ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 968/2023
10 Αυγούστου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
C.M.K.
Αιτήτριας
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση.
Αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας
Αγγελική Πλιάκα για Διονυσία Κυριάκου Ζησιμοπούλου, Δικηγόρος για την αιτήτρια
Χαράλαμπος Καστάνας, Δικηγόρος για τους καθ' ων η αίτηση
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό εξέταση προσφυγή η αιτήτρια ζητά την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 16/01/2023 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Εκκρεμούσης της παρούσας προσφυγής και αφού καταχωρήθηκε η Γραπτή Αγόρευση της αιτήτριας και η Γραπτή Αγόρευση των καθ’ων η αίτηση, η δικηγόρος της αιτήτριας προέβη στην καταχώρηση αίτησης για προσαγωγή μαρτυρίας. Με την υπό εξέταση αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας, η αιτήτρια αιτείται άδειας και/ή διαταγής του Δικαστηρίου, όπως της επιτραπεί η προσαγωγή της μαρτυρίας που παρατίθεται στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας και τα επισυνημμένα σ' αυτήν τεκμήρια.
Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 11 και 17 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964 (Ν. 33/64), στους Κανονισμούς 9(6), 10(2),11(2),11(3),17 18 και 19 των περί Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1962, στον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικών Κανονισμών, στον Περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι) του 2018), στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς του Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί, στο Άρθρο 9 (1) του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), στα Μέρη 1, 3, 3.8.(1,2), 23.6 (1) (α) και (δ) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών του 2023, επί του άρθρου 1Α, 146, 169, 79 του Συντάγματος, επί της πρακτικής του Δικαστηρίου και επί των Γενικών Αρχών του Νόμου, τις αρχές της επιείκειας και την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στη Νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου και σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική Νομολογία, στον περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμο Ν. 158 (Ι)/1999, της Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ανθρώπων, στον περί της Ίδρυσης και λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμος του 2015 ( 131(Ι)/2015 ), στον Περί Απόδειξης Νόμο Κεφ. 9 (όπως έχει τροποποιηθεί μεταγενέστερα), στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023 και ειδικότερα, στα μέρη 31,32 και το Έντυπο 34.
Η υπό εξέταση αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κυρίας Χρυστάλλας Παφίτη, συνεργάτιδας της συνηγόρου της αιτήτριας και από σχετική ένορκη δήλωση της αιτήτριας. Η κυρία Παφίτη με ένορκη δήλωσή της, η οποία συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, αναφέρει πως είναι πλήρως ενημερωμένη για τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και εξουσιοδοτημένη από την Αιτήτρια να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση, διευκρινίζοντας ότι, όπου δεν διαθέτει προσωπική γνώση, αναφέρει την πηγή της πληροφόρησής της.
Περαιτέρω, αναφέρει ότι περιήλθαν πρόσφατα στην κατοχή της Αιτήτριας νέα αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα το “πρακτικό καταγγελίας” της Αιτήτριας ημερομηνίας 11/03/2021 κατά της εργοδότριάς της, δύο κλήσεις του Αστυνομικού Τμήματος Mont-Ngafula ημερομηνίας 13/03/2021 και 16/03/2021 με τις οποίες καλείτο να παρουσιαστεί για κατάθεση αναφορικά με καταγγελία εναντίον της, καθώς και πρακτικό καταγγελίας, ημερομηνίας 16/03/2021 που υπέβαλε η μητέρα της Αιτήτριας, εναντίον της εργοδότριας της Αιτήτριας κατά το χρονικό διάστημα που αναζητούσε τα ίχνη της μετά την απαγωγή της. Επιπλέον, αναφέρει ότι επιθυμεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφο αναγγελίας ελλείποντος προσώπου, το οποίο δημοσιεύθηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με φωτογραφία της Αιτήτριας και στοιχεία επικοινωνίας για τον εντοπισμό της, καθώς και το πιστοποιητικό γέννησης της κόρης της, η οποία γεννήθηκε στις 22/07/2024.
Τέλος, αναφέρει ότι, σε περίπτωση αμφισβήτησης των ισχυρισμών της Αιτήτριας ή των τεκμηρίων που επιθυμεί να προσκομίσει, η ίδια είναι διαθέσιμη να αντεξεταστεί και να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς της. Υποστηρίζει ότι τα έγγραφα που επιθυμεί να προσκομίσει καταδεικνύουν την αναγκαιότητα αποδοχής της αίτησης, καθώς ενισχύουν την αξιοπιστία της Αιτήτριας και αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες επιτυχίας της προσφυγής της. Επιπρόσθετα, εκφράζει την άποψη ότι η αίτηση είναι σύμφωνη με τους δικονομικούς κανόνες, ενώ επισημαίνει ότι, σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, θα καταστεί δυσχερής η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Καταλήγει βεβαιώνοντας ότι όλα όσα αναφέρει στην ένορκη δήλωσή της είναι ορθά.
Η Αιτήτρια, στην ένορκη δήλωσή της, που συνοδεύει επίσης την αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας αναφέρει πως προβαίνει στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησής της, καθότι έχει πλέον στην κατοχή της νέα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία δεν διέθετε κατά το στάδιο της συνέντευξής της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου. Ειδικότερα, αναφέρει ότι κατέχει πρακτικό καταγγελίας ημερομηνίας 11/03/2021 κατά της εργοδότριάς της Celine Tshika, δύο κλήσεις του Αστυνομικού Τμήματος Mont-Ngafula ημερομηνίας 13/03/2021 και 16/03/2021 για να παρουσιαστεί ενώπιον της Δικαστικής Αστυνομίας προς παροχή κατάθεσης αναφορικά με καταγγελία εναντίον της, πρακτικό καταγγελίας που υπέβαλε η μητέρα της, κατά της εργοδότριάς της για τις απειλές και την απαγωγή της, καθώς και έγγραφο αναζήτησης ελλείποντος προσώπου με τη φωτογραφία της, το οποίο δημοσιοποιήθηκε προς εντοπισμό της. Υποστηρίζει ότι τα έγγραφα αυτά σχετίζονται άμεσα με τους βασικούς ισχυρισμούς που είχε προβάλει κατά τη συνέντευξή της και ενισχύουν την αξιοπιστία τους.
Περαιτέρω, αναφέρει ότι επιθυμεί να προσκομίσει το πιστοποιητικό γέννησης της κόρης της, γεννηθείσας στις 22/07/2024, προς απόδειξη των οικογενειακών της δεσμών. Διευκρινίζει ότι κατά τη συνέντευξή της δεν είχε στην κατοχή της τα πιο πάνω έγγραφα, καθώς αυτά της είχαν αποσταλεί από φίλο της μεταγενέστερα. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται πως τα έγγραφα αυτά περιήλθαν πρόσφατα στην κατοχή της μέσω φίλων της που εξακολουθούν να διαμένουν στην Κινσάσα και τη βοήθησαν να τα εντοπίσει και να τα παραλάβει από το αρμόδιο Αστυνομικό Τμήμα.
Η Αιτήτρια επισημαίνει ακόμη ότι, με την προσαγωγή της αιτούμενης μαρτυρίας, δεν επιδιώκει να τροποποιήσει ή να διαφοροποιήσει τους ισχυρισμούς που ήδη προέβαλε στην προσφυγή της ούτε να τους επαναλάβει, αλλά να προσκομίσει το αναγκαίο αποδεικτικό υλικό που τους επιβεβαιώνει και τεκμηριώνει τον βασικό της ισχυρισμό περί απαγωγής και του φόβου δίωξης που αντιμετωπίζει σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της. Τέλος, αναφέρει ότι η προσκόμιση των εν λόγω εγγράφων θα συμβάλει στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης, καθώς αποτελούν ουσιώδη αποδεικτικά στοιχεία που αυξάνουν τις πιθανότητες επιτυχίας της προσφυγής της και πρέπει να αποτελέσουν μέρος του διοικητικού φακέλου.
Προσθέτει ότι η αποδοχή της αίτησής της δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε αδικία στους Καθ’ ων η Αίτηση, οι οποίοι διατηρούν το δικαίωμα να την αντεξετάσουν και να προσκομίσουν τη δική τους μαρτυρία, ενώ, αντίθετα, η απόρριψη του αιτήματός της θα στερήσει από την ίδια τη δυνατότητα να ακουστεί πλήρως και να αποδείξει τους ισχυρισμούς της, προκαλώντας της ανεπανόρθωτη βλάβη. Καταλήγει εκφράζοντας την πεποίθηση ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι αναγκαία για την πλήρη και δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσής της και βεβαιώνει ότι όλα όσα αναφέρει στην ένορκη δήλωσή της είναι αληθή και ορθά.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα υπέβαλε ένσταση στην αίτηση της αιτήτριας, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κυρίας Γαβριέλας Ροδοθέου, δικηγόρου, στην οποία εξηγεί για ποιους λόγους πρέπει η παρούσα αίτηση να απορριφθεί. Με την ένσταση στην αίτηση ο εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα εισηγείται πως δεν θα πρέπει να δοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εφόσον η αιτήτρια υπέβαλε την αίτηση σε πολύ καθυστερημένο στάδιο της δικαστικής διαδικασίας, χωρίς να επικαλείται οποιονδήποτε πειστικό λόγο για τον οποίο δεν μπορούσε να προσκομίσει τα έγγραφα νωρίτερα και γιατί αδυνατούσε να υποβάλει τα έγγραφα αυτά στην διαδικασία που προηγήθηκε.
Η κα Ροδοθέου στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των καθ’ ων η αίτηση στην αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας, αναφέρει πως έχει λάβει νομική συμβουλή από τον δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση και από όσα προκύπτουν από το φάκελο της διαδικασίας, η υπό κρίση αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας καταχωρήθηκε μόλις στις 02/04/2026 μετά από περίπου τρία έτη από την καταχώρηση της προσφυγής της.
Επιπλέον, υποστηρίζει ότι τα έγγραφα που επιδιώκει να προσκομίσει ενώπιον του Δικαστηρίου η Αιτήτρια και ειδικότερα οι καταθέσεις που φέρεται να έδωσε η ίδια και η μητέρα της στην αστυνομία, καθώς και το έγγραφο αναγγελίας ελλείποντος προσώπου, δεν είναι συναφή με τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης. Περαιτέρω, αναφέρει ότι τα τεκμήρια που προτείνονται προς προσαγωγή αποτελούν αντίγραφα εγγράφων των οποίων η γνησιότητα αμφισβητείται. Στη συνέχεια, αναφέρει πως η χρήση πλαστών εγγράφων, όπως ταυτοτήτων και διοικητικών εγγράφων, είναι διαδεδομένη στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, γεγονός που, κατά την άποψή της, ενισχύει τις επιφυλάξεις ως προς τη γνησιότητα των καταγγελιών και του εγγράφου αναγγελίας ελλείποντος προσώπου που προσκομίζει η Αιτήτρια και κατ’ επέκταση δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία των ισχυρισμών της.
Επιπρόσθετα, υποστηρίζει πως τα έγγραφα που επιθυμεί να προσκομίσει πρέπει να εκτιμώνται σε συνδυασμό με το σύνολο του αποδεικτικού υλικού της υπόθεσης και ισχυρίζεται πως προκύπτουν ουσιώδεις αντιφάσεις από το αφήγημά της, με αποτέλεσμα τα εν λόγω έγγραφα να μην μπορούν να θεωρηθούν έγκυρα και αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία ούτε να ανατρέψουν τα συμπεράσματα του αρμόδιου οργάνου τα οποία οδήγησαν στην απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας. Επιπλέον, αναφέρει ότι η Αιτήτρια δεν εξηγεί επαρκώς για ποιο λόγο τα έγγραφα αυτά δεν μπορούσαν, χωρίς δική της υπαιτιότητα, να είχαν προσκομισθεί κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώριση της προσφυγής, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Κανονισμού 10 των περί Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, όπως έχουν τροποποιηθεί.
Τέλος, υποστηρίζει ότι τα έγγραφα αυτά δεν δικαιολογούν την πολυετή καθυστέρηση καταχώρισης της αίτησης προσαγωγής μαρτυρίας, η οποία, κατά την άποψή της, καταδεικνύει πρόθεση καθυστέρησης της διαδικασίας και σπατάλης πολύτιμου δικαστικού χρόνου. Καταλήγει ότι η υπό κρίση αίτηση πάσχει τόσο δικονομικά όσο και ουσιαστικά και ότι δεν πληρούνται οι νομοθετικές και νομολογιακές προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον μπορεί να γίνει αποδεκτή η αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας, λαμβάνοντας υπόψη το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου και το οποίο μελέτησα, ειδικότερα την αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας την ένσταση που υπέβαλε ο δικηγόρος που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση, όπως και τις γραπτές και προφορικές αγορεύσεις των διαδίκων, καθώς και τα όσα έχουν καθιερωθεί από τη σχετική επί του ζητήματος νομολογία του Ανωτάτου, του Διοικητικού Δικαστηρίου και του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.
Είναι χρήσιμο να καταγραφεί το δικονομικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο το Δικαστήριο εξετάζει ενδιάμεσες αιτήσεις για προσαγωγή μαρτυρίας, το οποίο προκύπτει από τους περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί. Καταρχάς, ο Κανονισμός 3 αυτών, προβλέπει ότι (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «(α) Κάθε προσφυγή καταχωρείται στο αρμόδιο Πρωτοκολλητείο με έγγραφη αίτηση, ως το Έντυπο Αρ. 1 συνοδευόμενη από την προσβαλλομένη απόφαση και τα υποστηρικτικά αυτής στοιχεία που επιδόθηκαν στον αιτητή καθώς και οποιαδήποτε νέα έγγραφα ή στοιχεία ή πρόσθετη μαρτυρία ήθελε προσκομίσει ο αιτητής.
(β) Νέα έγγραφα ή στοιχεία ή οποιαδήποτε πρόσθετη μαρτυρία που προσκομίζονται κατά την καταχώριση της προσφυγής, παρατίθενται ή επισυνάπτονται ως τεκμήρια, ανάλογα, σε ένορκη δήλωση από τον Αιτητή. Ο ενόρκως δηλών εξηγεί το λόγο για τον οποίο δεν προσκομίστηκαν τα έγγραφα ή στοιχεία ή πρόσθετη μαρτυρία κατά την εξέταση της προσβαλλόμενης πράξης καθώς και τη συνάφειά τους με τα επίδικα θέματα.».
Σύμφωνα με τον Κανονισμό 8 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί: «Το Δικαστήριο δύναται να καθορίζει τη διαδικασία και να εκδίδει οδηγίες κατά περίπτωση αναφορικά με τη λήψη γραπτής ή προφορικής μαρτυρίας ή άλλων αποδεικτικών μέσων, όπως ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις.».
Επιπρόσθετα, ο Κανονισμός 10 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί, προβλέπει ότι (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«(α) Μετά την καταχώρηση της προσφυγής, νέα έγγραφα και/ή στοιχεία και/ή οποιαδήποτε πρόσθετη μαρτυρία προσκομίζεται μόνον κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, μετά από προφορικό αίτημα του αιτητή, νοουμένου ότι το Δικαστήριο ικανοποιείται-
(i) ότι πρόκειται για έγγραφα ή στοιχεία ή μαρτυρία, τα οποία άνευ δικής του υπαιτιότητας, ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του σύμφωνα με τον κανονισμό 3(β), και
(ii) είναι συναφή με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης.».
Συνεπώς, οι συναφείς διατάξεις των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), παρέχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να δεχτεί μαρτυρία, εφόσον βέβαια, τηρηθούν οι δικονομικοί κανόνες που καθορίζονται από τους διαδικαστικούς κανονισμούς, όπως και οι κατευθυντήριες γραμμές που έχουν καθοριστεί από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει την διακριτική ευχέρεια να επιτρέπει στους διαδίκους να προσαγάγουν μαρτυρία, τηρουμένων των Διαδικαστικών Κανονισμών και την πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Το διάταγμα του Δικαστηρίου, για προσκόμιση μαρτυρίας, εκδίδεται πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και στην βάση τούτου ο Κανονισμός 19 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) του 1962 (οι οποίοι ακολουθούνται σύμφωνα με τον Κανονισμό 2, των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί), καθορίζει πως σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει οδηγίες, οι οποίες απαιτούνται προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης.
Προσαγωγή μαρτυρίας επιτρέπεται μόνον όταν η απόδειξη των συγκεκριμένων γεγονότων τεκμηριώνει οποιονδήποτε από τους λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. Κωνσταντίνου ν. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λεμεσού, Υποθ. Αρ. 999/91, ημερ. 24.9.1992 και Lordos Hotels Holdings Ltd v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Παραλιμνίου, Υποθ. Αρ. 71/97, ημερ. 18.11.1999). Ένας από τους καθοδηγητικούς παράγοντες που συνιστά πάγια γραμμή της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έγκειται στο ότι η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσκομιστεί πρέπει να είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και με τους λόγους ακυρώσεως που προωθούνται (βλ. K.N.K. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 5787/13, ημερομηνίας 18/10/2019).
Επομένως, για να εξεταστεί και να κριθεί από το Δικαστήριο η σχετικότητα της μαρτυρίας, πρέπει η προτεινόμενη μαρτυρία να συγκεκριμενοποιείται τόσο στην αίτηση όσο και στην ένορκη δήλωση (βλ. Ιωσηφίδης ν. Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, (2006) 3 ΑΑΔ 677). Εάν η μαρτυρία που ζητείται να προσκομιστεί δεν συγκεκριμενοποιείται, τότε δεν υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο για να μπορεί να αξιολογηθεί η σχετικότητα της μαρτυρίας που επιδιώκεται να προσκομιστεί (βλ. υποθ. αρ. 1024/14, FBME Bank Ltd v. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ημερομηνίας 18/12/2015).
Είναι πάγια και διαχρονική η θέση της νομολογίας πως τα γεγονότα που επιδιώκονται να προσκομιστούν με την μαρτυρία πρέπει να προσδιορίζονται με λεπτομέρεια (βλ. Sportsman Betting Co. Limited v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 591 σελ 595, υπόθεση αρ. 300/03, Χρίστος Ιωσηφιδης ν. Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου, ημερομηνίας 20/11/02). Όλες οι πιο πάνω κατευθυντήριες αρχές επιβεβαιώθηκαν και από την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γρηγόριος Θαλασσινός ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αν. Έφεση αρ. 3420, (2003) 3 ΑΑΔ 507.
Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει καθορίσει πως στα πλαίσια του αναθεωρητικού ελέγχου του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση αίτησης για προσαγωγή μαρτυρίας, δεν είναι δυνατόν να προσκομιστεί μαρτυρία η οποία διαφοροποιεί, αλλοιώνει ή μεταβάλλει τα στοιχεία που η διοίκηση είχε ενώπιον της κατά την λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. Ρούσος ν. Ιωαννίδη κ.α. (1999) 3 Α.Α.Δ. 549, Ζαβρός ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Α. 106, και Ράφτη κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 335).
Η νομολογία είναι καθοριστική ως προς το ότι η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσκομιστεί δεν θα πρέπει να διαφοροποιεί το περιεχόμενο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη από το αρμόδιο όργανο (Νικολαίδη v. Δημοκρατίας (1993) 4 A.AA. 609, Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας (1993) 4 A.AA. 2188, Ακάμας v. Δημοκρατίας (1993) 4 A.AA 2321, Κισσόποδα v. Δημοκρατίας (1994) 4 A.AA. 836, Ρούσος ν. Ιωαννίδης και άλλων (1999) 3 Α.Α.Δ. 549, Ράφτη κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 335, Θαλασσινός ν.Δημοκρατίας (2003)3Α.Α.Δ. 507, Δημοκρατία ν. D. J. Karapatakis & Sons Ltd Consortium, ECLI:CY:AD:2015:C519, Α.Ε. 125/2014, ημερομηνίας 13.7.2015).
Ωστόσο, επισημαίνω ότι σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας και όχι μόνο ως ακυρωτικό Δικαστήριο. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 (2) και (3), του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και μάλιστα πλήρους ελέγχου του αιτήματος που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου.
Συνάγεται λοιπόν πως στα πλαίσια του πλήρους και ex nunc ελέγχου, το Δικαστήριο προβαίνει σε πλήρη εξέταση των νομικών και πραγματικών ζητημάτων που τίθενται ενώπιον του. Σύμφωνα με την παράγραφο 111 της απόφασης C- 585/16, Serin Alheto vs. Zamestnik-predsedatel na Darzhavna agentsia za bezhantsite, ημερομηνίας 25/7/2018, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάσισε πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): “111. Στο πλαίσιο αυτό, η έκφραση «ex nunc» αναδεικνύει την υποχρέωση του δικαστή, κατά την εκτίμηση που πραγματοποιεί, να λαμβάνει υπόψη τυχόν νέα στοιχεία τα οποία έχουν προκύψει μετά την έκδοση της απόφασης που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής”. Επομένως, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα τηρουμένων των διαδικαστικών κανονισμών να εξετάζει νέα στοιχεία που προέκυψαν μετά την έκδοση της απόφασης, λαμβάνοντας βέβαια υπόψη τις αρχές της νομολογίας που έχει καθιερώσει το Ανώτατο Δικαστήριο.
Άκουσα τους διαδίκους και μελέτησα το ενώπιον μου υλικό, αλλά και τις αγορεύσεις τους κατά την ακρόαση της αίτησης, λαμβάνοντας υπόψη και τα όσα έχουν καθιερωθεί από την νομολογία του Ανωτάτου και του Διοικητικού Δικαστηρίου. Στο παρόν στάδιο, δεν αξιολογούνται τα στοιχεία και/ή έγγραφα που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου υπό μορφή μαρτυρίας και δεν εξετάζεται η βασιμότητα των ισχυρισμών που προβάλλονται, εφόσον αυτό θα κριθεί σε μεταγενέστερο στάδιο στο πλαίσιο εξέτασης της προσφυγής.
Συνοψίζοντας η αιτήτρια με την ένορκη δήλωσή της μεταξύ άλλων επιθυμεί να προσκομίσει τα πιο κάτω:
- Πρακτικό καταγγελίας της Αιτήτριας ημερομηνίας 11/03/2021 κατά της εργοδότριάς της, ως Τεκμήριο 1.
- Πρώτη Κλήση Αρ.006, του Αστυνομικού Τμήματος Mont-Ngafula ημερομηνίας 13/03/2021, με την οποία καλείτο να παρουσιαστεί για κατάθεση αναφορικά με καταγγελία εναντίον της, ως Τεκμήριο 2.
- Δεύτερη Κλήση Αρ.0012, του Αστυνομικού Τμήματος Mont-Ngafula ημερομηνίας 16/03/2021, με την οποία καλείτο να παρουσιαστεί για κατάθεση αναφορικά με καταγγελία εναντίον της ,ως Τεκμήριο 3.
-Πρακτικό καταγγελίας ημερομηνίας 16/03/2021 που υπέβαλε η μητέρα της Αιτήτριας, εναντίον της εργοδότριας της Αιτήτριας κατά το χρονικό διάστημα που αναζητούσε τα ίχνη της μετά την ισχυριζόμενη απαγωγή της, ως Τεκμήριο 4.
- Έγγραφο με τίτλο Αναζητούμενο πρόσωπο με τη φωτογραφίας της αιτήτριας, ως Τεκμήριο 5.
- Πιστοποιητικό γέννησης της κόρης της αιτήτριας, ως Τεκμήριο 6.
Θα πρέπει να αναφερθεί πως τα πιο πάνω έργγαφα πλην το πιστοποιητικό γέννησης του παιδιού εκδόθηκαν προτού αναχωρήσει από τη χώρα καταγωγής της. Από όσα έχουν επεξηγηθεί προηγουμένως, προκύπτει ότι τα πρώτα πέντε έγγραφα αφορούν κατά τους ισχυρισμούς της αιτήτριας, γεγονότα που συνδέονται άμεσα με την επικαλούμενη απαγωγή της, την καταγγελία που φέρεται να υπέβαλε κατά της εργοδότριάς της, τις μεταγενέστερες κλήσεις της από την αστυνομία και την αναζήτησή της από τις αρχές. Ως εκ τούτου, η αποδεικτική τους αξία και, κυρίως, η δυνατότητα αποδοχής τους στο παρόν στάδιο δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από την εξήγηση που έχει δοθεί για τη μη προηγούμενη προσκόμισή τους. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο η αιτήτρια έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι, χωρίς δική της υπαιτιότητα, αδυνατούσε να προσκομίσει τα συγκεκριμένα έγγραφα κατά το προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας.
Ιδιαίτερα ως προς τις δύο αστυνομικές κλήσεις, ημερομηνιών 13/03/2021 και 16/03/2021, καθώς και το πρακτικό καταγγελίας της ίδιας ημερομηνίας, πρόκειται για έγγραφα τα οποία φέρονται να αφορούν συγκεκριμένα περιστατικά που συνδέονται με την αιτήτρια προσωπικά και συνεπώς, απαιτείται συγκεκριμένη εξήγηση ως προς τον τρόπο και τον χρόνο κατά τον οποίο αυτά περιήλθαν στην κατοχή της και τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούσαν να προσκομιστούν προηγουμένως.
Ανάλογα ισχύουν και ως προς το έγγραφο με τίτλο «Αναζητούμενο πρόσωπο», το οποίο φέρει τη φωτογραφία της αιτήτριας. Δεδομένου ότι το έγγραφο αυτό φέρεται να αφορά άμεσα την ίδια και την αναζήτησή της, απαιτείται συγκεκριμένη εξήγηση ως προς το πότε εκδόθηκε, υπό ποιες περιστάσεις περιήλθε στην κατοχή της και γιατί δεν ήταν δυνατό να προσκομιστεί σε προγενέστερο στάδιο. Για το συγκεκριμένο έγγραφο, το οποίο δεν φέρει οποιαδήποτε ημερομηνία, υπάρχει αντίφαση μεταξύ των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν προς υποστήριξή του. Στην ένορκη δήλωση της κυρίας Παφίτη αναφέρεται πως η φωτογραφία της αιτήτριας δημοσιοποιήθηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενώ στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας ότι η αστυνομία είναι από το Αστυνομικό Τμήμα που ερευνούσε για σκοπούς εντοπισμού της αιτήτριας. Το ζήτημα τελικά δεν διευκρινίζεται και αν όντως η φωτογραφίας της αναρτήθηκε σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης όφειλε να καταγράψει συγκεκριμένα σε ποια σελίδα και για πιο λόγο δεν μπορούσε προηγουμένως να εξασφαλίσει το έγγραφο αυτό.
Ως προς το Πρακτικό καταγγελίας της 11/03/2021, το οποίο φέρεται να υπέβαλε η ίδια η αιτήτρια κατά της εργοδότριάς της, η ανάγκη τέτοιας εξήγησης είναι ακόμη περισσότερο εμφανής, εφόσον πρόκειται για έγγραφο που, σύμφωνα με την περιγραφή του, προέρχεται από ενέργεια της ίδιας της αιτήτριας. Εάν η αιτήτρια είχε προβεί προσωπικά στην καταγγελία, απαιτείται να εξηγείται για ποιο λόγο το σχετικό έγγραφο δεν μπορούσε να εξασφαλιστεί και να προσκομιστεί κατά το προηγούμενο στάδιο. Περαιτέρω, το Πρακτικό καταγγελίας ημερομηνίας 16/03/2021, το οποίο φέρεται να υπέβαλε η μητέρα της αιτήτριας και αυτό απαιτείται να εξηγηθεί πώς και πότε περιήλθε στην κατοχή της αιτήτριας και για ποιο λόγο δεν μπορούσε να προσκομιστεί νωρίτερα.
Επομένως, η απλή επίκληση της ύπαρξης ή της μεταγενέστερης εξασφάλισης των πιο πάνω εγγράφων από φίλο της αιτήτριας, δεν αρκεί. Η αιτήτρια όφειλε να θέσει ενώπιόν μου συγκεκριμένα πραγματικά δεδομένα τα οποία να εξηγούν την αδυναμία προηγούμενης προσκόμισής τους και να επιτρέπουν στο Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η καθυστέρηση δεν οφειλόταν σε δική της υπαιτιότητα. Ελλείψει τέτοιας συγκεκριμένης και επαρκούς εξήγησης, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι πληρούται η προϋπόθεση του Κανονισμού 10(α)(i) ως προς την επιδιωκόμενη προσαγωγή των πιο πάνω εγγράφων. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι η αιτήτρια δεν έχει ικανοποιήσει τις απαιτούμενες δικονομικές προϋποθέσεις για την αποδοχή τους ως νέας μαρτυρίας. Η αίτηση, ως προς τα συγκεκριμένα τεκμήρια, απορρίπτεται.
Ως προς το Πιστοποιητικό γέννησης της κόρης της αιτήτριας, κρίνω ότι αυτό διαφοροποιείται από τα λοιπά έγγραφα που επιδιώκεται να προσαχθούν. Πρόκειται για έγγραφο το οποίο δεν είχε τεθεί ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου ούτε είχε προσκομιστεί κατά τη συνέντευξη της αιτήτριας και, ως εκ τούτου, συνιστά πράγματι νέα μαρτυρία. Περαιτέρω, δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου οποιοδήποτε στοιχείο που να δημιουργεί αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα ή την αξιοπιστία του, ούτε προκύπτει ότι η μη προηγούμενη προσκόμισή του οφειλόταν σε υπαιτιότητα της αιτήτριας, εφόσον το παιδί της αιτήτριας γεννήθηκε στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας. Υπό τις περιστάσεις αυτές και λαμβανομένης υπόψη της συνάφειας του εγγράφου με την υπόθεση, εφόσον το ανήλικο τέκνο είναι υπό την προστασίας της αιτήτριας, κρίνω ότι πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την αποδοχή του και, ως εκ τούτου, το πιστοποιητικό γέννησης γίνεται αποδεκτό ως νέα μαρτυρία.
Η αποδοχή, ωστόσο, του πιστοποιητικού γέννησης δεν σημαίνει ότι το περιεχόμενό του αποδεικνύει, αφ' εαυτού, το σύνολο των πραγματικών ισχυρισμών που η αιτήτρια ενδεχομένως επιδιώκει να στηρίξει σε αυτό. Ειδικότερα, το γεγονός ότι στο πιστοποιητικό αναγράφεται η αιτήτρια ως μητέρα του τέκνου και συγκεκριμένο πρόσωπο ως πατέρας αυτού δεν αποδεικνύει, από μόνο του, ότι η αιτήτρια και ο πατέρας του τέκνου διαβιούν αρμονικά ή ότι υφίσταται μεταξύ τους ουσιαστική οικογενειακή σχέση κατά τον παρόντα χρόνο, όπως η ίδια ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωσή της. Ως προς το ζήτημα αυτό δεν τέθηκε ενώπιόν μου οποιαδήποτε συγκεκριμένη μαρτυρία ή λεπτομέρεια αναφορικά με τη φύση της μεταξύ τους σχέσης, τις συνθήκες υπό τις οποίες διαβιούν ή, ακόμη το καθεστώς διαμονής ή το νομικό καθεστώς του πατέρα του τέκνου στη Δημοκρατία. Επομένως, η αποδεικτική αξία του συγκεκριμένου εγγράφου περιορίζεται στην απόδειξη των στοιχείων που αυτό καθαυτό καταγράφει και δεν μπορεί, χωρίς άλλη υποστηρικτική μαρτυρία, να επεκταθεί σε πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν προκύπτουν από το περιεχόμενό του. Κατά συνέπεια και λαμβάνοντας υπόψη την προηγηθείσα ανάλυση, το πιστοποιητικό γέννησης το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6, γίνεται αποδεκτό ενώ η αίτηση για όλα τα υπόλοιπα τεκμήρια απορρίπτεται, για τους λόγους που έχω ήδη επεξηγήσει.
Για τους λόγους που εξηγώ ανωτέρω, η αίτηση γίνεται δεκτή μερικώς με έξοδα υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ'ων η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας.
Η προσφυγή ορίζεται για Οδηγίες στις 15/9/2026 και ώρα 9:00.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο