Μ. Η. Ο. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.677/24, 10/8/2026
print
Τίτλος:
Μ. Η. Ο. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.677/24, 10/8/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.677/24

 

10 Αυγούστου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Μ. Η. Ο.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κα Α. Λαζάρου, Δικηγόρος για Αιτητή

Κα Ε. Ιωάννου, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.23/02/24 ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης αποτελέσματος.

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από τη Σομαλία, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 21/03/21 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 28/05/21 (ερ.1-3, 11-13, 30).

Στις 05/02/24 διεξήχθη συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός ασύλου, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.21-30). Μετά το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση και στις 15/02/24 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.81-93).

Ακολούθως, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία δόθηκε διά χειρός στις 23/02/24 και του μεταφράστηκε στην μητρική του γλώσσα (ερ.94, 2).

Στην επίδικη αίτηση ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του για να προστατέψει τον εαυτό του, καθώς, ως αναφέρει, ο αδελφός του παντρεύτηκε μια κοπέλα από άλλη φυλή και «μετά η οικογένεια της αρνήθηκαν και υπήρχαν προβλήματα μεταξύ τους και τότε ο αδελφός [του αιτητή] σκότωσε έναν απ’ αυτούς και διέφυγε και μετά (σ.σ. η οικογένεια της κοπέλας) [πήγαν] να πάρουν εκδίκηση και προσπάθησαν να σκοτώσουν [τον αιτητή]» και γι’ αυτό ο αιτητής διέφυγε.

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ο αιτητής ανέφερε ότι είναι υγιής, γεννήθηκε στην πόλη Hargeisha (Somaliland), μετοίκησε στην πόλη Jijiga (Ethiopia), πήγε στη Λιβύη, απ’ όπου επιστράφηκε στη Σομαλία το 2018 και διέμενε μέχρι που έφυγε από τη χώρα το 2021 (για 3 χρόνια) στη Hargeisha, όπου – ως ανέφερε– «ήταν πολύ καλά, [δούλευε] και όλα ήταν καλά». Ο αιτητής, ως ανέφερε, δεν γνωρίζει τους βιολογικούς γονείς του (οι οποίοι τον είχαν εγκαταλείψει), η θετή του οικογένεια διαμένει στην πόλη Jijiga (Ethiopia), ο αιτητής δεν επικοινωνεί μαζί τους από το 2016, επικοινωνεί με ένα φίλο του (συνάδελφο του), δεν έχει άλλη οικογένεια τη Σομαλία και έχει ολοκληρώσει τη δεύτερη τάξη του δημοτικού. Σε ερωτήσεις αναφορικά ο αιτητής ανέφερε ότι ανήκει στη φυλή Dir Clan, Akisho Sub Clan, όμως, ερωτώμενος σχετικά, δεν ήταν σε θέση να παραθέσει την παραμικρή πληροφορία για την κατ’ ισχυρισμό του φυλή του, σε ερώτηση δε ποιος έχει τον έλεγχο της περιοχής όπου ζούσε (Hargeisha) ο αιτητής ανέφερε ότι είναι ο «πρόεδρος της πόλης Jijiga» (που βρίσκεται στην Αιθιοπία).

Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι «ο κύριος λόγος που [έφυγε] από τη χώρα [του] ήταν γιατί [φοβόταν] ότι η θετή [του] οικογένεια θα [τον] πιάσει και θα [τον] αναγκάσει να [δουλέψει] γι’ αυτούς, επειδή ήδη [τον] κακομεταχειρίζονταν» και γι’ αυτό, ως ανέφερε, τους διέφυγε την 1η φορά και «ακόμα και σήμερα [τρέχει] μακριά τους», έκανε οικιακές εργασίες, δεν τον έπαιρναν σχολείο, του έλεγαν ότι δεν έχει οικογένεια και ότι αυτοί τον μεγάλωσαν και θα πρέπει να κάνει ό,τι του λένε, ο αιτητής ήθελε «να [είναι] ελεύθερος» και να πετύχει και όταν του είπαν ότι είναι υιοθετημένος κατάλαβε ότι «ο σκοπός τους ήταν να [τον] βάζουν να [κάνει] τις οικιακές εργασίες». Ερωτώμενος περαιτέρω ο αιτητής ανέφερε ότι τον έβαζαν να πλένει τα ρούχα και να μαγειρεύει και όταν είχαν διαφωνία τον χτυπούσαν (μόνο αυτόν) και τον έφταιγαν και – σε ακόλουθη ερώτηση – επιβεβαίωσε ότι έχει να μιλήσει μαζί τους από το 2016 και έκτοτε ουδέν του συνέβη σχετικώς. Ερωτώμενος γιατί έφυγε από τη Σομαλία το 2021 ο αιτητής ανέφερε ότι χώρισε με τον συνέταιρο του και δεν τότε είχε κανέναν να εργαστεί μαζί του και δεν ήθελε να πάει πίσω στη θετή του οικογένεια. Ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι αν επιστρέψει «θα [πάει] πίσω στη σκληρή ζωή που [ζούσε]», προσθέτοντας ότι μπορεί να τον βρει η θετή του οικογένεια και πως «δεν [έχει] κανέναν άλλο για να [πάει] πίσω σ’ αυτόν». Ερωτώμενος και πάλι για τυχόν επιστροφή του ανέφερε ότι τότε ζούσε στο κατάστημα του όμως δεν το έχει πλέον και θα πρέπει να ψάξει δουλειά και «μπορεί να [τον] βρει οποιοσδήποτε, ακόμα και η αστυνομία» όμως – ερωτώμενος σχετικά – ανέφερε ότι δεν έχει προβλήματα με τις Αρχές. Σε ερώτηση σχετικά με τα όσα κατέγραψε στην αίτηση του ο αιτητής ανέφερε ότι δεν είναι αληθή, απλά έγραψε ότι έγραφε ένας άλλος που ήταν μαζί του, καθώς, ως ανέφερε, δεν είχε καταλάβει τον σκοπό της αίτησης και όσα είπε στη συνέντευξη είναι αληθή.

Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα του αιτητή στην αίτηση και τη συνέντευξη, κατέταξαν αυτούς στους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.

1.    Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή

2.    Κακομεταχείριση από τη θετή του οικογένεια

Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν αμφότερους εκ των ως άνω ισχυρισμών.

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου σε συνάρτηση με τους ως άνω αποδεκτούς ισχυρισμούς, κατόπιν ανασκόπησης της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Hargeisha, Somaliland) και λαμβανομένου υπόψη του προφίλ του, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να εκτεθεί σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή του στη χώρα. Σε σχέση με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, ως κρίθηκε, εφόσον ουδέν συνέβη στον αιτητή από το 2016 μέχρι που έφυγε από τη χώρα το 2021, κρίθηκε ότι δεν προκύπτει κίνδυνος εκ τούτου σε μελλοντοστραφή βάση και, ως περαιτέρω σημειώνουν οι καθ’ ων η αίτηση στην επίδικη έκθεση (ερ.83), τα όσα ανέφερε ότι υπέστη δεν πληρούν το απαιτούμενο επίπεδο σοβαρότητας ώστε να θεωρηθούν ως πράξεις δίωξης.

Συνεπεία των ως άνω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του.

Κατά τις διευκρινήσεις η συνήγορος του αιτητή απέσυρε ρητά τους ισχυρισμούς περί της αρμοδιότητας του λαμβάνοντος την επίδικη απόφαση λειτουργού, προωθώντας τελικά τους ισχυρισμούς περί μη δέουσας έρευνας και μη αιτιολόγησης της προσβαλλόμενης απόφασης (τα οποία αναπτύσσονται στη γραπτή του αγόρευση), σημειώνοντας ότι εν προκειμένω ο αιτητής στερείται οικογενειακού δικτύου, ανήκει σε μειονοτική φυλή και η κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του δεν είναι ικανοποιητική.

Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι ουδείς εκ των ισχυρισμών του αιτητή έχει δεόντως δικογραφηθεί και ουδείς αναπτύσσεται επαρκώς και δια τούτο θα πρέπει να απορριφθούν άπαντες ως ανεπίδεκτοι δικαστικής κρίσης, στη βάση σχετικής νομολογίας. Περαιτέρω, κάνοντας αναφορές στην οικεία νομοθεσία και νομολογία, αναφέρουν ότι τα ευρήματα τους εδώ είναι εύλογα, ορθά και απολύτως αιτιολογημένα υπό το φως των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον τους. Συνεπώς - ως αναφέρουν – εκ των ως άνω προκύπτει ότι ουδέν μεμπτό εντοπίζεται στην επίδικη διαδικασία, η δε προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή επί της ουσίας, προϊόν δέουσας έρευνας αλλά και πλήρως αιτιολογημένη.

Δεδομένου ότι άπαντες οι προωθούμενοι εκ του αιτητή ισχυρισμοί συμπλέκονται άρρηκτα με την επί της ουσίας ορθότητα της επίδικης απόφασης, προχωρώ λοιπών με επί της ουσίας εξέταση της, εξ υπαρχής και επί όλων των ενώπιον μου στοιχείων, η οποία τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).

Δεδομένου ότι άπαντες οι ισχυρισμοί του αιτητή έγιναν αποδεκτοί, κατάληξη με την οποία συμφωνώ, απομένει η αξιολόγηση κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του αιτητή και του κατά πόσο, σε τέτοια περίπτωση, στη βάση των ενώπιον μου ισχυρισμών του και ενόψει της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του, προκύπτει κίνδυνος γι’ αυτόν σε μελλοντοστραφή βάση.

Στο σημείωμα της Υπάτης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγές «Note on Burden and Standard of Proof in Refugee Claims, 16 December 1998» αναφέρονται δε τα εξής, σε σχέση με το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται και το διενεργούμενο έλεγχο των δεδομένων εκάστης υπόθεσης σε μελλοντοστραφή βάση :

«In the case of R. v Secretary of State for the Home Department ex parte Sivakumaran, etc. the House of Lords took into consideration the gravity of the consequences of an erroneous judgement and called for a test less stringent than the “more likely than not” standard. It ruled that the fear is well-founded if there is reasonable degree of likelihood that the person will be persecuted for one of the reasons mentioned in the Convention if returned to his country. »

Στο εγχειρίδιο του EASO «Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας (οδηγία 2011/95/ΕΕ) – Δικαστική Ανάλυση» αναφέρονται τα εξής:

[Παρ.1.9.1., σελ.90-91]

«Ο όρος «βάσιμος φόβος» σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει έγκυρη αντικειμενική βάση για τον φόβο δίωξης του αιτούντος. Το συγκεκριμένο στοιχείο του ορισμού του πρόσφυγα αφορά τον κίνδυνο ή την πιθανότητα να υποστεί δίωξη. Ο φόβος θεωρείται βάσιμος, εάν διαπιστώνεται ότι υπάρχει «εύλογη» πιθανότητα να υλοποιηθεί στο μέλλον (493). Για τη διαπίστωση αυτή, είναι απαραίτητο να αξιολογούνται οι δηλώσεις του αιτούντος υπό το πρίσμα όλων των σχετικών περιστάσεων της υπόθεσης [άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση)] και να ελέγχονται οι περιστάσεις που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του, καθώς και η συμπεριφορά των υπευθύνων δίωξης (494). Επομένως, η διαπίστωση του βάσιμου φόβου συνδέεται στενά με το καθήκον της αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων και της αξιοπιστίας που διέπεται πρωτίστως από το άρθρο 4 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση). Η αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης της αξιοπιστίας, είναι το πρώτο στάδιο. Εάν τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε ο αιτών γίνουν δεκτά ως αξιόπιστα, ο υπεύθυνος για τη λήψη της απόφασης προχωρά στο δεύτερο στάδιο και εξετάζει κατά πόσον τα γεγονότα και οι περιστάσεις που έγιναν δεκτά ισοδυναμούν με βάσιμο φόβο.

[Παρ.1.9.1.2., σελ.93]

Για το Supreme Court (Ανώτατο Δικαστήριο) του Ηνωμένου Βασιλείου, ο φόβος είναι βάσιμος εάν υπάρχει «πραγματικός και σημαντικός κίνδυνος» ή «εύλογος βαθμός πιθανότητας» δίωξης για λόγο που προβλέπεται στη Σύμβαση (514).

Το σημαντικότερο είναι ότι και τα τρία αυτά κριτήρια θεωρούν ότι ο φόβος είναι βάσιμος, ανεξάρτητα από το κατά πόσον η πιθανότητα δίωξης είναι κατώτερη του 50 %. Ομοίως, στην απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση Saadi κατά Ιταλίας στο πλαίσιο του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, το ΕΔΔΑ αποφάνθηκε ότι ο αιτών δεν υποχρεούται «[να αποδείξει] ότι είναι περισσότερο πιθανό να υποβληθεί παρά να μην υποβληθεί σε κακομεταχείριση» (515). Επομένως, το κριτήριο του «βάσιμου φόβου» σημαίνει ότι, παρότι η απλή ή απομακρυσμένη πιθανότητα δίωξης αποτελεί ανεπαρκή κίνδυνο για να αποδειχθεί βάσιμος φόβος, ο αιτών δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι η πιθανότητα να υποστεί δίωξη υπερβαίνει το 50 % (516)

Υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου

Ενόψει και των ως άνω, επανερχόμενος στα ενώπιον μου στοιχεία παρατηρώ ότι το μόνο που κατ’ ουσία ανέφερε ο αιτητής (σχετικά με τους λόγους που έφυγε από τη Σομαλία) είναι η κακομεταχείριση (η οποία – σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου – συνίστατο στο ότι τον έβαζαν να κάνει δουλειές του σπιτιού και του μιλούσαν άσχημα) που υπέστη από τη θετή του οικογένεια (η οποία διαμένει, ως ο ίδιος ανέφερε, στην Αιθιοπία) και με την οποία έχει διακόψει κάθε επαφή από το 2016, δεν έχει δε έκτοτε συμβεί στον ίδιο κάτι σχετικά μ’ αυτό (και ούτε κάτι άλλο). Ο αιτητής είναι πλέον περί των 29 ετών, έχει παύσει να διατηρεί οιανδήποτε επαφή με τη θετή του οικογένεια εδώ και 10 έτη, διέμεινε έκτοτε στη Λιβύη και για 3 χρόνια στη Hargeisha, όπου και εργαζόταν και ουδέν συνέβη σ’ αυτόν καθ’ όλο αυτόν τον χρόνο (ούτε με τη φυλή του, ως ανέφερε ο συνήγορος του). Ουδεμία λοιπόν πράξη δίωξης ή σοβαρής βλάβης υπέστη ο αιτητής και ουδέν άλλο φόβο εξέφρασε κατά τη συνέντευξη, πέραν του ότι, ως ανέφερε, «θα [πάει] πίσω στη σκληρή ζωή που [ζούσε] […] δεν [έχει] κανέναν άλλο για να [πάει] πίσω σ’ αυτόν» και ότι «μπορεί να [τον] βρει οποιοσδήποτε, ακόμα και η αστυνομία». Δεδομένου λοιπόν ότι ουδέν συγκεκριμένο φόβο ανέφερε δεν μπορεί παρά να γίνει δεκτό ότι ουδεμία εύλογη πιθανότητα δίωξη ή και σοβαρής βλάβης προκύπτει σε μελλοντοστραφή βάση.

Ας σημειωθεί ότι συμφωνώ και με το εύρημα των καθ’ ων η αίτηση ότι τα όσα ο αιτητής περιέγραψε ότι υπέστη από τη θετή του οικογένεια δεν ενέχουν τον απαιτούμενο βαθμό σοβαρότητας προκειμένου να θεωρηθούν πράξεις δίωξης ή σοβαρής βλάβης.

Σχετικά με τον απαιτούμενο βαθμό σοβαρότητας ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο πράξεις στις οποίες δυνατόν να εκτεθεί ο αιτητής ισοδυναμούν με πράξεις διώξεως, στο εγχειρίδιο «Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας (οδηγία 2011/95/ΕΕ)» του EASO, σελ.36 επ., αναφέρονται τα εξής:

«Από τη συλλογιστική του ΔΕΕ συνάγεται ότι παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τα οποία χωρεί παρέκκλιση, όπως τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο άρθρο 7 του Χάρτη της ΕΕ/στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, πρέπει να υπερβαίνουν ένα υψηλότερο κατώτατο όριο σοβαρότητας, ενώ η παραβίαση δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση, μπορεί να συνιστά δίωξη λόγω της ίδιας της φύσης της πράξης.

[…]

Το κατά πόσον οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα τα οποία κατοχυρώνονται στον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη του 1961 (146) ή στο Διεθνές Σύμφωνο για τα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα του 1966 (147) μπορούν να θεωρηθούν «βασικά» ανθρώπινα δικαιώματα εξαρτάται από τη δυνητική σοβαρότητα της επέμβασης στις βασικές συνθήκες διαβίωσης ενός προσώπου. Γενικά, τα οικονομικά και κοινωνικά δικαιώ­ματα δεν πληρούν το κριτήριο δυνητικής σοβαρότητας συγκρίσιμης με παράβαση δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση.

[…]

Η έννοια της προσωπικής ακεραιότητας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, καθώς και ο τρόπος και ο βαθμός οιασδήποτε βλάβης ή απειλής βλάβης που θίγει την ατομική κατάσταση του αιτούντος, περιλαμβανομένων παραγόντων όπως το προσωπικό ιστορικό, το φύλο και η ηλικία, είναι στοιχεία λυσιτελή για την εκτίμηση αυτή (154). Η παραβίαση βασικού ανθρώπινου δικαιώματος μπορεί να χαρακτηρισθεί σοβαρή λόγω του ιδιαίτερου αντικτύπου της σε συγκεκριμένο αιτούντα.»

Δεδομένου δε ότι ουδέν ανέφερε ο ίδιος που να σχετίζεται με τη φυλή του θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα όσα επί τούτου ακροθιγώς ανέφερε ο συνήγορος του στις διευκρινήσεις παραμένουν μετέωρα και στερούμενα παντελώς τεκμηρίωσης και δεν μπορούν βεβαίως να εξεταστούν σε θεωρητική βάση ή και αφηρημένα (in abstracto). Άλλωστε ο αιτητής είχε αναιρέσει τα όσα κατέγραψε στην επίδικη αίτηση περί δίωξης του από την οικογένεια της συντρόφου του αδελφού του λόγω φυλής (ερ.22, 10Χ) και ουδέποτε επανήλθε επί τούτου.

Απομένει εν προκειμένω μια αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Hargeisha/Hargeisa/Hargeysa, Somaliland).

Στον τόπο διαμονής αιτητή (Hargeisa/Somaliland), έχουν καταγραφεί τους τελευταίους 12 μήνες (τελευταία ενημέρωση 29/07/26) 33, χωρίς θανάτους. [1] O πληθυσμός της πόλης Hargeisa ανέρχεται 2024 περί τα 1.1 εκατομμύρια κατοίκων.[2]

Είναι κατάληξη μου εκ των ως άνω ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας και η ένταση στον τόπο διαμονής του δεν είναι του επιπέδου που απαιτείται προκειμένου να αποδοθεί συμπληρωματική προστασία, δεδομένου ότι δεν θεωρώ πως υφίστανται εν προκειμένω ιδιαίτερες περιστάσεις, λαμβανομένου υπόψη του ότι το αφήγημα του αιτητή  δεν γίνεται αποδεκτό, που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο για τον αιτητή, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» [3] (C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21, ΔΕΕ). Σημειώνω ότι δεν παραγνωρίζεται ότι στην ευρύτερη περιοχή καταγράφεται σχετικά υψηλός αριθμός περιστατικών ασφαλείας, ωστόσο δεν συμβαίνει το ίδιο στην περιφέρεια όπου διαμένει ο αιτητής (Wadajir).

Έπεται λοιπόν ότι δεν τεκμηριώθηκε εδώ βάσιμος φόβος «καταδίωξης του [αιτητή] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω ουδέν εντοπίζω στη βάση του οποίου θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι επιστροφή του αιτητή θα συνιστούσε επαναπροώθηση (βλ. αρ.3 ΕΣΔΑ), δεδομένου του ότι ουδέν πρόβλημα αναφέρει ο ίδιος άλλωστε από το 2016 και εντεύθεν, διαθέτει εργασιακή εμπειρία και διατηρεί επικοινωνία με συνάδελφο του στον τόπο διαμονής του.

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Somalia; Hargeysa, Events / Fatalities, All events, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (10/08/2026)

[3] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο