ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 7273/2022
07 Αυγούστου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
M.P.
από Τουρκία
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Ο Αιτητής εμφανίστηκε αυτοπροσώπως
Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Χρ. Δημητρίου (κα)
[Διερμηνείς: Ευστράτιος Θεοδοσίου, για διερμηνεία από την αγγλική στην ελληνική και αντίστροφα
S. Dazdiy Othman Omar για διερμηνεία από Kurmanji στην αγγλική και αντίστροφα]
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 14.10.2022 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
Ι. ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των
γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση, αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «δ.φ. 1» ή «διοικητικός φάκελος 1»).
Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Τουρκικής Δημοκρατίας (στο εξής αναφερόμενη και ως «Τουρκία»), την οποία εγκατέλειψε στις 06.04.2017. Αφίχθηκε στις μη ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές κάνοντας χρήση πλαστής ταυτότητας, και στη συνέχεια εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Ακολούθως, υπέβαλλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 10.04.2017. Στις 23.09.2019, 28.01.2022 και 08.02.2022 πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο («EUAA») (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος στις 19.09.2022, υπέβαλε Εισηγητική Έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 14.10.2022 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 09.11.2022 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ιδίας ημερομηνίας. Η απόφαση αυτή αποτελεί το αντικείμενο της υπό εξέταση προσφυγής, η οποία καταχωρίστηκε από τον Αιτητή στις 24.11.2022.
ΙΙ. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ
Ο Αιτητής, στα πλαίσια του εισαγωγικού δικογράφου που, αρχικά, καταχώρισε αυτοπροσώπως, ανέφερε ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στην Τουρκία επειδή θα φυλακιστεί και ότι έχει αποδείξεις για όλα.
Ακολούθως, ο Αιτητής διόρισε δικηγόρο στις 11.01.2023, η οποία καταχώρισε εκ μέρους του γραπτή αγόρευση. Με αυτήν προβάλλονται λόγοι ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας, καθώς και ισχυρισμοί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε υπό καθεστώς πλάνης και/ή κατά κατάχρηση εξουσίας και κατά παράβαση του νόμου. Περαιτέρω, υποστηρίζεται ότι η απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας και ότι η Διοίκηση εσφαλμένως παρέλειψε να χορηγήσει στον Αιτητή το ευεργέτημα της αμφιβολίας, σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος του πρόσφυγα. Επισημαίνεται ότι η συνήγορος του Αιτητή αποσύρθηκε από την εκπροσώπησή του στις 13.01.2026 με τον ίδιο να επιλέγει να προωθήσει πλέον αυτοπροσώπως την υπόθεσή του. Τα όσα ο ίδιος προέβαλε κατά την ακροαματική διαδικασία θα παρατεθούν στην συνέχεια.
Από την πλευρά τους, οι Καθ΄ ων η αίτηση, μέσω της δικής τους γραπτής αγόρευσης, υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης υποστηρίζοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή, νόμιμη, σύμφωνη με τις διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής ενάσκησης των εξουσιών που παρέχει ο Νόμος και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης καθώς και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Υπογραμμίζουν επίσης ότι ο λόγοι ακύρωσης όπως προβλήθηκαν από τον Αιτητή πρέπει να απορριφθούν στη βάση του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, καθώς προωθούνται γενικά και αόριστα, χωρίς να συνοδεύονται από σαφή αιτιολογία και παραπομπή σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά.
Οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι έγινε πλήρης και δέουσα έρευνα πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και ότι ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε διεξοδικά τους προβαλλόμενους στην αίτηση διεθνούς προστασίας ισχυρισμούς καθώς και όσα ο Αιτητής ανέφερε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του. Υποστηρίζουν δε ότι ο τρόπος διεξαγωγής της έρευνας από τον αρμόδιο λειτουργό επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Λειτουργού και ότι η επίδικη απόφαση ελήφθη στα πλαίσια άσκησης αυτής της διακριτικής ευχέρειας και είναι απολύτως νόμιμη και ορθή. Αναφορικά με το χρονικό διάστημα το οποίο αφιερώθηκε για τη συνέντευξη του Αιτητή, οι Καθ’ ων η Αίτηση υποστηρίζουν ότι δεν ορίζεται πουθενά θεσμοθετημένος ελάχιστος χρόνος εντός του οποίου πρέπει να διεξαχθεί μια συνέντευξη για αίτηση διεθνούς προστασίας και ότι από τα πρακτικά των συνεντεύξεων δεν προκύπτει ότι υπάρχουν θέματα που έπρεπε να τύχουν περαιτέρω διερεύνησης. Προβάλλουν επίσης ότι ο Αιτητής δεν ανέφερε ποιες συγκεκριμένες ερωτήσεις αναμενόταν να του τεθούν και δε του τέθηκαν αλλά και το τι ο Αιτητής επιθυμούσε να αναφέρει και δε του δόθηκε η ευκαιρία ως προς αυτό.
III. ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Επισημαίνεται ότι, στις 09.05.2023, ο Αιτητής απέστειλε απευθείας στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, μέσω συστημένης επιστολής, επιστολή της συζύγου του, καθώς και διάφορα άλλα έγγραφα. Κατά τη δικάσιμο της 04.07.2023, το Δικαστήριο επισήμανε στη συνήγορο του Αιτητή ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν είχαν τεθεί ενώπιόν του σύμφωνα με την προβλεπόμενη δικονομική διαδικασία και, ως εκ τούτου, δεν ήταν δυνατό να ληφθούν υπόψη κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Η συνήγορος του Αιτητή επιφυλάχθηκε να καταχωρίσει αίτηση για προσαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας προς νόμιμη εισαγωγή των εν λόγω εγγράφων στη διαδικασία. Εντούτοις, τέτοια αίτηση ουδέποτε καταχωρίστηκε. Υπό τις περιστάσεις αυτές, τα εν λόγω έγγραφα δεν αποτελούν μέρος του αποδεικτικού υλικού της παρούσας υπόθεσης, καθόσον δεν προσκομίστηκαν σύμφωνα με την προβλεπόμενη δικονομική διαδικασία ούτε τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και των Καθ' ων η αίτηση κατά τρόπο που να διασφαλίζει την τήρηση της αρχής της αντιδικίας και των δικαιωμάτων άμυνας. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν δύναται να τα συνεκτιμήσει κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του.
Κατά την ακροαματική διαδικασία και στο πλαίσιο συμπληρωματικών ερωτήσεων του Δικαστηρίου, ο Αιτητής επανέλαβε, κατά τα ουσιώδη, τους ισχυρισμούς που είχε ήδη προβάλει κατά τη διοικητική διαδικασία αναφορικά με τις συλλήψεις, την κράτηση, τη δημοσιογραφική του δραστηριότητα και τον προβαλλόμενο κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του στην Τουρκία, παρέχοντας παράλληλα διευκρινίσεις ως προς επιμέρους πτυχές των ισχυρισμών του. Ειδικότερα, διευκρίνισε τους λόγους για τους οποίους αποδίδει τις συλλήψεις και την κράτησή του στις τουρκικές αρχές, επανέλαβε ότι η στοχοποίησή του συνδεόταν με την κουρδική του καταγωγή, τις πολιτικές του πεποιθήσεις και τη δημοσιογραφική του δραστηριότητα, ενώ προέβαλε εκ νέου ότι εξακολουθεί να αντιμετωπίζει κίνδυνο σύλληψης σε περίπτωση επιστροφής στην Τουρκία.
Περαιτέρω, κατά τις δικασίμους της 13.03.2026 και 12.06.2026, ο Αιτητής προσκόμισε πρωτότυπη δημοσιογραφική ταυτότητα του πρακτορείου Dihaber (Τεκμήριο 2), καθώς και πέντε διαδικτυακά δημοσιεύματα, προβάλλοντας ότι αποτελούσε τον συντάκτη τους και ότι αυτά τεκμηριώνουν τη δημοσιογραφική του δραστηριότητα. Παράλληλα, παρείχε για πρώτη φορά ειδικές εξηγήσεις ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν είχε προσκομίσει τη δημοσιογραφική του ταυτότητα κατά τη διοικητική διαδικασία, υποστηρίζοντας ότι την είχε απολέσει κατά τη διάρκεια μετακόμισης στην Κύπρο και ότι αυτή εντοπίστηκε εκ νέου από φίλο του αρκετά χρόνια αργότερα. Περαιτέρω, διευκρίνισε ότι τα προσκομισθέντα δημοσιεύματα είχαν συνταχθεί από τον ίδιο, υπογράφονταν με τα αρχικά «mp» και δημοσιεύθηκαν στο πλαίσιο της δημοσιογραφικής του δραστηριότητας.
Η αποδεικτική αξία των ανωτέρω εγγράφων, καθώς και των διευκρινίσεων που παρασχέθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, θα αξιολογηθεί κατωτέρω, στο πλαίσιο εξέτασης των αντίστοιχων ουσιωδών πραγματικών ισχυρισμών του Αιτητή.
IV. Η ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ
Καταρχάς, από τη μελέτη της γραπτής αγόρευσης του Αιτητή διαπιστώνεται ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι ακυρώσεως διατυπώνονται κατά τρόπο γενικόλογο και αόριστο, χωρίς εξειδίκευση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και του τρόπου με τον οποίο οι επικαλούμενες πλημμέλειες επηρέασαν την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παράβαση των απαιτήσεων του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962[1].
Είναι πάγια η νομολογία ότι τα επίδικα ζητήματα οριοθετούνται από τη δικογραφία και ότι οι λόγοι ακυρώσεως πρέπει να προβάλλονται με επαρκή σαφήνεια και εξειδίκευση, ώστε να καθίσταται δυνατή η δικαστική τους εξέταση[2],[3],[4]. Στην προκειμένη περίπτωση, οι γενικόλογοι ισχυρισμοί της γραπτής αγόρευσης, μη συνοδευόμενοι από συγκεκριμένη επιχειρηματολογία, είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής αξιολόγησης και απορρίπτονται ως αναιτιολόγητοι.
Πλην όμως, κατά την ακρόαση της προσφυγής, ο Αιτητής προέβαλε συγκεκριμένους πραγματικούς ισχυρισμούς προς θεμελίωση του αιτήματός του για διεθνή προστασία. Δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο Αιτητής είναι αλληλένδετοι και άρρηκτα συνυφασμένοι με την ουσία της υπόθεσης, και λαμβανομένης υπόψη της υποχρέωσης του παρόντος Δικαστηρίου να ελέγχει τόσο τη νομιμότητα όσο και την ορθότητα κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, μέσω πλήρους και ex nunc εξέτασης των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που την διέπουν [Βλ. άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018)], κρίνεται σκόπιμο οι εν λόγω ισχυρισμοί να εξεταστούν σε συνάρτηση με την ουσία της υπόθεσης.
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και υπό το φως των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου.
Α. Το ιστορικό της υπόθεσης και η διοικητική διαδικασία
Παρατηρώ ότι, κατά την υποβολή του αιτήματος για διεθνή προστασία στις 10.04.2017, ο Αιτητής δήλωσε ότι ήταν κούρδος δημοσιογράφος και το ίδρυμα για το οποίο εργαζόταν και ασχολούνταν με την αντιπολιτευτική πολιτική στην Τουρκία έκλεισε καθώς ασκήθηκαν πιέσεις και ότι φυλακίστηκε επειδή ήταν κούρδος αντιφρονών δημοσιογράφος. Επειδή και πάλι υπήρχε πιθανότητα να συλληφθεί, αναγκάστηκε να αποχωρήσει από τη χώρα. Όσον αφορά στους δημοσιογράφους και τους κούρδους δημοσιογράφους, ο Αιτητής δήλωσε ότι η Τουρκία τους ασκεί υπερβολική πίεση και οι περισσότεροι μπήκαν στη φυλακή (βλ. ερ. 27 δ.φ.).
Κατά την πρώτη του προφορική συνέντευξη στις 23.09.2019, ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος της Τουρκικής Δημοκρατίας, κουρδικής καταγωγής, γεννηθείς την 05.09.1992. Ανέφερε ότι παντρεύτηκε στις 27.06.2019 στην Λεμεσό. Η σύζυγός του είναι υπήκοος της Τουρκικής Δημοκρατίας και της έχει χορηγηθεί προσφυγικό καθεστώς στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ο Αιτητής, αφότου ενημερώθηκε από τον Λειτουργό, αποφάσισε να παγώσει το αίτημα διεθνούς προστασίας προκειμένου να καταθέσει αίτημα για άδεια παραμονής μέσω του γάμου του με την αναγνωρισμένη πρόσφυγα σύζυγό του. Διατήρησε ωστόσο το δικαίωμά του να συνεχίσει με την αίτηση ασύλου του στο μέλλον (βλ. ερ. 43-47 δ.φ.).
Εν συνεχεία, στις 11.02.2020, ο Αιτητής απέστειλε επιστολή με την οποία αιτήθηκε την εξέταση της υπόθεσής του και την κλήση του σε συνέντευξη (βλ. ερ. 51 δ.φ.).
Κατά τη δεύτερη προφορική του συνέντευξη στις 28.01.2022, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 28.01.2022, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στο χωριό Asagi Karkutlu, της επαρχίας Sanliurfa, το οποίο αποτελεί και τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής του. Ως προς το θρήσκευμά του, ανέφερε ότι, μολονότι στην ταυτότητά του αναγραφόταν ως μουσουλμάνος, οι προσωπικές του πεποιθήσεις προσιδιάζουν περισσότερο στον Ζωροαστρισμό και ότι αυτοπροσδιορίζεται ως Ζωροάστρης. Αναφορικά με το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και φοίτησε επί ένα έτος στο Τμήμα Δημοσιογραφίας του Πανεπιστημίου Sivas Cumhuriyet, χωρίς όμως να ολοκληρώσει τις σπουδές του, καθώς συνελήφθη. Μετά την αποφυλάκισή του συνέχισε τις σπουδές του στο ίδιο αντικείμενο στο Πανεπιστήμιο Gaziantep, τις οποίες επίσης δεν ολοκλήρωσε. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του πραγματοποίησε εννεάμηνη πρακτική άσκηση στο πρακτορείο ειδήσεων Dicle News στην πόλη Urfa, κατά το διάστημα 2015–2016. Περαιτέρω, δήλωσε ότι ομιλεί τη διάλεκτο Kurmanji, την τουρκική γλώσσα και λίγα ελληνικά. Ανέφερε επίσης ότι δεν υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία λόγω της φοιτητικής του ιδιότητας και ότι, μολονότι δεν υπήρξε μέλος πολιτικού κόμματος, υποστήριζε το κουρδικό κόμμα HDP (βλ. ερ. 106-111 δ.φ.).
Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, ανέφερε και πάλι ότι είναι παντρεμένος και ότι έχει πλέον μία κόρη ενός έτους. Αναφορικά με την οικογένεια καταγωγής του, δήλωσε ότι οι γονείς του είναι εν ζωή και διαμένουν στο χωριό Asagi Karkutlu. Στο ίδιο χωριό διαμένουν και τέσσερα από τα οκτώ αδέρφια του. Ένας αδερφός του βρίσκεται στη φυλακή στην Urfa, άλλος διαμένει στη Γερμανία, μία αδερφή του στο Gaziantep και μία ακόμη στην Birecik. Ο Αιτητής δήλωσε ότι διατηρεί συχνή επικοινωνία με όλα τα μέλη της οικογένειάς του (βλ. ερ. 104-106 δ.φ.).
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων του ότι έφυγε από την Τουρκία στις 06.04.2017 αφότου συνελήφθη δύο φορές. Προσέθεσε ότι η πρώτη σύλληψη έλαβε χώρα το 2011 όταν βρισκόταν στην Birecik, εξαιτίας της συμμετοχής του εκδηλώσεις του σωματείου εκπαιδευτικών EGITIM-SEN και εξαιτίας της διανομής εφημερίδων για λογαριασμό των δημοσιογράφων φίλων του. Ο Αιτητής δήλωσε ότι κρατήθηκε για μία νύχτα και κατά την κράτησή του ξυλοκοπήθηκε. Η δεύτερη σύλληψη δήλωσε ότι έλαβε χώρα τον Δεκέμβριο του 2012 όταν σπούδαζε στο πανεπιστήμιο Sivas Cumhuriyet. Συνελήφθη για κατηγορίες εναντίον του τουρκικού κράτους. Αφέθηκε ελεύθερος μετά από δύο χρόνια εν αναμονή συνέχισης της δίκης. Μετά την αποφυλάκισή του, ανέφερε ότι συνέχισε τη δημοσιογραφία, δουλεύοντας για το πρακτορείο DIHA, έως ότου ενημερώθηκε από έναν συνάδελφο ότι η αστυνομία τον αναζητούσε. Ισχυρίσθηκε ότι ο πατέρας του φυλακίστηκε για οκτώ μήνες επειδή μίλησε μαζί του τηλεφωνικά. Το 2019 καταδικάστηκε ερήμην σε 24 χρόνια φυλάκισης. Ο Αιτητής ανέφερε ότι εάν επιστρέψει στην Τουρκία τον περιμένει ποινή φυλάκισης και δεν είναι ασφαλής (βλ. ερ. 94-104, 115-122 δ.φ.).
Κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, ο Αιτητής προσκόμισε διάφορα έγγραφα προς υποστήριξη των ισχυρισμών του, μεταξύ των οποίων έγγραφα ταυτοποίησης και οικογενειακής κατάστασης, έγγραφα που αφορούν την εκπαιδευτική του πορεία, δημοσιεύματα και δημοσιογραφικό υλικό, καθώς και δικαστικά και λοιπά έγγραφα τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, σχετίζονται με τις ποινικές διαδικασίες που φέρεται να εκκρεμούν εις βάρος του στην Τουρκία (βλ. ερ. 21, 39, 72-85, 126-138 δ.φ.). Η αποδεικτική αξία και το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών θα αξιολογηθούν κατωτέρω, στο πλαίσιο εξέτασης των αντίστοιχων ουσιωδών πραγματικών ισχυρισμών του Αιτητή.
Β. Η αξιολόγηση της Υπηρεσίας Ασύλου
Κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, ο Λειτουργός προσδιόρισε τρεις ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς που απορρέουν από τις δηλώσεις του. Ο πρώτος αφορούσε τα προσωπικά του στοιχεία, το προσωπικό του προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής του, ο δεύτερος τις συλλήψεις του κατά τα έτη 2011 και 2012 και ο τρίτος την επαγγελματική του ιδιότητα ως δημοσιογράφου και την, κατά τους ισχυρισμούς του, στοχοποίησή του εξαιτίας αυτής. Αποδεκτός κρίθηκε μόνον ο πρώτος ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, καθόσον οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή αξιολογήθηκαν ως σαφείς, συνεπείς και ακριβείς, ενώ επιβεβαιώνονταν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και/ή χαρτογραφικά δεδομένα (βλ. ερ. 160-161 δ.φ.).
Οι άλλοι δύο ουσιώδεις ισχυρισμοί του Αιτητή απορρίφθηκαν λόγω γενικότητας, ασυνέπειας και αντιφάσεων, ενώ δεν επιβεβαιώθηκαν πλήρως ή/και αντικρούσθηκαν από τα έγγραφα τα οποία κατέθεσε ο Αιτητής (βλ. ερ. 154-160 δ.φ.).
Ακολούθως, ο Λειτουργός προχώρησε σε αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στην Τουρκία, στη βάση του ισχυρισμού περί των προσωπικών του στοιχείων, κατέληξε ότι καθώς ο Αιτητής αποτελεί ένα υγιή, ικανό προς εργασία και διαθέτον επαρκές μορφωτικό επίπεδο άνδρα, δε συντρέχει εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του και στον τόπο συνήθους διαμονής του (βλ. ερ. 154 δ.φ.). Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. ερ. 152, 163 δ.φ.).
V. Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Αξιολογώντας τα όσα έχουν ανωτέρω εκτεθεί υπό το φως των εφαρμοστέων νομοθετικών διατάξεων, της σχετικής νομολογίας, του συνόλου του αποδεικτικού υλικού που τέθηκε ενώπιόν μου, καθώς και των δηλώσεων και ισχυρισμών του Αιτητή τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καταλήγω στα ακόλουθα.
Α. Προσδιορισμός των ουσιωδών πραγματικών ισχυρισμών
Μελετώντας την εισηγητική έκθεση, παρατηρώ καταρχάς ότι, μολονότι ο Λειτουργός προσδιόρισε τρεις ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς, ο επιμέρους διαχωρισμός τους δεν αποτυπώνει με ακρίβεια το πραγματικό αντικείμενο της διαφοράς. Δεδομένης της υποχρέωσης του παρόντος Δικαστηρίου να προβεί σε πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων της υπόθεσης, δεν δεσμεύεται από τον τρόπο με τον οποίο η Υπηρεσία Ασύλου προσδιόρισε και αξιολόγησε τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς του Αιτητή, αλλά δύναται να τους επαναπροσδιορίσει βάσει του συνόλου των δηλώσεων και του αποδεικτικού υλικού της υπόθεσης.
Ειδικότερα, ο Λειτουργός αντιμετώπισε ως αυτοτελή ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό τις συλλήψεις του Αιτητή κατά τα έτη 2011 και 2012, ενώ ενέταξε σε διαφορετικό ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό τη δημοσιογραφική του ιδιότητα και την, κατά τους ισχυρισμούς του, στοχοποίησή του εξαιτίας αυτής. Ωστόσο, από το ίδιο το αφήγημα του Αιτητή προκύπτει ότι οι συλλήψεις, η κράτηση, η ποινική δίωξη και η καταδίκη δεν προβάλλονται ως αυτοτελή ιστορικά γεγονότα, αλλά ως εκδηλώσεις της ίδιας επικαλούμενης δίωξης λόγω της κουρδικής του καταγωγής, των πολιτικών του πεποιθήσεων και της δημοσιογραφικής του δραστηριότητας. Αντιθέτως, η άσκηση δημοσιογραφικής δραστηριότητας συνιστά αυτοτελές πραγματικό γεγονός, η απόδειξη του οποίου προηγείται λογικά και αποδεικτικά της εξέτασης του κατά πόσον η ιδιότητα αυτή αποτέλεσε την αιτία των επικαλούμενων διώξεων. Η διαπίστωση, συνεπώς, ότι ο Αιτητής άσκησε δημοσιογραφική δραστηριότητα δεν συνεπάγεται, αφ' εαυτής, ότι συνελήφθη, κρατήθηκε ή καταδικάστηκε εξαιτίας αυτής, ενώ, αντιστρόφως, η βασιμότητα του ισχυρισμού περί δίωξης δεν μπορεί να αξιολογηθεί χωρίς να έχει προηγουμένως εξεταστεί εάν ο Αιτητής πράγματι ανέπτυξε την επικαλούμενη δημοσιογραφική δραστηριότητα.
Για τον λόγο αυτό, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ορθή μεθοδολογική προσέγγιση επιβάλλει, αφενός, την αυτοτελή αξιολόγηση του ισχυρισμού περί άσκησης δημοσιογραφικής δραστηριότητας και, αφετέρου, την ενιαία αξιολόγηση όλων των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την επικαλούμενη δίωξη, ήτοι των συλλήψεων, της κράτησης, της ποινικής δίωξης, της καταδίκης και του προβαλλόμενου κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής, δεδομένου ότι αποτελούν διαδοχικές εκφάνσεις του ίδιου ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού.
Υπό το πρίσμα αυτό, κρίνω ότι οι ουσιώδεις πραγματικοί ισχυρισμοί που χρήζουν αξιολόγησης στην παρούσα υπόθεση είναι οι ακόλουθοι: (α) τα προσωπικά στοιχεία, το προσωπικό προφίλ, η χώρα καταγωγής, η κουρδική εθνοτική καταγωγή και ο τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή, (β) η άσκηση του επαγγέλματος του δημοσιογράφου και η δημοσιογραφική του δραστηριότητα και (γ) η σύλληψη, κράτηση, ποινική δίωξη και καταδίκη του από τις τουρκικές αρχές, καθώς και ο προβαλλόμενος κίνδυνος περαιτέρω δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στην Τουρκία, λόγω της κουρδικής του καταγωγής, των πολιτικών του πεποιθήσεων και της δημοσιογραφικής του δραστηριότητας.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο θα εξετάσει αυτοτελώς έκαστο των ανωτέρω ουσιωδών πραγματικών ισχυρισμών, προκειμένου να διαπιστώσει εάν αυτοί τεκμηριώνονται από το αποδεικτικό υλικό της υπόθεσης και, ακολούθως, εάν θεμελιώνουν τις προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Β. Πρώτος ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός
Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, που αφορά την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τον τόπο καταγωγής, τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής και τα λοιπά προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, διαπιστώνω ότι ορθώς έγινε αποδεκτός από τους Καθ' ων η αίτηση. Ο Αιτητής παρείχε συνεκτικές και σταθερές πληροφορίες ως προς τα στοιχεία της ταυτότητάς του, την οικογενειακή, θρησκευτική και εθνοτική του προέλευση, καθώς και τον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του, χωρίς να προκύπτουν ουσιώδεις αντιφάσεις ή ασυνέπειες από τις δηλώσεις του κατά τη διοικητική διαδικασία. Παράλληλα, τα εν λόγω στοιχεία βρίσκουν επαρκές έρεισμα στις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής που αξιοποιήθηκαν κατά την εξέταση της αίτησής της, ενώ ούτε από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ούτε από το αποδεικτικό υλικό που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προέκυψε οποιοδήποτε στοιχείο ικανό να κλονίσει την ορθότητα της σχετικής κρίσης του Λειτουργού. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει λόγο να αποκλίνει από την αξιολόγηση της διοίκησης και αποδέχεται ως αποδεδειγμένα τα προσωπικά στοιχεία και το προφίλ του Αιτητή, όπως αυτά καταγράφηκαν στην επίδικη απόφαση.
Γ. Δεύτερος ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός
Ο δεύτερος ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός αφορά την άσκηση του επαγγέλματος του δημοσιογράφου και τη δημοσιογραφική δραστηριότητα του Αιτητή.
Ως προς το σκέλος της εσωτερικής αξιοπιστίας, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο Αιτητής, ήδη από την υποβολή της αίτησής του για διεθνή προστασία, προέβαλε ότι εργαζόταν ως Κούρδος δημοσιογράφος και επανέλαβε τον ισχυρισμό αυτό καθ' όλη τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας και ενώπιον του Δικαστηρίου. Παρά τις επιμέρους ανακρίβειες και ασάφειες που παρατηρούνται ως προς την επαγγελματική του πορεία και, ιδίως, ως προς τα πρακτορεία στα οποία εργάστηκε και τη χρονική αλληλουχία της απασχόλησής του, ο πυρήνας του ισχυρισμού του, ήτοι ότι άσκησε δημοσιογραφική δραστηριότητα σε κουρδικά ειδησεογραφικά μέσα, παρέμεινε σταθερός σε όλα τα στάδια της διαδικασίας.
Κατά συνέπεια, οι ανωτέρω επιμέρους αποκλίσεις δεν είναι, κατ' αρχήν, τέτοιας φύσεως ώστε να αναιρούν αφ' εαυτών την εσωτερική συνοχή του συγκεκριμένου ισχυρισμού, αλλά θα συνεκτιμηθούν κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας και της αποδεικτικής αξίας των εγγράφων που προσκομίστηκαν προς υποστήριξή του.
Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του υπό εξέταση ισχυρισμού, παρατηρώ ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν προέβησαν σε ουσιαστική αξιολόγηση των εγγράφων που ο Αιτητής είχε προσκομίσει προς υποστήριξή του. Η παράλειψη αυτή καταδεικνύει ότι η διοικητική έρευνα, ως προς το συγκεκριμένο σκέλος του ισχυρισμού, δεν υπήρξε πλήρης. Ωστόσο, ενόψει της υποχρέωσης του παρόντος Δικαστηρίου να προβεί σε πλήρη και ex nunc αξιολόγηση της υπόθεσης, το σύνολο του αποδεικτικού υλικού θα εξεταστεί ακολούθως.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, από την αυτεπάγγελτη έρευνα που διενήργησε το Δικαστήριο δεν προέκυψαν δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες ή δημοσιεύματα που να κατονομάζουν τον Αιτητή ως δημοσιογράφο των πρακτορείων DIHA ή Dihaber ή ως συντάκτη συγκεκριμένων δημοσιευμάτων τους. Εντούτοις, εντοπίστηκαν δύο δημοσιεύματα των φιλοκουρδικών ειδησεογραφικών μέσων BirGün και Bianet, αμφότερα ημερομηνίας 13.06.2022, στα οποία αναφέρεται ότι 62 οργανισμοί μέσων ενημέρωσης και 837 δημοσιογράφοι, μεταξύ των οποίων κατονομάζεται ρητώς και ο Αιτητής, υπέγραψαν κοινή δήλωση αλληλεγγύης προς τους δημοσιογράφους που τελούσαν υπό κράτηση στο Ντιγιαρμπακίρ[5],[6]. Η αναφορά αυτή δεν αποδεικνύει, αφ' εαυτής, ότι ο Αιτητής άσκησε δημοσιογραφική δραστηριότητα κατά τον χρόνο που ο ίδιος επικαλείται ούτε ότι εργάστηκε στα ανωτέρω πρακτορεία. Αποτελεί, ωστόσο, αντικειμενική εξωτερική ένδειξη ότι, κατά τον χρόνο δημοσίευσης της κοινής δήλωσης, το όνομα του Αιτητή εμφανιζόταν από τους συνυπογράφοντες της δήλωσης ως πρόσωπο που ανήκε στον δημοσιογραφικό χώρο.
Αναφορικά με το πρακτορείο Dicle News Agency (DIHA) [7], στο οποίο ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι εργάστηκε, από τις εξωτερικές πηγές που εξέτασε το Δικαστήριο προκύπτει ότι το εν λόγω πρακτορείο ιδρύθηκε στις 4 Απριλίου 2002 και δραστηριοποιείτο ως φιλοκουρδικό ειδησεογραφικό μέσο. Περαιτέρω, επιβεβαιώνεται ότι κατά τα έτη που ακολούθησαν αποτέλεσε αντικείμενο επανειλημμένων περιοριστικών μέτρων από τις τουρκικές αρχές, με αποτέλεσμα να αποκλειστεί κατ' επανάληψη η πρόσβαση στον διαδικτυακό του ιστότοπο, να ασκηθούν ποινικές διώξεις και να πραγματοποιηθούν συλλήψεις δημοσιογράφων και συνεργατών του. Ειδικότερα, από τον Ιούλιο του 2015 οι περιορισμοί σε βάρος του πρακτορείου εντάθηκαν, ενώ ο ιστότοπός του αποκλείστηκε επανειλημμένως, έως ότου το πρακτορείο ανεστάλη οριστικά με το υπ' αριθ. 675 κυβερνητικό διάταγμα της 29ης Οκτωβρίου 2016. Όπως προκύπτει από δημόσια ανακοίνωση του ίδιου του πρακτορείου, κατά τον χρόνο παύσης της λειτουργίας του αρκετοί δημοσιογράφοι και εργαζόμενοί του τελούσαν ήδη υπό κράτηση, ενώ το ίδιο δήλωνε ότι θα συνέχιζε την ενημέρωση μέσω εναλλακτικών διαδικτυακών πλατφορμών[8]. Οι πληροφορίες αυτές επιβεβαιώνουν ότι το DIHA αποτελούσε υπαρκτό δημοσιογραφικό πρακτορείο, το οποίο λειτουργούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο, καθώς και ότι οι δημοσιογράφοι και οι συνεργάτες του βρίσκονταν αντιμέτωποι με αυξημένες κρατικές παρεμβάσεις και ποινικές διώξεις.
Αναφορικά με το πρακτορείο ειδήσεων Dihaber[9], από τις εξωτερικές πηγές προκύπτει ότι ιδρύθηκε στις 14 Νοεμβρίου 2016, μετά την παύση λειτουργίας του πρακτορείου DIHA, και έπαυσε επίσης τη λειτουργία του κατόπιν έκδοσης κυβερνητικού διατάγματος τον Αύγουστο του 2017. Περαιτέρω, από δημόσια ανακοίνωση που εξέδωσε το ίδιο το πρακτορείο μετά την αναστολή της λειτουργίας του προκύπτει ότι απέδιδε το κλείσιμό του στο δημοσιογραφικό του έργο και, ιδίως, στη δημοσίευση ειδήσεων σχετικά με την κατάσταση στις κουρδικές περιοχές της νοτιοανατολικής Τουρκίας, δηλώνοντας παράλληλα ότι θα συνέχιζε τη λειτουργία του μέσω εναλλακτικών μέσων ενημέρωσης. Από τις ίδιες εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνεται επίσης ότι δημοσιογράφοι και συνεργάτες του πρακτορείου συνελήφθησαν ή τέθηκαν υπό κράτηση στο πλαίσιο των μέτρων που ελήφθησαν κατά μέσων ενημέρωσης επικριτικών προς την τουρκική κυβέρνηση[10]. Οι πληροφορίες αυτές επιβεβαιώνουν ότι το Dihaber αποτελούσε υπαρκτό ειδησεογραφικό πρακτορείο κατά τον κρίσιμο χρόνο και ότι οι δημοσιογράφοι και οι συνεργάτες του βρέθηκαν αντιμέτωποι με κρατικές παρεμβάσεις και ποινικές διώξεις.
Σχετικά έγγραφα που αφορούν την ιδιότητα του Αιτητή ως δημοσιογράφου.
Αξιολογώντας την ενισχυτική αξία των εγγράφων που ο Αιτητής προσκόμισε προς επίρρωση του υπό εξέταση ισχυρισμού, το Δικαστήριο εξετάζει καταρχάς τα έγγραφα που αφορούν το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο και, ειδικότερα, τη φοίτησή του σε πανεπιστημιακά ιδρύματα με αντικείμενο τη δημοσιογραφία. Από την αναλυτική βαθμολογία του Πανεπιστημίου Cumhuriyet, ημερομηνίας 18.11.2021 (βλ. ερ. 72 δ.φ.), προκύπτει ότι ο Αιτητής εγγράφηκε στο Τμήμα Δημοσιογραφίας στις 04.09.2012 και διέκοψε οικειοθελώς τη φοίτησή του στις 03.09.2013, έχοντας παρακολουθήσει μόνο το πρώτο ακαδημαϊκό εξάμηνο. Περαιτέρω, από τη βεβαίωση του Συμβουλίου Ανώτατης Εκπαίδευσης της Τουρκικής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 05.09.2019 (βλ. ερ. 73 δ.φ.), προκύπτει ότι ο Αιτητής εγγράφηκε στο Τμήμα Δημοσιογραφίας του Πανεπιστημίου Gaziantep ήδη από τις 04.09.2013, ήτοι αμέσως μετά τη διακοπή της φοίτησής του στο Πανεπιστήμιο Cumhuriyet.
Το χρονοδιάγραμμα που προκύπτει από τα δύο αυτά έγγραφα δεν επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Cumhuriyet εξαιτίας της σύλληψης και της επακόλουθης διετούς κράτησής του. Αντιθέτως, από τα ίδια τα έγγραφα προκύπτει ότι η διακοπή της φοίτησής του καταχωρίστηκε ως οικειοθελής («Voluntary Withdrawal»), χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε αποβολή, πειθαρχικό μέτρο ή άλλη αιτία συνδεόμενη με ποινική δίωξη ή στέρηση της ελευθερίας του. Παράλληλα, η εγγραφή του στο Πανεπιστήμιο Gaziantep την αμέσως επόμενη ημέρα καταδεικνύει αδιάλειπτη συνέχεια της ακαδημαϊκής του πορείας στο ίδιο γνωστικό αντικείμενο και δεν συνάδει με τους ισχυρισμούς του ότι μεσολάβησε διετής κράτηση, συνεπεία της οποίας δεν ήταν σε θέση να συνεχίσει τις σπουδές του. Η ανακολουθία αυτή καθίσταται ακόμη εντονότερη εάν συνεκτιμηθεί ότι ο ίδιος συνέδεσε επανειλημμένως, κατά τις δηλώσεις του, την έναρξη της φοίτησής του στο Πανεπιστήμιο Gaziantep με την αποφυλάκισή του το 2014.
Υπό τα δεδομένα αυτά, τα ανωτέρω έγγραφα επιβεβαιώνουν μεν ότι ο Αιτητής φοίτησε σε πανεπιστημιακά ιδρύματα με αντικείμενο τη δημοσιογραφία, δεν επιβεβαιώνουν όμως τον ισχυρισμό του ότι η διακοπή των σπουδών του οφειλόταν στη σύλληψη και την κράτησή του ούτε, κατ’ επέκταση, ότι οι σπουδές του διεκόπησαν εξαιτίας της επικαλούμενης δίωξής του. Αντιθέτως, ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, το περιεχόμενό τους αποδυναμώνει τις δηλώσεις του.
Ως προς το δημοσίευμα του πρακτορείου DIHA, ημερομηνίας 29.09.2016 το οποίο στο τέλος του κειμένου φέρει τα αρχικά «mp/ip/sd» (βλ. ερ. 74 δ.φ.), παρατηρώ ότι δεν κατέστη δυνατή η ανεξάρτητη επαλήθευση της δημοσίευσής του, καθόσον το άρθρο δεν εντοπίστηκε μέσω της λειτουργίας αναζήτησης της ιστοσελίδας του πρακτορείου ούτε μέσω του ηλεκτρονικού συνδέσμου που αναγράφεται στο ίδιο το έγγραφο[11]. Η διαπίστωση αυτή δεν αρκεί, αφ' εαυτής, για να θέσει υπό αμφισβήτηση τη γνησιότητα του προσκομισθέντος εγγράφου, περιορίζει όμως την αποδεικτική του αξία ως προς τη δυνατότητα επιβεβαίωσης της προέλευσης και του περιεχομένου του από ανεξάρτητη πηγή.
Περαιτέρω, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι αποτελούσε τον συντάκτη του δημοσιεύματος και ότι υπέγραφε τα άρθρα του με τα αρχικά «mp», προκειμένου να μην καθίσταται ευχερής η ταυτοποίησή του από τις τουρκικές αρχές. Ωστόσο, το συγκεκριμένο δημοσίευμα δεν φέρει αποκλειστικά τα αρχικά «mp», αλλά και τα επιπρόσθετα αρχικά «ip» και «sd», χωρίς ο Αιτητής να έχει παράσχει οποιαδήποτε εξήγηση ως προς την ταυτότητα ή τον ρόλο των προσώπων αυτών. Ειδικότερα, ουδέποτε ανέφερε ότι τα δημοσιεύματά του αποτελούσαν προϊόν συλλογικής εργασίας ή ότι συνυπέγραφε άρθρα με άλλους δημοσιογράφους ή επιμελητές. Υπό τα δεδομένα αυτά, η απλή αναγραφή των αρχικών «mp» δεν επαρκεί για την ασφαλή ταυτοποίησή του ως συντάκτη του συγκεκριμένου δημοσιεύματος.
Περαιτέρω, η εξήγηση του Αιτητή ότι χρησιμοποιούσε αποκλειστικά τα αρχικά του προς αποφυγή στοχοποίησής του δεν παρουσιάζεται απολύτως συνεπής με το λοιπό αποδεικτικό υλικό, καθόσον σε άλλο δημοσίευμα που επίσης προσκόμισε (βλ. ερ. 75 δ.φ.) αναγράφεται ως συντάκτης με το πλήρες ονοματεπώνυμό του («[]»). Η ανακολουθία αυτή αποδυναμώνει την αξιοπιστία της εξήγησής του ως προς τον τρόπο υπογραφής των δημοσιευμάτων του.
Ως εκ τούτου, το συγκεκριμένο δημοσίευμα συνιστά ένδειξη ότι ο Αιτητής ενδέχεται να συνδεόταν με δημοσιογραφική δραστηριότητα, πλην όμως, εξεταζόμενο αυτοτελώς, δεν επαρκεί για να αποδείξει, κατά τον απαιτούμενο βαθμό πιθανολόγησης, ότι υπήρξε ο συντάκτης του ή ότι η αναγραφή των αρχικών «mp» αναφέρεται πράγματι στο πρόσωπό του.
Σχετικά με το δημοσίευμα του πρακτορείου Nuce Ciwan, το οποίο φέρει τον τίτλο «Guney Kibris’ta Kurdistalilar ve dostlari Kobane icin yurudu» (μετάφραση Δικαστηρίου: «Κούρδοι και φίλοι τους πραγματοποίησαν πορεία για το Κομπάνι στη Νότια Κύπρο») και στο οποίο ως συντάκτης αναγράφεται το ονοματεπώνυμο του Αιτητή («[]») (βλ. ερ. 75 δ.φ.), επισημαίνω ότι το Δικαστήριο εντόπισε το συγκεκριμένο δημοσίευμα στην ιστοσελίδα του πρακτορείου με ημερομηνία δημοσίευσης 01.11.2018[12], γεγονός που επιβεβαιώνει ότι το προσκομισθέν έγγραφο αντιστοιχεί σε υπαρκτό διαδικτυακό δημοσίευμα. Ωστόσο, το άρθρο παραπέμπει, μέσω ηλεκτρονικού συνδέσμου, σε δημοσίευση του συντάκτη στην πλατφόρμα X (πρώην Twitter), πλην όμως ο σύνδεσμος αυτός δεν είναι πλέον ενεργός, ενώ δεν περιλαμβάνεται στην εκτύπωση που προσκόμισε ο Αιτητής, μολονότι αυτή εμφανίζεται ως αυτούσια αναπαραγωγή του διαδικτυακού δημοσιεύματος. Ως εκ τούτου, δεν κατέστη δυνατή η περαιτέρω επαλήθευση του περιεχομένου του συνδέσμου ή της σύνδεσης του σχετικού λογαριασμού με τον Αιτητή. Περαιτέρω, το συγκεκριμένο δημοσίευμα παρουσιάζει ουσιώδη απόκλιση σε σχέση με τις δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με τον τρόπο υπογραφής των δημοσιευμάτων του. Ειδικότερα, ενώ ο ίδιος υποστήριξε ότι, για λόγους ασφαλείας και προς αποφυγή ταυτοποίησής του από τις τουρκικές αρχές, υπέγραφε τα δημοσιεύματά του αποκλειστικά με τα αρχικά του («mp»), στο παρόν δημοσίευμα αναγράφεται το πλήρες ονοματεπώνυμό του («[]»), χωρίς να έχει παράσχει οποιαδήποτε εύλογη εξήγηση για τη διαφοροποίηση αυτή. Υπό τα δεδομένα αυτά, το συγκεκριμένο δημοσίευμα αποτελεί μεν αντικειμενική ένδειξη ότι το ονοματεπώνυμο του Αιτητή εμφανίζεται ως συντάκτη σε δημοσίευμα του πρακτορείου Nuce Ciwan, πλην όμως δεν επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του περί πάγιας χρήσης μόνο των αρχικών του για λόγους ασφαλείας, ούτε αρκεί, αυτοτελώς εξεταζόμενο, για να τεκμηριώσει την έκταση της επικαλούμενης δημοσιογραφικής του δραστηριότητας.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το συγκεκριμένο δημοσίευμα αποτελεί μεν αντικειμενική ένδειξη ότι το όνομα του Αιτητή εμφανίζεται ως συντάκτη σε δημοσίευμα του πρακτορείου Nuce Ciwan, πλην όμως η αποδεικτική του αξία ως προς τον ισχυρισμό ότι ο Αιτητής ακολουθούσε πάγια πρακτική απόκρυψης της ταυτότητάς του μέσω της χρήσης μόνο των αρχικών του αποδυναμώνεται σημαντικά από την ανωτέρω ανακολουθία.
Αναφορικά με τα πέντε δημοσιεύματα που προσκόμισε ο Αιτητής κατά την ακροαματική διαδικασία της 12.06.2026, παρατηρώ ότι ο ίδιος ισχυρίστηκε πως αποτελεί τον συντάκτη τους, προβάλλοντας ότι υπέγραφε τα άρθρα του με τα αρχικά «mp». Εντούτοις, σε κανένα από τα δημοσιεύματα δεν αναγράφεται το πλήρες ονοματεπώνυμό του ούτε περιλαμβάνεται οποιοδήποτε άλλο εξατομικευτικό στοιχείο που να επιτρέπει την άμεση σύνδεσή τους με το πρόσωπό του.
Ειδικότερα, όλα τα δημοσιεύματα φέρουν, πέραν των αρχικών «mp», και πρόσθετους συνδυασμούς αρχικών («mp-mhy/ip/avt», «mp/mo», «mp-mhy/ip/sd» και «mp/ip/rp»), χωρίς να διευκρινίζεται σε ποια πρόσωπα ή δημοσιογραφικές λειτουργίες αντιστοιχούν. Ο Αιτητής, μολονότι ερωτήθηκε σχετικά, δεν εξήγησε τον ρόλο των λοιπών προσώπων ούτε ανέφερε ότι τα άρθρα αποτελούσαν προϊόν συλλογικής δημοσιογραφικής εργασίας. Παράλληλα, από την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου δεν προέκυψαν πληροφορίες που να επιβεβαιώνουν την ύπαρξη πάγιας πρακτικής υπογραφής των δημοσιευμάτων του πρακτορείου αποκλειστικά με αρχικά ούτε προσκομίστηκε οποιοδήποτε ανεξάρτητο στοιχείο, όπως κατάλογος συντακτών, βεβαίωση του πρακτορείου ή άλλο υπηρεσιακό έγγραφο, που να συνδέει ειδικώς τα αρχικά «mp» με τον Αιτητή. Εντοπίστηκαν μεν πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες Κούρδοι δημοσιογράφοι, ιδίως κατά το παρελθόν, απέκρυπταν την πραγματική τους ταυτότητα ή χρησιμοποιούσαν ψευδώνυμα λόγω του κινδύνου δίωξης[13], οι πληροφορίες αυτές, όμως, δεν αρκούν για να αποδειχθεί ότι οι συγκεκριμένοι συνδυασμοί αρχικών χρησιμοποιούνταν κατά τον τρόπο που περιέγραψε ο Αιτητής ούτε ότι το «mp» αντιστοιχεί πράγματι στο πρόσωπό του.
Παρατηρώ, ωστόσο, ότι η θεματολογία και η γεωγραφική εστίαση των δημοσιευμάτων είναι συμβατές με τις δηλώσεις του Αιτητή ότι κάλυπτε τοπικά κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα στις κουρδικές περιοχές και, ιδίως, στην ευρύτερη περιοχή της Riha/Urfa. Η συμβατότητα αυτή ενισχύει σε περιορισμένο βαθμό τον ισχυρισμό του ως προς το είδος της δημοσιογραφικής δραστηριότητας που ισχυρίζεται ότι ασκούσε, δεν αποδεικνύει όμως ότι ο ίδιος συνέλεξε τις πληροφορίες ή συνέταξε τα συγκεκριμένα άρθρα.
Περαιτέρω, ορισμένες από τις προσκομισθείσες εκτυπώσεις φαίνεται να προέρχονται από μεταγενέστερη ή αρχειοθετημένη εκδοχή της ιστοσελίδας, καθόσον φέρουν στο υποσέλιδο την ένδειξη «DIHA © 2025», μολονότι τα άρθρα χρονολογούνται από το 2016. Η ένδειξη αυτή δεν καταδεικνύει αφ' εαυτής ότι τα δημοσιεύματα είναι μη γνήσια, επιβεβαιώνει όμως ότι οι εκτυπώσεις δεν είναι σύγχρονες με την αρχική δημοσίευσή τους και περιορίζει τη δυνατότητα ελέγχου της αρχικής μορφής και των μεταδεδομένων τους.
Υπό το φως των ανωτέρω, τα πέντε δημοσιεύματα διαθέτουν περιορισμένη ενισχυτική αποδεικτική αξία. Η επαναλαμβανόμενη χρήση των αρχικών «mp», η θεματολογία τους και η σύνδεσή τους με την περιοχή στην οποία ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι δραστηριοποιείτο αποτελούν ενδείξεις που δεν μπορούν να παραγνωριστούν. Ωστόσο, η απουσία του πλήρους ονοματεπωνύμου του, η παράλληλη αναγραφή πολλαπλών αρχικών και η έλλειψη ανεξάρτητου στοιχείου που να συνδέει ειδικώς τα αρχικά «mp» με τον Αιτητή δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να διαπιστώσει, με την απαιτούμενη ασφάλεια, ότι αυτός υπήρξε ο αποκλειστικός ή κύριος συντάκτης των συγκεκριμένων δημοσιευμάτων. Ως εκ τούτου, τα δημοσιεύματα δύνανται να συνεκτιμηθούν μόνο σε συνδυασμό με τη δημοσιογραφική ταυτότητα, το δημοσίευμα του Nuce Ciwan που φέρει το πλήρες ονοματεπώνυμό του, τις εξωτερικές αναφορές των BirGün και Bianet, καθώς και το σύνολο του λοιπού αποδεικτικού υλικού.
Ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας τυγχάνει η δημοσιογραφική ταυτότητα του πρακτορείου Dihaber, η οποία προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σε πρωτότυπη μορφή και εκτυπώθηκε σχετικό αντίγραφο για τον φάκελο της υπόθεσης (βλ. Τεκμήριο 2, ημερ. 13.03.2026). Από το περιεχόμενό της προκύπτει ότι φέρει το ονοματεπώνυμο του Αιτητή, τη φωτογραφία του, προσωπικά στοιχεία ταυτότητας (όνομα πατέρα και μητέρας, τόπο και ημερομηνία γέννησης, αριθμό τουρκικής ταυτότητας), καθώς και την ιδιότητα «Stajyer Muhabir» (ασκούμενος ανταποκριτής), με ημερομηνία λήξης ισχύος την 31.12.2018. Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για υπηρεσιακή ταυτότητα εκδιδόμενη από το ίδιο το δημοσιογραφικό πρακτορείο και όχι από κρατική αρχή, το Δικαστήριο δεν εντόπισε οποιοδήποτε εμφανές στοιχείο που, αφ' εαυτού, να θέτει υπό αμφισβήτηση τη γνησιότητά της.
Ωστόσο, η αποδεικτική της αξία δεν μπορεί να εκτιμηθεί απομονωμένα, αλλά πρέπει να συνεκτιμηθεί με το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και ιδίως με τις δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με την απόκτησή της, τη φύλαξή της και τον χρόνο προσκόμισής της. Ειδικότερα, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι δεν είχε προσκομίσει τη δημοσιογραφική του ταυτότητα κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, διότι την είχε απολέσει κατά τη διάρκεια μετακόμισης, ενώ, κατά τους ισχυρισμούς του, αυτή εντοπίστηκε τυχαία από φίλο του μετά την πάροδο τριών έως τεσσάρων ετών και του απεστάλη μεταγενέστερα, γεγονός που κατέστησε δυνατή την προσκόμισή της για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου.
Η εξήγηση αυτή, όμως, δεν μπορεί να αξιολογηθεί ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η δημοσιογραφική ιδιότητα αποτελεί τον πυρήνα του εξεταζόμενου ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού και ότι η συγκεκριμένη ταυτότητα συνιστά, κατά τους ίδιους τους ισχυρισμούς του Αιτητή, το σημαντικότερο αποδεικτικό στοιχείο προς επιβεβαίωσή του. Υπό τις περιστάσεις αυτές, θα ήταν ευλόγως αναμενόμενο ο Αιτητής να είχε ήδη από το στάδιο της εξέτασης του αιτήματός του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου ενημερώσει ότι κατείχε σχετική δημοσιογραφική ταυτότητα, έστω και εάν αυτή είχε απολεσθεί, καθώς και να είχε αναφέρει τις προσπάθειες που, κατά τους ισχυρισμούς του, κατέβαλλε για τον εντοπισμό ή την ανάκτησή της. Αντιθέτως, ο ισχυρισμός περί απώλειας και μεταγενέστερου εντοπισμού της προβλήθηκε για πρώτη φορά κατά τη δικαστική διαδικασία, χωρίς να συνοδεύεται από οποιοδήποτε πρόσθετο αποδεικτικό στοιχείο που να επιβεβαιώνει τις περιστάσεις υπό τις οποίες το έγγραφο εντοπίστηκε και περιήλθε εκ νέου στην κατοχή του.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η δημοσιογραφική ταυτότητα συνιστά αναμφίβολα το ισχυρότερο αποδεικτικό στοιχείο που προσκόμισε ο Αιτητής προς απόδειξη της φερόμενης δημοσιογραφικής του ιδιότητας, καθόσον συνδέει το ονοματεπώνυμό του με το πρακτορείο Dihaber. Πλην όμως, η φύση της ως υπηρεσιακού εγγράφου ιδιωτικού φορέα, σε συνδυασμό με τον χρόνο και τις περιστάσεις προσκόμισής της, δεν επιτρέπουν, χωρίς περαιτέρω επιβεβαιωτικά στοιχεία, να συναχθεί με την απαιτούμενη ασφάλεια ότι ο Αιτητής άσκησε πράγματι δημοσιογραφικά καθήκοντα κατά τον τρόπο και στην έκταση που ισχυρίζεται, ούτε ότι υπήρξε ο συντάκτης των δημοσιευμάτων που προσκόμισε ή ότι η ιδιότητά του αυτή αποτέλεσε την αιτία της φερόμενης δίωξής του. Ως εκ τούτου, η αποδεικτική της αξία κρίνεται σημαντική, πλην όμως όχι αυτοτελώς επαρκής, και πρέπει να συνεκτιμηθεί με το σύνολο των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων και των δηλώσεων του Αιτητή.
Υπό το φως του συνόλου των ανωτέρω στοιχείων, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο δεύτερος ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει δεκτός στο σύνολό του. Ειδικότερα, από τα προσκομισθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό με τις πληροφορίες που αντλήθηκαν αυτεπαγγέλτως από αξιόπιστες εξωτερικές πηγές, επιβεβαιώνεται, κατά τον απαιτούμενο βαθμό πιθανολόγησης, ότι ο Αιτητής είχε πραγματική σχέση με τον χώρο της δημοσιογραφίας και ότι ανέπτυξε, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, δημοσιογραφική δραστηριότητα σε φιλοκουρδικά μέσα ενημέρωσης. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται ιδίως από τη φοίτησή του σε δύο πανεπιστημιακά ιδρύματα με αντικείμενο τη δημοσιογραφία, την πρωτότυπη δημοσιογραφική ταυτότητα του πρακτορείου Dihaber, το δημοσίευμα του πρακτορείου Nuce Ciwan που φέρει το πλήρες ονοματεπώνυμό του, καθώς και την κατονομασία του μεταξύ των συνυπογραφόντων της κοινής δήλωσης των 837 δημοσιογράφων που δημοσιεύθηκε από τα μέσα BirGün και Bianet το 2022.
Δεν αποδεικνύεται, όμως, κατά τον απαιτούμενο βαθμό πιθανολόγησης, ότι ο Αιτητής άσκησε δημοσιογραφική δραστηριότητα με την έκταση, τον τρόπο και τη διάρκεια που ο ίδιος περιγράφει, ούτε ότι υπήρξε ο συντάκτης των δημοσιευμάτων που προσκόμισε προς επίρρωση του ισχυρισμού του. Οι ουσιώδεις ανακολουθίες που εντοπίστηκαν στις δηλώσεις του ως προς την επαγγελματική του πορεία, ο τρόπος υπογραφής των δημοσιευμάτων, οι περιστάσεις προσκόμισης της δημοσιογραφικής ταυτότητας και η περιορισμένη αποδεικτική αξία των λοιπών εγγράφων δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να καταλήξει με την απαιτούμενη ασφάλεια ότι ο ισχυρισμός του ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αποδέχεται μερικώς τον δεύτερο ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, κατά το μέρος που αφορά την ύπαρξη πραγματικής, έστω περιορισμένης, δημοσιογραφικής δραστηριότητας του Αιτητή σε φιλοκουρδικά μέσα ενημέρωσης, απορρίπτει όμως τον ισχυρισμό κατά το μέρος που αφορά την έκταση της δραστηριότητας αυτής, τη σύνταξη των συγκεκριμένων δημοσιευμάτων που επικαλείται και, κυρίως, τη σύνδεσή της με τις επικαλούμενες συλλήψεις, την ποινική δίωξη και την καταδίκη του, ζητήματα τα οποία θα εξεταστούν αυτοτελώς κατά την αξιολόγηση του επόμενου ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού.
Δ. Τρίτος ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός
Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού, ο οποίος αφορά τη σύλληψη, κράτηση, ποινική δίωξη και καταδίκη του Αιτητή λόγω της κουρδικής του καταγωγής, των πολιτικών του πεποιθήσεων και της δημοσιογραφικής του δραστηριότητας, καθώς και τον προβαλλόμενο κίνδυνο περαιτέρω δίωξής του σε περίπτωση επιστροφής στην Τουρκία, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι δηλώσεις του δεν παρουσιάζουν την απαιτούμενη συνοχή και συνέπεια, αλλά χαρακτηρίζονται από ουσιώδεις ανακολουθίες ως προς τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τον πυρήνα του ισχυρισμού.
Καταρχάς, ο Αιτητής δεν παρουσίασε σταθερή και συνεπή εκδοχή ως προς τη χρονική αλληλουχία των συλλήψεων και της κράτησής του. Ειδικότερα, υποστήριξε ότι συνελήφθη αρχικώς το 2011 και αφέθηκε ελεύθερος, ενώ μετά τη δεύτερη σύλληψή του το 2012 κρατήθηκε επί δύο συναπτά έτη, έως την αποφυλάκισή του το 2014. Παράλληλα, όμως, συνέδεσε τη φοίτησή του στο Πανεπιστήμιο Gaziantep με την αποφυλάκισή του. Ωστόσο, τα ίδια τα έγγραφα που προσκόμισε καταδεικνύουν ότι η εγγραφή του στο Πανεπιστήμιο Gaziantep πραγματοποιήθηκε ήδη στις 04.09.2013, στοιχείο το οποίο δεν συνάδει με τον ισχυρισμό περί συνεχούς κράτησής του μέχρι το έτος 2014.
Περαιτέρω, οι δηλώσεις του ως προς τους λόγους της σύλληψης και της κράτησής του μεταβάλλονται ουσιωδώς κατά τη διάρκεια της διοικητικής και δικαστικής διαδικασίας. Άλλοτε απέδωσε τις συλλήψεις του αποκλειστικά στην κουρδική του καταγωγή, άλλοτε στην ιδιότητά του ως φοιτητή, άλλοτε στη δημοσιογραφική του δραστηριότητα και άλλοτε στην πεποίθηση των τουρκικών αρχών ότι αποτελούσε μέλος του PKK. Οι διαφορετικές αυτές εκδοχές δεν παρουσιάζονται ως συμπληρωματικές ούτε εξηγείται η μεταξύ τους σχέση, αλλά προβάλλονται εναλλακτικά ως η κύρια αιτία των ίδιων γεγονότων. Η μεταβολή αυτή δεν αφορά δευτερεύουσες πτυχές της αφήγησής του, αλλά το ίδιο το αίτιο της επικαλούμενης δίωξης.
Αντίστοιχες ανακολουθίες διαπιστώνονται και ως προς το αντικείμενο της ποινικής δίωξης. Ειδικότερα, όταν ερωτήθηκε επανειλημμένως για το αδίκημα για το οποίο κατηγορήθηκε, απέφυγε να προσδιορίσει συγκεκριμένη κατηγορία, απαντώντας αρχικώς ότι συνελήφθη επειδή ήταν Κούρδος και φοιτητής, στη συνέχεια ότι οι τουρκικές αρχές θεωρούσαν ότι ήταν μέλος του PKK και, τέλος, παρέπεμψε στα έγγραφα που είχε προσκομίσει, χωρίς να είναι σε θέση να περιγράψει ο ίδιος, με στοιχειώδη σαφήνεια, την κατηγορία που, κατά τους ισχυρισμούς του, οδήγησε στην καταδίκη του σε ποινή φυλάκισης είκοσι τεσσάρων ετών.
Περαιτέρω, οι δηλώσεις του ως προς τις συνθήκες της κράτησής του παραμένουν ιδιαιτέρως γενικές και στερούνται ουσιωδών λεπτομερειών. Παρά το γεγονός ότι ισχυρίστηκε ότι στερήθηκε την ελευθερία του επί δύο συναπτά έτη, περιορίστηκε να αναφέρει ότι επρόκειτο για «κλειστή φυλακή», ότι διάβαζε βιβλία και περνούσε τον χρόνο του με άλλους Κούρδους κρατουμένους, χωρίς να παράσχει συγκεκριμένες πληροφορίες ως προς τις συνθήκες κράτησης, τις ανακρίσεις, την εξέλιξη της ποινικής διαδικασίας ή άλλα πραγματικά περιστατικά που θα αναμένονταν από πρόσωπο το οποίο επικαλείται διετή εγκλεισμό.
Ομοίως, δεν παρουσιάζεται επαρκώς σαφής και συνεπής η περιγραφή της ποινικής διαδικασίας. Από τη μία πλευρά, ο Αιτητής υποστήριξε ότι η δίκη του εξακολουθεί να εκκρεμεί, ενώ, από την άλλη, δήλωσε ότι ήδη από το 2019 εκδόθηκε εις βάρος του καταδικαστική απόφαση με την οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης είκοσι τεσσάρων ετών. Οι δύο αυτές δηλώσεις δεν είναι κατ' ανάγκην ασύμβατες, καθόσον θα μπορούσαν να αφορούν διαφορετικά στάδια της ίδιας ποινικής διαδικασίας ή ακόμη και διαφορετικές διαδικασίες. Πλην όμως, ο Αιτητής ουδέποτε παρείχε σχετική διευκρίνιση, παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, με αποτέλεσμα να παραμένει ασαφής η πραγματική εξέλιξη της επικαλούμενης ποινικής δίωξης.
Τέλος, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο γεγονός ότι, παρά την κεντρική θέση που κατέχουν, κατά τους ισχυρισμούς του, οι συλλήψεις, η κράτηση και η καταδίκη στην αιτία εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, οι σχετικές περιγραφές του παραμένουν αποσπασματικές, γενικόλογες και διατυπώνονται, κατά κανόνα, μόνο κατόπιν επανειλημμένων διευκρινιστικών ερωτήσεων, χωρίς να παρουσιάζουν την αναμενόμενη σαφήνεια, λεπτομέρεια και εσωτερική συνοχή ως προς τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο τρίτος ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός δεν παρουσιάζει την απαιτούμενη εσωτερική αξιοπιστία. Οι διαπιστωθείσες ανακολουθίες δεν αφορούν επουσιώδεις ή περιφερειακές πτυχές της αφήγησης, αλλά εκτείνονται στον πυρήνα του ισχυρισμού, ήτοι στους λόγους της σύλληψης, στο χρονοδιάγραμμα και τη διάρκεια της κράτησης, στη φύση της επικαλούμενης ποινικής δίωξης, καθώς και στις περιστάσεις που, κατά τους ισχυρισμούς του Αιτητή, οδήγησαν στην καταδίκη του και θεμελιώνουν τον προβαλλόμενο κίνδυνο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στην Τουρκία. Οι ανακολουθίες αυτές θα συνεκτιμηθούν περαιτέρω κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού και της αποδεικτικής αξίας των εγγράφων που προσκομίστηκαν προς επίρρωσή του.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού, το Δικαστήριο προχώρησε σε αυτεπάγγελτη έρευνα προκειμένου να εξακριβώσει κατά πόσον οι δηλώσεις του Αιτητή βρίσκουν έρεισμα σε αντικειμενικές πληροφορίες σχετικά με τη μεταχείριση των Κούρδων πολιτών, των υποστηρικτών της συνδικαλιστικής οργάνωσης EGITIM-SEN, καθώς και των δημοσιογράφων στην Τουρκία.
Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του ότι συνελήφθη το 2011 λόγω της υποστήριξής του προς την ένωση εκπαιδευτικών EGITIM-SEN, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η ύπαρξη και η δράση της εν λόγω συνδικαλιστικής οργάνωσης επιβεβαιώνονται από εξωτερικές πηγές. Συγκεκριμένα προκύπτει από την σχετική έρευνα ότι η Συνδικαλιστική Ένωση Εργαζομένων στην Εκπαίδευση και την Επιστήμη (EĞİTİM SEN) είναι συνδικαλιστική οργάνωση που δραστηριοποιείται στον τομέα της εκπαίδευσης, της διδασκαλίας και των επιστημονικών υπηρεσιών στην Τουρκία, είναι συνδεδεμένη με τη Συνομοσπονδία Συνδικάτων Δημοσίων Υπαλλήλων και ιδρύθηκε στις 23 Ιανουαρίου 1995[14].
Περαιτέρω, οι ίδιες πηγές καταδεικνύουν ότι κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα πράγματι ασκήθηκαν διώξεις κατά μελών της οργάνωσης. Ειδικότερα το 2011 καταδικάστηκαν σε φυλάκιση 6 ετών και 2 μηνών, μέλη του EGITIM Sen-KESK συμπεριλαμβανομένου του προέδρου του KESK Lami Özgen με πρόσχημα την αντιτρομοκρατική νομοθεσία [15] .
Προκύπτει, περαιτέρω, ότι 25 συνδικαλιστές του δημόσιου τομέα καταδικάστηκαν από δικαστήριο της Σμύρνης σε ποινή φυλάκισης έξι ετών και πέντε μηνών. Οι καταδικασθέντες συγκαταλέγονταν μεταξύ 31 προσώπων που είχαν κατηγορηθεί, ήδη από τον Νοέμβριο του 2009, για φερόμενη συμμετοχή στην Ένωση Κοινοτήτων του Κουρδιστάν (KCK), την οποία οι τουρκικές αρχές θεωρούν παράνομη οργάνωση. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, η καταδίκη τους στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, σε στοιχεία όπως η κατοχή βιβλίων και η συμμετοχή σε συνδικαλιστικές συνελεύσεις, τα οποία η ίδια χαρακτηρίζει ως μη συνδεόμενα με εγκληματική δραστηριότητα.[16]
Ομοίως, μεταγενέστερες πληροφορίες καταδεικνύουν ότι και το 2016 μέλη της EĞİTİM SEN αποτέλεσαν αντικείμενο μαζικών διώξεων από τις τουρκικές αρχές[17].
Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Αιτητή ότι συνελήφθη το 2012 επειδή βρέθηκαν βιβλία κουρδικής ιστορίας στην οικία φίλου του, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι γενικές πληροφορίες για την κατάσταση των Κούρδων στην Τουρκία είναι συμβατές με τον πυρήνα του ισχυρισμού του. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το Freedom House οι Κούρδοι πολίτες συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν σημαντικές διακρίσεις, ενώ κουρδικές οργανώσεις, πολιτιστικά ιδρύματα και απλοί πολίτες έχουν συλληφθεί για λόγους που συνδέονται με την ταυτότητά τους. [18]
Περαιτέρω, πολιτικοί και κόμματα που συνδέονται με τον κουρδικό πληθυσμό, τη μεγαλύτερη εθνοτική μειονοτική ομάδα της Τουρκίας, εξακολουθούν να υφίστανται τακτική παρενόχληση από την κυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένης της ρητορικής μίσους, των πολιτικά υποκινούμενων διώξεων και της παραπληροφόρησης στα φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης. Παραδείγματα αντικουρδικής προκατάληψης στον πολιτικό τομέα αναφέρθηκαν ακόμη και μετά την ανακοίνωση από την κυβέρνηση σημαντικών εξελίξεων στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις της με το ΡΚΚ το 2025. Τον Αύγουστο 2025, για παράδειγμα, σε μια ομάδα Κούρδισσων γυναικών που κλήθηκαν να καταθέσουν ενώπιον μιας κοινοβουλευτικής επιτροπής για την ειρηνευτική διαδικασία απαγορεύτηκε να μιλήσουν κουρδικά.[19]
Πρόσθετα, οι τουρκικές αρχές κατηγορούνται τακτικά για βασανιστήρια και άλλες σκληρές, απάνθρωπες και ταπεινωτικές μεταχειρίσεις κρατουμένων. Συγκεκριμένες ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των Κούρδων, αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες διακρίσεις και κακοποίηση κατά την κράτηση[20].
Εξάλλου, οι πληροφορίες που συνέλεξε αυτεπαγγέλτως το Δικαστήριο αναφορικά με την κατάσταση της ελευθερίας της έκφρασης και της ελευθερίας του Τύπου στην Τουρκία επιβεβαιώνουν ότι δημοσιογράφοι, ιδίως όσοι δραστηριοποιούνται σε θέματα που αφορούν το κουρδικό ζήτημα ή ασκούν κριτική στις κρατικές αρχές, αντιμετωπίζουν συστηματικά ποινικές διώξεις, συλλήψεις και περιορισμούς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Οι πληροφορίες αυτές επιβεβαιώνουν το γενικό πλαίσιο εντός του οποίου θα μπορούσαν να λάβουν χώρα διώξεις δημοσιογράφων και Κούρδων πολιτών[21].
Ωστόσο, καμία από τις ανωτέρω εξωτερικές πηγές δεν επιβεβαιώνει ότι ο Αιτητής διώχθηκε ποινικά ή καταδικάστηκε για τους λόγους που ο ίδιος επικαλείται. Η μοναδική εξωτερική πηγή που συνδέει άμεσα το όνομά του με τα προβαλλόμενα περιστατικά είναι δημοσίευμα του πρακτορείου Evrensel, ημερομηνίας 14.12.2012, σύμφωνα με το οποίο έξι πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο Αιτητής, συνελήφθησαν στο πλαίσιο επιχείρησης των τουρκικών αρχών που αναφέρεται ως επιχείρηση «KCK» και εν συνεχεία προφυλακίστηκαν (βλ. ερ. 76 δ.φ.). Το Δικαστήριο εντόπισε το συγκεκριμένο δημοσίευμα αυτούσιο στην ιστοσελίδα του πρακτορείου, γεγονός που ενισχύει την αξιοπιστία του ως προς την ύπαρξη της σχετικής είδησης. Εντούτοις, το δημοσίευμα δεν προσδιορίζει τις συγκεκριμένες κατηγορίες που αποδόθηκαν στον Αιτητή ούτε τους λόγους για τους οποίους διατάχθηκε η προφυλάκισή του[22]. Επιπλέον, σε καμία άλλη ανεξάρτητη εξωτερική πηγή δεν κατέστη δυνατό να επιβεβαιωθούν η σύλληψη, η μετέπειτα διετής κράτηση, η επικαλούμενη ποινική διαδικασία ή η καταδίκη του.
Περαιτέρω, οι σύγχρονες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής επιβεβαιώνουν ότι οι τουρκικές αρχές εξακολουθούν να εφαρμόζουν ευρέως τις διατάξεις της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας εις βάρος δημοσιογράφων, υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πολιτικών αντιπάλων και προσώπων που ασκούν ειρηνικά την ελευθερία της έκφρασης. Ειδικότερα, αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καταδεικνύουν ότι η εφαρμογή της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας στην Τουρκία δεν συμβαδίζει πάντοτε με τις απαιτήσεις της ΕΣΔΑ, καθώς έχουν διαπιστωθεί παραβιάσεις σε περιπτώσεις όπου επιβλήθηκε ποινική ευθύνη για ειρηνική έκφραση, πολιτικό λόγο ή δραστηριότητες της κοινωνίας των πολιτών, χωρίς επαρκή και εξατομικευμένη αιτιολογία[23],[24]. Αντίστοιχα, ο Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης εκφράζει ανησυχία για τη συνεχιζόμενη εφαρμογή των σχετικών ποινικών διατάξεων σε συμπεριφορές που εμπίπτουν στη νόμιμη δημοκρατική δραστηριότητα, καθώς και για τους αδικαιολόγητους περιορισμούς που αντιμετωπίζουν οι δημοσιογράφοι κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους[25],[26].
Περαιτέρω, τόσο η Διεθνής Αμνηστία όσο και το Freedom House καταγράφουν ότι κατά τα έτη 2025 και 2026 συνεχίστηκαν οι συλλήψεις, οι προφυλακίσεις και οι ποινικές διώξεις δημοσιογράφων, πολιτικών ακτιβιστών και υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων με κατηγορίες όπως η συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση, η τρομοκρατική προπαγάνδα, η προσβολή κρατικών θεσμών και η διάδοση παραπλανητικών πληροφοριών. Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης εξακολουθούν να υφίστανται συστηματικές πιέσεις, διοικητικές κυρώσεις και ποινικές διώξεις, ενώ δημοσιογράφοι συλλαμβάνονται και τίθενται υπό κράτηση στο πλαίσιο της κυβερνητικής καταστολής της ελευθερίας της έκφρασης[27].
Οι ανωτέρω πληροφορίες επιβεβαιώνουν, συνεπώς, ότι το γενικό πλαίσιο που περιγράφει ο Αιτητής είναι αντικειμενικά συμβατό με τις συνθήκες που επικρατούν στην Τουρκία. Πλην όμως, οι πληροφορίες αυτές έχουν γενικό χαρακτήρα και δεν επιβεβαιώνουν τα εξατομικευμένα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο ίδιος, ούτε τεκμηριώνουν ότι υπήρξε προσωπικώς αντικείμενο των διώξεων που περιγράφει. Ως εκ τούτου, μολονότι ενισχύουν το γενικό πλαίσιο του ισχυρισμού, δεν αρκούν για να θεραπεύσουν τις ουσιώδεις ανακολουθίες που διαπιστώθηκαν κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας ούτε να αποδείξουν την ατομική βασιμότητα του εξεταζόμενου ισχυρισμού.
Αξιολογώντας τα έγγραφα που προσκόμισε ο Αιτητής, επικαλούμενος ότι τα ανέκτησε μέσω της πλατφόρμας e-Devlet, το Δικαστήριο προέβη καταρχάς σε αυτεπάγγελτη έρευνα αναφορικά με τη λειτουργία και τις δυνατότητες των ηλεκτρονικών πλατφορμών e-Devlet και UYAP, προκειμένου να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των προσκομισθέντων εγγράφων.
Αρχικά, εντοπίστηκε έκθεση του Ολλανδικού Υπουργείου Εξωτερικών για την Τουρκία (2022), σύμφωνα με την οποία η πλατφόρμα e-Devlet αποτελεί το ψηφιακό κυβερνητικό κέντρο υπηρεσιών για Τούρκους πολίτες και κυριολεκτικά σημαίνει «ηλεκτρονική διακυβέρνηση». Οι χρήστες του e-Devlet μπορούν να ζητήσουν νέο κωδικό μέσω κινητού τηλεφώνου, εφόσον έχουν προηγουμένως καταχωρίσει αριθμό τηλεφώνου ή διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ενώ η δυνατότητα αυτή παρέχεται και σε Τούρκους πολίτες που βρίσκονται στο εξωτερικό. Παράλληλα, σύμφωνα με έκθεση του Immigration and Refugee Board of Canada του 2018, μία καταδικαστική απόφαση είναι διαθέσιμη στην εν λόγω πλατφόρμα σε ένα πολίτη εφόσον εκείνος 1) διατηρεί λογαριασμό σε αυτήν και 2) αποτελεί διάδικο της υπόθεσης[28].
Εκ παραλλήλου, από τις ίδιες πηγές προκύπτει ότι το πληροφοριακό σύστημα UYAP αποτελεί το κεντρικό πληροφοριακό σύστημα της τουρκικής δικαιοσύνης, μέσω του οποίου διακινούνται ηλεκτρονικά όλα τα δικαστικά έγγραφα και οι δικαστικές διαδικασίες. Σύμφωνα με την έκθεση του Ολλανδικού Υπουργείου Εξωτερικών (2022), πρόσβαση στην πλατφόρμα διαθέτουν τόσο οι πολίτες μέσω του Vatandaş UYAP όσο και οι δικηγόροί τους μέσω του Avukat UYAP, ενώ επιβεβαιώνεται ότι ακόμη και πρόσωπα που έχουν προσελκύσει το αρνητικό ενδιαφέρον των τουρκικών αρχών εξακολουθούν να έχουν πρόσβαση στην προσωπική τους πύλη. Επιπλέον, σύμφωνα με την έκθεση του Immigration and Refugee Board of Canada (2018), οι δικηγόροι και οι πολίτες μπορούν να εξετάσουν όλους τους φακέλους τους, να αιτηθούν οποιοδήποτε έγγραφο και να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες των υποθέσεών τους μέσω του διαδικτύου, μολονότι πρόσβαση σε έγγραφα που έχουν χαρακτηρισθεί εμπιστευτικά κατά το στάδιο της ποινικής έρευνας ενδέχεται να μην παρέχεται[29] .
Εξάλλου, η ίδια έκθεση επιβεβαιώνει ότι η πρόσβαση σε ένταλμα σύλληψης στο UYAP εξαρτάται από τη φάση της δίωξης, ενώ ως προς τις καταδικαστικές αποφάσεις αναφέρει ότι ένας δικηγόρος μπορεί να έχει πρόσβαση σε οποιαδήποτε δικαστική απόφαση που σχετίζεται με μια υπόθεση που χειρίζεται, ανεξάρτητα από το αν αφορά τον πελάτη του, επειδή όλα τα δικαστικά έγγραφα που σχετίζονται με μια υπόθεση ανεβαίνουν στην ίδια διεπαφή (interface) [30].
Υπό το φως των ανωτέρω πληροφοριών, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι, παρά τον μεγάλο αριθμό εγγράφων που προσκόμισε ο Αιτητής, δεν περιλαμβάνεται ούτε αντίγραφο του ποινικού του μητρώου ούτε πλήρες αντίγραφο της καταδικαστικής απόφασης, μολονότι, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες πληροφορίες, πρόκειται για έγγραφα τα οποία δύνανται, υπό προϋποθέσεις, να είναι διαθέσιμα μέσω των ανωτέρω ηλεκτρονικών πλατφορμών. Η παράλειψη αυτή δεν αρκεί αφ' εαυτής για να αμφισβητήσει τη γνησιότητα των λοιπών εγγράφων, αποδυναμώνει όμως την πληρότητα του αποδεικτικού υλικού που προσκομίστηκε προς απόδειξη του πυρήνα του ισχυρισμού περί καταδίκης του Αιτητή σε ποινή φυλάκισης είκοσι τεσσάρων ετών.
Αξιολογώντας ειδικότερα το έγγραφο του 9ου Κακουργοδικείου Ντιγιαρμπακίρ, ημερομηνίας 16.01.2014 (βλ. ερ. 77 δ.φ.), το οποίο απευθύνεται στο Κατάστημα Κράτησης Υψίστης Ασφαλείας Ντιγιαρμπακίρ και ζητεί τη μεταγωγή έξι κατηγορουμένων, μεταξύ των οποίων και του Αιτητή, προκειμένου να παραστούν ενώπιον του Δικαστηρίου στις 19.03.2014 για το αδίκημα της συμμετοχής σε ένοπλη τρομοκρατική οργάνωση, παρατηρώ ότι πρόκειται για διαδικαστικό έγγραφο της ποινικής διαδικασίας, χωρίς να προκύπτει από τα στοιχεία της υπόθεσης με ποιο τρόπο περιήλθε στην κατοχή του Αιτητή. Περαιτέρω, το περιεχόμενό του δεν συμβιβάζεται με τις ίδιες τις δηλώσεις του, καθόσον ο Αιτητής υποστήριξε ότι είχε ήδη καταδικαστεί, ενώ από το εν λόγω έγγραφο προκύπτει ότι η υπόθεσή του εξακολουθούσε να εκκρεμεί ενώπιον του Κακουργοδικείου τον Μάρτιο του 2014. Ως εκ τούτου, η ενισχυτική αξία του συγκεκριμένου εγγράφου κρίνεται περιορισμένη.
Ως προς το αντίγραφο της υπ' αριθ. 1099/2021 απόφασης του Περιφερειακού Εφετείου Γκαζιαντέπ (βλ. ερ. 78-81 δ.φ.), παρατηρώ καταρχάς ότι προσκομίστηκαν επιλεκτικά μόνο οι σελίδες 1, 3, 4 και 12, γεγονός που δεν επιτρέπει την πλήρη κατανόηση του ιστορικού της υπόθεσης και της αιτιολογίας της απόφασης. Επιπλέον, από το περιεχόμενό της προκύπτει ότι ο Αιτητής καταδικάστηκε για συμμετοχή σε ένοπλη τρομοκρατική οργάνωση, καταστροφή δημόσιας περιουσίας, εμπρησμό εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και κατοχή ή μεταφορά επικίνδυνων υλικών. Οι πράξεις αυτές δεν ταυτίζονται με τους λόγους για τους οποίους ο ίδιος υποστήριξε ότι διώχθηκε, ήτοι αποκλειστικά λόγω της κουρδικής του καταγωγής, των πολιτικών του πεποιθήσεων και της δημοσιογραφικής του δραστηριότητας. Επιπλέον, ο ίδιος ουδέποτε ανέφερε ότι άσκησε έφεση κατά καταδικαστικής απόφασης, μολονότι το προσκομισθέν έγγραφο αφορά απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η αποδεικτική και ενισχυτική αξία του εγγράφου αποδυναμώνεται σημαντικά.
Το αντίγραφο της υπ' αριθ. 28851/2016 διάταξης επιβολής περιοριστικών μέτρων του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Τουρκίας, ημερομηνίας 28.12.2017 (βλ. ερ. 82 δ.φ.), δεν αναφέρει το όνομα του προσώπου το οποίο αφορά και, ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί οποιαδήποτε σύνδεσή του με τον Αιτητή. Για τον λόγο αυτό, το συγκεκριμένο έγγραφο δεν παρουσιάζει ουσιώδη ενισχυτική αξία.
Αντιστοίχως, το πρακτικό ακρόασης του 2ου Ποινικού Δικαστηρίου Şanlıurfa, οι καταδικαστικές αποφάσεις που αφορούν τον αδελφό του Αιτητή καθώς και τα λοιπά έγγραφα και δημοσιεύματα που αναφέρονται στον πατέρα του, ενδέχεται να αποδεικνύουν ότι μέλη της οικογένειάς του αντιμετώπισαν ποινικές διαδικασίες στην Τουρκία. Δεν επιβεβαιώνουν όμως τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο ίδιος ο Αιτητής ούτε αποδεικνύουν ότι ο ίδιος υπέστη τη δίωξη που περιγράφει. Ως εκ τούτου, η ενισχυτική τους αξία ως προς τον εξεταζόμενο ισχυρισμό είναι περιορισμένη.
Τέλος, αξιολογώντας το αντίγραφο της υπ' αριθ. 1099/2021 απόφασης του Περιφερειακού Ποινικού Τμήματος Γκαζιαντέπ (βλ. ερ. 126-127 δ.φ.), από το οποίο προκύπτει ότι ο Αιτητής καταδικάστηκε για επτά αδικήματα και του επιβλήθηκαν συνολικές ποινές φυλάκισης είκοσι εννέα ετών, παρατηρώ ότι το περιεχόμενο της απόφασης αποκλίνει ουσιωδώς από τις ίδιες τις δηλώσεις του, σύμφωνα με τις οποίες είχε καταδικαστεί δύο φορές σε συνολική ποινή είκοσι τεσσάρων ετών. Δεδομένου ότι ο Αιτητής επικαλείται τις συγκεκριμένες καταδίκες ως τον κύριο λόγο για τον οποίο φοβάται την επιστροφή του στην Τουρκία, θα αναμενόταν ευλόγως να είναι σε θέση να προσδιορίσει με σαφήνεια τόσο τον αριθμό των καταδικαστικών αποφάσεων όσο και τη διάρκεια των ποινών που του επιβλήθηκαν. Η ουσιώδης αυτή απόκλιση αποδυναμώνει περαιτέρω την αποδεικτική αξία των προσκομισθέντων εγγράφων και, συνακόλουθα, τον υπό εξέταση ισχυρισμό.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι εξωτερικές πληροφορίες επιβεβαιώνουν την ύπαρξη ενός γενικού πλαισίου εντός του οποίου Κούρδοι πολίτες, μέλη της EĞİTİM SEN, δημοσιογράφοι και πρόσωπα που ασκούν κριτική στις τουρκικές αρχές υπέστησαν πράγματι διώξεις, συλλήψεις και ποινικές διαδικασίες κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα. Επιβεβαιώνεται, επίσης, ότι ο Αιτητής κατονομάζεται σε δημοσίευμα του πρακτορείου Evrensel ως ένα από τα έξι πρόσωπα που συνελήφθησαν στο πλαίσιο επιχείρησης των τουρκικών αρχών και προφυλακίστηκαν τον Δεκέμβριο του 2012, ενώ τα προσκομισθέντα δικαστικά έγγραφα καταδεικνύουν ότι αποτέλεσε αντικείμενο ποινικής διαδικασίας ενώπιον των τουρκικών αρχών. Πλην όμως, οι εξωτερικές αυτές πληροφορίες δεν επαρκούν για να επιβεβαιώσουν τον πυρήνα του εξεταζόμενου ισχυρισμού, ήτοι ότι κρατήθηκε επί δύο έτη, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης είκοσι τεσσάρων ετών εξαιτίας της κουρδικής του καταγωγής, των πολιτικών του πεποιθήσεων και της δημοσιογραφικής του δραστηριότητας, ούτε ότι εξακολουθεί μέχρι σήμερα να καταζητείται ή να διατρέχει προσωπικό κίνδυνο δίωξης για τους λόγους αυτούς. Οι πληροφορίες αυτές επιβεβαιώνουν, συνεπώς, ότι ο Αιτητής ενεπλάκη σε ποινική διαδικασία, όχι όμως ότι αυτή είχε τα χαρακτηριστικά, την έκταση και την αιτιώδη συνάφεια με λόγο της Σύμβασης που ο ίδιος επικαλείται.
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ανωτέρω, ήτοι την έλλειψη εσωτερικής συνοχής των δηλώσεων του Αιτητή, την αδυναμία των αντικειμενικών πληροφοριών να επιβεβαιώσουν τα ουσιώδη στοιχεία της επικαλούμενης δίωξης, καθώς και την αξιολόγηση των προσκομισθέντων εγγράφων, τα οποία είτε δεν επιβεβαιώνουν είτε, σε ουσιώδη σημεία, αποκλίνουν από το ίδιο το αφήγημά του ως προς το χρονοδιάγραμμα της ποινικής διαδικασίας, τη φύση των αποδιδόμενων αδικημάτων, τον αριθμό των καταδικαστικών αποφάσεων και τη διάρκεια των επιβληθεισών ποινών, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο τρίτος ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός γίνεται δεκτός μόνο κατά το μέρος που αφορά το ότι ο Αιτητής συνελήφθη, προφυλακίστηκε και αποτέλεσε αντικείμενο ποινικής διαδικασίας από τις τουρκικές αρχές. Αντιθέτως, δεν κατέστη δυνατό να πιθανολογηθεί επαρκώς ότι η διαδικασία αυτή εξελίχθηκε κατά τον τρόπο που ο ίδιος περιγράφει ή ότι η δίωξη έλαβε χώρα εξαιτίας της κουρδικής του καταγωγής, των πολιτικών του πεποιθήσεων και της δημοσιογραφικής του δραστηριότητας. Ως εκ τούτου, ο τρίτος ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός γίνεται δεκτός μόνο εν μέρει.
V.I. ΝΟΜΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
Α. Ως προς την προσφυγή ιδιότητα
Έχοντας ολοκληρώσει την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και εξακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, προχωρώ στην εξέταση του κατά πόσον ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα ή ως δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου.
Στο πλαίσιο αυτό, λαμβάνω υπόψη τους ουσιώδεις ισχυρισμούς που κρίθηκαν αποδεκτοί, καθώς και τα αντικειμενικά πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ενώπιόν μου διαδικασία.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται ο υπήκοος τρίτης χώρας, ο οποίος, συνεπεία βάσιμου φόβου δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, βρίσκεται εκτός της χώρας της ιθαγένειάς του και αδυνατεί ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να απολαύσει την προστασία της χώρας αυτής. Η αξιολόγηση του βάσιμου φόβου δίωξης προϋποθέτει αφενός τη διαπίστωση ότι τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο αιτητής είναι αξιόπιστα και, αφετέρου, ότι τα περιστατικά αυτά, συνεκτιμώμενα υπό το φως των επικαιροποιημένων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, θεμελιώνουν πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο έκανε δεκτό ότι ο Αιτητής είναι Τούρκος υπήκοος, κουρδικής εθνοτικής καταγωγής, καταγόμενος από την επαρχία Şanlıurfa, καθώς και ότι άσκησε δημοσιογραφική δραστηριότητα σε φιλοκουρδικά μέσα ενημέρωσης. Αντιθέτως, το Δικαστήριο έκρινε ότι, μολονότι πιθανολογείται ότι ο Αιτητής συνελήφθη, προφυλακίστηκε και αποτέλεσε αντικείμενο ποινικής διαδικασίας από τις τουρκικές αρχές, δεν κατέστη δυνατό να πιθανολογηθεί επαρκώς ότι η ποινική αυτή διαδικασία κινήθηκε λόγω της κουρδικής του καταγωγής, των πολιτικών του πεποιθήσεων ή της δημοσιογραφικής του δραστηριότητας, ούτε ότι εξελίχθηκε κατά τον τρόπο που ο ίδιος περιγράφει, ήτοι ότι κρατήθηκε επί δύο έτη, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης είκοσι τεσσάρων ετών λόγω της κουρδικής του καταγωγής, των πολιτικών του πεποιθήσεων και της δημοσιογραφικής του δραστηριότητας ή ότι εξακολουθεί μέχρι σήμερα να καταζητείται και να αποτελεί πρόσωπο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για τις τουρκικές αρχές.
Ως προς την κατάσταση των Κούρδων στην Τουρκία, οι διαθέσιμες πληροφορίες χώρας επιβεβαιώνουν ότι εξακολουθούν να υφίστανται περιορισμοί στην πλήρη άσκηση ορισμένων γλωσσικών, πολιτιστικών και πολιτικών δικαιωμάτων. Ειδικότερα, σύμφωνα με την έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών για το έτος 2022, «το σύνταγμα της Τουρκίας προβλέπει έναν ενιαίο προσδιορισμό εθνικότητας για όλους τους πολίτες και δεν αναγνωρίζει ρητά εθνικές, φυλετικές ή εθνοτικές μειονότητες, εκτός από τρεις μη μουσουλμανικές μειονότητες – τους Αρμένιους Ορθόδοξους Χριστιανούς, τους Εβραίους και τους Έλληνες Ορθόδοξους Χριστιανούς. Άλλες εθνικές ή εθνοτικές μειονότητες, συμπεριλαμβανομένων των Κούρδων, δεν επιτρεπόταν να ασκήσουν πλήρως τα γλωσσικά, θρησκευτικά και πολιτιστικά τους δικαιώματα. […] Υπολογίζεται ότι περισσότεροι από 15 εκατομμύρια πολίτες ήταν κουρδικής καταγωγής και μιλούσαν κουρδικές διαλέκτους. […] Το δικαίωμα αυτό δεν προστατεύτηκε στην πράξη. […] Ο νόμος περιορίζει τη χρήση γλωσσών εκτός της τουρκικής στις κυβερνητικές και δημόσιες υπηρεσίες»[31].
Η ίδια έκθεση αναφέρει επίσης ότι οι κουρδικές κοινότητες επηρεάστηκαν δυσανάλογα από τη σύγκρουση μεταξύ του PKK και των τουρκικών δυνάμεων ασφαλείας, ενώ φιλοκουρδικά πολιτικά κόμματα και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών αντιμετώπισαν περιορισμούς στην άσκηση της ελευθερίας του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι. Παράλληλα, τόσο η έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ όσο και η έκθεση του Ολλανδικού Υπουργείου Εξωτερικών για το έτος 2022 καταγράφουν περιστατικά επιθέσεων και εγκλημάτων μίσους κατά Κούρδων πολιτών, καθώς και αυξημένη χρήση αντικουρδικής ρητορικής, χωρίς όμως να προκύπτει ότι κάθε πρόσωπο κουρδικής καταγωγής εκτίθεται, άνευ ετέρου, σε δίωξη κατά την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης[32].
Ως προς τους δημοσιογράφους και τα πρόσωπα που δραστηριοποιούνται στο κουρδικό ζήτημα, οι πληροφορίες χώρας επιβεβαιώνουν ότι εξακολουθούν να καταγράφονται ποινικές διώξεις, συλλήψεις και περιορισμοί της ελευθερίας της έκφρασης. Ειδικότερα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην Έκθεση για την Τουρκία του 2025 αναφέρει ότι «η κυβέρνηση έχει το δικαίωμα και την ευθύνη να καταπολεμά την τρομοκρατία, ενώ συνεχίστηκαν οι αναφορές για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις δυνάμεις ασφαλείας και αδικήματα μίσους κατά των Κούρδων. Η πρακτική της εφαρμογής μιας ευρείας ερμηνείας της τρομοκρατίας και η δικαστική και διοικητική πίεση σε δημοσιογράφους, πολιτικούς αντιπάλους, δικηγορικούς συλλόγους και υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που εργάζονται για το κουρδικό ζήτημα συνεχίστηκαν. [33]»
Περαιτέρω, οι εκθέσεις του Επιτρόπου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, της Διεθνούς Αμνηστίας και του Freedom House επιβεβαιώνουν ότι δημοσιογράφοι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ποινικές έρευνες και διώξεις, ιδίως όταν οι δραστηριότητές τους συνδέονται με ζητήματα που άπτονται του κουρδικού ζητήματος ή της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας. Οι πληροφορίες αυτές αποτυπώνουν ένα γενικό περιβάλλον αυξημένης κρατικής παρέμβασης στην ελευθερία του Τύπου και δεν μπορούν να αγνοηθούν κατά την αξιολόγηση του αιτήματος διεθνούς προστασίας[34].
Παράλληλα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις πλέον πρόσφατες εξελίξεις ως προς τη δράση του PKK. Ειδικότερα, σύμφωνα με δημοσίευμα του Reuters, ημερομηνίας 12.05.2025, το PKK αποφάσισε να διαλύσει την οργανωτική του δομή και να τερματίσει την ένοπλη δράση του, εξέλιξη η οποία επιβεβαιώθηκε από σειρά ανεξάρτητων πηγών και εξακολουθούσε να ισχύει κατά τον χρόνο της παρούσας κρίσης, όπως προκύπτει και από δημοσίευμα της Deutsche Welle της 22.07.2026, σύμφωνα με το οποίο η οργάνωση παραμένει παροπλισμένη. Οι εξελίξεις αυτές δεν αναιρούν τις διαπιστωμένες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ούτε τις συνεχιζόμενες διώξεις κατά δημοσιογράφων και φιλοκουρδικών φορέων, αποτελούν όμως στοιχείο το οποίο συνεκτιμάται κατά την ex nunc αξιολόγηση του κινδύνου[35].
Εντούτοις, η διαπίστωση ότι στην Τουρκία εξακολουθούν να καταγράφονται περιστατικά δίωξης Κούρδων πολιτών και δημοσιογράφων δεν αρκεί, αφ' εαυτής, για τη θεμελίωση προσφυγικής ιδιότητας. Κατά πάγια νομολογία, απαιτείται να αποδεικνύεται ότι ο συγκεκριμένος αιτητής αντιμετωπίζει προσωπικό και εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης λόγω ενός από τους λόγους της Σύμβασης της Γενεύης.
Στην υπό κρίση υπόθεση, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι αν ο Αιτητής αποτέλεσε αντικείμενο ποινικής διαδικασίας, γεγονός που πιθανολογείται από το αποδεικτικό υλικό, αλλά αν η διαδικασία αυτή συνδέθηκε αιτιωδώς με λόγο της Σύμβασης της Γενεύης και θεμελιώνει σήμερα βάσιμο και εξατομικευμένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στην Τουρκία.
Πλην όμως, όπως αναλυτικά εκτέθηκε ανωτέρω, το Δικαστήριο έκανε δεκτό τον ισχυρισμό μόνο κατά το μέρος που αφορά τη σύλληψη, την προφυλάκιση και την ύπαρξη ποινικής διαδικασίας εις βάρος του Αιτητή. Αντιθέτως, δεν κατέστη δυνατό να πιθανολογηθεί επαρκώς ότι η διαδικασία αυτή είχε την έκταση, το περιεχόμενο και την αιτιώδη συνάφεια με την κουρδική του καταγωγή, τις πολιτικές του πεποιθήσεις και τη δημοσιογραφική του δραστηριότητα που ο ίδιος επικαλείται, ούτε ότι εξακολουθεί μέχρι σήμερα να αποτελεί πρόσωπο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για τις τουρκικές αρχές.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι, μολονότι η κουρδική καταγωγή, η προηγούμενη δημοσιογραφική δραστηριότητα και η εμπλοκή του Αιτητή σε ποινική διαδικασία αποτελούν στοιχεία του προσωπικού του προφίλ που συνεκτιμώνται, δεν αρκούν, χωρίς αξιόπιστες αποδείξεις ότι η διαδικασία αυτή συνιστούσε δίωξη για λόγο της Σύμβασης της Γενεύης ή ότι εξακολουθεί να δημιουργεί σήμερα πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης, για να θεμελιώσουν βάσιμο φόβο δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Οι πληροφορίες χώρας επιβεβαιώνουν ένα δυσμενές γενικό πλαίσιο για Κούρδους και δημοσιογράφους, όχι όμως ότι κάθε πρόσωπο με τα χαρακτηριστικά αυτά ή κάθε πρόσωπο που υπήρξε στο παρελθόν αντικείμενο ποινικής διαδικασίας διατρέχει, εκ μόνου του λόγου αυτού, πραγματικό κίνδυνο δίωξης κατά τον χρόνο της παρούσας κρίσης.
Περαιτέρω, δεν προέκυψε οποιοδήποτε αντικειμενικό στοιχείο από το οποίο να πιθανολογείται ότι η ποινική διαδικασία, της οποίας αποτέλεσε αντικείμενο ο Αιτητής, παραμένει εκκρεμής ή εξακολουθεί να παράγει έννομες συνέπειες σε βάρος του κατά τον χρόνο της παρούσας κρίσης, ούτε ότι οι τουρκικές αρχές εξακολουθούν να τον αναζητούν ή να επιδεικνύουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το πρόσωπό του.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι, παρά το γεγονός ότι πιθανολογείται πως ο Αιτητής υπήρξε στο παρελθόν αντικείμενο ποινικής διαδικασίας, δεν αποδείχθηκε ότι η διαδικασία αυτή συνιστούσε δίωξη για λόγο της Σύμβασης της Γενεύης ούτε ότι δημιουργεί, κατά τον χρόνο της παρούσας κρίσης, πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης. Ως εκ τούτου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναγνώρισης της προσφυγικής ιδιότητας.
Β. Ως προς την επικουρική προστασία
Απομένει, συνεπώς, να εξεταστεί κατά πόσον ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
Δυνάμει του άρθρου 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου, καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας αναγνωρίζεται σε πρόσωπο το οποίο, μολονότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα, υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως αυτή ορίζεται περιοριστικά στο άρθρο 19(2) του Νόμου.
Η έννοια της σοβαρής βλάβης περιλαμβάνει αποκλειστικά την επιβολή ή εκτέλεση θανατικής ποινής, τα βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, καθώς και τη σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Ως προς την περίπτωση του άρθρου 19(2)(α), δεν προκύπτει από τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης ότι ο Αιτητής αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο επιβολής ή εκτέλεσης θανατικής ποινής σε περίπτωση επιστροφής του στην Τουρκία. Ειδικότερα, δεν έγινε αποδεκτός ο ισχυρισμός του ότι εκκρεμεί εις βάρος του ενεργή ποινική διαδικασία ή καταδικαστική απόφαση, ενώ δεν προέκυψε οποιοδήποτε άλλο εξατομικευμένο στοιχείο από το οποίο να απορρέει τέτοιος κίνδυνος.
Ως προς την περίπτωση του άρθρου 19(2)(β), το Δικαστήριο παραπέμπει στις διαπιστώσεις του που προηγήθηκαν αναφορικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία και τη μεταχείριση Κούρδων πολιτών, δημοσιογράφων και προσώπων που δραστηριοποιούνται στο κουρδικό ζήτημα. Οι διαπιστώσεις αυτές συνεκτιμώνται και για τους σκοπούς της εξέτασης της συμπληρωματικής προστασίας.
Η ύπαρξη, όμως, μιας προβληματικής γενικής κατάστασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για τη θεμελίωση δικαιώματος συμπληρωματικής προστασίας. Απαιτείται να προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος Αιτητής, λόγω της προσωπικής του κατάστασης και των ιδιαίτερων περιστάσεών του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο βασανιστηρίων ή άλλης απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής του.
Στην προκειμένη περίπτωση, έγινε μεν αποδεκτό ότι ο Αιτητής είναι κουρδικής εθνοτικής καταγωγής, ότι άσκησε σε κάποιο βαθμό δημοσιογραφική δραστηριότητα και ότι αποτέλεσε αντικείμενο ποινικής διαδικασίας από τις τουρκικές αρχές. Δεν κατέστη, όμως, δυνατό να πιθανολογηθεί ότι η διαδικασία αυτή συνιστούσε δίωξη λόγω της κουρδικής του καταγωγής, των πολιτικών του πεποιθήσεων ή της δημοσιογραφικής του δραστηριότητας ούτε ότι εξακολουθεί να δημιουργεί σήμερα πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του.
Περαιτέρω, από τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά δεν προκύπτει ότι η δημοσιογραφική δραστηριότητα του Αιτητή είχε τέτοια έκταση, προβολή ή περιεχόμενο ώστε, ανεξαρτήτως της απόρριψης του ισχυρισμού περί προηγούμενης δίωξής του, να τον εκθέτει σήμερα σε πραγματικό κίνδυνο σύλληψης, κράτησης ή κακομεταχείρισης. Ούτε προέκυψε ότι εξακολούθησε, μετά την αναχώρησή του από την Τουρκία, να αναπτύσσει δημόσια πολιτική ή δημοσιογραφική δράση ικανή να προσελκύσει το ενδιαφέρον των αρχών της χώρας καταγωγής του.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η κουρδική καταγωγή και η προηγούμενη, περιορισμένη δημοσιογραφική δραστηριότητα του Αιτητή δεν αρκούν, χωρίς πρόσθετα εξατομικευμένα στοιχεία, για να θεμελιώσουν πραγματικό κίνδυνο υποβολής του σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ως εκ τούτου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Απομένει, συνεπώς, να εξεταστεί η περίπτωση του άρθρου 19(2)(γ), ήτοι κατά πόσον ο Αιτητής, ως άμαχος, θα αντιμετώπιζε σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης βίας στο πλαίσιο διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Στην Diakité[36], το ΔΕΕ έκρινε ότι η έννοια της ένοπλης σύρραξης για τους σκοπούς της επικουρικής προστασίας αποτελεί αυτοτελή έννοια του δικαίου της Ένωσης και δεν εξαρτάται από την πλήρωση όλων των κριτηρίων ή των τεχνικών χαρακτηρισμών του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Ένοπλη σύρραξη υφίσταται όταν οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή όταν τέτοιες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους, υπό την προϋπόθεση ότι η σύγκρουση προκαλεί αδιάκριτη βία τέτοιας έντασης ώστε να τίθεται ζήτημα επικουρικής προστασίας.
Περαιτέρω στην Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie[37] το Δικαστήριο έκρινε ότι «σοβαρή και προσωπική απειλή» κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου δεν προϋποθέτει πάντοτε την ύπαρξη στοιχείων που να αφορούν ειδικά την προσωπική του κατάσταση. Αντιθέτως, σε εξαιρετικές περιστάσεις, όταν το επίπεδο της αδιάκριτης βίας έχει ανέλθει σε τόσο υψηλό βαθμό, η απλή παρουσία ενός αμάχου στην οικεία περιοχή αρκεί για να θεμελιώσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Το Δικαστήριο επισήμανε επίσης ότι υφίσταται μία κλιμακούμενη σχέση μεταξύ του βαθμού αδιάκριτης βίας και της ανάγκης επίκλησης εξατομικευμένων στοιχείων κινδύνου: όσο υψηλότερο είναι το επίπεδο της βίας, τόσο μικρότερη είναι η ανάγκη απόδειξης ιδιαίτερων προσωπικών χαρακτηριστικών που αυξάνουν τον κίνδυνο.
Τέλος, στην CF και DN κατά Bundesrepublik Deutschland[38], το ΔΕΕ διευκρίνισε τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αξιολογείται το επίπεδο της αδιάκριτης βίας. Ειδικότερα, έκρινε ότι η εκτίμηση του επιπέδου αδιάκριτης βίας δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά σε μία ποσοτική σύγκριση μεταξύ του αριθμού των θυμάτων και του συνολικού πληθυσμού της περιοχής. Απαιτείται συνολική εξέταση όλων των συναφών περιστάσεων, περιλαμβανομένων της έντασης και της διάρκειας της σύρραξης, της γεωγραφικής της έκτασης, του βαθμού οργάνωσης των αντιμαχόμενων δυνάμεων, της φύσης και της συχνότητας των επιθέσεων, των μεθόδων και μέσων πολέμου, της έκτασης στην οποία πλήττονται άμαχοι και πολιτικές υποδομές, καθώς και των συνεπειών της βίας στην καθημερινή ζωή και στην ασφάλεια του πληθυσμού.
Στη βάση της ανωτέρω νομολογίας και λαμβανομένου υπόψη ότι έχει παρέλθει σημαντικό χρονικό διάστημα από την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη αξιολόγηση της κατάστασης ασφαλείας στην Τουρκία και, ειδικότερα, στην επαρχία Şanlıurfa, όπου βρίσκεται το χωριό Aşağı Karkutlu, το οποίο έγινε αποδεκτό ως ο τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή.
Σύμφωνα με το διαδραστικό χάρτη War Watch, στα εδάφη της Τουρκικής Δημοκρατίας δε λαμβάνει χώρα καμία διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη,[39] ενώ σύμφωνα με την πλατφόρμα ACLED, το επίπεδο κινδύνου στην Τουρκική Δημοκρατία χαρακτηρίζεται ως «χαμηλό/ανενεργό».[40]
Αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας, σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος στην Τουρκική Δημοκρατία καταγράφηκαν συνολικά 36 περιστατικά πολιτικής βίας, τα οποία προκάλεσαν 16 θανάτους. Εξ αυτών, 2 περιστατικά έλαβαν στην περιφέρεια Sanliufra, τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, χωρίς ωστόσο αυτά να έχουν επιγφέρει κάποια απώλεια [41].
Από τα ανωτέρω στοιχεία δεν προκύπτει ότι στην Τουρκία και, ειδικότερα, στην περιφέρεια Şanlıurfa υφίσταται κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Ομοίως, ο εξαιρετικά περιορισμένος αριθμός περιστατικών πολιτικής βίας στην περιοχή τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, σε συνδυασμό με την απουσία καταγεγραμμένων θανάτων, δεν καταδεικνύει επίπεδο αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης ώστε η απλή παρουσία αμάχου στην περιοχή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Περαιτέρω, δεν προέκυψαν προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή οι οποίες, σε συνδυασμό με την υφιστάμενη κατάσταση ασφαλείας, θα τον εξέθεταν σε αυξημένο κίνδυνο σε σύγκριση με τον λοιπό άμαχο πληθυσμό. Μολονότι έγινε αποδεκτή η κουρδική του καταγωγή και η άσκηση, σε κάποιο βαθμό, δημοσιογραφικής δραστηριότητας, δεν έγινε αποδεκτό ότι καταζητείται, ότι εκκρεμεί εις βάρος του ενεργή ποινική διαδικασία ή ότι έχει αποτελέσει αντικείμενο εξατομικευμένης στοχοποίησης από τις τουρκικές αρχές ή άλλον φορέα.
Υπό το φως του συνόλου των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, καθόσον ο Αιτητής δεν αντιμετωπίζει, σε περίπτωση επιστροφής του στην περιφέρεια Şanlıurfa, σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Κατά συνέπεια, δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στην Τουρκία και στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί οποιαδήποτε από τις μορφές σοβαρής βλάβης που προβλέπονται περιοριστικά στο άρθρο 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου. Ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας.
Γ. Ως προς τη νομιμότητα της απόφασης επιστροφής
Η διαπίστωση ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισης της προσφυγικής ιδιότητας ή υπαγωγής στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δεν απαλλάσσει το Δικαστήριο από την υποχρέωση να εξετάσει αυτοτελώς τη νομιμότητα και την ορθότητα της απόφασης επιστροφής, η οποία, μολονότι περιλαμβάνεται στην ίδια προσβαλλόμενη διοικητική πράξη, αποτελεί διακριτή διοικητική απόφαση με αυτοτελείς ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις έκδοσης.
Συναφώς, επισημαίνεται ότι, ήδη κατά τη διοικητική διαδικασία, ο Αιτητής είχε γνωστοποιήσει στις αρμόδιες αρχές ότι είχε τελέσει γάμο στις 27.06.2019 με υπήκοο της Τουρκίας, στην οποία είχε ήδη αναγνωριστεί καθεστώς πρόσφυγα από την Κυπριακή Δημοκρατία. Περαιτέρω, κατά τη δεύτερη προσωπική του συνέντευξη δήλωσε ότι από τον γάμο τους είχε ήδη αποκτήσει ανήλικο τέκνο. Τα στοιχεία αυτά ήταν γνωστά στη Διοίκηση πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Η απόφαση επιστροφής, μολονότι εκδόθηκε ταυτόχρονα με την απόφαση απόρριψης της αίτησης διεθνούς προστασίας και αποτελεί αντικείμενο της ίδιας προσφυγής, συνιστά αυτοτελή διοικητική πράξη, η οποία δεν αποτελεί μέρος ενός αδιαίρετου μηχανισμού που οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας, αλλά προϋποθέτει ιδιαίτερη διοικητική διεργασία και αυτοτελή αξιολόγηση των πραγματικών και νομικών δεδομένων που δικαιολογούν την έκδοσή της. Η έκδοση απόφασης επιστροφής δεν αποτελεί αυτοδίκαιη συνέπεια της απόρριψης της αίτησης διεθνούς προστασίας, αλλά απαιτεί εξατομικευμένη στάθμιση όλων των ουσιωδών περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης. Ως εκ τούτου, η απόφαση επιστροφής οφείλει να είναι συμβατή με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, τα άρθρα 7 και 24 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και από το εφαρμοστέο ενωσιακό και εθνικό δίκαιο περί επιστροφών. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 18ΟΖ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, πριν από την έκδοση απόφασης επιστροφής οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να λαμβάνουν δεόντως υπόψη, μεταξύ άλλων, την αρχή της μη επαναπροώθησης, το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, την προστασία της οικογενειακής ζωής και την κατάσταση της υγείας του ενδιαφερομένου.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τον διοικητικό φάκελο δεν προκύπτει ότι η Διοίκηση προέβη σε οποιαδήποτε ουσιαστική στάθμιση της οικογενειακής κατάστασης του Αιτητή. Δεν εξετάστηκε η σημασία του γεγονότος ότι η σύζυγός του είναι αναγνωρισμένη πρόσφυγας έναντι της ίδιας χώρας προς την οποία διατάχθηκε η επιστροφή του, ούτε αξιολογήθηκε η ύπαρξη του ανήλικου τέκνου ή οι συνέπειες που θα είχε η απομάκρυνσή του στην οικογενειακή τους ζωή. Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση επιστροφής εκδόθηκε χωρίς να προηγηθεί η απαιτούμενη εξατομικευμένη στάθμιση ουσιωδών πραγματικών περιστατικών, με αποτέλεσμα η αιτιολογία της να παρίσταται ελλιπής και να μην καθίσταται δυνατός ο αποτελεσματικός δικαστικός έλεγχος της αναλογικότητας του ληφθέντος μέτρου.
Η διαπίστωση αυτή, όμως, δεν εξαντλεί τον παρόντα δικαστικό έλεγχο.
Δυνάμει του άρθρου 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, το Δικαστήριο προβαίνει σε πλήρη και ex nunc εξέταση όλων των πραγματικών και νομικών ζητημάτων και δεν περιορίζεται στη διαπίστωση της νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης κατά τον χρόνο έκδοσής της, αλλά οφείλει να εξετάσει κατά πόσον, υπό τα δεδομένα που ισχύουν κατά τον χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης, η διατήρηση της απόφασης επιστροφής είναι συμβατή με το εθνικό, το ενωσιακό και το συμβατικό δίκαιο.
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι ο Αιτητής εξακολουθεί να είναι έγγαμος με πρόσωπο στο οποίο έχει αναγνωρισθεί καθεστώς πρόσφυγα έναντι της Τουρκίας και ότι από τον γάμο τους έχει αποκτηθεί ανήλικο τέκνο, με το οποίο διατηρεί πραγματική οικογενειακή ζωή. Δεν προέκυψε οποιοδήποτε στοιχείο που να θέτει υπό αμφισβήτηση τη γνησιότητα του γάμου ή την ύπαρξη πραγματικών οικογενειακών δεσμών, ούτε ότι ο Αιτητής αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια τάξη ή την εθνική ασφάλεια. Πρόσθετα, οι Καθ’ ων η αίτηση δεν αμφισβήτησαν τα γεγονότα αυτά, τουναντίον έγιναν προσπάθειες, σε συντονισμό και με την τότε δικηγόρο του Αιτητή, για να προωθηθεί το ζήτημα στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Ωστόσο το ζήτημα αυτό δεν προωθήθηκε περαιτέρω λόγω ζητημάτων του Αιτητή με τη δικηγόρο του και που δεν αφορούν την παρούσα διαδικασία.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο γεγονός ότι η σύζυγος του Αιτητή έχει αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας έναντι της ίδιας χώρας προς την οποία διατάσσεται η επιστροφή του. Η αναγνώριση αυτή προϋποθέτει ότι έχει ήδη διαπιστωθεί βάσιμος φόβος δίωξής της στην Τουρκία και ότι δεν μπορεί να απολαύσει την προστασία της χώρας αυτής. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η οικογενειακή ζωή δύναται ρεαλιστικά να συνεχισθεί μέσω της εγκατάστασης ολόκληρης της οικογένειας στην Τουρκία. Αντιθέτως, η εκτέλεση της απόφασης επιστροφής θα είχε ως αναπόφευκτη συνέπεια είτε τη διάσπαση της οικογενειακής ενότητας είτε την έμμεση πίεση προς την αναγνωρισμένη πρόσφυγα σύζυγο να επιστρέψει στη χώρα έναντι της οποίας της παρασχέθηκε διεθνής προστασία, αποτέλεσμα που αντίκειται στον ίδιο τον σκοπό του καθεστώτος προσφυγικής προστασίας.
Περαιτέρω, η ύπαρξη του ανήλικου τέκνου επιβάλλει ιδιαίτερη στάθμιση του βέλτιστου συμφέροντός του, σύμφωνα με το άρθρο 24 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει κρίνει ότι, πριν από την έκδοση ή διατήρηση απόφασης επιστροφής, οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να προβαίνουν σε συγκεκριμένη αξιολόγηση όλων των περιστάσεων της υπόθεσης και να λαμβάνουν δεόντως υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού (υποθέσεις M.A., C-112/20, Chavez-Vilchez, C-133/15, G.S., C-484/22). Αντίστοιχα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει επανειλημμένως υπογραμμίσει ότι η απομάκρυνση αλλοδαπού ο οποίος έχει δημιουργήσει πραγματική οικογενειακή ζωή απαιτεί δίκαιη στάθμιση μεταξύ του δημοσίου συμφέροντος και του δικαιώματος σεβασμού της οικογενειακής ζωής, με ιδιαίτερη βαρύτητα στο συμφέρον των ανήλικων τέκνων (Jeunesse κατά Κάτω Χωρών[42], Amrollahi κατά Δανίας[43]).
Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι ο Αιτητής εισήλθε και παρέμεινε στη Δημοκρατία χωρίς νόμιμο τίτλο διαμονής και ότι η οικογενειακή του ζωή δημιουργήθηκε ενώ το μεταναστευτικό του καθεστώς ήταν επισφαλές. Τα στοιχεία αυτά συνεκτιμώνται κατά τη στάθμιση και δεν δημιουργούν αυτοδικαίως δικαίωμα παραμονής. Εντούτοις, στην παρούσα υπόθεση συντρέχει το ιδιαίτερο στοιχείο ότι η οικογενειακή ζωή δεν μπορεί αντικειμενικά να συνεχισθεί στη χώρα επιστροφής, ακριβώς επειδή η σύζυγος του Αιτητή έχει αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας έναντι της χώρας αυτής. Η διατήρηση της απόφασης επιστροφής θα οδηγούσε, συνεπώς, σε δυσανάλογη επέμβαση στην οικογενειακή ζωή της οικογένειας και ιδίως στο βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου τέκνου.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιστροφής αφενός εκδόθηκε χωρίς την απαιτούμενη εξατομικευμένη στάθμιση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και, αφετέρου, ακόμη και κατόπιν της πλήρους ex nunc αξιολόγησης όλων των στοιχείων της υπόθεσης, δεν μπορεί να διατηρηθεί, καθόσον η εκτέλεσή της θα συνιστούσε δυσανάλογη επέμβαση στην οικογενειακή ζωή του Αιτητή, της αναγνωρισμένης πρόσφυγα συζύγου του και του ανήλικου τέκνου τους.
Κατά συνέπεια, ενώ η απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας επικυρώνεται, η προσβαλλόμενη πράξη μεταρρυθμίζεται κατά το μέρος που αφορά την απόφαση επιστροφής, η οποία δεν δύναται να διατηρηθεί σε ισχύ.
V.II. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Υπό το φως του συνόλου των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απορρίπτει το αίτημα διεθνούς προστασίας του Αιτητή, είναι νόμιμη και επαρκώς αιτιολογημένη. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι ο Αιτητής θεμελιώνει βάσιμο φόβο δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου ούτε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στην Τουρκία, αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου. Ως εκ τούτου, η προσφυγή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της απόρριψης της αίτησής του για διεθνή προστασία, απορρίπτεται.
Διαφορετική, όμως, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ως προς την προσβαλλόμενη απόφαση επιστροφής. Λαμβάνοντας υπόψη την υποχρέωση του παρόντος Δικαστηρίου να ασκήσει πλήρη και ex nunc έλεγχο επί της νομιμότητας της απόφασης αυτής, διαπιστώνεται ότι, κατά τον χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης, ο Αιτητής είναι σύζυγος προσώπου στο οποίο έχει αναγνωρισθεί καθεστώς πρόσφυγα στην Κυπριακή Δημοκρατία και πατέρας ανήλικου τέκνου το οποίο διαμένει νομίμως με τη μητέρα του στη Δημοκρατία. Υπό τα δεδομένα αυτά, η διατήρηση της απόφασης επιστροφής, χωρίς προηγούμενη ειδική και εξατομικευμένη στάθμιση της οικογενειακής του ζωής υπό το πρίσμα του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ και των άρθρων 7 και 24 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν είναι σύννομη.
Κατά συνέπεια, η απόφαση επιστροφής δεν δύναται να διατηρηθεί σε ισχύ και πρέπει να ακυρωθεί.
Διευκρινίζεται, πάντως, ότι η ακύρωση της απόφασης επιστροφής δεν συνεπάγεται αναγνώριση οποιουδήποτε δικαιώματος διεθνούς προστασίας ούτε απονέμει αυτοδικαίως στον Αιτητή δικαίωμα διαμονής στη Δημοκρατία. Η Διοίκηση διατηρεί την αρμοδιότητα να επανεξετάσει το ζήτημα της επιστροφής και, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, να εκδώσει νέα απόφαση, κατόπιν πλήρους και εξατομικευμένης αξιολόγησης των πραγματικών και νομικών δεδομένων που θα ισχύουν κατά τον χρόνο εκείνο και αφού συνεκτιμήσει δεόντως την οικογενειακή κατάσταση του Αιτητή, το καθεστώς της συζύγου και του ανήλικου τέκνου του, καθώς και κάθε άλλη σχετική περίσταση, σύμφωνα με τις επιταγές του ενωσιακού, του διεθνούς και του εθνικού δικαίου.
Για όλους τους ανωτέρω λόγους, η προσφυγή επιτυγχάνει εν μέρει. Η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απορρίπτει το αίτημα διεθνούς προστασίας του Αιτητή, επικυρώνεται. Η απόφαση επιστροφής ακυρώνεται δυνάμει του άρθρου 146(4)(β) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), ενώ επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή περιορισμένα έξοδα ύψους €400 πλέον Φ.Π.Α.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 : « Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
[2] Βλ. ενδεικτικά Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598.
[5] Βianet, The detention of Kurdish journalists is a blow to press freedom, 13/06/2022, https://bianet.org/haber/kurt-gazetecilerin-gozaltina-alinmasi-basin-ozgurlugune-darbedir-263237, (27/06/2026)
[6] Βir Gun, 837 journalists and 62 organizations issued a joint statement regarding journalists in detention, 13/06/2022, https://www.birgun.net/haber/837-gazeteci-ve-62-kurumdan-gozaltindaki-gazeteciler-icin-ortak-aciklama-391608, (27/06/2026)
[7] http://diclehaber.xyz/en/, (27/07/2026)
[8] ANF News, Dicle News Agency: We will not remain silent, 31 Οκτωβρίου 2016, https://english.anf-news.com/freedom-of-the-press/dicle-news-agency-we-will-not-remain-silent-17015 (27/07/2026)
[9] https://paneladi.com/en, (27/07/2026)
[10] Turkish Minute, Gov’t-shuttered dihaber news agency says it will continue to expose the truth, 25 Αυγούστου 2017, https://www.turkishminute.com/2017/08/25/govt-shuttered-dihaber-news-agency-says-it-will-continue-to-expose-the-truth/ (27/07/2026)
[12] []Για λόγους προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ο ηλεκτρονικός σύνδεσμος της συγκεκριμένης πηγής δεν παρατίθεται στο δημοσιευόμενο κείμενο της παρούσας απόφασης.
[13] The Crisitian Monitor, In Turkey, Kurdish writers once needed pseudonyms. Now they have a master's program, 18/11/2010, https://www.csmonitor.com/World/Middle-East/2010/1118/In-Turkey-Kurdish-writers-once-needed-pseudonyms.-Now-they-have-a-master-s-program, (26/07/2026)
[14] EGITIM SEN, https://egitimsen.org.tr/, (28/07/2026)
[15] International Trade Union Conederation, Protest against the prison sentence handed down to EGITIM Sen-KESK union members, 2 December 2011, https://ituc-csi.org/IMG/pdf/02-12-2011_kesk_trial.pdf?11430/262170dc3cbf131ee0903406a5365bf6d28457c181bd852b76048b8c879da80b, (28/07/2026)
[16] Εducation International, EI Executive Board condemns unjust prison sentence on trade union activists in Turkey, 7th December 2011, https://www.ei-ie.org/en/item/18328:ei-executive-board-condemns-unjust-prison-sentence-on-trade-union-activists-in-turkey, (29/07/2026)
[17] ΑΔΕΔΥ, Solidarity to the persecuted teachers of Egitim Sen, 16th September 2016, https://adedy.gr/solidaritytothepersecutedteachersofegitimsen/?noamp=mobile, (29/07/2026)
[18] Freedom House, Freedom in the World 2026 – Turkey, 2026, https://freedomhouse.org/country/turkey/freedom-world/2026 (τελευταία πρόσβαση 30.07.2026).
[19] Freedom House, Freedom in the World 2026 – Turkey, 2026, https://freedomhouse.org/country/turkey/freedom-world/2026 (τελευταία πρόσβαση 30.07.2026).
[20] Freedom House, Freedom in the World 2026 – Turkey, 2026, https://freedomhouse.org/country/turkey/freedom-world/2026 (τελευταία πρόσβαση 30.07.2026).
[21] Council of Europe, Memorandum following the Commissioner’s visit to Türkiye
from 1 to 5 December 2025, 22 Απριλίου 2026, παρα. 12, https://www.ecoi.net/en/file/local/2140787/CommHR%282026%2934_Memorandum%20on%20freedom%20of%20expression%20in%20T%C3%BCrkiye_EN.docx.pdf (τελευταία πρόσβαση 30.07.2026).
[22] [] Για λόγους προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ο ηλεκτρονικός σύνδεσμος της συγκεκριμένης πηγής δεν παρατίθεται στο δημοσιευόμενο κείμενο της παρούσας απόφασης.
[23] Altuğ Taner Akçam v. Turkey (Application no. 27520/07), 25 October 2011, παρα. 87–94, https://hudoc.echr.coe.int/eng#{%22itemid%22:[%22001-107206%22]} ; Işıkırık v. Turkey (Application no. 41226/09), 14 November 2017, παρα. 55–61, 70, https://hudoc.echr.coe.int/eng#{%22itemid%22:[%22001-178506%22]}; Kavala v. Turkey (Application no. 28749/18), 10 December 2019, παρα. 153–157, 229–231 https://hudoc.echr.coe.int/eng#{%22itemid%22:[%22001-199515%22]}; Selahattin Demirtaş v. Turkey (No. 2) [GC] (Application no. 14305/17), 22 December 2020, παρα. 266–272, 436–440, https://hudoc.echr.coe.int/eng#{%22itemid%22:[%22001-207173%22]}., (τελευταία πρόσβαση 30.07.2026).
[24] Selahattin Demirtaş v. Turkey (No. 2) [GC], παρα. 261–266, 275–282, https://hudoc.echr.coe.int/eng#{%22itemid%22:[%22001-206212%22]}; Sabuncu and Others v. Turkey (Application no. 23199/17), 10 November 2020, παρα. 230–236, 240–247, https://hudoc.echr.coe.int/eng#{%22itemid%22:[%22001-206212%22]}; Şık v. Türkiye (Application No. 53413/11), 8 July 2014, παρα. 95–103, https://hudoc.echr.coe.int/eng#{%22itemid%22:[%22001-145345%22]}; Murat Aksoy v. Turkey (Application no. 80/17), 13 April 2021, παρα. 137, 144, 147, https://hudoc.echr.coe.int/eng#{%22itemid%22:[%22001-208899%22]}; Vedat Şorli v. Turkey (Application no. 42048/19), 19 October 2021, παρα. 39–47, https://hudoc.echr.coe.int/eng#{%22itemid%22:[%22001-212394%22]}, (τελευταία πρόσβαση 30.07.2026).
[25] Council of Europe, Memorandum following the Commissioner’s visit to Türkiye
from 1 to 5 December 2025, 22 Απριλίου 2026, παρα. 14, 15, https://www.ecoi.net/en/file/local/2140787/CommHR%282026%2934_Memorandum%20on%20freedom%20of%20expression%20in%20T%C3%BCrkiye_EN.docx.pdf (τελευταία πρόσβαση 30.07.2026).
[26] Council of Europe, Memorandum following the Commissioner’s visit to Türkiye
from 1 to 5 December 2025, 22 Απριλίου 2026, παρα. 16, https://www.ecoi.net/en/file/local/2140787/CommHR%282026%2934_Memorandum%20on%20freedom%20of%20expression%20in%20T%C3%BCrkiye_EN.docx.pdf (τελευταία πρόσβαση 31.07.2026).
[27] Amnesty International, The State of the World's Human Rights; Türkiye 2025, 21 Απριλίου 2026, https://www.ecoi.net/en/document/2139289.html (τελευταία πρόσβαση 30.07.2026).
[28] ΙRBC, Turkey: The National Judiciary Informatics System (Ulusal Yargi Ağı Bilişim Sistemi, UYAP), including components, access by citizens and lawyers; arrest warrants and court decisions, including access to such documents on UYAP, who has the authority to issue such documents, and appearance of the documents (2016-November 2018) [TUR106217.E], διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/document/1455473.html, (τελευταία πρόσβαση 301.07.2026).
[29] European Comission, Turkey's eJustice system (UYAP), διαθέσιμο σε https://interoperable-europe.ec.europa.eu/collection/justice-law-and-security/document/turkeys-ejustice-system-uyap, (τελευταία πρόσβαση 301.07.2026).
[30] Όπ. π.
[31] USDOS – US Department of State: Country Report on Terrorism 2021 - Chapter 1 - Turkey, 27 February 2023
https://www.ecoi.net/en/document/2087896.html (ημ. πρόσβ. 31/07/2026)
[32] Όπ. Π. και USDOS – US Department of State: 2022 Country Report on Human Rights Practices: Turkey, 20 March 2023 https://www.ecoi.net/en/document/2089143.html (ημ. πρόσβ. 31/07/2026)
[33] European Commission, Türkiye 2025 Report, 4th November 2025, https://www.ecoi.net/en/file/local/2132162/t%C3%83%C2%BCrkiye-report-2025.pdf, (ημ. πρόσβ. 31/07/2026)
[34] Freedom House, Freedom in the World 2026 – Turkey, 2026, https://freedomhouse.org/country/turkey/freedom-world/2026 (τελευταία πρόσβαση 30.07.2026).
[35] Reuters, Kurdish PKK ends 40-year Turkey insurgency, bringing hope of regional stability, διαθέσιμο σε https://www.reuters.com/world/middle-east/kurdish-pkk-dissolves-after-decades-struggle-with-turkey-news-agency-close-2025-05-12/, (31/07/2026)
[36] Βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakite, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35
[37] Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ;κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009
[38] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland
[39] War Watch, Explore, Armed Conflicts 2024-2026, Explore - WAR WATCH (τελευταία πρόσβαση 31.07.2026)
[40] ACLED Conflict Index, Turkey, Conflict Index | ACLED (τελευταία πρόσβαση 31.07.2026).
[41] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Turkey, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, Explorer | ACLED (ημερομηνία πρόσβασης 31.07.2026).
[43] Yπόθεση αρ.56811/00, Amrollahi v. Denmark, ημ.11/07/02
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο