Υ. Τ. Τ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 676/24, 13/8/2026
print
Τίτλος:
Υ. Τ. Τ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 676/24, 13/8/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 676/24

13 Αυγούστου, 2026

[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Υ. Τ. Τ.

Αιτητού,

και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η αίτηση

Αιτητής παρών

Σ. Χρ. Μιχαηλίδη, Δικηγόρος για τον Αιτητή

Ν. Κουρσάρης (κ.), Δικηγόρος, για τους Καθ' ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 9.11.2023, με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023.

 Γεγονότα

1.             Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από τη  Δημοκρατία του Καμερούν (στο εξής: Καμερούν) και  περί τις 26.3.2021 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 25.1.2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από  λειτουργό, ο οποίος υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 30.1.2024, ο οποίος εξέδωσε παράλληλα και απόφαση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

Νομικοί Ισχυρισμοί

2.             Κατά την ακροαματική διαδικασία, ο Αιτητής, διά της συνηγόρου του, προώθησε ισχυρισμούς περί έλλειψης δέουσας έρευνας και πλάνης, υποστηρίζοντας ότι οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε πλημμελή αξιολόγηση των δηλώσεων και, εν γένει, του αιτήματός του. Ως προς την ουσία της υπόθεσής του, ο Αιτητής εξέφρασε φόβο επιστροφής ένεκα της έκρυθμης κατάστασης που, κατά τον ίδιο, επικρατεί στη χώρα καταγωγής του. Ειδικότερα, ανέφερε ότι η πατρική του οικία, ευρισκόμενη στο χωριό Teke της ευρύτερης περιοχής Mamfe, καταστράφηκε ολοσχερώς από τον στρατό. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι στο παρελθόν συνελήφθη από αυτονομιστές και ότι, προκειμένου να αφεθεί ελεύθερος, αναγκάστηκε να καταβάλει σημαντικό χρηματικό ποσό.

3.             Από την πλευρά τους, οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης υποστηρίζοντας ότι η απόφαση ήταν προϊόν δέουσας έρευνας, παραπέμποντας στα επιμέρους ευρήματά τους κατά τη διοικητική διαδικασία.  

Το νομικό πλαίσιο

4.             Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».

5.             Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι και τον περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2026, έχει ως ακολούθως:

«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

6.             Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

7.             Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (στο εξής: Κανονισμός αναγνώρισης/Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347), δυνάμει του άρθρου 42 αυτού, εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 2026.

8.             Το άρθρο 3 στοιχείο 5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσφυγας».

9.             Ο όρος «πρόσφυγας» ορίζεται και στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 (στο εξής: o περί Προσφύγων Νόμος).

10.          Το καθεστώς του πρόσφυγα χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

11.          Το άρθρο 3 στοιχείο 6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία».

12.          Το καθεστώς επικουρικής προστασίας χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

13.          Αντιστοίχως, οι εφαρμοστικές του ενωτικού νομοθετικού πλαισίου διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου, ορίζουν τα εξής:

14.          Το άρθρο 51 του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει ότι:

«51. Ο Προϊστάμενος με απόφασή του χορηγεί το καθεστώς πρόσφυγα σε αιτητή, εάν κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του έχει αποδειχθεί ότι πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις διατάξεις των Κεφαλαίων ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».

15.          Το άρθρο 53 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει ότι:

 «53. Ο Προϊστάμενος, με απόφασή του, χορηγεί το καθεστώς επικουρικής προστασίας σε αιτητή εάν, κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του, έχει αποδείξει ότι πληροί τις προϋποθέσεις των Κεφαλαίων ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».

16.          Το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, το οποίο τιτλοφορείται «Υποβολή πληροφοριών και αξιολόγηση γεγονότων και περιστάσεων» προβλέπει τα εξής:

«1.   Οι αιτούντες υποβάλλουν όλα τα στοιχεία που διαθέτουν και τα οποία τεκμηριώνουν την αίτηση διεθνούς προστασίας. Για τον σκοπό αυτό, οι αιτούντες συνεργάζονται πλήρως με την αποφαινόμενη αρχή και με άλλες αρμόδιες αρχές και παραμένουν παρόντες και διαθέσιμοι στο έδαφος του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησής τους καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, μεταξύ άλλων κατά την αξιολόγηση των σχετικών στοιχείων της αίτησης.[…]».

17.          Επισημαίνεται συναφώς ότι, ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης της ιδιότητας του πρόσφυγα και χορήγησης καθεστώτος επικουρικής προστασίας, το νέο ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο δεν επέφερε ουσιώδεις μεταβολές σε σχέση με το προϊσχύσαν καθεστώς της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και των αντίστοιχων εθνικών εναρμονιστικών ρυθμίσεων, αλλά διατήρησε, κατ’ ουσίαν, τα ίδια κριτήρια υπαγωγής στα δύο καθεστώτα διεθνούς προστασίας.

Κατάληξη

18.          Ως προς τους εγειρόμενους λόγους προσφυγής, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο, ως δικαστήριο ουσίας, δικάζει την ενώπιόν του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ’ ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc. [Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024]. Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελής χαρακτηρίζεται ο λόγος προσφυγής, ο οποίος ακόμα και αν γίνει δεκτός δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].

19.          Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου [Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320] αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου [βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010]. Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του Αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του [βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).

20.          Η ανωτέρω προσέγγιση δεν μεταβάλλεται υπό το νέο κανονιστικό πλαίσιο. Ειδικότερα, το άρθρο 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 εξακολουθεί να κατοχυρώνει την αρχή της κοινής υποχρέωσης συνεργασίας κατά την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, προβλέποντας αφενός την υποχρέωση του αιτητή να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία και τις πληροφορίες που διαθέτει προς θεμελίωση της αίτησής του και, αφετέρου, την αντίστοιχη υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να συνεργάζονται ενεργά με τον αιτητή για τη συλλογή και αξιολόγηση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών. Η ρύθμιση αυτή αποτελεί ουσιαστικά συνέχεια του προϊσχύσαντος άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, όπως αυτό είχε μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο μέσω του άρθρου 16 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (έως την αντικατάστασή του από τον περί Προσφύγων Νόμο του 2026), χωρίς να επιφέρει ουσιώδη διαφοροποίηση ως προς την κατανομή του βάρους συνεργασίας και απόδειξης κατά την εξέταση της αίτησης.

21.          Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών του Αιτητή, επισημαίνεται ότι,   κατά τη καταγραφή της αίτησής του ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας της περιθωριοποίησης του Νοτιοδυτικού Καμερούν και της αγγλόφωνης κρίσης. Ειδικότερα, οι δυσκολίες ξεκίνησαν το 2016 όταν η κυβέρνηση της χώρας απέστειλε στρατεύματα για να σκοτώσει όλο τον πληθυσμό του Νοτιοδυτικού Καμερούν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τον χωρισμό πέραν των 3000 οικογενειών καθώς αρκετοί, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου, προσπάθησαν να διαφύγουν. Η μητέρα του, του ανέφερε ότι εξακολουθούσε να διαμένει στους θάμνους καθώς η οικογένεια του δεν είχε πουθενά να στεγαστεί (βλ. ερ. 1)

22.          Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε υπήκοος Καμερούν, γεννηθείς το 1994 στο χωριό Mukonte, στην περιοχή Kumba της Νοτιοδυτικής Περιφέρειας (Southwest Region) του Καμερούν. Ανέφερε ότι από το 2008 μέχρι και την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του διέμενε στο χωριό Egbekaw, στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια.

23.           Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε άγαμος και πατέρας ενός τέκνου (του οποίου αγνοεί την ακριβή ημερομηνία γέννησης αναφέροντας κατά προσέγγιση το έτος 2019 ως έτος γέννησής του), ενώ ανέφερε ότι ο πατέρας του απεβίωσε το 2006. Δήλωσε χριστιανός και ότι ομιλεί άπταιστα την αγγλική γλώσσα και την τοπική διάλεκτο Pidgin. Ως προς το μορφωτικό του επίπεδο, ανέφερε ότι είναι απόφοιτος πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (βλ. ερ. 55). Αναφορικά με την επαγγελματική του δραστηριότητα, δήλωσε ότι από το 2018 μέχρι την αναχώρησή του από το Καμερούν εργαζόταν στο φαρμακείο της θείας του, ενώ παράλληλα ανέπτυξε δική του εμπορική δραστηριότητα στην πόλη Mamfe, στην επαρχία Manyu της Νοτιοδυτικής Περιφέρειας. Ειδικότερα, εξήγησε ότι αρχικά ασχολείτο παράλληλα με την πώληση προϊόντων και, καθώς η δραστηριότητά του αναπτύχθηκε, άνοιξε το 2018 δικό του κατάστημα, το οποίο διατήρησε μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα. Κατά τους ισχυρισμούς του, το κατάστημα καταστράφηκε από πυρκαγιά που εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ανέφερε επίσης ότι, κατά την περίοδο 2006–2008, ασχολείτο με γεωργικές εργασίες στο χωριό Teke, βοηθώντας τη μητέρα του.

24.           Αναφορικά με τα μέλη της οικογένειάς του, δήλωσε ότι ένας αδελφός του διαμένει στην πόλη Mamfe και εργάζεται ως οδηγός ταξί, ενώ άλλος αδελφός του διαμένει μαζί με τη μητέρα του στο χωριό Teke, όπου, κατά τον ίδιο, κρύβονται σε θαμνώδη περιοχή. Ανέφερε επίσης ότι μία αδελφή του, παρότι είναι νοσοκόμα, εργάζεται πλέον ως πωλήτρια πορτοκαλιών και διαμένει με τον σύντροφό της σε ενοικιαζόμενη κατοικία στην Kumba. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι ακόμη ένας αδελφός του σκοτώθηκε περίπου τέσσερις μήνες μετά την άφιξη του ιδίου στη Δημοκρατία, ενώ η μικρότερη αδελφή του κρύβεται μαζί με τη μητέρα τους στο χωριό Teke. Δήλωσε ακόμη ότι άλλοι συγγενείς του διαμένουν σε διάφορες περιοχές του Καμερούν, μεταξύ άλλων στις Yaoundé, Bamenda και Mamfe, χωρίς ωστόσο να διατηρεί επικοινωνία μαζί τους. Αντιθέτως, ανέφερε ότι διατηρεί τακτική επικοινωνία με τη μητέρα του, με την τελευταία επικοινωνία τους να έχει λάβει χώρα περίπου τρεις μήνες πριν από τη συνέντευξή του (βλ. ερ. 54 και 53).

25.          Ανέφερε πως διέμενε στην Douala μέχρι που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, από το αεροδρόμιο Douala στις 23 Φεβρουαρίου του 2021 και μετέβη στην Κωνσταντινούπολη την επόμενη μέρα, στις 24 Φεβρουαρίου. Την νύχτα ανέφερε ότι έφυγε αεροπορικώς και έφτασε στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές5, υπό το καθεστώς φοιτητή, περί τις 25 Φεβρουαρίου (βλ.ερ. 52).

26.          Ερωτηθείς εάν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την αναχώρησή του από το Καμερούν, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά. Ερωτηθείς εάν κρατήθηκε στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι κάθε αγγλόφωνος Καμερουνέζος θεωρείται Ambazonian και ότι ο ίδιος κρατήθηκε μέχρι να διαπιστωθεί ότι δεν είναι Ambazonian (βλ.ερ.50).

27.          Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο λόγω της κατάστασης που επικρατούσε στην αγγλόφωνη περιοχή του Καμερούν. Ανέφερε ότι οι μετακινήσεις μεταξύ πόλεων ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνες και συχνά απαιτούσαν στρατιωτική συνοδεία, καθώς μέλη των Ambazonians απήγαγαν πολίτες που μετακινούνταν χωρίς συνοδεία, τους οδηγούσαν σε θαμνώδεις περιοχές και απαιτούσαν μεγάλα χρηματικά ποσά για την απελευθέρωσή τους. Ισχυρίστηκε ότι και ο ίδιος είχε απαχθεί επανειλημμένα και είχε αναγκαστεί να καταβάλει χρήματα για να αφεθεί ελεύθερος. Κατά τους ισχυρισμούς του, τα θύματα υφίσταντο επίσης ξυλοδαρμούς κατά τη διάρκεια της κράτησής τους.

28.          Περαιτέρω, ανέφερε ότι οι Ambazonians επέβαλλαν ημέρες υποχρεωτικού lockdown, απαιτώντας από τους πολίτες να διατηρούν κλειστές τις επιχειρήσεις τους, ενώ οι κρατικές και στρατιωτικές αρχές απαιτούσαν, αντιθέτως, το άνοιγμά τους. Ως αποτέλεσμα, κατά τον ίδιο, οι πολίτες βρίσκονταν μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων πλευρών και υφίσταντο συνέπειες ανεξαρτήτως της στάσης που ακολουθούσαν. Υποστήριξε ότι και οι στρατιωτικές αρχές απαιτούσαν χρήματα από ιδιοκτήτες επιχειρήσεων, ενώ δήλωσε ότι κινδύνευε τόσο από τους Ambazonians όσο και από τον στρατό. Εξήγησε ότι ο φόβος απαγωγής, ξυλοδαρμού ή ακόμη και θανάτου, σε συνδυασμό με τη γενικότερη ανασφάλεια που επικρατούσε, τον οδήγησε τελικά στην απόφαση να εγκαταλείψει τη χώρα και να αναζητήσει διεθνή προστασία.

29.          Ως συγκεκριμένο περιστατικό που συνέδεσε με την κατάσταση αυτή, ο Αιτητής αναφέρθηκε στην καταστροφή της επιχείρησής του από πυρκαγιά. Ειδικότερα, δήλωσε ότι είχε μεταβεί στη Douala, με στρατιωτική συνοδεία, προκειμένου να προμηθευτεί εμπορεύματα. Καθώς η επόμενη ημέρα ήταν Δευτέρα, ημέρα κατά την οποία οι Ambazonians επέβαλλαν lockdown, αλλά οι αρχές απαιτούσαν το άνοιγμα των επιχειρήσεων, επικοινώνησε με πρόσωπο που εργαζόταν στο κατάστημά του και του ζήτησε να το ανοίξει. Κατά τη διάρκεια της ίδιας νύχτας, το κατάστημα καταστράφηκε από πυρκαγιά. Ο Αιτητής διευκρίνισε ότι δεν γνώριζε ποιος προκάλεσε την πυρκαγιά ούτε μπορούσε να προσδιορίσει με ακρίβεια εάν το περιστατικό συνέβη το 2019 ή το 2020.

30.          Στο σημείο αυτό του υποβλήθηκαν διευκρινιστικές ερωτήσεις ως προς τις συνθήκες πυρπόλησης της επιχείρησής του και την επαγγελματική του δραστηριότητα. Ερωτηθείς πώς πληροφορήθηκε την υποχρέωση ανοίγματος του καταστήματος ενώ βρισκόταν στη Douala, δεν έδωσε συγκεκριμένη απάντηση, αλλά αναφέρθηκε γενικότερα στη δυσμενή, κατά τον ίδιο, μεταχείριση των αγγλόφωνων από την κυβέρνηση. Όταν του επισημάνθηκε ότι, παρά τον ισχυρισμό του ότι οι αγγλόφωνοι δυσκολεύονταν να εργαστούν, ο ίδιος εργαζόταν επί σειρά ετών τόσο στο φαρμακείο της θείας του όσο και στη δική του επιχείρηση, εξήγησε ότι η θεία του τον είχε στηρίξει οικονομικά μέχρι να δημιουργήσει το δικό του κατάστημα.

31.          Περαιτέρω διευκρινιστικά ερωτήματα υποβλήθηκαν ως προς τον τόπο διαμονής και τη χρονική διάρκεια της επαγγελματικής του δραστηριότητας, ενόψει διαφοροποιήσεων στις δηλώσεις του. Ο Αιτητής διευκρίνισε ότι διέμενε αρχικά με τη θεία του και ότι περί το 2017 ανεξαρτητοποιήθηκε, ενώ ως προς την εργασία του στο φαρμακείο ανέφερε ότι αυτή συνεχίστηκε μέχρι την αναχώρησή του από το Καμερούν.

32.          Ως προς τον φόβο του από τους Ambazonians και τις κρατικές δυνάμεις, ο Αιτητής ανέφερε ότι οι πρώτοι σκότωναν ανθρώπους και δεν σέβονταν την ανθρώπινη ζωή. Αντίστοιχα, απέδωσε τον φόβο του έναντι του στρατού σε δολοφονίες αθώων πολιτών. Ερωτηθείς ειδικότερα εάν είχε υποστεί προσωπικά οποιαδήποτε βλάβη από τις κρατικές αρχές, ανέφερε ως μοναδικό άμεσα προσωπικό περιστατικό ότι είχε ξυλοκοπηθεί σε αστυνομικό σταθμό επειδή δεν είχε ανοίξει το κατάστημά του ημέρα Δευτέρα.

33.          Ερωτηθείς περαιτέρω για τις επιπτώσεις της σύγκρουσης στην οικογένειά του, ο Αιτητής ανέφερε ότι η οικογενειακή κατοικία στο χωριό Teke, στην περιοχή Kumba, καταστράφηκε από πυρκαγιά. Εξήγησε ότι, μετά την έναρξη της κρίσης, μέλη των Ambazonians εγκαταστάθηκαν στην περιοχή και ότι μεταξύ αυτών βρισκόταν πρόσωπο το οποίο ο ίδιος προσδιόρισε ως τοπικό ηγετικό στέλεχος. Κατά τους ισχυρισμούς του, όταν οι στρατιωτικές δυνάμεις επιχείρησαν να εντοπίσουν τους Ambazonians, πυρπόλησαν το χωριό, περιλαμβανομένης της οικογενειακής τους κατοικίας, με αποτέλεσμα η μητέρα του να καταφύγει σε θαμνώδη περιοχή πλησίον του Teke.

34.          Ακολούθησαν διευκρινιστικές ερωτήσεις ως προς τον σημερινό τόπο και τις συνθήκες διαμονής της μητέρας και των αδελφών του, λόγω διαφοροποιήσεων στις σχετικές δηλώσεις του. Ο Αιτητής ανέφερε ότι η μητέρα του διαμένει τα τελευταία περίπου πέντε έτη στους θάμνους της περιοχής Teke και διευκρίνισε ότι μαζί της βρίσκεται η αδελφή του, ενώ άλλα μέλη της οικογένειας εξαρτώνται από τη φροντίδα της. Εξήγησε επίσης ότι η μητέρα του χρειάζεται να μετακινείται προς το χωριό προκειμένου να εξασφαλίσει τηλεφωνικό σήμα και ότι, σύμφωνα με όσα του έχει αναφέρει, η σχετική διαδρομή απαιτεί περί τις τέσσερις έως πέντε ώρες πεζοπορίας. Ερωτηθείς ειδικότερα για τις συνθήκες διαβίωσής της, περιορίστηκε να αναφέρει ότι στην περιοχή διαμένουν και άλλα πρόσωπα.

35.          Τέλος, του υποβλήθηκαν ερωτήσεις ως προς τον κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής και τη δυνατότητα εγκατάστασής του σε άλλη περιοχή του Καμερούν. Ο Αιτητής δήλωσε ότι, σε περίπτωση επιστροφής, θεωρεί ότι θα σκοτωθεί, καθώς η σύγκρουση και οι δολοφονίες εξακολουθούν, κατά τον ίδιο, να υφίστανται. Παρότι αναγνώρισε, όταν του επισημάνθηκε, ότι είχε αναχωρήσει νομίμως από τη χώρα μέσω αεροδρομίου, επέμεινε ότι φοβάται να επιστρέψει λόγω της κατάστασης ασφαλείας. Απέκλεισε επίσης τη δυνατότητα μετεγκατάστασής του σε άλλη περιοχή, επικαλούμενος τη σύγκρουση μεταξύ αγγλόφωνων και γαλλόφωνων, ενώ δήλωσε ότι δεν διαθέτει συγγενικά πρόσωπα με τα οποία θα μπορούσε να διαμείνει.

36.          Αξιολογώντας τις δηλώσεις του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση διέκριναν τους ακόλουθους επτά ουσιώδεις ισχυρισμούς: Πρώτον, την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή. Δεύτερο, τον φόβο του λόγω της γενικής κατάστασης ασφαλείας που επικρατεί στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν. Τρίτο, τον φόβο του από τον στρατό του Καμερούν σε συνάρτηση με την πυρπόληση της πατρικής του οικίας. Τέταρτο, τον φόβο του από τους Ambazonians και τον στρατό του Καμερούν σε συνάρτηση με την πυρπόληση της επιχείρησής του. Πέμπτο, τον φόβο του από τον στρατό του Καμερούν λόγω του ισχυριζόμενου ξυλοδαρμού του. Έκτο, τον φόβο του από τους Ambazonians λόγω περιστατικών που, κατά τους ισχυρισμούς του, έλαβαν χώρα στο πλαίσιο επιβαλλόμενων απαγορεύσεων κυκλοφορίας (lockdowns) και έβδομο τον φόβο του από τους Ambazonians σε συνάρτηση με τις συνθήκες διαβίωσης και τα προβλήματα που αντιμετώπισαν τα μέλη της οικογένειάς του.

37.          Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθώς κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή ως προς την ταυτότητα, την καταγωγή και το προσωπικό του προφίλ ήταν επαρκώς λεπτομερείς και συνεκτικές και βρίσκονταν σε συμφωνία με τις διαθέσιμες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

38.          Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, οι Καθ’ ων η αίτηση εντόπισαν αδυναμίες στην εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή, κρίνοντας ότι οι αναφορές του στη μεταχείριση των αγγλόφωνων από την κυβέρνηση και στους λόγους για τους οποίους φοβόταν τον στρατό δεν ήταν πάντοτε συνεκτικές. Ειδικότερα, ενώ αναφέρθηκε σε δολοφονίες αθώων πολιτών από τον στρατό, συνέδεσε παράλληλα την αναχώρησή του με την καταστροφή της επιχείρησής του και την απώλεια του εισοδήματός του. Παρά τις εν λόγω αδυναμίες, οι διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής επιβεβαίωναν τη γενικότερη έκρυθμη κατάσταση στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν και, ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός έγινε αποδεκτός.

39.          Ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός, αναφορικά με την πυρπόληση της πατρικής οικίας του Αιτητή, έγινε επίσης αποδεκτός. Οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι οι σχετικές δηλώσεις του παρουσιάστηκαν με επαρκή λεπτομέρεια και συνοχή και ότι το περιγραφόμενο περιστατικό ήταν συμβατό με τις διαθέσιμες εξωτερικές πληροφορίες για τη δράση των εμπλεκόμενων μερών στην περιοχή.

40.          Αντιθέτως, ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός, ο οποίος αφορούσε στο φόβο του Αιτητή από τους Ambazonians και τον στρατό σε συνάρτηση με την πυρπόληση της επιχείρησής του, απορρίφθηκε. Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν παρέθεσε επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες για το ίδιο το περιστατικό, ενώ οι απαντήσεις του παρουσίαζαν ασάφειες και διαφοροποιήσεις, μεταξύ άλλων ως προς τον χρόνο και τις περιστάσεις της πυρκαγιάς και τους λόγους της αναχώρησής του. Περαιτέρω, επισημάνθηκαν διαφοροποιήσεις μεταξύ των αναφορών του περί κινδύνου για τη ζωή του και απώλειας του εισοδήματός του και άλλων δηλώσεών του περί αναχώρησης για σπουδές και αυτοτελούς διευθέτησης του ταξιδιού του. Οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν περαιτέρω ότι ο συγκεκριμένος προσωπικός ισχυρισμός δεν επιβεβαιωνόταν από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

41.           Ο πέμπτος ουσιώδης ισχυρισμός, περί ξυλοδαρμού του Αιτητή από τον στρατό του Καμερούν, απορρίφθηκε λόγω ανεπαρκούς θεμελίωσης της εσωτερικής του αξιοπιστίας. Κρίθηκε ότι, παρά τις σχετικές διευκρινιστικές ερωτήσεις, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παραθέσει συγκεκριμένες και επαρκείς πληροφορίες για το περιστατικό, αλλά περιορίστηκε κυρίως σε γενικές αναφορές στη δράση των Ambazonians, στις οικονομικές απαιτήσεις που αυτοί προέβαλλαν και στις δυσχέρειες που αντιμετώπιζε η οικογένειά του. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του δεν παρουσίαζαν το αναμενόμενο επίπεδο εξειδίκευσης για ένα περιστατικό που φέρεται να βίωσε προσωπικά.

42.          Ως προς τον έκτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος αφορούσε τον φόβο του από τους Ambazonians λόγω περιστατικών κατά τη διάρκεια των επιβαλλόμενων lockdowns, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι οι δηλώσεις του δεν ήταν επαρκώς συνεκτικές και συγκεκριμένες, ενώ εντοπίστηκαν διαφοροποιήσεις ως προς τις πρακτικές που απέδιδε στους Ambazonians. Περαιτέρω, κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, κρίθηκε ότι οι συγκεκριμένες πρακτικές που περιέγραψε ο Αιτητής δεν επιβεβαιώνονταν ως πρακτικές των Ambazonians από τις πηγές που εξετάστηκαν, με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός να απορριφθεί.

43.          Τέλος, ο έβδομος ουσιώδης ισχυρισμός, αναφορικά με τον φόβο του από τους Ambazonians σε συνάρτηση με τις συνθήκες διαβίωσης της οικογένειάς του, απορρίφθηκε λόγω ουσιωδών ασαφειών και διαφοροποιήσεων στις δηλώσεις του. Ειδικότερα, οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν διαφοροποιήσεις ως προς τους λόγους για τους οποίους η μητέρα του φέρεται να εγκατέλειψε την οικία της και να διαμένει στους θάμνους, ως προς την ακριβή τοποθεσία και τις συνθήκες διαβίωσής της, καθώς και ως προς τα μέλη της οικογένειας που διαμένουν μαζί της. Κατά την εξωτερική αξιολόγηση κρίθηκε ότι, λόγω της αμιγώς προσωπικής φύσης των περιστατικών, οι δηλώσεις του Αιτητή αποτελούσαν το μοναδικό διαθέσιμο στοιχείο προς υποστήριξή τους και δεν συνέτρεχε δυνατότητα περαιτέρω επιβεβαίωσής τους μέσω εξωτερικών πηγών.

44.           Συνεπώς, από τους επτά ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι Καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο, ήτοι τα προσωπικά στοιχεία και το προφίλ του Αιτητή, τη γενική κατάσταση ασφαλείας στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν και το περιστατικό πυρπόλησης της πατρικής του οικίας, ενώ απέρριψαν τους τέταρτο έως έβδομο, οι οποίοι αφορούσαν τα επιμέρους περιστατικά προσωπικής στοχοποίησής του από τον στρατό και τους Ambazonians.

45.          Προχωρώντας στην αξιολόγηση κινδύνου επί τη βάσει των αποδεκτών ουσιωδών ισχυρισμών και των διαθέσιμων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, οι Καθ’ ων η αίτηση εξέτασαν την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή Mamfe, της Manyu Division στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια του Καμερούν (εκ παραδρομής φαίνεται οι Καθ’ ων η αίτηση να αναφέρονται στη Βορειοδυτική περιφέρεια αντί της Νοτιοδυτικής στην οποία όντως ανήκει η περιοχή Mamfe], την οποία ο Αιτητής προσδιόρισε ως περιοχή τελευταίας συνήθους διαμονής του. Στο πλαίσιο αυτό, έκριναν ότι η κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή είναι έκρυθμη και ότι υφίστανται περιστατικά βίας συνδεόμενα με την ένοπλη σύγκρουση.

46.          Κατά τη νομική υπαγωγή, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης για κάποιον από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Περαιτέρω, έκριναν ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Ειδικότερα ως προς το άρθρο 19(2)(γ) των ιδίων νόμων, παρά την έκρυθμη κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή καταγωγής και τελευταίας διαμονής του, έκριναν ότι η ένταση της αδιάκριτης βίας, αξιολογούμενη σε συνάρτηση με τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, δεν ανέρχεται σε τέτοιο επίπεδο ώστε να υφίστανται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός, εκ μόνης της παρουσίας του στην περιοχή, θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας. Συναφώς, οι Καθ’ ων η αίτηση έλαβαν υπόψη ότι ο Αιτητής είναι νεαρός, άμαχος άνδρας, πανεπιστημιακής μόρφωσης, με προηγούμενη επαγγελματική και επιχειρηματική δραστηριότητα και οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής. Ως προς τη διάγνωσή του με σύφιλη, έκριναν, στη βάση των δηλώσεών του, ότι αυτή δεν επηρεάζει την καθημερινότητά του. Υπό τα δεδομένα αυτά, κατέληξαν ότι οι προσωπικές του περιστάσεις δεν αποτελούν παράγοντες ικανούς να αυξήσουν τον εξατομικευμένο κίνδυνο σε βαθμό που να δικαιολογείται η υπαγωγή του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

47.          Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να υποβάλει στον Αιτητή διευκρινιστικής φύσεως ερωτήματα. Στο πλαίσιο των αποκρίσεών του, ο Αιτητής επανέλαβε τον φόβο του λόγω της έκρυθμης κατάστασης που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του. Παράλληλα, ανέφερε ότι, ενόσω βρισκόταν στο Καμερούν, μετέβαινε στην Douala, συνοδεία στρατιωτικών ή αστυνομικών δυνάμεων για σκοπούς προστασίας του, προκειμένου να προμηθευτεί εμπορεύματα για την επιχείρησή του. Ερωτηθείς ειδικότερα ως προς το ενδεχόμενο μετεγκατάστασής του στην Douala, απέκλεισε τη δυνατότητα αυτή, υποστηρίζοντας ότι, ως αγγλόφωνος, δεν θα μπορούσε να εγκατασταθεί στην εν λόγω περιοχή ένεκα της διακριτικής μεταχείρισης και κατ’ επέκταση των πιο περιορισμένων ευκαιριών απασχόλησης.

48.          Προχωρώντας το Δικαστήριο σε de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν του δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]

49.          Ως προς τη διάκριση και τον περιγραφικό τίτλο των ουσιωδών ισχυρισμών, επισημαίνεται καταρχάς ότι οι Καθ’ ων η αίτηση εσφαλμένως συμπλέκουν τον φόβο δίωξης ή σοβαρής βλάβης με τα πραγματικά περιστατικά και τις συνθήκες που φέρονται να τον θεμελιώνουν. Οι ουσιώδεις ισχυρισμοί, των οποίων εξετάζεται η αξιοπιστία, αφορούν συγκεκριμένα παρελθοντικά περιστατικά ή υφιστάμενες προσωπικές καταστάσεις και συνθήκες, ενώ ο επικαλούμενος φόβος αποτελεί αντικείμενο της μεταγενέστερης αξιολόγησης κινδύνου και, ακολούθως, της νομικής υπαγωγής. Ομοίως, η γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, την οποία οι Καθ’ ων η αίτηση απομόνωσαν ως δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, δεν συνιστά αυτοτελή προσωπικό ισχυρισμό του Αιτητή, η αξιοπιστία του οποίου χρήζει αυτοτελούς αξιολόγησης. Αποτελεί, αντιθέτως, αντικειμενικό δεδομένο της χώρας καταγωγής, το οποίο εξετάζεται, αφενός, στο πλαίσιο της εξωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή που συνδέονται με την αγγλόφωνη κρίση και τον τρόπο με τον οποίο αυτή φέρεται να τον επηρέασε προσωπικά και, αφετέρου, κατά την αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου, ιδίως ως προς την ενδεχόμενη υπαγωγή του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

50.          Υπό το πρίσμα των ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο των δηλώσεων του Αιτητή, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ουσιώδεις ισχυρισμοί του δέον να διακριθούν και να περιγραφούν ως ακολούθως: Πρώτον, η ταυτότητα, η χώρα καταγωγής και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή. Δεύτερον, η πυρπόληση της πατρικής οικίας του στο χωριό Teke στο πλαίσιο της αγγλόφωνης κρίσης. Τρίτον, η πυρπόληση της επιχείρησής του στην Mamfe και οι περιστάσεις υπό τις οποίες αυτή έλαβε χώρα. Τέταρτον ο ισχυριζόμενος ξυλοδαρμός του από τις κρατικές αρχές λόγω μη συμμόρφωσής του με την απαίτηση ανοίγματος της επιχείρησής του. Πέμπτο, τα ισχυριζόμενα περιστατικά απαγωγής και κακομεταχείρισής του από μέλη των Ambazonians και η καταβολή χρηματικών ποσών για την απελευθέρωσή του και τέλος, ως έκτος ισχυρισμός, οι συνθήκες διαβίωσης και τα περιστατικά που, κατά τον Αιτητή, αντιμετώπισαν τα μέλη της οικογένειάς του συνεπεία της αγγλόφωνης κρίσης.

51.          Αρχικά το Δικαστήριο συντάσσεται με το εύρημα των Καθ' ων η αίτηση περί αξιοπιστίας του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού. Ειδικότερα, διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής υπήρξε σαφής ως προς τα προσωπικά του στοιχεία. Η αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού εδραιώνεται περαιτέρω και από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες συγκεντρώνονται στο διοικητικό φάκελο και από το διαβατήριό του, το οποίο προσκόμισε ήδη κατά τη διοικητική διαδικασία (ερ. 5).

52.          Ως προς το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό περί της πυρπόλησης της πατρικής οικίας στο χωριό Teke στο πλαίσιο της αγγλόφωνης κρίσης και ειδικότερα ως προς την εσωτερική του πτυχή, παρατηρείται καταρχάς ότι ο Αιτητής δεν ισχυρίστηκε ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας της πυρπόλησης της πατρικής του οικίας. Κατά τη συνέντευξή του ανέφερε ότι είχε εγκαταλείψει το Teke ήδη από νεαρή ηλικία και ότι έκτοτε διέμενε κυρίως στη Mamfe (βλ. ερ. 57). Όταν ερωτήθηκε για τις συνθήκες διαβίωσης της μητέρας του, εξήγησε ότι η τελευταία κατέφυγε στους θάμνους μετά την πυρπόληση του χωριού και της οικογενειακής οικίας. Προσέθεσε δε ότι στην περιοχή διέμενε πρόσωπο το οποίο χαρακτήρισε ως ηγετικό στέλεχος των Ambazonians και ότι, όταν οι στρατιωτικές δυνάμεις μετέβησαν προς αναζήτησή του, πυρπόλησαν οικίες του χωριού, μεταξύ των οποίων και την πατρική του οικία.

53.           Η αναφορά αυτή παρουσιάζει ορισμένα στοιχεία συγκεκριμενοποίησης ως προς τον τόπο, το γενικό πλαίσιο και την ακολουθία των γεγονότων. Παρά ταύτα, ο Αιτητής δεν προσδιόρισε με ακρίβεια τον χρόνο κατά τον οποίο φέρεται να καταστράφηκε η οικία, ούτε διευκρίνισε επαρκώς από ποιο πρόσωπο πληροφορήθηκε τις συγκεκριμένες περιστάσεις της καταστροφής και, ειδικότερα, την ταυτότητα των δραστών και τον λόγο για τον οποίο φέρονται να πυρπόλησαν την οικία. Ενόψει του ότι δεν ήταν παρών, η απόδοση της πράξης στον καμερουνέζικο στρατό και η σύνδεσή της με την αναζήτηση συγκεκριμένου φερόμενου μέλους των Ambazonians δεν αποτελούν γεγονότα προσωπικής του αντίληψης.

54.          Συναφώς, στην αρχική γραπτή δήλωσή του ο Αιτητής είχε ήδη αναφερθεί σε καταστροφές οικιών, στη φυγή κατοίκων από τις αγγλόφωνες περιοχές και στο γεγονός ότι η μητέρα του ζούσε «in the bush- στους θάμνους». Δεν είχε όμως τότε αναφέρει σαφώς ότι η δική του οικογενειακή οικία είχε πυρποληθεί ούτε είχε εκθέσει τις μεταγενέστερα αναφερθείσες περιστάσεις. Η παράλειψη αυτή δεν αρκεί αφ’ εαυτής για την απόρριψη του ισχυρισμού, δεδομένου του συνοπτικού χαρακτήρα της αρχικής καταγραφής, αποτελεί όμως παράγοντα που περιορίζει το αποδεικτικό βάρος των μεταγενέστερων λεπτομερειών ως προς τον δράστη και το κίνητρο.

55.          Το γενικό πραγματικό υπόβαθρο του ισχυρισμού επιβεβαιώνεται από αξιόπιστες πηγές. Η Human Rights Watch έχει καταγράψει εκτεταμένες επιχειρήσεις των δυνάμεων ασφαλείας στις αγγλόφωνες περιοχές, οι οποίες περιλάμβαναν πυρπολήσεις και καταστροφές οικιών και ολόκληρων χωριών, ενώ μόνο στη South-West Region δορυφορικές εικόνες κατέδειξαν εκατοντάδες οικίες με ενδείξεις εμπρησμού.  Κατά τα έτη 2018-2020 καταγράφονταν επίσης συγκεκριμένα περιστατικά πυρπόλησης κατοικιών από κυβερνητικές δυνάμεις στο πλαίσιο επιχειρήσεων κατά αποσχιστών.[2]  Υπό τα δεδομένα αυτά μπορεί να γίνει αποδεκτός ο βασικός πυρήνας του ισχυρισμού, ήτοι ότι η οικογενειακή οικία του Αιτητή στο Teke καταστράφηκε στο πλαίσιο των βιαιοπραγιών που συνδέονταν με την αγγλόφωνη κρίση. Αντιθέτως, κρίνεται  ότι υπάρχουν επαρκή στοιχεία ώστε να γίνει αυτοτελώς αποδεκτή με την ίδια βεβαιότητα η ειδικότερη εκδοχή ότι η οικία πυρπολήθηκε από τον στρατό ακριβώς λόγω της γειτνίασης ή της σχέσης με συγκεκριμένο ηγετικό στέλεχος των Ambazonians πολύ περισσότερο δεν προκύπτει προσωπική στοχοποίηση της οικογένειας του Αιτητή αλλά ότι αφορούσε σε αδιάκριτη επίθεση ένεκα των εχθροπραξιών των αντίπαλων δυνάμεων στην περιοχή.

56.          Ως προς τον τρίτο νεοσχηματισθέντα ισχυρισμό περί της πυρπόλησης της επιχείρησής του Αιτητή στη Mamfe στο πλαίσιο της αγγλόφωνης κρίσης, επισημαίνεται ότι Αιτητής αναφέρθηκε επανειλημμένα κατά τη συνέντευξή του στο γεγονός ότι η επιχείρησή του είχε καταστραφεί από πυρκαγιά. Ειδικότερα, όταν ερωτήθηκε για τον λόγο έκδοσης του διαβατηρίου και για τους λόγους που επιθυμούσε να εγκαταλείψει το Καμερούν, επικαλέστηκε μεταξύ άλλων την καταστροφή της επιχείρησής του. Αργότερα, όταν κλήθηκε να περιγράψει ειδικότερα το περιστατικό, ανέφερε ότι είχε μεταβεί στη Douala για αγορά εμπορευμάτων και ότι, ενώ απουσίαζε, το κατάστημα άνοιξε κατόπιν απαίτησης των αρχών παρά το lockdown που είχαν επιβάλει οι Ambazonians, και στη συνέχεια κάηκε κατά τη διάρκεια της νύχτας.

57.          Ωστόσο, ως προς τις ουσιώδεις περιστάσεις του γεγονότος, η περιγραφή του παρέμεινε περιορισμένη. Δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει ούτε καν το έτος του περιστατικού με βεβαιότητα, αναφέροντας ότι συνέβη «το 2019 ή το 2020». Κυρίως δε, όταν ρωτήθηκε ευθέως ποιος έθεσε τη φωτιά, απάντησε: «I don’t know who put the fire- σε ελεύθερη μετάφραση: δεν έθεσε την πυρκαγιά». Συνεπώς, οποιαδήποτε απόδοση της πυρπόλησης είτε στους Ambazonians είτε στις κρατικές δυνάμεις αποτελεί συμπέρασμα και όχι γεγονός το οποίο ο ίδιος γνώριζε από προσωπική αντίληψη.

58.          Περαιτέρω, οι απαντήσεις του ως προς τον τρόπο με τον οποίο πληροφορήθηκε ότι το κατάστημα έπρεπε να ανοίξει κατά την απουσία του στη Douala ευλόγως χαρακτηρίζονται ως υπεκφυγικές. Παρά τις επανειλημμένες σχετικές ερωτήσεις, δεν προσδιόρισε σαφώς ποιος τον ενημέρωσε ότι οι κυβερνητικές αρχές είχαν απαιτήσει το άνοιγμα του καταστήματος. Το στοιχείο αυτό έχει σημασία, διότι η εκδοχή περί σύγκρουσης μεταξύ κρατικής απαίτησης ανοίγματος και separatist lockdown αποτελεί ουσιώδες μέρος της εξήγησης που ο ίδιος έδωσε για την πυρπόληση. Σε κάθε περίπτωση δεν κρίνεται κρίσιμη ούτε μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της διοίκησης ότι η μεταγενέστερη δυνατότητα του Αιτητή να χρηματοδοτήσει το ταξίδι του αντιφάσκει κατ’ ανάγκη με την καταστροφή της επιχείρησής του. Η ύπαρξη αποταμιεύσεων ή άλλων οικονομικών πόρων δεν αποκλείει την προηγούμενη απώλεια μιας επιχείρησης. Υπό το φως της γενικότητας και αοριστίας των δηλώσεων του Αιτητή, καθώς και της αδυναμίας του, παρά τις σχετικές διευκρινιστικές ερωτήσεις, να προσδιορίσει ουσιώδεις περιστάσεις που άπτονται της πυρπόλησης της επιχείρησής του, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν θεμελιώνεται η εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ουσιώδους ισχυρισμού. Επικουρικώς, και καίτοι το ζήτημα ανάγεται πρωτίστως στο στάδιο της αξιολόγησης κινδύνου, επισημαίνεται ότι το συγκεκριμένο περιστατικό εμφανίζεται ως μεμονωμένο, έλαβε δε χώρα αρκετό χρόνο πριν από την αναχώρηση του Αιτητή από τη χώρα καταγωγής του το 2022. Περαιτέρω, από τις ίδιες τις δηλώσεις του δεν προκύπτουν επαρκή στοιχεία από τα οποία να μπορεί να συναχθεί ότι η πυρπόληση της επιχείρησης συνδεόταν με προσωπική στοχοποίησή του, ενώ ο Αιτητής παρέμεινε στη χώρα καταγωγής του για σημαντικό χρονικό διάστημα μετά το περιστατικό. Τα δεδομένα αυτά αποδυναμώνουν, σε κάθε περίπτωση, τη δυνατότητα συναγωγής εξατομικευμένου και εξακολουθούντος κινδύνου από το συγκεκριμένο συμβάν.

59.          Όπως προκύπτει και από εξωτερικές πηγές, στις οποίες παραπέμπουν οι Καθ’ ων η αίτηση (βλ. ερ. 194), η ύπαρξη των λεγόμενων «ghost towns» και η βίαιη επιβολή διακοπής οικονομικής δραστηριότητας στις αγγλόφωνες περιοχές είναι επαρκώς τεκμηριωμένη. Αποσχιστικές ομάδες έχουν προβεί σε απειλές, απαγωγές και επιθέσεις κατά προσώπων που δεν συμμορφώνονταν με τις εντολές τους, ενώ έχουν καταγραφεί καταστροφές περιουσιών και επιθέσεις κατά οικονομικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων.  Το εξωτερικό υλικό καθιστά επομένως το γενικό σενάριο αντικειμενικά πιθανό, χωρίς να επιβεβαιώνει ποιος έκαψε το συγκεκριμένο κατάστημα του Αιτητή. Συμπερασματικά ακόμα και εάν γινόταν δεκτό ότι η επιχείρηση του Αιτητή υπέστη καταστροφή από πυρκαγιά πριν από την αναχώρησή του, δεδομένης της επαναλαμβανόμενης αναφοράς του στο γεγονός, δεν μπορεί εντούτοις να γίνει  αποδεκτή η ειδικότερη απόδοση της πυρπόλησης στους Ambazonians ή σε κρατικό φορέα ούτε ότι η πυρπόληση είχε συγκεκριμένο στοχευμένο χαρακτήρα έναντι του Αιτητή.

60.          Ως προς τον τέταρτο νεοσχηματισθέντα ισχυρισμό του Αιτητή περί του ξυλοδαρμού του  από κρατικές αρχές λόγω μη ανοίγματος της επιχείρησης, εντοπίζεται σε αυτόν ιδιαίτερες αδυναμίες ως προς την εσωτερική του πτυχή. Ειδικότερα, όταν ο Αιτητής ρωτήθηκε εάν είχε υποστεί ο ίδιος προσωπικά κάποιο περιστατικό από τον καμερουνέζικο στρατό, απάντησε ότι «the only thing that happen to me is the beat me in the station for not opening my shop one Monday -σε ελεύθερη μετάφραση Το μόνο περιστατικό που μου συνέβη ήταν ότι με ξυλοκόπησαν στο αστυνομικό τμήμα επειδή δεν άνοιξα το κατάστημά μου μια Δευτέρα.». Παρά τη σημασία που αντικειμενικά θα είχε ένα τέτοιο περιστατικό, δεν έδωσε πληροφορίες για τον χρόνο, το συγκεκριμένο αστυνομικό ή στρατιωτικό σταθμό, τη διάρκεια της κράτησης, τον τρόπο με τον οποίο οδηγήθηκε εκεί, τα πρόσωπα που τον χτύπησαν, τη φύση και έκταση της κακομεταχείρισης, τυχόν τραυματισμό ή τον τρόπο με τον οποίο αφέθηκε ελεύθερος.

61.           Επιπλέον, σε άλλο σημείο της συνέντευξης, ερωτηθείς εάν είχε ποτέ συλληφθεί ή κρατηθεί, ανέφερε διαφορετικά ότι πριν από την αναχώρησή του είχε θεωρηθεί Ambazonian και ότι οι αρχές τον ερεύνησαν έως ότου διαπίστωσαν ότι δεν ήταν μέλος των Ambazonians. Ως προς το περιστατικό αυτό δεν έδωσε οποιαδήποτε συγκεκριμένη χρονική ή πραγματική πληροφορία ούτε διευκρίνισε εάν επρόκειτο για το ίδιο ή για διαφορετικό συμβάν. Η ασάφεια αυτή είναι ουσιώδης, καθώς αφορά περιστατικά τα οποία, εφόσον είχαν πράγματι συμβεί στον ίδιο, ευλόγως αναμενόταν να μπορεί να τα διακρίνει και να τα περιγράψει με στοιχειώδη σαφήνεια.

62.          Ιδιαίτερη σημασία έχει και η συνολική συμπεριφορά των κρατικών αρχών απέναντί του, όπως την περιγράφει ο ίδιος. Ο Αιτητής δήλωσε τόσο στη διοικητική συνέντευξη όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου ότι, όταν χρειαζόταν να μεταβεί από τη Mamfe προς τη Douala για να προμηθευτεί εμπορεύματα, χρησιμοποιούσε στρατιωτική συνοδεία για λόγους προστασίας από τους Ambazonians. Επομένως, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα κατά το οποίο υποστηρίζει ότι φοβόταν τον κρατικό στρατό, ήταν σε θέση να απευθύνεται στις κρατικές δυνάμεις και να χρησιμοποιεί την προστασία τους για τις επαγγελματικές του μετακινήσεις.

63.          Το δεδομένο αυτό δεν αποκλείει θεωρητικά ότι μπορεί σε μια συγκεκριμένη περίπτωση να υπέστη αυθαίρετη βία από μέλη των κρατικών δυνάμεων. Δεν είναι συνεπώς ορθό να θεωρηθεί ως απόλυτη λογική αντίφαση. Αποδυναμώνει όμως ουσιωδώς την εικόνα εξατομικευμένης και συνεχιζόμενης εχθρικής στάσης του κράτους έναντί του συγκεκριμένου Αιτητή.

64.          Προς την ίδια κατεύθυνση συνηγορεί και ο τρόπος αναχώρησής του. Ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι αναχώρησε νομίμως από το Καμερούν μέσω αεροδρομίου και, όταν ρωτήθηκε ευθέως εάν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την έξοδό του, απάντησε αρνητικά. Είχε επίσης στην κατοχή του κανονικό καμερουνέζικο διαβατήριο. Τα στοιχεία αυτά δεν αποκλείουν αφ’ εαυτών την ύπαρξη παλαιότερης κακομεταχείρισης, αλλά είναι δυσχερώς συμβατά με τον ισχυρισμό ότι κατά τον χρόνο της αναχώρησης υπήρχε ενεργό και εξατομικευμένο κρατικό ενδιαφέρον εις βάρος του.

65.          Οι εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν ότι οι καμερουνέζικες δυνάμεις ασφαλείας έχουν διαπράξει στις αγγλόφωνες περιοχές αυθαίρετες συλλήψεις, βασανιστήρια, κακομεταχείριση, παράνομες θανατώσεις και καταστροφές περιουσιών.[3] Συνεπώς, ο ισχυρισμός περί ξυλοδαρμού από κρατικές δυνάμεις δεν είναι αντικειμενικά απίθανος. Η γενική αυτή συμβατότητα όμως δεν θεραπεύει την έλλειψη προσωπικών, συγκεκριμένων και συνεκτικών πληροφοριών για το φερόμενο περιστατικό. Ως εκ τούτου, ο υπό εξέταση ισχυρισμός δεν γίνεται αποδεκτός. Το συμπέρασμα αυτό δεν στηρίζεται στο ότι οι καμερουνέζικες αρχές δεν διαπράττουν ανάλογες πράξεις, αλλά στην ανεπαρκή εξατομίκευση του συγκεκριμένου αφηγήματος, στην ασάφεια ως προς τη φερόμενη κράτηση/κακομεταχείριση και στη συνολική συμπεριφορά των κρατικών αρχών έναντι του Αιτητή, περιλαμβανομένης της παροχής στρατιωτικής συνοδείας και της ανεμπόδιστης νόμιμης αναχώρησής του.

66.          Ως προς τον πέμπτο ουσιώδη ισχυρισμό περί των ισχυριζόμενων περιστατικών απαγωγής και κακομεταχείρισής του από μέλη των Ambazonians και της καταβολής χρηματικών ποσών για την απελευθέρωσή του, διαπιστώνονται τα εξής ως προς τη εσωτερική αξιοπιστία του Αιτητή. Παρά τον εξαιρετικά σοβαρό χαρακτήρα των περιστατικών που επικαλείται, δεν περιέγραψε ουσιαστικά καμία από αυτές τις φερόμενες απαγωγές. Δεν προσδιόρισε πόσες φορές απήχθη, πότε συνέβη η πρώτη ή η τελευταία απαγωγή, σε ποιο σημείο συνελήφθη, πόσα άτομα συμμετείχαν, πόσο χρόνο κρατήθηκε, πού ακριβώς μεταφέρθηκε, τι του συνέβη κατά την κράτηση, ποιο ποσό ζητήθηκε ή καταβλήθηκε, από ποιον εξασφαλίστηκαν τα χρήματα ούτε τον τρόπο με τον οποίο αφέθηκε ελεύθερος. Αντιθέτως, μεγάλο μέρος της αφήγησής του είχε γενικευμένο χαρακτήρα. Αναφερόταν στο τι συμβαίνει «αν κάποιος» παραβεί το lockdown, ότι οι Ambazonians έρχονται στο σπίτι, καλύπτουν το κεφάλι του προσώπου, το μεταφέρουν στους θάμνους και το αφήνουν ελεύθερο μόνο εάν καταβληθεί μεγάλο ποσό χρημάτων. Η μετάβαση από μια γενική περιγραφή πρακτικών των Ambazonians στην απλή φράση ότι «με πήραν αρκετές φορές» δεν συνοδεύτηκε από τα προσωπικά βιωματικά στοιχεία που θα ήταν ευλόγως αναμενόμενα από κάποιον ο οποίος ισχυρίζεται επανειλημμένη απαγωγή και κακομεταχείριση. Αξιοσημείωτο είναι εξάλλου ότι στην αρχική αίτηση διεθνούς προστασίας, όπου ο Αιτητής περιέγραψε τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε το Καμερούν, δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά σε προσωπική απαγωγή, κράτηση στους θάμνους ή καταβολή λύτρων, παρά το γεγονός ότι, εάν είχαν συμβεί επανειλημμένα τέτοια περιστατικά, θα αποτελούσαν αναμφίβολα από τα σοβαρότερα γεγονότα του προσωπικού του ιστορικού. Η παράλειψη αυτή δεν αντιμετωπίζεται ως αυτοτελής «αντίφαση», αποκτά όμως αυξημένη σημασία σε συνδυασμό με την εξαιρετική αοριστία με την οποία τα περιστατικά εισάγονται αργότερα.

67.          Ως προς το γενικό πλαίσιο, οι ισχυρισμοί του είναι σαφώς συμβατοί με τις πληροφορίες της χώρας καταγωγής. Όπως αναφέρεται ανωτέρω, ήδη από το 2018 η Human Rights Watch κατέγραφε απαγωγές και εκβιασμούς αμάχων από ένοπλες αποσχιστικές ομάδες στις αγγλόφωνες περιοχές.  Το 2019 καταγράφονταν δεκάδες απαγωγές από αποσχιστικές ομάδες, ενώ μεταγενέστερες πηγές επιβεβαιώνουν τη συνέχιση της πρακτικής της απαγωγής και της απελευθέρωσης έναντι λύτρων.[4]

68.          Συνεπώς, και εδώ η εξωτερική αξιοπιστία επιβεβαιώνει ότι το είδος του περιστατικού είναι απολύτως δυνατό και εντασσόμενο στις πρακτικές των αποσχιστικών ομάδων. Δεν παρέχει όμως καμία εξατομικευμένη επιβεβαίωση ότι ο συγκεκριμένος Αιτητής απήχθη επανειλημμένα. Παρά την αντικειμενική πιθανοφάνεια του γενικού σεναρίου, κρίνεται ότι ο πέμπτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ως προσωπικό βιωμένο γεγονός, λόγω της ουσιώδους έλλειψης συγκεκριμένων πληροφοριών και της απουσίας των φερόμενων επανειλημμένων απαγωγών από την αρχική περιγραφή των λόγων φυγής.

69.          Τέλος ως προς τον τελευταίο και έκτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ο οποίος αφορά στις συνθήκες διαβίωσης και περιστατικά που αντιμετώπισαν μέλη της οικογένειάς του, επισημαίνεται ότι ο Αιτητής επανέλαβε σταθερά τον βασικό ισχυρισμό ότι η μητέρα του είχε εγκαταλείψει την οικία της και διέμενε σε περιοχή που περιέγραφε ως «the bush» κοντά στο Teke. Ο ισχυρισμός αυτός εμφανίζεται ήδη στην αρχική καταγραφή της αίτησής του, στην οποία ανέφερε ότι η μητέρα του βρισκόταν στους θάμνους για χρόνια και ότι η οικογένεια δεν είχε πού να καταφύγει.

70.          Εντούτοις, οι επιμέρους πληροφορίες του παρουσίασαν σημαντικές μεταβολές. Σε διαφορετικά σημεία ανέφερε ότι η μητέρα του βρισκόταν μόνη της, ότι μαζί της βρισκόταν ο αδελφός του, ότι μαζί της βρισκόταν η μικρότερη αδελφή του και, ακολούθως, ότι και τα δύο αδέλφια βρίσκονταν μαζί της. Οι εξηγήσεις που έδωσε όταν του επισημάνθηκαν οι διαφοροποιήσεις αυτές δεν αποκατέστησαν πλήρως τη συνοχή του αφηγήματος.

71.          Αντίστοιχα, ενώ αρχικώς ανέφερε ότι η μητέρα του περπατούσε επί τέσσερις έως έξι ώρες από το δάσος προς το Teke προκειμένου να βρει τηλεφωνικό δίκτυο και να επικοινωνήσει μαζί του, σε άλλα σημεία αναφερόταν στη μητέρα ως διαμένουσα στο ίδιο το χωριό. Όταν του ζητήθηκε δύο φορές να περιγράψει τον χώρο στον οποίο διέμενε, περιορίστηκε ουσιαστικά στην επανάληψη ότι «the bush is in Teke where our house is being burned- σε ελεύθερη μετάφραση - Η δασώδης περιοχή βρίσκεται στο Teke, εκεί όπου κάηκε το σπίτι μας.», χωρίς να παρέχει περαιτέρω συγκεκριμένη περιγραφή των συνθηκών διαβίωσης, παρά το γεγονός ότι υποστήριζε ότι είχε τακτική επικοινωνία μαζί της.

72.          Ως προς την εξωτερική αξιοπιστίας του Αιτητή, οι πληροφορίες χώρας καταγωγής επιβεβαιώνουν ότι μεγάλος αριθμός κατοίκων των Βορειοδυτικών και Νοτιοδυτικών περιοχών εκτοπίστηκε συνεπεία της σύγκρουσης και ότι σημαντικός αριθμός εκτοπισμένων προσώπων κατέφυγε σε απομακρυσμένες περιοχές και στους θάμνους, όπου η πρόσβαση της ανθρωπιστικής βοήθειας ήταν δυσχερής. Έκθεση του OCHA/UN του 2019 αναφερόταν ρητά σε εκτοπισμένα και πληγέντα πρόσωπα που «hiding in remote areas and in the bush».  Η Human Rights Watch επίσης κατέγραψε μαζικό εκτοπισμό χωρικών μετά από επιθέσεις και πυρπολήσεις οικιών.[5]

73.          Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι δύναται να γίνει αποδεκτός ο γενικός πυρήνας του εν λόγω ισχυρισμού, ήτοι ότι η μητέρα του Αιτητή, καθώς και μέλη της οικογένειάς του, επηρεάστηκαν από την αγγλόφωνη κρίση και ότι η μητέρα του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την οικογενειακή οικία και να εκτοπιστεί. Δεν δύνανται, ωστόσο, να γίνουν αποδεκτές ως αξιόπιστες οι επιμέρους εκφάνσεις του ισχυρισμού αναφορικά με τα πρόσωπα που διέμεναν μαζί της, την ακριβή διάρκεια και τις συνθήκες της διαμονής της σε δασώδη περιοχή («στους θάμνους»), καθώς και τις λοιπές ειδικότερες περιστάσεις της κατάστασής της. Ως προς τα ζητήματα αυτά, οι δηλώσεις του Αιτητή χαρακτηρίζονται από ουσιώδεις μεταβολές, ασάφειες και ανεπαρκή συγκεκριμενοποίηση, οι οποίες, παρά την υποβολή σχετικών διευκρινιστικών ερωτημάτων, δεν αποσαφηνίστηκαν επαρκώς. Ως εκ τούτου, η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού θεμελιώνεται μόνο ως προς τον ανωτέρω γενικό πυρήνα και όχι ως προς τις ειδικότερες περιστάσεις που τον πλαισιώνουν.

74.          Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να διατρέχει ο Αιτητής, πέραν των όσων ο ίδιος δήλωσε και τα οποία απορρίφθηκαν ανωτέρω, σημειώνεται ότι ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε οποιονδήποτε πρόσθετο ή ανεξάρτητο κίνδυνο απορρέοντα από το προσωπικό του προφίλ ή τις ιδιαίτερες περιστάσεις του. Στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού του, ήτοι η χώρα καταγωγής, το προφίλ του και ο τόπος συνήθους διαμονής του, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του Αιτητή.

75.          Ειδικώς ως προς το θρησκευτικό του προφίλ ως χριστιανού δεν προκύπτει κάποιος κίνδυνος. Πηγές αναφέρουν πως στο Καμερούν, οι Χριστιανοί αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού, με περίπου 70% να ανήκουν σε διάφορα χριστιανικά δόγματα. Ωστόσο, υπάρχουν περιοχές όπου οι Χριστιανοί αντιμετωπίζουν προκλήσεις. Στις βόρειες περιοχές, όπου κυριαρχεί το Ισλάμ, έχουν αναφερθεί περιστατικά  κοινωνικών εντάσεων μεταξύ χριστιανικών και μουσουλμανικών κοινοτήτων. Επιπλέον, η παρουσία εξτρεμιστικών ομάδων, όπως η Boko Haram, έχει οδηγήσει σε επιθέσεις κατά χριστιανικών κοινοτήτων στα βόρεια σύνορα με τη Νιγηρία και όχι στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή. Παρά τις προκλήσεις αυτές, οι Χριστιανοί στο Καμερούν γενικά ασκούν τη θρησκεία τους ελεύθερα.[6]

76.          Επιπροσθέτως επισημαίνεται ότι, προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου υπό το φως των λοιπών ουσιωδών ισχυρισμών που έγιναν αποδεκτοί, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι από την προηγηθείσα αξιολόγηση δεν προκύπτει ότι το σύνολο του αφηγήματος του Αιτητή είναι κατασκευασμένο. Αντιθέτως, έγιναν αποδεκτοί ορισμένοι βασικοί πυρήνες αυτού, και ειδικότερα η καταστροφή της οικογενειακής οικίας, η καταστροφή της επιχείρησής του και ο εκτοπισμός της μητέρας και μελών της οικογένειάς του, περιστατικά τα οποία εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο της αγγλόφωνης κρίσης και είναι συμβατά με τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής. Εκείνο, ωστόσο, που δεν τεκμηριώθηκε είναι ότι τα περιστατικά αυτά συνδέονταν με προσωπική στοχοποίηση του Αιτητή. Ειδικότερα, δεν έγιναν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί του περί προσωπικής κακομεταχείρισής του από τις κρατικές αρχές και επανειλημμένης απαγωγής του από τους Ambazonians, ενώ ούτε από τα λοιπά αποδεκτά περιστατικά προκύπτει ότι ο ίδιος είχε καταστεί αντικείμενο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος οποιουδήποτε εκ των αντιμαχόμενων μερών. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο αποδεκτός επηρεασμός του Αιτητή από την αγγλόφωνη κρίση δεν υπερβαίνει εκείνον στον οποίο εκτίθεται, καταρχήν, ο άμαχος πληθυσμός που διαβιεί στην πληγείσα περιοχή, χωρίς να έχει τεκμηριωθεί οποιοδήποτε σοβαρό περιστατικό προσωπικής στοχοποίησής του είτε από τις κρατικές αρχές είτε από τις αποσχιστικές ομάδες πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής.

77.          Η διαπίστωση αυτή δεν εξαντλεί, ωστόσο, την εξέταση του μελλοντικού κινδύνου, ο οποίος πρέπει περαιτέρω να αξιολογηθεί υπό το πρίσμα της έντασης της αδιάκριτης βίας στον τόπο επιστροφής του Αιτητή και των προσωπικών του περιστάσεων.

78.          Συναφώς, ως προς τη γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, ως προκύπτουν από έγκυρες πηγές πληροφόρησης και ιδίως στις αγγλόφωνες Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές, καθώς και στην Περιφέρεια Κέντρου πηγές αναφέρουν ότι το Καμερούν συνεχίζει να επηρεάζεται από δύο μεγάλες συγκρούσεις: τη σύγκρουση του λεκανοπεδίου της Λίμνης Τσαντ στην περιοχή του Άπω Βορά και την εσωτερική κρίση στις περιοχές Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν (NWSW)[7] Στις περιοχές Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν, γνωστές και ως Αγγλόφωνες περιοχές[8], οι συγκρούσεις μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των αποσχιστών συνεχίζονται από το 2017, όταν οι αποσχιστές επιχείρησαν να ιδρύσουν ένα ανεξάρτητο κράτος.[9]

79.          Περαιτέρω, το Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED) ανέφερε ότι το 2023, οι εσωτερικές διαφωνίες μεταξύ των ηγετών των αποσχιστών χώρισαν τις αυτοανακηρυχθείσες αγγλόφωνες κυβερνήσεις σε περισσότερες από 50 αποσχιστικές ομάδες, αποδυναμώνοντας τις πολιτικές τους απαιτήσεις και την ικανότητά τους να αντισταθούν στις κυβερνητικές επιθέσεις.[10] Το ACLED περαιτέρω έδειξε ότι η συνεχιζόμενη σύγκρουση και οι ανταγωνιστικές εδαφικές διεκδικήσεις μεταξύ αυτονομιστικών ομάδων και της κεντρικής κυβέρνησης έχουν μετατρέψει τις αγγλόφωνες περιοχές σε ένα κατακερματισμένο σύστημα φορολογίας, ασφάλειας και δημόσιων υπηρεσιών, τις οποίες διαχειρίζονται διάφοροι ασυντόνιστοι παράγοντες, μεταξύ των οποίων αυτονομιστές, η κυβέρνηση, ιδιωτικές εταιρείες και ανθρωπιστικές οργανώσεις.[11]

80.          Τον Ιούνιο του 2025, το Agence France Presse αναφέρει ότι: «Από το 2016, οι Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν έχουν σπαραχθεί από σύγκρουση μεταξύ αγγλόφωνων αυτονομιστών και της κυβέρνησης. Πολλοί αγγλόφωνοι Καμερουνέζοι δηλώνουν ότι αντιμετωπίζουν συστημικές διακρίσεις στη χώρα όπου κυριαρχεί η γαλλόφωνη πλειοψηφία. Ωστόσο, αυτό που ξεκίνησε ως διαμαρτυρία για τα πολιτικά δικαιώματα εξελίχθηκε γρήγορα σε ένοπλη εξέγερση. Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις της Human Rights Watch, οι συγκρούσεις έχουν προκαλέσει μέχρι σήμερα τον θάνατο τουλάχιστον 6.000 αμάχων. Αυτονομιστικές ομάδες έχουν προχωρήσει σε απαγωγές και επιθέσεις κατά αμάχων και κρατικών αξιωματούχων, ενώ ο στρατός και η αστυνομία κατηγορούνται ότι εξαπολύουν επιχειρήσεις με στόχο την τιμωρία φερόμενων υποστηρικτών των αυτονομιστών. Παράλληλα, τζιχαντιστές της Boko Haram σπέρνουν τον τρόμο στο άλλο άκρο της χώρας, στην Περιφέρεια του Άπω Βορρά, όπου η οργάνωση δρα από το 2009. Οι πολλαπλές κρίσεις ασφάλειας έχουν εκτοπίσει μεγάλο αριθμό Καμερουνέζων από τις εστίες τους και συνιστούν πρόκληση για την ειρηνική διεξαγωγή των εκλογών».[12]

81.             Τον Ιούνιο του 2025, το Γραφείο του Γενικού Επιτρόπου για τους Πρόσφυγες και τους Ανιθαγενείς σημειώνει ότι: «Η βία περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό στις αγγλόφωνες περιοχές της χώρας και είναι εντονότερη στη Βορειοδυτική σε σύγκριση με τη Νοτιοδυτική. Οι αυτονομιστές είναι πιο δραστήριοι σε αγροτικές, απομακρυσμένες και υποανάπτυκτες περιοχές. Παρότι η στρατιωτική παρουσία έχει ενισχυθεί στις πόλεις, δεν είναι επαρκής για την αποτροπή περιστατικών ανασφάλειας».[13]

82.           Τον Ιούνιο του 2025, το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τον Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (UNOCHA) επισημαίνει ότι: «Η κατάσταση στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές (NWSW) παρέμεινε εύθραυστη και ασταθής, με συνεχιζόμενες επιθέσεις και συγκρούσεις μεταξύ των κρατικών δυνάμεων ασφαλείας (SSFs) και μη κρατικών ένοπλων ομάδων (NSAGs). Εξακολούθησαν να αναφέρονται απαγωγές με σκοπό την καταβολή λύτρων, στοχευμένες δολοφονίες, αυθαίρετες συλλήψεις και απώλειες αμάχων».[14] 

83.          Τον Μάρτιο του 2025, το Global Centre for the Responsibility to Protect αναφέρει ότι: «Οι ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων και αυτονομιστικών ομάδων, καθώς και οι εσωτερικές συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών αυτονομιστικών ομάδων, συνεχίζονται αμείωτα στις αγγλόφωνες Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές».[15]

84.          Με βάση τις ανωτέρω πηγές, προκύπτει ότι η ένοπλη κρίση στο Καμερούν εκδηλώνεται κατά κύριο λόγο και σχεδόν αποκλειστικά στις αγγλόφωνες Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές, όπου καταγράφονται συγκρούσεις μεταξύ κρατικών δυνάμεων και αυτονομιστικών ομάδων, απαγωγές, στοχευμένες επιθέσεις και απώλειες αμάχων. Το Mamfe τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή υπάγεται στη Νοτιοδυτική περιφέρεια της χώρας και υπάγεται στις αγγλόφωνες περιοχές όπου λαμβάνει χώρα η αγγλόφωνη κρίση.

85.          Ως προς τον αριθμό των περιστατικών ασφαλείας στην Mamfe, περιοχή τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, βάσει στοιχείων από το ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 6.8.2026), καταγράφηκαν 3 περιστατικά πολιτικής βίας, χωρίς τη καταγραφή οποιουδήποτε θανάτου.  Επιπλέον, αναφορικά με την ευρύτερη νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν έχουν καταγραφεί 1,336 περιστατικά πολιτικής βίας που είχαν ως αποτέλεσμα 862 θανάτους.[16] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της ευρύτερης νοτιοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν, ο πληθυσμός (καταγραφή του 2025) ανέρχεται στα 2,098,500 κατοίκους.[17]

86.          Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, ως αυτό έγινε αποδεκτό, και ειδικότερα το γεγονός ότι πρόκειται για άνδρα νεαρής ηλικίας, υγιή, με εργασιακή πείρα στη χώρα του, ικανοποιητικού μορφωτικού επιπέδου, αγγλόφωνο, χωρίς οποιοδήποτε στοιχείο ευαλωτότητας ή αποδεδειγμένο περιστατικό παρελθούσας δίωξης, καθώς και το ότι διαθέτει οικογενειακό και κοινωνικό υποστηρικτικό δίκτυο στην περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει, ενώ, παράλληλα, είναι εξοικειωμένος με την εν λόγω περιοχή λόγω της επί μακρόν διαμονής του σε αυτήν,  το Δικαστήριο κρίνει ότι, σε συνάρτηση με τις προαναφερθείσες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη Νοτιοδυτική του Καμερούν και ειδικότερα στο Μamfe, δεν πιθανολογείται ότι ο Αιτητής θα εκτεθεί, λόγω και των προσωπικών του χαρακτηριστικών και της εξοικείωσής του με την περιοχή, σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής. Παρότι στην περιοχή εξακολουθούν να καταγράφονται περιστατικά ασφαλείας συνδεόμενα με την ένοπλη σύγκρουση μεταξύ κρατικών δυνάμεων και αυτονομιστικών ομάδων, η ένταση της βίας δεν ανέρχεται σε τέτοιο επίπεδο ώστε η απλή παρουσία οποιουδήποτε αμάχου να τον θέτει σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

87.          Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 10 αυτού.

 

27.          Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, η υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347), καθώς ο Αιτητής δεν τεκμηριώνει, αλλά και από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.

28.          Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό και δεδομένου ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε, ότι ενόψει των προσωπικών του περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32] ότι αυτός διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του [βλ άρθρο 15 (α) και (β) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347].

29.          Ούτε εξάλλου, προκύπτει ότι συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο προσφεύγων, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή [βλ. άρθρο 15 (γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 και απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94  Elgafaji, σκέψη 43].

30.          Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε Αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους υπαγωγής του στο καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».

31.          Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. [Βλ. απόφαση της 30ης Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28]. Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα, το Δικαστήριο κρίνει ότι στην περιοχή καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή υφίσταται εσωτερική ένοπλη σύρραξη κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο από τη νομολογία του ΔΕΕ, καθόσον λαμβάνουν χώρα παρατεταμένες ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των τακτικών δυνάμεων του κράτους και αποσχιστικών ένοπλων ομάδων που δραστηριοποιούνται στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν.

32.          Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.[18]» (απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».

33.          Αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια του Καμερούν (βλ. ανωτέρω), στην οποία βρίσκεται ο τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, διαπιστώνεται ότι στην εν λόγω περιοχή εξελίσσεται εσωτερική ένοπλη σύρραξη μεταξύ των δυνάμεων του εθνικού στρατού και αποσχιστικών ομάδων που δραστηριοποιούνται εκεί. Εξωτερικές πηγές περαιτέρω καταδεικνύουν ότι στην περιοχή αυτή εκδηλώνονται φαινόμενα αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια που επηρεάζει πρόσωπα ανεξαρτήτως των προσωπικών τους περιστάσεων (βλ. ανωτέρω Elgafaji, σκ. 34, ΔΕΕ· Diakité, απόφαση της 30.01.2014, C-285/12). Λαμβανομένων υπόψη των ποσοτικών και ποιοτικών χαρακτηριστικών της σύρραξης, όπως αναλύθηκαν ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προερχόμενη από αυτήν αδιάκριτη βία στη ευρύτερη Νοτιοδυτική Περιφέρεια κυμαίνεται σε μέτρια προς υψηλά επίπεδα έντασης, χωρίς ωστόσο να ανέρχεται σε τέτοιο βαθμό ώστε, και μόνη η παρουσία ενός αμάχου στην περιοχή, να αρκεί για τη στοιχειοθέτηση πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, ανεξαρτήτως των προσωπικών του περιστάσεων. Στον ίδιο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή τα περιστατικά υπήρξαν χαμηλά κατά την πιο πρόσφατη περίοδο αναφοράς. Ως προς τις περιστάσεις του Αιτητή, επισημαίνεται ότι ο Αιτητής είναι άνδρας νεαρής ηλικίας και χωρίς προβλήματα υγείας. Πρόκειται για άτομο με εργασιακή πείρα, λειτουργικά αυτόνομο και ικανό προς εργασία και αυτοσυντήρηση. Με βάση τα ανέφερε δεν είναι παντρεμένος με τη μητέρα του ανήλικου τέκνου του, ούτε είχε στο παρελθόν άμεση ευθύνη για τη φροντίδα και τη φύλαξη του ανήλικου τέκνου του, την ακριβή ημερομηνία γεννήσεως του οποίου δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει. Είναι εξοικειωμένος με την περιοχή, καθότι διέμενε για αρκετά χρόνια, άρα σε θέση να γνωρίζει και να αξιολογεί επαρκώς τους κινδύνους, δεν έχει τεκμηριώσει περιστατικό παρελθούσας δίωξης, ενώ διαθέτει ευρύτερο οικογενειακό και κοινωνικό υποστηρικτικό δίκτυο. Ως εκ τούτου, κρίνεται ότι ο Αιτητής ως άμαχος δεν διατρέχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, ένεκα του επιπέδου των ένοπλων συγκρούσεων που λαμβάνουν χώρα στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του.

34.          Ως προς δε την απόφαση επιστροφής του, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω [Βλ. απόφαση της της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51 και απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, υπόθεση C-313/25 PPU, GB κατά Minister van Asiel en Migratie [Adrar], ECLI:EU:C:2025:647, ιδίως σκέψεις 60 έως 66].

Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με € 1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition, EUAA  https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system, σελ. 120-134 και επίσης UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status

[2] HRW, “Cameroon: Killings, Destruction in Anglophone Regions”, διαθέσιμο στο: https://www.hrw.org/news/2018/07/19/cameroon-killings-destruction-anglophone-regions , (τελευταία πρόσβαση 13.8.2026)

[3] ΑΙ “Cameroon: A turn for the worse: violence and human rights violations in Anglophone Cameroon”, 12.6.2018, διαθέσιμο στο: https://www.amnesty.org/en/documents/afr17/8481/2018/en/ (τελευταία πρόσβαση 13.8.2026)

[4] Bλ. World Report 2020 | Human Rights Watch διαθέσιμο στο: https://www.hrw.org/world-report/2020, p. 105 -107, (τελευταία πρόσβαση 13.8.2026)

[5] HRW, “These Killings Can Be Stopped”: Abuses by Government and Separatist Groups in Cameroon’s Anglophone Regions | HRWδιαθέσιμο στο: https://www.hrw.org/report/2018/07/19/these-killings-can-be-stopped/abuses-government-and-separatist-groups-cameroons, (τελευταία πρόσβαση 13.8.2026)

[6] USDOS - US Department of State: 2023 Report on International Religious Freedom: Cameroon, 26 June 2024

https://www.ecoi.net/en/document/2111838.html ;

USDOS -US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 23 April 2024

https://www.ecoi.net/en/document/2107637.html (τελευταία πρόσβαση 13.8.2026).

[7] OCHA, Cameroon Humanitarian Needs Overview 2024, 15 April 2024, σελ.9, διαθέσιμο μέσω reliefweb: https://reliefweb.int/report/cameroon/cameroon-humanitarian-needs-overview-2024-february-2024  (τελευταία πρόσβαση 13.8.2026)

[8] International Crisis Group, A Second Look at Cameroon's Anglophone Special Status, 31 March 2023, διαθέσιμο στοhttps://www.crisisgroup.org/africa/central-africa/cameroon/b188-second-look-cameroons-anglophone-special-status (τελευταία πρόσβαση 13.8.2026).

[9] GCR2P, Cameroon - Population at risk, 16 March 2026, διαθέσιμο στοhttps://www.globalr2p.org/countries/cameroon/;  ACLED, Non-State Armed Groups and Illicit Economies, September 2024, διαθέσιμο στο: https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdfσελ. 10 (τελευταία πρόσβαση 13.8.2026)

[10] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists, September 2024, διαθέσιμο στοhttps://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdfσελ. 3, 13 (τελευταία πρόσβαση 13.8.2026)

[11] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists, September 2024, διαθέσιμο στοhttps://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdfσελ. 3 (τελευταία πρόσβαση 13.8.2026)

[12] Barron’s, Ammina Malloum “Leader's health, separatist violence loom over Cameroon vote”, 18.6.2025, διαθέσιμο στοhttps://advance.lexis.com/bisnexishome/?pdmfid=1519360&crid=f622f71a-d4bf-473e-b202-7756346b0544 (τελευταία πρόσβαση 13.8.2026)

[13] Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (11 June 2025) Cameroun: Regions anglophones: situation securitaire (Cameroon: English-speaking regions: security situation) [English summary], σελ.3 διαθέσιμο στοhttps://www.cgrs.be/en/country-information/regions-anglophones-situation-securitaire-1  (τελευταία πρόσβαση 13.8.2026)

[14] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (2 June 2025) Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.76, p.2 διαθέσιμο στο:  https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no76-april-2025 (τελευταία πρόσβαση 13.8.2026)

[15] Global Centre for the Responsibility to Protect (16 March 2026) Cameroon, σελ.2 διαθέσιμο στοhttps://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ (τελευταία πρόσβαση 13.8.2026)

[16] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer  (τελευταία πρόσβαση 13.8.2026)

[17] City Population, CameroonSud-Ouest, διαθέσιμο στο: https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ (τελευταία πρόσβαση 13.8.2026)

[18] Αντίστοιχο του άρθρου 15 (γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο