ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 7865/2021
4 Αυγούστου, 2026
[Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
M.F.
από Ιράν
Αιτητής
και
Κυπριακής Δημοκρατίας,
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Δικηγόρος για Αιτητή: Π. Μπενέτης
Δικηγόροι για Καθ’ ων η αίτηση: Β. Θωμά (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
[Lima Wahedi (αρχικώς) και, κατόπιν αντικατάστασής της κατά την ακρόαση της 12.06.2026, Moradi Poorya, Διερμηνείς για διερμηνεία από την περσική (Farsi) στην αγγλική και αντίστροφα.
Στράτος Θεοδοσίου- Διερμηνέας, για διερμηνεία από την αγγλική στην ελληνική και αντίστροφα]
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 27.09.2021 με την οποία απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτησή του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
Ι. ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»):
Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν. Στις 23.02.2009, κατόπιν παράτυπης εισόδου του στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές, υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησής του, παρακάθισε σε προσωπική συνέντευξη ενώπιον λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου στις 25.05.2009. Ακολούθως, στις 29.05.2009, εκδόθηκε απορριπτική απόφαση επί της αίτησής του, η οποία του επιδόθηκε ιδιοχείρως στις 23.06.2009. Κατά της εν λόγω απόφασης ο Αιτητής άσκησε, αυθημερόν, προσφυγή ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, η οποία απορρίφθηκε στις 15.02.2011. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής, ο Αιτητής παρουσίασε εισιτήριο επιστροφής στο Ιράν και επέστρεψε στη χώρα καταγωγής του.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, εγκατέλειψε εκ νέου το Ιράν το φθινόπωρο του 2019, εισερχόμενος αρχικά στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές με τη χρήση πλαστού διαβατηρίου και ακολούθως στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, κατά τον Νοέμβριο ή Δεκέμβριο του ίδιου έτους.
Στις 27.02.2020 υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 12.05.2021 αρμόδια λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου συνέταξε Σημείωμα/Έκθεση Εισήγησης προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγούμενη την παραδοχή της μεταγενέστερης αίτησης ως παραδεκτής, εισήγηση η οποία εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 14.05.2021.
Στις 18.06.2021 ο Αιτητής προσήλθε σε προσωπική συνέντευξη επί της μεταγενέστερης αίτησής του ενώπιον λειτουργού του Ευρωπαϊκού Γραφείου Υποστήριξης για το Άσυλο (EUAA). Ακολούθως, στις 10.09.2021, συντάχθηκε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία προτάθηκε η απόρριψη της αίτησής του. Η εν λόγω εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου στις 27.09.2021.
Σε συνέχεια της ανωτέρω έγκρισης, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε στις 25.10.2021 την προσβαλλόμενη απορριπτική απόφαση, συνοδευόμενη από την αιτιολογία της, η οποία επιδόθηκε και παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή στις 26.10.2021. Τη νομιμότητα και ορθότητα της εν λόγω απόφασης αμφισβητεί ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή.
ΙΙ. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ
Εξειδικεύοντας και περιορίζοντας, μέσω της γραπτής και της συμπληρωματικής γραπτής αγόρευσης του ευπαιδεύτου δικηγόρου του, τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω ελλιπούς έρευνας, ανεπαρκούς αιτιολογίας και εσφαλμένης αξιολόγησης των στοιχείων της υπόθεσης. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι δεν αξιολογήθηκαν ορθά το πιστοποιητικό βάπτισής του, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, αποδεικνύει τη γνήσια μεταστροφή του στον Χριστιανισμό, ούτε η δικαστική κλήση που προσκόμισε, από την οποία, κατά την άποψή του, προκύπτει ότι καταζητείται στο Ιράν λόγω της χριστιανικής του πίστης. Υποστηρίζει ακόμη ότι η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία επιβεβαιώνει πως είναι βαπτισμένος Ορθόδοξος Χριστιανός και διατηρεί ενεργή σχέση με την Εκκλησία.
Περαιτέρω, προβάλλει ότι στο Ιράν δεν μπορούσε να ασκήσει ελεύθερα το δικαίωμα επιλογής θρησκείας, ότι η μεταστροφή του στον Χριστιανισμό αποτέλεσε τον λόγο της σύλληψής του και της ποινικής δίωξης εις βάρος του, ενώ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα αφού προηγουμένως υποθήκευσε την οικία του ως εγγύηση. Υποστηρίζει επίσης ότι, μετά την αναχώρησή του από το Ιράν, εμφανίστηκε σε βίντεο σχετικά με τη χριστιανική του πίστη, γεγονός που, σε συνδυασμό με τη γενικότερη μεταχείριση των Χριστιανών προσήλυτων στο Ιράν, δημιουργεί πραγματικό κίνδυνο δίωξης ή ακόμη και επιβολής της θανατικής ποινής σε περίπτωση επιστροφής του. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών του επικαλείται πληροφορίες χώρας καταγωγής και προβάλλει ότι δεν εξετάστηκε επαρκώς ούτε η δυνατότητα υπαγωγής του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Οι Καθ’ ων η αίτηση, από την πλευρά τους, υπεραμύνονται της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, υποστηρίζοντας ότι αυτή εκδόθηκε κατόπιν πλήρους διερεύνησης των πραγματικών περιστατικών και ορθής αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού. Ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής είχε πλήρη δυνατότητα να εκθέσει τους ισχυρισμούς του κατά τη διοικητική διαδικασία, ότι το πιστοποιητικό βάπτισης συνεκτιμήθηκε αλλά δεν αρκούσε αφ' εαυτού για να αποδείξει τη γνησιότητα της μεταστροφής του, ενώ επισημαίνουν αντιφάσεις και ελλείψεις στις δηλώσεις του. Τέλος, υποβάλλουν ότι δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε πλάνη της Διοίκησης και ότι το αίτημα περί τροποποίησης της προσβαλλόμενης απόφασης είναι απαράδεκτο στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας
III. ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, κατόπιν αίτησης του Αιτητή για προσαγωγή μαρτυρίας, η οποία έγινε αποδεκτή από τους Καθ’ ων η αίτηση, καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση ημερομηνίας 05.09.2024, με την οποία προσκομίστηκαν δύο βεβαιώσεις του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου Λεμεσού, αμφότερες υπογεγραμμένες από τον Πρωτοπρεσβύτερο Χρήστο Αναξαγόρου και ημερομηνιών 02.04.2023 και 02.10.2023, αντιστοίχως. Από τις εν λόγω βεβαιώσεις προκύπτει ότι ο Αιτητής παρακολούθησε μαθήματα ορθόδοξης κατήχησης από τον Ιανουάριο του 2019, διάρκειας οκτώ μηνών, βαπτίστηκε Ορθόδοξος Χριστιανός στις 15.09.2019 λαμβάνοντας το όνομα «Δανιήλ» και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να διατηρεί ενεργή σχέση με την εκκλησιαστική κοινότητα (Τεκμήρια 1 και 2).
Επισημαίνεται ότι η απόφαση επί της υπόθεσης αυτής επιφυλάχθηκε στις 13.05.2025, ωστόσο στις 28.11.2025 διατάχθηκε το επανάνοιγμα της λόγω αναγκαιότητας περαιτέρω διερεύνησης συγκεκριμένων κρίσιμων ισχυρισμών του Αιτητή. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου, ο Αιτητής ανέφερε ότι εξακολουθεί να εκκλησιάζεται, διευκρινίζοντας ότι μεταβαίνει στην εκκλησία περίπου δύο φορές τον μήνα, ενώ, όταν οι υποχρεώσεις του το επιτρέπουν, παρευρίσκεται κάθε εβδομάδα. Ειδικότερα, ανέφερε ότι διατηρεί στενή επικοινωνία με τον ιερέα της ενορίας που επισκέπτεται, τον πατέρα Χρήστο, με τον οποίο συζητά και λαμβάνει πνευματικές συμβουλές. Ως προς τον τρόπο άσκησης της χριστιανικής του πίστης, δήλωσε ότι αυτή εκφράζεται μέσω της καλοσύνης, της αγάπης προς όλους τους ανθρώπους και της προσωπικής προσευχής και επικοινωνίας του με τον Θεό. Ερωτηθείς τι μεταβλήθηκε στη θρησκευτική του ζωή μετά τη βάπτισή του, απάντησε ότι «έμαθε τα πάντα από την αρχή». Αναφορικά με τη δημοσιοποίηση της μεταστροφής του, ανέφερε ότι εμφανίστηκε σε συνέντευξη η οποία καταγράφηκε σε βίντεο από ομάδα ατόμων που δραστηριοποιούνταν υπέρ της χριστιανικής θρησκείας και ότι το σχετικό υλικό αναρτήθηκε στο διαδίκτυο. Κατόπιν της δημοσιοποίησης αυτής, δέχθηκε τηλεφωνήματα από συγγενείς του, οι οποίοι εξέφρασαν τόσο θετικές όσο και αρνητικές απόψεις. Περαιτέρω, διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν προέβη σε αναρτήσεις στον προσωπικό του λογαριασμό σχετικά με τον χριστιανισμό ή τη θρησκευτική του μεταστροφή, αλλά ενημέρωσε ο ίδιος ορισμένους συγγενείς του στο Ιράν ότι είχε βαπτιστεί χριστιανός. Σύμφωνα με την κατάθεσή του, ορισμένοι συγγενείς του παρεξήγησαν την επιλογή του ή δεν την αποδέχθηκαν, χωρίς ωστόσο να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια εις βάρος του, ενώ άλλοι του ανέφεραν ότι επρόκειτο για προσωπική του απόφαση. Τέλος, υποστήριξε ότι, λόγω της μεταστροφής του στον χριστιανισμό, διατρέχει κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής στο Ιράν, επισημαίνοντας ότι πλέον ο χριστιανισμός αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητάς του.
Κατά τη συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας στις 12.06.2026, ο Αιτητής κλήθηκε να δώσει διευκρινίσεις τόσο ως προς το περιεχόμενο της επίσημα μεταφρασμένης δικαστικής κλήσης (βλ. ερ. 170) από τις ιρανικές αρχές όσο και ως προς τους ισχυρισμούς του περί μεταστροφής του στον Χριστιανισμό.
Ειδικότερα, ερωτηθείς αναφορικά με το γεγονός ότι η δικαστική κλήση (ερυθρό 170 δ.φ.) φέρει ημερομηνία 09.04.2019, ενώ ο ίδιος είχε δηλώσει ότι αναχώρησε από το Ιράν το φθινόπωρο του 2019 και ότι η κλήση εκδόθηκε μετά την αναχώρησή του, απάντησε ότι, προκειμένου να του επιτραπεί να εγκαταλείψει τη χώρα, κατέθεσε ως εγγύηση το διαμέρισμά του. Διευκρίνισε ότι, παρά την εκκρεμότητα της υπόθεσής του, δεν έλαβε οποιοδήποτε επίσημο έγγραφο από το Δικαστήριο, ενώ, όταν ερωτήθηκε πώς κατέθεσε εγγύηση χωρίς να έχει λάβει κλήση, ανέφερε ότι παρέδωσε τα έγγραφα του διαμερίσματος που είχε αγοράσει. Περαιτέρω, δήλωσε ότι το εν λόγω ακίνητο βρίσκεται πλέον στην κατοχή της κυβέρνησης.
Ως προς τους λόγους που τον οδήγησαν στη μεταστροφή του στον Χριστιανισμό, ο Αιτητής ανέφερε ότι η προηγούμενη θρησκεία του δεν απαντούσε στα ερωτήματά του και ότι, παρόλο που είχε ανατραφεί σύμφωνα με τις θρησκευτικές αντιλήψεις των γονέων του, επηρεάστηκε από χριστιανούς φίλους του, τους οποίους χαρακτήρισε ως ειλικρινείς, καλούς και πιστούς ανθρώπους. Πρόσθεσε ότι, μελετώντας τη Βίβλο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι βρήκε την αλήθεια.
Αναφορικά με τη συμμετοχή του σε κατ’ οίκον εκκλησίες στο Ιράν, δήλωσε ότι παρευρισκόταν σε συναντήσεις μία φορά τον μήνα, διάρκειας περίπου δύο έως τριών ωρών, κατά τις οποίες συζητούσαν ζητήματα θρησκείας και τη σημασία της αγάπης και της καλής συμπεριφοράς προς τον συνάνθρωπο. Ως προς τον τρόπο οργάνωσης των συναντήσεων, αρχικώς ανέφερε ότι ενημερωνόταν από χριστιανούς φίλους του για τον τόπο συνάντησης, ενώ, μετά την αντικατάσταση της αρχικής διερμηνέως, λόγω δυσχέρειας επικοινωνίας που επικαλέστηκε ο ίδιος, διευκρίνισε ότι ενημερωνόταν από συναδέλφους του σχετικά με την ημέρα και την ώρα διεξαγωγής των συναντήσεων.
Τέλος, ερωτηθείς σχετικά με τη βάπτισή του, ανέφερε ότι κατά τη βάπτισή του έλαβε το χριστιανικό όνομα «Ντανιέλ», ενώ, όταν του επισημάνθηκε ότι κατά τη διοικητική συνέντευξη δεν είχε αναφέρει το όνομα του προσώπου που τον είχε προετοιμάσει ή συνδέσει με τη βάπτισή του, απάντησε ότι το ελληνικό της όνομα είναι «Χαρούλα».
IV. Η ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ
Δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο Αιτητής είναι αλληλένδετοι και άρρηκτα συνυφασμένοι με την ουσία της υπόθεσης, και λαμβανομένης υπόψη της υποχρέωσης του παρόντος Δικαστηρίου να ελέγχει τόσο τη νομιμότητα όσο και την ορθότητα κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, μέσω πλήρους και ex nunc εξέτασης των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που την διέπουν [Βλ. άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018)], κρίνεται σκόπιμο οι εν λόγω ισχυρισμοί να εξεταστούν σε συνάρτηση με την ουσία της υπόθεσης.
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και υπό το φως των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου.
Α. Το ιστορικό της υπόθεσης
Παρατηρώ ότι, στο πλαίσιο της αρχικής αίτησής του για διεθνή προστασία, η οποία υποβλήθηκε στις 23.02.2009, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε το Ιράν λόγω περιορισμού της θρησκευτικής ελευθερίας και επειδή, έχοντας ασπαστεί τη θρησκεία των Bahá'í, έλαβε δικαστική κλήση προς εμφάνιση, μετά από καταγγελία για τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Υποστήριξε ότι φοβήθηκε να παρουσιαστεί στις αρχές, εγκατέλειψε νόμιμα τη χώρα και προσκόμισε αντίγραφο της σχετικής κλήτευσης.
Κατά την ουσιαστική εξέταση της αίτησής του επανέλαβε ότι είχε μεταστραφεί στη θρησκεία των Bahá'í κατά τη στρατιωτική του θητεία και ότι καταζητείτο λόγω της θρησκευτικής του δραστηριότητας. Η Υπηρεσία Ασύλου, αφού αξιολόγησε τις δηλώσεις και τα προσκομισθέντα στοιχεία, απέρριψε τους σχετικούς ισχυρισμούς ως αναξιόπιστους, επισημαίνοντας ουσιώδεις αντιφάσεις ως προς τη δικαστική κλήση, αδυναμία του Αιτητή να περιγράψει βασικές δοξασίες και πρακτικές της θρησκείας των Bahá'í, καθώς και έλλειψη τεκμηρίωσης του ισχυρισμού περί δίωξής του. Κατά συνέπεια, κρίθηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις ούτε αναγνώρισής του ως πρόσφυγα ούτε υπαγωγής του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφυγών με απόφαση ημερομηνίας 15.02.2011, η οποία έκρινε ότι η αξιολόγηση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν επαρκώς αιτιολογημένη και ότι ο Αιτητής δεν είχε τεκμηριώσει βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Β. Η διοικητική διαδικασία επί της μεταγενέστερης αίτησης
Κατά την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησής του για ασύλου, ο Αιτητής δήλωσε πως επέστρεψε στο Ιράν επειδή απεβίωσε ο πατέρας του και ενόσω ήταν στην Κύπρο ξεκίνησε να μαθαίνει για το Χριστιανισμό. Όταν επέστρεψε στο Ιράν συνήθιζε να πηγαίνει σε κατ’ οίκον εκκλησία, η οποία εντοπίστηκε από τις αρχές με αποτέλεσμα να συλληφθούν όλοι. Συνέχισε πως βασανίστηκε αλλά εν τέλει αφέθηκε ελεύθερος προσωρινά με εγγύηση. Αποφάσισε να φύγει πριν την πραγματοποίηση της δίκης, κατά την οποία του επιβλήθηκε ποινή για την άσκηση άλλης θρησκείας. Δήλωσε πως για έναν Μουσουλμάνο είναι πολύ κακό και σε κάποιες περιπτώσεις επιβάλλεται ποινή θανάτου. Πλήρωσε το ποσό των 9000 ευρώ σε έναν φίλο του ώστε να τον βοηθήσει να εγκαταλείψει την χώρα. Έτσι εγκατέλειψε το Ιράν παράνομα και ήρθε στην Κύπρο.
Κατά την αξιολόγηση της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση, εξετάζοντας κατά το πρώτο στάδιο του παραδεκτού, έκριναν παραδεκτή την μεταγενέστερη αίτηση του, ως προκύπτει από την Έκθεση-Εισήγηση του λειτουργού της EASO (βλ. ερυθρά 86 του δ.φ.). Ειδικότερα, έκριναν πως τα στοιχεία που προέβαλε ο Αιτητής κατά την μεταγενέστερη αίτηση αποτελούν νέα στοιχεία βάσει το άρθρου 16(Δ) του Περί Προσφύγων Νόμων 2000-2020.
Ενόψει της κρίσης περί του παραδεκτού της μεταγενέστερης του αίτησης, ο Αιτητής κλήθηκε σε συνέντευξή ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, στο πλαίσιο της οποίας δήλωσε ως προς το προσωπικό του προφίλ ότι είναι υπήκοος Ιράν, γεννηθείς στην Τεχεράνη όπου διέμενε ολόκληρη τη ζωή του, πλην του χρονικού διαστήματος 2005-2010 όπου ζούσε στην Κύπρο έχοντας αιτηθεί άσυλο. Ως προς το θρήσκευμα του δήλωσε Χριστιανός (μεταστραφείς από τον Μουσουλμανισμό). Δήλωσε διαζευγμένος, πατέρας ενός τέκνου, το οποίο διαμένει με τη μητέρα του στην Τεχεράνη. Δεν διατηρεί επικοινωνία με την πρώην σύζυγό του και το τέκνο τους. Ως προς την πατρική του οικογένεια δήλωσε ότι ο πατέρας του έχει αποβιώσει και η μητέρα του, οι τρεις αδελφοί του και η μια αδελφή του διαμένουν στην Τεχεράνη, με τους οποίους δεν έχει επικοινωνία. Έχει ολοκληρώσει την δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην χώρα καταγωγής του. Εργαζόταν στο εργοστάσιο επίπλων που διέθετε καθώς και στο αντίστοιχο κατάστημα του. Εγκατέλειψε την δεύτερη φορά την χώρα καταγωγής του παράνομα, έφθασε με αυτοκίνητο στη συνοριακή πόλη Maku και εν συνεχεία διέσχισε την Τουρκία με τα πόδια. Εικάζει ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγή του τον φθινόπωρο του 2019.
Ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του, ότι διώκεται από τις ιρανικές αρχές λόγω της συμμετοχής του σε χριστιανικές κατ’ οίκον εκκλησίες. Ανέφερε ότι κατά την πρώτη παραμονή του στην Κύπρο (2005–2010) γνώρισε τον Χριστιανισμό μέσω του εργοδότη του και προσώπων που δραστηριοποιούνταν στην εκκλησία όπου εργαζόταν, γεγονός που τον οδήγησε να αμφισβητήσει την ισλαμική του πίστη. Μετά την επιστροφή του στο Ιράν, ισχυρίστηκε ότι αναζητούσε απαντήσεις σχετικά με την πίστη του και, μέσω ενός νεαρού ζευγαριού που εργαζόταν στο κατάστημά του, εντάχθηκε σε χριστιανικές κατ’ οίκον εκκλησίες.
Υποστήριξε ότι, κατά τη διάρκεια μίας από τις συναθροίσεις, οι ιρανικές αρχές πραγματοποίησαν έφοδο στην οικία όπου λάμβανε χώρα η συνάντηση και συνέλαβαν όλους τους παρευρισκόμενους. Δήλωσε ότι κρατήθηκε επί περίπου έναν μήνα, κατά τον οποίο υπέστη έντονη ψυχολογική πίεση και απειλές, χωρίς όμως να υποστεί σωματικά βασανιστήρια, ενώ αρνήθηκε ότι σκόπευε να αλλάξει θρησκεία. Ανέφερε ότι αποφυλακίστηκε προσωρινά με εγγύηση το διαμέρισμά του μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσής του και ότι, μετά την αναχώρησή του από το Ιράν και τη μη εμφάνισή του στη δίκη, απώλεσε το ακίνητό του, ενώ η οικογένειά του δεχόταν απειλές. Πρόσθεσε ότι η σύζυγός του πιέστηκε να χωρίσει μαζί του επειδή θεωρήθηκε αποστάτης και ότι τελικά οδηγήθηκαν σε διαζύγιο. Δήλωσε, τέλος, ότι εγκατέλειψε το Ιράν παράνομα, καθώς το όνομά του είχε περιληφθεί σε κατάλογο απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα.
Ερωτηθείς τι θεωρεί ότι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής στο Ιράν, απάντησε ότι η ζωή του θα τεθεί σε κίνδυνο και ότι, στην καλύτερη περίπτωση, θα του επιβληθεί πολυετής ποινή φυλάκισης.
Ως προς τη μεταστροφή του στον Χριστιανισμό, δήλωσε ότι ορισμένες διαφορές μεταξύ Χριστιανισμού και Ισλάμ τον οδήγησαν να αμφισβητήσει την προηγούμενη πίστη του και ότι, μετά την επιστροφή του στο Ιράν, εμβάθυνε στη χριστιανική διδασκαλία μέσω των κατ’ οίκον εκκλησιών, της παρακολούθησης χριστιανικών προγραμμάτων και της προσωπικής του μελέτης. Ανέφερε ότι ουδέποτε απαρνήθηκε τον Χριστιανισμό.
Ερωτηθείς για τον ισχυρισμό που είχε προβάλει κατά την πρώτη αίτησή του περί προσχώρησής του στους Bahai, απάντησε ότι ουδέποτε ασπάστηκε τη συγκεκριμένη θρησκεία, αλλά απλώς παρακολούθησε σχετικά μαθήματα κατά την πρώτη παραμονή του στην Κύπρο, προτού στραφεί τελικά στον Χριστιανισμό.
Ως προς την άσκηση της χριστιανικής του πίστης στην Κύπρο, ανέφερε ότι εκκλησιάζεται στον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου Λεμεσού, όπου και βαπτίστηκε, και ότι ακολουθεί τις επιταγές της Αγίας Γραφής. Δήλωσε ότι η βάπτισή του τελέστηκε περί τον Αύγουστο του 2020 και απάντησε σε ερωτήσεις σχετικά με την κατήχησή του και τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή πραγματοποιήθηκε.
Σε σχέση με τις κατ’ οίκον εκκλησίες στο Ιράν, δήλωσε ότι οι συναντήσεις πραγματοποιούνταν σε ιδιωτικές κατοικίες, άρχιζαν με προσευχή και ακολουθούσε διδασκαλία βασισμένη στην Αγία Γραφή, ενώ οι συμμετέχοντες ενημερώνονταν εκ των προτέρων για τον τόπο και τον χρόνο της επόμενης συνάντησης.
Τέλος, περιγράφοντας τη σύλληψή του και τη μεταγενέστερη ποινική διαδικασία, δήλωσε ότι συνελήφθη μαζί με άλλα μέλη της ομάδας, μεταφέρθηκε σε άγνωστο τόπο κράτησης όπου ανακρίθηκε σχετικά με τις δραστηριότητες της κατ’ οίκον εκκλησίας και ότι η αποφυλάκισή του κατέστη δυνατή κατόπιν παροχής εγγύησης. Πρόσθεσε ότι, ενώ ήδη βρισκόταν στην Κύπρο, εκδόθηκε δικαστική απόφαση σε βάρος του και απεστάλη νέα κλήτευση προς εμφάνιση ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, αντίγραφο της οποίας προσκόμισε κατά τη συνέντευξή του. Το έγγραφο αυτό καταχωρίστηκε στον διοικητικό φάκελο στην περσική γλώσσα, χωρίς να συνοδεύεται από επίσημη μετάφραση (βλ. ερ. 94).
Γ. Η αξιολόγηση της Υπηρεσίας Ασύλου
Κατά την αξιολόγηση της μεταγενέστερης αίτησης διεθνούς προστασίας, ο αρμόδιος λειτουργός προσδιόρισε τρεις ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς: (α) την ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο διαμονής του Αιτητή, (β) τη μεταστροφή του στον Χριστιανισμό και (γ) τη συμμετοχή του σε κατ’ οίκον χριστιανικές συναθροίσεις στο Ιράν και τη συνεπεία αυτής σύλληψή του από τις ιρανικές αρχές.
Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθώς οι δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν σαφείς, συνεκτικές και επιβεβαιώνονταν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Αντιθέτως, ο δεύτερος ισχυρισμός περί μεταστροφής του στον Χριστιανισμό απορρίφθηκε, καθόσον οι δηλώσεις του κρίθηκαν γενικές και αόριστες ως προς τα κίνητρα της μεταστροφής, τις διαφορές μεταξύ Ισλάμ και Χριστιανισμού, τη θρησκευτική του πορεία και την άσκηση της νέας του πίστης. Παρότι αξιολογήθηκαν οι πληροφορίες για τη μεταχείριση των μεταστραφέντων στο Ιράν και το πιστοποιητικό βάπτισής του, ο λειτουργός έκρινε ότι το τελευταίο δεν αρκούσε αφ’ εαυτού για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό, ελλείψει θεμελιωμένης εσωτερικής αξιοπιστίας.
Ομοίως, απορρίφθηκε και ο τρίτος ισχυρισμός, καθώς οι δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν ανεπαρκείς και αντιφατικές ως προς τη συμμετοχή του στις κατ’ οίκον εκκλησίες, τις συνθήκες της σύλληψης, της κράτησης και της αποφυλάκισής του. Παρά το γεγονός ότι οι εξωτερικές πηγές επιβεβαίωναν ότι παρόμοια περιστατικά δύνανται να συμβούν στο Ιράν, ο λειτουργός έκρινε ότι, λόγω της μη θεμελίωσης της εσωτερικής αξιοπιστίας, ο ισχυρισμός δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτός.
Ακολούθως, προχώρησε σε αξιολόγηση κινδύνου με βάση τον μοναδικό αποδεκτό ισχυρισμό, ήτοι την ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, καταλήγοντας ότι δεν προέκυπτε εύλογη πιθανότητα να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στο Ιράν. Ως εκ τούτου, έκρινε ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα ούτε χορήγησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Δ. Τα έγγραφα που προσκομίστηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία
Κατά το στάδιο της συνέντευξής του, ο Αιτητής προσκόμισε: (α) λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος προς απόδειξη της διεύθυνσης διαμονής του, (β) πιστοποιητικό βάπτισης από την Εκκλησία του Αγίου Νικολάου Λεμεσού, με ημερομηνία βάπτισης την 15.09.2019 και ημερομηνία έκδοσης την 07.09.2020, και (γ) κλήση από τις ιρανικές αρχές (General Justice of Tehran Province), εκδοθείσα στις 09.04.2019, με την οποία ο Αιτητής καλείτο να παρουσιαστεί ενώπιον δικαστηρίου στις 17.04.2019. Στην εισηγητική έκθεση γίνεται αναφορά στην ύπαρξη του εγγράφου αυτού, πλην όμως αυτό δεν συνοδευόταν από επίσημη μετάφραση, ώστε να είναι δυνατή η ασφαλής αξιολόγηση του περιεχομένου του.
Διαπιστώνεται, ωστόσο, ότι, παρά το γεγονός ότι η εν λόγω κλήση από τις ιρανικές αρχές είχε προσκομισθεί ήδη κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας και λήφθηκε υπόψη στην εισηγητική έκθεση, δεν υπήρχε στον διοικητικό φάκελο επίσημη μετάφρασή της στην ελληνική ή στην αγγλική γλώσσα. Ως εκ τούτου, δεν ήταν εφικτή η ασφαλής διαπίστωση του ακριβούς περιεχομένου της ούτε η αξιολόγησή της σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς του Αιτητή.
Λαμβάνοντας υπόψη τη δυνητική αποδεικτική σημασία του εγγράφου, το Δικαστήριο, μετά την επιφύλαξη της απόφασής του, έκρινε αναγκαίο να επανανοίξει τη διαδικασία και να καλέσει τους Καθ' ων η αίτηση να προσκομίσουν επίσημη μετάφρασή του. Οι Καθ' ων η αίτηση συμμορφώθηκαν με την οδηγία αυτή και η επίσημη μετάφραση καταχωρίστηκε στο ερυθρό 170 του διοικητικού φακέλου, από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει ότι πρόκειται για ηλεκτρονική κλήση (electronic warrant) εκδοθείσα στις 09.04.2019 από το Τμήμα Δικαιοσύνης της Επαρχίας Τεχεράνης, 28ο Τμήμα του Δικαστικού Συγκροτήματος Enghelab στην Τεχεράνη. Ως πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται η κλήση αναγράφεται το ονοματεπώνυμο του Αιτητή καθώς και συγκεκριμένος αριθμός δελτίου ταυτότητας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του εγγράφου, ο Αιτητής καλείται να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου στις 17.04.2019 και ώρα 09:00, στο Δικαστήριο Enghelab, επί της οδού Shariati στην Τεχεράνη. Ως λόγος της κλήσης αναφέρεται η εκδίκαση υπόθεσης κατόπιν καταγγελίας που υποβλήθηκε από τη μονάδα Basij (κωδικός 125), ενώ στο έγγραφο περιλαμβάνεται επίσης οδηγία προς τον καλούμενο να προσέλθει φέροντας το δελτίο ταυτότητάς του και να δηλώσει την παρουσία του στο αρμόδιο γραφείο του Δικαστηρίου δεκαπέντε λεπτά πριν από την έναρξη της διαδικασίας. Περαιτέρω, στη μετάφραση σημειώνεται ότι ο αριθμός του εντάλματος, ο αριθμός του φακέλου και ο αριθμός του αρχείου δεν κατέστη δυνατό να αναγνωσθούν, καθώς ήταν δυσανάγνωστοι στο πρωτότυπο έγγραφο.
Επισημαίνεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν αξιολόγησαν καθόλου το εν λόγω έγγραφο.
V. Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Αξιολογώντας τα όσα έχουν ανωτέρω εκτεθεί υπό το φως των εφαρμοστέων νομοθετικών διατάξεων, της σχετικής νομολογίας, του συνόλου του αποδεικτικού υλικού που τέθηκε ενώπιόν μου, καθώς και των δηλώσεων και ισχυρισμών του Αιτητή τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καταλήγω στα ακόλουθα.
Α. Προσδιορισμός των ουσιωδών πραγματικών ισχυρισμών
Καταρχάς, το Δικαστήριο κρίνει ότι η απομόνωση των ουσιωδών ισχυρισμών στην οποία προέβησαν οι Καθ' ων η αίτηση ανταποκρίνεται, κατ' αρχήν, στον πυρήνα των
προβαλλόμενων λόγων διεθνούς προστασίας.
Ειδικότερα, ορθώς απομονώθηκε ως πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός η ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ, η χώρα καταγωγής και ο τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεδομένου ότι τα στοιχεία αυτά αποτελούν το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου εδράζεται η εξέταση των λοιπών ισχυρισμών του.
Ομοίως, ορθώς εξετάστηκε αυτοτελώς ο ισχυρισμός περί μεταστροφής του Αιτητή στον Χριστιανισμό, καθόσον πρόκειται για ισχυρισμό ο οποίος, εφόσον γίνει αποδεκτός, δύναται αυτοτελώς να θεμελιώσει αξίωση διεθνούς προστασίας.
Ωστόσο, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός, όπως διατυπώθηκε στην εισηγητική έκθεση, δεν αποδίδει πλήρως το πραγματικό περιεχόμενο του σχετικού αφηγήματος του Αιτητή. Συγκεκριμένα, ο ισχυρισμός αυτός δεν περιορίζεται στη συμμετοχή του σε κατ' οίκον χριστιανικές συναθροίσεις και στη σύλληψή του από τις ιρανικές αρχές, αλλά περιλαμβάνει συνολικά την ισχυριζόμενη ποινική δίωξη εις βάρος του λόγω της θρησκευτικής του δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένης της κράτησής του, της προσωρινής αποφυλάκισής του με την παροχή εγγύησης, της έκδοσης της δικαστικής κλήσης ημερομηνίας 09.04.2019 και της μετέπειτα αναχώρησής του από το Ιράν. Τα επιμέρους αυτά περιστατικά συνιστούν μία ενιαία πραγματική αλληλουχία και, ως εκ τούτου, αξιολογούνται από το Δικαστήριο ως ενιαίος ουσιώδης ισχυρισμός.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο προβαίνει στην αξιολόγηση των ακόλουθων ουσιωδών ισχυρισμών: πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός: η ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ, η χώρα καταγωγής και ο τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή· δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός: η μεταστροφή του Αιτητή από το Ισλάμ στον Χριστιανισμό και η γνησιότητα της νέας θρησκευτικής του ταυτότητας· τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός: η συμμετοχή του Αιτητή σε κατ' οίκον χριστιανικές συναθροίσεις στο Ιράν και η συνεπεία αυτής ισχυριζόμενη ποινική δίωξή του από τις ιρανικές αρχές, περιλαμβανομένης της σύλληψης, της κράτησης, της προσωρινής αποφυλάκισής του με εγγύηση, της έκδοσης της δικαστικής κλήσης και του φόβου σύλληψης και δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Προχωρώ ακολούθως στην αξιολόγηση εκάστου των ανωτέρω ισχυρισμών.
Β. Πρώτος ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός
Ως προς αυτόν, συντάσσομαι πλήρως με την κρίση των Καθ' ων η αίτηση. Οι δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με την ταυτότητά του, την ιθαγένειά του, τον τόπο γέννησης, τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του στην Τεχεράνη, την οικογενειακή και επαγγελματική του κατάσταση υπήρξαν διαχρονικά σαφείς, συνεπείς και εσωτερικά συνεκτικές, χωρίς να παρουσιάζουν ουσιώδεις αντιφάσεις κατά τη διοικητική διαδικασία ή κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου προφορική του εξέταση. Περαιτέρω, τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, όπως ορθώς διαπίστωσαν οι Καθ' ων η αίτηση. Ως εκ τούτου, ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός.
Γ. Δεύτερος ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός
Αντιθέτως, ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, το Δικαστήριο δεν περιορίζεται στην αξιολόγηση στην οποία προέβησαν οι Καθ' ων η αίτηση, δεδομένου ότι η εξέταση της παρούσας προσφυγής διενεργείται ex nunc, επί τη βάσει όχι μόνο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον της Διοίκησης κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και του συνόλου του αποδεικτικού υλικού που προσκομίστηκε μεταγενέστερα, περιλαμβανομένων των προφορικών εξηγήσεων που παρείχε ο ίδιος ο Αιτητής ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.
Οι Καθ' ων η αίτηση απέρριψαν τον εν λόγω ισχυρισμό ως μη αξιόπιστο, κρίνοντας ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με τα κίνητρα που τον οδήγησαν στη μεταστροφή του, τις δογματικές διαφορές μεταξύ Ισλάμ και Χριστιανισμού, τις γνώσεις που απέκτησε κατά τη συμμετοχή του στις κατ' οίκον εκκλησίες στο Ιράν, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο ασκούσε τη νέα του πίστη. Επιπλέον, έκριναν ότι το πιστοποιητικό βάπτισης που προσκομίστηκε δεν ήταν αφ' εαυτού επαρκές για να τεκμηριώσει τη γνησιότητα της μεταστροφής του, δίδοντας αποφασιστική βαρύτητα στην εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του.
Η προσέγγιση αυτή είναι, κατ' αρχήν, ορθή. Πράγματι, η γνησιότητα μιας θρησκευτικής μεταστροφής δεν αποδεικνύεται ούτε αποκλείεται αποκλειστικά από την ύπαρξη πιστοποιητικού βάπτισης, τη συμμετοχή σε θρησκευτικές τελετές ή το επίπεδο των θεολογικών γνώσεων του αιτούντος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι κατά πόσον, υπό το φως του συνόλου των δηλώσεών του, της διαχρονικής του πορείας και της εν γένει συμπεριφοράς του, η προβαλλόμενη μεταστροφή συνιστά γνήσια και βιωματική θρησκευτική επιλογή ή προβάλλεται εργαλειακά προς υποστήριξη του αιτήματος διεθνούς προστασίας.
Κατά τη διοικητική διαδικασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι η πρώτη του επαφή με τον Χριστιανισμό έλαβε χώρα κατά την πρώτη περίοδο παραμονής του στην Κύπρο, μεταξύ των ετών 2005-2010, οπότε εργάστηκε σε χώρο συνδεόμενο με ορθόδοξη εκκλησία και ήρθε σε επαφή με χριστιανούς. Υποστήριξε ότι από την επαφή αυτή αποκόμισε κυρίως την έννοια της ταπεινότητας, της καλοσύνης και της έλλειψης εκδικητικότητας. Μετά την επιστροφή του στο Ιράν, ανέφερε ότι εξακολουθούσε να αισθάνεται πνευματικό κενό και ότι, μέσω χριστιανού ζεύγους που εργαζόταν στην επιχείρησή του, ήρθε εκ νέου σε επαφή με τη χριστιανική πίστη και με κατ’ οίκον χριστιανικές συναθροίσεις. Δήλωσε περαιτέρω ότι μελετώντας τη Βίβλο και παρακολουθώντας χριστιανικά δορυφορικά ή διαδικτυακά μέσα, κατέληξε ότι ο Χριστιανισμός του παρείχε την αλήθεια και τις απαντήσεις που αναζητούσε.
Η αφήγησή του εμφανίζει έναν συνεκτικό θεματικό άξονα, ήτοι τη σταδιακή απομάκρυνσή του από το Ισλάμ και την αναζήτηση διαφορετικής πνευματικής ταυτότητας. Εντούτοις, οι σχετικές εξηγήσεις του παρέμειναν σε σημαντικό βαθμό γενικές. Ειδικότερα, δεν ήταν σε θέση να εξειδικεύσει ποιες συγκεκριμένες πτυχές του Ισλάμ τον οδήγησαν στην απόρριψή του ούτε ποια συγκεκριμένα στοιχεία της χριστιανικής διδασκαλίας αποτέλεσαν τον πυρήνα της μεταστροφής του. Οι αναφορές του στην αγάπη, την καλοσύνη, την ταπεινότητα και την έλλειψη εκδικητικότητας, μολονότι συμβατές με χριστιανικές αξίες, παρέμειναν σε επίπεδο γενικών ηθικών αρχών, χωρίς να συνοδεύονται από συγκεκριμένη βιωματική ή πνευματική ανάλυση της προσωπικής του πορείας.
Περαιτέρω, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι κατά την αρχική αίτησή του για διεθνή προστασία ο Αιτητής είχε θεμελιώσει τον προβαλλόμενο φόβο δίωξης στη σύνδεσή του με την πίστη των Bahá'í, ενώ κατά τη μεταγενέστερη αίτησή του προέβαλε ως κεντρικό ισχυρισμό τη μεταστροφή του στον Χριστιανισμό. Ερωτηθείς σχετικά, εξήγησε ότι ουδέποτε ασπάστηκε πραγματικά την πίστη των Baháí, αλλά απλώς παρακολούθησε σχετικά μαθήματα κατά την πρώτη παραμονή του στην Κύπρο, στο πλαίσιο της γενικότερης θρησκευτικής του αναζήτησης και της απογοήτευσής του από το Ισλάμ.
Η εξήγηση αυτή παρέχει ένα εύλογο πλαίσιο κατανόησης της διαχρονικής του αναζήτησης και δεν αποκλείει, αφ' εαυτής, το ενδεχόμενο πραγματικής μεταστροφής στον Χριστιανισμό, δεδομένου ότι δεν είναι ασυνήθιστο ένα πρόσωπο να διέρχεται από διαφορετικά στάδια πνευματικής αναζήτησης πριν καταλήξει σε συγκεκριμένη πίστη. Εντούτοις, η ουσιώδης μεταβολή της θρησκευτικής ταυτότητας επί της οποίας θεμελιώνει τον φόβο δίωξης αποτελεί στοιχείο που επιβάλλει αυξημένη προσοχή κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών του.
Ως προς τις γνώσεις του Αιτητή σχετικά με τον Χριστιανισμό και την Ορθόδοξη πίστη, παρατηρώ ότι, μολονότι σε ορισμένα σημεία οι απαντήσεις του υπήρξαν γενικές και όχι πάντοτε ιδιαίτερα αναλυτικές, ήταν εντούτοις σε θέση να εξηγήσει με επάρκεια τους λόγους για τους οποίους απομακρύνθηκε από το Ισλάμ, τα στοιχεία εκείνα του Χριστιανισμού που τον προσέλκυσαν, τον τρόπο με τον οποίο ήρθε σε επαφή με τη χριστιανική πίστη τόσο κατά την πρώτη παραμονή του στην Κύπρο όσο και αργότερα στο Ιράν, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο ασκεί σήμερα την πίστη του. Οι απαντήσεις αυτές δεν μπορούν, αφ' εαυτών, να θεωρηθούν ούτε επαρκείς ούτε ανεπαρκείς για τη διαπίστωση της γνησιότητας της μεταστροφής του, καθόσον, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η αξιολόγηση της θρησκευτικής ταυτότητας δεν εξαρτάται από το επίπεδο θεολογικών γνώσεων, αλλά από τη συνολική εκτίμηση όλων των πραγματικών περιστάσεων της υπόθεσης.
Περαιτέρω, ως προς τη βάπτισή του, ο Αιτητής προσκόμισε πιστοποιητικό βάπτισης και, ενώπιον του Δικαστηρίου, προσκομίστηκαν βεβαιώσεις του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου Λεμεσού, σύμφωνα με τις οποίες έλαβε κατήχηση, βαπτίστηκε στις 15.09.2019 και έλαβε το χριστιανικό όνομα Δανιήλ. Τα έγγραφα αυτά αποτελούν σημαντικά εξωτερικά στοιχεία ως προς το γεγονός της βάπτισης και της τυπικής ένταξής του στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Εντούτοις, δεν αποδεικνύουν αφ’ εαυτών τη γνησιότητα της εσωτερικής θρησκευτικής μεταβολής, ζήτημα το οποίο εξακολουθεί να απαιτεί συνολική αξιολόγηση των δηλώσεων, της συνέπειας και της προσωπικής πορείας του Αιτητή. Η ύπαρξη των εγγράφων αυτών ενισχύει την αντικειμενική αξιοπιστία του γεγονότος της βάπτισης, πλην όμως δεν απαλλάσσει το Δικαστήριο από την υποχρέωση να εξετάσει αυτοτελώς κατά πόσον η βάπτιση αυτή αντανακλά πραγματική εσωτερική μεταβολή των θρησκευτικών πεποιθήσεων του Αιτητή.
Σημειώνεται, συναφώς, ότι κατά τη διοικητική συνέντευξη ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να τοποθετήσει ορθά χρονικά τη βάπτισή του, αναφέροντας ότι αυτή έλαβε χώρα τον Αύγουστο του 2020, ενώ από το προσκομισθέν πιστοποιητικό και τις μεταγενέστερες βεβαιώσεις της Εκκλησίας προκύπτει ότι η βάπτισή του τελέστηκε στις 15.09.2019. Η απόκλιση αυτή αφορά σημαντικό γεγονός της θρησκευτικής του πορείας και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί εντελώς αμελητέα. Από την άλλη, κατά την ακρόαση ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Αιτητής ήταν σε θέση να αναφέρει ότι κατά τη βάπτισή του έλαβε το όνομα «Ντανιέλ» και να κατονομάσει, έστω εκ των υστέρων, το πρόσωπο που συνδέθηκε με τη βάπτισή του ως «Χαρούλα». Τα στοιχεία αυτά ενισχύουν εν μέρει τη σύνδεσή του με το τελετουργικό γεγονός της βάπτισης, χωρίς όμως να αίρουν πλήρως τις προηγούμενες ασάφειες.
Ως προς τη σημερινή άσκηση της πίστης του, ο Αιτητής δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι εξακολουθεί να εκκλησιάζεται, περίπου δύο φορές τον μήνα ή κάθε εβδομάδα όταν έχει χρόνο, και ότι διατηρεί επικοινωνία με τον πατέρα Χρήστο, από τον οποίο λαμβάνει πνευματικές συμβουλές. Η αναφορά αυτή συνάδει με τις βεβαιώσεις του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου, στις οποίες αναφέρεται ότι ο Αιτητής εξακολουθεί να έχει ζωντανή σχέση με την Εκκλησία. Το στοιχείο αυτό έχει βαρύτητα υπέρ της αξιοπιστίας του ισχυρισμού του, καθότι υποδηλώνει ότι η σχέση του με την Εκκλησία δεν εξαντλήθηκε στη λήψη πιστοποιητικού βάπτισης, αλλά συνεχίστηκε για σημαντικό χρονικό διάστημα.
Εντούτοις, ακόμη και ως προς το σημείο αυτό, οι απαντήσεις του παρέμειναν σχετικά λιτές. Ο Αιτητής δεν ανέπτυξε με λεπτομέρεια το περιεχόμενο της εκκλησιαστικής του συμμετοχής, τη σχέση του με την ενοριακή κοινότητα, τη συχνότητα συμμετοχής του σε μυστήρια ή άλλες εκκλησιαστικές δραστηριότητες, ούτε συγκεκριμένα περιστατικά που να καταδεικνύουν βαθύτερη και ουσιαστική ενσωμάτωση στη χριστιανική λατρευτική ζωή. Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρεί την ύπαρξη σχέσης του με την Εκκλησία, περιορίζει όμως την αποδεικτική βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στις σχετικές δηλώσεις του ως προς τη γνησιότητα της εσωτερικής του μεταστροφής.
Τέλος, αναφορικά με τη δημοσιοποίηση της μεταστροφής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι εμφανίστηκε σε συνέντευξη που καταγράφηκε σε βίντεο από πρόσωπα που δραστηριοποιούνταν υπέρ της χριστιανικής θρησκείας και ότι το σχετικό υλικό αναρτήθηκε στο διαδίκτυο. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι ο ίδιος δεν προέβη σε αναρτήσεις στον προσωπικό του λογαριασμό, ενώ ενημέρωσε ορισμένους συγγενείς του στο Ιράν ότι είχε βαπτιστεί. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, κάποιοι συγγενείς του αντέδρασαν αρνητικά ή δεν αποδέχθηκαν την επιλογή του, χωρίς όμως να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια εις βάρος του, ενώ άλλοι την αντιμετώπισαν ως προσωπική του απόφαση.
Τα ανωτέρω στοιχεία καταδεικνύουν ότι η μεταστροφή του Αιτητή δεν παρέμεινε πλήρως ιδιωτική. Πλην όμως, ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, η σχετική αφήγηση δεν υπήρξε απολύτως σταθερή, καθώς ο Αιτητής αρχικά αναφέρθηκε σε βίντεο που «έβαλε» στο διαδίκτυο, στη συνέχεια όμως διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν ανήρτησε οτιδήποτε σε προσωπικό λογαριασμό. Η διευκρίνιση αυτή δεν συνιστά κατ’ ανάγκη αντίφαση ουσιώδη ως προς τη γνησιότητα της πίστης του, αλλά αποτυπώνει περιορισμένη σαφήνεια ως προς τον τρόπο και την έκταση της δημόσιας έκθεσης της θρησκευτικής του μεταστροφής.
Συνεκτιμώντας όλα τα ανωτέρω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι υφίστανται στοιχεία που ενισχύουν τον ισχυρισμό περί μεταστροφής του Αιτητή στον Χριστιανισμό, ιδίως η βάπτισή του, οι βεβαιώσεις της Εκκλησίας, η λήψη χριστιανικού ονόματος και η διατήρηση σχέσης με την εκκλησιαστική κοινότητα.
Παρά ταύτα, η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού δεν παρίσταται πλήρως εδραιωμένη. Οι δηλώσεις του ως προς τα κίνητρα της μεταστροφής, το περιεχόμενο της νέας του πίστης, τη βιωματική πορεία που τον οδήγησε στον Χριστιανισμό και τον τρόπο άσκησης της θρησκευτικής του ζωής παρέμειναν σε κρίσιμα σημεία γενικές και περιορισμένες. Περαιτέρω, η ουσιώδης μεταβολή του θρησκευτικού αφηγήματος σε σχέση με την αρχική διαδικασία, σε συνδυασμό με τις επιμέρους ασάφειες ως προς τον χρόνο της βάπτισης και τη δημοσιοποίηση της μεταστροφής του, αποδυναμώνουν την εσωτερική συνοχή του ισχυρισμού.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο καταλήγει ότι αποδεικνύεται η τυπική βάπτιση του Αιτητή στην Ορθόδοξη Εκκλησία και η ύπαρξη πραγματικής σχέσης του με την εκκλησιαστική κοινότητα. Ωστόσο, η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού περί βαθιάς, γνήσιας και βιωματικής μεταστροφής του στον Χριστιανισμό δεν τεκμηριώνεται με την απαιτούμενη επάρκεια, σαφήνεια και συνοχή.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, το Δικαστήριο προσέτρεξε σε επικαιροποιημένες και αξιόπιστες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, από τις οποίες προκύπτει ότι οι μεταστραφέντες από το Ισλάμ στον Χριστιανισμό, καθώς και τα πρόσωπα που συμμετέχουν σε κατ' οίκον εκκλησίες ή εκδηλώνουν δημόσια τη χριστιανική τους πίστη, αποτελούν ιδιαίτερα στοχοποιημένη ομάδα στο Ιράν. Ειδικότερα, οι διαθέσιμες πληροφορίες καταδεικνύουν τα ακόλουθα:
· Οι μουσουλμάνοι που μεταστρέφονται στον Χριστιανισμό εκτίθενται σε αυθαίρετες συλλήψεις, κράτηση, βασανιστήρια, κακομεταχείριση και, υπό προϋποθέσεις, ακόμη και σε θανατική ποινή λόγω αποστασίας.[1]
· Πληροφορίες σε σχέση με την κρατική και κοινωνική μεταχείριση των μεταστραφέντων προς τον Χριστιανισμό Μουσουλμάνων, από τις οποίες προκύπτουν ότι η μεταστροφή από το Ισλάμ στον Χριστιανισμό δεν αναγνωρίζεται από το ιρανικό δίκαιο και αντιμετωπίζεται συχνά ως αποστασία. Σύμφωνα με ΜΚΟ που επικαλείται έκθεση του USDOS για την θρησκευτική ελευθερία στο Ιράν, η οποία καλύπτει το έτος 2023, αναφέρεται πως πολλοί Χριστιανοί που ζουν στη χώρα είναι μεταστραφέντες από το Ισλάμ ή από άλλα αναγνωρισμένα δόγματα . Επίσης, κοινή έκθεση διαφόρων ΜΚΟ (Article 18, Middle East Concern (MEC), Christian Solidarity Worldwide (CSW) και Open Doors International) του 2024 σημειώνει πως οι Χριστιανοί μεταστραφέντες είναι η μεγαλύτερη σε αριθμό μη αναγνωρισμένη από το κράτος χριστιανική κοινότητα στη χώρα.
· Πηγές αναφέρουν πως καταγράφηκαν συλλήψεις και κράτηση Χριστιανών μεταστραφέντων. Επίσης αναφέρεται πως άτομα που ασπάστηκαν τον Χριστιανισμό από το Ισλάμ κρατήθηκαν και εξαναγκάσθηκαν να υπογράψουν πως θα απέχουν από χριστιανικές δραστηριότητες ή διατάχθηκαν να παρακολουθήσουν εκπαιδευτικές προς το Ισλάμ συνεδρίες. Ομοίως, έτερες πηγές καταγράφουν πως οι μεταστραφέντες από το Ισλάμ Χριστιανοί αντιμετωπίζουν συνεχιζόμενη καταπίεση, υψηλά επίπεδα παρενοχλήσεων, παρακολούθηση και στοχοποίηση από τις αρχές της χώρας, ενώ υπόκεινται σε κοινωνική πίεση και απόρριψη από τα μέλη της κοινότητας ή την οικογένεια. Πηγές ανέφεραν περιπτώσεις χριστιανών μεταστραφέντων που καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης για αδικήματα σχετιζόμενα με τη θρησκεία καθώς και αντιμετώπισαν περιορισμούς στις μετακινήσεις τους καθώς και απαγορεύσεις εξόδου από τη χώρα.
· Πηγές, ομοίως, δείχνουν πως η ιρανική κυβέρνηση περιορίζει τη θρησκευτική ελευθερία απαγορεύοντας στις αναγνωρισμένες χριστιανικές εκκλησίες να δέχονται μεταστραφέντες. Οι εκκλησίες που αρνούνται να συμμορφωθούν αντιμετωπίζουν κλείσιμο ενώ όσοι έχουν προσηλυτισθεί στο Χριστιανισμό από το Ισλάμ εξασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα στα κρυφά ή συγκεντρώνονται ανεπίσημα σε ιδιωτικές κατοικίες γνωστές ως κατ’ οίκον εκκλησίες . Σύμφωνα με το Article 18, το 2023, 50 χριστιανοί μεταστραφέντες συνελήφθησαν στα σπίτια τους ή σε κατ’ οίκον εκκλησίες.
· Επίσης, έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας του 2025 καταγράφει πως τα άτομα που γεννήθηκαν από γονείς Μουσουλμάνους, διέτρεχαν κίνδυνο αυθαίρετης κράτησης, βασανιστηρίων και άλλης κακομεταχείρισης, καθώς και θανατικής ποινής για «αποστασία», εάν ασπάζονταν άλλη θρησκεία ή υιοθετούσαν την αθεΐα. Οι αρχές εισέβαλαν σε κατ’οίκον εκκλησίες και προχώρησαν σε αυθαίρετες κρατήσεις Χριστιανών που είχαν ασπαστεί τον Χριστιανισμό.
· Οι κατ' οίκον εκκλησίες θεωρούνται απειλή κατά της εθνικής ασφάλειας, επισύρουν ποινικές κυρώσεις και αποτελούν αντικείμενο εφόδων και συλλήψεων.
· Ορισμένοι από τους μεταστραφέντες Χριστιανούς πηγαίνουν κρυφά στην εκκλησία, καθώς η Ισλαμική Δημοκρατία τους παρακολουθεί. Πράκτορες των ιρανικών υπηρεσιών πληροφοριών παρακολουθούν επίσης τη διαδικτυακή δραστηριότητα των μεταστραφέντων. Το 2023, περισσότεροι από 50 Χριστιανοί μεταστραφέντες συνελήφθησαν στα σπίτια τους ή σε κατ’ οίκον εκκλησίες στις πόλεις Τεχεράνη, Καράτζ, Ραστ, Ορούμιγε και Αλιγκουντάρζ. Το ίδιο μοτίβο παρατηρείται και το 2024, έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας, η οποία καλύπτει το έτος 2024, αναφέρει πως οι αρχές πραγματοποίησαν εφόδους σε κατ’ οίκον εκκλησίες και προχώρησαν σε αυθαίρετες κρατήσεις Χριστιανών μεταστραφέντων.
Από τις ανωτέρω πληροφορίες προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί της γενικής
μεταχείρισης των μεταστραφέντων και των προσώπων που συμμετέχουν σε κατ' οίκον εκκλησίες δεν αντίκεινται στα αντικειμενικά δεδομένα της χώρας καταγωγής. Αντιθέτως, οι εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν ότι οι ιρανικές αρχές αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερη καχυποψία τους μουσουλμάνους που μεταστρέφονται στον Χριστιανισμό, ιδίως όταν η μεταστροφή τους συνδέεται με κατ' οίκον εκκλησίες ή καθίσταται γνωστή στις αρχές. Τα ανωτέρω, ωστόσο, αφορούν την αντικειμενική κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής και αξιολογούνται στο πλαίσιο της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού. Το ζήτημα κατά πόσον τα πραγματικά περιστατικά που έλαβαν χώρα μετά την αναχώρηση του Αιτητή από το Ιράν, περιλαμβανομένης της βάπτισής του, της σχέσης του με την Εκκλησία και της τυχόν δημοσιοποίησης της μεταστροφής του, δύνανται αυτοτελώς να θεμελιώσουν πραγματικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του, θα εξεταστεί κατωτέρω, στο πλαίσιο της νομικής αξιολόγησης της αίτησης.
Υπό τα δεδομένα αυτά, καταλήγω ότι δεν αποδείχθηκε, κατά τον απαιτούμενο βαθμό πιθανολόγησης, ότι η επικαλούμενη μεταστροφή του Αιτητή στον Χριστιανισμό υπήρξε προϊόν εσωτερικής και γνήσιας θρησκευτικής πεποίθησης. Ως εκ τούτου, ο σχετικός ουσιώδης ισχυρισμός δεν γίνεται αποδεκτός ως προς τη βιωματική του διάσταση.
Η ανωτέρω κρίση δεν σημαίνει, όμως, ότι αμφισβητείται η τέλεση της βάπτισης του Αιτητή ή η διατήρηση ορισμένης σχέσης του με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου, περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από το αποδεικτικό υλικό και γίνονται δεκτά ως αντικειμενικά γεγονότα. Η διάκριση μεταξύ της αντικειμενικής ύπαρξης των περιστατικών αυτών και της υποκειμενικής γνησιότητας της επικαλούμενης θρησκευτικής μεταστροφής είναι ουσιώδης για την περαιτέρω αξιολόγηση της παρούσας υπόθεσης, ιδίως κατά την εξέταση ενδεχόμενου κινδύνου που απορρέει από δραστηριότητες ή γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την αναχώρηση του Αιτητή από τη χώρα καταγωγής του (sur place).
Δ. Τρίτος ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός
Ως τον ισχυρισμό περί συμμετοχής του Αιτητή σε κατ' οίκον χριστιανικές συναθροίσεις στο Ιράν και της συνεπεία αυτής ισχυριζόμενης ποινικής δίωξής του από τις ιρανικές αρχές, το Δικαστήριο προέβη σε συνολική αξιολόγηση των δηλώσεων του Αιτητή, όπως αυτές διατυπώθηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία και συμπληρώθηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.
Καταρχάς, παρατηρείται ότι ο βασικός πυρήνας του ισχυρισμού παρέμεινε σταθερός, καθόσον ο Αιτητής υποστήριξε διαχρονικά ότι, μετά την επιστροφή του στο Ιράν, γνώρισε ένα χριστιανικό ζεύγος που εργαζόταν στην επιχείρησή του, μέσω του οποίου άρχισε να συμμετέχει σε κατ’ οίκον χριστιανικές συναθροίσεις. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι η δραστηριότητα αυτή έγινε αντιληπτή από τις ιρανικές αρχές, με αποτέλεσμα να συλληφθεί, να κρατηθεί και, ακολούθως, να αφεθεί προσωρινά ελεύθερος μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσής του.
Ωστόσο, εξετάζοντας τις επιμέρους δηλώσεις του, διαπιστώνονται ουσιώδεις αδυναμίες ως προς τη σαφήνεια, την πληρότητα και τη συνοχή του αφηγήματός του.
Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με επαρκή λεπτομέρεια τον τρόπο με τον οποίο αναπτύχθηκε η σχέση εμπιστοσύνης με το ζεύγος των εργαζομένων του, ώστε εκείνοι να του αποκαλύψουν ότι συμμετείχαν σε κατ’ οίκον χριστιανικές συναθροίσεις και να τον προσκαλέσουν σε αυτές. Οι σχετικές απαντήσεις του παρέμειναν γενικές και αόριστες, χωρίς να περιγράψει συγκεκριμένα περιστατικά ή γεγονότα που να καταδεικνύουν πώς αναπτύχθηκε μία σχέση εμπιστοσύνης ικανή να οδηγήσει σε αποκάλυψη μιας δραστηριότητας, η οποία, σύμφωνα με τους ίδιους τους ισχυρισμούς του, ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνη και διεξαγόταν υπό συνθήκες απόλυτης μυστικότητας.
Περαιτέρω, οι περιγραφές του ως προς τη λειτουργία των κατ’ οίκον εκκλησιών υπήρξαν περιορισμένες. Κατά τη διοικητική συνέντευξη δεν κατόρθωσε να περιγράψει με επάρκεια το περιεχόμενο των συναντήσεων ούτε τα ζητήματα που συζητούνταν σε αυτές. Αντίστοιχα, ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε απλώς ότι οι συμμετέχοντες συζητούσαν για τη θρησκεία επί δύο έως τρεις ώρες και ότι μιλούσαν για το πώς πρέπει να είναι καλοί ο ένας προς τον άλλο. Οι αναφορές αυτές παρέμειναν σε γενικό επίπεδο και δεν συνοδεύτηκαν από συγκεκριμένες πληροφορίες ή προσωπικά βιώματα που να καταδεικνύουν ουσιαστική και ενεργή συμμετοχή του στις εν λόγω συναθροίσεις.
Ασάφειες διαπιστώνονται και ως προς τον τρόπο οργάνωσης των συναντήσεων. Κατά την αρχική του εξέταση ανέφερε ότι ενημερωνόταν από φίλους του σχετικά με τον τόπο και τον χρόνο των συναντήσεων, ενώ στη συνέχεια δήλωσε ότι επικοινωνούσε με χριστιανούς φίλους του. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου εξέτασή του, μετά την αντικατάσταση της αρχικής διερμηνέως κατόπιν δικού του αιτήματος, διευκρίνισε ότι ενημερωνόταν από συναδέλφους του σχετικά με την ημέρα και την ώρα των συναθροίσεων. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι η τελευταία αυτή διευκρίνιση δόθηκε μετά την αντικατάσταση της διερμηνέως και, ως εκ τούτου, δεν αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην επιμέρους αυτή διαφοροποίηση. Εντούτοις, οι σχετικές απαντήσεις εξακολουθούν να στερούνται της απαιτούμενης συγκεκριμενοποίησης ως προς τον τρόπο οργάνωσης μιας δραστηριότητας η οποία, σύμφωνα με τους ίδιους τους ισχυρισμούς του, διεξαγόταν υπό συνθήκες αυστηρής μυστικότητας.
Ομοίως, ως προς το περιστατικό της σύλληψής του, οι δηλώσεις του παρέμειναν ελλιπείς. Ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με σαφήνεια τις συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η επέμβαση των αρχών, ούτε να εξηγήσει με πειστικό τρόπο πώς οι τελευταίες πληροφορήθηκαν τη λειτουργία της συγκεκριμένης κατ’ οίκον εκκλησίας. Οι σχετικές εξηγήσεις του παρέμειναν γενικές και δεν συνοδεύτηκαν από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά.
Περαιτέρω, οι δηλώσεις του ως προς την κράτηση και την προσωρινή αποφυλάκισή του χαρακτηρίζονται επίσης από ελλείψεις. Ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παράσχει σαφή εικόνα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε μετά τη σύλληψή του, ούτε να εξηγήσει με πληρότητα τις συνθήκες υπό τις οποίες αφέθηκε προσωρινά ελεύθερος. Οι σχετικές απαντήσεις του παρέμειναν αποσπασματικές και δεν παρείχαν μία συνεκτική και λογική αλληλουχία των γεγονότων.
Συνεκτιμώντας το σύνολο των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι δηλώσεις του Αιτητή, εξεταζόμενες αυτοτελώς, δεν παρουσιάζουν την απαιτούμενη επάρκεια, σαφήνεια και εσωτερική συνοχή ώστε να τεκμηριώσουν την εσωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού. Παρά το γεγονός ότι ο βασικός πυρήνας του αφηγήματός του παρέμεινε διαχρονικά σταθερός, οι ουσιώδεις πτυχές του ισχυρισμού χαρακτηρίζονται από γενικότητα, έλλειψη συγκεκριμένων πληροφοριών και αδυναμία επαρκούς περιγραφής των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών που, κατά τους ισχυρισμούς του, οδήγησαν στη σύλληψη και τη δίωξή του.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, από τις οποίες εντόπισε τα ακόλουθα:
· Σύμφωνα με την έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας (2026), οι ιρανικές αρχές χρησιμοποιούν αυθαίρετες συλλήψεις, βασανιστήρια, άδικες δίκες και εκτεταμένες παραβιάσεις της δίκαιης δίκης, ενώ η δικαστική εξουσία δεν λειτουργεί ανεξάρτητα και οι πολιτικά ή θρησκευτικά ευαίσθητες υποθέσεις διώκονται συστηματικά[2].
· Ως προς τις διαδικασίες κλήτευσεις, προκύπτει ότι οι δικαστικές αρχές εκδίδουν κλητεύσεις προκειμένου να καλέσουν κατηγορουμένους ή μάρτυρες να εμφανισθούν ενώπιον τους σε διάφορα στάδια της ποινικής διαδικασίας. Η επίδοση μπορεί να γίνει είτε προσωπικά είτε στη δηλωθείσα κατοικία του ενδιαφερομένου ή σε μέλος της οικογένειάς του. Η κλήτευση πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα στοιχεία του κλητευομένου, την ημερομηνία, ώρα και τόπο εμφάνισης, ενώ κατ' εξαίρεση ο λόγος της κλήτευσης μπορεί να μην αναγράφεται όταν πρόκειται για υποθέσεις εθνικής ασφάλειας ή άλλες ειδικές περιπτώσεις[3],[4],[5].
· Ως προς τις συνέπειες μη εμφάνισης κατόπιν κλήτευσης, η έκθεση Landinfo, Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (CGRS) και State Secretariat for Migration, 2021, αναφέρει ότι σύμφωνα με το άρθρο 179 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ), σε περίπτωση μη εμφάνισης του κλητευομένου χωρίς εύλογη δικαιολογία, ο ανακριτής δύναται να διατάξει τη σύλληψή του[6].
· Ως προς τις δικαστικές αποφάσεις, η ανωτέρω έκθεση αναφέρει πως, σύμφωνα με το άρθρο 406 ΚΠΔ, είναι δυνατή η έκδοση απόφασης ερήμην όταν ο κατηγορούμενος ή ο δικηγόρος του δεν εμφανισθούν στη δίκη ή δεν υποβάλουν απολογητικό υπόμνημα[7].
Οι ανωτέρω πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής παρέχουν το αναγκαίο πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να αξιολογηθεί το προσκομισθέν από τον Αιτητή έγγραφο. Ειδικότερα, καταδεικνύουν ότι οι ηλεκτρονικές δικαστικές κλητεύσεις μέσω του συστήματος Adliran αποτελούν καθιερωμένο μέσο κλήτευσης των κατηγορουμένων στο πλαίσιο της ιρανικής ποινικής διαδικασίας, ενώ σε υποθέσεις που άπτονται ζητημάτων εθνικής ασφάλειας είναι δυνατόν να μην προσδιορίζεται στο ίδιο το έγγραφο η φύση της αποδιδόμενης πράξης. Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο συνεκτίμησε την ηλεκτρονική δικαστική κλήση που προσκόμισε ο Αιτητής, η επίσημη μετάφραση της οποίας προσκομίστηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου και καταχωρίστηκε στο ερυθρό 170 του διοικητικού φακέλου. Από το περιεχόμενο της μετάφρασης προκύπτει ότι πρόκειται για ηλεκτρονική κλήση εκδοθείσα από το 28ο Τμήμα του Δικαστικού Συγκροτήματος Enghelab της Τεχεράνης, με ημερομηνία έκδοσης την 09.04.2019, με την οποία ο Αιτητής καλείται να παρουσιαστεί ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου στις 17.04.2019, κατόπιν καταγγελίας που φέρεται να υποβλήθηκε από τη μονάδα Basij.
Το περιεχόμενο και η μορφή του εγγράφου δεν εμφανίζουν προφανείς ασυμβατότητες με τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας σχετικά με τις ηλεκτρονικές δικαστικές κλητεύσεις που εκδίδονται μέσω του συστήματος Adliran. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν εντοπίζει στοιχεία που να δικαιολογούν αμφιβολίες ως προς την αυθεντικότητα του εγγράφου.
Πλην όμως, από το ίδιο το περιεχόμενο της κλήσης δεν προκύπτει η φύση της αποδιδόμενης πράξης ούτε γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε συμμετοχή του Αιτητή σε κατ' οίκον χριστιανικές συναθροίσεις, σε μεταστροφή στον Χριστιανισμό ή σε άλλη θρησκευτική δραστηριότητα. Η μοναδική αναφορά αφορά την ύπαρξη καταγγελίας από τη μονάδα Basij, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση του αντικειμένου της ποινικής διαδικασίας.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι το προσκομισθέν έγγραφο επιβεβαιώνει αντικειμενικά την ύπαρξη δικαστικής διαδικασίας εις βάρος του Αιτητή ή, τουλάχιστον, την κλήτευσή του ενώπιον αρμόδιας δικαστικής αρχής. Ωστόσο, δεν επαρκεί, αφ' εαυτού, για να αποδείξει ότι η εν λόγω διαδικασία συνδεόταν με τη συμμετοχή του σε κατ' οίκον χριστιανικές συναθροίσεις ή με τη μεταστροφή του στον Χριστιανισμό, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται. Ως εκ τούτου, το έγγραφο παρέχει μεν εξωτερική στήριξη ως προς την ύπαρξη ποινικής διαδικασίας, πλην όμως δεν είναι ικανό να επιβεβαιώσει το ουσιώδες πραγματικό υπόβαθρο του τρίτου ισχυρισμού του, ήτοι ότι η δίωξη που φέρεται να κινήθηκε εις βάρος του είχε ως αιτία τη χριστιανική του δραστηριότητα.
Το γεγονός ότι το Δικαστήριο αποδέχεται την ύπαρξη της δικαστικής κλήσης δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκην αποδοχή των πραγματικών περιστατικών που ο Αιτητής συνδέει με αυτήν. Η αποδεικτική αξία του εγγράφου περιορίζεται στο περιεχόμενό του και δεν δύναται να επεκταθεί σε πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν μνημονεύονται σε αυτό.
Συνεκτιμώντας το σύνολο των ανωτέρω, καταλήγω ότι ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός στο σύνολό του. Ειδικότερα, οι δηλώσεις του Αιτητή δεν παρουσίασαν την απαιτούμενη επάρκεια, σαφήνεια και εσωτερική συνοχή ώστε να τεκμηριώσουν ότι συμμετείχε πράγματι σε κατ' οίκον χριστιανικές συναθροίσεις στο Ιράν και ότι συνελήφθη και διώχθηκε εξαιτίας της εν λόγω θρησκευτικής δραστηριότητας. Ειδικότερα, το Δικαστήριο αποδέχεται ότι εις βάρος του Αιτητή εκδόθηκε δικαστική κλήση προς εμφάνιση ενώπιον αρμόδιας δικαστικής αρχής. Εντούτοις, από το περιεχόμενο του εγγράφου δεν προκύπτει ότι η σχετική διαδικασία συνδεόταν με συμμετοχή του σε κατ' οίκον χριστιανικές συναθροίσεις ή με μεταστροφή του στον Χριστιανισμό. Ως εκ τούτου, το έγγραφο δεν αρκεί για να επιβεβαιώσει το ουσιώδες πραγματικό υπόβαθρο του ισχυρισμού του.
V.I. ΝΟΜΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
Α. Ως προς την προσφυγή ιδιότητα
Έχοντας ολοκληρώσει την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και εξακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, προχωρώ στην εξέταση του κατά πόσον ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα ή ως δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου.
Στο πλαίσιο αυτό, λαμβάνω υπόψη τους ουσιώδεις ισχυρισμούς που κρίθηκαν αποδεκτοί, καθώς και τα αντικειμενικά πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ενώπιόν μου διαδικασία.
Πριν από την αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στο Ιράν, κρίνεται αναγκαίο να εξεταστεί αυτοτελώς ο ισχυρισμός περί δημιουργίας κινδύνου sur place, ήτοι κινδύνου που απορρέει από γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα μετά την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής.
Τούτο διότι, σύμφωνα με το άρθρο 14 του περί Προσφύγων Νόμου, βάσιμος φόβος δίωξης δύναται να θεμελιώνεται και σε γεγονότα ή δραστηριότητες που έλαβαν χώρα μετά την αναχώρηση του αιτητή από τη χώρα καταγωγής του. Η εξέταση αυτή είναι αυτοτελής και δεν αποκλείεται από μόνη την απόρριψη της εσωτερικής αξιοπιστίας ισχυρισμών που αφορούν τα προγενέστερα γεγονότα.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι δεν τεκμηριώθηκε η γνησιότητα της προβαλλόμενης θρησκευτικής μεταστροφής του Αιτητή ούτε αποδείχθηκε ότι η ποινική διαδικασία που κινήθηκε εις βάρος του στο Ιράν συνδεόταν με συμμετοχή του σε κατ’ οίκον χριστιανικές συναθροίσεις. Εντούτοις, αποδείχθηκε ότι ο Αιτητής βαπτίστηκε στην Ορθόδοξη Εκκλησία στην Κύπρο, διατηρεί ορισμένη σχέση με εκκλησιαστική κοινότητα, έχει εμφανιστεί σε διαδικτυακό υλικό σχετιζόμενο με τη βάπτισή του και έχει γνωστοποιήσει τη βάπτισή του σε συγγενικά του πρόσωπα στο Ιράν.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά πόσον τα ανωτέρω αντικειμενικά περιστατικά, ανεξαρτήτως των κινήτρων που τα υπαγόρευσαν ή της μη αποδοχής της προβαλλόμενης βιωματικής μεταστροφής, είναι ικανά να δημιουργήσουν πραγματικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του.
Συναφώς, από τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, ως προς τη μεταχείριση των επιστραφέντων Ιρανών και των προσώπων που εμφανίζονται ως μεταστραφέντες στον Χριστιανισμό, προκύπτουν τα ακόλουθα:
· Σε συνέντευξη της η ΕUAA με την Ιρανή δικηγόρο και ακτιβίστρια Leila Alikarami στις 24 Σεπτεμβρίου 2024, καταγράφεται ότι: «Οι αρχές δεν παρακολουθούν συστηματικά κάθε Ιρανό υπήκοο στο εξωτερικό. Ωστόσο, ακτιβιστές υψηλού προφίλ, δημοσιογράφοι και υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ενδέχεται να παρακολουθούνται εκτός της χώρας και να συλληφθούν κατά την επιστροφή τους. Συνήθως, η αστυνομία διαβατηρίων ή το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) διατηρούν λίστες με Ιρανούς πολίτες που έχουν ανοιχτές υποθέσεις. Αν το όνομα κάποιου περιλαμβάνεται στη λίστα της αστυνομίας διαβατηρίων, το διαβατήριό του θα κατασχεθεί από τις μεταναστευτικές αρχές κατά τη διάρκεια του ελέγχου. Αν το όνομά του βρίσκεται στη λίστα του IRGC, μπορεί να εντοπιστεί ακόμη και μετά τον έλεγχο διαβατηρίων από αξιωματικούς του IRGC που βρίσκονται στο αεροδρόμιο. Οι απλοί Ιρανοί πολίτες δεν παρακολουθούνται συστηματικά, εκτός αν αναρτούν ευαίσθητο περιεχόμενο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κάτι που μπορεί να προκαλέσει το ενδιαφέρον των αρχών. Δεν υπόκεινται όλοι σε αυστηρούς ελέγχους στα αεροδρόμια. Ωστόσο, αν κάποιος συλληφθεί για οποιονδήποτε λόγο στο αεροδρόμιο, οι αρχές θα προβούν σε εις βάθος έλεγχο του υπολογιστή και του κινητού του τηλεφώνου για να εξετάσουν τις διαδικτυακές του δραστηριότητες. Ορισμένοι Ιρανοί ακτιβιστές έχουν ταξιδέψει στη χώρα χωρίς να εντοπιστούν ή να συλληφθούν κατά την άφιξή τους. Παρ' όλα αυτά, έχουν σημειωθεί περιστατικά όπου άτομα δημοσίευσαν κάτι στο διαδίκτυο ενώ βρίσκονταν εντός της χώρας, αποκαλύπτοντας έτσι την παρουσία τους και προσελκύοντας την προσοχή των αρχών».
· Σύμφωνα με έρευνα του Υπουργείου Εξωτερικών και Εμπορίου της Αυστραλίας (DFAT Australia), η οποία δημοσιεύτηκε το 2023, οι ιρανικές αρχές παρακολουθούν το διαδικτυακό περιεχόμενο, συμπεριλαμβανομένων των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Πρόσωπα που δημοσιεύουν περιεχόμενο επικριτικό ή άλλο ευαίσθητο, ιδίως όταν αυτό αποκτά ευρεία δημοσιότητα (viral), δύνανται να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των αρχών, ακόμη και όταν βρίσκονται στο εξωτερικό.
· Ειδικά ως προς την παρακολούθηση των Χριστιανών και τη μεταχείριση των οικογενειών τους που βρίσκονται στο εξωτερικό, σύμφωνα με την τελευταία κοινή αναφορά από διάφορες ΜΚΟ, «Έξι εκπατρισμένοι Ιρανοί Χριστιανοί ανέφεραν το 2022 ότι διάφορα μέλη της οικογένειας τους στο Ιράν είχαν κληθεί προς ανάκριση και παρενοχλήθηκαν σε σχέση με τις δραστηριότητες των συγγενών τους στο εξωτερικό. [.]»[8]. Η ίδια αναφορά προσθέτει ότι «Στα μέλη της οικογένειας τυπικά αναφερόταν ότι εφόσον έπειθαν τους συγγενείς τους να επιστρέψουν στο Ιράν, οι πιθανές δικαστικές καταδίκες τις οποίες θα αντιμετώπιζαν για τις Χριστιανικές τους δραστηριότητες θα μειώνονταν»[9].
Οι ανωτέρω πληροφορίες παρέχουν το αναγκαίο αντικειμενικό πλαίσιο αξιολόγησης. Απομένει, συνεπώς, να εξεταστεί κατά πόσον, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, συντρέχουν επαρκή εξατομικευμένα στοιχεία που να θεμελιώνουν πραγματικό κίνδυνο δίωξης του Αιτητή.
Εντούτοις, η αξιολόγηση του κινδύνου δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στην ύπαρξη βάπτισης ή στην ονομαστική καταγραφή ενός προσώπου ως χριστιανού. Απαιτείται να εκτιμηθεί κατά πόσον, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να καθιστούν ευλόγως πιθανό ότι οι ιρανικές αρχές έχουν ήδη πληροφορηθεί ή είναι πιθανό να πληροφορηθούν τις δραστηριότητες του Αιτητή και να του αποδώσουν ιδιότητα χριστιανού προσήλυτου ή προσώπου που δραστηριοποιείται υπέρ του Χριστιανισμού.
Εξετάζοντας τα ανωτέρω υπό το πρίσμα των ειδικών περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, διαπιστώνω καταρχάς ότι αποδείχθηκε η βάπτιση του Αιτητή στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου, καθώς και η διατήρηση ορισμένης σχέσης του με την εκκλησιαστική κοινότητα. Περαιτέρω, κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου προφορική του εξέταση, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι είχε παραχωρήσει συνέντευξη σε πρόσωπα που δραστηριοποιούνταν στον χώρο της χριστιανικής πίστης και ότι το σχετικό βιντεοληπτικό υλικό δημοσιοποιήθηκε στο διαδίκτυο από τα πρόσωπα αυτά. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν προέβη προσωπικά σε οποιαδήποτε δημοσίευση ή ανάρτηση σχετική με τον Χριστιανισμό μέσω προσωπικών λογαριασμών κοινωνικής δικτύωσης.
Το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν πείθεται ως προς τη γνησιότητα της επικαλούμενης βιωματικής μεταστροφής δεν συνεπάγεται ότι αμφισβητεί την τέλεση της βάπτισης ή τη διατήρηση ορισμένης σχέσης του Αιτητή με την Εκκλησία. Η διάκριση μεταξύ της αντικειμενικής ύπαρξης των περιστατικών αυτών και της υποκειμενικής γνησιότητας της μεταστροφής είναι ουσιώδης για την παρούσα αξιολόγηση.
Πλην όμως, ουδέν σχετικό αποδεικτικό στοιχείο προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προς επιβεβαίωση των ανωτέρω ισχυρισμών. Ειδικότερα, δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε αντίγραφο του επίμαχου βιντεοληπτικού υλικού, ηλεκτρονικός σύνδεσμος (link), στιγμιότυπο οθόνης ή άλλο αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει το περιεχόμενό του, η έκταση της δημοσιοποίησής του ή το κατά πόσον ήταν προσβάσιμο στο ευρύ κοινό. Ως εκ τούτου, ο σχετικός ισχυρισμός παρέμεινε αναπόδεικτος και δεν είναι δυνατό να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα ούτε ως προς την ύπαρξη ούτε ως προς την έκταση της επικαλούμενης διαδικτυακής δημοσιοποίησης.
Περαιτέρω, ο Αιτητής ανέφερε ότι ενημέρωσε ο ίδιος ορισμένους συγγενείς του στο Ιράν για τη βάπτισή του. Όπως κατέθεσε, οι αντιδράσεις τους υπήρξαν διαφορετικές, καθώς ορισμένοι διαφώνησαν ή τον παρεξήγησαν, ενώ άλλοι δήλωσαν ότι επρόκειτο για προσωπική του επιλογή. Δεν ισχυρίστηκε, όμως, ότι οι συγγενείς του προέβησαν σε οποιαδήποτε καταγγελία προς τις ιρανικές αρχές ούτε ότι, εξαιτίας της γνωστοποίησης αυτής, εκδηλώθηκε οποιοδήποτε ενδιαφέρον των αρχών έναντι του ιδίου ή της οικογένειάς του.
Λαμβάνω επίσης υπόψη τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, από τις οποίες προκύπτει ότι οι ιρανικές αρχές αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερη αυστηρότητα τους μουσουλμάνους που μεταστρέφονται στον Χριστιανισμό, ιδίως όταν αυτοί συμμετέχουν ενεργά σε κατ' οίκον εκκλησίες, αναπτύσσουν δημόσια ιεραποστολική δράση ή καθίστανται γνωστοί στις αρχές λόγω της θρησκευτικής τους δραστηριότητας. Οι ίδιες πληροφορίες καταδεικνύουν ότι διαδικτυακή δραστηριότητα σχετική με τον Χριστιανισμό δύναται, υπό προϋποθέσεις, να προσελκύσει την προσοχή των αρχών, ιδίως όταν το σχετικό περιεχόμενο αποκτά ευρεία δημοσιότητα ή συνδέεται με δημόσια προώθηση της χριστιανικής πίστης.
Ωστόσο, τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης δεν καταδεικνύουν ότι ο Αιτητής έχει αναπτύξει τέτοιας φύσεως δημόσια ή συστηματική θρησκευτική δραστηριότητα ώστε να πιθανολογείται ευλόγως ότι έχει περιέλθει ή πρόκειται να περιέλθει στην προσοχή των ιρανικών αρχών. Αντιθέτως, ο ίδιος διευκρίνισε ότι δεν διατηρεί προσωπικές αναρτήσεις σχετικές με τον Χριστιανισμό, ενώ, ελλείψει οποιουδήποτε αντικειμενικού αποδεικτικού στοιχείου, δεν κατέστη δυνατό να διαπιστωθεί ούτε η ύπαρξη ούτε η έκταση της επικαλούμενης διαδικτυακής δημοσιοποίησης της συνέντευξής του. Η δε αναφορά του ότι έλαβε τηλεφωνήματα από συγγενείς μετά τη φερόμενη δημοσιοποίηση του σχετικού υλικού αποδεικνύει μόνον ότι η βάπτισή του έγινε γνωστή σε ορισμένα μέλη του οικογενειακού του περιβάλλοντος και όχι ότι το γεγονός αυτό περιήλθε σε γνώση των κρατικών αρχών.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι δεν τεκμηριώθηκε η γνησιότητα της επικαλούμενης μεταστροφής του Αιτητή ούτε αποδείχθηκε ότι αυτός συμμετείχε σε κατ' οίκον χριστιανικές συναθροίσεις στο Ιράν ή ότι είχε στο παρελθόν απασχολήσει τις ιρανικές αρχές λόγω χριστιανικής δραστηριότητας. Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρεί την υποχρέωση εξέτασης του κινδύνου sur place, πλην όμως αποτελεί στοιχείο που συνεκτιμάται κατά την αξιολόγηση της πιθανότητας να αποδοθεί στον Αιτητή, από τις αρχές της χώρας καταγωγής του, η ιδιότητα του ενεργού χριστιανού προσήλυτου.
Συνεκτιμώντας το σύνολο των ανωτέρω περιστάσεων, σε συνδυασμό με τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, καταλήγω ότι, μολονότι η βάπτιση του Αιτητή συνιστά αντικειμενικά διαπιστωμένο γεγονός, δεν προέκυψαν επαρκή εξατομικευμένα στοιχεία που να καθιστούν ευλόγως πιθανό ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στο Ιράν, οι ιρανικές αρχές γνωρίζουν ή είναι πιθανό να πληροφορηθούν τη βάπτισή του ή να τον αντιμετωπίσουν ως πρόσωπο που έχει αποστατήσει από το Ισλάμ ή αναπτύσσει ενεργό χριστιανική δράση. Κατά συνέπεια, δεν θεμελιώνεται, επί τη βάσει των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και των διαθέσιμων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης λόγω δραστηριοτήτων που ανέπτυξε ο Αιτητής μετά την αναχώρησή του από το Ιράν.
Υπό το φως των ανωτέρω διαπιστώσεων, προχωρώ στην εξέταση κατά πόσον τα πραγματικά περιστατικά που κρίθηκαν αποδεδειγμένα είναι ικανά να θεμελιώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Στην προκειμένη περίπτωση, μολονότι δεν αμφισβητείται ότι ο Αιτητής δεν επιθυμεί να επιστρέψει στο Ιράν, δεν προέκυψε ότι τα πραγματικά περιστατικά που κρίθηκαν αποδεδειγμένα είναι ικανά να στοιχειοθετήσουν αντικειμενικά βάσιμο φόβο δίωξης για οποιονδήποτε από τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι ο Αιτητής υπέστη ή κινδυνεύει να υποστεί δίωξη λόγω της επικαλούμενης μεταστροφής του στον Χριστιανισμό, ούτε ότι η δικαστική διαδικασία που φέρεται να κινήθηκε εις βάρος του στο Ιράν συνδεόταν με θρησκευτική δραστηριότητα ή με συμμετοχή σε κατ' οίκον χριστιανικές συναθροίσεις. Ομοίως, από την εξέταση του ισχυρισμού περί κινδύνου sur place δεν προέκυψαν επαρκή εξατομικευμένα στοιχεία που να καθιστούν ευλόγως πιθανό ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, οι ιρανικές αρχές θα τον αντιμετωπίσουν ως πρόσωπο που έχει αποστατήσει από το Ισλάμ ή αναπτύσσει ενεργό χριστιανική δράση.
Κατ' ακολουθίαν, κρίνω ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να αποδείξει την ύπαρξη βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας ή πολιτικών πεποιθήσεων, κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα.
Β. Ως προς την επικουρική προστασία
Απομένει, συνεπώς, να εξεταστεί κατά πόσον ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
Δυνάμει του άρθρου 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου, καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας αναγνωρίζεται σε πρόσωπο το οποίο, μολονότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα, υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως αυτή ορίζεται περιοριστικά στο άρθρο 19(2) του Νόμου.
Η έννοια της σοβαρής βλάβης περιλαμβάνει αποκλειστικά την επιβολή ή εκτέλεση θανατικής ποινής, τα βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, καθώς και τη σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Ως προς την περίπτωση του άρθρου 19(2)(α), δεν προκύπτει από τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης ότι ο Αιτητής αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο επιβολής ή εκτέλεσης θανατικής ποινής σε περίπτωση επιστροφής του στο Ιράν. Ειδικότερα, δεν έχει αποδειχθεί ότι η ποινική διαδικασία στην οποία αναφέρεται ο Αιτητής συνδεόταν με πράξεις που επισύρουν την επιβολή της θανατικής ποινής, ούτε προέκυψε ότι εκκρεμεί εις βάρος του καταδικαστική απόφαση ή άλλη ποινική διαδικασία από την οποία να απορρέει τέτοιος κίνδυνος.
Ως προς την περίπτωση του άρθρου 19(2)(β), το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, από τις οποίες προκύπτει ότι εξακολουθούν να καταγράφονται σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Ιράν, περιλαμβανομένων αυθαίρετων συλλήψεων και κρατήσεων, βασανιστηρίων, σοβαρών ελλείψεων στις εγγυήσεις δίκαιης δίκης και περιστατικών κακομεταχείρισης κρατουμένων. Ωστόσο, η ύπαρξη μιας προβληματικής γενικής κατάστασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν αρκεί, αφ' εαυτής, για τη θεμελίωση δικαιώματος συμπληρωματικής προστασίας. Απαιτείται να προκύπτει πραγματικός και εξατομικευμένος κίνδυνος να υποστεί ο συγκεκριμένος αιτητής σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του.
Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι ο Αιτητής εξακολουθεί να αποτελεί πρόσωπο ενδιαφέροντος για τις ιρανικές αρχές λόγω θρησκευτικής ή άλλης προστατευόμενης δραστηριότητας, ούτε ότι εκκρεμεί εις βάρος του ενεργή ποινική διαδικασία η οποία, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, δημιουργεί πραγματικό κίνδυνο υποβολής του σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει ήδη καταλήξει ότι δεν θεμελιώνεται κίνδυνος δίωξης λόγω της επικαλούμενης μεταστροφής του στον Χριστιανισμό ή λόγω δραστηριοτήτων που ανέπτυξε μετά την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής (sur place). Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν προκύπτουν επαρκή εξατομικευμένα στοιχεία που να δικαιολογούν την εφαρμογή του άρθρου 19(2)(β).
Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το εδάφιο (γ) του άρθρου 19(2), ήτοι την ύπαρξη σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Στην Diakité[10], το ΔΕΕ έκρινε ότι η έννοια της ένοπλης σύρραξης για τους σκοπούς της επικουρικής προστασίας αποτελεί αυτοτελή έννοια του δικαίου της Ένωσης και δεν εξαρτάται από την πλήρωση όλων των κριτηρίων ή των τεχνικών χαρακτηρισμών του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Ένοπλη σύρραξη υφίσταται όταν οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή όταν τέτοιες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους, υπό την προϋπόθεση ότι η σύγκρουση προκαλεί αδιάκριτη βία τέτοιας έντασης ώστε να τίθεται ζήτημα επικουρικής προστασίας.
Περαιτέρω στην Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie[11] το Δικαστήριο έκρινε ότι «σοβαρή και προσωπική απειλή» κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου δεν προϋποθέτει πάντοτε την ύπαρξη στοιχείων που να αφορούν ειδικά την προσωπική του κατάσταση. Αντιθέτως, σε εξαιρετικές περιστάσεις, όταν το επίπεδο της αδιάκριτης βίας έχει ανέλθει σε τόσο υψηλό βαθμό, η απλή παρουσία ενός αμάχου στην οικεία περιοχή αρκεί για να θεμελιώσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Το Δικαστήριο επισήμανε επίσης ότι υφίσταται μία κλιμακούμενη σχέση μεταξύ του βαθμού αδιάκριτης βίας και της ανάγκης επίκλησης εξατομικευμένων στοιχείων κινδύνου: όσο υψηλότερο είναι το επίπεδο της βίας, τόσο μικρότερη είναι η ανάγκη απόδειξης ιδιαίτερων προσωπικών χαρακτηριστικών που αυξάνουν τον κίνδυνο.
Τέλος, στην CF και DN κατά Bundesrepublik Deutschland[12], το ΔΕΕ διευκρίνισε τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αξιολογείται το επίπεδο της αδιάκριτης βίας. Ειδικότερα, έκρινε ότι η εκτίμηση του επιπέδου αδιάκριτης βίας δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά σε μία ποσοτική σύγκριση μεταξύ του αριθμού των θυμάτων και του συνολικού πληθυσμού της περιοχής. Απαιτείται συνολική εξέταση όλων των συναφών περιστάσεων, περιλαμβανομένων της έντασης και της διάρκειας της σύρραξης, της γεωγραφικής της έκτασης, του βαθμού οργάνωσης των αντιμαχόμενων δυνάμεων, της φύσης και της συχνότητας των επιθέσεων, των μεθόδων και μέσων πολέμου, της έκτασης στην οποία πλήττονται άμαχοι και πολιτικές υποδομές, καθώς και των συνεπειών της βίας στην καθημερινή ζωή και στην ασφάλεια του πληθυσμού.
· Σύμφωνα με τον διαδραστικό χάρτη World Watch, στο Ιράν λαμβάνει χώρα διεθνής ένοπλη σύρραξη. Μετά την έναρξη των εκτεταμένων στρατιωτικών επιχειρήσεων στις 28 Φεβρουαρίου 2026 μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ισραήλ και Ιράν, στις 17 Ιουνίου 2026 υπογράφηκε μνημόνιο με στόχο την κατάπαυση των εχθροπραξιών. Ωστόσο, η συμφωνία δεν οδήγησε σε οριστικό τερματισμό της σύγκρουσης, η οποία παρέμεινε ενεργή με διαδοχικές περιόδους αποκλιμάκωσης και αναζωπύρωσης.[13],[14]
· Η στρατιωτική σύγκρουση ΗΠΑ-Ισραήλ-Ιράν προκάλεσε εκτεταμένες ζημιές σε αμάχους και οι ιρανικές αρχές ανέφεραν χιλιάδες θανάτους και δεκάδες χιλιάδες τραυματισμούς από επιθέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ.[15] Σύμφωνα με το ACLED, από τις 28 Φεβρουαρίου έχουν λάβει χώρα 3.237 περιστατικά επιθέσεων των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο έδαφος του Ιράν.[16] Οι επιθέσεις αυτές έπληξαν μεταξύ άλλων και εκπαιδευτικές εγκαταστάσεις, αθλητικές εγκαταστάσεις και οικιστικά κτίρια.[17]
· Στις 28 Φεβρουαρίου 2026, κατά τη διάρκεια των αρχικών αμερικανικών και ισραηλινών επιθέσεων στο Ιράν, έως και τρεις πύραυλοι έπληξαν το σχολείο θηλέων Shajareh Tayyebeh στο Minab κατά τη διάρκεια του μαθήματος, με τις τοπικές αρχές να αναφέρουν 175 θανάτους, κυρίως μεταξύ κοριτσιών[18]. Ώρες μετά την επίθεση στο Minab, αμερικανικοί πύραυλοι έπληξαν οικιστικά κτίρια, καθώς και ένα γυμναστήριο και ένα παρακείμενο δημοτικό σχολείο στο Lamerd του Ιράν, με αναφερόμενους θανάτους και μεγάλο αριθμό τραυματισμών.[19]
· Κατά τον Μάρτιο του 2026 αναφέρθηκαν επιθέσεις σε πολιτικές υποδομές του Ιράν, μεταξύ των οποίων πανεπιστήμια και φοιτητικές εστίες. Ειδικότερα, στις 28 Μαρτίου 2026 επλήγη το Πανεπιστήμιο Επιστήμης και Τεχνολογίας του Ιράν στην Τεχεράνη, με αποτέλεσμα την καταστροφή κτιρίου και ζημιές σε αίθουσες διδασκαλίας [20],[21].
· Από την έναρξη της σύγκρουσης, το Ιράν βρισκόταν σε πανεθνική, κρατικά επιβεβλημένη, σχεδόν πλήρη διακοπή της πρόσβασης στο διαδίκτυο, περιορίζοντας την ικανότητα των πολιτών να έχουν πρόσβαση σε ενημερώσεις ασφαλείας.[22]
· Η κατάπαυση του πυρός που συμφωνήθηκε τον Απρίλιο του 2026 δεν οδήγησε σε οριστικό τερματισμό των εχθροπραξιών, αλλά συνοδεύτηκε από περιορισμό μόνο της έντασης των επιχειρήσεων και από συνέχιση των θαλάσσιων επεισοδίων στα Στενά του Ορμούζ.[23]
· Παρά την υπογραφή του Μνημονίου της 17ης Ιουνίου 2026, η εκεχειρία δεν σταθεροποιήθηκε. Από τις αρχές Ιουλίου καταγράφηκαν νέες ανταλλαγές πυρών μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, ενώ ακολούθησε νέος κύκλος αμερικανικών αεροπορικών επιδρομών και ιρανικών αντιποίνων, γεγονός που οδήγησε σε ουσιαστική κατάρρευση της ενδιάμεσης συμφωνίας αποκλιμάκωσης[24].
· Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις συνεχίστηκαν καθ' όλη τη διάρκεια του δεύτερου δεκαπενθημέρου του Ιουλίου, με επαναλαμβανόμενες αεροπορικές επιδρομές κατά στρατιωτικών εγκαταστάσεων αλλά και πλήγματα σε γέφυρες, οδικές αρτηρίες, αεροδρόμια, ενεργειακές και υδροδοτικές υποδομές. Παράλληλα συνεχίστηκαν οι επιθέσεις κατά της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ και οι ανταλλαγές πυρών μεταξύ των εμπλεκομένων μερών [25],[26],,[27],[28],[29].
· Στα τέλη Ιουλίου παρατηρήθηκε πρόσκαιρη αποκλιμάκωση των εχθροπραξιών, η οποία όμως δεν διατηρήθηκε. Ακολούθησαν νέες αμερικανικές επιθέσεις, ιρανικά αντίποινα και περιστατικά στα Στενά του Ορμούζ, ενώ στις αρχές Αυγούστου οι στρατιωτικές επιχειρήσεις περιορίστηκαν προσωρινά χωρίς να επιτευχθεί οριστική κατάπαυση του πυρός ή τελική πολιτική συμφωνία [30] ,[31], [32].
· Στις αρχές Αυγούστου η κατάσταση ασφαλείας στο Ιράν παρουσίασε προσωρινή αποκλιμάκωση, χωρίς να προκύπτει οριστική επίλυση της σύγκρουσης ή σταθερή κατάπαυση του πυρός. Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών ανακοίνωσε ότι δεν θα προχωρούσε σε σχεδιαζόμενα νέα πλήγματα κατά του Ιράν, προκειμένου να επιτραπεί η συνέχιση των διπλωματικών προσπαθειών για το πυρηνικό πρόγραμμα και τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ. Ωστόσο, η ιρανική κυβέρνηση διέψευσε ότι διεξάγονταν διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, διευκρινίζοντας ότι οι συνομιλίες της αφορούσαν συμφωνία με το Ομάν για την εξασφάλιση προσωρινής ασφαλούς διόδου μέσω των Στενών. Παράλληλα, αναφέρθηκε νέο περιστατικό κοντά σε δεξαμενόπλοιο στην περιοχή, το οποίο υπογράμμιζε ότι η ναυσιπλοΐα εξακολουθούσε να εκτίθεται σε κινδύνους.[33]
Από τη συνολική αξιολόγηση των ανωτέρω επικαιροποιημένων πληροφοριών προκύπτει, καταρχάς, ότι στο Ιράν υφίσταται διεθνής ένοπλη σύρραξη. Από τις 28 Φεβρουαρίου 2026, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ έχουν πραγματοποιήσει εκτεταμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις στο ιρανικό έδαφος, ενώ το Ιράν έχει απαντήσει με πυραυλικές, αεροπορικές και άλλες στρατιωτικές ενέργειες εναντίον αμερικανικών, ισραηλινών και συμμαχικών στόχων. Η σύγκρουση χαρακτηρίζεται από διαδοχικές φάσεις κλιμάκωσης, προσωρινής εκεχειρίας και επανέναρξης των εχθροπραξιών.
Μολονότι στις 17 Ιουνίου 2026 υπεγράφη μνημόνιο κατανόησης με σκοπό τον τερματισμό της στρατιωτικής αντιπαράθεσης και την έναρξη συνομιλιών για συνολική διευθέτηση, η συμφωνία αυτή δεν οδήγησε σε σταθερή και αποτελεσματική κατάπαυση του πυρός. Ήδη στις 8 Ιουλίου αναφέρθηκαν νέες ανταλλαγές πυρών, ενώ στις 14 Ιουλίου άρχισε νέος κύκλος αμερικανικών αεροπορικών επιδρομών, ο οποίος συνεχίστηκε επί πολλές διαδοχικές νύχτες. Ακολούθησαν νέα πλήγματα κατά ιρανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων και υποδομών, ιρανικά αντίποινα, επιθέσεις κατά της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ και επαναλαμβανόμενες απειλές περαιτέρω στρατιωτικής κλιμάκωσης. Ακόμη και οι ολιγοήμερες διακοπές των επιχειρήσεων διακόπτονταν από νέες επιθέσεις, με αποτέλεσμα, κατά τις πλέον πρόσφατες πληροφορίες, να μην υφίσταται οριστική συμφωνία κατάπαυσης του πυρός ή σταθερή προοπτική τερματισμού της σύγκρουσης.
Η διάρκεια και η επαναληπτικότητα των επιχειρήσεων καταδεικνύουν ότι δεν πρόκειται για ένα απομονωμένο ή στιγμιαίο στρατιωτικό επεισόδιο. Η σύγκρουση εκτείνεται ήδη σε χρονικό διάστημα πολλών μηνών, παρουσιάζει διαδοχικά και ταχέως εναλλασσόμενα στάδια αποκλιμάκωσης και αναζωπύρωσης και χαρακτηρίζεται από την ικανότητα των εμπλεκομένων πλευρών να επαναλαμβάνουν επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Περαιτέρω, η γεωγραφική έκταση της βίας είναι ιδιαίτερα ευρεία. Πλήγματα έχουν καταγραφεί σε πολλές επαρχίες του Ιράν, περιλαμβανομένης της Τεχεράνης, καθώς και σε παράκτιες περιοχές, νησιά, λιμένες, αεροδρόμια και εγκαταστάσεις που συνδέονται με τα Στενά του Ορμούζ. Η βία δεν περιορίζεται, επομένως, σε συγκεκριμένο και απομονωμένο μέτωπο, αλλά εκδηλώνεται σε διαφορετικά και γεωγραφικά απομακρυσμένα σημεία της ιρανικής επικράτειας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η φύση των μέσων και των μεθόδων που χρησιμοποιούνται. Οι επιχειρήσεις περιλαμβάνουν αεροπορικά και πυραυλικά πλήγματα, επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, πλήγματα κατά στρατιωτικών κέντρων διοίκησης, εγκαταστάσεων πυραύλων, συστημάτων επιτήρησης και ναυτικών δυνατοτήτων, καθώς και επιθέσεις κατά πλοίων και ενεργειακών ή άλλων κρίσιμων υποδομών. Η φύση αυτών των επιχειρήσεων, ιδίως όταν εκτελούνται σε πυκνοκατοικημένες περιοχές ή πλησίον πολιτικών εγκαταστάσεων, δημιουργεί αυξημένο κίνδυνο παράπλευρων απωλειών και βλάβης σε αμάχους.
Πράγματι, οι συνέπειες της σύγκρουσης δεν έχουν περιοριστεί σε στρατιωτικούς στόχους ή στα μέλη των αντιμαχόμενων δυνάμεων. Από τις διαθέσιμες πληροφορίες προκύπτουν πλήγματα ή ζημιές σε σχολεία, πανεπιστήμια, φοιτητικές εστίες, οικιστικά κτίρια, αθλητικές εγκαταστάσεις, γέφυρες, σιδηροδρομικούς σταθμούς, αεροδρόμια, οδικές αρτηρίες, εγκαταστάσεις ηλεκτροδότησης και μονάδες αφαλάτωσης. Καταγράφηκαν, περαιτέρω, θάνατοι και τραυματισμοί γυναικών, ανηλίκων και άλλων αμάχων, ενώ η προσβολή υποδομών ύδατος, ηλεκτρικής ενέργειας και μεταφορών επηρεάζει ευρύτερα τις συνθήκες διαβίωσης και την ασφάλεια του πληθυσμού.
Η σχεδόν πλήρης και κρατικά επιβεβλημένη διακοπή της πρόσβασης στο διαδίκτυο κατά τη διάρκεια σημαντικού μέρους της σύγκρουσης επιβάρυνε περαιτέρω την κατάσταση, καθόσον περιόρισε τη δυνατότητα των πολιτών να ενημερώνονται εγκαίρως για προειδοποιήσεις ασφαλείας, τοποθεσίες επιθέσεων, διαθέσιμες οδούς διαφυγής και βασικές υπηρεσίες. Το στοιχείο αυτό, μολονότι δεν συνιστά αυτοτελώς αδιάκριτη βία, αυξάνει την πραγματική έκθεση των αμάχων στους κινδύνους που προκαλούν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Ως προς ειδικότερα την Τεχεράνη, τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι η πρωτεύουσα δεν βρίσκεται εκτός της γεωγραφικής εμβέλειας των επιχειρήσεων. Αντιθέτως, έχουν καταγραφεί αμερικανικές αεροπορικές επιθέσεις στην ευρύτερη περιοχή της, περιλαμβανομένου πλήγματος στο Πανεπιστήμιο Επιστήμης και Τεχνολογίας του Ιράν, το οποίο προκάλεσε καταστροφή κτιρίου και ζημιές σε αίθουσες διδασκαλίας. Περαιτέρω, κατά τον Ιούλιο ανακοινώθηκαν νέοι γύροι νυχτερινών επιθέσεων στην Τεχεράνη με σκοπό την προσβολή ιρανικών στρατιωτικών δυνατοτήτων. Η ύπαρξη στρατιωτικών, διοικητικών και άλλων εγκαταστάσεων υψηλής στρατηγικής σημασίας εντός μιας ιδιαίτερα πυκνοκατοικημένης μητροπολιτικής περιοχής αυξάνει αντικειμενικά την πιθανότητα οι επιχειρήσεις να εκδηλώνονται σε άμεση εγγύτητα προς τον άμαχο πληθυσμό.
Τα αριθμητικά δεδομένα του ACLED ενισχύουν την εικόνα αυτή. Κατά το τελευταίο έτος, με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 4η Αυγούστου 2026, στο Ιράν, έχουν καταγραφεί 3882 περιστατικά πολιτικής βίας (με την πλειοψηφία αυτών να είναι απομακρυσμένη βία και εκρήξεις) που είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο 6898 ατόμων, ενώ 49,7 εκατομμύρια άνθρωποι βρέθηκαν εκτεθειμένοι ή επηρεάστηκαν άμεσα από την εγγύτητά τους σε αυτές τις ζώνες συγκρούσεων.[34] Την ίδια περίοδο, στην πρωτεύουσα Τεχεράνη καταγράφηκαν συνολικά 1004 περιστατικά πολιτικής βίας από τα οποία επήλθαν 2033 θανάτοι.[35] Επιπλέον σημειώνεται ότι ο πληθυσμός του Ιράν σε πρόσφατη καταγραφή (2026) ανέρχεται στα 93,17 εκατομμύρια, ενώ ο πληθυσμός της Τεχεράνης ανέρχεται στα 9,88 εκατομμύρια.[36]
Οι αριθμοί αυτοί δεν μπορούν, σύμφωνα με τη νομολογία CF και DN, να αξιολογηθούν μηχανιστικά ή αποκλειστικά ως αναλογία θυμάτων προς πληθυσμό. Αποτελούν, όμως, ιδιαιτέρως σημαντικό δείκτη της συχνότητας, της έντασης και της γεωγραφικής συγκέντρωσης της βίας στην πόλη επιστροφής του Αιτητή.
Ειδικότερα, η καταγραφή πλέον των χιλίων περιστατικών πολιτικής βίας και πλέον των δύο χιλιάδων θανάτων στην Τεχεράνη σε διάστημα ενός έτους καταδεικνύει ότι η πρωτεύουσα δεν επηρεάζεται απλώς έμμεσα από τη γενικότερη αστάθεια, αλλά αποτελεί επαναλαμβανόμενο και ουσιώδες πεδίο εκδήλωσης της σύγκρουσης. Η διαπίστωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν συνεκτιμηθεί με τη χρήση αεροπορικών και πυραυλικών μέσων, την επανάληψη νυχτερινών επιχειρήσεων, τη θέση πιθανών στρατιωτικών στόχων εντός της μητροπολιτικής περιοχής και τα καταγεγραμμένα πλήγματα κατά ή πλησίον πολιτικών εγκαταστάσεων. Η Τεχεράνη δεν μπορεί, συνεπώς, να θεωρηθεί περιοχή η οποία παραμένει εκτός της γεωγραφικής εμβέλειας της σύγκρουσης ή ασφαλής από τις συνέπειές της.
Το Δικαστήριο δεν στηρίζει, ωστόσο, την κρίση του αποκλειστικά στον αριθμό των περιστατικών ή των θυμάτων. Αντιθέτως, σύμφωνα με τη μεθοδολογία που καθόρισε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση CF και DN, συνεκτιμά σωρευτικά το σύνολο των συναφών περιστάσεων, ιδίως τη διάρκεια και την επαναληπτικότητα της σύρραξης, τη διαδοχική κατάρρευση των συμφωνιών κατάπαυσης του πυρός, τη γεωγραφική διασπορά των επιχειρήσεων, τη χρήση αεροπορικών, πυραυλικών και μη επανδρωμένων οπλικών συστημάτων, τη συχνότητα των επιθέσεων, την προσβολή στρατιωτικών αλλά και πολιτικών στόχων και κρίσιμων υποδομών, καθώς και τις συνέπειες της βίας στην καθημερινή ζωή και στην ασφάλεια του άμαχου πληθυσμού.
Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω κριτήρια στα πραγματικά δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι η σωρευτική αξιολόγηση όλων των αντικειμενικών στοιχείων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ένταση της αδιάκριτης βίας στην Τεχεράνη υπερβαίνει πλέον το κατώφλι εφαρμογής του άρθρου 19(2)(γ).
Δεν παραγνωρίζεται ότι, στις αρχές Αυγούστου 2026, παρατηρήθηκε προσωρινή αποκλιμάκωση και αναστολή ορισμένων σχεδιαζόμενων στρατιωτικών ενεργειών. Η εξέλιξη αυτή, όμως, δεν αρκεί για να ανατρέψει τη συνολική εικόνα. Οι προηγούμενες περίοδοι εκεχειρίας αποδείχθηκαν προσωρινές και διακόπηκαν επανειλημμένα από νέα πλήγματα. Δεν έχει επιτευχθεί δεσμευτική και σταθερή συμφωνία τερματισμού των εχθροπραξιών, ενώ εξακολουθούν να υφίστανται σοβαρές πολιτικές και στρατιωτικές διαφωνίες, απειλές περαιτέρω επιθέσεων και περιστατικά που επηρεάζουν τη ναυσιπλοΐα και τις περιφερειακές υποδομές. Κατά συνέπεια, η πρόσκαιρη απουσία επιθέσεων επί ορισμένες ημέρες δεν μπορεί να εκληφθεί ως σταθερή μεταβολή της κατάστασης ασφαλείας.
Συνεκτιμώντας, κατά τρόπο συνολικό, την ύπαρξη διεθνούς ένοπλης σύρραξης, τη διάρκεια και την επαναληπτικότητα των επιχειρήσεων, τη γεωγραφική τους διασπορά, τη χρήση αεροπορικών, πυραυλικών και μη επανδρωμένων οπλικών συστημάτων, τη συχνότητα των επιθέσεων, την προσβολή πολιτικών και κρίσιμων υποδομών, τον σημαντικό αριθμό θανάτων και τραυματισμών, την άμεση και επανειλημμένη έκθεση της Τεχεράνης στη βία, καθώς και την απουσία σταθερής και αποτελεσματικής κατάπαυσης του πυρός, το Δικαστήριο κρίνει ότι το επίπεδο της αδιάκριτης βίας στην Τεχεράνη έχει ανέλθει σε τέτοιο βαθμό, ώστε η απλή παρουσία αμάχου στην περιοχή να αρκεί για τη θεμελίωση πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης.
Υπό τις ιδιαίτερες και επίκαιρες αυτές περιστάσεις, υφίστανται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει και θα εγκατασταθεί στην Τεχεράνη αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας απλώς και μόνο λόγω της παρουσίας του στην περιοχή. Συνεπώς, δεν απαιτείται ο Αιτητής να αποδείξει πρόσθετα, ειδικά χαρακτηριστικά του προσωπικού του προφίλ που να τον καθιστούν περισσότερο εκτεθειμένο από τον υπόλοιπο άμαχο πληθυσμό, σύμφωνα με την εξαιρετική περίπτωση που αναγνωρίστηκε στην απόφαση Elgafaji.
Το γεγονός ότι ο Αιτητής είναι ενήλικος άνδρας, χωρίς αποδεδειγμένη ευαλωτότητα ή ειδικό ατομικό προφίλ κινδύνου, δεν μεταβάλλει την κρίση αυτή. Στο επίπεδο αδιάκριτης βίας που διαπιστώνεται εν προκειμένω, η απειλή απορρέει από την ίδια την παρουσία του αμάχου στην περιοχή και όχι από την εξατομικευμένη στοχοποίησή του. Ομοίως, η ύπαρξη συγγενικών δεσμών στην Τεχεράνη δεν δύναται να εξουδετερώσει τον κίνδυνο που δημιουργούν οι αεροπορικές και πυραυλικές επιθέσεις, οι οποίες πλήττουν ή θέτουν σε κίνδυνο ευρύτερες κατοικημένες περιοχές και βασικές υποδομές.
Περαιτέρω, από τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής δεν προκύπτει ότι υφίσταται περιοχή της ιρανικής επικράτειας η οποία να παραμένει ουσιαστικά εκτός της γεωγραφικής έκτασης της σύρραξης και στην οποία ο Αιτητής θα μπορούσε να εγκατασταθεί με ασφάλεια και ευλόγως. Αντιθέτως, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις έχουν επηρεάσει μεγάλο αριθμό επαρχιών, κρίσιμων υποδομών και πυκνοκατοικημένων περιοχών της χώρας.
V.II. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Υπό το φως του συνόλου των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, μολονότι ο Αιτητής δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για λόγο που προβλέπεται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου και δεν θεμελίωσε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά τις παραγράφους (α) ή (β) του άρθρου 19(2), οι επικαιροποιημένες πληροφορίες για την κατάσταση ασφαλείας καταδεικνύουν ότι στην Τεχεράνη υφίσταται διεθνής ένοπλη σύρραξη χαρακτηριζόμενη από αδιάκριτη βία της οποίας η ένταση έχει ανέλθει σε τέτοιο βαθμό ώστε η απλή παρουσία αμάχου στην Τεχεράνη να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ).
Η ένταση, η διάρκεια, η συχνότητα και η γεωγραφική έκταση των στρατιωτικών επιχειρήσεων, η επανειλημμένη κατάρρευση των συμφωνιών εκεχειρίας, η χρήση οπλικών συστημάτων ευρείας επίδρασης, τα πλήγματα σε πολιτικές και κρίσιμες υποδομές και, ιδίως, ο ιδιαίτερα υψηλός αριθμός περιστατικών πολιτικής βίας και θανάτων που καταγράφηκαν στην Τεχεράνη, θεμελιώνουν ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι η επιστροφή του Αιτητή στην πόλη αυτή θα τον εξέθετε, ως άμαχο, σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας απλώς και μόνο λόγω της παρουσίας του εκεί.
Ως εκ των ανωτέρω, η προσφυγή επιτυγχάνει με έξοδα πλέον Φ.Π.Α. (εάν υπάρχει) υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται και τροποποιείται, δυνάμει του άρθρου 146(4)(δ) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου [Ν. 73(Ι)/2018], και ο Αιτητής αναγνωρίζεται ως δικαιούχος επικουρικής προστασίας δυνάμει των άρθρων 19(1) και 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Amnesty International, The State of the World’s Human Rights in Iran 2025, 21 Απριλίου 2026, Human rights in Iran Amnesty International (τελευταία πρόσβαση 15.06.2026).
[2] Amnesty International, The State of the World’s Human Rights in Iran 2025, 21 Απριλίου 2026, Human rights in Iran Amnesty International (τελευταία πρόσβαση 15.06.2026).
[3] Landinfo - Norwegian Country of Origin Information Centre, CGRS-CEDOCA - Office of the Commissioner Geeral for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit, SEM - State Secretariat for Migration (formerly: Federal Office for Migration; Switzerland): Iran; Criminal procedures and documents, December 2021
https://www.ecoi.net/en/file/local/2064888/joint_coi_report._criminal_procedures_and_documents_20211206.pdf, σελ.56-60, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17.9.2025)
[4] Landinfo - Norwegian Country of Origin Information Centre, CGRS-CEDOCA - Office of the Commissioner Geeral for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit, SEM - State Secretariat for Migration (formerly: Federal Office for Migration; Switzerland): Iran; Criminal procedures and documents, December 2021
https://www.ecoi.net/en/file/local/2064888/joint_coi_report._criminal_procedures_and_documents_20211206.pdf, σελ.60, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17.9.2025)
[5] Landinfo - Norwegian Country of Origin Information Centre, CGRS-CEDOCA - Office of the Commissioner Geeral for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit, SEM - State Secretariat for Migration (formerly: Federal Office for Migration; Switzerland): Iran; Criminal procedures and documents, December 2021
https://www.ecoi.net/en/file/local/2064888/joint_coi_report._criminal_procedures_and_documents_20211206.pdf, σελ.60, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17.9.2025)
[6] Landinfo - Norwegian Country of Origin Information Centre, CGRS-CEDOCA - Office of the Commissioner Geeral for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit, SEM - State Secretariat for Migration (formerly: Federal Office for Migration; Switzerland): Iran; Criminal procedures and documents, December 2021
https://www.ecoi.net/en/file/local/2064888/joint_coi_report._criminal_procedures_and_documents_20211206.pdf, σελ.56-63
[7] Landinfo - Norwegian Country of Origin Information Centre, CGRS-CEDOCA - Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit, SEM - State Secretariat for Migration (formerly: Federal Office for Migration; Switzerland): Iran; Criminal procedures and documents, December 2021
https://www.ecoi.net/en/file/local/2064888/joint_coi_report._criminal_procedures_and_documents_20211206.pdf, σελ.77 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17.9.2025)
[8] Article 18 et al., 'RIGHTS VIOLATIONS AGAINST CHRISTIANS IN IRAN - 2023 Annual Report' (19 February 2023), https://articleeighteen.com/download/?wpdmdl=12611 (βλ. ενότητα 'TRENDS - 6 Resistance grows', σελ. 10) (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/09/2025)
[9] Όπ. π. (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/09/2025)
[10] Βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakite, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35
[11] Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ;κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009
[12] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland
[13] War Watch, International Armed Conflicts in Iran, Since February 2026, International armed conflicts in Iran - WAR WATCH (τελευταία πρόσβαση 25.06.2026)
[14] ACLED, Iran War Updates, Key stats for 23 - 24* June 2026, https://acleddata.com/iran-crisis-live; Clionadh Raleigh, What will the US-Iran deal really change?, 22 Ιουνίου 2026, https://acleddata.com/expert-comment/what-will-us-iran-deal-really-change; CFR, Trump’s Iran Deal Reopens the Strait. Much Remains to Be Done, 18 Ιουνίου 2026, https://www.cfr.org/articles/trumps-iran-deal-reopens-the-strait-much-remains-to-be-done; Institute for the Study of War, Iran Update Special Report, 24 Ιουνίου 2026, https://understandingwar.org/research/middle-east/iran-update-special-report-june-24-2026/; Al Jazeera, Iran war day 118: IRGC rejects new Hormuz route; Rubio to meet GCC leaders, 25 Ιουνίου 2026, https://www.aljazeera.com/news/2026/6/25/iran-war-day-118-irgc-rejects-new-hormuz-route-rubio-to-meet-gcc-leaders (τελευταία πρόσβαση 25.06.2026).
[15] War Watch, International Armed Conflicts in Iran, Since February 2026, International armed conflicts in Iran - WAR WATCH (τελευταία πρόσβαση 25.06.2026)
[16] ACLED, Iran War Updates, Key stats for 23 - 24* June 2026, https://acleddata.com/iran-crisis-live (τελευταία πρόσβαση 25.06.2026).
[17] War Watch, International Armed Conflicts in Iran, Since February 2026, International armed conflicts in Iran - WAR WATCH (τελευταία πρόσβαση 25.06.2026)
[18] War Watch, International Armed Conflicts in Iran, Since February 2026, International armed conflicts in Iran - WAR WATCH (τελευταία πρόσβαση 25.06.2026)
[19] War Watch, International Armed Conflicts in Iran, Since February 2026, International armed conflicts in Iran - WAR WATCH (τελευταία πρόσβαση 25.06.2026)
[20] War Watch, International Armed Conflicts in Iran, Since February 2026, International armed conflicts in Iran - WAR WATCH (τελευταία πρόσβαση 25.06.2026)
[21] War Watch, International Armed Conflicts in Iran, Since February 2026, International armed conflicts in Iran - WAR WATCH (τελευταία πρόσβαση 25.06.2026)
[22] UK GOV, Summary: Impact of the conflict inside Iran on Iranian civilians (28 February 2026 to 18 March 2026), 1 Ιουνίου 2026, https://www.gov.uk/government/publications/iran-country-policy-and-information-notes/country-bulletin-iran-security-situation-march-2026-accessible--2 (τελευταία πρόσβαση 25.06.2026).
[23] EASA, Airspace of the Middle East and Persian Gulf, N.D., https://www.easa.europa.eu/en/domains/air-operations/czibs/2026-03-r10 (τελευταία πρόσβαση 14/07/2026).
[24] BBC, Trump threatens more strikes on Iran as Tehran warns of 'fearless' response, 8 July 2026, https://www.bbc.com/news/articles/clyw8w1g409o (τελευταία πρόσβαση 14/07/2026).
[25] Firstpost, US Iran War Live Updates: Lebanon, Israel hold talks in Italy amid renewed West Asia conflict, 14 July 2026, https://www.firstpost.com/world/us-iran-war-live-updates-us-strikes-iran-hormuz-ship-attacks-tehran-strait-of-hormuz-attacks-middle-east-war-2-liveblog-14031138.html; Reuters, Live: Iran hits tankers after third night of US attacks; Trump reimposes naval blockade, 14 July 2026, https://www.reuters.com/world/iran-war-live-us-launches-new-strikes-iran-more-tankers-attacked-hormuz-2026-07-14/ (τελευταία πρόσβαση 14/07/2026).
[26] Reuters, US launches sixth night of attacks as Iran signals it could prod Houthis to close Red Sea oil route - as it happened, 17 July 2026, https://www.reuters.com/world/iran-war-live-iran-says-it-targeted-bases-kuwait-jordan-after-new-wave-us-2026-07-16/ (τελευταία πρόσβαση 17/07/2026).
[27] Reuters, US launches second wave of attacks in a day after Tehran threatens to close shipping routes - as it happened, 16 July 2026, https://www.reuters.com/world/iran-war-live-trump-threatens-power-plant-hits-us-resumes-blockade-launches-more-2026-07-15/ (τελευταία πρόσβαση 16/07/2026).
[28] Reuters, US launches sixth night of attacks as Iran signals it could prod Houthis to close Red Sea oil route - as it happened, 17 July 2026, https://www.reuters.com/world/iran-war-live-iran-says-it-targeted-bases-kuwait-jordan-after-new-wave-us-2026-07-16/; The Guardian, US strikes on Iran reportedly hit airport and bridges – Middle East crisis live, 17 July 2026, https://www.theguardian.com/world/live/2026/jul/17/us-iran-war-strait-of-hormuz-donald-trump-israel-lebanon-latest-news-updates; TimesNow, US Attacks Key Infrastructure In Iran On Sixth Night of Strikes: Bridges, Airport, Communication Tower Hit, 17 July 2026, https://www.timesnownews.com/world/middle-east/us-attacks-key-infrastructure-in-iran-bridges-iranshahr-airport-kohorestan-bridge-girveh-bridge-article-155113728 (τελευταία πρόσβαση 17/07/2026).
[29] AP News (Associated Press), “US military launches new airstrikes to ‘swiftly punish’ Iran for deaths of US troops”, 19 July 2026
https://apnews.com/article/iran-us-hormuz-strait-war-july-18-2026-5adfef67554652580963684d9a663af2
[30] AP News (Associated Press), “Another tanker attacked in Strait of Hormuz as US strikes Iran for 10th consecutive night” 21 July 2026
https://apnews.com/article/iran-us-hormuz-strait-war-july-20-2026-8b37952906cbec6351fdcc47a0fa6297
[31] AP News (Associated Press), “US military completes 11th night of strikes on Iran as attacks overshadow diplomacy”, 22 July 2026
https://apnews.com/article/iran-us-hormuz-strait-war-july-21-2026-1664f6a4dad005a99771b2ad15213585
[32] CBS News, “U.S. pauses Iran strikes for second straight night as talks move in positive direction”, 27 July 2026
https://www.cbsnews.com/live-updates/iran-war-us-trump-strait-hormuz-middle-east/
[33] Euronews, “Iran's foreign ministry contradicts Trump and says no negotiations taking place with US”, 3 August 2026
[34] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Iran, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία πρόσβασης 03.08.2026)
[35] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Iran, Tehran, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία πρόσβασης 03.08.2026)
[36] Iran Population 2026, Iran Population 2026 (τελευταία πρόσβαση 15.06.2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο