anambra και κατά την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής (βλ. ερυθ. 35 1Χ δ.φ.). Είναι Καθολικός Χριστιανός στο θρήσκευμα (βλ. ερυθ. 38 δ.φ.) και ως ο ίδιος ανέφερε είναι άγαμος και άτεκνος (βλ. ερυθ. 34 1X και 33 1X δ.φ.). Δήλωσε πως ο πατέρας του, η μητριά του και τα τρία ετεροθαλή του αδέρφια διαμένουν στην Onitsa και πως δεν διατηρεί επαφές μαζί τους από τον Δεκέμβριο του 2021 (βλ. ερυθ. 1Χ 3Χ δ.φ.). Πρόσθεσε ότι έχει επίσης έναν πατρικό θείο ο οποίος ζει στην Onitsa και με τον οποίο είχε διαμείνει για έξι χρόνια(βλ. ερυθ. 33 3Χ δ.φ.). Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο δήλωσε πως είναι απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με πτυχίο στην πληροφορική από το πανεπιστήμιο Nnadi Azikiwi στην Akwa και πρόσθεσε πως ομιλεί την Αγγλική και την Igbo (βλ. ερυθ. 35 4X δ.φ.). Αναφορικά με την επαγγελματική του εμπειρία, ο Αιτητής δήλωσε ότι μετά τις σπουδές του πραγματοποίησε την υποχρεωτική εθνική υπηρεσία νέων (“national youth service”), αρχικά σε στρατόπεδο εκπαίδευσης και έπειτα τοποθετήθηκε σε τμήμα πληροφορικής τοπικής αρχής. Ακολούθως, εργάστηκε για δύο έτη ως μηχανικός σε εταιρεία τηλεπικοινωνιών και στη συνέχεια ως επικεφαλής ομάδας. Τέλος, ανέφερε ότι απασχολήθηκε στην εταιρεία Metro Tiles στην Abuja, όπου παρέμεινε μέχρι την αναχώρησή του από τη Νιγηρία. Η ακριβής χρονική περίοδος της διαμονής και εργασίας του Αιτητή στην Abuja δεν προκύπτει με σαφήνεια από τη συνέντευξη. Ειδικότερα, ερωτηθείς σχετικά, δήλωσε: "It was 2021 until January 2021 that I left the country" (ερυθ. 35 1Χ δ.φ.), διατύπωση η οποία εμφανίζει χρονική ασυνέπεια. Ωστόσο, από το σύνολο των δηλώσεών του προκύπτει με σαφήνεια ότι εργαζόταν και διέμενε στην Abuja μέχρι την αναχώρησή του από τη Νιγηρία.

 

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι τον Δεκέμβριο του 2021, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στην οικογένειά του στην Onitsha για τις εορτές των Χριστουγέννων, συνέβη περιστατικό κατά το οποίο, ευρισκόμενος υπό την επήρεια αλκοόλ, είχε σεξουαλική επαφή με τον μικρότερο ετεροθαλή αδελφό του. Υποστήριξε ότι το περιστατικό γνωστοποιήθηκε στους γονείς του και στον αρχηγό της κοινότητας, με αποτέλεσμα να δεχθεί ξυλοδαρμό από μέλη της κοινότητας, να κρατηθεί σε κοινοτικό κελί και να κινδυνεύει να παραδοθεί στην αστυνομία. Ισχυρίστηκε ότι απελευθερώθηκε με τη βοήθεια θείας του, η οποία τον έκρυψε προσωρινά και στη συνέχεια τον βοήθησε να εγκαταλείψει τη Νιγηρία, καθώς φοβόταν ότι θα διωκόταν λόγω της ομοφυλοφιλίας του και θα αντιμετώπιζε ποινή φυλάκισης.

 

Ως προς τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι ομοφυλόφιλος και ότι αντιλήφθηκε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό κατά τη φοίτησή του σε οικοτροφείο, όπου διατηρούσε σχέση με συμμαθητή του ονόματι Emmanuel. Ανέφερε ότι έκτοτε διατηρούσε κατά διαστήματα περιστασιακές σχέσεις με άνδρες, τις οποίες απέκρυπτε λόγω του φόβου κοινωνικού στιγματισμού και ποινικής δίωξης στη Νιγηρία. Υποστήριξε ακόμη ότι, πλην των προσώπων που πληροφορήθηκαν το περιστατικό στην οικογενειακή οικία, κανείς άλλος δεν γνώριζε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, ενώ δήλωσε ότι στην Κύπρο είναι πλέον σε θέση να τον εκφράζει ελεύθερα.

 

Τέλος, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, κινδυνεύει να συλληφθεί και να υποστεί ποινική δίωξη λόγω της ομοφυλοφιλίας του, ενώ υποστήριξε ότι δεν θα μπορούσε να μετεγκατασταθεί με ασφάλεια σε άλλη περιοχή της χώρας, επειδή οι σχετικοί νόμοι ισχύουν σε ολόκληρη την επικράτεια και εξακολουθεί να φοβάται για τη ζωή και τη σωματική του ακεραιότητα.

 

Επισημαίνεται ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής κατά την προσωπική του συνέντευξη καταγράφονται αναλυτικά στα σχετικά πρακτικά του διοικητικού φακέλου και αφορούν, μεταξύ άλλων, τους ισχυρισμούς του περί του σεξουαλικού του προσανατολισμού, των προσωπικών του σχέσεων, του φερόμενου περιστατικού με τον ετεροθαλή αδελφό του, καθώς και των συνεπειών που, κατά τους ισχυρισμούς του, αντιμετώπισε στη χώρα καταγωγής του. Δεν κρίνεται αναγκαία η εκ νέου εκτενής παράθεσή τους στο παρόν στάδιο, καθόσον τα ουσιώδη στοιχεία της αφήγησής του θα εξεταστούν ειδικώς και θα αξιολογηθούν διεξοδικά στο κεφάλαιο που αφορά την αξιοπιστία των ουσιωδών πραγματικών ισχυρισμών του.

 

Γ.2. Η αξιολόγηση της Υπηρεσίας Ασύλου 

 

Εξετάζοντας το αίτημά του, ο Λειτουργός προσδιόρισε τρεις ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς του Αιτητή: (α) το εν γένει προφίλ του, την ιθαγένειά του και τον τόπο καταγωγής και διαμονής του και (β) τον σεξουαλικό του προσανατολισμό ως ομοφυλόφιλου.

 

Ο πρώτος ισχυρισμός του Αιτητή έγινε αποδεκτός καθώς κρίθηκε ότι τα όσα ο ίδιος ανέφερε ως προς τα προσωπικά του στοιχεία και το προφίλ του, χαρακτηρίζονται από εσωτερική και εξωτερική αξιοπιστία.

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι ο Αιτητής είναι ομοφυλόφιλος, οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε αξιολόγησή του βάσει του μοντέλου DSSH (Difference, Stigma, Shame, Harm), εξετάζοντας ιδίως τη διαδικασία συνειδητοποίησης του σεξουαλικού του προσανατολισμού, τις εμπειρίες στιγματισμού, τα αισθήματα ντροπής ή εσωτερικής σύγκρουσης και τη βλάβη που ισχυρίστηκε ότι υπέστη λόγω αυτού. Ως προς τη συνειδητοποίηση του σεξουαλικού του προσανατολισμού, ο Αιτητής δήλωσε ότι αντιλήφθηκε πως είναι ομοφυλόφιλος κατά τη φοίτησή του σε οικοτροφείο, όπου διατηρούσε σχέση με μαθητή ονόματι Emmanuel. Οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι οι απαντήσεις του σχετικά με τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τη βιωματική διαδικασία αυτοπροσδιορισμού του παρέμειναν γενικές και στερούνταν εξατομικευμένης περιγραφής. Αντίστοιχα, οι αναφορές του στη σχέση του με τον Emmanuel, στην προσωπικότητά του, καθώς και στις μεταγενέστερες περιστασιακές γνωριμίες του, κρίθηκαν αόριστες και χωρίς ουσιώδεις βιωματικές λεπτομέρειες. Ως προς τις πτυχές του στιγματισμού και της ντροπής, ο Αιτητής ανέφερε ότι απέκρυπτε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό από φόβο εκφοβισμού, σύλληψης ή κράτησης. Οι Καθ’ ων η αίτηση αναγνώρισαν ότι οι ισχυρισμοί αυτοί αντανακλούν τις δυσμενείς συνθήκες που αντιμετωπίζουν τα ομοφυλόφιλα πρόσωπα στη Νιγηρία, πλην όμως έκριναν ότι δεν συνοδεύονταν από επαρκώς συγκεκριμένες προσωπικές εμπειρίες ώστε να θεμελιώνουν τη βιωματική τους διάσταση.

 

Αναφορικά με το περιστατικό στην οικογενειακή οικία, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι, ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ, προέβη σε σεξουαλική πράξη χωρίς τη συναίνεση του μικρότερου ετεροθαλούς αδελφού του. Υποστήριξε ότι, μετά την αποκάλυψη του περιστατικού, μέλη της οικογένειας και της κοινότητας τον ξυλοκόπησαν, τον εξευτέλισαν και τον κράτησαν σε κοινοτικό χώρο κράτησης, από τον οποίο απελευθερώθηκε με τη συνδρομή της θείας του. Οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι οι περιγραφές του αναφορικά με την αντίδραση της οικογένειας και της κοινότητας, τον ξυλοδαρμό, τις συνθήκες κράτησής του και τη διαφυγή του παρέμειναν γενικές και χωρίς επαρκή συγκεκριμενοποίηση. Ομοίως, αόριστοι κρίθηκαν οι ισχυρισμοί του περί καταγγελίας του στην αστυνομία και αναζήτησής του από τις αρχές, ιδίως λαμβανομένου υπόψη ότι αναχώρησε νομίμως από τη Νιγηρία κάνοντας χρήση του διαβατηρίου του, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα κατά τον συνοριακό έλεγχο.

 

Καταληκτικά, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκώς λεπτομερή, συνεκτική και εξατομικευμένη αφήγηση ως προς τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, τις διαπροσωπικές του σχέσεις, τη βιωματική διαδικασία αυτοπροσδιορισμού του και τους ισχυρισμούς περί αναζήτησής του από τις αρχές. Ως εκ τούτου, κατέληξαν ότι η εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού δεν τεκμηριώθηκε.

 

Στα πλαίσια του ίδιου ισχυρισμού, υπό το σκέλος της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο Λειτουργός καταρχάς επεσήμανε ότι δεδομένης της προσωπικής φύσεως του ισχυρισμού δεν μπορεί να αξιολογηθεί μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Στη συνέχεια, προχώρησε σε έρευνα και παρέπεμψε σε πληροφορίες βάσει των οποίων διαπιστώθηκε ότι στη Νιγηρία οι σεξουαλικές πράξεις μεταξύ ανδρών ποινικοποιούνται και ότι τα ΛΟΑΤΚΙ πρόσωπα ενδέχεται να υφίστανται συλλήψεις, παρενοχλήσεις, βία, εκβιασμούς, κοινωνικό στιγματισμό, οικογενειακή απόρριψη και διακρίσεις. Ωστόσο, ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας στην αφήγηση του Αιτητή, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση κινδύνου στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού του Αιτητή, ο Λειτουργός διαπίστωσε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην πολιτεία Anambra, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση, ο Λειτουργός σημείωσε αρχικά ότι από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του Αιτητή διαφαίνεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 (1) του περί Προσφύγων Νόμου για την αναγνώρισή του ως πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε κίνδυνος δίωξης για έναν από τους λόγους που απαριθμούνται στο προαναφερθέν άρθρο.

 

Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και ως προς την συνδρομή των προϋποθέσεων των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Προχωρώντας στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 19(2)(γ), ο Λειτουργός σημείωσε ότι δεν παρατηρούνται συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης στην πολιτεία Anambra όπου αναμένεται να επιστρέψει και άρα δεν μπορεί να τεκμηριωθεί κίνδυνος για τη σωματική ακεραιότητα του Αιτητή υπό τους όρους του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας ή του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

 

Στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης. 

 

V. Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

 

Αξιολογώντας τα όσα έχουν ανωτέρω εκτεθεί υπό το φως των εφαρμοστέων νομοθετικών διατάξεων, της σχετικής νομολογίας, του συνόλου του αποδεικτικού υλικού που τέθηκε ενώπιόν μου, καθώς και των δηλώσεων και ισχυρισμών του Αιτητή τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καταλήγω στα ακόλουθα.

 

Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση του λειτουργού, όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά την διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:

 

Καταρχάς, συμφωνώ και συντάσσομαι με την κρίση των Καθ' ων η αίτηση ως προς την αξιοπιστία του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, κατά το μέρος που αφορά την ταυτότητα, την ιθαγένεια και τον τόπο καταγωγής του Αιτητή, τον οποίο και αποδέχομαι. Ωστόσο, δεν συμφωνώ με την κρίση τους κατά το μέρος που προσδιόρισαν ως τόπο συνήθους διαμονής του την Onitsha της πολιτείας Anambra. Από τις δηλώσεις του ίδιου του Αιτητή κατά τη συνέντευξή του προκύπτει ότι, μετά την ολοκλήρωση των σπουδών και της επαγγελματικής του δραστηριότητας σε διάφορες πολιτείες της Νιγηρίας, εγκαταστάθηκε και εργαζόταν στην Abuja (Federal Capital Territory), όπου διέμενε μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα. Ως εκ τούτου, τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής του, πριν από την αναχώρησή του από τη Νιγηρία, ήταν η Abuja και όχι η Onitsha.

 

Η ανωτέρω πλημμέλεια είχε ως συνέπεια οι Καθ' ων η αίτηση να αξιολογήσουν τον κίνδυνο επιστροφής με σημείο αναφοράς την πολιτεία Anambra, χωρίς να εξετάσουν τις συνθήκες που επικρατούν στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την Abuja. Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει ως προς το σημείο αυτό λόγω ελλιπούς έρευνας των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών. Πλην όμως, η διαπιστωθείσα πλημμέλεια δεν οδηγεί, άνευ ετέρου, στην ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι, στο πλαίσιο της πλήρους και ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, το ζήτημα του κινδύνου επιστροφής εξετάζεται εκ νέου, βάσει των πραγματικών περιστατικών όπως αυτά διαμορφώνονται κατά τον χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης και στη βάση του ορθού τόπου τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή.

 

Ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό, ήτοι ότι ο Αιτητής είναι ομοφυλόφιλος, παρατηρώ ότι ο Λειτουργός ασύλου, εφαρμόζοντας το μοντέλο αξιολόγησης DSSH (Difference - Shame - Stigma Harm) έθεσε διάφορα ερωτήματα προκειμένου να διακρίνει εκείνα τα στοιχεία που θα καταδείκνυαν την αξιοπιστία του ισχυρισμού του Αιτητή.

 

Επισημαίνω στο στάδιο αυτό, ότι διατηρώ τις επιφυλάξεις μου ως προς το μοντέλο DSSH το οποίο χρησιμοποιήθηκε και το οποίο τα τελευταία έτη φαίνεται να επικρίνεται ως προς τον τρόπο που αυτό χρησιμοποιείται από τους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων, ήτοι με τρόπο που κανονικοποιεί και ομογενοποιεί τη σεξουαλικότητα και την ταυτότητα των αιτούντων και τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα αυτά θα πρέπει να εκφράζονται. Ιδιαίτερα, επικρίνεται πως, όπως κάθε κανονιστικό μοντέλο, έτσι και το DSSH δύναται να και έχει αποδειχθεί ότι χρησιμοποιείται καταχρηστικά, για παράδειγμα με την προσέγγιση του «κουτιού επιλογής», η οποία μπορεί να ενισχύσει τα στερεότυπα, ιδίως στην περίπτωση της αξιολόγησης της «ντροπής» «shame» [9]. Επισημαίνεται ότι η ανταπόκριση κάθε ατόμου στον σεξουαλικό του προσανατολισμό είναι ατομική και αντιπαραβάλλεται προς την προσωπική του ιστορία, τον πολιτισμό και την κοινωνικοοικονομική του κατάσταση.

 

Πιο συγκεκριμένα, το μοντέλο αυτό φαίνεται να ακολουθεί μια γραμμική αφήγηση γύρω από τη σεξουαλικότητα, κάτι που δεν ταιριάζει πάντα με τις εμπειρίες από διαφορετικές κουλτούρες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη αιτήσεων, όταν οι αιτητές δεν ακολουθούν συγκεκριμένες δυτικές αντιλήψεις για τη σεξουαλική ταυτότητα ή τις προσωπικές τους εμπειρίες. Για παράδειγμα, οι αποφάσεις βασίζονται συχνά σε στερεότυπα, όπως η υπόθεση ότι κάποιος πρέπει να έχει βιώσει ντροπή (Shame) για τη σεξουαλική του ταυτότητα, κάτι που δεν ισχύει πάντα για όλους τους αιτητές[10]. Συνεπώς στις περιπτώσεις απουσίας συγκεκριμένων στοιχείων ή συναισθημάτων που σχετίζονται με την ντροπή ή το στίγμα, η διαδικασία αξιολόγησης ακολουθώντας τις κατευθύνσεις του DSSH μπορεί να υπονομεύσει την αξιοπιστία των αιτητών. Και τούτο, καθώς παραβλέπει ότι πολλές σύγχρονες κοινωνίες, ακόμα και σε χώρες καταγωγής των αιτητών, μπορεί να μην επιβάλλουν απαραίτητα τέτοια συναισθήματα, ή οι αιτητές μπορεί να έχουν εσωτερικεύσει την ταυτότητά τους διαφορετικά[11]​. Περαιτέρω, το μοντέλο λαμβάνει υπόψη ότι θεωρείται πως οι αιτητές θα πρέπει να έχουν βιώσει μια εσωτερική πάλη με τη σεξουαλικότητά τους προτού την εξωτερικεύσουν. Μια τέτοια όμως αντιμετώπιση, αγνοεί το γεγονός ότι ορισμένοι αιτητές, λόγω πολιτισμικών διαφορών, μπορεί να μην έχουν την ίδια εμπειρία αυτοαποδοχής που προϋποθέτει το μοντέλο[12].

 

Συνεπώς, το μοντέλο DSSH μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο αξιολόγησης, υπό την προϋπόθεση ότι εφαρμόζεται με ευελιξία, χωρίς στερεοτυπικές παραδοχές και με σεβασμό στις ιδιαίτερες εμπειρίες κάθε αιτητή.

 

Υπό το πρίσμα αυτό, προχωρώντας στην ουσιαστική εξέταση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή, αξιολόγησα το σύνολο των δηλώσεών του βάσει των γενικώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας και λαμβάνοντας υπόψη τη συνολική εσωτερική συνοχή του αφηγήματός του.

 

Έχοντας αναφέρει τα ανωτέρω, παρατηρώ πως κατά τη συνέντευξη υποβλήθηκε στον Αιτητή επαρκής αριθμός ανοικτού αλλά και κλειστού τύπου ερωτήσεων, ώστε ο ίδιος να μπορέσει να εξωτερικεύσει αναλυτικά τόσο τις εμπειρίες και τα βιώματά του, όσο και τις σκέψεις και τα συναισθήματά του και να αποσαφηνίσει τους ισχυρισμούς του περαιτέρω.

 

Προχωρώντας στην εξέταση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή, ήτοι ότι είναι ομοφυλόφιλος και ότι, εξαιτίας του σεξουαλικού του προσανατολισμού, υπέστη δίωξη στη χώρα καταγωγής του, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ως εσωτερικά αξιόπιστος.

 

Επισημαίνεται εξαρχής ότι η παρούσα αξιολόγηση δεν ερείδεται σε προκαθορισμένες αντιλήψεις ή στερεότυπα ως προς τον τρόπο με τον οποίο ένα πρόσωπο αντιλαμβάνεται, βιώνει ή εκφράζει τον σεξουαλικό του προσανατολισμό. Η κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται αποκλειστικά στη συνοχή, την επάρκεια, τη συγκεκριμενοποίηση και τη βιωματική ποιότητα της αφήγησης του Αιτητή, όπως αυτή αναπτύχθηκε κατά τη διοικητική διαδικασία.

 

Στο πλαίσιο αυτό εξετάζεται συνολικά τόσο η αφήγησή του ως προς τη συνειδητοποίηση του σεξουαλικού του προσανατολισμού και τις προσωπικές του σχέσεις όσο και τα περιστατικά τα οποία επικαλείται ως εκδήλωση της ισχυριζόμενης δίωξης, ήτοι το περιστατικό με τον ετεροθαλή αδελφό του, την αντίδραση της οικογένειας και της κοινότητας, την κράτησή του, τη διαφυγή του και την κατ’ ισχυρισμό αναζήτησή του από τις αστυνομικές αρχές. Τα περιστατικά αυτά δεν συνιστούν αυτοτελή ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, αλλά αποτελούν επιμέρους στοιχεία του ίδιου ισχυρισμού, καθόσον προβάλλονται προς θεμελίωση του ισχυρισμού ότι ο σεξουαλικός του προσανατολισμός οδήγησε στη δίωξή του.

 

Ως προς τη διαδικασία συνειδητοποίησης του σεξουαλικού του προσανατολισμού, ο Αιτητής δήλωσε ότι αντιλήφθηκε πως είναι ομοφυλόφιλος κατά τη φοίτησή του σε οικοτροφείο, όταν ανέπτυξε ερωτική σχέση με συμμαθητή του ονόματι Emmanuel. Ερωτηθείς πώς κατέληξε στην εν λόγω διαπίστωση, ανέφερε ότι αισθανόταν μεγαλύτερη έλξη προς τους άνδρες απ’ ό,τι προς τις γυναίκες και ότι, όταν επιχείρησε να συνάψει σχέση με γυναίκα, διαπίστωσε ότι αυτό του ήταν δύσκολο, ενώ με τους άνδρες αισθανόταν περισσότερο άνετα. Δήλωσε ακόμη ότι πριν γνωρίσει τον Emmanuel δεν βρισκόταν «σε ειρήνη» με τον εαυτό του, αισθανόταν μοναξιά και απόρριψη, ενώ η σχέση αυτή του προσέφερε εσωτερική γαλήνη και τον βοήθησε να κατανοήσει τον εαυτό του.

 

Οι απαντήσεις αυτές δεν είναι, αφ’ εαυτές, ασύμβατες με τις εμπειρίες ενός προσώπου που ανακαλύπτει τον σεξουαλικό του προσανατολισμό. Ωστόσο, παρά τις διευκρινιστικές ερωτήσεις του Λειτουργού, ο Αιτητής περιορίστηκε σε γενικές αναφορές ότι αισθανόταν «καλά», «χαρούμενος» και «ήρεμος», χωρίς να αναπτύξει συγκεκριμένα προσωπικά βιώματα ή περιστατικά που να καθιστούν περισσότερο εξατομικευμένη την αφήγησή του ως προς τη διαδικασία αυτή.

 

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη σχέση που ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι διατηρούσε επί τρία περίπου έτη με τον Emmanuel, καθόσον, σύμφωνα με τους ίδιους τους ισχυρισμούς του, επρόκειτο για την πρώτη ουσιαστική ερωτική σχέση της ζωής του και για το πρόσωπο που συνέβαλε καθοριστικά στη συνειδητοποίηση του σεξουαλικού του προσανατολισμού.

 

Πράγματι, ο Αιτητής παρέθεσε ορισμένα συγκεκριμένα πραγματικά στοιχεία, όπως το όνομα του συντρόφου του, τη διαφορά ηλικίας τους, τη διάρκεια της σχέσης, τον τρόπο γνωριμίας τους και τον λόγο για τον οποίο αυτή έληξε. Περιέγραψε επίσης τον Emmanuel ως ήρεμο, ρομαντικό, με καλή αίσθηση του χιούμορ και ως πρόσωπο που γνώριζε πώς να τον ηρεμεί όταν ήταν θυμωμένος.

 

Εντούτοις, παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις του Λειτουργού, οι αναφορές του παρέμειναν περιορισμένες ως προς τη βιωματική διάσταση της σχέσης. Δεν περιέγραψε συγκεκριμένα κοινά περιστατικά, σημαντικές στιγμές της καθημερινότητάς τους ή τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε η σχέση τους κατά τη διάρκεια των τριών περίπου ετών που, κατά τους ισχυρισμούς του, διήρκεσε. Αντίστοιχα, οι αναφορές του στα συναισθήματα που βίωσε μετά τη λήξη της σχέσης περιορίστηκαν στη δήλωση ότι αισθάνθηκε λύπη επειδή ο Emmanuel μετέβη σε πανεπιστήμιο άλλης πολιτείας, χωρίς να αναπτύξει περαιτέρω τον τρόπο με τον οποίο βίωσε την απομάκρυνση από το πρόσωπο που ο ίδιος παρουσιάζει ως την πρώτη ουσιαστική σχέση της ζωής του. Ως εκ τούτου, παρά τη σημασία που απέδωσε ο ίδιος στη σχέση αυτή, η αφήγησή του παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό γενική και χωρίς επαρκή εξατομίκευση των προσωπικών του εμπειριών.

 

Ακολούθως, το Δικαστήριο εξέτασε τις δηλώσεις του Αιτητή σχετικά με τη ζωή του μετά τη λήξη της σχέσης με τον Emmanuel. Από την αφήγησή του προκύπτει ότι μεσολάβησε περίοδος πλέον των δώδεκα ετών, κατά την οποία φοίτησε στο πανεπιστήμιο, ολοκλήρωσε την υποχρεωτική εθνική υπηρεσία, εργάστηκε σε διάφορες πόλεις της Νιγηρίας και εγκαταστάθηκε τελικώς στην Abuja.

 

Ερωτηθείς σχετικά με τις προσωπικές και ερωτικές του σχέσεις κατά την περίοδο αυτή, ο Αιτητής περιορίστηκε στη γενική αναφορά ότι διατηρούσε περιστασιακές σχέσεις με άνδρες, τους οποίους γνώριζε κυρίως μέσω της εφαρμογής Tinder ή σε εμπορικά κέντρα και κοινωνικές συναθροίσεις. Παρά τις επανειλημμένες διευκρινιστικές ερωτήσεις, δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με συγκεκριμένο τρόπο ούτε μία από τις σχέσεις αυτές, ούτε να προσδιορίσει συγκεκριμένα περιστατικά ή κοινές εμπειρίες με οποιοδήποτε από τα πρόσωπα αυτά. Περιορίστηκε δε στην αναφορά ότι ορισμένες γνωριμίες δεν εξελίσσονταν λόγω απόστασης ή επειδή το άλλο πρόσωπο δεν ήταν τελικώς ομοφυλόφιλο.

 

Η έλλειψη συγκεκριμενοποίησης αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθόσον ο ίδιος ο Αιτητής επέλεξε να επικαλεστεί τις σχέσεις αυτές ως στοιχείο της προσωπικής του ιστορίας προς θεμελίωση του ισχυρισμού του, χωρίς όμως να κατορθώσει να προσδώσει σε αυτές συγκεκριμένο πραγματικό και βιωματικό περιεχόμενο.

 

Περαιτέρω, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στις δηλώσεις του Αιτητή σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο γνώριζε άλλα ομοφυλόφιλα πρόσωπα κατά την παραμονή του στη Νιγηρία. Ο ίδιος ανέφερε ότι χρησιμοποιούσε κυρίως την εφαρμογή Tinder, στην οποία είχε καταχωρίσει το πραγματικό του όνομα και φωτογραφίες του, χωρίς όμως να δηλώνει ότι ενδιαφερόταν για άνδρες, διότι φοβόταν μήπως αποκαλυφθεί ο σεξουαλικός του προσανατολισμός και υποστεί τις σχετικές συνέπειες. Η επιλογή αυτή δεν αξιολογείται αφ' εαυτής αρνητικά, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων κοινωνικών και νομικών συνθηκών που επικρατούν στη Νιγηρία.

 

Ωστόσο, παρά τις διευκρινιστικές ερωτήσεις του Λειτουργού, ο Αιτητής δεν εξήγησε με επαρκή σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, κατόρθωνε να εντοπίζει άλλα ομοφυλόφιλα πρόσωπα και να αναπτύσσει σχέσεις μαζί τους. Δεν περιέγραψε οποιαδήποτε συγκεκριμένη γνωριμία που εξελίχθηκε μέσω της εφαρμογής ούτε εξήγησε με ποιον τρόπο διαπίστωνε ότι το άλλο πρόσωπο είχε επίσης ομοφυλοφιλικό προσανατολισμό. Αντιθέτως, περιορίστηκε στη γενική αναφορά ότι ορισμένα πρόσωπα αποδεικνύονταν τελικώς ότι δεν ήταν ομοφυλόφιλα ή ότι οι γνωριμίες δεν εξελίσσονταν λόγω απόστασης. Η έλλειψη συγκεκριμένων προσωπικών παραδειγμάτων αποδυναμώνει περαιτέρω την εσωτερική συνοχή της αφήγησής του.

 

Περαιτέρω, ο Λειτουργός επιχείρησε να διερευνήσει κατά πόσον, μετά τη λήξη της σχέσης με τον Emmanuel, υπήρξε άλλο πρόσωπο που επηρέασε ουσιωδώς τη συναισθηματική ζωή του Αιτητή. Η ερώτηση αυτή ήταν εύλογη, δεδομένου ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, είχαν μεσολαβήσει περισσότερα από δώδεκα έτη μέχρι την αναχώρησή του από τη Νιγηρία και ο ίδιος είχε ήδη αναφέρει ότι διατηρούσε μεταγενέστερες περιστασιακές σχέσεις με άνδρες.

 

Αρχικώς, αντί να απαντήσει στην ερώτηση, ο Αιτητής επανήλθε στην αφήγηση του περιστατικού με τον ετεροθαλή αδελφό του. Μόνον κατόπιν περαιτέρω διευκρινίσεων ανέφερε ότι γνώρισε μέσω διαδικτύου έναν άνδρα, με τον οποίο επικοινωνούσε για περίπου δύο μήνες και τον οποίο θεωρούσε πιθανό μελλοντικό σύντροφο. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του, ουδέποτε συναντήθηκαν προσωπικά, ενώ η επικοινωνία τους τερματίστηκε όταν εκείνος του δήλωσε ότι δεν ήταν ομοφυλόφιλος.

 

Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι η εξέλιξη αυτή τον επηρέασε ιδιαίτερα. Εντούτοις, όταν κλήθηκε να εξηγήσει γιατί το πρόσωπο αυτό απέκτησε τόσο σημαντική θέση στη ζωή του, περιορίστηκε να αναφέρει ότι ήταν ήρεμος, ώριμος και καλός ακροατής. Δεν περιέγραψε οποιαδήποτε συγκεκριμένη αλληλεπίδραση, κοινή εμπειρία ή περιστατικό που να εξηγεί γιατί μία αποκλειστικά διαδικτυακή επικοινωνία διάρκειας περίπου δύο μηνών, με πρόσωπο το οποίο ουδέποτε συνάντησε και με το οποίο ουδέποτε ανέπτυξε ερωτική σχέση, αποτέλεσε, κατά τους ισχυρισμούς του, το δεύτερο σημαντικότερο συναισθηματικό βίωμα της ενήλικης ζωής του. Ως εκ τούτου, ούτε το συγκεκριμένο σκέλος της αφήγησής του προσέδωσε την απαιτούμενη εξατομίκευση και βιωματική συνοχή στον ισχυρισμό του.

 

Το Δικαστήριο συνεκτίμησε επίσης τις δηλώσεις του Αιτητή σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο βίωνε και εξέφραζε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό τόσο στη Νιγηρία όσο και μετά την άφιξή του στη Δημοκρατία. Ο Αιτητής ανέφερε ότι στη Νιγηρία απέκρυπτε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό από όλους λόγω φόβου κοινωνικού στιγματισμού, σύλληψης και κράτησης, ότι δεν γνώριζε οργανώσεις ή κοινότητες ΛΟΑΤΚΙ και ότι τα ομοφυλόφιλα πρόσωπα γνωρίζονταν κυρίως μέσω διαδικτύου. Ανέφερε ακόμη ότι μετά την άφιξή του στην Κύπρο αισθάνεται ελεύθερος να εκφράζει ανοικτά τον σεξουαλικό του προσανατολισμό και να συναναστρέφεται άλλα ομοφυλόφιλα πρόσωπα.

 

Οι δηλώσεις αυτές δεν εμφανίζουν, αφ' εαυτές, στοιχεία ασυμβατότητας με τις γενικές πληροφορίες για την κατάσταση των ΛΟΑΤΚΙ προσώπων στη Νιγηρία. Εντούτοις, ούτε αυτές ήταν σε θέση να ενισχύσουν ουσιωδώς την αξιοπιστία του κεντρικού ισχυρισμού του, καθόσον παρέμειναν σε γενικό επίπεδο και δεν συνοδεύτηκαν από συγκεκριμένες προσωπικές εμπειρίες που να προσδίδουν περαιτέρω βιωματική διάσταση στην αφήγησή του.

 

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται, τέλος, στο περιστατικό του Δεκεμβρίου 2021, το οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, αποτέλεσε το γεγονός που οδήγησε στην αποκάλυψη του σεξουαλικού του προσανατολισμού, στην αντίδραση της οικογένειας και της κοινότητας, καθώς και στην αναχώρησή του από τη Νιγηρία. Τα περιστατικά αυτά δεν συνιστούν αυτοτελή ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, αλλά συνεκτιμώνται στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, καθόσον ο ίδιος τα προβάλλει ως άμεση συνέπεια του ισχυριζόμενου σεξουαλικού του προσανατολισμού.

 

Εξετάζοντας τις σχετικές δηλώσεις του, το Δικαστήριο διαπιστώνει, κατ’ αρχάς, ουσιώδη διαφοροποίηση ως προς την περιγραφή του ίδιου του περιστατικού. Κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του ο Αιτητής ανέφερε ότι, ευρισκόμενος υπό την επήρεια αλκοόλ, δεν γνώριζε τι ακριβώς είχε συμβεί και ότι είχε σεξουαλική επαφή με τον ετεροθαλή αδελφό του. Αντιθέτως, σε μεταγενέστερο στάδιο της συνέντευξης περιέγραψε συγκεκριμένη ακολουθία ενεργειών, αναφέροντας ότι εισήλθε στο δωμάτιο ενώ ο αδελφός του κοιμόταν και ότι τον εξανάγκασε σε σεξουαλική πράξη, με αποτέλεσμα εκείνος να αντιδράσει και να ενημερώσει αμέσως τους γονείς τους.

 

Η διαφοροποίηση αυτή δεν αφορά δευτερεύουσα πτυχή της αφήγησης, αλλά τον πυρήνα του περιστατικού το οποίο ο ίδιος προβάλλει ως αφετηρία της μεταγενέστερης δίωξής του. Μολονότι η αντίφαση αυτή δεν τέθηκε ειδικώς στον Αιτητή προς παροχή εξηγήσεων, συνεκτιμάται ως στοιχείο της συνολικής αξιολόγησης της εσωτερικής συνοχής της αφήγησής του και δεν της αποδίδεται αυτοτελώς καθοριστική βαρύτητα.

 

Περαιτέρω, ούτε ως προς τα γεγονότα που ακολούθησαν το περιστατικό η αφήγησή του παρουσίασε την απαιτούμενη συγκεκριμενοποίηση. Ο Αιτητής ανέφερε ότι μέλη της οικογένειας και της κοινότητας τον ξυλοκόπησαν, τον εξευτέλισαν και τον κράτησαν σε κοινοτικό χώρο κράτησης μέχρι να παραδοθεί στις αστυνομικές αρχές, ενώ στη συνέχεια απελευθερώθηκε με τη βοήθεια της θείας του και κρύφτηκε σε άλλη κοινότητα μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα.

 

Ωστόσο, οι σχετικοί ισχυρισμοί παρέμειναν περιορισμένοι ως προς τις ουσιώδεις πραγματικές τους πτυχές. Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει συγκεκριμένες ενέργειες των αστυνομικών αρχών εις βάρος του ούτε να εξηγήσει πώς πληροφορήθηκε ότι αναζητείτο από αυτές, περιοριζόμενος στην αναφορά ότι ενημερώθηκε σχετικά από τη θεία του. Η γνώση του περί της φερόμενης αναζήτησής του βασιζόταν αποκλειστικά σε πληροφορίες τρίτου προσώπου και όχι σε γεγονότα που ο ίδιος βίωσε ή πληροφορήθηκε άμεσα.

 

Στο ίδιο πλαίσιο συνεκτιμάται και το γεγονός ότι ο Αιτητής αναχώρησε νομίμως από τη Νιγηρία χρησιμοποιώντας το διαβατήριό του, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα κατά τον συνοριακό έλεγχο. Βεβαίως, η νόμιμη αναχώρηση δεν αποκλείει, αφ’ εαυτής, την ύπαρξη τοπικής καταγγελίας ή ακόμη και το ενδεχόμενο να μην είχαν ολοκληρωθεί οι σχετικές διαδικασίες. Πλην όμως, σε συνδυασμό με την απουσία οποιουδήποτε συγκεκριμένου στοιχείου περί πραγματικής εμπλοκής των αστυνομικών αρχών, η περίσταση αυτή αποδυναμώνει περαιτέρω τον ισχυρισμό ότι ο Αιτητής αποτελούσε ήδη αντικείμενο ενεργού κρατικής αναζήτησης κατά τον χρόνο αναχώρησής του από τη χώρα.

 

Κατά τη συνολική αποτίμηση των ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι η αφήγηση του Αιτητή περιείχε ορισμένα συγκεκριμένα στοιχεία, ιδίως ως προς τη σχέση του με τον Emmanuel και την περιγραφή των γεγονότων που, κατά τους ισχυρισμούς του, ακολούθησαν το περιστατικό του Δεκεμβρίου 2021. Τα στοιχεία αυτά, όμως, δεν αρκούν για να αντισταθμίσουν τις ουσιώδεις αδυναμίες που διαπιστώθηκαν ως προς τη συνοχή, τη συγκεκριμενοποίηση και τη βιωματική ποιότητα της αφήγησής του.

 

Ειδικότερα, οι αναφορές του στη διαδικασία συνειδητοποίησης του σεξουαλικού του προσανατολισμού, στην πολυετή σχέση του με τον Emmanuel και στις μεταγενέστερες προσωπικές του σχέσεις παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό γενικές και χωρίς επαρκή εξατομίκευση. Αντίστοιχα, η περιγραφή του περιστατικού του Δεκεμβρίου 2021 παρουσίασε ουσιώδεις διαφοροποιήσεις ως προς τον πυρήνα του, ενώ ούτε οι ισχυρισμοί του περί καταγγελίας και αναζήτησής του από τις αστυνομικές αρχές υποστηρίχθηκαν από συγκεκριμένα πραγματικά στοιχεία.

 

Οι ανωτέρω διαπιστώσεις δεν αξιολογούνται αποσπασματικά ούτε οποιαδήποτε εξ αυτών θεωρείται, αφ’ εαυτής, επαρκής για την απόρριψη του ισχυρισμού. Η κρίση του Δικαστηρίου προκύπτει από τη σωρευτική εκτίμηση του συνόλου των δηλώσεων του Αιτητή, όπως αυτές αναπτύχθηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία, και από την εσωτερική συνοχή και ποιότητα της αφήγησής του.

 

Περαιτέρω και ανεξαρτήτως της ανωτέρω κρίσης περί μη αποδοχής του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, παρατηρείται ότι ούτε από τις δηλώσεις του Αιτητή προκύπτει με σαφήνεια ότι η κατ’ ισχυρισμό αντίδραση της οικογένειας και της κοινότητας, καθώς και η φερόμενη αναζήτησή του από τις αρχές, οφείλονταν στον σεξουαλικό του προσανατολισμό καθεαυτό. Το περιστατικό το οποίο, κατά τον ίδιο, πυροδότησε τις εν λόγω αντιδράσεις αφορούσε μη συναινετική σεξουαλική πράξη με τον ετεροθαλή αδελφό του. Ο χαρακτηρισμός της πράξης ως «ταμπού» δεν αποσαφηνίστηκε κατά πόσον αφορούσε το ομόφυλο στοιχείο, τον μη συναινετικό χαρακτήρα της πράξης, τη συγγενική σχέση των εμπλεκομένων ή συνδυασμό των στοιχείων αυτών. Ομοίως, ο ίδιος δεν γνώριζε με σαφήνεια ποια καταγγελία είχε υποβληθεί ή για ποιο συγκεκριμένο αδίκημα φερόταν να αναζητείται. Ως εκ τούτου, ακόμη και εάν τα μεταγενέστερα περιστατικά θεωρούνταν αποδεδειγμένα, δεν τεκμηριώνεται ότι η φερόμενη μεταχείρισή του συνδεόταν με λόγο της Σύμβασης και ειδικότερα με τον επικαλούμενο σεξουαλικό του προσανατολισμό.

 

Υπό τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, δεν προκύπτει με την απαιτούμενη σαφήνεια ότι η κατ' ισχυρισμό μεταχείρισή του συνδεόταν αιτιωδώς με τον επικαλούμενο σεξουαλικό του προσανατολισμό και όχι με τη φερόμενη μη συναινετική σεξουαλική πράξη με τον ετεροθαλή αδελφό του ή με άλλα στοιχεία του ίδιου περιστατικού.

 

Προχωρώντας στην εξέταση της εξωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, επισημαίνεται ότι οι διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής επιβεβαιώνουν, σε γενικό και αντικειμενικό επίπεδο, ότι τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα στη Νιγηρία αντιμετωπίζουν σοβαρούς νομικούς και κοινωνικούς περιορισμούς. Ειδικότερα, οι συναινετικές σεξουαλικές πράξεις μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου ποινικοποιούνται, οι ενώσεις και ο γάμος μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου απαγορεύονται, ενώ η δημόσια έκφραση ομόφυλων σχέσεων και ορισμένες μορφές οργάνωσης ή υποστήριξης ΛΟΑΤΚΙ προσώπων υπόκεινται επίσης σε ποινικούς περιορισμούς. Περαιτέρω, από τις σχετικές πηγές προκύπτει ότι πρόσωπα που είναι ή εκλαμβάνονται ως ΛΟΑΤΚΙ εκτίθενται σε κοινωνικό στιγματισμό, διακρίσεις, παρενόχληση, εκβιασμούς, συλλήψεις και περιστατικά βίας τόσο από κρατικούς όσο και από μη κρατικούς δρώντες[13],[14],[15],[16],[17],[18],[19],[20],[21],[22],[23],[24],[25].

 

Οι πληροφορίες αυτές επιβεβαιώνουν ότι το γενικό αντικειμενικό πλαίσιο που επικρατεί στη Νιγηρία είναι δυσμενές για τα ΛΟΑΤΚΙ πρόσωπα και ότι ορισμένες πτυχές της αφήγησης του Αιτητή, ιδίως οι αναφορές του στον φόβο αποκάλυψης του σεξουαλικού του προσανατολισμού, στον κοινωνικό στιγματισμό και στον φόβο σύλληψης, είναι συμβατές με τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής. Η διαπίστωση αυτή, ωστόσο, δεν δύναται αφ' εαυτής να θεμελιώσει την αξιοπιστία του κατεξοχήν προσωπικού ισχυρισμού ότι ο ίδιος ο Αιτητής είναι ομοφυλόφιλος.

 

Όπως έχει ήδη διαπιστωθεί κατά την εξέταση της εσωτερικής αξιοπιστίας, η προσωπική αφήγηση του Αιτητή παρουσιάζει ουσιώδεις αδυναμίες ως προς τη συνειδητοποίηση του σεξουαλικού του προσανατολισμού, τη βιωματική περιγραφή της σχέσης του με τον Emmanuel, τις μεταγενέστερες σχέσεις που επικαλέστηκε, καθώς και τα περιστατικά τα οποία, κατά τον ίδιο, οδήγησαν στην αποκάλυψη του σεξουαλικού του προσανατολισμού και στην αναχώρησή του από τη χώρα. Οι γενικές πληροφορίες για τη μεταχείριση των ΛΟΑΤΚΙ προσώπων στη Νιγηρία δεν είναι, ως εκ της φύσεώς τους, ικανές να θεραπεύσουν τις διαπιστωθείσες αδυναμίες της προσωπικής του αφήγησης ή να αποδείξουν ότι ο ίδιος διαθέτει τον επικαλούμενο σεξουαλικό προσανατολισμό.Έχοντας πλέον αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που έχω ενώπιόν μου και εξακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, προχωρώ στην νομική αξιολόγηση των προϋποθέσεων χορήγησης διεθνούς προστασίας και κατά πόσον αυτές πληρούνται στην υπό εξέταση υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ουσιώδεις ισχυρισμούς.

 

Ως εκ τούτου, μολονότι οι πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής επιβεβαιώνουν το δυσμενές γενικό πλαίσιο για τα ΛΟΑΤΚΙ πρόσωπα και δεν αντιφάσκουν, σε γενικό επίπεδο, με ορισμένες πτυχές των δηλώσεων του Αιτητή, δεν παρέχουν επαρκές εξωτερικό έρεισμα ικανό να ανατρέψει την αρνητική κρίση ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του συγκεκριμένου ουσιώδους ισχυρισμού. Συνεπώς, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν γίνεται αποδεκτός.

 

Κατόπιν της ανωτέρω αξιολόγησης των πραγματικών περιστατικών και της αξιοπιστίας των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή, απομένει η υπαγωγή των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοστέες διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου.

 

V.I. ΝΟΜΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

 

Α. Ως προς την προσφυγική ιδιότητα

 

Έχοντας ολοκληρώσει την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και εξακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, προχωρώ στην εξέταση του κατά πόσον ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Στο πλαίσιο αυτό, λαμβάνω υπόψη αποκλειστικά τα πραγματικά περιστατικά που κρίθηκαν αποδεδειγμένα κατά την ενώπιόν μου διαδικασία, ήτοι ότι ο Αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας, κατάγεται από την πολιτεία Anambra και ότι πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα διέμενε και εργαζόταν στην Abuja, η οποία αποτελεί τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του. Αντιθέτως, ο ισχυρισμός ότι είναι ομοφυλόφιλος και ότι, εξαιτίας του σεξουαλικού του προσανατολισμού, υπέστη δίωξη στη χώρα καταγωγής του, δεν έγινε αποδεκτός ως αξιόπιστος.

 

Χρήσιμη είναι η επαναφορά στην μνήμη των προνοιών του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου δυνάμει του οποίου:

 

«3.-(1) Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής, ή πρόσωπο, που δεν έχει ιθαγένεια, το οποίο, ενώ είναι εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του ως αποτέλεσμα αυτών των καταστάσεων, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο να επιστρέψει σ' αυτή και στο οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 5».

 

Η αναγνώριση της προσφυγικής ιδιότητας προϋποθέτει, συνεπώς, τη διαπίστωση βάσιμου φόβου δίωξης για έναν από τους περιοριστικώς αναφερόμενους λόγους της Σύμβασης της Γενεύης, καθώς και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της επικαλούμενης δίωξης και του σχετικού λόγου.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, ο μοναδικός ισχυρισμός που θα μπορούσε να θεμελιώσει φόβο δίωξης για λόγο της Σύμβασης ήταν ο ισχυρισμός του Αιτητή περί ομοφυλοφιλίας και δίωξης λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, δεν έγινε αποδεκτός, καθώς, για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί αναλυτικά ανωτέρω, δεν στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική ούτε, κατ' επέκταση, η συνολική αξιοπιστία του.

 

Ενόψει της μη αποδοχής του εν λόγω ουσιώδους ισχυρισμού, δεν προκύπτει οποιοδήποτε πραγματικό περιστατικό από το οποίο να συνάγεται ότι ο Αιτητής έχει υποστεί ή ότι διατρέχει βάσιμο κίνδυνο να υποστεί δίωξη στη Νιγηρία για λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας. Ομοίως, δεν διαπιστώνεται οποιοσδήποτε άλλος εξατομικευμένος παράγοντας ο οποίος να δύναται να θεμελιώσει βάσιμο φόβο δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, κρίνω ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία και ειδικότερα στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του, θα αντιμετωπίσει βάσιμο φόβο δίωξης για οποιονδήποτε από τους λόγους που προστατεύονται από το άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης και το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Β. Ως προς την επικουρική προστασία

 

 

Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί κατά πόσον ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο καθεστώς επικουρικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Κατά το άρθρο 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου, καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας αναγνωρίζεται σε αιτητή ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 19(2) του Νόμου.

 

Εξετάζοντας τις προϋποθέσεις του άρθρου 19(2)(α), δεν προκύπτει από οποιοδήποτε στοιχείο του διοικητικού φακέλου ή από τους αποδεκτούς πραγματικούς ισχυρισμούς ότι ο Αιτητής διατρέχει πραγματικό κίνδυνο επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία.

 

Ομοίως, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 19(2)(β) καθώς δεν προκύπτει από οποιοδήποτε στοιχείο του διοικητικού φακέλου ή από τους πραγματικούς ισχυρισμούς που έγιναν αποδεκτοί ότι ο Αιτητής διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία. Ειδικότερα, ο μοναδικός ισχυρισμός που θα μπορούσε να θεμελιώσει τέτοιο κίνδυνο, ήτοι ότι είναι ομοφυλόφιλος και ότι υπέστη δίωξη λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού, δεν έγινε αποδεκτός ως αξιόπιστος. Ως εκ τούτου, δεν προκύπτει εξατομικευμένος κίνδυνος σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(β).

 

Απομένει, συνεπώς, να εξεταστεί κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την εκτίμηση της ύπαρξης αδιάκριτης βίας λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η ένταση και η διάρκεια της ένοπλης σύρραξης, ο βαθμός οργάνωσης των εμπλεκομένων δυνάμεων, η γεωγραφική έκταση της βίας, καθώς και η ύπαρξη επιθέσεων κατά αμάχων (βλ. απόφαση ΔΕΕ, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland[26]). Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie[27] η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ προϋποθέτει εξαιρετική κατάσταση, στην οποία το επίπεδο της αδιάκριτης βίας είναι τόσο υψηλό ώστε η απλή παρουσία του αμάχου στην οικεία περιοχή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Στη βάση της νομολογίας αυτής, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου και λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης του Αιτητή, προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι στην πρωτεύουσα Abuja της Νιγηρίας.

 

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, για το τελευταίο έτος (με τελευταία πρόσβαση στις 24.07.2026) καταγράφηκαν στην Federal Capital Territory (στην οποία ανήκει η Abuja) 74 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες) από τα οποία προκλήθηκαν 44 θάνατοι. Στην πρωτεύουσα Abuja καταγράφηκαν 12 περιστατικά ασφαλείας από τα οποία προέκυψαν 7 ανθρώπινες απώλειες.[28] Ο συνολικός πληθυσμός της Federal Capital Territory το 2022 ανερχόταν σε 3,067,500 κατοίκους[29] και της Abuja σε 1,693,400 κατοίκους.[30]

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω στοιχεία, το επίπεδο της αδιάκριτης βίας στην Abuja δεν προσεγγίζει το εξαιρετικά υψηλό επίπεδο που απαιτείται από το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις υποθέσεις Elgafaji και CF, DN. Ο αριθμός και η ένταση των περιστατικών πολιτικής βίας, σε συνδυασμό με τον πληθυσμό της περιοχής, δεν καταδεικνύουν ότι κάθε άμαχος, λόγω της παρουσίας του και μόνο στην Abuja, διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας.

 

Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι πρόκειται για άνδρα νεαρής ηλικίας, υγιή, με υψηλό μορφωτικό επίπεδο και προηγούμενη εργασιακή εμπειρία στη χώρα καταγωγής του. Δεν προκύπτει ότι παρουσιάζει οποιοδήποτε ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ή ευαλωτότητα που να αυξάνει, σε ατομικό επίπεδο, τον κίνδυνο σοβαρής βλάβης ή να δύναται να αντισταθμίσει το χαμηλό επίπεδο αδιάκριτης βίας, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας ("sliding scale").

 

V.II. ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ανωτέρω, καταλήγω ότι ο Αιτητής δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας ή πολιτικών πεποιθήσεων, κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, δεν τεκμηρίωσε ότι συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, κατά την έννοια του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Η ανωτέρω κρίση ενισχύεται και από το γεγονός ότι η Νιγηρία περιλαμβάνεται στον κατάλογο των ασφαλών χωρών ιθαγένειας, σύμφωνα με το Διάταγμα του Υπουργού Εσωτερικών ημερ. 29.05.2026 (Κ.Δ.Π. 242/2026). Στην παρούσα υπόθεση, ο Αιτητής δεν προέβαλε ούτε απέδειξε συγκεκριμένα προσωπικά πραγματικά περιστατικά ικανά να ανατρέψουν το εφαρμοστέο τεκμήριο ασφαλούς χώρας καταγωγής.

 

Με βάση συνεπώς το σύνολο των στοιχείων ενώπιόν μου, όπως έχω αναλύσει ανωτέρω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται.

 

Ενόψει, ωστόσο, της κατάληξής μου αναφορικά με την πάσχουσα νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας, θεωρώ ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να μην επιδικάσω έξοδα. Υπό το φως της ανάλυσης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως έχει παρατεθεί ανωτέρω, αυτή επικυρώνεται ως προς την κατάληξή της, ήτοι ότι η αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίπτεται χωρίς έξοδα.

 

 

 

Ε. Ρήγα,  Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[2] Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019: «Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας  από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού   Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

[3] Βλ. ενδεικτικά Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598.

[4] Ζωμενή-Παντελίδου ν. Α.Η.Κ., Υποθ. Αρ. 108/2006, ημερ. 26.07.2007.

[6] Υπόθ. Αρ. 801/99, Μαυρονύχη ν. Δημοκρατίας, 12.03.2001

[7] Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του  2018 (N. 73(I)/2018).

[8] Απόφαση αρ. 128/2008, JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.2010.

[9] Βλσχετική ανάλυση επί του θέματος δικαστική έκδοση της EUAA με θέμα: "Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis", Second edition, February 2023,  σελ. 267-268.

[13] ILGA Database, Nigeria, https://database.ilga.org/nigeria-lgbti (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)

[14] Human Dignity Trust, Nigeria, τελευταία ενημέρωση 28 Οκτώβρη 2025, https://www.humandignitytrust.org/country-profile/nigeria/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)

[15] Human Dignity Trust, Nigeria, τελευταία ενημέρωση 28 Οκτώβρη 2025, https://www.humandignitytrust.org/country-profile/nigeria/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)

[16] Equaldex, LGBT Rights in Nigeria, https://www.equaldex.com/region/nigeria (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)

[17] Human Dignity Trust, Nigeria, τελευταία ενημέρωση 28 Οκτώβρη 2025, https://www.humandignitytrust.org/country-profile/nigeria/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)

[18] ILGA Database, Nigeria, https://database.ilga.org/nigeria-lgbti; Human Dignity Trust, Nigeria, τελευταία ενημέρωση 28 Οκτώβρη 2025, https://www.humandignitytrust.org/country-profile/nigeria/; National Legislative Bodies / National Authorities, Nigeria: Same Sex Marriage (Prohibition) Act, 2013, διαθέσιμο σε: https://www.refworld.org/legal/legislation/natlegbod/2013/en/19556 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)

[19] TIER, 2023 Human Rights Violations Report, σελ. 10, https://drive.google.com/file/d/1j8oNMDFk_OTIcAn6jtwvImeeEonR3TeH/view (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)

[20] Equaldex, LGBT Rights in Nigeria, https://www.equaldex.com/region/nigeria (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)

[21] EUAA, Nigeria, Country Focus, November 2025,  https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-country-focus-1, p. 63 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)

[22] EUAA, Nigeria, Country Focus, November 2025,  https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-country-focus-1, p. 63 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)

[23] Freedom House, Freedom in the World 2025 – Nigeria, https://freedomhouse.org/country/nigeria/freedom-world/2025 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)

[24] Freedom House, Freedom in the World 2025 – Nigeria, https://freedomhouse.org/country/nigeria/freedom-world/2025 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026)

[25] Schwulissimo, Sharia police imprison gays and lesbians; mobs lynch activists, 28 Οκτωβρίου 2025, https://schwulissimo.de/neuigkeiten/mord-und-haft-nigeria-mobjagd-auf-homosexuelle; Scenemag, Human rights organisations express concern after 25 arrested at alleged "gay wedding" in Nigeria, 30 Οκτωβρίου 2025, https://www.scenemag.co.uk/human-rights-organisations-express-concern-after-25-arrested-at-alleged-gay-wedding-in-nigeria/; Scenemag, Nigerian gay man dies following brutal homophobic attack, 26 Οκτωβρίου 2025, https://www.scenemag.co.uk/nigerian-gay-man-dies-following-brutal-homophobic-attack/; Mamba Online, Nigeria: Queer Man’s Brutal Murder Highlights Rampant “Kito” Crisis, 28 Οκτωβρίου 2025, https://www.mambaonline.com/2025/10/28/nigeria-queer-mans-brutal-murder-highlights-rampant-kito-crisis/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/02/2026);

[26] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland

[27] Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ;κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009

[28] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30.07.2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria (Federal Capital Territory-Abuja), Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04.08.2026)

[29] City Population, Nigeria – Federal Capital Territory

https://www.citypopulation.de/en/nigeria/admin/NGA015__federal_capital_territory/


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο