A.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 5693/2022, 7/8/2026
print
Τίτλος:
A.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 5693/2022, 7/8/2026

 ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.:  5693/2022

07 Αυγούστου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

A.M.,

εκ Καμερούν

                                            Αιτήτρια

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

της Υπηρεσίας Ασύλου

                                            Καθ' ων η Αίτηση

 

Δικηγόρος για Αιτήτρια: Στ. Χρ. Μιχαηλίδη (κα)

Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Α. Κίτσιου (κα)

Αιτήτρια παρούσα

(Ε. Θεοδοσίου – Διερμηνέας, για διερμηνεία από την αγγλική στην ελληνική και αντίστροφα)

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Αντικείμενο της παρούσας προσφυγής αποτελεί η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 20.04.2022, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της Αιτήτριας για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

I. ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση της Αιτήτριας, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ο οποίος κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).

 

Η Αιτήτρια κατάγεται από το Καμερούν, το οποίο εγκατέλειψε τον Αύγουστο του 2018, και αφίχθηκε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές τον ίδιο μήνα, χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα. Υπέβαλε αίτημα διεθνούς προστασίας στις 30.10.2018 και στις 05.02.2019 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με την εξακρίβωση της ηλικίας της, όπου η λειτουργός κατέληξε πως πρόκειται για ανήλικο άτομο (βλ.ερ. 20 δ.φ.). Στις 21.02.2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στην Αιτήτρια από αρμόδιο λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EUAA) (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος υπέβαλε στις 12.04.2022 εισηγητική έκθεση προς  τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 20.04.2022 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτήν στις 18.08.2022 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ημερ. 30.04.2022. Με την υπό εξέταση προσφυγή η Αιτήτρια αμφισβητεί την εν λόγω απόφαση.

 

II. ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ

 

Εξειδικεύοντας και περιορίζοντας, στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου της, τους προβαλλόμενους με την προσφυγή λόγους ακυρώσεως, η Αιτήτρια προβάλλει κατ' ουσίαν τους ακόλουθους ισχυρισμούς:

 

Κατά πρώτον, υποστηρίζει ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εξέταση του αιτήματός της, κατά παράβαση των άρθρων 13(6), (7), (8) και (10) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000, καθώς και του άρθρου 11(1) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν. 158(Ι)/1999. Ειδικότερα, προβάλλει ότι παραβιάστηκε η μέγιστη προθεσμία των 21 μηνών που προβλέπει το άρθρο 13(10) του περί Προσφύγων Νόμου, χωρίς οι καθ' ων η αίτηση να παραθέτουν οποιαδήποτε απόφαση ή πρακτικό που να δικαιολογεί την υπέρμετρη αυτή καθυστέρηση.

Κατά δεύτερον, ισχυρίζεται ότι η συνέντευξη διεξήχθη πλημμελώς, κατά παράβαση των άρθρων 45 και 46 του Ν. 158(Ι)/1999, με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη απόφαση να πάσχει λόγω μη δέουσας έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα. Στο πλαίσιο αυτό, υποστηρίζει ότι οι καθ' ων η αίτηση όφειλαν να την είχαν παραπέμψει σε ψυχολογική εξέταση ή/και υποστήριξη, σύμφωνα με το άρθρο 15(1)(α), (β), (3) και (4) του περί Προσφύγων Νόμου, ενώ, αντιθέτως, προχώρησαν σε διαδικασία προσδιορισμού της ηλικίας της, παρά το ότι ήταν ανήλικη. Περαιτέρω, υπεραμύνεται της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της και του φόβου που επικαλείται σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.

 

Ως προς την αξιολόγηση του κινδύνου, η συνήγορος της Αιτήτριας υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εμφανίζει εσωτερική αντίφαση, καθόσον ο Λειτουργός διαπίστωσε ότι «υπάρχει εύλογος βαθμός πιθανότητας η Αιτήτρια να υποστεί μεταχείριση που θα μπορούσε να ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν» και ότι ο φόβος της είναι βάσιμος και δικαιολογημένος λόγω της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της, πλην όμως, κατά τη νομική ανάλυση, κατέληξε αντιφατικά στο συμπέρασμα ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος φόβος δίωξης ούτε συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, επικαλούμενος την απουσία επιβαρυντικών περιστάσεων. Κατά τη συνήγορο της Αιτήτριας, το συμπέρασμα αυτό είναι αυθαίρετο, αντιφατικό και προϊόν εσφαλμένης εκτίμησης των πραγματικών περιστατικών.

 

Περαιτέρω, προβάλλεται ότι οι συνθήκες ασφαλείας στο Καμερούν όχι μόνο δεν έχουν βελτιωθεί αλλά, αντιθέτως, έχουν επιδεινωθεί λόγω της κλιμάκωσης των συγκρούσεων μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων και ένοπλων αυτονομιστικών ομάδων, ενώ, πέραν του γενικού κινδύνου, η Αιτήτρια αντιμετωπίζει και εξατομικευμένο κίνδυνο λόγω των ιδιαίτερων προσωπικών της περιστάσεων. Υποστηρίζεται ότι η απόρριψη του αιτήματος για χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας στηρίχθηκε σε ελλιπή και μη δέουσα έρευνα, δεδομένου ότι ο Λειτουργός βασίστηκε σε περιορισμένες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, ενώ η Αιτήτρια πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου για τη χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας, καθόσον αντιμετωπίζει σοβαρή και ατομική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας λόγω της επικρατούσας κατάστασης ασφαλείας στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της.

 

Τέλος, προβάλλεται ότι η Αιτήτρια θα έπρεπε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας, ενώ επισημαίνεται ότι το Καμερούν δεν έχει χαρακτηριστεί ως ασφαλής χώρα ιθαγένειας, στοιχείο το οποίο, κατά τη συνήγορό της, ενισχύει περαιτέρω τη θέση ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναγνώρισής της ως δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας.

 

Από τη μεριά τους οι Καθ΄ων η αίτηση, δια της γραπτής τους αγόρευσης υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, εξετάζοντας και αντικρούοντας έναν έκαστο ισχυρισμό της Αιτήτριας, ισχυριζόμενοι ότι αυτή λήφθηκε κατόπιν ενδελεχούς έρευνας όλων των σχετικών στοιχείων της υπόθεσης, εύλογα και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας εφαρμόζοντας το Νόμο και ότι αυτή είναι δεόντως αιτιολογημένη.  Προβάλλουν επίσης ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος της απόδειξης που βαραίνει τους ώμους της έτσι ώστε να αξιλογηθούν οι ισχυρισμοί της  ως αξιόπιστοι και ο φόβος της βάσιμος και δικαιολογημένος. Σε σχέση δε με την επικαλούμενη από τη συνήγορο της Αιτήτριας υπέρμετρη καθυστέρηση στην εξέταση του αιτήματός της, οι Καθ΄ων η αίτηση αντιτείνουν ότι η καθυστέρηση της εξέτασης του αιτήματός της ήταν απόλυτα δικαιολογημένη λόγω του ότι έχει υποβληθεί μεγάλος αριθμός αιτήσεων από άτομα που προέρχονται από τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, με αποτέλεσμα η έγκαιρη εξέταση του αιτήματός της να είναι αδύνατη. Προσθέτουν επίσης οι Καθ΄ων η αίτηση, ότι κατά τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός της η Αιτήτρια λάμβανε όλα τα αντίστοιχα ευεργετήματα από την Κυπριακή Δημοκρατία με αποτέλεσμα να μη της έχει προκληθεί κάποια ζημία ή ανεπανόρθωτη βλάβη λόγω της καθυστέρησης του αιτήματός της.       

 

III. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

 

Α. Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως

 

Είναι η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Αιτήτριας ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν ενήργησαν εντός εύλογου χρόνου, καθόσον η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στις 30.10.2018, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε μετά την πάροδο της ανώτατης προθεσμίας των είκοσι ενός (21) μηνών που προβλέπει το άρθρο 13(10) του περί Προσφύγων Νόμου. Υποστηρίζει ότι η καθυστέρηση αυτή ήταν αδικαιολόγητη, χωρίς να έχει παρασχεθεί οποιαδήποτε ενημέρωση ή αιτιολόγηση από τη Διοίκηση, και ότι συνιστά παράβαση των άρθρων 13 του περί Προσφύγων Νόμου και 11 του Ν. 158(Ι)/1999, καθιστώντας την προσβαλλόμενη απόφαση ακυρωτέα.

 

Οι Καθ' ων η αίτηση, από την άλλη, αντικρούουν τον ισχυρισμό, υποστηρίζοντας ότι η καθυστέρηση ήταν δικαιολογημένη λόγω του ιδιαίτερα αυξημένου αριθμού αιτήσεων διεθνούς προστασίας κατά την επίδικη περίοδο και της συνακόλουθης ενεργοποίησης της συνδρομής της EUAA. Περαιτέρω, προβάλλουν ότι οι προθεσμίες του άρθρου 13 του περί Προσφύγων Νόμου έχουν ενδεικτικό και όχι ανατρεπτικό χαρακτήρα, ενώ η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει οποιαδήποτε συγκεκριμένη βλάβη ή επηρεασμό των δικαιωμάτων της από την καθυστέρηση της εξέτασης του αιτήματός της.

 

Έχοντας εξετάσει τον συγκεκριμένο λόγο ακυρώσεως, δεν διαπιστώνω ότι αυτός δύναται να ευδοκιμήσει.

 

Δεν αμφισβητείται ότι η εξέταση της αίτησης της Αιτήτριας ολοκληρώθηκε μετά την πάροδο της προθεσμίας των είκοσι ενός (21) μηνών που προβλέπεται στο άρθρο 13(10) του περί Προσφύγων Νόμου. Ωστόσο, η υπέρβαση της εν λόγω προθεσμίας δεν συνεπάγεται, άνευ ετέρου, ακυρότητα της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Κατ' αρχάς, σύμφωνα με το άρθρο 11(1) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν. 158(Ι)/1999, οι προθεσμίες που τάσσονται για την έκδοση διοικητικής πράξης είναι, κατά κανόνα, ενδεικτικές, εκτός εάν ορίζεται ρητώς διαφορετικά από την οικεία νομοθεσία. Ούτε το άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου ούτε άλλη διάταξη προβλέπει ότι η υπέρβαση της προθεσμίας των είκοσι ενός μηνών επιφέρει αυτοδικαίως ακυρότητα της διαδικασίας ή στερεί τη Διοίκηση από την εξουσία να αποφασίσει επί της αίτησης.

Η προσέγγιση αυτή συνάδει και με τη θεωρία του διοικητικού δικαίου. Όπως επισημαίνει ο Δαγτόγλου[1], οι σχετικές προθεσμίες αποσκοπούν πρωτίστως στην ταχεία διεκπεραίωση των διοικητικών ενεργειών και, κατά κανόνα, έχουν ενδεικτικό χαρακτήρα, ώστε η απλή παρέλευσή τους να μη συνεπάγεται παρανομία της μεταγενέστερης διοικητικής πράξης, εκτός εάν ο νόμος προβλέπει ρητώς το αντίθετο ή η καθυστέρηση υπερβαίνει εύλογα όρια κατά τρόπο που να επηρεάζει ουσιωδώς τα δικαιώματα του διοικουμένου.

 

Περαιτέρω, η νομολογία του παρόντος Δικαστηρίου έχει επανειλημμένα δεχθεί ότι οι προθεσμίες του άρθρου 13 του περί Προσφύγων Νόμου είναι ενδεικτικές και ότι η υπέρβασή τους δεν οδηγεί αφ' εαυτής στην ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης[2].

 

Είναι, βεβαίως, γεγονός ότι στην παρούσα υπόθεση η εξέταση της αίτησης υπερέβη ακόμη και την ανώτατη προθεσμία των είκοσι ενός μηνών. Πλην όμως, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι η εξέταση του αιτήματος έλαβε χώρα κατά περίοδο κατά την οποία η Υπηρεσία Ασύλου αντιμετώπιζε ιδιαίτερα αυξημένο αριθμό αιτήσεων διεθνούς προστασίας. Άλλωστε, στο πλαίσιο της αντιμετώπισης του φαινομένου αυτού ενεργοποιήθηκε ο μηχανισμός συνδρομής της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EUAA), γεγονός που εξηγεί και τη διεξαγωγή της ουσιαστικής συνέντευξης από λειτουργό της εν λόγω Υπηρεσίας.

 

Σε κάθε περίπτωση, η Αιτήτρια δεν εξειδικεύει ούτε αποδεικνύει με ποιο συγκεκριμένο τρόπο η καθυστέρηση αυτή επηρέασε τα ουσιαστικά ή δικονομικά δικαιώματά της ή επηρέασε την ορθότητα της ουσιαστικής κρίσης της Διοίκησης. Δεν προβάλλει ότι απώλεσε αποδεικτικά μέσα, ότι κατέστη αδύνατη η αποτελεσματική προβολή των ισχυρισμών της ή ότι η καθυστέρηση επηρέασε την αξιολόγηση του αιτήματός της. Αντιθέτως, καθ' όλο το διάστημα εκκρεμοδικίας της αίτησής της διατηρούσε την ιδιότητα της αιτήτριας διεθνούς προστασίας και απολάμβανε τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτήν.

Υπό τα δεδομένα αυτά, η επίκληση και μόνον της υπέρβασης της προβλεπόμενης προθεσμίας, χωρίς επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης έννομης βλάβης ή ουσιώδους επηρεασμού της νομιμότητας της διαδικασίας ή του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αρκεί για να στοιχειοθετήσει λόγο ακύρωσης.

 

Ως εκ τούτου, ο σχετικός λόγος ακυρώσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος.

 

Β. Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως

 

Προτού εξεταστεί ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως, κρίνεται αναγκαία η συνοπτική παράθεση των ουσιωδών ισχυρισμών που προέβαλε η Αιτήτρια κατά το διοικητικό στάδιο, καθόσον η βασιμότητα των αιτιάσεων περί πλημμελούς συνέντευξης, μη δέουσας έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα δύναται να αξιολογηθεί μόνο υπό το πρίσμα του περιεχομένου των δηλώσεών της και του τρόπου διερεύνησής τους από τη Διοίκηση.

 

Β.1. Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας κατά το διοικητικό στάδιο

 

Κατά την καταγραφή του αιτήματός της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι εγκατέλειψε το Καμερούν αφού άγνωστοι ένοπλοι εισήλθαν στην οικία της, οι γονείς της απήχθησαν και η οικία τους πυρπολήθηκε. Η ίδια κατέφυγε σε παρακείμενο δάσος, όπου παρέμεινε κρυμμένη μέχρι να τη βοηθήσει γείτονάς της, ο οποίος την οδήγησε αρχικά στην πόλη Douala και στη συνέχεια, μέσω τρίτων προσώπων, διευκολύνθηκε η αναχώρησή της από τη χώρα (βλ. ερ. 2-3 δ.φ.).

 

Κατά την προσωπική της συνέντευξη δήλωσε ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στην πόλη Kumba του Καμερούν, ήταν άγαμη και άτεκνη, είχε ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ουδέποτε εργάστηκε, ενώ ανέφερε ότι αγνοεί μέχρι σήμερα την τύχη των γονέων της.

 

Ως προς το ταξίδι της προς την Κύπρο, ισχυρίστηκε ότι αναχώρησε συνοδεία γυναίκας που της είχε υποσχεθεί ότι θα φοιτούσε στο σχολείο. Ανέφερε ότι, μετά την άφιξή της στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, διέμεινε επί περίπου δύο μήνες σε οικία όπου εξαναγκαζόταν να εκτελεί οικιακές εργασίες και, κατά τους ισχυρισμούς της, υπέστη επανειλημμένη σεξουαλική κακοποίηση από ηλικιωμένους άνδρες. Δήλωσε ότι τελικώς κατάφερε να διαφύγει και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές.

 

Αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της, επανέλαβε ότι οι γονείς της απήχθησαν από ένοπλους, η οικία τους πυρπολήθηκε και η ίδια φοβήθηκε ότι θα αποτελούσε και η ίδια στόχο είτε των κυβερνητικών δυνάμεων είτε των αυτονομιστών. Περαιτέρω, ανέφερε ότι λίγους μήνες πριν από την αναχώρησή της κρατήθηκε για μία ημέρα από ένοπλους που θεώρησε ότι ανήκαν στις κρατικές δυνάμεις ασφαλείας, επειδή τη θεωρούσαν συνεργάτιδα των Ambazonian. Ως προς τον φόβο επιστροφής της, δήλωσε ότι φοβάται πως θα θανατωθεί λόγω της επικρατούσας κατάστασης ασφαλείας και της δράσης τόσο των κυβερνητικών δυνάμεων όσο και των ένοπλων αυτονομιστικών ομάδων.

 

Επισημαίνεται ότι κατά τη διάρκεια της προσωπικής συνέντευξης, η Αιτήτρια κλήθηκε να περιγράψει τόσο τα γεγονότα που οδήγησαν στην αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της όσο και τις εμπειρίες που ισχυρίστηκε ότι βίωσε κατά τη διαδρομή της προς την Κύπρο. Από τα πρακτικά της συνέντευξης προκύπτει ότι, κατά την ανάπτυξη των ισχυρισμών της περί σεξουαλικής εκμετάλλευσης, παρουσίασε εμφανή συναισθηματική φόρτιση και δυσχέρεια στη συνέχιση της αφήγησής της, στοιχεία τα οποία θα εξεταστούν ακολούθως στο πλαίσιο του προβαλλόμενου λόγου ακυρώσεως.

 

Β.2. Η αξιολόγηση της Υπηρεσίας Ασύλου 

 

Κατά την αξιολόγηση της αίτησης της Αιτήτριας, ο Λειτουργός διέκρινε τρεις  ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από το αφήγημά της. Ο πρώτος αφορά τα προσωπικά της στοιχεία, τη χώρα καταγωγής της  και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της, δεύτερος ισχυρισμός συνίσταται στις δηλώσεις της περί του ότι απήχθησαν οι γονείς της και πυρπολήθηκε η οικία της στη χώρα καταγωγής της και ο τρίτος ισχυρισμός συνίσταται στις δηλώσεις της περί του ότι δέχτηκε σεξουαλική επίθεση κατά τη διαμονή της στις κατεχόμενες περιοχές.

 

Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθώς οι δηλώσεις της Αιτήτριας κρίθηκαν ως συνεκτικές και σαφείς, επιβεβαιώθηκαν δε από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και/ή χαρτογράφησης.

 

Ο δεύτερος ωστόσο ισχυρισμός  έτυχε απόρριψης καθώς οι δηλώσεις της Αιτήτριας δεν κρίθηκαν ως αντικατοπτρίζουσες βιωματικά περιστατικά. Συγκεκριμένα, αξιολογώντας την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων της Αιτήτριας, ο Λειτουργός αρχικά έκρινε ότι οι απαντήσεις της ήταν ασαφείς, αόριστες και στερούμενες περιγραφικής λεπτομέρειας, αφού η Αιτήτρια παρείχε περιορισμένες πληροφορίες αναφορικά με το υπό εξέταση περιστατικό, καθώς προέβαλε συνεχώς, πλην αορίστως και ελλιπώς, ότι οι γονείς της απήχθησαν τον Ιούλιο του 2018 και στη συνέχεια οι απαγωγείς πυρπόλησαν την οικία της (βλ. ερ. 50 2Χ, 49 2Χ δ.φ.). Παρ’ όλα αυτά, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να αποσαφηνίσει την ιδιότητα και/ή την ταυτότητα των εν λόγω προσώπων, καθώς δήλωσε ότι δε γνωρίζει εάν οι απαγωγείς των γονέων της ήταν μέλη των ενόπλων δυνάμεων του Καμερούν ή μαχητές Ambazonian, ενώ προσέθεσε χωρίς νοηματική συνοχή και ευλογοφάνεια ότι οι γονείς της δεν της αποκάλυψαν ποιοι ήταν οι απαγωγείς του (βλ. ερ. 49 3Χ δ.φ.). Παράλληλα, όχι μόνο η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παραθέσει οιαδήποτε πληροφορία αναφορικά με το φερόμενο  εμπρησμό της οικίας της από τα ανωτέρω άτομα, αλλά προέβαλε χωρίς νοηματική συνοχή ότι οι γονείς της άλλον εξακολουθούν να διαμένουν στην περιοχή Mbongue (βλ. ερ. 48 1Χ δ.φ.).

 

Σε σχέση δε με τη φερόμενη σύλληψή της από το στρατό του Καμερούν τον Ιούνιο του 2018, η Αιτήτρια προέβαλε ότι κατηγορήθηκε από το στρατό ότι ήταν κατάσκοπος των Ambazonian, καθώς τη σταμάτησαν σε ένα σημείο ελέγχου και στη συνέχεια την κράτησαν για μία ημέρα εντός ενός οχήματος (βλ. 47 3Χ, 46 1Χ δ.φ.). Ως προς τους λόγους για τους οποίους φέρεται να συνελήφθη, ενώ αρχικά η Αιτήτρια δήλωσε ότι τη συνέλαβαν επειδή διέσχιζε μια περιοχή που ελεγχόταν από τις στρατιωτικές δυνάμεις, στη συνέχεια προέβαλε χωρίς νοηματική συνοχή ότι οι γονείς της της είπαν ότι οι στρατιώτες ενδεχομένως την κράτησαν προκειμένου να την προστατεύσουν από την ανταλλαγή πυρών που λάμβανε χώρα στην περιοχή (βλ. ερ. 46 2Χ δ.φ.).

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεών της Αιτήτριας, ο Λειτουργός προέβη σε σχετική έρευνα εκ της οποίας προέκυψαν πληροφορίες οι οποίες επιβεβαιώνουν την έναρξη της Αγγλόφωνης κρίσης ανάμεσα στις στρατιωτικές δυνάμεις του Καμερούν και τους αυτόνομους μαχητές Ambazonian στις περιοχές του Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν το 2016, καθώς και την ένταση η οποία ακολούθησε.

 

Στη βάση όλων των ανωτέρω, ο Λειτουργός απέρριψε τον υπό εξέταση ισχυρισμό στο σύνολό του ως μη αξιόπιστο.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση του τρίτου ισχυρισμού, ήτοι των δηλώσεων της Αιτήτριας περί του ότι δέχτηκε σεξουαλική επίθεση κατά την παραμονή της στα κατεχόμενα εδάφη και δη την εσωτερική τους αξιοπιστία, ο Λειτουργός αξιολόγησε τις δηλώσεις της ως συνεκτικές, σαφείς και λεπτομερείς. Ειδικότερα, ο Λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια αρχικά παρείχε λεπτομερείς και σαφείς πληροφορίες αναφορικά με την Αφρικανή γυναίκα με την οποία ταξίδεψε μέχρι την Κύπρο, η οποία την εξαπάτησε υποσχόμενη ότι θα της παράσχει πρόσβαση στην εκπαίδευση (βλ. ερ. 54 1Χ δ.φ.). Αποσαφήνισε μάλιστα η Αιτήτρια, σύμφωνα με τον Λειτουργό, ότι η γυναίκα που τη φιλοξενούσε στην πόλη Douala δεν μπορούσε πλέον να τη συντηρήσει με αποτέλεσμα να τη φέρει σε επαφή με την Αφρικανή γυναίκα η οποία ταξίδεψε μαζί της στην Κύπρο (βλ. ερ. 54 2Χ δ.φ.). Στη συνέχεια η Αιτήτρια περιέγραψε επαρκώς την οικία επί της οποίας διέμενε στα κατεχόμενα, εξηγώντας ότι διέθετε εστιατόριο και μπαρ, επί τον οποίων εργαζόταν και άλλες νεαρές κοπέλες (βλ. ερ. 53 1Χ, 52 2Χ δ.φ.). Η Αιτήτρια εξήγησε με συνοχή ότι δεν της επιτρεπόταν να κινηθεί κατά τη βούλησή της και να έχει επαφές με τις υπόλοιπες κοπέλες που εργαζόταν εκεί και ότι παρέμενε στο δωμάτιό της μέχρι να της ζητηθεί από τη γυναίκα που τη λευκή γυναίκα που τη φιλοξενούσε να καθαρίσει τοι εστιατόρια ή το μπαρ (βλ. ερ.  52 3Χ δ.φ.). Ο Λειτουργός έκρινε ότι δεδομένης της συναισθηματικής κατάστασης της Αιτήτριας, η τελευταία ήταν σε θέση να περιγράψει επαρκώς το τι συνέβαινε όταν εισέρχονταν του δωματίου της ηλικιωμένοι άνδρες, οι οποίοι δήλωσε ότι την άγγιζαν (βλ. ερ. 52 1Χ δ.φ.), πλην όμως εξήγησε με συνοχή ότι η ίδια άρχιζε να κλαίει και εγκατέλειπε το δωμάτιό της με αποτέλεσμα να την επιπλήττει η γυναίκα που τη φιλοξενούσε (βλ. ερ. 51 1Χ,  50 1Χ δ.φ.). Σε σχέση με τις συνθήκες διαφυγής της από την ανωτέρω οικία, ο λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια περιέγραψε επαρκώς και με συνοχή πως κατάφερε να διαφύγει από το συγκεκριμένο χώρο, αφού δήλωσε  ότι η εν λόγω οικία δε φυλασσόταν από φύλακες και η ίδια είχε παρατηρήσει τα σημεία εσόδου/εξόδου της (βλ. ερ. 51 1Χ δ.φ.). Η Αιτήτρια εξήγησε, τέλος, με σαφήνεια ότι από την ημέρα που διέφυγε της εν λόγω οικίας, δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με τη γυναίκα που τη βοήθησε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της αλλά και τη λευκή γυναίκα στην οικία της οποίας διέμενε στα κατεχόμενα εδάφη (βλ. ερ. 51 2Χ, 3Χ δ.φ.). Στη βάση όλων των ανωτέρω, ο Λειτουργός έκρινε τον υπό εξέταση ισχυρισμό ως εσωτερικά αξιόπιστο.

 

Ως προς την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων της Αιτήτριας, ο Λειτουργός έκρινε ότι, λόγω της υποκειμενικής τους φύσης, οι υπό αξιολόγηση δηλώσεις της Αιτήτριας δε δύναται να διασταυρωθούν σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και βασιζόμενη αποκλειστικά στην αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας των σχετικών δηλώσεων της Αιτήτριας, ο υπό εξέταση ισχυρισμός έγινε δεκτός στο σύνολό του ως αξιόπιστος. 

 

Κατά την αξιολόγηση του κινδύνου που η Αιτήτρια ενδέχεται να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, ο Λειτουργός αρχικά σημείωσε ότι τα περιστατικά στα οποία αναφέρεται ο ισχυρισμός της Αιτήτριας περί σεξουαλικής κακοποίησης κατά την παραμονή της στα κατεχόμενα εδάφη, έχουν λάβει χώρα εκτός της χώρας καταγωγής της. Σε συνάρτηση μάλιστα με το ότι  η Αιτήτρια διαθέτει ευρύ οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της, ο λειτουργός έκρινε δε μπορεί να πιθανολογηθεί ευλόγως ότι κατά την επιστροφή της εκεί θα κινδυνεύσει από τα άτομα τα οποία την έθεσαν στη συγκεκριμένη κατάσταση, γεγονός το οποίο ενισχύεται και από το ότι κατά τη διάρκεια εξέτασης του αιτήματός του, η Αιτήτρια ουδέποτε προέβαλε κάποιον σχετικώς συνδεόμενο  φόβο.  Ως εκ τούτου, ο Λειτουργός έκρινε ότι δεν ανέκυψε η εύλογη πιθανολόγηση πραγμάτωσης του μη εκπεφρασμένου φόβου της Αιτήτριας, ο οποίος δύναται να συνδέεται με τον σχετικώς συνδεόμενο ισχυρισμό.

 

Ως προς τον μη εκπεφρασμένο φόβο της της Αιτήτριας που δύναται να απορρέει από τα προσωπικά της στοιχεία, τη χώρα καταγωγής της  και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της, ο Λειτουργός προχώρησε σε σχετική έρευνα ως προς την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι την περιοχή Mbongue στο Νοτιοδυτικό Καμερούν, εκ της οποίας επιβεβαιώθηκε ότι στην εν λόγω περιοχή λαμβάνει χώρα μια εξελισσόμενη  εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στις στρατιωτικές δυνάμεις του Καμερούν και τους αυτόνομους μαχητές/ αποσχιστές, με αποτέλεσμα να πιθανολογείται ευλόγως ότι κατά την επιστροφή τη εκεί, η Αιτήτρια θα κινδυνεύσει  λόγω της επικρατούσας κατάστασης ασφαλείας. Ως εκ τούτου, ο φόβος της Αιτήτριας κρίθηκε ως βάσιμος και δικαιολογημένος.

 

Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση, ο Λειτουργός σημειώνει αρχικά ότι από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, το προφίλ της και την αξιολόγηση κινδύνου, διαφάνηκε ότι δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου για αναγνώρισή της ως πρόσφυγα.

 

Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και ως προς την συνδρομή των προϋποθέσεων των παραγράφων (α) και (β) του άρθρου 15 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ για την Αναγνώριση.

 

Προχωρώντας στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου  15 παράγραφος (γ), ο Λειτουργός προχώρησε σε περαιτέρω έρευνα αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Mbongue στο Νοτιοδυτικό Καμερούν, διαπίστωσε ωστόσο ότι στην εν λόγω πόλη η ένταση των συγκρούσεων δεν ανέρχεται σε τέτοιο βαθμό ώστε να μπορεί να πιθανολογηθεί ότι κατά την επιστροφή της εκεί η Αιτήτρια θα κινδυνεύσει ως άμαχος αποκλειστικά λόγω της φυσικής της παρουσίας.  Εφαρμόζοντας περαιτέρω της αρχή της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας», ο Λειτουργός κατέγραψε ότι η Αιτήτρια συνιστά μια νεαρή γυναίκα η οποία δεν αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα υγείας και ως εκ τούτου δεν προκύπτουν λόγοι οι οποίοι θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή βλάβη ως άμαχος λόγω της επικρατούσας κατάστασης ασφαλείας στην πόλη Mbongue του Νοτιοδυτικού Καμερούν. Ως εκ τούτου, ο λειτουργός εισηγήθηκε όπως απορριφθεί το αίτημα της Αιτήτριας και ως προς τη συμπληρωματική προστασία.

 

Β.3. Η κρίση του Δικαστηρίου επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως

 

Εχοντας πλέον παραθέσει τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, προχωρώ στη συνεξέταση του δεύτερου προβαλλόμενου λόγου ακυρώσεως και του συναφούς ισχυρισμού περί έλλειψης δέουσας έρευνας. Οι δύο αυτοί λόγοι είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι, καθόσον η προβαλλόμενη παράλειψη των Καθ' ων η αίτηση να διερευνήσουν την ενδεχόμενη ευαλωτότητα της Αιτήτριας και να αξιολογήσουν κατά πόσον συνέτρεχαν ειδικές διαδικαστικές ανάγκες κατά την έννοια του άρθρου 15 του περί Προσφύγων Νόμου, συνδέεται άμεσα με το κατά πόσον η διερεύνηση των πραγματικών περιστατικών υπήρξε πλήρης και προσήκουσα, καθώς και με τη νομιμότητα της μεταγενέστερης αξιολόγησης της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της.

 

Η νομιμότητα της κρίσης περί αξιοπιστίας δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη νομιμότητα της διαδικασίας μέσω της οποίας συλλέχθηκαν και αξιολογήθηκαν οι δηλώσεις του αιτητή. Εφόσον τίθεται ζήτημα ειδικών διαδικαστικών αναγκών, προηγείται λογικά και νομικά η εξέταση του κατά πόσον η διαδικασία παρείχε τις αναγκαίες εγγυήσεις.

 

Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι η προσωπική της συνέντευξη διεξήχθη πλημμελώς, κατά παράβαση των άρθρων 45 και 46 του Ν. 158(Ι)/1999, λόγω μη δέουσας διερεύνησης της ενδεχόμενης ευαλωτότητάς της και της παράλειψης των Καθ' ων η αίτηση να αξιολογήσουν κατά πόσον συνέτρεχαν ειδικές διαδικαστικές ανάγκες κατά την έννοια του άρθρου 15 του περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι, παρά τις ενδείξεις περί ψυχολογικής επιβάρυνσης και την ιδιότητά της ως ασυνόδευτης ανήλικης κατά την άφιξή της στη Δημοκρατία, ουδέποτε παραπέμφθηκε για ψυχολογική αξιολόγηση ή άλλη κατάλληλη υποστήριξη, με αποτέλεσμα οι διαπιστωθείσες αδυναμίες της αφήγησής της να αξιολογηθούν εσφαλμένα εις βάρος της αξιοπιστίας των ουσιωδών ισχυρισμών της.

 

Μελετώντας το σύνολο του διοικητικού φακέλου, διαπιστώνω ότι οι πιο πάνω λόγοι ακυρώσεως είναι βάσιμοι.

 

Και εξηγώ.

 

Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου διαπιστώνω ουσιώδεις πλημμέλειες κατά τη διερευνητική διαδικασία, καθόσον οι αρμόδιες αρχές δεν διερεύνησαν επαρκώς το ενδεχόμενο η Αιτήτρια να αποτελεί πρόσωπο με ειδικές διαδικαστικές ανάγκες, ούτε αξιολόγησαν κατά πόσον η ψυχολογική της κατάσταση ή οι τραυματικές εμπειρίες που είχε ήδη αποδεχθεί η ίδια η Διοίκηση μπορούσαν να επηρεάσουν την ικανότητά της να συμμετάσχει αποτελεσματικά στη διαδικασία ασύλου. Από την εισηγητική έκθεση, τα πρακτικά της προσωπικής συνέντευξης και το σύνολο του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας της πραγματοποιήθηκε χωρίς να έχει προηγηθεί οποιαδήποτε εξατομικευμένη αξιολόγηση της ενδεχόμενης ευαλωτότητάς της ή των ειδικών διαδικαστικών αναγκών της.

 

Ειδικότερα, από τον διοικητικό φάκελο προκύπτει ότι, ήδη από την άφιξή της στη Δημοκρατία, η Αιτήτρια αντιμετωπίστηκε ως ασυνόδευτη ανήλικη. Παρότι αρχικά διατυπώθηκαν αμφιβολίες ως προς την ηλικία της και κινήθηκε η σχετική διαδικασία προσδιορισμού ηλικίας, η Λειτουργός κατέληξε τελικώς ότι δεν συνέτρεχε λόγος παραπομπής της σε ιατρικές εξετάσεις και την αντιμετώπισε ως ανήλικη. Εντούτοις, δεν προκύπτει ότι, μετά τη διαπίστωση αυτή, εξετάστηκε κατά πόσον η ιδιότητά της ως ασυνόδευτης ανήλικης, σε συνδυασμό με τις λοιπές περιστάσεις της υπόθεσης, δημιουργούσε ανάγκη παροχής ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων.

 

Περαιτέρω, ως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση (βλ. ερυθρά 85-76 του δ.φ.) η ίδια η Υπηρεσία Ασύλου αποδέχθηκε ως αξιόπιστο τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι, μετά την άφιξή της στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, υπήρξε θύμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Η αποδοχή αυτή δεν αποτελούσε απλώς στοιχείο του πραγματικού υπόβαθρου της αίτησής της, αλλά αντικειμενική ένδειξη ότι η Αιτήτρια ενδεχομένως ανήκε σε κατηγορία προσώπων που χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων, γεγονός που επέβαλλε την ενεργοποίηση των σχετικών μηχανισμών αξιολόγησης που προβλέπει ο περί Προσφύγων Νόμος.

 

Η εικόνα αυτή ενισχύθηκε και από την προσωπική της συνέντευξη. Κατά την έναρξη αυτής, ερωτηθείσα κατά πόσον αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας, σωματικό ή ψυχικό, η ίδια δήλωσε ότι «I get scared easily», διευκρινίζοντας ότι η κατάσταση αυτή επιδεινώθηκε μετά την άφιξή της στη Δημοκρατία και ότι ενδέχεται να σχετίζεται με όσα βίωσε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της. Περαιτέρω, όταν κλήθηκε να περιγράψει τα περιστατικά της σεξουαλικής εκμετάλλευσης, ο ίδιος ο Λειτουργός κατέγραψε ότι η Αιτήτρια «gets emotional», ακολούθως δε σημείωσε ότι «puts her head between her legs and is unable to continue answering», γεγονός που οδήγησε στη διακοπή της συνέντευξης και στη χορήγηση διαλείμματος προκειμένου να ηρεμήσει (βλ. ερ. 53/Χ1).. Μετά την επανέναρξη της διαδικασίας, ο Λειτουργός της απευθύνθηκε λέγοντάς της «Take your time and relax, this is a safe space», αναγνωρίζοντας προφανώς τη συναισθηματική της κατάσταση. Επιπλέον, καθ' όλη τη διάρκεια της συνέντευξης παρατηρούνται επανειλημμένες δυσχέρειες ανάκλησης χρονικών και πραγματικών λεπτομερειών, με την Αιτήτρια να αδυνατεί να προσδιορίσει με σαφήνεια πρόσωπα, χρόνους και την αλληλουχία ορισμένων γεγονότων. Παρά τα εμφανή αυτά στοιχεία, δεν προκύπτει ότι οι δυσχέρειες αυτές αξιολογήθηκαν υπό το πρίσμα της ενδεχόμενης ευαλωτότητάς της ούτε ότι εξετάστηκε κατά πόσον οι τραυματικές εμπειρίες που η ίδια η Διοίκηση είχε ήδη αποδεχθεί μπορούσαν να επηρεάζουν την ικανότητά της να παράσχει συνεκτική και πλήρη αφήγηση πριν οι αδυναμίες αυτές χρησιμοποιηθούν εις βάρος της αξιοπιστίας των λοιπών ισχυρισμών της. (βλ. ερ. 53/Χ1).

 

Η εικόνα αυτή δεν περιορίστηκε στο διοικητικό στάδιο. Αντιθέτως, κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η Αιτήτρια παρουσίασε αντίστοιχες δυσχέρειες κατά την ανάκληση των γεγονότων, ενώ στα πρακτικά της δικασίμου της 4ης Ιουνίου 2025 καταγράφηκε ότι έκλαιγε και φαινόταν εμφανώς να δυσκολεύεται να συνεχίσει να απαντά. Το γεγονός αυτό δεν αποδεικνύει αφ' εαυτού την ύπαρξη συγκεκριμένης ψυχικής διαταραχής· επιβεβαιώνει όμως ότι οι δυσχέρειες που είχαν ήδη καταγραφεί κατά τη διοικητική διαδικασία δεν ήταν περιστασιακές ούτε οφείλονταν αποκλειστικά στον τρόπο διεξαγωγής της συνέντευξης.

 

Παρά τα πιο πάνω, δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια παραπέμφθηκε ποτέ σε αρμόδιο επαγγελματία ψυχικής υγείας ή άλλη εξειδικευμένη υπηρεσία, ούτε ότι διενεργήθηκε οποιαδήποτε εξατομικευμένη αξιολόγηση προκειμένου να διαπιστωθεί εάν παρουσίαζε ειδικές διαδικαστικές ανάγκες κατά την έννοια του άρθρου 15 του περί Προσφύγων Νόμου. Ομοίως, δεν προκύπτει ότι εξετάστηκε κατά πόσον οι εμφανείς δυσχέρειες που παρουσίαζε κατά την αφήγηση των γεγονότων μπορούσαν να επηρεάζουν την ικανότητά της να παράσχει συνεκτική, λεπτομερή και χρονικά ακριβή κατάθεση.

 

Η παράλειψη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, διότι οι ίδιες ακριβώς αδυναμίες της αφήγησής της χρησιμοποιήθηκαν ακολούθως από τους Καθ' ων η αίτηση ως βασικός λόγος απόρριψης κρίσιμων ισχυρισμών της ως μη αξιόπιστων. Με άλλα λόγια, η Διοίκηση αξιολόγησε αρνητικά την αξιοπιστία της Αιτήτριας στηριζόμενη στις ασυνέπειες, στις ελλείψεις και στις δυσκολίες ανάκλησης που παρουσίαζε, χωρίς προηγουμένως να εξετάσει εάν οι δυσχέρειες αυτές συνδέονταν με τις τραυματικές εμπειρίες που η ίδια είχε ήδη αποδεχθεί ότι υπέστη.

 

Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας της Αιτήτριας στηρίχθηκε σε πλήρη και ασφαλή πραγματική βάση. Αντιθέτως, η παράλειψη αξιολόγησης της ενδεχόμενης ευαλωτότητάς της και των ειδικών διαδικαστικών αναγκών της επηρέασε τη νομιμότητα της διαδικασίας συλλογής και αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων και, κατ' επέκταση, τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Αντίστοιχο ζήτημα είχα την ευκαιρία να εξετάσω στην υπόθεση 6696/2021, F.E.A. v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, 10.06.2024 (στο εξής αναφερόμενη ως «η F.E.A.») όπου επισημάνθηκε ότι η ευαλωτότητα αιτητή διεθνούς προστασίας συνδέεται άρρηκτα τόσο με την αξιολόγηση ειδικών αναγκών υποδοχής όσο και με την παροχή ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων. Όπως υπογραμμίστηκε στην εν λόγω απόφαση, τα άρθρα 9ΚΔ και 10Α του περί Προσφύγων Νόμου, σε συνδυασμό με το άρθρο 24 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, επιβάλλουν στις αρμόδιες αρχές την υποχρέωση να εντοπίζουν εγκαίρως τους αιτητές που ενδέχεται να χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων και να τους παρέχουν την αναγκαία υποστήριξη καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας ασύλου. Η υποχρέωση αυτή περιλαμβάνει, όπου απαιτείται, τη διενέργεια εξατομικευμένης αξιολόγησης, καθώς και την εμπλοκή αρμόδιων επαγγελματιών ή υπηρεσιών για τη διαπίστωση και αντιμετώπιση των ιδιαίτερων αναγκών του αιτητή.

Η παρούσα υπόθεση, μολονότι διαφοροποιείται ως προς τα πραγματικά της περιστατικά από την υπόθεση F.E.A., αναδεικνύει την ίδια θεμελιώδη νομική αρχή. Ειδικότερα, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προέκυπταν αντικειμενικές ενδείξεις ότι η Αιτήτρια ενδεχομένως παρουσίαζε ειδικές διαδικαστικές ανάγκες, χωρίς όμως να προκύπτει ότι οι αρμόδιες αρχές προέβησαν σε οποιαδήποτε εξατομικευμένη αξιολόγηση της ενδεχόμενης ευαλωτότητάς της ή εξέτασαν εάν οι τραυματικές εμπειρίες που οι ίδιες είχαν ήδη αποδεχθεί μπορούσαν να επηρεάζουν την ικανότητά της να συμμετάσχει αποτελεσματικά στη διαδικασία ή να παράσχει πλήρη και συνεκτική αφήγηση των πραγματικών περιστατικών.

 

Η παράλειψη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθόσον οι δυσχέρειες που παρουσίασε η Αιτήτρια κατά την αφήγηση των γεγονότων αξιοποιήθηκαν στη συνέχεια από τους Καθ' ων η αίτηση ως βασικό στοιχείο για την απόρριψη κρίσιμων ισχυρισμών της ως μη αξιόπιστων, χωρίς να έχει προηγουμένως διερευνηθεί εάν οι δυσχέρειες αυτές συνδέονταν με την ενδεχόμενη ευαλωτότητά της ή με τις τραυματικές εμπειρίες που είχε ήδη γίνει δεκτό ότι υπέστη.

 

Συναφώς επισημαίνεται ότι σύμφωνα με τον οδηγό δικαστικής ανάλυσης του Οργανισμού Ασύλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ευαλωτότητα στο πλαίσιο των αιτημάτων διεθνούς προστασίας[3] η ευαλωτότητα πρέπει να αξιολογείται τόσο για τις ιδιαιτέρες ανάγκες που προκύπτουν στα πλαίσια των υλικών συνθηκών υποδοχής[4] και για την εφαρμογή των διαδικαστικών εγγυήσεων κατά την εξέταση των αιτημάτων ασύλου[5] - όπως αναλύθηκε ήδη- όσο και για την αξιολόγησή της ως ιδιαίτερη περίσταση κατά την εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας.[6]

 

Υπό το φως των ανωτέρω, καταλήγω ότι στην παρούσα υπόθεση στοιχειοθετείται παράβαση ουσιωδών τύπων της διαδικασίας και παράβαση νόμου, καθόσον οι Καθ' ων η αίτηση παρέλειψαν να διερευνήσουν και να αξιολογήσουν δεόντως την ενδεχόμενη ευαλωτότητα και τις ειδικές διαδικαστικές ανάγκες της Αιτήτριας, κατά παράβαση του άρθρου 15 του περί Προσφύγων Νόμου. Η πλημμέλεια αυτή συνιστά ταυτόχρονα έλλειψη της απαιτούμενης δέουσας έρευνας, η οποία επηρέασε καθοριστικά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της Αιτήτριας, οδήγησε σε πλάνη περί τα πράγματα και κατέστησε ελλιπή την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης. Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση καθίσταται ακυρωτέα.

 

Γ. Η έκταση της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου

 

Ενόψει της ανωτέρω κατάληξής μου, ανακύπτει το ζήτημα της έκτασης της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και, ειδικότερα, κατά πόσον οι διαπιστωθείσες πλημμέλειες της διοικητικής διαδικασίας δύνανται να θεραπευθούν στο πλαίσιο του πλήρους δικαιοδοτικού ελέγχου που ασκεί το Δικαστήριο ή αν, αντιθέτως, πρόκειται για ουσιώδη διαδικαστικά ελαττώματα τα οποία καθιστούν αναγκαία την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης και την αναπομπή της υπόθεσης στη Διοίκηση.

 

Η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε και στην F.E.A. (ανωτέρω), όπου κρίθηκε ότι πλημμέλειες που αφορούν την αξιολόγηση της ευαλωτότητας και των ειδικών διαδικαστικών αναγκών δεν θεραπεύονται στο πλαίσιο της ex nunc δικαιοδοσίας.

 

Τέτοια ουσιώδη διαδικαστικά ελαττώματα δεν είναι δυνατό να «θεραπευθούν» μεταγενέστερα στο πλαίσιο της ex nunc δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, διότι τούτο θα ισοδυναμούσε με ανεπίτρεπτη υποκατάσταση της διοικητικής λειτουργίας και με μετατροπή του δικαστικού ελέγχου σε πρωτογενή αξιολόγηση αιτήσεων διεθνούς προστασίας. Στην υπό εξέταση υπόθεση, η πλημμέλεια συνίσταται στο ότι οι Καθ' ων η αίτηση παρέλειψαν να ενεργοποιήσουν τη διαδικασία αξιολόγησης της ενδεχόμενης ευαλωτότητας και των ειδικών διαδικαστικών αναγκών της Αιτήτριας, παρά τις αντικειμενικές ενδείξεις που προέκυπταν από τον διοικητικό φάκελο.

 

Η πλημμέλεια αυτή προηγείται χρονικά και λογικά της αξιολόγησης της αξιοπιστίας της Αιτήτριας. Εφόσον δεν είχε προηγηθεί η κατά νόμο απαιτούμενη αξιολόγηση της ενδεχόμενης ευαλωτότητάς της και των ειδικών διαδικαστικών αναγκών της, η κρίση περί αξιοπιστίας στηρίχθηκε σε διαδικαστικό υπόβαθρο που δεν πληρούσε τις προβλεπόμενες διαδικαστικές εγγυήσεις. Ως εκ τούτου, η πλημμέλεια δεν αφορά απλώς την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, αλλά τη νομιμότητα της ίδιας της διοικητικής διαδικασίας και, ως τέτοια, δεν είναι δυνατό να θεραπευθεί από το παρόν Δικαστήριο στο πλαίσιο της ex nunc δικαιοδοσίας του, χωρίς ανεπίτρεπτη υποκατάσταση της Διοίκησης στην άσκηση αρμοδιοτήτων που της ανήκουν αποκλειστικά.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, η διαπιστωθείσα πλημμέλεια καθιστά αναγκαία την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης και την επανεξέταση της υπόθεσης από τη Διοίκηση κατόπιν πλήρους και προσήκουσας διερεύνησης της ενδεχόμενης ευαλωτότητας της Αιτήτριας και των ειδικών διαδικαστικών αναγκών της.

 

Καθοριστική ερμηνευτική καθοδήγηση ως προς το πλαίσιο άσκησης της πλήρους και ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου παρέχουν οι πρόσφατες αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου στις υποθέσεις B.A.[7] M.A.L.[8] M.Y.A.L.[9]. Από τη μελέτη της εν λόγω νομολογίας προκύπτει ότι η πλήρης και ex nunc εξέταση δεν συνιστά υποχρέωση του πρωτόδικου δικαστηρίου να αποφαίνεται σε κάθε περίπτωση επί της ουσίας των αναγκών διεθνούς προστασίας, αλλά κατοχύρωση της δυνατότητας να προβεί σε τέτοια εξέταση, εφόσον αυτό είναι δικονομικά και θεσμικά εφικτό υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε υπόθεσης.

 

Ιδιαίτερης σημασίας έχει η B.A., στην οποία το Διοικητικό Εφετείο αναγνώρισε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δύναται, υπό προϋποθέσεις και τηρουμένων των αναγκαίων διαδικαστικών εγγυήσεων, να προβεί ακόμη και το ίδιο σε προσωπική συνέντευξη του αιτητή. Η δυνατότητα αυτή, ωστόσο, δεν αναγνωρίστηκε ως υποχρέωση, ούτε ως μηχανισμός θεραπείας κάθε μορφής διοικητικής πλημμέλειας. Αντιθέτως, η νομολογία καταδεικνύει ότι το εύρος της δικαστικής παρέμβασης εξαρτάται πάντοτε από τη φύση και τη βαρύτητα της διαπιστωθείσας πλημμέλειας και από το κατά πόσον η θεραπεία της είναι συμβατή με τον θεσμικό ρόλο του Δικαστηρίου.

 

Στο ίδιο πνεύμα, το Διοικητικό Εφετείο στην M.A.L. αναγνώρισε ότι, σε περίπτωση διαπίστωσης παραβίασης ουσιωδών διαδικαστικών εγγυήσεων κατά το πρωτογενές διοικητικό στάδιο, το πρωτόδικο Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης της πλημμέλειας. Συγκεκριμένα, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Στο πλαίσιο αυτού του ελέγχου, αν το πρωτόδικο Δικαστήριο κρίνει ότι το δικαίωμα ακρόασης του αιτητή παραβιάστηκε από την εκ της Υπηρεσίας Ασύλου πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, έχει -στο πλαίσιο της ευρείας ευχέρειάς του -τις ακόλουθες επιλογές:

 

(α) μεσούσης της δίκης, να διατάξει την Υπηρεσία Ασύλου να παράσχει στον αιτητή το δικαίωμα ακρόασης και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα συναφή πορίσματά της, δηλαδή το πρακτικό ή/και την απομαγνηματοφώνηση της συνέντευξης ή/και τις θέσεις της Υπηρεσίας Ασύλου επί των διαλαμβανόμενων κατά τη συνέντευξη·

 

(β) να υποβάλει το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο τον αιτητή, αν το κρίνει αναγκαίο (βλ. Β. Α. ν. Δημοκρατίας ανωτέρω), σε προσωπική συνέντευξη, τηρώντας τις προς τούτο διαδικαστικές εγγυήσεις τις οποίες θέτει η Οδηγία 2013/32/ΕΕ·

 

(γ) αν κρίνει ότι η επιλογή (β) δεν είναι εφικτή, τότε απόκειται σε αυτό να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου και να αναπέμψει την υπόθεση σε αυτήν ώστε η τελευταία να προβεί σε επανεξέταση, χορηγώντας το δικαίωμα ακρόασης και τηρώντας τις διαδικαστικές εγγυήσεις της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ».

 

Από τη συλλογιστική του Εφετείου προκύπτει ότι οι δυνατότητες αυτές δεν εφαρμόζονται μηχανιστικά ούτε λειτουργούν ως εναλλακτικές λύσεις ίσης βαρύτητας σε κάθε περίπτωση. Αντιθέτως, η επιλογή της κατάλληλης θεραπείας εξαρτάται από τη φύση, την έκταση και τη σοβαρότητα της διαπιστωθείσας πλημμέλειας, καθώς και από το κατά πόσον η θεραπεία της μπορεί να επιτευχθεί χωρίς να διακυβευθούν ουσιώδεις διαδικαστικές εγγυήσεις του αιτητή.

 

Στην παρούσα υπόθεση, η διαπιστωθείσα πλημμέλεια δεν αφορά απλώς ελλιπή διερεύνηση επιμέρους πραγματικών περιστατικών ή την ανάγκη συλλογής πρόσθετου αποδεικτικού υλικού, η οποία θα μπορούσε, ενδεχομένως, να θεραπευθεί στο πλαίσιο της ex nunc δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Αντιθέτως, αφορά ουσιώδεις παραλείψεις που εντοπίζονται σε προγενέστερα και θεμελιώδη στάδια της πρωτογενούς διοικητικής διαδικασίας, τα οποία όφειλαν να προηγηθούν της προσωπικής συνέντευξης και της αξιολόγησης της αξιοπιστίας της Αιτήτριας, διαμορφώνοντας το πραγματικό και αποδεικτικό υπόβαθρο επί του οποίου στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Οι Καθ' ων η αίτηση παρέλειψαν να αξιολογήσουν την ενδεχόμενη ευαλωτότητα της Αιτήτριας και να εξετάσουν εάν συνέτρεχαν ειδικές διαδικαστικές ανάγκες, μολονότι από τα ήδη αποδεκτά πραγματικά περιστατικά προέκυπταν επαρκείς αντικειμενικές ενδείξεις προς τούτο.

 

Η παράλειψη αυτή δεν στερείται ουσιαστικής σημασίας ως προς την κρίση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας. Αντιθέτως, ο ουσιώδης ισχυρισμός της που απορρίφθηκε, ήτοι ο ισχυρισμός περί της απαγωγής των γονέων της, του εμπρησμού της οικίας της και της συνακόλουθης στοχοποίησής της, απορρίφθηκε, μεταξύ άλλων, λόγω φερόμενων αντιφάσεων και αδυναμιών στην αφήγησή της, καθώς και λόγω της κρίσης ότι οι εξηγήσεις της αναφορικά με τη μη προσφυγή στις αρχές της χώρας καταγωγής της δεν ήταν επαρκείς.

 

Η αξιολόγηση αυτή, όμως, πραγματοποιήθηκε χωρίς να έχει προηγηθεί οποιαδήποτε ουσιαστική διερεύνηση του κατά πόσον οι εμφανείς δυσχέρειες που παρουσίαζε κατά την αφήγηση των γεγονότων συνδέονταν με τις τραυματικές εμπειρίες που η ίδια η Διοίκηση είχε ήδη αποδεχθεί ότι υπέστη ή αν δικαιολογούσαν την παροχή ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων. Δεν μπορεί, συνεπώς, να αποκλεισθεί ότι οι χρονικές ανακρίβειες, οι ελλείψεις στην αφήγηση ή η πληρότητα των εξηγήσεών της επηρεάστηκαν από παράγοντες οι οποίοι ουδέποτε αξιολογήθηκαν από τα αρμόδια όργανα, μολονότι αυτά είχαν σχετική εκ του νόμου υποχρέωση.

 

Υπό το πρίσμα αυτό, η διαπιστωθείσα πλημμέλεια δεν επηρεάζει μόνο τη νομιμότητα της διαδικασίας καθαυτής, αλλά συνδέεται άμεσα με την αξιολόγηση του μοναδικού ουσιώδους ισχυρισμού που απορρίφθηκε και επί του οποίου στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Περαιτέρω, η ίδια η φύση της παράλειψης καταδεικνύει ότι η θεραπεία της προϋποθέτει την προηγούμενη ενεργοποίηση διοικητικών μηχανισμών και, ενδεχομένως, τη συνεργασία με αρμόδιες υπηρεσίες και εξειδικευμένους επαγγελματίες, διαδικασία η οποία εκφεύγει της δικαιοδοτικής λειτουργίας του παρόντος Δικαστηρίου. Η ex nunc δικαιοδοσία, όσο ευρεία και αν είναι, δεν μπορεί να μετατραπεί σε μηχανισμό αναπλήρωσης παραλείψεων της πρωτογενούς διοικητικής διαδικασίας ούτε να οδηγήσει το Δικαστήριο στην άσκηση αρμοδιοτήτων που ο νομοθέτης έχει αναθέσει στη Διοίκηση.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, η παρούσα περίπτωση εντάσσεται, κατά την κρίση μου, στην τρίτη επιλογή που περιγράφει το Διοικητικό Εφετείο στην M.A.L., ήτοι στην περίπτωση κατά την οποία η διαπιστωθείσα διαδικαστική πλημμέλεια δεν είναι εφικτό να θεραπευθεί στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας. Ως εκ τούτου, επιβάλλεται η ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης και η αναπομπή της υπόθεσης στους Καθ' ων η αίτηση, ώστε να επανεξετάσουν την αίτηση της Αιτήτριας, τηρώντας προηγουμένως τις διαδικαστικές υποχρεώσεις που απορρέουν από τον περί Προσφύγων Νόμο και το ενωσιακό δίκαιο ως προς την αξιολόγηση της ενδεχόμενης ευαλωτότητάς της και των ειδικών διαδικαστικών αναγκών της.

 

Όπως επεξήγησα και στην A.N.I. [10] η προσέγγιση αυτή συνάδει πλήρως με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτή διαμορφώθηκε ιδίως στις αποφάσεις Alheto, Addis και CV, από τις οποίες προκύπτει ότι η πλήρης και ex nunc εξέταση του άρθρου 46 παρ. 3 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ δεν συνεπάγεται υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να εξετάζει πάντοτε την ουσία των αναγκών διεθνούς προστασίας. Αντιθέτως, η εν λόγω εξέταση μπορεί, κατά περίπτωση, να περιορίζεται στις διαδικαστικές πτυχές της αίτησης, ιδίως όταν το δικαστήριο διαπιστώνει ότι η αποφαινόμενη αρχή είναι καταλληλότερη να προβεί στην απαιτούμενη εξειδικευμένη αξιολόγηση ή όταν δεν έχουν διασφαλιστεί οι θεμελιώδεις δικονομικές εγγυήσεις στο πρωτογενές στάδιο. Η δε πρόσφατη απόφαση Barouk[11] δεν αναιρεί την πιο πάνω προσέγγιση, αλλά την επιβεβαιώνει, καθόσον αναγνωρίζει μεν τη δυνατότητα του δικαστηρίου να διαθέτει πρόσθετα δικονομικά εργαλεία για την ουσιαστική εκτίμηση μιας αίτησης, πλην όμως δεν επιβάλλει την υποκατάσταση της Διοίκησης ούτε τη θεραπεία συνολικά θεμελιωδώς ελαττωματικών διοικητικών διαδικασιών. Η δυνατότητα συμπλήρωσης του φακέλου λειτουργεί επικουρικά και προϋποθέτει μια κατά τα λοιπά νόμιμη, αντικειμενική και διεξοδική διοικητική έρευνα.

 

Εν προκειμένω, η διαπιστωθείσα πλημμέλεια αφορά θεμελιώδη στάδια της πρωτογενούς διοικητικής διαδικασίας, τα οποία όφειλαν να προηγηθούν της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης και να διαμορφώσουν το ουσιαστικό και πραγματικό της υπόβαθρο. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο κρίνει ότι η θεραπεία της πλημμέλειας εντός της δικαστικής διαδικασίας δεν είναι θεσμικά πρόσφορη, καθότι θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτη υποκατάσταση της Διοίκησης αλλά και, κυρίως, σε υπονόμευση των διαδικαστικών εγγυήσεων που όφειλαν να παρασχεθούν στην Αιτήτρια ως ευάλωτο πρόσωπο. Συνεπώς, οι επιλογές (α) και (β), όπως αυτές προσδιορίζονται από το Διοικητικό Εφετείο στην B.A. και στην M.A.L., δεν κρίνονται εν προκειμένω πρόσφορες.

 

Υπό το πρίσμα αυτό, και λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα πραγματικά και νομικά δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, το παρόν Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν υφίσταται άλλη θεσμικά επιτρεπτή και δικονομικώς πρόσφορη επιλογή, ικανή να διασφαλίσει αποτελεσματικά τις ουσιώδεις διαδικαστικές εγγυήσεις της Αιτήτριας, πέραν της ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης. 

 

Υπό το φως του συνόλου των πιο πάνω διαπιστώσεων, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η παρούσα προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται δυνάμει του άρθρου 146(4)(β) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, Ν. 73(Ι)/2018 με έξοδα πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

Η υπόθεση αναπέμπεται στους Καθ' ων η αίτηση προς επανεξέταση, σύμφωνα με τα νομολογηθέντα διά της παρούσας απόφασης και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας. Νοείται ότι, κατά την επανεξέταση της επίδικης υπόθεσης, οι Καθ' ων η αίτηση δεσμεύονται από τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου που αποτυπώνονται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης και οφείλουν να συμμορφωθούν πλήρως προς το παραγόμενο δεδικασμένο, διασφαλίζοντας την τήρηση των ουσιωδών διαδικαστικών εγγυήσεων της Αιτήτριας, ιδίως δε την αξιολόγηση της ως ευάλωτο πρόσωπο και την παραπομπή της στις αρμόδιες υπηρεσίες.

 

Περαιτέρω, οι Καθ' ων η αίτηση οφείλουν να προβούν τάχιστα στις επιβαλλόμενες ενέργειες, ούτως ώστε το αίτημα διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας να εξεταστεί άμεσα και χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση.

 

 

  

Ε. Ρήγα,  Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] Π. Δ. Δαγτόγλου: «Γενικό Διοικητικό Δίκαιο», 5η έκδοση  (2004) , στις  σελ.  186  -  188,

[2] βλ. SAXXX ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ΔΔΠ 593/2019, ημερ. 24.11.2020, καθώς και Postolachi Konstantin ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. 1458/2009, ημερ. 25.02.2011.

[3]  EASO, Judicial Analysis - Vulnerability in the context of applications for International Protection, 2021, διαθέσιμο σεhttps://euaa.europa.eu/sites/default/files/Vulnerability_CJ_EN.pdf  

[4]   Αιτιολογική σκέψη 14 και άρ. 2(κ), 21 και 22 της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία (αναδιατύπωση)  

[5]   Αιτιολογικές σκέψεις 27, 29 και 31 και άρ. 2(δ) και 24 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (αναδιατύπωση)  

[6]   Άρ. 20 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 , σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση) 

[7]   Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου ν. B.A., Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αρ. 12/2025, 18.12.2025.  

[8]   Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου ν. M.A.L., Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αρ. 19/2025, 18.12.2025.  

[9]   Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου ν. M.Y.A.L., Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αρ. 13/2025, 18.12.2025.  

[11]   C-283/24, Barouk.  


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο