ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
03 Αυγούστου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
J.B.S.,
από Σιέρρα Λεόνε
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Δικηγόροι για Αιτητή: Χ. Ζιντήλη (κα) για Μ. Παπαλοίζου (κος)
Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Λ. Βελίκοβα (κα) για Προδρόμου (κα)
Αιτητής παρών
(Ε. Θεοδοσίου για διερμηνεία από την αγγλική στην ελληνική και αντίστροφα)
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 08.08.2024 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των
γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).
Ο Αιτητής κατάγεται από τη Σιέρρα Λεόνε, την οποίαν εγκατέλειψε στις 01.04.2021 και στις 21.04.2021 εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές, χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, δια μέσου των μη ελεγχόμενων περιοχών, όπου αφίχθηκε εκεί με φοιτητική άδεια. Στις 05.06.2021 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας και στις 07.08.2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος υπέβαλε στις 08.08.2024 Εισηγητική Έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε αυθημερόν την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 09.09.2024, μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ίδιας. Αυτήν την απόφαση αμφισβητεί ο Αιτητής μέσω της υπό εξέταση προσφυγής του.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο Αιτητής, μέσω του συνηγόρου του, προέβαλε στα πλαίσια του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας πλείονες λόγους ακυρώσεως, τους οποίους περιόρισε και εξειδίκευσε με τη γραπτή του αγόρευση. Συγκεκριμένα ο Αιτητής προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη, καθώς εκδόθηκε χωρίς να προηγηθεί η απαιτούμενη δέουσα και εξατομικευμένη έρευνα των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσής του. Υποστηρίζει ότι η Υπηρεσία Ασύλου δεν διερεύνησε επαρκώς τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του, δεν υπέβαλε τις αναγκαίες διευκρινιστικές ερωτήσεις και, ως εκ τούτου, κατέληξε σε εσφαλμένα συμπεράσματα ως προς την αξιοπιστία και το αίτημά του. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία, καθότι εγκατέλειψε τη Σιέρα Λεόνε λόγω περιουσιακής διαφοράς με τα ετεροθαλή αδέλφια του και φόβου από τον θείο του και τη μυστική οργάνωση Poro, ενώ επικαλείται και τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του προς θεμελίωση δικαιώματος σε καθεστώς πρόσφυγα ή, επικουρικώς, συμπληρωματικής προστασίας.
Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση, με τη γραπτή τους αγόρευση, υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, προβάλλοντας ότι ο Αιτητής υπέπεσε σε αντιφάσεις με αποτέλεσμα η αξιοπιστία του να μην εδραιώνεται αλλά ούτε και να γίνεται αποδεκτή. Υποβάλουν ότι η απόφαση λήφθηκε κατόπιν ενδελεχούς έρευνας όλων των σχετικών στοιχείων της υπόθεσης, εύλογα και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας εφαρμόζοντας το Νόμο και ότι αυτή είναι δεόντως αιτιολογημένη. Τέλος, ισχυρίζονται ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν αποσείουν το βάρος απόδειξης το οποίο ο ίδιος φέρει στους ώμους του, τόσο ως προς τους λόγους ακυρώσεως που προωθεί με την προσφυγή του, όσο και προς την ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου.
ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ
Καταρχάς, μελετώντας την γραπτή αγόρευση του Αιτητή διαπιστώνεται η γενικόλογη, αόριστη και εν πολλοίς ρητορική αναφορά σε σειρά επιχειρημάτων περί παραβίασης γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου, χωρίς την ταυτόχρονη εξειδίκευση και αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου με τον οποίο οι αρχές αυτές παραβιάζονται. Πράττει δε τούτο, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962[1].
Είναι διαχρονική η θέση της ημεδαπής νομολογίας ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται και προσδιορίζονται από τη δικογραφία[2], ενώ ξεκάθαρη είναι η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο[3]. Σχετική είναι και η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστήμιο Κύπρου, ECLI:CY:AD: 2018:C344, Α.Ε. 95/2012, ημερ. 06.07.2018, ECLI:CY:AD:2018:C344, ECLI:CY:AD:2018:C344, όπου επισημάνθηκε ακριβώς ότι η γενικότητα με την οποία παρατηρείται η δικογράφηση των νομικών ισχυρισμών έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και στην ουσία παρακωλύει την ορθή και σύννομη απονομή της δικαιοσύνης, διότι οι προσφεύγοντες καλυπτόμενοι πίσω από τη γενικότητα των ισχυρισμών τους, θεωρούν ότι δύνανται να εγείρουν οποιοδήποτε θέμα κατά τον τρόπο που επιθυμούν, αποπροσανατολίζοντας έτσι την υπόθεση από την ορθή της διάσταση, αλλά και με το Δικαστήριο να ασχολείται άνευ λόγου με σωρεία θεμάτων. Η έννοια του Κανονισμού 7 είναι η οριοθέτηση με λεπτομέρεια, (αυτή είναι η έννοια της λέξης «πλήρως»), ούτως ώστε τα επίδικα θέματα να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, με τους διαδίκους να γνωρίζουν με ακρίβεια το λόγο που προωθείται η νομική εισήγηση και στη βάση ξεκάθαρης επιχειρηματολογίας αλλά και το Δικαστήριο να ασχολείται μόνο με συγκεκριμένα ζητήματα χωρίς τον εξοβελισμό των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου τους στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων κατά τη διεξαγωγή της διοικητικής δίκης[4].
Στην εξεταζόμενη λοιπόν υπόθεση, η παράλειψη του Αιτητή να εξειδικεύσει τους ισχυρισμούς του με αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, επηρεάζει αναπόφευκτα την νομική βάση των προωθημένων λόγων ακυρώσεως καθιστώντας αυτούς ανεπίδεκτους δικαστικής εκτίμησης και κατά τούτο απορρίπτονται στο σύνολο τους ως αναιτιολόγητοι.
Εν πάση περιπτώσει ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν[5], θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της υπόθεσης αυτή, σε συνάρτηση και με τον έστω γενικόλογο ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας.
Επί της ουσίας της προσφυγής σε συνάρτηση και με την κατ' ισχυρισμό έλλειψη δέουσας έρευνας
Επισημαίνεται ότι, το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα.Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση[6].
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου.
Οι δηλώσεις του Αιτητή
Ειδικότερα, παρατηρώ ότι κατά την υποβολή της αίτησής του για διεθνή προστασία ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας μαγείας και οικογενειακής διαμάχης σχετικά με την περιουσία της οικογένειάς του. Ανέφερε ότι ο πατέρας του είχε δύο συζύγους, εκ των οποίων η μητέρα του ήταν η πρώτη, με επτά παιδιά, ενώ η δεύτερη σύζυγος είχε αποκτήσει έξι παιδιά. Ισχυρίστηκε ότι τα παιδιά της μητέρας του άρχισαν να αποβιώνουν αιφνιδίως, με αποτέλεσμα τρία εξ αυτών να πεθάνουν μέσα σε διάστημα δύο μηνών, γεγονός για το οποίο θεωρήθηκε υπεύθυνη η δεύτερη σύζυγος του πατέρα του. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο πατέρας του, πριν αποβιώσει, προέβη σε διανομή της περιουσίας του, παραχωρώντας δύο κατοικίες στη μητέρα του Αιτητή και μία στη δεύτερη σύζυγό του. Ακολούθως, ο πατέρας του απεβίωσε εντός δύο εβδομάδων, ένα μήνα αργότερα πέθανε ακόμη ένα από τα αδέλφια του και, μέσα σε διάστημα τριών μηνών, απεβίωσε και η μητέρα του. Ο Αιτητής υποστήριξε περαιτέρω ότι, μετά τον θάνατο της μητέρας του, τα ετεροθαλή αδέλφια του συγκρούστηκαν για την περιουσία, σκοτώνοντας τα υπόλοιπα αδέλφια του, ενώ ο ίδιος τραυματίστηκε στην κοιλιακή χώρα κατά τη διάρκεια ενός από τους διαπληκτισμούς. Τέλος, ανέφερε ότι θείος του τον βοήθησε να αναχωρήσει από τη Σιέρα Λεόνε και να μεταβεί στη Δημοκρατία, όπου υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας.
Κατά τη συνέντευξη εκτίμησης ευαλωτότητας (βλ. ερ. 17-9 του δ.φ.) ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη Σιέρα Λεόνε λόγω οικογενειακής διαμάχης σχετικά με την κληρονομική περιουσία. Ειδικότερα, ανέφερε ότι, μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο οποίος είχε δύο συζύγους, η μητριά του αρνήθηκε να αποδεχθεί την ισότιμη κατανομή της περιουσίας και, μαζί με τα παιδιά της, επιτέθηκαν στον ίδιο και στα αδέλφια του, με αποτέλεσμα ο ίδιος να τραυματιστεί σοβαρά και να νοσηλευτεί. Υποστήριξε ακόμη ότι, όταν ανέκτησε τις αισθήσεις του, θείος του τον ενημέρωσε ότι η μητριά του είχε σκοτώσει αρκετούς από τους αδελφούς του, ενώ η μητέρα του είχε αποβιώσει λόγω ασθένειας και του έντονου στρες. Τέλος, ανέφερε ότι ο ίδιος θείος τον συμβούλευσε να εγκαταλείψει τη χώρα και να αναζητήσει διεθνή προστασία.
Κατά το κρίσιμο στάδιο της κύριας προσωπικής του συνέντευξης, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος της Σιέρα Λεόνε, κάτοχος νόμιμου διαβατηρίου, απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ότι φοίτησε στη Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Freetown χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του λόγω οικονομικών δυσχερειών. Ανέφερε ότι διέμενε καθ’ όλη τη ζωή του στο Freetown, όπου εργάστηκε σε διάφορες θέσεις, ενώ πριν την αναχώρησή του εργαζόταν σε δικηγορικό γραφείο. Δήλωσε ακόμη ότι εισήλθε αρχικά στα κατεχόμενα με φοιτητική άδεια και στη συνέχεια μετέβη στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές.
Ως προς τους λόγους αναχώρησής του, ισχυρίστηκε ότι σκοπός του ήταν να συνεχίσει τις σπουδές του και να αναζητήσει καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές. Παράλληλα, ανέφερε ότι αντιμετώπιζε περιουσιακή διαφορά με τα ετεροθαλή αδέλφια του σχετικά με κατοικία που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του. Υποστήριξε ότι, κατόπιν νομικής συμβουλής, τον Μάρτιο του 2021 παραχώρησε την κατοικία στα ετεροθαλή αδέλφια του, προκειμένου να τερματιστεί η διαφορά, και έκτοτε δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα μαζί τους. Ερωτηθείς γιατί δεν παρέμεινε ή δεν μετεγκαταστάθηκε σε άλλη περιοχή της Σιέρα Λεόνε, απάντησε ότι, μολονότι αυτό ήταν εφικτό, είχε ήδη οργανώσει τη μετάβασή του στην Κύπρο για σπουδές και καλύτερες ευκαιρίες εργασίας. Δήλωσε επίσης ότι ουδέποτε συνελήφθη ή κρατήθηκε στη χώρα καταγωγής του, ότι οι αρχές θα επέτρεπαν την επιστροφή του και ότι, σε περίπτωση επιστροφής, θα έπρεπε απλώς να ξεκινήσει τη ζωή του από την αρχή.
Τέλος, όταν κλήθηκε να σχολιάσει τις ουσιώδεις αποκλίσεις μεταξύ των δηλώσεών του κατά την εκτίμηση ευαλωτότητας και όσων ανέφερε στην προσωπική συνέντευξη, απάντησε ότι η αληθινή εκδοχή των γεγονότων είναι εκείνη που παρέθεσε κατά την προσωπική του συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, επαναλαμβάνοντας ότι μετά την παραχώρηση της κατοικίας στα ετεροθαλή αδέλφια του δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε περαιτέρω πρόβλημα και ότι αναχώρησε για εκπαιδευτικούς και οικονομικούς λόγους.
Η αξιολόγηση της Υπηρεσίας Ασύλου
Κατά την αξιολόγηση της αίτησης ασύλου του Αιτητή, ο Λειτουργός προσδιόρισε τρεις ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς του Αιτητή: (α) την ταυτότητα, το προσωπικό του προφίλ και τη χώρα καταγωγής του, (β) την αναχώρησή του από τη Σιέρα Λεόνε για εκπαιδευτικούς και οικονομικούς λόγους και (γ) την ύπαρξη περιουσιακής διαφοράς με τα ετεροθαλή αδέλφια του.
Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθότι κρίθηκε ότι τεκμηριώθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία του. Ο δεύτερος ισχυρισμός επίσης έγινε αποδεκτός, καθώς ο Αιτητής δήλωσε με συνέπεια ότι αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής του προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του και να αναζητήσει καλύτερες οικονομικές προοπτικές, χωρίς να προκύπτουν στοιχεία που να δικαιολογούν περαιτέρω διερεύνηση μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης.
Ως προς τον τρίτο ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ο Λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής περιέγραψε με συνέπεια πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω περιουσιακής διαφοράς με τα ετεροθαλή αδέλφια του, η οποία αφορούσε κατοικία που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του. Ειδικότερα, έλαβε υπόψη ότι ο Αιτητής δήλωσε πως, κατόπιν νομικής συμβουλής, παραχώρησε την κατοικία στα ετεροθαλή αδέλφια του τον Μάρτιο του 2021, με αποτέλεσμα η διαφορά να επιλυθεί οριστικά και να μην αντιμετωπίσει έκτοτε οποιοδήποτε πρόβλημα μαζί τους. Παράλληλα, αξιολόγησε τις αποκλίσεις μεταξύ των δηλώσεων του Αιτητή κατά τη συνέντευξη ευαλωτότητας, της αίτησής του και της προσωπικής συνέντευξης, αποδεχόμενος τελικά ως αληθή την εκδοχή που ο ίδιος ο Αιτητής παρέθεσε κατά την προσωπική του συνέντευξη, αφού αυτή αποτέλεσε το μοναδικό διαθέσιμο αποδεικτικό στοιχείο και δεν υπήρχαν λόγοι περαιτέρω διερεύνησής της μέσω εξωτερικών πηγών. Ως εκ τούτου, ο τρίτος ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός έγινε αποδεκτός.
Ακολούθως, ο Λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση κινδύνου επί τη βάσει των τριών αποδεκτών πραγματικών περιστατικών. Έκρινε ότι, λαμβάνοντας υπόψη το προσωπικό προφίλ του Αιτητή και το γεγονός ότι δεν είχε υποστεί στο παρελθόν δίωξη ή σοβαρή βλάβη στη χώρα καταγωγής του, δεν υπήρχαν βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, θα αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ειδικότερα, διαπίστωσε ότι η περιουσιακή διαφορά με τα ετεροθαλή αδέλφια του δεν συνδεόταν με πράξη δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου ούτε με κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά το άρθρο 19 του ίδιου Νόμου, ενώ ο ίδιος ο Αιτητής δεν είχε εκφράσει φόβο δίωξης αλλά είχε δηλώσει ότι το ζήτημα είχε ήδη επιλυθεί.
Περαιτέρω, ο Λειτουργός έλαβε υπόψη το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, κρίνοντας ότι πρόκειται για υγιή ενήλικα, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, με μορφωτικό επίπεδο, επαγγελματική εμπειρία και διατηρούμενους οικογενειακούς και κοινωνικούς δεσμούς στη Σιέρα Λεόνε. Παράλληλα, από τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής διαπιστώθηκε ότι στην περιοχή του Freetown, Western Area Urban District, δεν επικρατούν συνθήκες αδιάκριτης βίας στο πλαίσιο διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Τέλος, προβαίνοντας στη νομική αξιολόγηση, ο λειτουργός κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για οποιονδήποτε από τους λόγους της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και, ως εκ τούτου, δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις αναγνώρισης της προσφυγικής ιδιότητας. Ομοίως, έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, καθότι δεν υφίστατο πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, ούτε σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητάς του λόγω αδιάκριτης βίας. Ως εκ τούτου, εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος διεθνούς προστασίας, χαρακτηρίζοντας τον Αιτητή ως οικονομικό μετανάστη.
Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ήτοι την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει οποιοδήποτε στοιχείο που να δικαιολογεί απόκλιση από την κρίση της Υπηρεσίας Ασύλου. Οι σχετικές δηλώσεις του υπήρξαν, κατά τα ουσιώδη σημεία τους, σταθερές και συνεπείς και συνάδουν με τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Ως εκ τούτου, ο εν λόγω ισχυρισμός ορθώς έγινε αποδεκτός.
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ήτοι ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε τη Σιέρα Λεόνε για εκπαιδευτικούς και οικονομικούς λόγους, το Δικαστήριο επίσης δεν διαπιστώνει λόγο απόκλισης από την κρίση της Υπηρεσίας Ασύλου. Οι σχετικές δηλώσεις του ήταν σαφείς και συνεπείς, ενώ ο ίδιος ουδέποτε συνέδεσε την αναχώρησή του με φόβο δίωξης ή σοβαρής βλάβης, αλλά με την επιθυμία του να συνεχίσει τις σπουδές του και να εξασφαλίσει καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές. Ως εκ τούτου, ορθώς και ο ισχυρισμός αυτός έγινε αποδεκτός.
Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει οποιοδήποτε στοιχείο που να δικαιολογεί απόκλιση από την κρίση της Υπηρεσίας Ασύλου ως προς την αποδοχή του. Ειδικότερα, ο Αιτητής κατά την προσωπική του συνέντευξη περιέγραψε με σαφήνεια ότι η διαφορά με τα ετεροθαλή αδέλφια του αφορούσε αποκλειστικά την κυριότητα κατοικίας που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του. Δήλωσε δε ότι, κατόπιν νομικής συμβουλής, παραιτήθηκε από κάθε διεκδίκηση της εν λόγω περιουσίας, παραχωρώντας την οικία στα ετεροθαλή αδέλφια του τον Μάρτιο του 2021, με αποτέλεσμα το ζήτημα να επιλυθεί οριστικά. Περαιτέρω, ο ίδιος επιβεβαίωσε ότι, έκτοτε, δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα μαζί τους, ότι θα μπορούσε να εξακολουθήσει να διαμένει στο Freetown ή σε άλλη περιοχή της Σιέρα Λεόνε και ότι η μετάβασή του στην Κυπριακή Δημοκρατία υπαγορεύθηκε από την επιθυμία του να συνεχίσει τις σπουδές του και να εξασφαλίσει καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές.
Το γεγονός ότι ο Αιτητής είχε προηγουμένως προβάλει διαφορετικές εκδοχές των γεγονότων τόσο κατά τη συνέντευξη εκτίμησης ευαλωτότητας όσο και στην αρχική αίτησή του για διεθνή προστασία δεν οδηγεί, εν προκειμένω, σε διαφορετικό συμπέρασμα. Αντιθέτως, κατά την προσωπική του συνέντευξη ανακάλεσε ρητώς τις προηγούμενες δηλώσεις του, διευκρινίζοντας ότι η αληθινή εκδοχή είναι εκείνη που παρέθεσε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου. Η Υπηρεσία Ασύλου έθεσε ενώπιόν του τις ουσιώδεις αντιφάσεις, του παρείχε τη δυνατότητα να τις εξηγήσει και αξιολόγησε τις σχετικές διευκρινίσεις, καταλήγοντας να αποδεχθεί ως αξιόπιστη την τελευταία εκδοχή των γεγονότων. Το Δικαστήριο δεν εντοπίζει οποιαδήποτε πλημμέλεια στη συγκεκριμένη αξιολογική κρίση.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο συμφωνεί με την εκτίμηση της Υπηρεσίας Ασύλου ότι, ακόμη και υπό την εκδοχή των γεγονότων που έγινε δεκτή, η επίμαχη διαφορά συνιστά ιδιωτικής φύσεως περιουσιακή διαφορά μεταξύ μελών της ίδιας οικογένειας, η οποία είχε ήδη επιλυθεί πριν από την αναχώρηση του Αιτητή από τη χώρα καταγωγής του. Ο ίδιος άλλωστε αναγνώρισε ότι μετά την παραχώρηση της κατοικίας δεν υπήρξε οποιαδήποτε περαιτέρω απειλή ή περιστατικό εις βάρος του, ενώ δεν επικαλέστηκε φόβο μελλοντικής δίωξης από τα ετεροθαλή αδέλφια του σε περίπτωση επιστροφής του.
Επιπλέον, οι δηλώσεις του ότι, σε περίπτωση επιστροφής, θα έπρεπε να ξεκινήσει εκ νέου τη ζωή του, να αναζητήσει κατοικία και εργασία, καθώς και η επιθυμία του να παραμείνει στην Κυπριακή Δημοκρατία για εκπαιδευτικούς και οικονομικούς λόγους, καταδεικνύουν ότι οι λόγοι για τους οποίους δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη Σιέρα Λεόνε είναι κατ' ουσίαν οικονομικής και προσωπικής φύσεως και δεν συνδέονται με φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του περί Προσφύγων Νόμου.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι ορθώς η Υπηρεσία Ασύλου αποδέχθηκε και τον τρίτο ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό ως ιστορικό γεγονός.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν πλήρους και εξατομικευμένης έρευνας όλων των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών. Ο Λειτουργός εξέτασε όλες τις εκδοχές των ισχυρισμών του Αιτητή, του παρείχε τη δυνατότητα να εξηγήσει τις μεταξύ τους αποκλίσεις και αξιολόγησε αιτιολογημένα τις εξηγήσεις του. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός περί έλλειψης δέουσας έρευνας δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.
Ως προς την προσφυγική ιδιότητα
Με βάση τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν αποδεκτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναγνώρισης του Αιτητή ως πρόσφυγα. Ειδικότερα, οι αποδεκτοί ισχυρισμοί καταδεικνύουν ότι η αναχώρησή του από τη Σιέρα Λεόνε υπαγορεύθηκε από εκπαιδευτικούς και οικονομικούς λόγους, ενώ η περιουσιακή διαφορά με τα ετεροθαλή αδέλφια του είχε επιλυθεί πριν από την αναχώρησή του, χωρίς να προκύπτει ότι ο ίδιος αντιμετώπισε ή εξακολουθεί να αντιμετωπίζει βάσιμο φόβο δίωξης για οποιονδήποτε από τους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης και στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ως προς την επικουρική προστασία
Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί κατά πόσον ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο καθεστώς επικουρικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
Κατά το άρθρο 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου, καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας αναγνωρίζεται σε αιτητή ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 19(2) του Νόμου.
Εξετάζοντας τις προϋποθέσεις του άρθρου 19(2)(α), δεν προκύπτει από οποιοδήποτε στοιχείο του διοικητικού φακέλου ή από τους αποδεκτούς πραγματικούς ισχυρισμούς ότι ο Αιτητής διατρέχει πραγματικό κίνδυνο επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σε περίπτωση επιστροφής του στη Σιέρα Λεόνε.
Ομοίως, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 19(2)(β). Οι αποδεκτοί ισχυρισμοί του Αιτητή περιορίζονται στο ότι αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής του για εκπαιδευτικούς και οικονομικούς λόγους και ότι είχε προηγουμένως εμπλακεί σε ιδιωτικής φύσεως περιουσιακή διαφορά με τα ετεροθαλή αδέλφια του, η οποία είχε ήδη επιλυθεί πριν από την αναχώρησή του. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν προκύπτει ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.
Απομένει συνεπώς η εξέταση του 19(2)(γ).
Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την εκτίμηση της ύπαρξης αδιάκριτης βίας λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η ένταση και η διάρκεια της ένοπλης σύρραξης, ο βαθμός οργάνωσης των εμπλεκομένων δυνάμεων, η γεωγραφική έκταση της βίας, καθώς και η ύπαρξη επιθέσεων κατά αμάχων (βλ. απόφαση ΔΕΕ, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland[7]). Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie[8] η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ προϋποθέτει εξαιρετική κατάσταση, στην οποία το επίπεδο της αδιάκριτης βίας είναι τόσο υψηλό ώστε η απλή παρουσία του αμάχου στην οικεία περιοχή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Στη βάση της νομολογίας αυτής, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου και λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης του Αιτητή, προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι στην πόλη Freetown της Σιέρα Λεόνε.
Σύμφωνα λοιπόν με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση 02.05.26) στη Δυτική Περιφέρεια της Σιέρρα Λεόνε (όπου βρίσκεται και η πόλη Freetown) σημειώθηκαν 4 περιστατικά πολιτικής βίας (ο ορισμός "Political violence" περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), με αποτέλεσμα 1 θάνατο[9], εκ των οποίων 3 έλαβαν χώρα στη Freetown, χωρίς θάνατο. Ο πληθυσμός της Δυτικής Περιφέρειας ανέρχεται περί το 1.27 εκατομμύρια κατοίκων και της Freetown περί τις 600.000. [10],[11]
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω στοιχεία, καθώς και τα διαθέσιμα δεδομένα από τη βάση ACLED, σύμφωνα με τα οποία κατά το τελευταίο έτος στη Δυτική Περιφέρεια της Σιέρα Λεόνε καταγράφηκαν μόλις τέσσερα περιστατικά πολιτικής βίας με έναν συνολικά θάνατο, εκ των οποίων τρία σημειώθηκαν στη Freetown χωρίς να καταγραφεί οποιαδήποτε απώλεια ζωής, το Δικαστήριο κρίνει ότι, παρά την ύπαρξη μεμονωμένων περιστατικών πολιτικής βίας και κοινωνικών εντάσεων, δεν προκύπτει η ύπαρξη κατάστασης διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ούτε επίπεδο αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης ώστε η απλή παρουσία αμάχου στη Freetown, όπου βρίσκεται ο τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω, εξετάζοντας τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, διαπιστώνω ότι πρόκειται για νεαρής ηλικίας, υγιή και εργασιακά ικανό άνδρα, με ολοκληρωμένη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, πανεπιστημιακές σπουδές, επαγγελματική εμπειρία και διατηρούμενους οικογενειακούς δεσμούς στη χώρα καταγωγής του, όπου εξακολουθούν να διαμένουν συγγενικά του πρόσωπα και η μητέρα του παιδιού του. Δεν προέκυψε οποιοδήποτε ιδιαίτερο προσωπικό χαρακτηριστικό ή στοιχείο που να αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του ή να δικαιολογεί, βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας (Elgafaji), διαφορετική εκτίμηση ως προς την εφαρμογή του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των όσων προεκτέθηκαν, καταλήγω ότι ορθώς οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν πως ο Αιτητής δεν απέδειξε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για οποιονδήποτε από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, ορθώς κρίθηκε ότι δεν τεκμηρίωσε την ύπαρξη ουσιωδών λόγων να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Σιέρα Λεόνε, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση κρίνεται νόμιμη και επαρκώς αιτιολογημένη και, ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 : « Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
[2] Βλ. ενδεικτικά Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598.
[5] Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018)
[6] Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU v Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.2010
[7] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland
[8] Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ;κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009
[9] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Sierra Leone, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμο στο: https://acleddata.com/platform/explorer (ημερ. πρόσβασης 27/05/2026)
[10] City Population, Sierra Leone, Western, διαθέσιμο στο: https://www.citypopulation.de/en/sierraleone/cities/?admid=7259 (27/05/2026)
[11] City Population, Sierra Leone - Western - Freetown, διαθέσιμο στο: https://www.citypopulation.de/en/sierraleone/cities/?admid=7259 (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 27/05/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο