ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 4958/2022
5 Αυγούστου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
1.T.N.T Αιτητών
2.J.N.D.T.
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση.
…………………….
Κασσάνδρα Κουπαρή, Δικηγόρος για τους αιτητές
Αντιγόνη Παπαδοπούλου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ’ ων η αίτηση.
[Παρούσα η κα Μυροφόρα Σταυρινίδου για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε ελληνικά και αντίστροφα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την παρούσα προσφυγή οι αιτητές προσβάλλουν την απόφαση των καθ’ ων η αίτηση, ημερομηνίας 02/06/2022, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά τους για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και τον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής «δ. φ.»), τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Η αιτήτρια 1 είναι υπήκοος του Καμερούν και αφού αφίχθη παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία, συμπλήρωσε στις 21/02/2019 αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας και στις 01/03/2019 και 22/06/2021 παρέλαβε τη βεβαίωση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας για την ίδια και το ανήλικο τέκνο της από το Επαρχιακό Γραφείο Αλλοδαπών Λευκωσίας.
Στις 31/03/2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της αιτήτριας 1 από λειτουργό της E.U.A.A. (στο εξής «λειτουργός») και στις 15/04/2022 ο λειτουργός συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος των αιτητών. Στις 02/06/2022, η Προϊσταμένη της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης τους καθώς και την εισήγηση περί έκδοσης απόφασης επιστροφής τους στο Καμερούν. Η Υπηρεσία Ασύλου, στις 11/07/2022, εξέδωσε επιστολή με την οποία κοινοποίησε την απορριπτική της απόφαση επί του αιτήματος των αιτητών. Η εν λόγω επιστολή παραλήφθηκε από την Αιτήτρια 1 στις 14/07/2022. Στη συνέχεια, η αιτήτρια 1 και εκπροσωπώντας το τέκνο της αιτητή 2, καταχώρισε την υπό εξέταση προσφυγή μέσω του συνηγόρου της ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
Οι αιτητές, μέσω της γραπτής τους αγόρευσης, προωθούν, δια της συνηγόρου τους, τους πιο κάτω λόγους ακύρωσης: α) Μη εφαρμογή των άρθρων 3, 3Α, 3Β, 3Γ, 3Δ, και 4 λόγω μη δέουσας έρευνας βάσει άρθρου 18 (4), (5), (7α) Ν.6(I)/2000 και πλάνης περί τα πράγματα βάσει του άρθρου 46 Ν.158 (Ι)/1999, β) Μη εφαρμογή των άρθρων 4,19 (2β) λόγω μη δέουσας έρευνας βάσει άρθρου 18 (4), (5), (7α) Ν.6(I)/2000 και πλάνης περί τα πράγματα βάσει άρθρου 46, Ν. 158 (Ι)/1999, γ) Παράβαση άρθρου 13 λόγω μη δέουσας έρευνας βάσει άρθρου 18 (4), (5), (7α) Ν. 6(I)/2000 και πλάνης περί τα πράγματα βάσει άρθρου 46, Ν. 158 (Ι)/1999 και δ) Παράβαση άρθρων περί επαρκούς αιτιολογίας 26, 28, 29 του Ν. 58 (Ι)/1999. Προβάλλουν, περαιτέρω, πως κατά παράβαση των άρθρων 9 και 15 του Περί Προσφύγων Νόμου δεν πραγματοποιήθηκε αξιολόγηση ώστε να διαπιστωθεί η ευαλωτότητα της Αιτήτριας, ούτε παραπέμφθηκε προς ιατρική και/ή ψυχολογική εκτίμηση καθότι εισηγούνται πως πρόκειται για άτομο που έχει υποστεί σεξουαλική βία και ως εκ τούτου, υποβάλλουν ότι παραβιάστηκε η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, την οποία έχει επικυρώσει η Δημοκρατία.
Από την πλευρά τους οι καθ’ ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας 1 δεν εγείρονται με τον ορθό δικονομικό τρόπο δυνάμει του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου και δεν εξειδικεύονται και/ή δικογραφούνται και ως εκ τούτου, δεν πρέπει να ληφθούν υπόψιν από το Δικαστήριο. Επιπρόσθετα, υποστηρίζουν πως η αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που έφερε στους ώμους της και να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης ή κίνδυνο πραγματικής βλάβης. Ισχυρίζονται μάλιστα πως η επίδικη απόφαση είναι καθόλα νόμιμη και ορθή, δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε κατόπιν διεξαγωγής δέουσας έρευνας και αφότου εξετάστηκαν όλα τα στοιχεία της υπόθεσης της αιτήτριας. Όσον αφορά την μη παραπομπή της σε ιατρική και/ή ψυχολογική εκτίμηση, οι καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι ουδεμία πλημμέλεια σημειώθηκε εκ μέρους τους, αφού εναπόκειται στην διακριτική τους ευχέρεια η παραπομπή ή μη του εκάστοτε αιτητή στις αρμόδιες υπηρεσίες και εν πάση περιπτώσει, αναφέρουν πως δεν προέκυψαν σχετικές ενδείξεις επί τούτου.
Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, η συνήγορος της αιτήτριας υποστήριξε ότι δεν λήφθηκε υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου τέκνου της σε κανένα στάδιο της διαδικασίας που προηγήθηκε. Η συνήγορος των καθ’ων η αίτηση υιοθέτησε το περιεχόμενο την ένστασης και της γραπτής της αγόρευσης και δεν ανέφερε οτιδήποτε επί τούτου.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε η αιτήτρια 1 σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας.
Η αιτήτρια 1 κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας στην Υπηρεσία Ασύλου δήλωσε σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της ότι o αρχηγός του χωριού επιθυμούσε να την έχει ως τη 10η σύζυγό του. Δήλωσε ότι έχασε τους γονείς της στην ηλικία των 10 ετών και ότι ο θείος της την πήρε υπό την φροντίδα του στο σπίτι του. Ανέφερε ότι ξεκίνησε να την βιάζει και να την απειλεί με θάνατο σε περίπτωση που αποκάλυπτε την κακοποίηση της, υποστήριξε ότι υπέφερε από αυτό το τραύμα για χρόνια. Όπως δήλωσε, αυτός άνηκε σε μια οργάνωση και όταν έμαθε ότι η αιτήτρια ενημερώθηκε για αυτό, την απήγαγε για ημέρες μέσα σε ένα δωμάτιο από το οποίο κατάφερε να ξεφύγει ασκώντας βία στην πόρτα και στη συνέχεια, διέφυγε στο χωριό της και εκεί ο αρχηγός του χωριού επιθυμούσε να την νυμφευτεί(ερ. 1 και ερ. 12 του δ.φ.).
Ακολούθως, η αιτήτρια 1 προσκόμισε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου τα εξής προσωπικά της έγγραφα: Αντίγραφο ημερομηνίας 09/09/2014 της ληξιαρχικής πράξης γέννησης της ιδίας, που εκδόθηκε από το Κέντρο Καταχώρισης Οικογενειακής Κατάστασης της κοινότητας της Koutaba (ερυθρό 35 του διοικητικού φακέλου), Αντίγραφο του Δελτίου Εγγραφής Αλλοδαπού (ARC) του ανήλικου τέκνου της, ημερομηνίας 05/07/2021 που εκδόθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας (ερυθρό 36 του διοικητικού φακέλου) και Αντίγραφο του Δελτίου Εγγραφής Αλλοδαπού (ARC) της ιδίας ημερομηνίας 09/05/2019, που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Γραφείο Αλλοδαπών Λευκωσίας (ερυθρό 39-41 του διοικητικού φακέλου).
Κατά την συνέντευξη της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου δήλωσε ως προς το προσωπικό της προφίλ, υπήκοος Καμερούν, γεννηθείσα στην Koutaba όπου έμεινε μέχρι τα 10 της έτη. Μετά το θάνατο ων γονέων της πήγε να διαμείνει με τον θείο της στην Bafoussam, όπου έμεινε από το 2004 μέχρι το 2011. Στη συνέχεια, μετέβη μαζί του στην Douala, όπου έμεινε από το 2011 μέχρι το 2016 και εν συνεχεία διέμεινε στο χωριό της γιαγιάς της Bangangte, στο Δυτικό Καμερούν μέχρι που εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της ( ερ.51 και 50 του δ.φ.) Δήλωσε χριστιανή Καθολική στο θρήσκευμα και εθνοτικής καταγωγής Bamileke (ερ. 54 2χ του δ.φ.). Είναι άγαμη και έχει ένα ανήλικο τέκνο (άρρεν) γεννηθέν στην Κύπρο. Ο πατέρας του τέκνου της είναι υπήκοος Λαϊκής Δημοκρατία του Κογκό που ζει στην Κύπρο, αλλά δεν έχει αναγνωρίσει το τέκνο τους και δεν ζει μαζί τους. Όπως δήλωσε, οι γονείς της απεβίωσαν το 2004 από ατύχημα και ανέφερε ότι έχει έναν αδελφό στη Γερμανία με τον οποίο δεν έχει τακτική επικοινωνία. Όπως δήλωσε, διατηρεί επικοινωνία με ένα θείο της που ζει στη Γαλλία (ερ.52 του δ.φ.). Ως προς το μορφωτικό της επίπεδο δήλωσε ότι έχει αποφοιτήσει από το τμήμα Λογιστικής του πανεπιστημίου της EMT-Douala (ερ. 51 του δ.φ.) και ανέφερε πως δεν εργαζόταν στην χώρα καταγωγής της (ερ. 51 2χ του δ.φ.). Εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της νόμιμα (αεροπορικώς) μέσω της Douala. Ως προς το ταξίδι της, η αιτήτρια δήλωσε πως, με την οικονομική συνδρομή από τον πατέρα μιας φίλης της, αναχώρησε από την Douala στις 19/02/2019, και πως αφίχθη στην Δημοκρατία μέσω Κωνσταντινούπολης και των μη ελεγχόμενων από την Δημοκρατία περιοχών μία ημέρα μετά, χωρίς να αντιμετωπίσει προβλήματα (ερ. 50 2χ, 49 1χ και 56 του δ.φ.).
Ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της δήλωσε κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης της ότι δεχόταν κατ’ εξακολούθηση σεξουαλική κακοποίηση από το θείο της, ο οποίος ανέλαβε την φροντίδα της μετά το θάνατο των γονέων της, τις απειλές θανάτου που δέχθηκε από το θείο της καθότι ανακάλυψε ένα κρυφό δωμάτιο στην οικία όπου διέμεναν και την απόπειρα να εξαναγκασθεί σε γάμο με τον αρχηγό του χωριού κατόπιν συμφωνίας της γιαγιάς της με τον εν λόγω άνδρα. Δήλωσε κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης ότι τα προβλήματα για την ίδια ξεκίνησαν όταν πήγε να διαμείνει με τον αδελφό του πατέρα της στην Bafoussam μετά το θάνατο των γονέων της το 2004, όταν η ίδια ήταν σε ηλικία 10 ετών. Ισχυρίστηκε πως την κακοποιούσε σεξουαλικά καθημερινά, ότι σταματούσε μόνο όταν έλειπε για να εργαστεί ή ταξίδευε. Ανέφερε ότι εξαιτίας της εργασίας του θείου της, πήγαν να διαμείνουν στη Douala.
Κατά την διαμονή τους εκεί, μια ημέρα το 2016, η αιτήτρια ενώ καθάριζε το δωμάτιο του θείου της, παρατήρησε τα κλειδιά πάνω στην πόρτα ενός εσωτερικού δωματίου το οποίο ήταν πάντα κλειδωμένο. Η αιτήτρια 1 από περιέργεια άνοιξε την πόρτα και αντίκρυσε εντός του δωματίου, ανθρώπινα κρανία, ταριχευμένα δέρματα ζώων και ένα αποκεφαλισμένο κοτόπουλο. Εκείνη τη στιγμή, ο θείος της εμφανίστηκε και την ρώτησε τι έκανε μέσα σε αυτό το δωμάτιο με την αιτήτρια να αποκρίνεται ότι είδε τα κλειδιά και σκέφτηκε να το καθαρίσει, όπως έκανε και με το υπόλοιπο δωμάτιο. Καθώς ήταν μακριά από τον θείο της έτρεξε στο δωμάτιο της, κλείδωσε την πόρτα ενώ ο θείος της στεκόταν έξω από το δωμάτιο και την απειλούσε πως όταν επιστρέψει θα την σκοτώσει καθότι ανακάλυψε τι συνέβαινε στο συγκεκριμένο δωμάτιο. Στη συνέχεια, η αιτήτρια 1 μάζεψε τα πράγματα της και κατέφυγε στο χωριό Bangangte, στην γιαγιά της, από την μητρική της πλευρά. Εκεί οι συνθήκες ζωής της ήταν καλές μέχρι που η γιαγιά της συμφώνησε όπως η αιτήτρια 1 νυμφευτεί με τον αρχηγό του χωριού ο οποίος ήταν 70 ετών, είχε ήδη 7 συζύγους και σε αντάλλαγμα θα της κατέβαλε προίκα. Η αιτήτρια 1 αρνήθηκε να τον παντρευτεί, επικοινώνησε με μια φίλη της που βρισκόταν στη Γαλλία και η οποία μέσω του πατέρα της βοήθησε την αιτήτρια 1 να εγκαταλείψει την χώρα (ερ.49 2χ και 48 3χ του δ.φ.).
Ερωτηθείσα εάν θα μπορούσε να διαμείνει σε κάποια άλλη περιοχή εντός της χώρας καταγωγής της (πχ Yaounde) αποκρίθηκε αρνητικά. Επεξήγησε ότι ο θείος της είναι πολύ ισχυρός και εάν πληροφορηθεί ότι βρίσκεται στο Καμερούν θα την εντοπίσει (ερ.43 του δ.φ.). Στη συνέχεια, τέθηκαν στην αιτήτρια 1 διευκρινιστικές ερωτήσεις σε σχέση με το προφίλ του θείου της. Δήλωσε ότι ο θείος της ονόματι Talla Thomas εργαζόταν ως αξιωματικός του στρατού, ότι δεν γνωρίζει την ημερομηνία γέννησης του, ότι ήταν έγγαμος αλλά η σύζυγός του εν έμενε μαζί του, τον επισκέπτονταν τα σαββατοκύριακα και τις εορτές (ερ. 47 1χ του δ.φ.). Δήλωσε ότι δεν αποκάλυψε σε κανέναν τι συνέβαινε στο σπίτι επειδή ο θείος της, την απειλούσε σημαδεύοντας την με το όπλο του και αναφέροντάς της ότι θα την σκοτώσει (ερ. 47 2χ – 3χ του δ.φ.). Η αιτήτρια 1 ανέφερε πως δεν απευθύνθηκε στην αστυνομία για προστασία( ερ. 47 του δ.φ.). Ως προς τα γεγονότα που έλαβαν χώρα την ημέρα κατά την οποία ανακάλυψε τι περιέχει το εσωτερικό/μυστικό δωμάτιο του θείου της επανέλαβε όσα δήλωσε στο στάδιο της ελεύθερης αφήγηση της. Επεξήγησε ότι μετά την διαφυγή της από το σπίτι του θείου της αυτός δεν την ενόχλησε ξανά και δεν γνωρίζει αν την αναζητεί (ερ. 46 2χ του δ.φ.).
Σε σχέση με τον γάμο που είχε συμφωνήσει η γιαγιά της με τον αρχηγό του χωριού δήλωσε ότι ενημερώθηκε για το γάμο από μια κοπέλα που βοηθούσε στις σπουδές της η οποία της είπε ότι η προίκα έχει καταβληθεί στην γιαγιά της την έχει αποδεχτεί, και ότι ετοιμάζεται ο γάμος της (ερ. 45 του δ.φ.). Η αιτήτρια 1 ανέφερε πως δεν ζήτησε εξηγήσεις από τη γιαγιά της και ότι δύο ημέρες μετά εγκατέλειψε το χωριό. Στο μόνο άτομο που μίλησε ήταν η φίλη της, ο πατέρας της οποίας την βοήθησε να εγκαταλείψει την χώρα (ερ. 45 3χ, 4χ του δ.φ.). Όπως δήλωσε, δεν γνωρίζει για ποιο λόγο ο αρχηγός επιθυμούσε να την παντρευτεί, αλλά εικάζει πως οφείλεται στο ότι την εκτιμούσαν όλοι στο χωριό καθότι συνέδραμε τα παιδιά και τις μητέρες τους. Κληθείσα να περιγράψει τον αρχηγό του χωριού, δήλωσε ότι τον είχε συναντήσει μια φορά κατά την διαμονή της στο χωριό, κατά την οποία η γιαγιά της την σύστησε σε αυτόν. Ανέφερε πως τον έβλεπαν στο χωριό ως ημίθεο και ότι ζούσε από όσα του έφερναν οι χωρικοί (ερ.45 του δ.φ.). Μετά την έξοδο της από τη χώρα, ανέφερε πως η κοπέλα που της αποκάλυψε τον επικείμενο γάμο της με τον αρχηγό του χωριού, της μετέφερε ότι η γιαγιά της δέχεται απειλές από τον αρχηγό επειδή είχε λάβει την προίκα. Πρόσθεσε, επίσης, ότι τέσσερις μήνες πριν την συνέντευξή της, ενημερώθηκε για τον θάνατο της γιαγιάς της (ερ. 44 1 χ, 48 2χ του δ.φ.).
Ο λειτουργός αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που παρέθεσε στην αφήγηση της η αιτήτρια 1, διέκρινε στην Έκθεση - Εισήγησή του τέσσερις ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις της αιτήτριας 1 ως κατωτέρω: (1) ταυτότητα, προφίλ και χώρα καταγωγής των αιτητών (2) η αιτήτρια 1 υπήρξε σε μια κακοποιητική σχέση από τον θείο της, (3) η αιτήτρια 1 απειλήθηκε από τον θείο της μετά την αποκάλυψη του μυστικού δωματίου στην κρεβατοκάμαρα του και (4) η αιτήτρια 1 τάχθηκε σε γάμο/εξαναγκάσθηκε σε γάμο με τον αρχηγό του χωριού.
Ο λειτουργός έκανε αποδεκτό τον ισχυρισμό της Αιτήτριας 1 ως προς την ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ και τη χώρα καταγωγής της, εφόσον οι δηλώσεις της Αιτήτριας 1 κρίθηκαν σαφείς και συνεκτικές, καθώς διασταυρώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Ομοίως αποδεκτός έγινε και ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της αιτήτριας 1 περί της σεξουαλικής της κακοποίησης από τον θείο της. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις της αιτήτριας 1 σχετικά με την κακομεταχείριση που υπέστη στα χέρια του θείου της ήταν λεπτομερείς και σαφείς. Εξίσου συνεκτικές κρίθηκαν και οι δηλώσεις της όταν κλήθηκε να περιγράψει το θείο της και το περιβάλλον στο οποίο ζούσαν. Τέλος, κρίθηκαν συνεκτικές και λεπτομερείς οι περιγραφές της σε σχέση με τις απειλές θανάτου που δέχθηκε από τον θείο της προκειμένου να μην αποκαλύψει σε κανέναν την κακοποίηση της. Η εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού κρίθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό ότι τεκμηριώθηκε. Ο αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης από τις οποίες επιβεβαιώνεται η επικράτηση της σεξουαλικής και ενδοοικογενειακής βίας στο Καμερούν. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός στο σύνολό του.
Ωστόσο, ο τρίτος ισχυρισμός της αιτήτριας 1 δεν έγινε αποδεκτός. Ειδικότερα, εντοπίστηκαν αντιφάσεις στις δηλώσεις της σχετικά με το τι συνέβη αφότου ο θείος της κατάλαβε ότι ανακάλυψε το περιεχόμενο του μυστικού δωματίου, με την αιτήτρια να αναφέρει κατά την υποβολή της αίτησης της για διεθνή προστασία ότι, αφού εισήλθε στο μυστικό δωμάτιο, ο θείος της την απήγαγε και την κλείδωσε σε ένα δωμάτιο για ημέρες, με την ίδια να ασκεί βία στην πόρτα για να ξεφύγει, ενώ κατά την συνέντευξη της δήλωσε ότι η ίδια κλειδώθηκε σε ένα δωμάτιο, ο θείος της έφυγε από το σπίτι μετά το περιστατικό και ότι η ίδια διέφυγε την ίδια ημέρα στο χωριό της γιαγιάς της. Κληθείσα να επεξηγήσει τις ανωτέρω αποκλίσεις στους ισχυρισμούς της, η αιτήτρια αποκρίθηκε αόριστα ότι έχει ξεχάσει τα ακριβή περιστατικά επειδή έχει περάσει πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο αρμόδιος λειτουργός καταγράφει στην έκθεσή του πως η αιτήτρια 1 ήταν σε θέση να παραθέσει μια λεπτομερή περιγραφή της στιγμής που εισήλθε στο μυστικό δωμάτιο και της στιγμής που ο θείος της την έπιασε επ’ αυτοφώρω. Επισημάνθηκε ωστόσο ότι η αιτήτρια 1 δεν έχει δεχθεί καμία ενόχληση από τον θείο της, ενώ μετά το περιστατικό μετέβη στο χωριό της γιαγιάς της όπου διήγαγε μια καλή ζωή μέχρι να ξεκινήσουν τα προβλήματα με τον αρχηγό του χωριού. Επίσης, αποτελεί προσωπική της εκτίμηση, την οποία δεν ήταν σε θέση να στοιχειοθετήσει με επάρκεια, ότι ο θείος της ξεκίνησε να την αναζητεί αφού εγκατέλειψε την οικία του.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του υπό κρίση ισχυρισμού κρίθηκε ότι ένεκα της υποκειμενικής φύσης του ισχυρισμού, αυτός δεν δύναται να διασταυρωθεί από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης από την χώρα καταγωγής της αιτήτριας. Ως εκ τούτου, ενόψει του ότι δεν θεμελιώθηκε η εσωτερική αξιοπιστία της αιτήτριας 1, ο υπό κρίση ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός στο σύνολο του.
Ομοίως δεν έγινε αποδεκτός ούτε ο τέταρτος ισχυρισμός της αιτήτριας 1. Ειδικότερα, εντοπίστηκαν αντιφάσεις στα λεγόμενα της αιτήτριας 1 σε σχέση με τον ακριβή αριθμό των συζύγων που είχε ο αρχηγός του χωριού, με την αιτήτρια 1 να δηλώνει στην αίτηση της για διεθνή προστασία ότι αυτή θα γινόταν η δέκατη σύζυγός του, ενώ κατά την συνέντευξη επτά, ενώ όταν κλήθηκε να επεξηγήσει δήλωσε ότι μάλλον έκανε λάθος στον ακριβή αριθμό αυτών και ότι είχε πολλές συζύγους. Επίσης, παρέθεσε αόριστες πληροφορίες σχετικά με το πως ενημερώθηκε ότι η γιαγιά της αποδέχτηκε να παντρευτεί με τον αρχηγό του χωριού και μάλιστα έλαβε και προίκα ως προς το γάμο. Δεν μπορούσε να περιγράψει την αντίδραση της όταν άκουσε την ανωτέρω πληροφορία, καθώς και να επεξηγήσει με επάρκεια για ποιο λόγο δεν ζήτησε εξηγήσεις από τη γιαγιά της αλλά έφυγε από το χωριό δύο ημέρες αργότερα. Κληθείσα να περιγράψει πως αποφάσισε να εγκαταλείψει την χώρα λόγω μιας πληροφορίας που άκουσε από την κοπέλα που συνέδραμε στα μαθήματα και χωρίς να μιλήσει σε κάποιον άλλο για αυτό, αποκρίθηκε με ασάφεια ότι ζήτησε βοήθεια από την φίλη της και ότι ο πατέρας της φίλης της σκέφτηκε να εγκαταλείψει την χώρα. Επιπρόσθετα, δεν περιέγραψε με επάρκεια πληροφοριών τον αρχηγό του χωριού που επρόκειτο να παντρευτεί. Κληθείσα να περιγράψει τα συναισθήματα της όταν γνώρισε πρώτη φορά τον αρχηγό του χωριού, δήλωσε γενικόλογα ότι ένιωσε περήφανη που έβλεπε τον αρχηγό του χωριού της. Επίσης, κληθείσα να περιγράψει για ποιο λόγο ο αρχηγός του χωριού την επέλεξε για σύζυγό του αποκρίθηκε αόριστα ότι όλοι την εκτιμούσαν στο χωριό επειδή βοηθούσε τα παιδιά και τις μητέρες τους. Τέλος, κρίθηκαν ως γενικόλογες οι δηλώσεις της όταν κλήθηκε να επεξηγήσει τον ισχυρισμό της περί του ότι μετά την φυγή της από τη χώρα ενημερώθηκε ότι η γιαγιά της δέχθηκε απειλές από τον αρχηγό του χωριού.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του υπό κρίση ισχυρισμού, παρατέθηκαν εξωτερικές πηγές πληροφόρησης για την χώρα καταγωγής της αιτήτριας 1 οι οποίες καταγράφουν την ύπαρξη της πρακτικής του καταναγκαστικού γάμου γυναικών-κοριτσιών από/με αρχηγούς χωριών στο Καμερούν, ωστόσο αυτές αναφέρονται κυρίως στο νότιο και βόρειο δυτικό τμήμα της χώρας. Κατά συνέπεια, ο αρμόδιος λειτουργός αφού έλαβε υπόψη τη μη τεκμηρίωση της εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού αλλά και τις πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής του, δεν αποδέχτηκε τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου στο πλαίσιο των ισχυρισμών που έγιναν αποδεκτοί, κρίθηκε ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό της, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία της (μόνη με ένα τέκνο γεννηθέντα στην Κύπρο, γαλλόφωνη, με περιοχή τελευταίας διαμονής της, την Bangangte, West Cameroon), ότι στη βάση εξωτερικών πηγών πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην χώρα, η ένοπλη σύγκρουση αφορά κυρίως το αγγλόφωνο τμήμα και ως εκ τούτου, διαπιστώθηκε ότι δεν συντρέχει εύλογη πιθανότητα να υποστεί η αιτήτρια και το τέκνο της μεταχείριση που ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής τους στη συγκεκριμένη περιοχή (Bangangte, West Cameroon) λόγω της κατάστασης ασφαλείας. Σε σχέση με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της, περί της σεξουαλικής της κακοποίησης από τον θείο της, κρίθηκε ότι η αιτητρια 1 δεν είχε καμία επικοινωνία ή επαφή με το θείο της από όταν έφυγε από το σπίτι του, καθώς και ότι διήγαγε μια φυσιολογική ζωή στο χωριό Bangangte και το μόνο πράγμα που την προβλημάτιζε ήταν ότι άφησε τις σπουδές της και ότι δεν είχε τίποτα να κάνει στο χωριό. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι στη βάση του προφίλ της ίδιας και του τέκνου της, δεν συντρέχει εύλογη πιθανότητα να υποστούν μεταχείριση που ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής τους στο χωριό Bangangte, West Cameroon.
Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση, βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών της αιτήτριας 1, ο λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό τους εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους, για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Επιπλέον, κρίθηκε ότι βάσει των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών δεν προέκυψε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 15(α) της Οδηγίας, ούτε πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 15(β) της Οδηγίας. Αναφορικά με το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας, ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση ασφαλείας στο West Cameroon, όπου αναμένεται να επιστρέψουν οι αιτητές, καταδεικνύεται ότι δεν υφίσταται κίνδυνος σοβαρής και ατομικής απειλής για τη ζωή ή την ασφάλεια τους, λόγω αδιάκριτης βίας απλώς και μόνο λόγω της παρουσίας τους εκεί. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι οι αιτητές δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα της αιτήτριας 1 λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τον συνήγορό της αλλά και από την συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Είναι αναγκαίο, στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και της υποχρέωσης κατ’ ουσίαν ελέγχου του αιτήματος της αιτήτριας 1 να εξεταστούν οι ισχυρισμοί που πρόβαλε και να διερευνηθούν και από το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη πληροφορίες που συγκεντρώνονται για τη χώρα καταγωγής της.
Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου και αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ της αιτήτριας 1 διαπιστώνω πως ορθώς έχει γίνει αποδεκτός καθώς η αιτήτρια 1 κρίθηκε ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστη στις δηλώσεις της.
Αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό της αιτήτριας 1, ότι ήταν θύμα κακοποίησης από το θείο της μετά τον θάνατο των γονέων της, συντάσσομαι με τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού και κρίνω ότι πληρείται τόσο η εσωτερική όσο και εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, όπως θα επεξηγήσω εκτενέστερα κατωτέρω. Λαμβάνω υπόψη βεβαίως τόσο το αφήγημα της αιτήτριας, όσο και το ότι το αρμόδιο όργανο αξιολόγησε τα όσα η αιτήτρια δήλωσε ενώπιον του αρμόδιου λειτουργού και αποδέχτηκε στο σύνολό του τον προβαλλόμενο ισχυρισμό.
Διαπιστώνω από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου πως η αιτήτρια παρουσίασε μία συνεκτική, λεπτομερή και εσωτερικά συνεπή αφήγηση των πραγματικών περιστατικών, χωρίς να εντοπίζονται ουσιώδεις αντιφάσεις, ασάφειες ή μεταβολές στους βασικούς ισχυρισμούς της. Ειδικότερα, περιέγραψε με σαφήνεια τις συνθήκες διαβίωσής της και τη σχέση εξάρτησης από τον θείο της και τον σεξουαλικό βιασμό που έχει υποστεί κατ’εξακολούθηση από το θείο της.
Όταν κλήθηκε να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο η σχέση με τον θείο της εξελίχθηκε σε κακοποιητική, η αιτήτρια περιέγραψε με σαφήνεια ότι η κακοποιητική συμπεριφορά ξεκίνησε αμέσως μετά τη μετακόμισή της στην οικία του, στην ηλικία των δέκα ετών. Ανέφερε ότι εκείνος δεν της επέτρεπε να δέχεται επισκέψεις ούτε να διατηρεί επαφές με άλλα πρόσωπα, περιγράφοντας με τον τρόπο αυτό ένα περιβάλλον ελέγχου και απομόνωσης, στοιχείο που ενισχύει την εσωτερική συνοχή της αφήγησής της. Περαιτέρω, η αιτήτρια ήταν σε θέση να παρέχει συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα και τα προσωπικά στοιχεία του θείου της. Συγκεκριμένα, ανέφερε το ονοματεπώνυμό του, δήλωσε ότι αγνοούσε την ημερομηνία γέννησής του, εξήγησε ότι υπηρετούσε στον στρατό και ότι ήταν έγγαμος, ενώ όταν ερωτήθηκε περαιτέρω για τη στρατιωτική του ιδιότητα, απάντησε ότι κατείχε τον βαθμό του υπολοχαγού. Η δυνατότητά της να παραθέτει τέτοιες ειδικές πληροφορίες, προσδίδει αυθεντικότητα στην αφήγησή της.
Επιπλέον, όταν ερωτήθηκε για τον ρόλο της συζύγου του θείου της στα περιστατικά κακοποίησης, η αιτήτρια δεν προέβη σε εικασίες ή υπερβολές, αλλά ανέφερε με συνέπεια ότι η σύζυγός του δεν ήταν παρούσα κατά τα περιστατικά, καθώς διέμενε στη Limbe και επισκεπτόταν την οικία μόνο τα Σαββατοκύριακα ή κατά τις περιόδους των διακοπών, ενώ ο ίδιος ο θείος της μετέβαινε συχνά για να τη συναντήσει εκεί. Ακόμη, η αιτήτρια περιέγραψε με λεπτομέρεια τις απειλές που δεχόταν από τον θείο της, αναφέροντας ότι εκείνος την απειλούσε με όπλο και της απαγόρευε να αποκαλύψει σε οποιοδήποτε πρόσωπο όσα της έκανε. Εξήγησε δε ότι, εξαιτίας των απειλών αυτών, δεν ενημέρωσε ούτε μέλη της οικογένειάς της, ούτε τις αρμόδιες αρχές για την κακοποίηση που υφίστατο. Η εξήγηση αυτή παρουσιάζει εσωτερική λογική αλληλουχία, καθώς συνδέει ευθέως τις απειλές με την απόφασή της να παραμείνει σιωπηλή.
Τέλος, η αιτήτρια δεν περιορίστηκε στην περιγραφή των γεγονότων, αλλά ήταν σε θέση να ανακαλέσει και να περιγράψει με φυσικό και αυθόρμητο τρόπο τα συναισθήματα που βίωνε κατά την περίοδο εκείνη, αναφέροντας ότι αισθανόταν έντονη θλίψη και φόβο όσο διέμενε στην οικία του θείου της. Η αναφορά αυτή, σε συνδυασμό με τις ειδικές λεπτομέρειες που παρείχε για τα πραγματικά περιστατικά, ενισχύει περαιτέρω την αξιοπιστία της αφήγησής της και συνηγορεί υπέρ της γνησιότητας των βιωμάτων που περιέγραψε. Από το αφήγημα που τέθηκε ενώπιον μου είναι ξεκάθαρο πως οι δηλώσεις της ήταν σαφείς, νοηματικά και χρονικά συνεκτικές, ευλογοφανείς και διεπόμενες από υψηλότατο βαθμό περιγραφικής λεπτομέρειας, κατά τρόπο που μόνο προσωπική εμπειρία κρίνεται ότι θα μπορούσαν να αντικατοπτρίζουν. Μετά από εκτενή αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων διαπιστώνω ότι η αιτήτρια περιέγραψε ικανοποιητικά τη συμπεριφορά του θείου της προς την ίδια.
Βάσει όλων των ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη τόσο τη νοηματική συνοχή όσο και την ευλογοφάνεια των δηλώσεων της αιτήτριας, καταλήγω ότι ορθά κρίθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό πως οι δηλώσεις της αιτήτριας θεμελιώνουν την εσωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού της. Δεν παραβλέπω άλλωστε ότι ο πυρήνας του υπό εξέταση ισχυρισμού παρέμεινε ακλόνητος μετά την καταγραφή του αιτήματος της αιτήτριας, τα όσα αυτή δήλωσε στην προφορική της συνέντευξη αλλά και από όσα αναφέρθηκαν κατά την ενώπιον μου διαδικασία, γεγονός το οποίο αποτελεί παράγοντα που ενισχύει την αξιοπιστία των εξιστορισθέντων περιστατικών.
Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου προέκυψε ότι η αιτήτρια, κατά τον χρόνο τέλεσης των πράξεων σεξουαλικής κακοποίησης, ήταν ανήλικη και τελούσε σε καθεστώς πλήρους ευαλωτότητας. Η αιτήτρια, περιγράφοντας τους επανειλημμένους βιασμούς που υπέστη από τον θείο της, υπήρξε λεπτομερής, σαφής και συνεκτική, χωρίς αντιφάσεις. Η περιγραφικότητα των περιστατικών καταδεικνύουν βιωματική αναφορά σε τραυματικά γεγονότα και όχι αναπαραγωγή επινοημένων περιστατικών. Λαμβάνω ιδιαιτέρως υπόψη ότι τα αναφερόμενα περιστατικά έλαβαν χώρα κατά την ανηλικότητα της αιτήτριας και τελέστηκαν από πρόσωπο του στενού οικογενειακού και κοινωνικού της περιβάλλοντος, γεγονός που εντείνει τον βαθμό της προσβολής της προσωπικότητάς της. Κατόπιν των ανωτέρω, διαφαίνεται ότι η αιτήτρια βίωσε πράγματι τα αναφερόμενα περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης και βιασμού. Ως εκ τούτου, ο υπό εξέταση ισχυρισμός κρίνεται ως εσωτερικά αξιόπιστος.
Προχωρώντας στην εξέταση της εξωτερικής αξιοπιστίας του υπό εξέταση ισχυρισμού, διεξήγαγα έρευνα αναφορικά με τα υπό αξιολόγηση περιστατικά προκειμένου να διασταυρώσω την αξιοπιστία των δηλώσεων της αιτήτριας. Σε σχέση με την έρευνα που διεξήγαγα αναφορικά με τη σεξουαλική και ενδοοικογενειακή βία στο Καμερούν, πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι η βία με βάση το φύλο είναι ευρέως διαδεδομένη, και ότι η επικράτησή της είναι υψηλή σε ολόκληρη τη χώρα, συμπεριλαμβανομένης της συχνής σεξουαλικής παρενόχλησης ασυνόδευτων γυναικών που ταξιδεύουν μόνες. Οι δράστες σπάνια διώκονται ποινικά, εν μέρει λόγω της απροθυμίας των θυμάτων να αναφέρουν τα περιστατικά κακοποίησης από φόβο αντεκδίκησης ή στιγματισμού.[1] Έκθεση του Franciscans International(2026) αναφέρει ότι καταγράφεται σεξουαλική και έμφυλη βία κατά των γυναικών και κοριτσιών στο τμήμα της χώρας που πλήττεται από συγκρούσεις.[2]
Ενημερωμένη ανάλυση του Global Protection Cluster(2025) επιβεβαιώνει ότι η έμφυλη βία παραμένει εκτεταμένη στο Καμερούν και αποτελεί τη βασική παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων που επηρεάζει γυναίκες και κορίτσια. Τα εμπόδια στην πρόσβαση σε υπηρεσίες συνιστούν σημαντική απειλή για τις επιζήσασες. Το 2024 αναφέρθηκαν 77 περιπτώσεις γυναικοκτονιών στο Καμερούν, ενώ η κατάσταση επιδεινώνεται στις ζώνες που πλήττονται από κρίσεις.[3] Η ανωτέρω ανάλυση συνεχίζει ότι «οι παραδοσιακές διακριτικές πρακτικές επιδεινώνουν περαιτέρω την κατάσταση, ιδιαίτερα όσον αφορά τα δικαιώματα επί της ιδιοκτησίας των γυναικών στη Βορειοδυτική (NW) περιοχή. Οι χήρες, ιδίως όσες δεν διαθέτουν πιστοποιητικό γάμου, είναι ιδιαίτερα ευάλωτες και συχνά μένουν άστεγες μαζί με τα παιδιά τους. Οι επιβλαβείς αυτές πρακτικές επιβάλλονται συνήθως από μέλη της ευρύτερης οικογένειας, κοινοτικούς ηγέτες και παραδοσιακές αρχές […]».[4]
Σύμφωνα με έκθεση του οργανισμού ερευνών προς την κοινή γνώμη Afrobarometer (2024), η οποία βασίζεται στον 9ο γύρο ερευνών (2021-2023), αναφέρει ότι περίπου οι μισοί πολίτες στο Καμερούν δηλώνουν ότι η βία κατά των γυναικών και κοριτσιών αποτελεί συχνό φαινόμενο στην κοινότητά τους και την κατατάσσουν μεταξύ των βασικών ζητημάτων επί των δικαιωμάτων των γυναικών που απαιτούν δράση. Η ίδια πηγή αναφέρει ότι, παρά την αναγνώριση της σοβαρότητας του προβλήματος, σημαντικό ποσοστό των ερωτηθέντων εξακολουθεί να θεωρεί δικαιολογημένη τη χρήση σωματικής βίας από τον άνδρα κατά της συζύγου του.[5]
Σύμφωνα με δήλωση μίας εκπροσώπου του United Youths Organization (UYO), μίας οργάνωσης που συνεργάζεται με τον οργανισμό UN WOMEN με στόχο την αλλαγή της νοοτροπίας απέναντι στην έμφυλη βία και στις διακρίσεις λόγω φύλου, οι επιβλαβείς κοινωνικές νόρμες στο Καμερούν έχουν «οδηγήσει τους άνδρες να επιβάλλουν κυριαρχία πάνω στις γυναίκες. Εάν ένας άνδρας κακοποιεί μια γυναίκα σωματικά ή σεξουαλικά, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι κοινότητες πιστεύουν πως οι άνδρες είναι πιο δυνατοί από τις γυναίκες. Και αυτές οι πεποιθήσεις διαιωνίζουν τη έμφυλη βία».[6] Η έκθεση του οργανισμού UNFPA το έτος 2024, σε συνεργασία με το Υπουργείο Ενδυνάμωσης των Γυναικών και Οικογένειας και άλλους εταίρους, αναφέρει ότι η έμφυλη βία είναι διαδεδομένη, με καταναγκαστικούς γάμους και σεξουαλική βία να υπογραμμίζουν την κρίσιμη ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις.[7] Οι ιδιαίτερες ευαλωτότητες των γυναικών, των κοριτσιών, των χηρών, των διαζευγμένων, των αρχηγών οικογενειών και των ατόμων με αναπηρία (ΑμεΑ) επιδεινώνουν τις προκλήσεις.[8]
Βάσει των ανωτέρω πληροφοριών, κρίνω ότι οι δηλώσεις της αιτήτριας βρίσκουν έρεισμα στις διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης και κατά συνέπεια, τεκμηριώθηκε και η εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών της. Υπό το φως των όσων παρατέθηκαν ανωτέρω, κρίνω πως από τον τρόπο κατά τον οποίο θεμελιώνεται η εσωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, σε συνδυασμό με τις πληροφορίες που προκύπτουν από πηγές πληροφόρησης, μπορεί να συναχθεί με ασφάλεια ότι τα εκ της αιτήτριας εξιστορισθέντα αποτελούν βιωματικά περιστατικά. Συνεπώς, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός κρίνεται στο σύνολο του αξιόπιστος και γίνεται αποδεκτός.
Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι απειλήθηκε από τον θείο της αφού ανακάλυψε ένα μυστικό δωμάτιο εντός του υπνοδωματίου του θείου της, στο οποίο εκείνος διατηρούσε ανθρώπινα κρανία και νεκρά ζώα. Κατά τους ισχυρισμούς της, ο θείος της, αντιλήφθηκε τη στιγμή που βρισκόταν στο μυστικό δωμάτιο ότι η αιτήτρια 1 είχε εισέλθει σε αυτό. Η αφήγηση της αιτήτριας αναφορικά με το περιστατικό κατά το οποίο εισήλθε στο μυστικό δωμάτιο του θείου της και τις απειλές που, κατά τους ισχυρισμούς της, ακολούθησαν, στερείται λεπτομέρειας, συνοχής και συνέπειας. Ειδικότερα, η αφήγησή της παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις. Συγκεκριμένα, στο έντυπο υποβολής της αίτησής της ανέφερε ότι, αφού εισήλθε στο μυστικό δωμάτιο, ο θείος της την απήγαγε και την κράτησε κλειδωμένη σε δωμάτιο για αρκετές ημέρες. Αντιθέτως, κατά την προσωπική της συνέντευξη δήλωσε ότι ο θείος της εγκατέλειψε την οικία και ότι η ίδια αναχώρησε την ίδια ημέρα για το χωριό της γιαγιάς της. Όταν κλήθηκε να εξηγήσει την ουσιώδη αυτή απόκλιση μεταξύ των δύο εκδοχών, περιορίστηκε να αναφέρει ότι πιθανόν είχε ξεχάσει τα πραγματικά περιστατικά λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που είχε παρέλθει από τότε, χωρίς να δώσει ειδικότερη ή πειστική εξήγηση.
Περαιτέρω, στο έντυπο της αίτησής της υποστήριξε ότι ο θείος της την είχε κλειδώσει μέσα σε δωμάτιο, από το οποίο κατάφερε να διαφύγει σπάζοντας ή παραβιάζοντας την πόρτα. Ωστόσο, κατά την προσωπική της συνέντευξη παρουσίασε διαφορετική εκδοχή των γεγονότων, αναφέροντας ότι η ίδια κλειδώθηκε μέσα στο δωμάτιο και ότι εξήλθε από την οικία αμέσως μόλις ο θείος της την εγκατέλειψε. Όταν της επισημάνθηκε η αντίφαση αυτή, αρκέστηκε να απαντήσει αόριστα ότι πιθανόν να είχε ξεχάσει τις λεπτομέρειες. Επιπλέον, μολονότι η αιτήτρια ήταν σε θέση να περιγράψει με αρκετή λεπτομέρεια τις συνθήκες υπό τις οποίες εισήλθε στο μυστικό δωμάτιο καθώς και τη στιγμή κατά την οποία έγινε αντιληπτή από τον θείο της, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, το περιστατικό αυτό αποτέλεσε και την τελευταία επαφή που είχε μαζί του.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, η αιτήτρια κλήθηκε να εξηγήσει για ποιο λόγο θεωρεί ότι ο θείος της εξακολουθούσε να την αναζητεί, δεδομένου ότι δεν είχε οποιαδήποτε επαφή μαζί του και ότι διέμενε στο Bangang χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα σχετιζόμενο με αυτόν. Επί του ζητήματος αυτού, απάντησε ασαφώς ότι δεν κατάγονταν από το ίδιο χωριό ή την ίδια περιοχή και ότι δεν γνώριζε εάν πράγματι ο θείος της την αναζητούσε. Ακολούθως, ανέφερε ότι θεωρεί πως ο θείος της άρχισε να την αναζητεί μετά τη φυγή της από την οικία του, διευκρινίζοντας όμως ότι η εκτίμηση αυτή αποτελούσε αποκλειστικά προσωπική της άποψη και όχι γεγονός που βασιζόταν σε συγκεκριμένες πληροφορίες.
Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού θα πρέπει να αναφερθεί πως λόγω της κατ’ εξοχήν υποκειμενικής φύσης του συγκεκριμένου ισχυρισμού της αιτήτριας, δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που να επιβεβαιώνουν τις προσωπικές περιστάσεις που επικαλέστηκε. Εντούτοις, λαμβανομένου υπόψη ότι η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών της δεν κατέστη δυνατό να θεμελιωθεί, συνάγεται ότι ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει επίσης αποδεκτός, εφόσον κατά την αξιολόγηση των δηλώσεών της αιτήτριας 1, διαπίστωσα ουσιώδεις αντιφάσεις και ελλείψεις, οι οποίες υπονόμευσαν την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού της. Συγκεκριμένα, ως προς τον αριθμό των συζύγων του αρχηγού του χωριού, η αιτήτρια ανέφερε στην αίτησή της για διεθνή προστασία ότι αυτός επιθυμούσε να γίνει η δέκατή του σύζυγος, ενώ κατά τη συνέντευξή της δήλωσε ότι ο αρχηγός είχε ήδη επτά συζύγους. Όταν κλήθηκε να εξηγήσει την απόκλιση αυτή, περιορίστηκε να αναφέρει ότι πιθανόν είχε κάνει λάθος ως προς τον ακριβή αριθμό και επεσήμανε πως ο αρχηγός είχε πολλές συζύγους.
Περαιτέρω, έκρινα ότι οι δηλώσεις της σχετικά με τον τρόπο που πληροφορήθηκε ότι η γιαγιά της είχε αποδεχθεί να την παντρέψει με τον αρχηγό του χωριού, λαμβάνοντας και προίκα για τον γάμο, ήταν αόριστες και στερούνταν επαρκών λεπτομερειών. Επιπλέον, δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με σαφήνεια την αντίδρασή της όταν έλαβε την πληροφορία αυτή, ούτε να εξηγήσει πειστικά για ποιο λόγο δεν αναζήτησε εξηγήσεις από τη γιαγιά της, αλλά επέλεξε να εγκαταλείψει το χωριό δύο ημέρες αργότερα. Ακόμη, όταν κλήθηκε να διευκρινίσει πώς έλαβε την απόφαση να εγκαταλείψει τη χώρα βασιζόμενη αποκλειστικά σε πληροφορίες που έλαβε από την κοπέλα την οποία βοηθούσε στα μαθήματα, χωρίς προηγουμένως να απευθυνθεί σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, οι απαντήσεις της κρίθηκαν ασαφείς, καθώς περιορίστηκε να αναφέρει ότι ζήτησε βοήθεια από τη φίλη της και ότι ο πατέρας της τελευταίας αποφάσισε να τη βοηθήσει να εγκαταλείψει τη χώρα.
Επιπρόσθετα, διαπίστωσα ότι η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παρέχει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τον αρχηγό του χωριού, τον οποίο ισχυρίστηκε ότι επρόκειτο να παντρευτεί. Ειδικότερα, όταν κλήθηκε να περιγράψει τα συναισθήματά της κατά την πρώτη συνάντησή τους, αρκέστηκε στη γενική αναφορά ότι αισθάνθηκε περήφανη επειδή συνάντησε τον αρχηγό του χωριού της. Ομοίως, όταν ερωτήθηκε για ποιο λόγο εκείνος την επέλεξε ως σύζυγο, απάντησε αόριστα ότι όλοι στο χωριό την εκτιμούσαν επειδή βοηθούσε τα παιδιά και τις μητέρες τους. Τέλος, έκρινα ως γενικόλογες και ανεπαρκώς τεκμηριωμένες είναι και οι δηλώσεις της αιτήτριας 1 αναφορικά με τον ισχυρισμό της ότι μετά την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της, πληροφορήθηκε πως ο αρχηγός του χωριού είχε απειλήσει τη γιαγιά της εξαιτίας της φυγής της. Ως εκ τούτου, κατέληξα ότι ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός της δεν τεκμηριώθηκε επαρκώς ως προς την εσωτερική του αξιοπιστία.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του τέταρτου ουσιώδους ισχυρισμού ανέτρεξα σε πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής της προκειμένου να επιβεβαιώσω τους ισχυρισμούς της αιτήτριας 1. Σε σχέση με την επικράτηση της πρακτικής των εξαναγκαστικών γάμων στην χώρα καταγωγής της αιτήτριας, κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής της προέκυψε από την κρατική έκθεση του Καμερούν επί της ενσωμάτωσης της Διεθνούς Σύμβασης για τα Κοινωνικά και πολιτικά Δικαιώματα, πως ο αναθεωρημένος Ποινικός Κώδικας του Καμερούν του 2016, στο άρθρο 356 ποινικοποιεί τον εξαναγκαστικό γάμο και προβλέπει αυξημένη ποινή όταν το θύμα είναι ανήλικο.[9] Ωστόσο, σύμφωνα με τον ενημερωτικό ιστότοπο Sinotables του Καμερούν, ο οποίος επικαλείται στοιχεία του Ταμείου των Ηνωμένων Εθνών για τον Πληθυσμό (UNFPA), κάθε χρόνο δεκάδες χιλιάδες νεαρά κορίτσια πέφτουν θύματα εξαναγκαστικών γάμων στη χώρα. Ο ιστότοπος σημειώνει ότι «Οι πρόωροι και εξαναγκαστικοί γάμοι είναι ιδιαίτερα διαδεδομένοι στο Καμερούν.»[10]
Απόκριση του Immigration and Refugee Board of Canada σχετικά με το υπό κρίση ζήτημα του έτους 2023 επικαλείται πλήθος πηγών και πληροφοριών αναφέροντας ότι οι εξαναγκαστικοί γάμοι είναι διαδεδομένοι τόσο στη νότια όσο και στη βόρεια περιοχή του Cameroon, ιδίως σε αγροτικές και φτωχότερες κοινότητες. Στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια, οργανώσεις όπως η Federation of Women Lawyers (FIDA) επισημαίνουν ότι κορίτσια εξαναγκάζονται συχνά να παντρευτούν, ακόμη και παραδοσιακούς αρχηγούς, οι οποίοι ενεργούν συχνά με ατιμωρησία. Η πρακτική ποικίλλει ανάλογα με την εθνοτική ομάδα και την κοινωνικοοικονομική θέση της οικογένειας. Αν και η νομοθεσία απαγορεύει τον εξαναγκαστικό γάμο και ορίζει ελάχιστη ηλικία γάμου, η εφαρμογή της θεωρείται αδύναμη, με τους πολιτισμικούς κανόνες να υπερισχύουν συχνά του νόμου.[11]
Η έκθεση του οργανισμού UNFPA του έτους 2024 σε συνεργασία με το Υπουργείο Ενδυνάμωσης των Γυναικών και Οικογένειας και άλλους εταίρους, η οποία δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο 2025, σημειώνει ότι τα κορίτσια ενδέχεται να εξαναγκάζονται σε γάμο, συχνά ήδη από την ηλικία των 14 ετών, είτε για οικονομικούς λόγους είτε λόγω κοινωνικοπολιτισμικών πιέσεων, γεγονός που περιορίζει την εκπαίδευση και την αυτονομία τους.[12] Οικονομικοί παράγοντες, όπως η προίκα του γάμου (bride price) και οι οικονομικές δυσκολίες, αναφέρονται ως αιτίες εξαναγκαστικών γάμων ή γάμων για οικονομικό όφελος.[13] Ορισμένες οικογένειες δίνουν τις κόρες τους σε γάμο ως τρόπο αποπληρωμής χρεών ή διατήρησης της κοινωνικής τους θέσης.[14] Τα νεαρά κορίτσια συχνά πιέζονται να παντρευτούν πρόωρα λόγω κοινωνικών προσδοκιών και αντιλήψεων περί «προστασίας» της τιμής και της ασφάλειάς τους ενώ εξαναγκαστικοί γάμοι μπορεί επίσης να προκύψουν μετά από εγκυμοσύνη, ακόμη και έπειτα από σεξουαλική κακοποίηση και έχουν αναφερθεί και περιπτώσεις απαγωγής γυναικών πριν τον γάμο οι οποίες οδήγησαν συχνά σε αναγκαστικό γάμο.[15]
Απο τις πηγές πληροφόρησης προκύπτει πως οι εξαναγκαστικοί γάμοι ως πρακτική λαμβάνει χώρα στο Καμερούν και συνδέονται με κοινωνικοπολιτισμικούς και οικονομικούς παράγοντες και εξακολουθούν να εφαρμόζονται στην πράξη. Ωστόσο, η γενική αυτή πληροφόρηση αφορά τη συνολική κατάσταση στη χώρα και δεν αρκεί από μόνη της για να αποδείξει ότι η αιτήτρια υπέστη προσωπικά τα επικαλούμενα περιστατικά. Δεδομένου ότι η εσωτερική αξιοπιστία του σχετικού ισχυρισμού δεν τεκμηριώθηκε, ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, παρά τη συμβατότητά του με τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής της.
Στα πλαίσια της αξιολόγησης του κινδύνου επιστροφής της αιτήτριας και ως προς τις προσωπικές της περιστάσεις διαπίστωσα ότι οι καθ’ ων η αίτηση δεν έλαβαν υπόψη κατά την αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου, το προφίλ της αιτήτριας ως γυναίκας μόνης, με ένα ανήλικο τέκνο, επιζήσασας σεξουαλικής βίας, η οποία στερείται οικογενειακού και/ή ανδρικού υποστηρικτικού δικτύου στη χώρα καταγωγής της. Σε σχέση με τα ανήλικο τέκνο προκύπτει από το διοικητικό φάκελο πως ενώ στην αίτηση συμπεριλήφθηκε το τέκνο της αιτήτριας, δεν υπάρχει οποιαδήποτε αξιολόγηση για τις προσωπικές περιστάσεις της αιτήτριας και για το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου της σε περίπτωση επιστροφής της. Συμφωνώ με τη συνήγορο της αιτήτριας πως το αρμόδιο όργανο όφειλε να λάβει υπόψη του το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου τέκνου.
Υπενθυμίζω ότι βάσει του άρθρου 10 (1Α) του Περί Προσφύγων Νόμου, «1Α) Το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού αποτελεί πρωταρχικό μέλημα κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου οι οποίες αφορούν τη διεθνή προστασία και τους ανηλίκους.» Καίτοι η παραπάνω διάταξη βρίσκεται υπό την υποκεφαλίδα «Ασυνόδευτοι ανήλικοι αιτητές», δε θα μπορούσε να νοηθεί ότι σχετική αξιολόγηση οφείλει να λαμβάνει χώρα μόνο σε περίπτωση ασυνόδευτων ανήλικων. Στο πλαίσιο της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ εξάλλου παρατίθεται ως γενικός κανόνας στο πλαίσιο του άρθρου 20 αυτής ότι «Το μείζον συμφέρον του παιδιού αποτελεί πρωταρχικό μέλημα για τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου που αφορούν ανηλίκους». Το προοίμιο εξάλλου της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ υπό (18) παραπέμπει στη Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Παιδιού. Οι Κυρωτικοί Νόμοι αυτής ορίζουν στο άρθρο 1 ως παιδί «Για σκοπούς της παρούσας Σύμβασης, παιδί σημαίνει κάθε ανθρώπινο ον κάτω των δεκαοκτώ ετών, εκτός εάν η ενηλικίωση επέρχεται νωρίτερα, σύμφωνα με την ισχύουσα για το παιδί νομοθεσία.»
Βάσει του προοιμίου της Οδηγίας υπό (18) «Κατά την αξιολόγηση του μείζονος συμφέροντος του παιδιού, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν ιδίως υπόψη τους την αρχή της οικογενειακής ενότητας, την ευημερία και την κοινωνική ανάπτυξη του ανηλίκου, ζητήματα ασφάλειας και προστασίας και τις απόψεις του ανηλίκου ανάλογα με την ηλικία του και την ωριμότητά του.». Καμία εξέταση δεν έγινε για την επιστροφή του παιδιού παρόλο που η απόφαση και επηρεάζει και αφορά τα τέκνο της αιτήτριας. Θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω απόσπασμα από τον Πρακτικό οδηγό της EASO σχετικά με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού στις διαδικασίες ασύλου (έτος 2019) [60]και συγκεκριμένα στη σελίδα 16 όπου αναφέρονται τα πιο κάτω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«Το BIC συνιστά πρωταρχικό μέλημα το οποίο ενδεχομένως χρειάζεται να σταθμίζεται σε συνάρτηση με τα συμφέροντα τρίτων, μη εξαιρουμένου του κράτους. Η βαρύτητα που πρέπει να αποδοθεί στο BIC αποτελεί τμήμα της ανάλυσης του αρμόδιου για τη λήψη της απόφασης οργάνου. Το BIC πρέπει να έχει υψηλή προτεραιότητα και να μη συνιστά απλώς έναν από τους πολλούς παράγοντες που συνεκτιμώνται (42). Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι σε άλλα πλαίσια, συγκριτικά, το BIC πρέπει να συνιστά πρώτιστο μέλημα, να είναι δηλαδή ο καθοριστικός παράγοντας κατά τη λήψη της απόφασης.».
Δεν προσμετρήθηκε το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού και πως θα αντιμετωπιστεί το παιδί αυτό, τα οποίο βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία, σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής του και καλείται να επιστρέψει με τη μητέρα του και χωρίς τον πατέρα του και είναι ξεκάθαρο πως δεν διεξήχθη η δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Στα πλαίσια της αξιολόγησης των ατομικών περιστάσεων που αφορούν την αιτήτρια θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη και το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. Σε όλες τις ενέργειες που σχετίζονται με τα παιδιά πρέπει να γίνεται αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού προτού ληφθεί απόφαση η οποία δύναται να τα επηρεάσει (βλ.απόφαση του ΕΔΔΑ no. 8687/08, Rahimi vs. Ελλάδας, ημερομηνίας 5/7/2011) και θα προχωρήσω βεβαίως κατωτέρω στην αξιολόγηση αυτού λαμβάνοντας υπόψη πάντοτε ότι το παιδί θα επιστρέψει στη χώρα του με την ανύπανδρη μητέρα του.
Σε σχέση με τον εκπεφρασμένο φόβο της αιτήτριας ο οποίος απορρέει από το γεγονός ότι αποτελεί μόνη γυναίκα με ένα ανήλικο τέκνο, θύμα σεξουαλικής κακοποίησης, χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της και με τα στοιχεία του προφίλ της ως ανωτέρω αναφέρθηκαν, προχώρησα σε σχετική έρευνα, εκ της οποίας ανέκυψαν οι ακόλουθες πληροφορίες, σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί στο Καμερούν για τις γυναίκες και ειδικότερα για τις γυναίκες με τις ατομικές περιστάσεις της αιτήτριας ως αυτές έγιναν αποδεκτές.
Σε σχέση με τις συνθήκες κοινωνικό/οικονομικές, έμφυλη βία που επικρατούν για τις γυναίκες στο Καμερούν, θα πρέπει να αναφερθεί πως πλήθος πηγών καταγράφουν πως οι γυναίκες στο Καμερούν και ειδικότερα οι μόνες γυναίκες χωρίς ανδρικό υποστηρικτικό δίκτυο αντιμετωπίζουν εμπόδια και διακριτική μεταχείριση στην πρόσβαση τους στην εργασία, υγεία, δικαιοσύνη και στέγαση[16]. Σύμφωνα με το γερμανικό Ινστιτούτο Bertelsmann Stiftung στην έκθεσή του για το Καμερούν του έτους 2026, διαπιστώνεται πως οι διακρίσεις λόγω φύλου, εθνοτικής καταγωγής και πολιτικών προτιμήσεων εξακολουθούν να υφίστανται στη χώρα.[17] Παρότι η χώρα έχει κυρώσει πολυάριθμες διεθνείς συμβάσεις και συμφωνίες για την εξάλειψη των διακρίσεων κατά των γυναικών, στην πράξη οι γυναίκες συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν εμπόδια στην οικονομική, πολιτιστική, εκπαιδευτική και πολιτική συμμετοχή, αποτελώντας μόλις το 32% της Γερουσίας και το 34% της Εθνοσυνέλευσης, κυρίως λόγω ποσόστωσης φύλου.[18]
Η ίδια έκθεση αναφέρει πως οι δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες αποτυπώνονται εξίσου στα χαμηλότερα ποσοστά αλφαβητισμού, σχολικής φοίτησης και συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό, ενώ πληθώρα ακόμα κοινωνικών πρακτικών περιορίζουν περαιτέρω την ισότητα ευκαιριών για τις γυναίκες.[19] Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, πάνω από το ένα τρίτο των γυναικών αναφέρουν ενδοοικογενειακή κακοποίηση, ενώ οι μισές αναφέρουν ότι έχουν υποστεί σωματική βία κατά τη διάρκεια της ζωής τους.[20] Οι διακρίσεις λόγω εθνοτικής καταγωγής και πολιτικών προτιμήσεων, σύμφωνα με την ίδια πηγή, καταγράφηκε να είναι επίσης έντονες κατά το έτος αναφοράς.[21]
Σύμφωνα με απαντητική έκθεση του EUAA σχετικά με την κατάσταση των γυναικών χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο στο Καμερούν από τον Ιούλιο του 2025, καταγράφεται πως οι γυναίκες φέρεται να επηρεάστηκαν «δυσανάλογα» από τη βία στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν. [22] Περαιτέρω πηγές ανέφεραν επίσης ότι, λόγω της σύγκρουσης, οι γυναίκες αντιμετώπισαν διάφορες μορφές σεξουαλικής και έμφυλης βίας, καθώς και περιορισμένη πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες, πόρους και ευκαιρίες.[23] Παρομοίως, η έκθεση του EUAA, παραθέτοντας ευρήματα του γραφείου OCHA του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών και του UNFPA, κατέγραψε ότι οι γυναίκες και τα κορίτσια, συμπεριλαμβανομένων των χηρών και των γυναικών αρχηγών νοικοκυριού, είναι «οι πλέον εκτεθειμένες» στη σεξουαλική και έμφυλη βία, ενώ στις αγγλόφωνες περιοχές οι γυναίκες και τα κορίτσια «διέτρεχαν ιδιαίτερο κίνδυνο σωματικής βίας», ιδίως οι εσωτερικά εκτοπισμένες και οι ανύπαντρες γυναίκες.[24]
Έκθεση του Freedom House του 2024 αναφέρει «πως οι γυναίκες γενικά αποκλείονται από θέσεις πολιτικής επιρροής και τα συμφέροντά τους προωθούνται ελάχιστα από εκλεγμένους αξιωματούχους. Το σύνταγμα εγγυάται ίσα δικαιώματα σε άνδρες και γυναίκες, αλλά οι παραδοσιακές νομικές αξίες και πρακτικές συχνά υπερισχύουν και δεν παρέχουν πάντα στις γυναίκες πλήρη δικαιώματα. Οι γυναίκες και τα παιδιά, που αποτελούν το 60 τοις εκατό των εκτοπισμένων, έχουν επηρεαστεί περισσότερο από τον εσωτερικό εκτοπισμό λόγω της αγγλόφωνης κρίσης και έχουν εκτεθεί σε σεξουαλική βία και έλλειψη πρόσβασης σε ευκαιρίες εργασίας και εκπαίδευσης»[25].
Περαιτέρω, έκθεση του Συμβουλίου Μεταναστών και Προσφύγων του Καναδά σχετικά με τις συνθήκες των γυναικών που ηγούνται ενός νοικοκυριού, και ειδικότερα στην Yaoundé και Douala, καταγράφει σχετικά με την πρόσβαση των γυναικών στην εργασία «πως οι γυναίκες χωρίς γνώση γαλλικών και ενός σχετικού κοινωνικού δικτύου είναι δύσκολο να εξεύρουν εργασία στον επίσημο τομέα απασχόλησης, ενώ είναι ευκολότερο για τις γυναίκες που γνωρίζουν άτομα στο τομέα απασχόλησης τους να βρουν εργασία. Μάλιστα, όσο πιο «επίσημη» είναι η θέση εργασίας, τόσο πιο απαραίτητη είναι η γνώση των γαλλικών. Επίσης, οι γυναίκες με προηγούμενη εργασιακή εμπειρία βρίσκονται σε ευνοϊκότερη θέση κατά την αναζήτηση εργασίας. Επιπλέον, όσες ήταν προηγουμένως αυτοαπασχολούμενες (όπως κομμώτριες, μικροέμποροι) μπορούν πιο εύκολα να ξεκινήσουν μια νέα επιχείρηση στην πόλη, αφού χρειάζονται «μικρό» κεφάλαιο εκκίνησης. και έχουν ήδη τα απαραίτητα εργαλεία[26]. Έτερη απόκριση της ανωτέρω πηγής αναφέρει πως είναι δυνατόν ανύπαντρες γυναίκες να ζήσουν μόνες τους στις μεγάλες πόλεις της Yaoundé και Douala εφόσον έχουν τους απαραίτητους πόρους και σημειώνεται πως το είδος της εργασίας που θα εξεύρουν εξαρτάται από τον βαθμό της εκπαίδευσης που κατέχουν. Είναι πιθανό οι μη έγγαμες γυναίκες που ζουν μόνες τους να αποκτήσουν μια αρνητική/κακή φήμη καθώς σύμφωνα με την παράδοση στο Καμερούν οι γυναίκες ζουν με τους γονείς τους μέχρι να παντρευτούν[27]. Επίσης, διεθνείς πηγές σημειώνουν πως πολλές μόνες γυναίκες στις πόλεις Yaoundé και Douala και σε μεγάλο βαθμό πολλές εκτοπισθείσες μόνες γυναίκες στις ανωτέρω πόλεις καταφεύγουν στην πορνεία εξαιτίας της αδυναμίας τους να βρουν πόρους για να επιβιώσουν[28].
Το Συμβούλιο Μεταναστών και Προσφύγων του Καναδά, στην ανωτέρω έκθεσή του, παραθέτοντας πληροφορίες από το Rural Women Center for Education and Development Cameroon (RuWCED), μια ΜΚΟ που προωθεί τα δικαιώματα των γυναικών και των παιδιών που ζουν σε αγροτικές περιοχές και την πρόσβασή τους σε εκπαίδευση και πόρους, αναφέρει ότι το καθεστώς της άγαμης είναι ως επί το πλείστον «πολιτιστικά και κοινωνικά ταπεινωτικό», ειδικά για τις έφηβες μητέρες ή τις άγαμες αρχηγούς νοικοκυριών με παιδιά.[29] Η ίδια πηγή σημείωσε ότι οι ανύπαντρες γυναίκες «συνήθως αντιμετωπίζονται στερεοτυπικά» και θεωρείται ότι έχουν έναν «κακό χαρακτήρα» ή κάποιο «πρόβλημα» που τις «αποτρέπει» από το να παντρευτούν, καθώς ο γάμος χαίρει «υψηλής εκτίμησης» στην κουλτούρα του Καμερούν.[30] Η RuWCED επισημαίνει επίσης ότι οι ανύπαντρες γυναίκες είναι πιο δύσκολο να βρουν στέγη λόγω της αμφιβολίας των ιδιοκτητών για την ικανότητά τους να καταβάλουν το ενοίκιο.[31]
Ως προς τις επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις για τα θύματα του βιασμού, έκθεση του Γραφείου Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων των Ηνωμένων Εθνών (UNOCHA) του 2023 αναφέρει ότι οι γυναίκες είναι τα κύρια θύματα της βίας λόγω φύλου (GBV), συμπεριλαμβανομένου του βιασμού, «λόγω του συνδυασμένου αποτελέσματος των προϋπαρχουσών πολιτιστικών και παραδοσιακών διακριτικών κανόνων και πρακτικών, της διάκρισης λόγω φύλου και της κοινωνικοοικονομικής ευπάθειας που προκαλείται από την κρίση [κρίση στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές]»[32].
Η προαναφερθείσα έκθεση του οργανισμού UNFPA του έτους 2024 που διενεργήθηκε σε συνεργασία με το Υπουργείο Ενδυνάμωσης των Γυναικών και Οικογένειας και άλλους εταίρους αναφέρει ότι ο αντίκτυπος της σεξουαλικής βίας είναι μεγάλος με τις επιζούσες σεξουαλικής βίας να βιώνουν ψυχολογικό τραύμα, προβλήματα υγείας και μακροχρόνιες σωματικές αναπηρίες, στίγμα και εξοστρακισμό, μείωση συμμετοχής σε κοινοτικές δραστηριότητες, στην εκπαίδευση και το εργατικό δυναμικό, και αλλαγές στην καθημερινή ζωή, για παράδειγμα στον τρόπο ένδυσης, στις δραστηριότητες και την πρόσβαση σε ορισμένες περιοχές.[33] Πολλές επιζούσες βίας παραμένουν σιωπηλές σχετικά με αυτά που έχουν βιώσει λόγω φόβου στιγματισμού, ντροπής και περαιτέρω βίας, ως απόρροια κοινωνικής πίεσης, φόβου κριτικής ή έλλειψης εμπιστοσύνης στην αποτελεσματικότητα των μηχανισμών καταγγελίας.[34]
Μελέτη η οποία επικεντρώνεται στον ψυχολογικό αντίκτυπο της έμφυλης βίας στην πόλη Buea του Καμερούν καταγράφει ότι πάνω από το 69% των επιζώντων ανέφεραν αισθήματα αναξιότητας, ενώ το 69,7% βίωνε χρόνια αποστασιοποίηση και απομόνωση από τις κοινότητες και τις οικογένειές τους.[35] Η ντροπή βάραινε το 68,1% των συμμετεχόντων στην συνέντευξη, ενώ το 66,8% παραδέχτηκε ότι κατηγορούσε τον εαυτό του για τη βία που υπέστη.[36] Οι αποφευκτικές συμπεριφορές ήταν εκτεταμένες, με το 65,8% να απομακρύνεται σκόπιμα από τους άλλους.[37] Περισσότεροι από τις μισές αισθάνονταν ότι κρίνονταν από τις κοινότητές τους, ενώ πάνω από το 54% ανέφερε συνεχιζόμενο στιγματισμό που τους απομόνωνε ακόμη περισσότερο.[38] Η βασικότερη μορφή υποστήριξης για τους επιζώντες προερχόταν από την οικογένεια και τους συντρόφους, ενώ η πρόσβαση σε ψυχοκοινωνικές υπηρεσίες οργανισμών και σε δίκτυα υποστήριξης από συνομηλίκους ήταν πιο περιορισμένη.[39]
Όσον αφορά την πρόσβαση σε υπηρεσίες υποστήριξης, οι επιζώσες αντιμετώπιζαν σημαντικά εμπόδια, κυρίως λόγω έλλειψης ενημέρωσης, αλλά και εξαιτίας του φόβου κοινωνικής κριτικής, στιγματισμού και αντιποίνων από τους δράστες.[40] Άρθρο δημοσιευμένο από το Nkafu Policy Institute του έους 2022 καταγράφει ότι το στίγμα γύρω από την έμφυλη βία και τα προβλήματα ψυχικής υγείας εμποδίζουν πολλές γυναίκες να μιλήσουν για τις εμπειρίες τους, να καταγγείλουν τα περιστατικά και να αναζητήσουν βοήθεια.[41] Πολλές φοβούνται ότι δεν θα γίνουν πιστευτές από την οικογένεια, τους φίλους ή τις αρχές, ενώ ανησυχούν ακόμη και για την πιθανότητα να χάσουν την επιμέλεια των παιδιών τους.[42] Οι γυναίκες που αντιμετωπίζουν προβλήματα ψυχικής υγείας είναι ακόμη λιγότερο πιθανό να αναφέρουν τη βία που υπέστησαν, καθώς η ψυχική τους κατάσταση συχνά χρησιμοποιείται για να αμφισβητηθούν οι εμπειρίες τους ή να θεωρηθούν υπεύθυνες για όσα συνέβησαν.[43]
Σε σχέση με την κρατική προστασία σε περιστατικά έμφυλης βίας (αφορά μηχανισμούς προστασίας), η USDOS δήλωσε ότι η κυβέρνηση δημιούργησε μηχανισμούς όπως «νομική υποστήριξη στους επιζώντες μέσω του δικαστικού δικτύου, γενική κλινική φροντίδα που προσφέρεται στις υγειονομικές εγκαταστάσεις και συλλογή δεδομένων μέσω του Συστήματος Υγειονομικών Πληροφοριών Περιφέρειας και παροχή ανάλυσης της κατάστασης» για να υποστηρίξει τα θύματα σεξουαλικής βίας[44]. Η ίδια πηγή προσέθεσε ότι «πολλά από τα προγράμματα πρόληψης και βασικής υποστήριξης για τους επιζώντες έμφυλης βίας υλοποιήθηκαν από κοινοτικές οργανώσεις»[45]. Επιπλέον, δεν υπήρχε εύκολη παροχή επείγουσας αντισύλληψης για τους επιζώντες σεξουαλικής βίας από την κυβέρνηση[46].
Τον Δεκέμβριο 2024, η κυβέρνηση του Καμερούν ανέστειλε την λειτουργία τεσσάρων μη κυβερνητικών οργανώσεων, μία εκ των οποίων παρείχε υπηρεσίες υποστήριξης σε επιζούσες έμφυλης βίας, με αποτέλεσμα ορισμένες επιζούσες να αναγκαστούν να βγουν στον δρόμο όταν τα γραφεία και οι εγκαταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των καταφυγίων, σφραγίστηκαν από κυβερνητικούς αξιωματούχους.[47] Η κοινή έκθεση του οργανισμού UNFPA, του Υπουργείου Ενδυνάμωσης των Γυναικών και Οικογένειας και άλλων εταίρων αναφέρει ότι παρότι η πρόσβαση στα αστυνομικά τμήματα για την καταγγελία περιστατικών έμφυλης βίας θεωρείται σχετικά εύκολη, η απαίτηση αποδεικτικών στοιχείων και η έλλειψη κατάλληλα εκπαιδευμένου προσωπικού συχνά δυσκολεύουν την απονομή δικαιοσύνης και προκαλούν δυσαρέσκεια στις επιζώσες.[48] Επιπλέον, οι τοπικοί μηχανισμοί δικαιοσύνης συχνά ευνοούν τους άνδρες, με αποτέλεσμα πολλές γυναίκες να κατηγορούνται για την κακοποίηση που υπέστησαν ή να πιέζονται σε οικογενειακούς συμβιβασμούς που δίνουν προτεραιότητα στην οικονομική αποζημίωση αντί στις ανάγκες τους.[49]
Αναφορικά με την πρόσβαση των παιδιών στην εκπαίδευση και στην υγειονομική περίθαλψη στο Καμερούν λαμβάνοντας υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, το οποίο δεν απασχόλησε καθόλου το αρμόδιο όργανο ενώ όφειλε να το λάβει υπόψη του και αυτή την παράμετρο, όπως έχω αναλύσει ανωτέρω. Σημειώνεται πως η εκπαίδευση στο Καμερούν παραμένει ένας τομέας σε κρίση, καθώς τα σχολεία συνεχίζουν να δέχονται επιθέσεις σε πολλές περιοχές της χώρας, κυρίως στη βορειοδυτική και η νοτιοδυτική περιοχή ενώ πάνω από 1,4 εκατομμύρια παιδιά συνωστίζονται σε κακοσυντηρημένες και υπερπλήρεις αίθουσες διδασκαλίας.[50] Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Unicef του 2024, στις Βορειοδυτικές (ΒΔ) και Νοτιοδυτικές (ΝΔ) περιοχές, η κατάσταση ασφαλείας παρέμεινε ασταθής το 2024.[51] Οι επιθέσεις στην εκπαίδευση συνεχίστηκαν, με τους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές να πέφτουν θύματα απαγωγών και να λαμβάνουν πυρπολήσεις σχολικών κτιρίων.[52] Ο οργανισμός UNICEF αναφέρει ότι στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν, το δικαίωμα στην εκπαίδευση έχει υπονομευθεί σε μεγάλο βαθμό.[53]
Αναφορικά με την δυνατότητα πρόσβασης σε υγειονομική περίθαλψη, κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, ανευρέθησαν οι κάτωθι πληροφορίες. Σύμφωνα με την 2026 έκθεση του ινστιτούτου Bertelsmann Stiftung, το Καμερούν δαπανά λιγότερο από το 5% του ΑΕΠ για το σύστημα υγείας και απαιτεί την καταβολή τελών από τους χρήστες κατά τη στιγμή παροχής των υπηρεσιών.[54] Η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, ιδιαίτερα χωρίς ασφάλιση, είναι απαγορευτική για τους περισσότερους.[55] Οι περισσότεροι Καμερουνέζοι βασίζονται σε άτυπους μηχανισμούς κοινωνικής ασφάλειας, όπως οι οικογενειακές δομές, τα δίκτυα αλληλεγγύης και οι θρησκευτικοί θεσμοί.[56]
Η έκθεση κατάστασης του οργανισμού UNICEF που καλύπτει το διάστημα από 1 Ιανουαρίου έως 30 Ιουνίου 2025 και δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο 2025, αναφέρει ότι το Καμερούν εξακολουθεί να αντιμετωπίζει πολλαπλές απειλές για τη δημόσια υγεία, όπως ιλαρά, πολιομυελίτιδα, Mpox, χολέρα και κίτρινο πυρετό.[57] Σε απάντηση, η UNICEF έχει υποστηρίξει τις κυβερνητικές προσπάθειες μέσω επιτήρησης ασθενειών, εμβολιαστικών εκστρατειών, εκπαίδευσης υγειονομικού προσωπικού, ενεργοποίησης της κοινότητας και παροχής βασικών ιατρικών προμηθειών.[58]
Από τις διαθέσιμες και πρόσφατες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής της, τις οποίες έχω παραθέσει πιο πάνω, προκύπτει ότι οι γυναίκες στο Καμερούν, και ιδίως όσες είναι ανύπαντρες μητέρες χωρίς οικογενειακό ή άλλο υποστηρικτικό δίκτυο, αντιμετωπίζουν σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές δυσχέρειες, καθώς και διαρθρωτικές διακρίσεις λόγω φύλου. Ειδικότερα, καταγράφονται σημαντικά εμπόδια στην πρόσβαση στην εργασία, στη στέγαση, στην υγειονομική περίθαλψη και στην αποτελεσματική δικαστική προστασία, ενώ οι γυναίκες που αποτελούν αρχηγούς μονογονεϊκών νοικοκυριών συχνά υφίστανται κοινωνικό στιγματισμό και αυξημένο κίνδυνο περιθωριοποίησης. Οι δυσχέρειες αυτές είναι εντονότερες για τις γυναίκες που στερούνται οικονομικών πόρων και υποστηρικτικού περιβάλλοντος, γεγονός που αυξάνει σημαντικά την ευαλωτότητά τους. Περαιτέρω, διεθνείς πηγές καταγράφουν ότι οι γυναίκες στο Καμερούν, και ιδίως οι επιζώσες σεξουαλικής βίας, αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο στιγματισμού, κοινωνικού αποκλεισμού και επαναθυματοποίησης, ενώ η πρόσβαση σε αποτελεσματικούς μηχανισμούς προστασίας και υποστήριξης παραμένει περιορισμένη στην πράξη. Η έμφυλη βία εξακολουθεί να αποτελεί εκτεταμένο φαινόμενο, με τις ανύπαντρες γυναίκες, τις μητέρες ανηλίκων τέκνων χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο και τις γυναίκες που έχουν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση να συγκαταλέγονται στις πλέον ευάλωτες κατηγορίες. Υπό τα δεδομένα αυτά, η περίπτωση της αιτήτριας, ως ανύπαντρης μητέρας ανήλικου τέκνου, χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο και με ιστορικό σεξουαλικής κακοποίησης στη χώρα καταγωγής της, εντάσσεται σε κατηγορία προσώπων που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα αυξημένο κίνδυνο κοινωνικοοικονομικής περιθωριοποίησης και έκθεσης σε περαιτέρω μορφές έμφυλης βίας.
Θα προχωρήσω στη νομική ανάλυση προκειμένου να αξιολογηθεί το ενδεχόμενο πλήρωσης των προϋποθέσεων υπαγωγής της αιτήτριας σε καθεστώς πρόσφυγα ή το ενδεχόμενο χορήγησης της αιτήτριας με καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Στο άρθρο 3, του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 καθορίζεται πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «3.-(1) Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής, ή πρόσωπο, που δεν έχει ιθαγένεια, το οποίο, ενώ είναι εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του ως αποτέλεσμα αυτών των καταστάσεων, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο να επιστρέψει σ’ αυτή και στο οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 5.»
Προκειμένου να αξιολογηθεί η νομική προϋπόθεση του «βάσιμου», θα πρέπει η αξιολόγηση να επικεντρώνεται στο κατά πόσον ένας τέτοιος φόβος είναι βάσιμος κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης επί της αίτησης διεθνούς προστασίας, δηλαδή ο βάσιμος φόβος της αιτήτριας πρέπει να είναι τρέχων. Οι περιστάσεις που οδήγησαν ένα πρόσωπο να εγκαταλείψει τη χώρα του μπορεί να αλλάξουν ή να παύσουν να υφίστανται με την πάροδο του χρόνου ή αντιστρόφως, να εμφανιστούν μετά την αναχώρησή του.
Επιπρόσθετα, ο «βάσιμος φόβος» στηρίζεται στην εκτίμηση του κινδύνου, η οποία είναι μελλοντοστραφής. Η εκτίμηση των συνθηκών που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η αιτήτρια 1 και το ανήλικο τέκνο της σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους παρουσιάζει εγγενείς δυσχέρειες, καθώς αφορά αξιολόγηση μελλοντικών γεγονότων, η οποία αναπόφευκτα εμπεριέχει στοιχείο αβεβαιότητας. Είναι, συνεπώς, εξαιρετικά σημαντικό η αξιολόγηση του βάσιμου φόβου να πραγματοποιείται με βάση μια αντικειμενική μεθοδολογία, η οποία αποφεύγει τις εικασίες. Σύμφωνα με την απόφασή του, το ΔΕΕ τόνισε τον μελλοντοστραφή χαρακτήρα του βάσιμου φόβου στην υπόθεση υπ' αριθμόν C-71/11 and C-99/11 Bundesrepublik Deutschland v Y and Z και αναφέρεται πως εάν ο αιτητής υποβλήθηκε ήδη σε δίωξη ή άμεση απειλή δίωξης, τότε, το γεγονός αυτό αποτελεί αφ' εαυτού «σοβαρή ένδειξη ότι είναι βάσιμος ο φόβος».
Σε σχέση με τον βάσιμο φόβο δίωξης, σχετικές είναι οι σκέψεις 72 και 73 στην απόφαση για τις Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις C – 199 / 12 έως C - 201/12 X κ.λπ., Απόφαση του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 7ης Νοεμβρίου 2013, Minister voor Immigratie en Asiel κατά X και Y και Z κατά Minister voor Immigratie en Asiel (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστήριο):
«72 Όσον αφορά τη συγκράτηση που φέρεται ότι πρέπει να επιδείξει το συγκεκριμένο πρόσωπο, στο σύστημα της οδηγίας, οι αρμόδιες αρχές, όταν αξιολογούν αν ένας αιτών έχει βάσιμο φόβο διώξεως, εξετάζουν αν οι αποδεδειγμένες περιστάσεις συνιστούν ή όχι τέτοια απειλή ώστε το πρόσωπο αυτό εύλογα να φοβάται, όσον αφορά την ατομική του κατάσταση, ότι όντως θα αποτελέσει το αντικείμενο πράξεων διώξεως (βλ., στο ίδιο πνεύμα, προαναφερθείσα απόφαση Y και Z, σκέψη 76).
73 Η εν λόγω αξιολόγηση του μεγέθους του κινδύνου, η οποία σε όλες τις περιπτώσεις πρέπει να γίνεται με προσοχή και σύνεση (απόφαση της 2ας Μαρτίου 2010, C-175/08, C-176/08, C-178/08 και C-179/08, Salahadin Abdulla κ.λπ., Συλλογή 2010, σ. I-1493, σκέψη 90), στηρίζεται μόνο σε συγκεκριμένη αξιολόγηση των γεγονότων και περιστάσεων σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται ειδικά στο άρθρο 4 της οδηγίας (προαναφερθείσα απόφαση Y και Z, σκέψη 77).»
Κατά την εφαρμογή του πιο πάνω αναφερθέντος νομικού πλαισίου, παρατηρώ ότι, σε συνάρτηση με τις εξατομικευμένες περιστάσεις της αιτήτριας περί του ότι είναι ανύπανδρη μόνη γυναίκα με ανήλικο τέκνο, η οποία εγκατέλειψε τη χώρα της, αφού κακοποιήθηκε από τον θείο της από τα δέκα της χρόνια, χωρίς οικογενειακό και κοινωνικό δίκτυο, είναι δεδομένο πως σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της καθίσταται ο φόβος της αντικειμενικός. Συνεπώς, κρίνω ότι ικανοποιείται το στοιχείο της βασιμότητας του φόβου δίωξης στο αίτημα διεθνούς προστασίας της αιτήτριας, υπό τις προσωπικές της περιστάσεις τις οποίες έθεσε ενώπιον μου.
Παράλληλα, ο περί Προσφύγων Νόμος, μεταφέροντας στην εθνική έννομη τάξη το αντίστοιχο άρθρο 9(α) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας αναφέρει τα εξής στο άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«Πράξεις δίωξης
3Γ.-(1) Οι πράξεις δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Σύμβασης πρέπει:
(α) να είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσης ή της επανάληψης τους ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση, βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ή
[…]
(στ) πράξεις που στοχεύουν το φύλο ή τα παιδιά.
(3) Σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 3, απαιτείται να υπάρχει συσχετισμός μεταξύ των λόγων που αναφέρονται στο άρθρο 3 Δ και της πράξης δίωξης κατά την έννοια του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου ή της έλλειψης προστασίας κατά των πράξεων αυτών.»
Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω οι σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μπορεί να συνιστούν δίωξη, όπως επίσης και μεροληπτικές ενέργειες ή σχετικές απειλές συνιστούν δίωξη, ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, λαμβανομένου υπόψη του υποκειμενικού στοιχείου για το οποίο έγινε λόγος προηγουμένως. Εν προκειμένω, οι βλάβες με τις οποίες κινδυνεύει εύλογα να βρεθεί αντιμέτωπη η αιτήτρια 1 και το ανήλικο τέκνο της, συνιστούν άνευ ετέρου δίωξη. Με βάση τα ανωτέρω διαπιστώνω ότι οι βλάβες αυτές, μαζί με την απειλή βλάβης της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας, αποτελούν συνδυαστικά σώρευση διαφόρων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα οποία είναι αρκούντως σοβαρά λόγω της φύσης τους, καθότι θα την επηρεάσουν σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.
Υπό το φως των ανωτέρω νομοθετικών διατάξεων, συμπεραίνω ότι οι βλάβες αυτές συνιστούν παρατεταμένες σοβαρές και διαρκείς παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων και εμπίπτουν στην έννοια της δίωξης. Συγκεκριμένα, θίγονται σειρά προστατευόμενων χωρίς εξαίρεση δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα στη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα, το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να μην υφίσταται απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, καθώς και άλλων δικαιωμάτων, των οποίων η παραβίαση υπό προϋποθέσεις, που συντρέχουν εν προκειμένω, οδηγούν σε συνέπειες ουσιωδώς επιζήμιου χαρακτήρα.
Σχετικά δε με τους λόγους δίωξης, το άρθρο 3Δ, του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 καθορίζει την έννοια της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας ως κατωτέρω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«3Δ.-(1) Κατά την αξιολόγηση των λόγων της δίωξης, η Υπηρεσία Ασύλου λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα:
[…]
(δ) Η ομάδα θεωρείται ως ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα όταν, μεταξύ άλλων:
(i) τα μέλη της ομάδας αυτής έχουν κοινά εγγενή χαρακτηριστικά ή κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί ή έχουν από κοινού χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδηση, ώστε ένα πρόσωπο να μην πρέπει να αναγκάζεται να τις αποκηρύξει και
(ii) η ομάδα έχει ιδιαίτερη ταυτότητα στην οικεία χώρα, διότι γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική ομάδα από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο.
Ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής μια ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα μπορεί να περιλαμβάνει ομάδα που βασίζεται στο κοινό χαρακτηριστικό του γενετήσιου προσανατολισμού. Ο γενετήσιος προσανατολισμός δεν μπορεί να νοηθεί ότι περιλαμβάνει πράξεις που θεωρούνται αξιόποινες κατά το κυπριακό δίκαιο. Λαμβάνονται δεόντως υπόψη πτυχές συνδεόμενες με το φύλο, συμπεριλαμβανομένης της ταυτότητας του φύλου, κατά τον καθορισμό της ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας ή τον προσδιορισμό χαρακτηριστικού αυτής της ομάδας.»
Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C621-21, W.S. v. Βουλγαρίας, ημερομηνίας 16/1/2024, όπου επαναλήφθηκαν οι προϋποθέσεις υπαγωγής ατόμου σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα και συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα εξής (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
“39. Κατά το άρθρο 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95, το οποίο επαναλαμβάνει το γράμμα του άρθρου 1, τμήμα Α, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Γενεύης, ως «πρόσφυγας» νοείται, μεταξύ άλλων, ο υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος, συνεπεία βάσιμου φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, ευρίσκεται εκτός της χώρας της ιθαγένειάς του και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/95 απαριθμεί ορισμένα στοιχεία τα οποία πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα κράτη μέλη για καθέναν από τους πέντε λόγους δίωξης που είναι ικανοί να οδηγήσουν στην αναγνώριση του καθεστώτος πρόσφυγα.
40. Όσον αφορά, ειδικότερα, τον λόγο δίωξης που έγκειται στην «ιδιότητα μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας», από το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, πρώτο εδάφιο, προκύπτει ότι η ομάδα θεωρείται ως «ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» εφόσον πληρούνται σωρευτικώς δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, τα μέλη της ομάδας αυτής πρέπει να έχουν τουλάχιστον ένα από τα εξής τρία αναγνωριστικά στοιχεία, ήτοι «κοινά εγγενή χαρακτηριστικά», «κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί» ή «από κοινού χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδηση ώστε ένα πρόσωπο να μην πρέπει να αναγκάζεται να τις αποκηρύξει». Δεύτερον, η ομάδα αυτή πρέπει να έχει «ιδιαίτερη ταυτότητα» στη χώρα καταγωγής «διότι γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική ομάδα από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο».
41. Επιπλέον, το δεύτερο εδάφιο του εν λόγω άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, διευκρινίζει, μεταξύ άλλων, ότι «[λ]αμβάνονται δεόντως υπόψη πτυχές συνδεόμενες με το φύλο, συμπεριλαμβανόμενης της ταυτότητας του φύλου, κατά τον καθορισμό της ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας ή τον προσδιορισμό χαρακτηριστικού αυτής της ομάδας». Η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 30 της οδηγίας 2011/95, σύμφωνα με την οποία η ταυτότητα του φύλου μπορεί να σχετίζεται με ορισμένες νομικές παραδόσεις και έθιμα, που οδηγούν επί παραδείγματι σε ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων, υποχρεωτική στείρωση ή υποχρεωτική αποβολή.
42. Επιπλέον, το σημείο 30 των κατευθυντήριων οδηγιών της HCR για τη διεθνή προστασία αριθ. 1, σχετικά με τη δίωξη λόγω γένους στα πλαίσια ερμηνείας του άρθρου 1, τμήμα Α, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Γενεύης, διευκρινίζει, όσον αφορά την έννοια της «κοινωνικής ομάδας» που αναφέρεται στη σύμβαση αυτή και ορίζεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95, ότι «το φύλο μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της κατηγορίας της κοινωνικής ομάδας. Οι γυναίκες αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής υπο-ομάδας που καθορίζεται από έμφυτα και ανεπίδεκτα αλλαγής γνωρίσματα και συχνά απολαμβάνουν μεταχείριση διαφορετική από αυτή των αντρών. […] Τα χαρακτηριστικά τους τις ξεχωρίζουν ως κοινωνική ομάδα και σε κάποιες χώρες υπομένουν διαφορετικά κριτήρια και επίπεδο μεταχείρισης.»
Κατά την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα είναι (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) «η ένωση προσώπων που συνδέονται με ένα κοινό χαρακτηριστικό, άλλο από το φόβο δίωξης, ή που αντιμετωπίζονται ως ομάδα από την κοινωνία. Το χαρακτηριστικό είναι συχνά έμφυτο, αναλλοίωτο ή θεμελιώδες για την ταυτότητα, τη συνείδηση ή την άσκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μελών της»[59].
Σύμφωνα δε με την αιτιολογική σκέψη 30 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ «για τους σκοπούς του καθορισμού της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, θα πρέπει να λαμβάνονται δεόντως υπόψη θέματα που απορρέουν από το φύλο του αιτούντος, συμπεριλαμβανομένης της ταυτότητας του φύλου και του γενετήσιου προσανατολισμού, τα οποία μπορεί να σχετίζονται με ορισμένες νομικές παραδόσεις και έθιμα, που οδηγούν επί παραδείγματι σε ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων, υποχρεωτική στείρωση ή υποχρεωτική αποβολή, στον βαθμό που έχουν σχέση με τον βάσιμο φόβο του αιτούντος για δίωξη σε βάρος του.»
Αναφορικά με το εάν θα μπορούσε να προσδιορισθεί μια ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα στη βάση του φύλου, η Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. σε κατευθυντήριες Οδηγίες επισημαίνει πως «το φύλο μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της κατηγορίας της κοινωνικής ομάδας. Οι γυναίκες αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής υπο-ομάδας που καθορίζεται από έμφυτα και ανεπίδεκτα αλλαγής γνωρίσματα και συχνά απολαμβάνουν μεταχείριση διαφορετική από αυτή των αντρών»[60].
Στη συνέχεια, αναφορικά με την ιδιαίτερη ταυτότητα από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο που θέτει η νομοθεσία (άρθρο 3Δ του περί Προσφύγων Νόμου/ άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/95) η ανωτέρω ανάλυση της Ύπατης Αρμοστείας επισημαίνει πως η ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα πρέπει να έχει διακριτό χαρακτήρα ανεξάρτητα από την ενδεχόμενη δίωξη των μελών της, υπό την έννοια ότι «δεν μπορεί να οριστεί με αποκλειστική αναφορά στη δίωξη που υποφέρουν τα μέλη της ή στον κοινό φόβο δίωξης.»[61] Επομένως, το κοινό χαρακτηριστικό δεν μπορεί να είναι μόνο ο ίδιος ο φόβος δίωξης. Εντούτοις, «η διωκτική ενέργεια σε βάρος της ομάδας μπορεί να αποτελεί καίριας σημασίας παράγοντα για τον εντοπισμό της σε μια ιδιαίτερη κοινότητα.»[62] Επίσης, το μέγεθος της ομάδας, το πλήθος των μελών ή των προσώπων που συνθέτουν την ομάδα, δεν ασκεί επιρροή όταν αξιολογείται η ύπαρξη ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας[63].
Αναφορικά με τους λόγους δίωξης που απορρέουν από το φύλο και τη συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα στα πλαίσια του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ σε σχετικές Οδηγίες, αναφέρει ότι «Κατ' ακολουθία, το φύλο μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της κατηγορίας της κοινωνικής ομάδας. Οι γυναίκες αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής υπο-ομάδας που καθορίζεται από έμφυτα και ανεπίδεκτα αλλαγής γνωρίσματα και συχνά απολαμβάνουν μεταχείριση διαφορετική από αυτή των αντρών. Τα χαρακτηριστικά τους τις ξεχωρίζουν ως κοινωνική ομάδα και σε κάποιες χώρες υπομένουν διαφορετικά κριτήρια και επίπεδο μεταχείρισης.»[64]
Στο εγχειρίδιο της EUAA – European Union Agency For Asylum «Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας» (Δικαστική Ανάλυση, δεύτερη έκδοση, Ιανουάριος 2023)[65], στη σελίδα 119 (του κειμένου) αναφέρονται τα πιο κάτω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Οι γυναίκες έχει αναγνωριστεί ότι διώκονται για λόγους που σχετίζονται με την ιδιότητά τους ως μελών ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, τόσο αποκλειστικά λόγω του φύλου τους όσο και, ειδικότερα, όταν συγκροτούν υποομάδες. Όπως επισήμανε το Ιρλανδικό Ανώτερο Δικαστήριο (High Court), «αναμφισβήτητα οι γυναίκες, γενικώς, ή οι γυναίκες που υφίστανται έμφυλη βία, μπορούν να αποτελούν ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα για τους σκοπούς της Σύμβασης». Ορισμένα παραδείγματα γυναικών από τέτοιες υποομάδες που αναγνωρίζονται ως πρόσφυγες παρατίθενται στον πίνακα 17. Συχνά, οι περιστάσεις των υποθέσεών τους χαρακτηρίζονται από τη σώρευση διαφόρων μορφών έμφυλης βίας.».
Στο προοίμιο της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας (Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης) αναφέρεται το εξής (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Αναγνωρίζοντας με ιδιαίτερη ανησυχία ότι οι γυναίκες και τα κορίτσια συχνά εκτίθενται σε σοβαρές μορφές βίας, όπως η ενδοοικογενειακή βία, η σεξουαλική παρενόχληση, ο βιασμός, ο εξαναγκασμός σε σύναψη γάμου, τα εγκλήματα που διαπράττονται στο όνομα της ούτως-αποκαλουμένης “τιμής” και σε ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων, τα οποία συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των γυναικών και των κοριτσιών, καθώς και σοβαρό εμπόδιο στην επίτευξη ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών.»
Στο σύγγραμμα “Ο καθορισμός του καθεστώτος πρόσφυγα- Ρήτρες Υπαγωγής και Ρήτρες Αποκλεισμού” (2024), της Αικατερίνης Κουτσοπούλου στις σελίδες 398 και 399, αναφέρονται τα πιο κάτω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«Για παράδειγμα οι γυναίκες, αποτελούν παράδειγμα κοινωνικού συνόλου προσδιοριζόμενου από εγγενή και αμετάβλητα χαρακτηριστικά, τα οποία ενδέχεται να γίνονται αντιληπτά με διαφορετικό τρόπο από την κοινωνία, ανάλογα με τη χώρα τους, εξαιτίας των κοινωνικών, νομικών ή θρησκευτικών κανόνων της χώρας καταγωγής ή των εθίμων της κοινότητας στην οποία ανήκουν. Επίσης, οι γυναίκες μπορούν να ανήκουν σε μια ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, με κριτήριο την φύση των πράξεων δίωξης, στις οποίες φοβούνται ότι θα εκτεθούν, σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους, η οποία φύση αποτελεί κρίσιμο στοιχείο προκειμένου να προσδιοριστεί η “ιδιαίτερη ταυτότητα της εν λόγω ομάδας στη χώρα καταγωγής”, χωρίς βέβαια τούτο να σημαίνει ότι όλες οι γυναίκες που φοβούνται θα αποτελούν μέλος ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας.»
Όπως αναλύθηκε ανωτέρω, σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, η αιτήτρια 1 πιθανολογείται ευλόγως ότι θα κινδυνέψει να υποστεί πράξεις κακομεταχείρισης λόγω της διακριτικής μεταχείρισης που υφίστανται στο Καμερούν οι γυναίκες με το ίδιο προφίλ με την αιτήτρια 1. Οι συγκεκριμένες πράξεις αποτελούν πράξεις δίωξης και συνιστούν παραβίαση του άρθρο 3 της ΕΣΔΑ[66], εκ του οποίου δε χωρεί παρέκκλιση βάσει του άρθρου 15 παρ. 2 της ίδιας Σύμβασης. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι το σύνολο των πράξεων που ευλόγως πιθανολογείται να αντιμετωπίσει η αιτήτρια 1 σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν συνιστούν αναμφίβολα πράξεις δίωξης.
Διαφαίνεται από την πιο πάνω ανάλυση πως οι γυναίκες υπό προϋποθέσεις αποτελούν ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Ακολούθως, θα προχωρήσω να εξετάσω την ύπαρξη φορέα δίωξης. Σε σχέση με τον ορισμό του φορέα δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Α του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 καθορίζονται τα πιο κάτω:
«(α) το κράτος,
(β) ομάδες ή οργανώσεις που ελέγχουν το κράτος ή ουσιώδες μέρος του εδάφους του κράτους,
(γ) μη κρατικοί φορείς, εάν μπορεί να καταδειχθεί ότι οι φορείς που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β), περιλαμβανομένων των διεθνών οργανισμών, δεν είναι σε θέση ή δεν επιθυμούν να παράσχουν προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης, όπως ορίζεται στο άρθρο 3Β.»
Ως φορείς δίωξης υπό την έννοια της Σύμβασης για το καθεστώς των προσφύγων μπορεί να είναι είτε κρατικές αρχές είτε ιδιώτες, αν οι κρατικές αρχές ανέχονται ή αρνούνται ή αποδεικνύονται αδύναμες να παρέχουν αποτελεσματική προστασία.[67] Εν προκειμένω, στην υπό εξέταση περίπτωση οι φορείς δίωξης είναι τόσο οι κρατικές υπηρεσίες, όσο και η ευρύτερη κοινωνία της χώρας, όπως προκύπτει από τις ως άνω διαθέσιμες πληροφορίες. Συνεπώς, έχοντας αξιολογήσει τις πιο πάνω πηγές, κρίνω ότι σωρευτικά οι διακρίσεις που υφίστανται οι γυναίκες με το προφίλ της αιτήτριας στο Καμερούν, όπως αδυναμία πρόσβασης σε εργασία, σε δημόσιες υπηρεσίες, σε στέγαση, στη δικαιοσύνη, καθώς και οι παραβιάσεις βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων που απορρέουν από τις πατριαρχικές αντιλήψεις που επικρατούν στο Καμερούν προέρχονται/πηγάζουν τόσο από την κοινωνία, όσο και από το κράτος.
Σύμφωνα με το άρθρο 3Β του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000:
«(1) Προστασία μπορεί να παρέχεται από-
(α) το κράτος, ή
(β) ομάδες ή οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένων διεθνών οργανισμών, που ελέγχουν το κράτος ή ουσιώδες μέρος του εδάφους του κράτους,
υπό την προϋπόθεση ότι επιθυμούν να προσφέρουν προστασία σύμφωνα με το εδάφιο (2) και είναι σε θέση να το πράξουν.
(2) Η προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης πρέπει να είναι αποτελεσματική και μη προσωρινή. Προστασία παρέχεται κατά κανόνα όταν οι φορείς που αναφέρονται στο εδάφιο (1) λαμβάνουν εύλογα μέτρα για να αποτρέψουν τη δίωξη ή την πρόκληση σοβαρής βλάβης, μεταξύ άλλων, με τη λειτουργία αποτελεσματικού νομικού συστήματος για τον εντοπισμό, την ποινική δίωξη και τον κολασμό πράξεων που συνιστούν δίωξη ή σοβαρή βλάβη, και όταν ο αιτητής έχει πρόσβαση στην προστασία αυτή.».
Επομένως, αυτό που έπεται να εξεταστεί είναι εάν υπάρχει απροθυμία ή η αδυναμία του κράτους να παρέχει επαρκή κρατική προστασία. Επισημαίνεται πως οι υπεύθυνοι προστασίας πρέπει να έχουν όχι μόνον τη δυνατότητα, αλλά και τη βούληση να προστατεύσουν την συγκεκριμένη αιτήτρια 1 και το ανήλικο τέκνο της έναντι των διώξεων ή της σοβαρής βλάβης στις οποίες ενδέχεται να εκτεθεί ή είναι εκτεθειμένη. Επίσης, η προστασία αυτή πρέπει να είναι αποτελεσματική και μη προσωρινή.
Αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στο Καμερούν και στην περιοχή της τελευταίας συνήθους διαμονής της αιτήτριας 1, ειδικότερα στην απαντητική έκθεση του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA)[68] που ετοιμάστηκε ως απάντηση σε ερώτημα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Νοτιοδυτική και Βορειοδυτική περιφέρεια και στην περιοχή του Άπω Βορρά στο Καμερούν, και δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2025, αναφέρεται ότι, σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR), το Καμερούν αντιμετωπίζει μια πολυδιάστατη ανθρωπιστική κρίση, ως απόρροια των συγκρούσεων, της διακοινοτικής βίας και της σημειούμενης κλιματικής αλλαγής. Πηγές επίσης σημειώνουν ότι το Καμερούν εξακολουθεί να επηρεάζεται από τρεις (3) πολυσύνθετες και μείζονες ανθρωπιστικές κρίσεις: τη σύγκρουση στη λεκάνη της λίμνης Τσαντ στην περιοχή του Άπω Βορρά, την Αγγλόφωνη εσωτερική κρίση στην Βορειοδυτική και Νοτιοδυτική Περιφέρεια (NWSW), καθώς και την προσφυγική κρίση που προέρχεται από την γειτονική Κεντροαφρικανική Δημοκρατία. [69] Στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές Περιφέρειες του Καμερούν συγκεκριμένα, κοινώς γνωστές ως αγγλόφωνες περιοχές, οι συγκρούσεις μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων και αυτονομιστών μαχητών (“Ambazonians”) συνεχίζονται από το 2017, όταν οι τελευταίοι επιχείρησαν να εγκαθιδρύσουν ανεξάρτητο κράτος.[70]
Η βία περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό στις αγγλόφωνες περιοχές της χώρας και είναι εντονότερη στα βορειοδυτικά απ’ ό,τι στα νοτιοδυτικά.[71] Οι αυτονομιστικές ομάδες είναι πιο δραστήριες σε αγροτικές, απομακρυσμένες και υπανάπτυκτες περιοχές.[72] Σποραδικά περιστατικά έχουν σημειωθεί και στις γαλλόφωνες περιοχές που συνορεύουν με τις αγγλόφωνες περιοχές, στην περιοχή Littoral και στην Δυτική περιοχή.[73] Επί τούτου, ένας ερευνητής και ειδικός για τη Δυτική Αφρική και το Καμερούν εξηγεί ότι αρχικά οι κύριοι ηγέτες των αυτονομιστών είχαν συμφωνήσει να μην εμπλέξουν τις γαλλόφωνες περιφέρειες στη σύγκρουση και να μην επιτεθούν στους γαλλόφωνους πληθυσμούς, οι οποίοι θεωρούνταν μη υπεύθυνοι για τις δυσκολίες των αγγλόφωνων.[74] Παρόλα αυτά, ως διαπιστώνει, ο κατακερματισμός των ένοπλων αυτονομιστικών ομάδων και η ανάπτυξη της ληστρικής εγκληματικότητας οδηγούν σε «ευκαιριακές» ενέργειες σε γαλλόφωνες περιοχές που συνορεύουν με τις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές.[75]
Καθ’ όλη τη διάρκεια της σύγκρουσης, οι δυνάμεις ασφαλείας έχουν διαπράξει εξωδικαστικές εκτελέσεις και εκτεταμένη σεξουαλική και έμφυλη βία, ενώ έχουν πυρπολήσει χωριά των Αγγλόφωνων περιοχών.[76] Άτομα που θεωρούνται ύποπτα για δεσμούς με τους αυτονομιστές έχουν υποστεί αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση.[77] Οι ένοπλοι αυτονομιστές έχουν επίσης σκοτώσει, απαγάγει και τρομοκρατήσει πληθυσμούς, ενώ σταδιακά εδραιώνουν τον έλεγχό τους σε μεγάλα τμήματα των Αγγλόφωνων περιοχών.[78] Αμφότερα μέρη έχουν στοχοποιήσει υγειονομικές εγκαταστάσεις ενώ οι αποσχιστές έχουν απαγορεύσει την δημόσια εκπαίδευση και πραγματοποιούν επιθέσεις κατά εγκαταστάσεων, εκπαιδευτικού προσωπικού και μαθητών.[79]
Σύμφωνα με δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), στην Δυτική περιφέρεια (Ouest) του Καμερούν, όπου ανήκει διοικητικά η περιοχή Bangangte, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής της αιτήτριας 1 πριν αναχωρήσει από την χώρα καταγωγής της, καταγράφηκαν κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 24/07/2026) 6 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 8 θάνατοι.[80] Σημειώνεται πως ο πληθυσμός της Δυτικής περιφέρειας σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις του 2025 ανέρχεται σε 2,232,800 κατοίκους.[81]
Στη βάση λοιπών των ανωτέρω πληροφοριών που αφορούν την επικρατούσα κατάσταση στο Καμερούν, σε συνάρτηση με το ότι η αιτήτρια 1 συνιστά μία ανύπανδρη γυναίκα με ανήλικο τέκνο η οποία δεν στηρίζεται από κάποιο άνδρα και υπέστη σεξουαλική κακοποίηση κατά την παιδική της ηλικία από τον θείο της και λαμβάνοντας υπόψη των δυσχερειών που υφίστατο, μη έχοντας οικονομικούς πόρους και περιουσία, χωρίς οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα της κρίνω ότι ο εκπεφρασμένος φόβος της περί του ότι θα τεθεί σε κίνδυνο η ίδια και το παιδί της σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής της και συγκεκριμένα στην Bangangte, η οποία υπήρξε ο τόπος συνήθους διαμονής της, κρίνεται βάσιμος και δικαιολογημένος.
Καταληκτικά, για όλους τους λόγους που ανωτέρω αναλύθηκαν, διαφαίνεται πως δεν προκύπτουν στοιχεία που συνηγορούν υπέρ του ότι οι αρχές της χώρας καταγωγής της, επιθυμούν και/ή είναι σε θέση να παρέχουν μόνιμη και αποτελεσματική προστασία προς το πρόσωπο της αιτήτριας 1 και του ανήλικου τέκνου της από τις πράξεις δίωξης όπως σωματικής, ψυχικής και σεξουαλικής βίας, καθώς και συστηματικών διακρίσεων λόγω του φύλου της που ενδέχεται να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της στη χώρα καταγωγής της. Το κράτος στη χώρα καταγωγής της αιτήτριας 1 δεν παρέχει αποτελεσματική και μη προσωρινή προστασία στις μόνες γυναίκες, σεξουαλικά κακοποιημένες οι οποίες δεν έχουν ανδρικό και οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο.
Το άρθρο 12Γ (1) του Περί Προσφύγων Νόμου αναφέρει ότι κατά τη λήψη απόφασης επί της αίτησης, ο Προϊστάμενος δύναται να αποφασίσει ότι η αιτήτρια 1 δεν χρήζει διεθνούς προστασίας, εάν σε τμήμα της χώρας ιθαγένειάς της- (i) δεν υπάρχει βάσιμος φόβος ότι θα υποστεί δίωξη ή ότι διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ή (ii) έχει πρόσβαση σε προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης, όπως η εν λόγω προστασία ορίζεται στο άρθρο 3Β και η αιτήτρια 1 μπορεί νόμιμα και με ασφάλεια να ταξιδέψει και να γίνει δεκτός σε εκείνο το τμήμα της χώρας και μπορεί εύλογα να αναμένεται να εγκατασταθεί εκεί.». Είναι προφανές ότι το άρθρο αυτό δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση της αιτήτριας 1[82].
Δεδομένης λοιπόν της ευαλωτότητας της αιτήτριας 1, έχω εντοπίσει ότι ο Οδηγός της ΕΥΥΑ για την εσωτερική μετεγκατάσταση, αναφέρει πως ενδεχομένως η εσωτερική μετεγκατάσταση να μην παρουσιάζεται δυνατή για συγκεκριμένες κατηγορίες αιτητών, «για παράδειγμα, σε μερικές χώρες όπου τα ατομικά δικαιώματα των γυναικών είναι περιορισμένα και/ ή δεν είναι δυνατή η πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες ή βασικά μέσα επιβίωσης χωρίς ανδρικό υποστηρικτικό δίκτυο, ίσως να μην είναι σχετική η εξέταση της εσωτερικής μετεγκατάστασης για γυναίκες στις οποίες ελλείπει τέτοια υποστήριξη»[83].
Η αιτήτρια 1 δεν διαθέτει κανένα οικογενειακό ή κοινωνικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της. Η διαπίστωση αυτή δεν αμφισβητήθηκε από οποιοδήποτε στοιχείο του φακέλου. Η απουσία ανδρικής και γενικότερα οικογενειακής στήριξης, ιδιαίτερα για γυναίκα χωρίς οικονομικούς πόρους και χωρίς επαγγελματική βάση, συνεπάγεται ουσιαστική αδυναμία επιβίωσης υπό συνθήκες ασφάλειας και αξιοπρέπειας. Στις χώρες όπου κυριαρχούν παραδοσιακές και πατριαρχικές κοινωνικές δομές, η απουσία οικογενειακής προστασίας για γυναίκα νεαρής ηλικίας ισοδυναμεί με υψηλό κίνδυνο θυματοποίησης, κακοποίησης ή εμπορίας. Η επιστροφή της σε περιβάλλον όπου δεν διαθέτει στήριξη ούτε οικονομική βάση θα την εξέθετε σε ουσιαστικό κίνδυνο.
Με βάση τα ανωτέρω, κρίνω ότι η αιτήτρια 1 συνιστά μέλος ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, κατά την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και της σχετικής κυπριακής νομοθεσίας, ως ανύπανδρη μητέρα που έχει σεξουαλικά κακοποιηθεί σε ευάλωτη κοινωνική, οικογενειακή και οικονομική κατάσταση, για την οποία το φύλο και οι κοινωνικοπολιτισμικοί παράγοντες της χώρας καταγωγής της αποτελούν ουσιώδη στοιχεία κινδύνου. Η συνολική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών καταδεικνύει ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, η αιτήτρια 1 θα τεθεί σε πραγματικό, σοβαρό και τεκμηριωμένο κίνδυνο δίωξης ή άλλης σοβαρής βλάβης, λόγω της ευάλωτης θέσης της ως γυναίκας χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο και χωρίς οικονομικά μέσα.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι 1) φορείς δίωξης της αιτήτριας 1 δύνανται να είναι τόσο το κράτος, όσο και η ευρύτερη κοινωνία του Καμερούν 2) την αδυναμία του κράτους να παρέχει στην αιτήτρια 1 αποτελεσματική και μόνιμης φύσης προστασία, το ενδεχόμενο μετεγκετάστασης κρίνεται ως αδύνατο, αφού δεν αξιολογείται ως εύλογο και ασφαλές να διαμείνει με ασφάλεια σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή της χώρας καταγωγής της χωρίς τη στήριξη ενός άνδρα. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου προκύπτει πως η αιτήτρια 1 κινδυνεύει να πέσει θύμα διακρίσεων, να υποβληθεί σε σωματική, σεξουαλική και ψυχολογική κακοποίηση και/ή εκμετάλλευση, σε ολόκληρη την επικράτεια της χώρας καταγωγής της. Κατά συνέπεια δεν αξιολογείται ως ασφαλής και εύλογη η δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασής της σε οποιαδήποτε περιοχή του Καμερούν.
Θα πρέπει να αναφερθεί πως το ανήλικο τέκνο της αιτήτριας, λόγω της ηλικίας του, εξαρτάται πλήρως από την αιτήτρια 1 για την ανατροφή, τη διαβίωση και την κάλυψη των βασικών του αναγκών. Η αιτήτρια 1 αποτελεί το μοναδικό πρόσωπο που μεριμνά για το ανήλικο τέκνο της και δεν προκύπτει η ύπαρξη του οικογενειακού ή κοινωνικού υποστηρικτικού δικτύου στη χώρα καταγωγής της που να δύναται να συνδράμει ουσιαστικά στην προστασία και διαβίωσή τους. Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση του κινδύνου που αντιμετωπίζει η αιτήτρια 1 δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την ευθύνη που φέρει ως μόνη γονική μορφή για το ανήλικο τέκνο της.
Η επιστροφή της αιτήτριας 1 στη χώρα καταγωγής της, υπό τις διαπιστωθείσες συνθήκες κοινωνικοοικονομικής ευαλωτότητας, έμφυλων διακρίσεων και αυξημένου κινδύνου επαναθυματοποίησης των γυναικών που είναι ανύπαντρες μητέρες χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο, θύματα σεξουαλικής κακοποίησης, θα επηρέαζε αναπόφευκτα και το ανήλικο τέκνο της. Η αδυναμία εξασφάλισης ασφαλούς διαβίωσης, στέγασης, επαρκών μέσων συντήρησης και αποτελεσματικής προστασίας για την αιτήτρια 1 θα είχε άμεσες και ουσιώδεις συνέπειες και για το τέκνο, του οποίου η ευημερία και η ανάπτυξη είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τις συνθήκες διαβίωσης της μητέρας του. Το στοιχείο αυτό συνιστά όμως ουσιώδη παράγοντα κατά την εξατομικευμένη εκτίμηση της υπόθεσης, καθώς ενισχύει τη διαπίστωση ότι η αιτήτρια 1, ως ανύπαντρη μητέρα ανηλίκου χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο και με ιστορικό σεξουαλικής κακοποίησης, ανήκει σε ιδιαίτερα ευάλωτη κατηγορία προσώπων, για την οποία ο κίνδυνος σοβαρής προσβολής θεμελιωδών δικαιωμάτων σε περίπτωση επιστροφής είναι αισθητά αυξημένος.
Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω αποδεκτά γεγονότα σε αντιστοίχιση με τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής των αιτητών, ως προς την αξιολόγηση του κινδύνου, συναρτάται πως στο πρόσωπο της αιτήτριας 1 συγκεντρώνονται τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία στοιχειοθετώντας πως η αιτήτρια 1 εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή για έναν από τους λόγους που περιγράφονται στο άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, ως έχω επεξηγήσει ανωτέρω. Από τα στοιχεία που έχω εξετάσει, διαφαίνεται πως λόγω βάσιμου φόβου δίωξης, η αιτήτρια 1 και το ανήλικο τέκνο της αναγνωρίζονται πρόσφυγες. Κατά συνέπεια, δεν κρίνεται αναγκαίο να εξεταστεί οποιοσδήποτε άλλος ισχυρισμός προβάλλεται από το συνήγορο των αιτητών..
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, όπως τα έχω αναφέρει και πιο πάνω, η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται δυνάμει του άρθρου 146(4)(δ) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του Περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, Ν. 73(Ι)/2018, με έξοδα πλέον Φ.Π.Α., υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] UN SDGs, UNITED NATIONS SUSTAINABLE DEVELOPMENT COOPERATION FRAMEWORK FOR CAMEROON 2022–2026 σελ. 13, https://unsdg.un.org/sites/default/files/2021-06/Cameroon_Cooperation_Framework_2022-2026-ENG.pdf; OECD, Gender Index, σελ. 4, CM.pdf (genderindex.org), USDOS - US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 23 April 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2107637.html
[2] FI - Franciscans International, published by UN Human Rights Committee: Written contribution for adoption of the list of issues prior to reporting (LOIPR) of Cameroon in the 142nd Session of the United Nations Human Rights Committee review of the International Covenant on Civil and Political Rights (ICCPR), 2026
https://tbinternet.ohchr.org/_layouts/15/TreatyBodyExternal/DownloadDraft.aspx?key=wExtIVOumj7C3uwtnp1HOaeTZbVMy6J/u1WJB1kWD513t2h3wkI2n7KnQ/y2ME0V
[3] GPC - Global Protection Cluster: Cameroon; Protection Analysis Update; Update on Protection Risks Caused by Protracted Armed Conflicts, and Climatic Hazards; March 2025, 17 April 2025
https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2025-04/pau25_protection_analysis_update_cameroon_march2025_final.pdf, σελ.8
[4] GPC - Global Protection Cluster: Cameroon; Protection Analysis Update; Update on Protection Risks Caused by Protracted Armed Conflicts, and Climatic Hazards; March 2025, 17 April 2025
https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2025-04/pau25_protection_analysis_update_cameroon_march2025_final.pdf, σελ.8
[5] Afrobarometer, AD893: Cameroonians see gender-based violence as a key women’s-rights issue but tolerate use of physical force against wive, 1/11/2024, https://www.afrobarometer.org/publication/ad893-cameroonians-see-gender-based-violence-as-a-key-womens-rights-issue-but-tolerate-use-of-physical-force-against-wives/
[6] UNWOMEN, Tackling discriminatory gender norms in Cameroon, 17 Αυγούστου 2023, https://www.unwomen.org/en/news-stories/feature-story/2023/08/tackling-discriminatory-gender-norms-in-cameroon
[7] UNFPA Cameroon and Ministry of Women Empowerment and the Family, Voices from Cameroon 2024, 29 Δεκεμβρίου 2025, https://cameroon.unfpa.org/sites/default/files/pub-pdf/2025-12/Voices%202024%20ENGLow-compressed.pdf, σελ. 40
[8] UNFPA Cameroon and Ministry of Women Empowerment and the Family, Voices from Cameroon 2024, 29 Δεκεμβρίου 2025, https://cameroon.unfpa.org/sites/default/files/pub-pdf/2025-12/Voices%202024%20ENGLow-compressed.pdf, σελ. 40
[9] Government of Cameroon, Sixth periodic report submitted by Cameroon under article 40 of the Covenant, due in 2025 [19 December 2025] [CCPR/C/CMR/6], UN Human Rights Committee, 11 March 2026, https://undocs.org/en/CCPR/C/CMR/6, σελ. 12
[10] SFH - Schweizerische Flüchtlingshilfe: mariages forcés et féminicides, 14 April 2023
https://www.fluechtlingshilfe.ch/fileadmin/user_upload/Publikationen/Herkunftslaenderberichte/Afrika/Kamerun/230414_KAM_mariage_force_feminicide.pdf , σελ.4
[11] IRB - Immigration and Refugee Board of Canada: Cameroon: Prevalence of forced marriage in southern Cameroon, particularly in the Southwest Region, including state protection available; forced marriage as practiced by chiefs, and whether the girls or women that are forced to marry chiefs must be virgins and childless [CMR104378.E], 10 April 2013, https://www.ecoi.net/en/file/local/1276813/356876_en.html
[12] UNFPA Cameroon and Ministry of Women Empowerment and the Family, Voices from Cameroon 2024, 29 Δεκεμβρίου 2025, https://cameroon.unfpa.org/sites/default/files/pub-pdf/2025-12/Voices%202024%20ENGLow-compressed.pdf, σελ. 21
[13] UNFPA Cameroon and Ministry of Women Empowerment and the Family, Voices from Cameroon 2024, 29 Δεκεμβρίου 2025, https://cameroon.unfpa.org/sites/default/files/pub-pdf/2025-12/Voices%202024%20ENGLow-compressed.pdf, σελ. 21
[14] UNFPA Cameroon and Ministry of Women Empowerment and the Family, Voices from Cameroon 2024, 29 Δεκεμβρίου 2025, https://cameroon.unfpa.org/sites/default/files/pub-pdf/2025-12/Voices%202024%20ENGLow-compressed.pdf, σελ. 21
[15] UNFPA Cameroon and Ministry of Women Empowerment and the Family, Voices from Cameroon 2024, 29 Δεκεμβρίου 2025, https://cameroon.unfpa.org/sites/default/files/pub-pdf/2025-12/Voices%202024%20ENGLow-compressed.pdf, σελ. 21
[16] Freedom House (Author): Freedom in the World 2023 - Cameroon, 2023 https://www.ecoi.net/en/document/2094348.html, UN SDGs, UNITED NATIONS SUSTAINABLE DEVELOPMENT COOPERATION FRAMEWORK FOR CAMEROON 2022–2026 σελ. 16, https://unsdg.un.org/sites/default/files/2021-06/Cameroon_Cooperation_Framework_2022-2026-ENG.pdf, USDOS - US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 23 April 2024 https://www.ecoi.net/en/document/2107637.html, Cameroon: Situation and treatment of single women and women who head their own households, including their ability to live on their own and access housing, income, education, health care, and support services, particularly in Douala and Yaoundé; impact of COVID-19 (2020–May 2022) [CMR201034.E], 8 June 2022 https://www.ecoi.net/en/document/2074600.html , Bertelsmann Stiftung: BTI 2024 Country Report Cameroon, 19 March 2024 https://www.ecoi.net/en/file/local/2105824/country_report_2024_CMR.pdf , σελ.22
[17] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report - Cameroon, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_CMR.pdf, σελ. 22
[18] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report - Cameroon, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_CMR.pdf, σελ. 22
[19] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report - Cameroon, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_CMR.pdf, σελ. 22
[20] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report - Cameroon, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_CMR.pdf, σελ. 22
[21] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report - Cameroon, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_CMR.pdf, σελ. 22
[22] EUAA (European Union Agency for Asylum), Cameroon; Situation of women without support network in Northwest and Southwest (Anglophone) regions [Q15-2025], 9 July 2025, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q15_Cameroon_Situation_of_women_without_support_network_Northwest_and_Southwest_regions.pdf, σελ. 3-4
[23] EUAA (European Union Agency for Asylum), Cameroon; Situation of women without support network in Northwest and Southwest (Anglophone) regions [Q15-2025], 9 July 2025, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q15_Cameroon_Situation_of_women_without_support_network_Northwest_and_Southwest_regions.pdf, σελ. 3-4
[24] EUAA (European Union Agency for Asylum), Cameroon; Situation of women without support network in Northwest and Southwest (Anglophone) regions [Q15-2025], 9 July 2025, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q15_Cameroon_Situation_of_women_without_support_network_Northwest_and_Southwest_regions.pdf, σελ. 3-4
[25] Freedom House: Freedom in the World 2024 - Cameroon, 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2115512.html
[26] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada (Author): Cameroon: Situation and treatment of single women and women who head their own households, including their ability to live on their own and access housing, income, education, health care, and support services, particularly in Douala and Yaoundé; impact of COVID-19 (2020–May 2022) [CMR201034.E], 8 June 2022
https://www.ecoi.net/en/document/2074600.html
[27] Canada, IRB, Cameroon: Forced marriages; treatment of and protection available to women who try to flee a forced marriage; whether it is possible for a woman to live alone in the country’s large cities such as Yaoundé and Douala [CMR104129.FE], 20 September 2012, https://www.ecoi.net/en/document/1067526.html , EUAA – European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO) (Author): Cameroon; Situation of single women in Yaoundé and Douala [Q2-2022], 26 January 2022
https://www.ecoi.net/en/file/local/2067455/2022_01_Q2_EUAA_COI_Query_Response_CAMEROON_Single_Women.pdf
[28] Cameroon Intelligence Report, Forced into prostitution in Yaoundé: the nightmare of trying to survive in a divided Cameroon, 3 November 2020, https://www.cameroonintelligencereport.com/forced-into-prostitution-in-yaounde-the-nightmare-of-trying-to-survive-in-a-divided-cameroon/ , Freedom House: Freedom in the World 2022 - Cameroon, 24 February 2022 https://www.ecoi.net/en/document/2071860.html
[29] Immigration and Refugee Board of Canada (2022), 'Cameroon: Situation and treatment of single women and women who head their own households, including their ability to live on their own and access housing, income, education, health care, and support services, particularly in Douala and Yaoundé; impact of COVID-19 (2020-May 2022)', Responses to Information Requests - Immigration and Refugee Board of Canada (irb-cisr.gc.ca)
[30] Immigration and Refugee Board of Canada (2022), 'Cameroon: Situation and treatment of single women and women who head their own households, including their ability to live on their own and access housing, income, education, health care, and support services, particularly in Douala and Yaoundé; impact of COVID-19 (2020-May 2022)', Responses to Information Requests - Immigration and Refugee Board of Canada (irb-cisr.gc.ca)
[31] Immigration and Refugee Board of Canada (2022), 'Cameroon: Situation and treatment of single women and women who head their own households, including their ability to live on their own and access housing, income, education, health care, and support services, particularly in Douala and Yaoundé; impact of COVID-19 (2020-May 2022)', Responses to Information Requests - Immigration and Refugee Board of Canada (irb-cisr.gc.ca)
[32] UNOCHA, Cameroon Humanitarian Needs Overview 2023, 11 May 2023, https://reliefweb.int/attachments/fb6e7f31-3931-463a-b9d6-5d243e9f3071/CMR_HNO_2023_v7_20230405.pdf, pp. 30-31
[33] UNFPA Cameroon and Ministry of Women Empowerment and the Family, Voices from Cameroon 2024, 29 Δεκεμβρίου 2025, https://cameroon.unfpa.org/sites/default/files/pub-pdf/2025-12/Voices%202024%20ENGLow-compressed.pdf, σελ. 40, 41
[34] UNFPA Cameroon and Ministry of Women Empowerment and the Family, Voices from Cameroon 2024, 29 Δεκεμβρίου 2025, https://cameroon.unfpa.org/sites/default/files/pub-pdf/2025-12/Voices%202024%20ENGLow-compressed.pdf, σελ. 41
[35] WanaData, After the Headlines: Visualising the Mental Health Toll of Gender-Based Violence in Buea, Cameroon, 9 Φεβρουαρίου 2026, διαθέσιμο σε: https://medium.com/wanadata-africa/after-the-headlines-visualising-the-mental-health-toll-of-gender-based-violence-in-buea-cameroon-b3b255a484b5
[36] WanaData, After the Headlines: Visualising the Mental Health Toll of Gender-Based Violence in Buea, Cameroon, 9 Φεβρουαρίου 2026, διαθέσιμο σε: https://medium.com/wanadata-africa/after-the-headlines-visualising-the-mental-health-toll-of-gender-based-violence-in-buea-cameroon-b3b255a484b5
[37] WanaData, After the Headlines: Visualising the Mental Health Toll of Gender-Based Violence in Buea, Cameroon, 9 Φεβρουαρίου 2026, διαθέσιμο σε: https://medium.com/wanadata-africa/after-the-headlines-visualising-the-mental-health-toll-of-gender-based-violence-in-buea-cameroon-b3b255a484b5
[38] WanaData, After the Headlines: Visualising the Mental Health Toll of Gender-Based Violence in Buea, Cameroon, 9 Φεβρουαρίου 2026, διαθέσιμο σε: https://medium.com/wanadata-africa/after-the-headlines-visualising-the-mental-health-toll-of-gender-based-violence-in-buea-cameroon-b3b255a484b5
[39] WanaData, After the Headlines: Visualising the Mental Health Toll of Gender-Based Violence in Buea, Cameroon, 9 Φεβρουαρίου 2026, διαθέσιμο σε: https://medium.com/wanadata-africa/after-the-headlines-visualising-the-mental-health-toll-of-gender-based-violence-in-buea-cameroon-b3b255a484b5
[40] WanaData, After the Headlines: Visualising the Mental Health Toll of Gender-Based Violence in Buea, Cameroon, 9 Φεβρουαρίου 2026, διαθέσιμο σε: https://medium.com/wanadata-africa/after-the-headlines-visualising-the-mental-health-toll-of-gender-based-violence-in-buea-cameroon-b3b255a484b5
[41] Nkafu Policy Institute, Gender-Based Violence: Beyond the Crises in Cameroon and Effects on Mental Well-Being, Μάιος 2022, https://nkafu.org/gender-based-violence-beyond-the-crises-in-cameroon-and-effects-on-mental-well-being/
[42] Nkafu Policy Institute, Gender-Based Violence: Beyond the Crises in Cameroon and Effects on Mental Well-Being, Μάιος 2022, https://nkafu.org/gender-based-violence-beyond-the-crises-in-cameroon-and-effects-on-mental-well-being/
[43] Nkafu Policy Institute, Gender-Based Violence: Beyond the Crises in Cameroon and Effects on Mental Well-Being, Μάιος 2022, https://nkafu.org/gender-based-violence-beyond-the-crises-in-cameroon-and-effects-on-mental-well-being/
[44] USDOS, 2022 Country Report on Human Rights Practices - Cameroon, 20 March 2023, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2023/02/415610_CAMEROON-2022-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf, p. 36
[45] USDOS, 2022 Country Report on Human Rights Practices - Cameroon, 20 March 2023, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2023/02/415610_CAMEROON-2022-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf, p. 36
[46] USDOS, 2022 Country Report on Human Rights Practices - Cameroon, 20 March 2023, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2023/02/415610_CAMEROON-2022-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf, p. 37
[47] Human Rights Watch, Cameroon Suspends NGOs, Harming Gender-Based Violence Survivors, 9 Ιανουαρίου 2025, https://www.hrw.org/news/2025/01/09/cameroon-suspends-ngos-harming-gender-based-violence-survivors
[48] UNFPA Cameroon and Ministry of Women Empowerment and the Family, Voices from Cameroon 2024, 29 Δεκεμβρίου 2025, https://cameroon.unfpa.org/sites/default/files/pub-pdf/2025-12/Voices%202024%20ENGLow-compressed.pdf, σελ. 53
[49] UNFPA Cameroon and Ministry of Women Empowerment and the Family, Voices from Cameroon 2024, 29 Δεκεμβρίου 2025, https://cameroon.unfpa.org/sites/default/files/pub-pdf/2025-12/Voices%202024%20ENGLow-compressed.pdf, σελ. 53
[50] Norwegian Refugee Council, The urgent need to deliver quality education for 1.4 million school-aged children in Cameroon, June 2023, available at: https://reliefweb.int/report/cameroon/urgent-need-deliver-quality-education-14-million-school-aged-children-cameroon
[51] Unicef, Cameroon Humanitarian Situation report No.1, UNICEF Cameroon Humanitarian Situation Report No. 1 - January-March 2024.pdf.pdf
[53] UNICEF Cameroon, Remedial classes boost education in crisis-hit regions, 16 Σεπτεμβρίου 2025, https://www.unicef.org/cameroon/stories/remedial-classes-boost-education-crisis-hit-regions#:~:text=In%20the%20Northwest%20and%20Southwest,without%20consistent%20access%20to%20learning
[54] BTI 2026 Country Report — Cameroon. Gütersloh: Bertelsmann Stiftung, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_CMR.pdf, σελ. 22
[55] BTI 2026 Country Report — Cameroon. Gütersloh: Bertelsmann Stiftung, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_CMR.pdf, σελ. 22
[56] BTI 2026 Country Report — Cameroon. Gütersloh: Bertelsmann Stiftung, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_CMR.pdf, σελ. 22
[57] UNICEF, Cameroon Humanitarian Situation Report, Mid-Year 2025, 25 Ιουλίου 2025, https://www.unicef.org/media/172846/file/Cameroon%20Humanitarian%20Situation%20Report,%20Mid-year%202025.pdf, σελ. 3
[58] UNICEF, Cameroon Humanitarian Situation Report, Mid-Year 2025, 25 Ιουλίου 2025, https://www.unicef.org/media/172846/file/Cameroon%20Humanitarian%20Situation%20Report,%20Mid-year%202025.pdf, σελ. 3
[59] ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ «Συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» στα πλαίσια του Άρθρου 1 Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και / ή του Πρωτοκόλλου του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων, διαθέσιμο σε: https://www.refworld.org/policy/legalguidance/unhcr/2002/en/31818?prevDestination=search
[60] Guidelines on International Protection No. 2: "Membership of a Particular Social Group" Within the Context of Article 1A(2) of the 1951 Convention and/or its 1967 Protocol Relating to the Status of Refugees, 7 May 2002, σημείο 12, https://www.refworld.org/policy/legalguidance/unhcr/2002/en/31818
[61] Guidelines on International Protection No. 2: "Membership of a Particular Social Group" Within the Context of Article 1A(2) of the 1951 Convention and/or its 1967 Protocol Relating to the Status of Refugees, 7 May 2002, σημείο 14, https://www.refworld.org/policy/legalguidance/unhcr/2002/en/31818
[63] UNHCR, Κατευθυντήριες οδηγίες για τη διεθνή προστασία των προσφύγων: «Συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» στα πλαίσια του Άρθρου 1 Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και/ή του Πρωτοκόλλου του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων, 7 Μαΐου 2002, σημείο 18
https://www.refworld.org/policy/legalguidance/unhcr/2002/en/31818
[64] ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ «Δίωξη λόγω γένους στα πλαίσια ερμηνείας του άρθρου 1 Α (2) της Σύμβασης του 1951 και / ή του Πρωτοκόλλου του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων» (HCR/GIP/02/01), διαθέσιμο σε: https://www.refworld.org/docid/3d36f1c64.html παρα. 30
[65] EUAA, Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας Δικαστική ανάλυση, Δεύτερη έκδοση, Ιανουάριος 2023, σ. 119
[66] Ως προς την οριζόντια απαγόρευση η οποία τίθεται τουλάχιστον έμμεσα και έναντι των ιδιωτών βλ. σχετικά και Τσιρλή Μ. 'Άρθρο 3 Απαγόρευση των βασανιστηρίων' σε Λ. Α. Σισιλιάνο 'Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου Ερμηνεία Κατ' άρθρο' (Έκδ 2η, Νομική Βιβλιοθήκη), 122 βλ. εξάλλου και ΕΔΔΑ, SA v. Sweden (Application no. 66523/10, απόφαση ημερ. 27.06.2013, παρ. 42) «Owing to the absolute character of the right guaranteed, Article 3 of the Convention may also apply where the danger emanates from persons or groups of persons who are not public officials. However, it must be shown that the risk is real and that the authorities of the receiving State are not able to obviate the risk by providing appropriate protection (H.L.R. v. France, judgment of 29 April 1997, Reports 1997-III, § 40).».
[67] UNCHR «Εγχειρίδιο για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων», 6ηεκδ. (παρ. 51) ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΟΥ ΥΠΑΤΟΥ ΑΡΜΟΣΤΗ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΕΘΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ, Αθήνα 2009, διαθέσιμο στην ιστοσελίδα:
www.unhcr.gr/no_cache/prostasia/nomiki-prostasia.html , παρ.65
[68] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Cameroon; Security situation in the Northwest, Southwest and Far North regions [Q1-2025], 10 January 2025, σελ. 3, 5 https://www.ecoi.net/en/file/local/2120192/2025_01_EUAA_COI_Query_Response_Q1_Cameroon_Security_Situation.pdf
[69] European Commission, Cameroon, τελευταία ενημέρωση 25/04/2025, διαθέσιμο στο: https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en
[70] GCR2P, Cameroon – Population at risk, 1 December, 2024, διαθέσιμο σε: https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/
[71] CGRS-CEDOCA (Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit), Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire [Cameroon: Anglophone Regions-Security Situation], 11 Ιουνίου 2025, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20250611.pdf, σελ. 4
[72] CGRS-CEDOCA (Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit), Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire [Cameroon: Anglophone Regions-Security Situation], 11 Ιουνίου 2025, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20250611.pdf, σελ. 4
[73] CGRS-CEDOCA (Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit), Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire [Cameroon: Anglophone Regions-Security Situation], 11 Ιουνίου 2025, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20250611.pdf, σελ. 4
[74] CGRS-CEDOCA (Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit), Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire [Cameroon: Anglophone Regions-Security Situation], 11 Ιουνίου 2025, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20250611.pdf, σελ. 35
[75] CGRS-CEDOCA (Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit), Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire [Cameroon: Anglophone Regions-Security Situation], 11 Ιουνίου 2025, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20250611.pdf, σελ. 35
[76] Global Centre for the Responsibility to Protect, Cameroon, 16 Μαρτίου 2026, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/
[77] Global Centre for the Responsibility to Protect, Cameroon, 16 Μαρτίου 2026, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/
[78] Global Centre for the Responsibility to Protect, Cameroon, 16 Μαρτίου 2026, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/
[79] Global Centre for the Responsibility to Protect, Cameroon, 16 Μαρτίου 2026, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/
[80] Πλατφόρμα ACLED explorer, Country Cameroon/Ouest, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμη σε Explorer | ACLED
[81] City Population, Cameroon – Ouest (West) [Table], https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/
[82] Βλ. σχετικά EASO, 'Practical Guide on the Application of the Internal Protection Alternative' (2021), 12 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/EASO-Practical-guide-application-IPA.pdf,
[83] EASO, 'Practical Guide on the Application of the Internal Protection Alternative' (2021), 15 https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/EASO-Practical-guide-application-IPA.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο