ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ. Ε2/26
7 Αυγούστου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Η. Ι.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
1. Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας
2. Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης
3. Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κος Γ. Βασιλόπουλος, Δικηγόρος για τον αιτητή
Κα Π. Βρυωνίδου, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση του διατάγματος κράτησης ημ.24/07/26 που εκδόθηκε δυνάμει του αρ.22 (2) (στ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 (στο εξής ο Νόμος) και «να διατάζεται η άμεση απελευθέρωση» του αιτητή (Αιτητικό Α), καθώς και την «ακύρωση και/ή τροποποίηση» του επίδικου διατάγματος κράτησης και «στη θέση του να διατάζονται εναλλακτικά της κράτησης μέτρα» (Αιτητικό Β).
Στα πλαίσια της διαδικασίας κατατέθηκε ο Φάκελος που αφορά τον αιτητή, του Τμήματος Μετανάστευσης (στο εξής ΤΜ) ως Τεκμήριο 2. Περαιτέρω κατατέθηκαν 2 διαβαθμισμένα έγγραφα ως Τεκμήριο 3, των οποίων το λεγόμενο ουσιαστικό περιεχόμενο (στο εξής ΟΠ) αποκαλύφθηκε στον αιτητή δια σχετικού εγγράφου που προσκομίστηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και αντίγραφο του οποίου δόθηκε στον συνήγορο του αιτητή, που αποτελούνται από επιστολή ημ.30/06/26 της ΥΑΜ (Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης) προς τη Διευθύντρια ΤΜ (στο εξής ΔΕ1) και επιστολή ημ.24/07/26 της ΥΑΜ προς τη Διευθύντρια ΤΜ (στο εξής ΔΕ2). Στο Τεκμήριο 1 θα αναφερθώ πιο κάτω.
Σημειώνεται – κατόπιν μελέτης του ΟΠ και αντιπαραβολής του με το ΔΕ2 – βεβαιώθηκα ότι εκ του ΟΠ (το οποίο δόθηκε αυτοβούλως από τους καθ’ ων η αίτηση) αποδίδεται κατ’ ουσία το σύνολο του καλούμενου ουσιαστικού περιεχομένου του ΔΕ2 και ότι τα όσα επί του ΟΠ καταγράφονται συνάδουν πλήρως με το περιεχόμενο του μη αποκαλυφθέντος εγγράφου. Οιαδήποτε περαιτέρω αποκάλυψη θα μπορούσε βεβαίως να ζητηθεί μόνο δια σχετικού διαβήματος αποκάλυψης εγγράφων, βάσει της παρ.24 της Κ.Δ.Π.410/2013 (βλ. και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.117/2023, Δημοκρατία ν. Μ. Ι., ημ.20/02/24) και, στην απουσία ενός τέτοιου διαβήματος, ουδέν άλλο δύναται να εξεταστεί ή και διαταχθεί αυτεπαγγέλτως.
Επί του περιεχομένου των ΔΕ1 και ΔΕ2 θα επανέλθω πιο κάτω.
Επί του ιστορικού του αιτητή στη Δημοκρατία σημειώνεται ότι ο αιτητής εντοπίστηκε κατά τον έλεγχο που διενεργήθηκε σε όχημα στο οποίο επέβαινε στις 29/06/26, συνελήφθη και τέθηκε υπό κράτηση για αδικήματα παράνομης εισόδου και παραμονής στο έδαφος της Δημοκρατίας, την επόμενη δε μέρα, στις 30/06/26, υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, η εξέταση της οποίας εκκρεμεί. Την ίδια μέρα (30/06/26) εκδόθηκε δυνάμει του αρ.58 του Νόμου διάταγμα κράτησης, το οποίο ανακλήθηκε (ερ.3 ΔΦ) λόγω «λανθασμένης νομικής βάσης» (ερ.10), κατόπιν ασκήσεως κατ’ αυτού της προσφυγής ΔΚ13/26 (ερ.5-9), μετά εκδόθηκε κατά του αιτητή διάταγμα κράτησης ημ.02/07/26 δυνάμει του αρ.22 (2) (στ) του Νόμου (ως το εδώ επίδικο διάταγμα), το οποίο ακυρώθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου στην προσφυγή ΔΚ16/26 (ερ.20-48).
Κατόπιν των ως άνω εξεδόθη στις 24/07/26 το επίδικο διάταγμα κράτησης (ερ.52).
Παραθέτω προτού προχωρήσω αυτούσιο το προσβαλλόμενο διάταγμα.
«ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΚΡΑΤΗΣΗΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 22 (2) (ΣΤ)
ΕΠΕΙΔΗ ο Η. Ι. υπήκοος ΤΟΥΡΚΙΑΣ είναι αιτητής διεθνούς προστασίας και επειδή πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 22 του περί Προσφύγων Νόμου,
ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κατόπιν ατομικής αξιολόγησης θεώρησα ότι είναι αναγκαίο ο Η. Ι. να παραμείνει υπό κράτηση βάση του άρθρου 22 (2) (στ) του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι δεν είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα εναλλακτικά μέτρα, καθότι υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του για τους πιο κάτω λόγους:
1. ΕΠΕΙΔΗ απαιτείται η κράτηση του για τη προστασία της Δημόσιας Τάξης και Ασφάλειας ως η επιστολή της ΥΑΜ Αρχηγείου ημερομηνίας 24/07/2026
ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΠΟ ΑΥΤΟ, ασκώντας τις εξουσίες που δίνει στον Υπουργό Εσωτερικών το άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου, και το Άρθρο 188.3.(γ) του Συντάγματος, οι οποίες εξουσίες εκχωρήθηκαν σε εμένα, εγώ η Ανώτ. Λειτουργός Μετανάστευσης με το παρόν διατάσσω όπως ο Η. Ι. παραμείνει υπό κράτηση.
ΚΑΙ με το παρόν διάταγμα εξουσιοδοτώ και εντέλλομαι τον Αρχηγό Αστυνομίας, ή οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομικής Δύναμης που τυχόν θα διαταχθεί, να εκτελέσει το διάταγμα αυτό και για την εκτέλεσή του το παρόν διάταγμα αποτελεί επαρκή εξουσία και εντολή.
ΕΓΙΝΕ από μένα στη Λευκωσία την 24/07/26»
Επί της προσφυγής ο συνήγορος του αιτητή παραθέτει πλήθος νομικών σημείων, πολλά εκ των οποίων αναπτύχθηκαν στη γραπτή αγόρευση αλλά και κατά τις διευκρινήσεις, και σύντομο ιστορικό των διαδικασιών που προηγήθηκαν της παρούσας.
Στην εμπεριστατωμένη αγόρευση που ακολούθησε ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή αναφέρει ότι το επίδικο διάταγμα εξεδόθη αναρμοδίως και κατά παράβαση δεδικασμένου που παράχθηκε στην προσφυγή ΔΚ16/26 (επί του προηγούμενου διατάγματος κατά του αιτητή, ημ.02/07/26). Επί των δύο αυτών νομικών σημείων (αρμοδιότητα/δεδικασμένο), επί των οποίων αναπτύχθηκε εκτεταμένη επιχειρηματολογία εκατέρωθεν, θα επανέλθω πιο κάτω, κατά την εξέταση τους, όπου θα παραθέσω και τη σχετική επιχειρηματολογία.
Στη συνέχεια ο αιτητής παραθέτει εκτεταμένες παραπομπές στην οικεία βιβλιογραφία, νομοθεσία αλλά και νομολογία, τόσο εθνική όσο και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), επί της οποίας θα επανέλθω πιο κάτω, αν τούτο ήθελε κριθεί απαραίτητο για τους σκοπούς της παρούσας, εκ των οποίων, ως εισηγείται, προκύπτει ότι η κράτηση αιτητή ασύλου αποτελεί εξαίρεση, κατόπιν εξατομικευμένης αξιολόγησης, βάσει λόγων τους οποίους φέρουν βάρος να αποδείξουν οι καθ’ ων η αίτηση, στη βάση βεβαίως και της αρχής της αναλογικότητας και αναγκαιότητας και, δεδομένου ότι το επίδικο διάταγμα αναφέρει ως βάση έκδοσης του τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αιτητής συνιστά όντως πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας ή του κράτους.
Ενόψει και κατ’ εφαρμογή και των ως άνω, ο συνήγορος του αιτητή εισηγείται ότι εκ των ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείων δεν προκύπτει επαρκής έρευνα και αιτιολόγηση του προσβαλλόμενου διατάγματος, το οποίο και εξεδόθη χωρίς προηγούμενη εξατομικευμένη εξέταση της προκείμενης περίπτωσης, κατά παράβαση της αρχής της αναγκαιότητας και της αρχής της αναλογικότητας, ως και του αρ.11 του Συντάγματος και αρ.19 του Νόμου, τα οποία κατοχυρώνουν – ως εισηγείται – το μεν πρώτο την ελευθερία του ατόμου, το δε δεύτερο το δικαίωμα ελεύθερης διακίνησης και διαμονής (αιτητή ασύλου), με αποτέλεσμα αυτό να στερείται του αναγκαίου πραγματικού και νομικού υπόβαθρου. Περαιτέρω, κατ’ επίκληση και παραπέμποντας στην απόφαση στη ΔΚ16/26, αναφέρει ότι από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δεν προκύπτει η πηγή των πληροφοριών στη βάση των οποίων εξεδόθη το επίδικο διάταγμα, ο χρόνος απόκτησης τους, η αξιοπιστία, η επαλήθευση τους και η σύνδεση τους με τον αιτητή και τις προσωπικές περιστάσεις του.
Από την πλευρά της η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση αντιτάσσει ότι ουδείς εκ των ισχυρισμών του αιτητή έχει δικογραφηθεί και ουδείς αναπτύσσεται επαρκώς και γι’ αυτό θα πρέπει να απορριφθούν άπαντες ως ανεπίδεκτοι δικαστικής κρίσης, στη βάση σχετικής νομολογίας. Περαιτέρω αντικρούει έκαστο των ισχυρισμών του και εμμένει στη νομιμότητα και επί της ουσίας ορθότητα του προσβαλλόμενου διατάγματος. Ως σχετικώς αναφέρει, κάνοντας πλούσιες παραπομπές στην οικεία εθνική και ενωσιακή νομοθεσία και νομολογία, η κράτηση είναι καθ’ όλα νόμιμη, αιτιολογημένη, προϊόν εξατομικευμένης εξέτασης, αναλογική προς τον επιδιωκόμενο εξ αυτής σκοπό, αναγκαία και σύμφωνη με τη σχετική νομολογία, τόσο την εγχώρια, όσο και του ΔΕΕ και ΕΔΑΔ, και συμβατή τόσο με τα αρ.11 του Συντάγματος και αρ.19 του Νόμου, όσο και με το αρ.5 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (Χάρτης). Αναφέρει δε, παραθέτοντας σχετική νομολογία, ότι εν προκειμένω έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκή στοιχεία που καταδεικνύουν ότι ο αιτητής αποτελεί αρκούντως σοβαρό κίνδυνο για τη δημόσια τάξη και εθνική ασφάλεια της Δημοκρατίας, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του περί του αντιθέτου. Σημειώνω εδώ ότι, ως και πιο πάνω αναφέρω, επί των εκατέρωθεν ισχυρισμών που άπτονται της αρμοδιότητας και του δεδικασμένου θα αναφερθώ πιο κάτω, κατά την εξέταση τους.
Κατά τις διευκρινήσεις τα μέρη υιοθέτησαν τις γραπτές αγορεύσεις τους και προέβηκαν σε εκτεταμένες τοποθετήσεις, κυρίως επί των ζητημάτων που άπτονται της αρμοδιότητας της εκδίδουσας το επίδικο διάταγμα λειτουργού και τυχόν παράβασης δεδικασμένου. Επί των λεχθέντων εκατέρωθεν κατά τις διευκρινήσεις θα γίνει αναφορά πιο κάτω, όπου κριθεί τούτο σκόπιμο, κατά την αξιολόγηση των αντίστοιχων ισχυρισμών των μερών.
Έχω διέλθει με ιδιαίτερη προσοχή του περιεχομένου του Διοικητικού Φακέλου (ΔΦ), των διαβαθμισμένων εγγράφων, των εκατέρωθεν αγορεύσεων των μερών, αλλά και όσων ειπώθηκαν κατά τις διευκρινήσεις.
Προέχει βεβαίως η εξέταση του ζητήματος της αρμοδιότητας της εκδίδουσας το επίδικο διάταγμα λειτουργού.
Επί τούτου ο αιτητής εισηγείται ότι, παρότι αποδέχεται ότι (ενόψει του Τεκμηρίου 1) έχει πράγματι ληφθεί απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου στις 02/07/26 με το περιεχόμενο που στο Τεκμήριο αυτό καταγράφεται (βλ. σελ.2 αγόρευσης αιτητή), εντούτοις αυτή είναι ανυπόστατη ως πράξη και δεν παράγει αποτελέσματα, καθώς, ως αναφέρει, δεν έχει εδώ τηρηθεί ο απαραίτητος συστατικός τύπος της δημοσίευσης της στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας (σημειώνεται ότι είναι παραδεκτό ότι η απόφαση που καταγράφεται στο Τεκμήριο 1 δεν έχει δημοσιευθεί). Προς επίρρωση των ως άνω παραθέτει νομολογία και παραπέμπει στο αρ.4 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999, το αρ.297 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και σημειώνει πλήθος αποφάσεων του ελληνικού Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), εκ των οποίων, ως εισηγείται, προκύπτει ότι απαιτείται η δημοσίευση (ως συστατικό στοιχείο), μεταξύ άλλων, όλων των κανονιστικού χαρακτήρα διοικητικών πράξεων. Καταλήγει ότι, δεδομένου εδώ του ότι η απόφαση που περιέχεται στο Τεκμήριο 1 δεν δημοσιεύθηκε, ελλείπει εδώ έγκυρη εξουσιοδότηση προς τη λαμβάνουσα το επίδικο διάταγμα κράτησης και συνεπώς αυτό καθίσταται ακυρωτέο λόγω αναρμοδιότητας.
Οι καθ’ ων η αίτηση παραπέμπουν στο Τεκμήριο 1, σημειώνοντας ότι ο αιτητής δεν έχει αμφισβητήσει «ούτε την ύπαρξη ούτε το περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης» (σελ.7 της αγόρευσης). Εισηγούνται σχετικώς κατ’ αρχή ότι δεν δικογραφήθηκαν αρχικά τα όσα επί του ζητήματος της αρμοδιότητας, αφού στην προσφυγή το μόνο που καταγράφεται είναι ισχυρισμός περί ανυπαρξίας εξουσιοδότησης και – σε κάθε περίπτωση – η αμφισβήτηση εδώ της εγκυρότητας της εξουσιοδότησης δεν συνιστά λόγω δημόσιας τάξης και, εφόσον δεν δικογραφήθηκε δεόντως, δεν εξετάζεται. Περαιτέρω παραπέμπει στο αρ.17 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999, στο αρ.196 του Νόμου και στο αρ.3 (3) του περί Εκχωρήσεως της ενασκήσεως των Εξουσιών των Απορρεουσών εκ τινός Νόμου του 1962 (23/1962), αλλά και σε αποφάσεις του Δ.Δ.Δ.Π., για να καταλήξει ότι η δημοσίευση της απόφασης του Υπουργικού ενέχει δηλωτικό και όχι συστατικό χαρακτήρα και συνεπώς δεν επηρεάζει την υπόσταση και την εγκυρότητα της εκχώρησης που περιέχεται στο Τεκμήριο 1, η οποία και παράγει έννομα αποτελέσματα (ως προς την εκχώρηση) από την μέρα λήψης της.
Σημειώνω σχετικώς ότι κατά την 1η δικάσιμο, ενόψει του ότι το ζήτημα της αρμοδιότητας εγείρεται ρητώς στα νομικά σημεία της προσφυγής, ζητήθηκε να εξεταστεί – μεταξύ άλλων – το ζήτημα αυτό από τους καθ’ ων η αίτηση και να προσκομίσουν, αν υπάρχει, σχετική εξουσιοδότηση προς την υπογράφουσα το επίδικο εδώ διάταγμα και η υπόθεση ορίστηκε την επόμενη μέρα, ενόψει των βραχέων προθεσμιών για την ολοκλήρωση της εκδίκασης υποθέσεων ως η παρούσα, ως αυτές ορίζονται στο αρ.23 (3) (γ), ώστε να επιταχυνθεί η διαδικασία, να γίνει προσπάθεια καθορισμού των επιδίκων θεμάτων και να ανιχνευθεί αν υπάρχει δυνατότητα περιορισμού των επιδίκων θεμάτων. Στη 2η δικάσιμο προσκομίστηκε από τους καθ’ ων η αίτηση ένα έγγραφο με τίτλο «Απόσπασμα από τα Πρακτικά της Συνεδρίας του Υπουργικού Συμβουλίου Ημερομηνίας 2/7/2026», το οποίο κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1, με τη σύμφωνη γνώμη και του συνηγόρου του αιτητή και, ταυτοχρόνως, κατέστη παραδεκτό ότι έγινε συνεδρία του Υπουργικού Συμβουλίου κατά την ημέρα που εκεί αναφέρεται και ελήφθη απόφαση με το περιεχόμενο που στο έγγραφο αυτό περιγράφεται.
Κατ’ αρχήν, σε σχέση με τους εγειρόμενους από τους καθ’ ων η αίτηση ισχυρισμούς περί μη δικογράφησης του ισχυρισμού περί αναρμοδιότητας, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το ζήτημα της αρμοδιότητας έχει δεόντως δικογραφηθεί στο νομικό σημείο 9 της προσφυγής και, σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με πάγια νομολογία, δύναται να εξεταστεί βεβαίως και αυτεπαγγέλτως. Σχετικά μ’ αυτό, στη Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου ν. Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού (2002) 3 Α.Α.Δ. 314, ημ.02/06/02, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο «εξετάζει αυτεπαγγέλτως μόνο ζητήματα που ανάγονται στη δημόσια τάξη» και ως τέτοια ζητήματα «η […] νομολογία έχει […] αναγνωρίσει εκείνα που αφορούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και επομένως το παραδεκτό της προσφυγής - το εμπρόθεσμο, την εκτελεστότητα […] το έννομο συμφέρον […] και την αρμοδιότητα του οργάνου που εξέδωσε την απόφαση», αναφέροντας δε ότι «δεν εξετάζονται αυτεπαγγέλτως αν τα στοιχεία που ενδιαφέρουν δεν βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου». Με δεδομένη λοιπόν την ως άνω δεσμευτική νομολογία δεν μπορώ να δεχθώ τις περί του αντιθέτου εισηγήσεις των καθ’ ων η αίτηση και ούτε θεωρώ ότι νοείται διαχωρισμός των ζητημάτων αρμοδιότητας σε εξεταζόμενα αυτεπαγγέλτως και μη, πλην της ως άνω διάκρισης, που γίνεται επί περιπτώσεων όπου δεν τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου τα στοιχεία που απαιτούνται προς εξέταση του ζητήματος. Δεν είναι εδώ όμως μια τέτοια περίπτωση.
Προχωρώ λοιπόν να εξετάσω τα όσα αναφέρονται επί του ζητήματος.
Προτού προχωρήσω σημειώνω ότι η έλλειψη υπογραφής επί του Τεκμηρίου 1, από τη στιγμή που εδώ έχει καταστεί παραδεκτό το ότι η απόφαση με το περιεχόμενο που στο Τεκμήριο 1 καταγράφεται λήφθηκε όντως στις 02/07/26, ουδεμία επίδραση μπορεί να έχει – άνευ ετέρου - επί του ζητήματος της εγκυρότητας της απόφασης εν προκειμένω, εφόσον τόσο το γεγονός της λήψης της απόφασης του Υπουργικού όσο και ο χρόνος που αυτή λήφθηκε δεν αμφισβητούνται από τον αιτητή. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι, ως παρεμφερώς ειπώθηκε στην Ανθίμου ν. Δήμος Κάτω Πολεμιδίων (2002) 3 ΑΑΔ 397, ημ.05/06/02, «[η] επικύρωση των πρακτικών αποβλέπει στη βεβαίωση του λόγου το ασφαλές ότι η ληφθείσα απόφαση όντως λήφθηκε κατά την προηγούμενη συνεδρία του Σώματος. Κρίσιμη για το εκτελεστό της απόφασης είναι η ημέρα κατά την οποία αυτή λαμβάνεται.». Δεν ωφελεί επί τούτου ούτε η αναφορά του αιτητή στο αρ.24 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, όπου τονίζεται η ανάγκη «να τηρούνται λεπτομερή πρακτικά των συνεδριάσεων των συλλογικών οργάνων, στα οποία να διατυπώνονται με σαφήνεια οι αποφάσεις που λαμβάνονται», δεδομένου αφενός του ότι κατέστη παραδεκτό ότι η απόφαση του Υπουργικού έχει ληφθεί στις 02/07/26 και ότι αυτή έχει το περιεχόμενο που στο Τεκμήριο 1 καταγράφεται και αφετέρου του ότι διατυπώνεται εκεί με σαφήνεια η απόφαση, αλλά ούτε και η αναφορά του σε μη άρτιο πρακτικό, δεδομένων των όσων έγιναν παραδεκτά. Σημειώνεται και η απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.26/20, Δημοκρατία ν. Singh, ημ.10/09/24, όπου και αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αγνοήσει – χωρίς να δοθεί αιτιολογία προς τούτο – έγγραφο του οποίου την κατάθεση αποδέχθηκε, δεδομένου ότι «οι εξουσίες του [Δικαστηρίου] σε θέματα διαδικασίας και απόδειξης, είναι ευρείες και ο ρόλος του ρυθμιστικός».
Απομένει λοιπόν η εξέταση του κατά πόσο η μη δημοσίευση της απόφασης αυτής (το ότι δεν έχει δημοσιευτεί έγινε παραδεκτό εκατέρωθεν) στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας επηρεάζει το κύρος και την έννομη υπόσταση της (και συνεπακόλουθα της εγκυρότητας της εκχώρησης προς την λαμβάνουσα την επίδικη απόφαση λειτουργό, η οποία περιέχεται σ’ αυτήν), που διέρχεται μέσα από το κατά πόσο η ίδια η δημοσίευση απόφασης του Υπουργικού συνιστά ή όχι συστατικό τύπο αυτής. Ακολουθεί εδώ και το κατά πόσο η απόφαση (αν ήθελε γίνει δεκτό πιο κάτω ότι η δημοσίευση της δεν συνιστά συστατικό τύπο) παράγει αποτελέσματα από την ημέρα της λήψης της.
Επί του 1ου σημείου, ήτοι των συνεπειών της μη δημοσίευσης μιας τέτοιας απόφασης του Υπουργικού, στην Αντέννα Λίμιτεδ ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2013) 3 ΑΑΔ 738, ημ.09/12/13, λέχθηκαν τα εξής:
«Ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Εφεσίβλητη, από την άλλη, εισηγείται ότι ο διορισμός του κ. Κωνσταντινίδη δεν είχε τελειωθεί την 1.2.2006 καθ' όσον η δημοσίευση του ήταν απαραίτητη ως συστατικό στοιχείο της υπόστασης του, ώστε μόνο με τη δημοσίευση που ακολούθησε, την 22.3.2006, να ετελειούτο.
Προκειμένου περί απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου, ισχύει το Άρθρο 57.4 του Συντάγματος, το οποίο προνοεί:
«57.4 Εάν η απόφασης είναι εκτελεστή και τα δικαιώματα αρνησικυρίας ή αναπομπής δεν ησκήθησαν συμφώνως ταις διατάξεσι της δευτέρας ή της τρίτης παραγράφου του παρόντος άρθρου, ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδουσι παραχρήμα διά δημοσιεύσεως εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας την απόφασιν, πλην εάν το Υπουργικόν Συμβούλιον ορίσει άλλως διά της αποφάσεως αυτού.»
Το θέμα έχει εξετασθεί στη νομολογία και στην οποία μας ανέφερε ο κ. Βαλιαντής και δη στην υπόθεση Σιεκκερής κ.ά. ν. Αρχής Βιομηχανικής Καταρτίσεως Κύπρου, (1988) 3(C) C.L.R. 2048, όπου ο Χατζητσαγγάρης, Δ., επιλαμβανόμενος εισήγησης ότι η σύνθεση της εν λόγω Αρχής ήταν παράνομη ως εκ του ότι ο Πρόεδρος συμμετείχε σε διαδικασία της πριν από τη δημοσίευση του διορισμού του, είπε:
«.. ενόψει της φύσεως της πράξεως ατομική και εάν ακόμη απαιτείτο από το νόμο 21/74 δημοσίευση της αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου για τον διορισμό του Προέδρου και των μελών του Συμβουλίου της Αρχής Βιομηχανικής Καταρτίσεως και πάλι κατ' εφαρμογή της αρχής η οποία αναφέρεται στην υπόθεση Panayides v. Republic (1972) 3 C.L.R. p. 467 η δημοσίευση δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο.»
[…]
Το ερώτημα είναι κατά πόσο το Άρθρο 57.4 καθιστά τη δημοσίευση αναγκαία όχι για σκοπούς επίσημης και δημόσιας γνωστοποίησης αλλά για σκοπούς νομικής υπόστασης της ίδιας της πράξης, κατ' αναλογία προς την περίπτωση των νόμων, οι οποίοι τίθενται σε ισχύ μόνο με τη δημοσίευσή τους και όχι απλώς με τη ψήφισή τους, ως προνοείται στο Άρθρο 7 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφάλαιο 1 (το ίδιο ισχύει προκειμένου περί οποιουδήποτε «public instrument made or issued under any Law or other lawful authority and having legislative effect»). Η υπόθεση Σιεκκερής, τονίζοντας την ατομικότητα της πράξεως διορισμού σε αντίθεση με τη γενικότητα πράξεων νομοθεσίας, παρέχει στήριξη στην αντίληψη ότι η δημοσίευση δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο της τελειώσεως της υποστάσεως της πράξης. Όντως, στην περίπτωση γενικής νομοθεσίας, είναι η δημοσίευση που καθορίζει τη «γέννηση» του νόμου ώστε να ταυτίζεται με την όλη υπόσταση του. Στην περίπτωση ατομικών πράξεων όμως δεν συντρέχει ανάλογη εκ των πραγμάτων ανάγκη δημοσίευσης προς τελείωση της πράξης. Επί τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί άσχετο το ότι το Άρθρο 57.4 προνοεί ότι η δημοσίευση γίνεται «Εάν η απόφασις είναι εκτελεστή και τα δικαιώματα αρνησικυρίας ή αναπομπής δεν ησκήθησαν ... » (ως προνοείται στο Άρθρο 57.2.3). Αν η απόφαση είναι εκτελεστή, ούτε υπόκειται στις προνοούμενες διαδικασίες σε περίπτωση αρνησικυρίας ή αναπομπής, σαφώς πρέπει να θεωρείται ως τελειωθείσα με την κοινοποίηση της στον ενδιαφερόμενο αφού δεν απομένει να γίνει οτιδήποτε άλλο για να την καταστήσει ισχύουσα.
Στο αυτό κατατείνει και η περαιτέρω αναφορά του Άρθρου 57.4 ως προς τη δημοσίευση. Η αναφορά του Άρθρου 57.4, ότι ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος «εκδίδουσι» την απόφαση διά της δημοσιεύσεως, εξυπακούει το έγκυρο και τελειωθέν της απόφασης την οποία και εκδίδουν. Περαιτέρω, το Άρθρο 57.4 δεν καθιστά τη δημοσίευση αναγκαία σε κάθε περίπτωση, αφού παρέχει το δικαίωμα στο Υπουργικό Συμβούλιο να αποφασίσει, στα πλαίσια της απόφασης του, να μην τη δημοσιεύσει. Αν όμως η δημοσίευση ήταν αναγκαία για σκοπούς τελείωσης και υπόστασης της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου, δεν θα μπορούσε τούτο να εξαρτάται από την επιλογή του Υπουργικού Συμβουλίου αφού αφορά την ίδια τη φύση του πράγματος. Η δυνατότητα που παρέχεται προς το Υπουργικό Συμβούλιο να μη δημοσιεύσει οποιαδήποτε απόφαση του φαίνεται λοιπόν να συναρτάται μάλλον προς το κατά την κρίση του χρήσιμο ή επιθυμητό, αναλόγως της περίπτωσης της δημοσίευσης, παρά προς το απαραίτητο για σκοπούς τελείωσης και υπόστασης της απόφασης. Η δημοσίευση δεν μπορεί να είναι συστατικό στοιχείο της απόφασης αναλόγως της επιλογής του Υπουργικού Συμβουλίου. Και είναι, εφ' όσον έτσι έχουν τα πράγματα, άσχετο αν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, έχει γίνει δημοσίευση, ή όχι, αφού εκ της φύσεως των πραγμάτων η δημοσίευση, όπως και στις άλλες περιπτώσεις της νομολογίας, συνιστά απλώς γνωστοποίηση ήδη ισχύουσας και εξωτερικευθείσας απόφασης. Παραπομπή μπορεί να γίνει και στο ανάλογο σκεπτικό που παραθέσαμε από την υπόθεση Πιπερίδη σε σχέση με την αναφορά σε δημοσίευση «το ταχύτερον».».
Εκ της ως άνω αυθεντίας καθίσταται σαφές ότι «η δημοσίευση δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο της τελειώσεως της υποστάσεως» των αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου.
Σημειώνω, προτού προχωρήσω, ότι το αρ.196 του Νόμου διαλαμβάνει ότι «[το] Υπουργικό Συμβούλιο […] δύνανται να μεταβιβάζουν γραπτώς την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας, καθώς και την εκτέλεση οποιουδήποτε καθήκοντος, που οι διατάξεις του παρόντος Νόμου […] τους χορηγούν […] στον Διευθυντή ή στον Προϊστάμενο ή και σε άλλα πρόσωπα που υπηρετούν στο Τμήμα […]».
Επανερχόμενος στο Τεκμήριο 1 παρατηρώ ότι εκεί μεταβιβάζεται σε 3 λειτουργούς του ΤΜ, μεταξύ των οποίων η υπογράφουσα το επίδικο εδώ διάταγμα, η εξουσία σχετικά με την έκδοση – μεταξύ άλλων – διατάγματος κράτησης, ως εν προκειμένω, στη βάση του αρ.22 του Νόμου.
Θα πρέπει να σημειωθεί και το ότι, ως και οι καθ’ ων η αίτηση αναφέρουν, στο αρ.3 (2) και (3) του περί Εκχωρήσεως της ενασκήσεως των Εξουσιών των Απορρεουσών εκ τινός Νόμου του 1962 (23/1962), ρητώς προνοείται πως, «[ο]σάκις δυνάμει Νόμου […] το Υπoυργικόv Συμβούλιον κέκτηται εξoυσίαv ενασκήσεως oιωvδήπoτε εξουσιών απoρρεoυσώv εκ τιvoς Νόμου» το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται «διά της επί τούτω αποφάσεως να εξoυσιoδoτήση […] ετέραν αρμoδίαv αρχήν εν τη Δημοκρατία, όπως ενασκή τας τοιαύτας εξουσίας εκ μέρους του», και προνοείται επίσης το ότι, σε τέτοια περίπτωση, «[α]πό της ημερομηνίας oιασδήπoτε αποφάσεως ληφθείσης δυνάμει του εδαφίου (1) […] ή, αναλόγως της περιπτώσεως, από της ημερομηνίας της καθoριζoμέvης εν τη τοιαύτη αποφάσει […] το διά τοιαύτης πράξεως εξoυσιoδoτηθέv πρόσωπον κέκτηται εξoυσίαv ενασκήσεως των εξουσιών των απoρρεoυσώv εκ τιvoς Νόμου».
Εφόσον λοιπόν εδώ δεν καθορίζεται στο Τεκμήριο 1 συγκεκριμένος χρόνος μεταβίβασης της εξουσίας στους λειτουργούς, σύμφωνα και με την ως άνω νομοθεσία, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι εξουσιοδοτούμενοι δια του Τεκμηρίου 1 λειτουργοί απέκτησαν εξουσία ενασκήσεως των εξουσιών που μεταβιβάστηκαν δια της εν λόγω αποφάσεως από την μέρα λήψης της απόφασης αυτής, ήτοι στις 02/07/24.
Αξίζει περαιτέρω θεωρώ να σημειωθεί, στη βάση των επιχειρημάτων που ανέπτυξε ο αιτητής, ότι – δεδομένων και των λεχθέντων στην Αντέννα Λίμιτεδ (πιο πάνω), όπου γίνεται αναφορά και στο αρ.7 του ΚΕΦ.1, στο οποίο επίσης έκανε αναφορά ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή – η κατάληξη μου για μη ανάγκη δημοσίευσης δεν συνάρταται με το κατά πόσο αυτή είναι κανονιστική ή όχι. Σε κάθε δε περίπτωση, ενόψει της φύσης της εξουσιοδότησης, θεωρώ ότι αυτή φέρει άπαντα τα χαρακτηριστικά ατομικής διοικητικής πράξης, αφού, μεταξύ άλλων, απευθύνεται και αφορά μόνο τα πρόσωπα στα οποία μεταβιβάζεται η σχετική εξουσία (βλ. και Σύνδεσμος Υπεραγορών Τροφίμων Κύπρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1999) 3 ΑΑΔ 751) και σίγουρα δεν πρόκειται για «περίπτωση γενικής νομοθεσίας», ως στην ως άνω νομολογία εξηγείται. Συνεπώς δεν εφαρμόζεται το αρ.7 του ΚΕΦ.1.
Ενόψει της ως άνω, δεδομένου ότι η δημοσίευση απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου δεν συνιστά συστατικό τύπο αυτής, αλλά και του ότι μια απόφαση ως η καταγραφόμενη εδώ στο Τεκμήριο 1 παράγει αποτελέσματα από την μέρα λήψης αυτής, είναι κατάληξη μου ότι κατά τον χρόνο έκδοσης του επίδικου διατάγματος κράτησης, η υπογράφουσα αυτό λειτουργός διατηρούσε δεόντως αρμοδιότητα προς τούτο. Απορρίπτονται λοιπόν οι επί τούτου αιτιάσεις του συνηγόρου του αιτητή.
Δεδομένων των ως άνω διαπιστώσεων καταλήγω ότι το επίδικο εκδόθηκε αρμοδίως.
Προχωρώ σε εξέταση των ζητημάτων που άπτονται του δεδικασμένου που παρήχθη δια της αποφάσεως στη ΔΚ16/26 και κατά πόσο υπήρξε εδώ παράβαση του.
Επί του ζητήματος ο συνήγορος του αιτητή αναφέρει ότι δια της αποφάσεως στη ΔΚ16/26 παράχθηκε δεδικασμένο ως προς τη μη δέουσα έρευνα και ελλιπή αιτιολογία του επίδικου εκεί διατάγματος και γι’ αυτό η έκδοση του επίδικου εδώ διατάγματος συνιστά παράβαση δεδικασμένου, εφόσον – ως αναφέρει – πρόκειται για «νέα πράξη με το ίδιο ουσιαστικό περιεχόμενο και την ίδια αιτιολογία», το οποίο και είναι ανεπίτρεπτο, ως εισηγείται, χωρίς όμως να παραπέμπει ή να παραθέτει σχετική νομοθεσία ή νομολογία προς τούτο (σελ. 16-17 αγόρευσης). Κατά τις διευκρινήσεις ανέφερε ότι στα πλαίσια έκδοσης του επίδικου εδώ διατάγματος προστέθηκαν απλά ορισμένες παράγραφοι (ΔΕ 2), χωρίς να εξηγείται όμως πότε έλαβαν τα πρόσθετα στοιχεία που παραθέτουν οι καθ’ ων η αίτηση και ούτε το πως διαφοροποιούνται σε σχέση με το δεδικασμένο στη ΔΚ16/26, αφού, ως εισηγείται, ούτε στα πλαίσια της παρούσης εντοπίζεται αξιολόγηση εναλλακτικών μέτρων.
Οι καθ’ ων η αίτηση ανέφεραν ότι δεν δικογραφείται εν προκειμένω ο ισχυρισμός περί παράβασης δεδικασμένου και συνεπώς δεν μπορεί να εξεταστεί. Ακολούθως, κάνοντας εκτεταμένη αναφορά στο περιεχόμενο της απόφασης στη ΔΚ16/26 και το, κατά τη δική τους αντίληψη, δεδικασμένο που παράχθηκε δια της απόφασης αυτής και παραθέτοντας σχετική νομολογία, καταλήγουν ότι, ενόψει των νέων στοιχείων που προσκομίστηκαν δια του ΔΕ 2, αλλά και του ότι εκεί γίνεται ρητή αξιολόγηση και στάθμιση των εκ του Νόμου προϋποθέσεων για έκδοση διατάγματος κράτησης αιτητών ασύλου, οι οποίες πληρούνται εν προκειμένω, περιλαμβανομένων των εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, υπήρξε εδώ πλήρης συμμόρφωση με το εκ της ΔΚ16/26 παραχθέν δεδικασμένο.
Αναφορικά κατ’ αρχή με τη θέση των καθ’ ων η αίτηση περί μη δέουσας δικογράφησης του σημειώνω ότι στην πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Συνταγματικού στην Ε.Δ.Δ. αρ.123/16, Βαρνάβας Πασιουλή ν. Δημοκρατίας, ημ.09/10/23, αναφέρθηκε επί του ζητήματος πως «η εφαρμογή του δεδικασμένου αποτελεί […] ζήτημα δημόσιας τάξης που μπορεί να εξετασθεί από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα» (βλ. και Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, (1995) 3 ΑΑΔ 349, ημ.20/09/95, Ολομέλεια). Άλλωστε, ως ειπώθηκε σε άλλη απόφαση του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου, πιο πρόσφατη, στην Ε.Δ.Δ. 130/21, Δημοκρατία ν. Daryl & Mike Developers, ημ.02/03/26, «[το] θέμα του δεδικασμένου, ακόμη και στην περίπτωση που δεν διατυπώνεται με ορολογία που να υπογραμμίζει την αυτοτέλειά του, δύναται να καταστεί, με συγκεκριμένα στοιχεία και ό,τι συνάγεται από αυτά, θέμα για εξέταση. Και δεν θα πρέπει να παραγνωριστεί (βλ. Γεωργίου ανωτέρω και Λοίζου ν. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λεμεσού (2003) 3 ΑΑΔ 242).»
Δεδομένου λοιπόν του ότι το ζήτημα αναπτύσσεται στη γραπτή αγόρευση του αιτητή (και έχει αναπτυχθεί εκτενής επιχειρηματολογία από τις εκατέρωθεν γραπτές αγορεύσεις των μερών, όσο και στις διευκρινήσεις), θα εξεταστεί, παρά το ότι, ως ορθώς εδώ εισηγούνται οι καθ’ ων η αίτηση στην αγόρευση τους, δεν δικογραφείται στην προσφυγή.
Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο, δια του επίδικου διατάγματος, υπάρχει παράβαση του δεδικασμένου που προκύπτει από την απόφαση στη ΔΚ16/26.
Επί της νομική πτυχής του ζητήματος προέχει να σημειωθούν τα εξής.
Το αρ.59 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (158(I)/1999), το οποίο φέρει τον τίτλο «Δεδικασμένο», διαλαμβάνει τα εξής:
«59.—(1) Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχουν ισχύ δεδικασμένου. Η ακυρωτική απόφαση ισχύει έναντι όλων. Η απορριπτική απόφαση ισχύει έναντι του αιτούντος.
(2) Κατά την επανεξέταση, η διοίκηση δεσμεύεται από το διατακτικό της δικαστικής απόφασης και από τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου για την ύπαρξη ορισμένων νομικών και πραγματικών καταστάσεων που υφίσταντο κατά το χρόνο της έκδοσης της πράξης στις οποίες στηρίχτηκε το διατακτικό της απόφασης.»
Στην Αρχή Λιμένων ν. Παπαδάκη κ.α. (2002) 3 Α.Α.Δ. 140, ημ.12/03/02, Ολομέλεια, ο λόγος της οποίας έχει επιβεβαιωθεί και σε πλήθος μετέπειτα αποφάσεων του (τότε) Ανώτατου Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, Nαζίρης Pένος ν. ΡΙΚ (2007) 3 ΑΑΔ 38, Πλήρης Ολομέλεια, ημ.12/02/07), αναφέρονται τα εξής επί του ζητήματος, τα οποία και εναρμονίζονται βεβαίως με την ως άνω πρόνοια της νομοθεσίας (η οποία δε άλλωστε αποτελεί κατ’ ουσία κωδικοποίηση προηγηθείσας νομολογίας), παρότι δεν γίνεται ρητή αναφορά στην ως άνω νομοθεσία:
«Η ακυρωτική απόφαση παράγει απόλυτο erga omnes ουσιαστικό δεδικασμένο ως προς το αποτέλεσμά της. […] Ως προς τα κριθέντα ζητήματα, εκείνα δηλαδή που οδήγησαν ως διαπιστώσεις στο αποτέλεσμα, το δεδικασμένο είναι σχετικό, ανεξάρτητα από το αν η διοικητική απόφαση επικυρώθηκε ή ακυρώθηκε. Ουσιώδης δε προϋπόθεσή του είναι η ταυτότητα των διαδίκων. Ισχύει inter partes.»
Εν προκειμένω βεβαίως δεν αμφισβητείται ότι υπάρχει ταυτότητα των διαδίκων στην προσφυγή ΔΚ16/26 με τους στα πλαίσια της παρούσας διαδίκους. Συνεπώς, μοιραία, υφίσταται εδώ δεδικασμένο «[ως] προς τα κριθέντα ζητήματα […] που οδήγησαν ως διαπιστώσεις στο αποτέλεσμα», το οποίο ισχύει «inter partes».
Τονίζεται βεβαίως ότι επί του ζητήματος της παράβασης δεδικασμένου είναι αδιάφορο το κατά πόσο η απόφαση στη ΔΚ16/26 ευθυγραμμίζεται με τη σχετική νομολογία, ούτε το κατά πόσο αυτή συμπλέει με τη γραμμή του παρόντος Δικαστηρίου και ούτε βεβαίως επηρεάζει την κρίση επί του ζητήματος το κατά πόσο το παρόν Δικαστήριο θα άγετο (ή όχι) στα ίδια ευρήματα και τελική κατάληξη, αφού, εφόσον η εν λόγω απόφαση δεν έχει μέχρι σήμερα ανατραπεί (σημειώνω ότι δεν εφεσιβλήθηκε, παρότι, ως αναφέρθηκε στις διευκρινήσεις από τους καθ’ ων η αίτηση, εξετάζεται το ενδεχόμενο να εφεσιβληθεί), αυτή παράγει δεδικασμένο, το οποίο δεσμεύει τη Διοίκηση. Ως λέχθηκε και στη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, (1995) 3 ΑΑΔ 349 (άνω.), «[υ]πήρχε […] δεδικασμένο το οποίο […] δεν μπορούσε να αναιρεθεί […] ανεξάρτητα από τις επιφυλάξεις μας ως προς την ορθότητα της ερμηνείας που δόθηκε στους κανονισμούς με την απόφαση που δημιούργησε το δεδικασμένο», εκ του οποίου προκύπτει ότι, όπου διαπιστώνεται παράβαση δεδικασμένου, είναι αδιάφορη η όποια προσέγγιση επί των κριθέντων ζητημάτων (που καλύπτονται από δεδικασμένο) του Δικαστηρίου το οποίο εξετάζει τέτοια παράβαση και ουδεμία επίδραση έχει επί του ζητήματος.
Αξίζει βεβαίως να σημειωθεί εδώ και το αυτονόητο, ήτοι το ότι, αν γινόταν δεκτό ότι το παρόν Δικαστήριο κέκτηται εξουσία να αποφασίσει επί της ουσίας, παραγνωρίζοντας το δεδικασμένο που παράχθηκε δια της αποφάσεως του Δικαστηρίου στη ΔΚ16/26, θα επενέβαινε κατ’ ουσία επί ήδη κριθέντων δι’ αποφάσεως ομόβαθμου Δικαστηρίου και θα δινόταν η ευκαιρία στη Διοίκηση να το παρακάμψει, ως να εκδικαζόταν εκ νέου και από την αρχή, μια πράξη της διοίκησης μεταξύ των ιδίων διαδίκων, ωσάν να μην υπήρξε προηγούμενη κρίση του Δικαστηρίου. Άλλωστε, στην περίπτωση που οι καθ’ ων η αίτηση διαφωνούσαν με την απόφαση στη ΔΚ16/26, δεν αμφισβητείται ότι είχαν στη διάθεση τους το ένδικο μέσο της εφέσεως κατά της εν λόγω απόφασης.
Καθίσταται λοιπόν εκ των ως άνω σαφές ότι, από τη στιγμή που υφίσταται δεδικασμένο, η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου επί της ουσίας (των ενώπιον του στοιχείων) έπεται και ακολουθεί μόνο όπου προηγουμένως κριθεί ότι δεν υπήρξε, εν προκειμένω δια του επίδικου στα πλαίσια της παρούσης διατάγματος, παράβαση του δεδικασμένου αυτού.
Επί του ζητήματος του δεδικασμένου, στην πολύ προσφάτως εκδοθείσα απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στην Ε.Δ.Δ. αρ.3/2026, S. I. U. ν. Δημοκρατίας, ημ.16/07/26 (στην οποία κάνουν αναφορά οι καθ’ ων η αίτηση στην αγόρευση τους), όπου επίδικο κατέστη το κατά πόσο η εφεσιβαλλόμενη απόφαση παραγνώρισε εκ προηγούμενης αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της προσφυγής η οποία αφορούσε προηγούμενο του επίδικου εκεί διατάγματος δεδικασμένο, λέχθηκαν τα εξής επί όμοιου ζητήματος, ως αποτυπώνονται με ιδιαίτερη σαφήνεια στο ακόλουθο (εκτενές) απόσπασμα:
«Με τον πρώτο λόγο έφεσης, ο Εφεσείων αιτιάται το πρωτόδικο Δικαστήριο διότι, με την εφεσιβαλλόμενη απόφασή του-
(α) απέκλινε από το δεσμευτικό προηγούμενο της απόφασης του ίδιου δικαστηρίου στην Προσφυγή Αρ. 893/2025 και της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αίτηση Αρ. 252/2025,
[…]
Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε να ακυρώσει τις ενώπιόν του προσβαλλόμενες διοικητικές πράξεις, λόγω (μεταξύ άλλων) παράβασης της αρχής της χρηστής διοίκησης η οποία παράβαση στοιχειοθετείτο από την παράλειψη της Διοίκησης να εξετάσει τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου που δείκνυαν ότι ο Εφεσείων ήταν πατέρας στην Κύπρο και ότι εκκρεμούσαν διαδικασίες μέσω των δικηγόρων του προς νομιμοποίηση της παραμονής του.
[…]
Άρα, προκύπτει όντως από την Προσφυγή Αρ. 893/2025 (την οποία η Διοίκηση δεν εφεσίβαλε, ενώ θα μπορούσε) δεδικασμένο κατά το οποίο τα τότε διατάγματα κράτησης και απέλασης ακυρώθηκαν και για (μεταξύ άλλων) τον λόγο ότι η Διοίκηση δεν προσμέτρησε δεόντως τις εκκρεμούσες προσπάθειες των δικηγόρων του Εφεσείοντα να του εξασφαλίσουν άδεια διαμονής.
[…]
Το κατά πόσο διαφωνούμε ή όχι με την άνωθεν πρωτόδικη κρίση στην Προσφυγή Αρ. 893/2025 είναι άσχετο, δεδομένης της απουσίας έφεσης κατ' αυτής. Το ενώπιόν μας εγειρόμενο ερώτημα είναι κατά πόσο υπάρχει δεδικασμένο της Προσφυγής Αρ. 893/2025 το οποίο παραβιάστηκε από τη Διοίκηση κατά την (περί την 7.10.2025) εκ νέου κήρυξη του Εφεσείοντα ως απαγορευμένου μετανάστη και επανέκδοση των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης. Η απάντησή μας είναι καταφατική και ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο διολίσθησε σε αυτό το σφάλμα παραγνωρίζοντας ότι η πρωτόδικη αγόρευση (σελ. 6) του Εφεσείοντα επικαλέστηκε παράβαση του δεδικασμένου της Προσφυγής Αρ. 893/2025 επειδή η Διοίκηση αγνόησε τόσο την επιστολή της ημερ. 26.8.2024 με την οποία τον καλούσε να διευθετήσει την άδεια παραμονής του όσο και το εκκρεμές αίτημά του ημερ. 11.8.2025 προς τούτο.
Κατά την έκδοση των προσβαλλόμενων διοικητικών πράξεων ημερ. 7.10.2025, η Διοίκηση βασίστηκε στο (όντως) παράνομο της διαμονής του Εφεσείοντα, χωρίς να σταθμίσει - ως απαιτούσε το δεδικασμένο της Προσφυγής Αρ.893/2025 - το εκκρεμές αίτημα των δικηγόρων του Εφεσείοντα για εξασφάλιση άδειας διαμονής.
Ο ενώπιόν μας διοικητικός φάκελος παραθέτει τα τρία έγγραφα τα οποία αναφέρονται στη δικαστική απόφαση ημερ. 3.10.2025 επί της Προσφυγής Αρ. 893/2025 ήτοι την επιστολή της Διοίκησης ημερ. 26.8.2024, το αίτημα δικηγόρων του Εφεσείοντα ημερ. 9.1.2024 (Ερυθρό 31, το οποίο κατ' ακρίβειαν αφορά το τέκνο του Εφεσείοντα και όχι τον ίδιο) το αίτημα δικηγόρων του Εφεσείοντα ημερ. 11.7.2024 (Ερυθρό 48, το οποίο αφορά τόσο το ανήλικο τέκνο του Εφεσείοντα όσο και τον ίδιο). Ο διοικητικός φάκελος παραθέτει επίσης και το τελευταίο αίτημα των δικηγόρων του Εφεσείοντα (το οποίο παραλήφθηκε από τη Διοίκηση περί την 11.8.2025) προς νομιμοποίηση της διαμονής του, χωρίς οποιοδήποτε στοιχείο του φακέλου να καταδεικνύει τον προσανατολισμό της Διοίκησης σε αυτό το αίτημα, κατά την έκδοση των προσβαλλόμενων τριών διοικητικών πράξεων ημερ. 7.10.2025.
Ενδεχομένως, υπό άλλες συνθήκες, με βάση το τεκμήριο κανονικότητας και νομιμότητας, η παράθεση του αιτήματος ημερ. 11.8.2025 στον διοικητικό φάκελο θα συνιστούσε τεκμήριο δέουσας προσμέτρησής του από τη Διοίκηση. Πλην όμως, αυτό καθίσταται αδύνατο από το δεδικασμένο της Προσφυγής Αρ. 893/2025 το οποίο απαιτεί τον ρητό προσανατολισμό της Διοίκησης σε ένα τέτοιο στοιχείο.
Συνεπώς, παρότι θεωρούμε ότι η έκθεση ημερ. 30.9.2025 των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και η προσμέτρηση αυτής από το Τμήμα Μετανάστευσης κατά την έκδοση των τριών προσβαλλόμενων διοικητικών πράξεων ημερ. 7.10.2025 συνιστά συμμόρφωση της Διοίκησης με το μέρος του δεδικασμένου της Προσφυγής Αρ. 893/2025 που αφορούσε την εκ της Διοίκησης μη συμμόρφωση με το Άρθρο 18ΟΖ του Κεφαλαίου 105, κρίνουμε ορθή την αιτίαση του Εφεσείοντα για παράβαση του άλλου μέρους του ίδιου δεδικασμένου που αφορούσε την εκ της Διοίκησης μη δέουσα προσμέτρηση των προσπαθειών του Εφεσείοντα να εξασφαλίσει άδεια διαμονής.»
Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι δεν παραγνωρίζω ότι το παρόν Δικαστήριο, σε αντίθεση με το Διοικητικό Δικαστήριο, απόφαση του οποίου αποτελεί αντικείμενο στην ως άνω έφεση, κέκτηται την εξουσία να εξετάζει επί της ουσίας και εξ υπαρχής τα ενώπιον του ζητήματα και δεν περιορίζεται σε αμιγώς ακυρωτικό έλεγχο (νομιμότητας). Όμως αυτό δεν διαφοροποιεί τη φύση του ελέγχου που ασκείται προς διαπίστωση του αν υπάρχει ή όχι παράβαση δεδικασμένου σε εκάστη περίπτωση, όπου το Δικαστήριο, ομοίως με τη Διοίκηση, παραμένει δεσμευμένο από το δεδικασμένο της προηγούμενης απόφασης και ότι αυτό καλύπτει.
Αντίθετη προσέγγιση του υπό κρίση ζητήματος θα συνιστούσε θεωρώ ανεπίτρεπτη [με ενδεχομένως καταλυτικές συνέπειες στην ασφάλεια δικαίου και κατά παράβαση ρητής συνταγματικής πρόνοιας επί τούτου, ήτοι του αρ.146 (5) του Συντάγματος] επέμβαση στην κρίση του (ομόβαθμου του παρόντος) Δικαστηρίου στη ΔΚ16/26 και θα απέληγε κατ’ ουσία σε μια νέα κρίση επί ήδη κριθέντων ζητημάτων, μεταξύ ιδίων διαδίκων, υπό τον μανδύα της άσκησης της εξουσίας του (παρόντος) Δικαστηρίου για πλήρη και εξ υπαρχής εξέταση της προσβαλλόμενης πράξης. Ως αναφέρεται σχετικά και στην Κοντογιώργη ν. Δημοκρατίας (2000) 3 ΑΑΔ 635, ημ.14/11/00, δι’ υιοθετήσεως και αποσπάσματος από πρωτόδικη απόφαση που παρατίθεται, «"[η] αρχή του δεδικασμένου δεν επιτρέπει την αναθεώρηση των ζητημάτων που κρίθηκαν. Δεν μπορεί να γίνει ανεκτή οποιαδήποτε προσβολή τελεσίδικης απόφασης υπό το πρόσχημα νέων στοιχείων. Διαφορετικά θα ήταν αναπόφευκτη η διαιώνιση των διαφορών και θα χανόταν η ασφάλεια του δικαίου."».
Ως προς την έκταση του δεδικασμένου και το ποιο μέρος της απόφασης δια της οποίας παράγεται αυτό καλύπτει, στη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, (1995) 3 ΑΑΔ 349 (βλ. και πιο πάνω) λέγονται τα εξής διαφωτιστικά (υπογράμμιση δική μου):
«Το δεδικασμένο προϋποθέτει κατ' αρχήν τη δικαστική απόφανση επί της ουσίας εγειρoμένης διαφοράς και όχι επί καταλήξεων όταν αυτές είναι αποτέλεσμα της έλλειψης των προϋποθέσεων για την εξέταση της ουσίας. Έπειτα, ως προς το περιεχόμενο του, το δεδικασμένο συνίσταται σε ό,τι καλύπτει η απόφανση είτε ρητά είτε ως αναπόφευκτο συμπέρασμα […]. Η δικαστική απόφανση, όπως χρησιμοποιούμε τον όρο, δεν περιορίζεται σε μόνο το διατακτικό αλλά εκτείνεται και στην όποια διαπίστωση του Δικαστηρίου επί επίδικου θέματος, πραγματικού ή νομικού, στο βαθμό που απαιτείται για την κατάληξη την οποία εκφράζει το διατακτικό. Αυτή η αντίκρυση του θέματος λαμβάνει υπόψη τόσο τις αγγλικές αρχές επί του θέματος - οι πιο σημαντικές αποφάσεις εκτίθενται στην Πιερής ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) - αλλά και τις αρχές που επικράτησαν στην Ελλάδα κατά την ερμηνεία σχετικής διαταγής αναφορικά με τον προσδιορισμό του κριθέντος θέματος. Συνοψίζονται στο σύγγραμμα "Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου" Επ. Σπηλιωτόπουλου, 6η Έκδ. στη σελ. 548 ως εξής:
"Όπως από όλες τις αποφάσεις του ΣΕ, έτσι και από τις αποφάσεις που εκδίδονται επί αιτήσεων ακυρώσεως, είτε είναι απορριπτικές είτε ακυρωτικές, πηγάζει δεδικασμένο (Δ/μα 18/1989, άρθρο 50 # 5), το οποίο καλύπτει τόσο το ακυρωτικό αποτέλεσμα (στην περίπτωση των ακυρωτικών αποφάσεων) που διατυπώνεται στο διατακτικό, όσο και τα 'διοικητικής φύσεως' ζητήματα που κρίθηκαν με σκέψεις, οι οποίες διατυπώνονται στην αιτιολογία της απόφασης. […] Όσον αφορά 'διοικητικής φύσεως' ζητήματα, πρέπει να συντρέχουν οι συνήθεις προϋποθέσεις του δεδικασμένου: ταυτότητα προσώπου […] και ταυτότητα διαφοράς, δηλαδή διαφοράς που θεμελιώνεται στα ίδια πραγματικά ή νομικά δεδομένα (ΣΕ 1429/1986). Είναι δε 'διοικητικής φύσεως' ζητήματα τα πραγματικά και νομικά ζητήματα που ρυθμίζονται από κανόνες του διοκητικού δικαίου και αναφέρονται στη μείζονα ή την ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού της απόφασης, εφόσον ήταν αντικείμενο διάγνωσης και κρίσης και βρίσκονται σε συνάρτηση με το συμπέρασμα που έγινε δεκτό από την απόφαση (ακύρωση της πράξης ή απόρριψη της αίτησης) δηλαδή, αποτελούν το στήριγμα του συμπεράσματος αυτού (ΣΕ 813/1981, 1429/1986)."»
Στην Κοντογιώργη (βλ. πιο πάνω) λέγονται και τα εξής σχετικά:
«Η απόφαση Pieris […] εξετάστηκε πρόσφατα στην υπόθεση Ραφτόπουλος ν. Δημοκρατίας […] όπου ο Δικαστής Πικής ανέφερε σχετικά με την αρχή του Δεδικασμένου ότι,
"Προϋπόθεση για τη γένεση δέσμευσης αποτελεί η κρίση επί της ουσίας της διαφοράς, αναγκαία για την επίλυση του επίδικου θέματος […]. Δέσμευση προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς τα ουσιώδη γεγονότα εκείνα στα οποία θεμελιώνεται η απόφασή του […] τα οποία χαρακτηρίζονται ως τα λειτουργικά ευρήματα (operative findings), είναι εκείνα τα οποία επενεργούν στη γένεση της δέσμευσης […] και δεσμεύουν το διοικητικό όργανο να τα λάβει ως δεδομένα κατά την επανεξέταση. Ευρήματα παρεμφερή προς τα λειτουργικά ευρήματα, δεν δημιουργούν δέσμευση υπέχει όμως υποχρέωση και σ' εκείνη την περίπτωση η Διοίκηση να τα ακολουθήσει εκτός αν συντρέχουν βάσιμοι λόγοι περί του αντιθέτου οι οποίοι καταγράφονται στην απόφαση."
(Ιδε επίσης Παπαδόπουλος ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης, Α.Ε. 1913 της 14/9/98).»
Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ε.Δ.Δ. 41/2020, Παναγιώτη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, ημ.24/01/25, αναφέρθηκαν τα εξής:
«Σχετική είναι η υπόθεση K. Kallis Estates Ltd v. Δημοκρατίας (2011) 3 ΑΑΔ 724, όπου αποφασίστηκε πως το κριθέν ζήτημα, θεωρείται εκείνο το οποίο, αφού διαγνώσθηκε και κρίθηκε, αποτέλεσε το αναγκαίο στήριγμα του γενόμενου από την απόφαση δεκτού ως συμπεράσματος και όχι άλλα ζητήματα τα οποία αναφέρθηκαν περιγραφικά, ιστορικά ή αφηγηματικά […] και τα οποία δεν ήταν αναγκαία για την κατάληξη του Δικαστηρίου. Αυτά δεν νοούνται ως κριθέντα ζητήματα.»
Ενόψει των ως κρίνω σκόπιμο να παραθέσω απόσπασμα της απόφασης στη ΔΚ16/26, στο οποίο περιέχονται τα «λειτουργικά ευρήματα (operative findings)» (βλ. Κοντογιώργη, πιο πάνω) του Δικαστηρίου, τα οποία «βρίσκονται σε συνάρτηση με το συμπέρασμα που έγινε δεκτό από την απόφαση» (βλ. Γεωργίου, πιο πάνω), με υπογραμμισμένα τα σημεία όπου εκτίθεται, κατά την αντίληψη μου, η πεμπτουσία των ευρημάτων του Δικαστηρίου, που συναρτώνται άρρηκτα με την τελική του κατάληξη:
«Το επίδικο διάταγμα περιορίζεται, επί της ουσίας, στην παραπομπή σε επιστολή της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Αρχηγείου ημερομηνίας 30/06/2026 και σε γενική διαπίστωση ότι η κράτηση απαιτείται για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια. Δεν εκτίθενται στο ίδιο το διάταγμα τα συγκεκριμένα περιστατικά που αποδίδονται στον Αιτητή, η πηγή και ο χρόνος των πληροφοριών, η σύνδεσή τους με δική του προσωπική συμπεριφορά, ούτε ο συλλογισμός από τον οποίο εξάγεται ενεστώς και αρκούντως σοβαρός κίνδυνος.
Ούτε εξηγείται γιατί τα εναλλακτικά μέτρα του άρθρου 22 (4), είτε μεμονωμένα είτε συνδυαστικά, δεν θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τον επικαλούμενο κίνδυνο. Δεν προσδιορίζονται τα πραγματικά δεδομένα που θεμελιώνουν τον κίνδυνο διαφυγής ούτε εξετάζονται συγκεκριμένα η υποχρέωση τακτικής εμφάνισης, η κατάθεση εγγράφων, η διαμονή σε υποδεικνυόμενο τόπο, η επιτήρηση ή συνδυασμός των μέτρων αυτών.
Η διοίκηση όφειλε, λόγω της βαρύτητας της επέμβασης, να καταγράψει με σαφήνεια τη λογική ακολουθία από τα πραγματικά στοιχεία προς το συμπέρασμα ότι ο Αιτητής αποτελεί απειλή και, περαιτέρω, προς το συμπέρασμα ότι μόνο η κράτηση μπορούσε να προστατεύσει αποτελεσματικά τη δημόσια τάξη ή ασφάλεια. Τέτοια εξατομικευμένη και ελέγξιμη αιτιολογία δεν προκύπτει από το λεκτικό του διατάγματος.
[…]
Εντός του διοικητικού φακέλου δεν εντοπίζεται, ούτε η συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση ήταν σε θέση να υποδείξει οποιοδήποτε άλλο έγγραφο - πέραν της προαναφερόμενης επιστολής - στο οποίο να αιτιολογείται η θέση ότι ο Αιτητής όφειλε να κρατηθεί για λόγους δημόσιας τάξης και ασφάλειας, πέραν της δήλωσης της κ. Βρυωνίδου, ότι δεν είναι αναγκαίο να υπάρχει καταδίκη για να δικαιολογείται η έκδοση του επίδικου διατάγματος.
Από το λεκτικό του επίδικου διατάγματος δεν προκύπτει οποιαδήποτε ειδική ανάλυση των συστατικών στοιχείων του άρθρου 22 (2) (στ) όπως έχουν καθοριστεί από την νομολογία. Δεν διαφαίνεται πώς η συμπεριφορά του Αιτητή τον καθιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη.
Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, με σκοπό την εξεύρεση στοιχείων στα οποία η διοίκηση αποφάσισε την κράτηση του Αιτητή για λόγους δημόσιας τάξης, διαπιστώνω ότι κανένα στοιχείο δεν βοηθά στην εξαγωγή συμπερασμάτων και δη ασφαλών συμπερασμάτων προς τούτο. Από κανένα έγγραφο δεν προκύπτει οποιαδήποτε ανάλυση ώστε να εξάγεται το συμπέρασμα ότι ο Αιτητής αποτελεί πραγματική, ενεστώσα και αρκούντος σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια ούτε και εξηγείται η θέση ότι στην περίπτωση του Αιτητή η κράτηση αποτελεί μέτρο αναγκαίο και δη το μόνο πρόσφορο για την προστασία της δημόσιας τάξης. Δεν παρουσιάστηκε κανένα έγγραφο προς επιβεβαίωση της ορθότητας της έκδοσης απόφασης για στέρηση της ελευθερίας αιτητή ασύλου, πέραν της επιστολής της ΥΑΜ ημερομηνίας 30/06/2026.
Περαιτέρω, παρατηρώ ότι από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου δεν προκύπτει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε οποιαδήποτε ουσιαστική αξιολόγηση των πληροφοριών που περιήλθαν ενώπιον τους, πέραν της υιοθέτησης τους ως αιτιολογικής βάσης για την έκδοση του επίδικου διατάγματος κράτησης. Δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε υπηρεσιακό σημείωμα, έκθεση αξιολόγησης ή άλλο έγγραφο από το οποίο να καθίσταται εμφανές ότι εξετάστηκε η αξιοπιστία, η επικαιρότητα και η βαρύτητα των πληροφοριών αυτών ή ότι αξιολογήθηκε κατά πόσον αυτές, σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερα περιστατικά και τα προσωπικά χαρακτηριστικά του Αιτητή ήταν ικανές να θεμελιώσουν το συμπέρασμα ότι αυτός συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια.
Η ύπαρξη πληροφοριών από αρμόδια υπηρεσία δεν απαλλάσσει τη Διοίκηση από την υποχρέωση να ασκήσει τη δική της κρίση. Η απόφαση περί κράτησης δεν μπορεί να αποτελεί προϊόν απλής υιοθέτησης ή αναπαραγωγής πληροφοριών που περιήλθαν στις αρμόδιες αρχές, αλλά πρέπει να αντανακλά την ανεξάρτητη, εξατομικευμένη και αιτιολογημένη διοικητική αξιολόγηση που επιβάλλει το άρθρο 22 (2) του Ν. 115(Ι)/2026. Αυτή η κρίση είναι που υπόκειται στον δικαστικό έλεγχο και όχι οι ίδιες οι πληροφορίες καθαυτές.
Στην προκειμένη περίπτωση, τέτοια αξιολόγηση δεν προκύπτει ούτε από το επίδικο διάταγμα ούτε από οποιοδήποτε στοιχείο του διοικητικού φακέλου.»
Ως προκύπτει ευκρινώς από το ως άνω απόσπασμα, το προσβαλλόμενο στα πλαίσια της ΔΚ16/26 διάταγμα κρίθηκε ότι έπασχε ακυρότητας, καθώς δεν προέκυπταν από το σώμα του διατάγματος και ούτε μπορούσαν να συμπληρωθούν από τον διοικητικό φάκελο «η πηγή και ο χρόνος των πληροφοριών, η σύνδεσή τους με […] προσωπική συμπεριφορά [του αιτητή], ούτε ο συλλογισμός από τον οποίο εξάγεται ενεστώς και αρκούντως σοβαρός κίνδυνος», καθώς «κανένα στοιχείο δεν βοηθά στην εξαγωγή […] ασφαλών συμπερασμάτων προς τούτο», αφού δεν εντοπίστηκε «οποιοδήποτε υπηρεσιακό σημείωμα, έκθεση αξιολόγησης ή άλλο έγγραφο από το οποίο να καθίσταται εμφανές ότι εξετάστηκε η αξιοπιστία, η επικαιρότητα και η βαρύτητα των πληροφοριών αυτών» και ούτε αξιολογήθηκε στα πλαίσια της έκδοσης του εκεί επίδικου διατάγματος το κατά πόσον οι πληροφορίες, «σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερα περιστατικά και τα προσωπικά χαρακτηριστικά του Αιτητή ήταν ικανές να θεμελιώσουν το συμπέρασμα ότι αυτός συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια». Αναφέρθηκε δε ότι η «ύπαρξη πληροφοριών από αρμόδια υπηρεσία δεν απαλλάσσει τη Διοίκηση από την υποχρέωση να ασκήσει τη δική της κρίση» και πως είναι «[αυτή] η κρίση είναι που υπόκειται στον δικαστικό έλεγχο».
Όλα τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου στη ΔΚ16/26 αποτελούν «το αναγκαίο στήριγμα του γενόμενου από την απόφαση δεκτού ως συμπεράσματος» (βλ. Ε.Δ.Δ. 41/2020, Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω).
Επανερχόμενος στα ενώπιον μου στοιχεία παρατηρώ ότι στο ΔΕ 2, ήτοι την επιστολή ημ.24/07/26, η οποία, υιοθετούμενη στο σύνολο της, αποτέλεσε και «τη βάση της κρίσης» των καθ’ ων η αίτηση (ως ειπώθηκε και στις διευκρινήσεις) για την έκδοση του επίδικου στα πλαίσια της παρούσης διατάγματος, περιλαμβάνονται και στοιχεία που δεν υπήρχαν κατά τον χρόνο που λήφθηκε το επίδικο στη ΔΚ16/26 διάταγμα κράτησης και δεν είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της προσφυγής εκείνης, τα οποία και παρατίθενται στις παραγράφους 1, 5, 6 και 12 της επιστολής (καταγράφονται αμέσως πιο κάτω, στα πλαίσια της παρούσης).
Αντιπαραβάλλοντας τώρα το ΔΕ 2 με το ΔΕ 1, παρατηρώ ότι στο ΔΕ 2 καταγράφονται, επιπροσθέτως των όσων είχαν καταγραφεί στο ΔΕ 1, τα εξής.
Στην παρ.1 (ΔΕ 2) καταγράφεται ότι «η αστυνομία έχει προβεί σε περαιτέρω ενέργειες σε σχέση με την αξιολόγηση του κινδύνου και της απειλής […] και έχει συμπεράνει ότι (σ.σ. ο αιτητής) συνεχίζει να αποτελεί πραγματική και ενεστώσα απειλή για την εθνική και δημόσια τάξη και ασφάλεια». Ακολούθως, στις παρ.5 - 6, αναφέρεται ότι ο αιτητής καταδικάστηκε «για το αδίκημα της πρόκλησης σοβαρής σωματικής βλάβης», από δικαστήριο στα κατεχόμενα, έχει καταδικαστεί και στο παρελθόν για παρόμοιας φύσεως αδίκημα, αλλά και εμπλοκή του αιτητή (όχι άμεση) σε υπόθεση ανθρωποκτονίας ατόμου (στα κατεχόμενα). Περαιτέρω, στην παρ.12, εξηγείται ότι ο εδώ αιτητής διέφυγε στις ελεύθερες περιοχές ενόσω καταζητείται στα κατεχόμενα και γι’ αυτό, ενόψει και των λοιπών στοιχείων που παρατίθενται στο ΔΕ 2 (τα οποία περιέχονται και στο ΔΕ 1), «δεν υπάρχει περιθώριο» επιβολής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων.
Σε σχέση δε με τις περιεχόμενες στο ΔΕ 1 πληροφορίες, στην απόφαση στη ΔΚ16/26 καταγράφονται τα εξής, τα οποία αντικατοπτρίζουν εν πολλοίς το περιεχόμενο του:
«Από το ουσιαστικό περιεχόμενο του απόρρητου εγγράφου ήτοι επιστολή ημερομηνίας 30/06/2026, η οποία κατατέθηκε και στο Δικαστήριο και αποτέλεσε και την αιτιολογική βάση της επίδικης απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά: «γίνεται αναφορά σε δικαστικό ένταλμα έρευνας για την οικία της συμβίας του για αδικήματα που εμπίπτουν στον περί πυροβόλων όπλων. Περαιτέρω, γίνεται αναφορά σε έλεγχο του οχήματος της συμβίας του στο οποίο μετέβαινε ως συνοδηγός ο Αιτητής, όπου διαπιστώθηκε ότι [αυτός] βρίσκεται παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ότι αφίχθηκε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω κατεχομένων σε άγνωστη ημερομηνία και από άγνωστο σημείο της γραμμής αντιπαράταξης εισήλθε στις ελεύθερες περιοχές. [...] Ως εκ τούτου, γίνεται αναφορά ότι ο [Αιτητής] συνελήφθη για τα αδικήματα της παράνομης εισόδου και παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και μεταφέρθηκε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λευκωσίας όπου τέθηκε υπό κράτηση». Επιπλέον καταγράφεται ότι «εναντίον του [Αιτητή] εκκρεμεί ένταλμα σύλληψης από τις κατοχικές αρχές για παράνομη κατοχή πυροβόλων όπλων και εκρηκτικών υλών καθώς και για παράνομη διέλευση από τα κατεχόμενα στις ελεύθερες περιοχές. Επιπλέον, [...] υπέβαλε αίτηση ασύλου στις 30/06/2026, ενώ βρίσκεται υπό κράτηση» και «γίνεται αναφορά στο ότι, σύμφωνα με πληροφορίες, έχει απασχολήσει τις κατοχικές αρχές καθώς και στο γεγονός ότι σύμφωνα με πληροφορίες συνεργάζεται με άτομα από τα κατεχόμενα για την προμήθεια όπλων και ναρκωτικών. Περαιτέρω, γίνεται αναφορά ότι σύμφωνα με πληροφορίες, ο Αιτητής φέρεται να είναι μέλος εγκληματικής οργάνωσης και επιπλέον, γίνεται αναφορά στη δράση του στη διακίνηση ναρκωτικών, όπλων και τη διάπραξη εγκληματικών ενεργειών» και, καταληκτικά καταγράφεται πως «γίνεται εισήγηση για έκδοση διατάγματος κράτησης του Αιτητή ενόψει του ότι ο Αιτητής καθίσταται πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή τόσο για την Εθνική Ασφάλεια όσο και για την Δημόσια Τάξη και ασφάλεια.».»
Στη βάση των όσων καταγράφονται πιο πάνω κατά την αντιπαραβολή των στοιχείων που αφορούσαν το επίδικο στη ΔΚ16/26 διάταγμα κράτησης με τα όσα προσκομίστηκαν στα πλαίσια της παρούσης καταλήγω ότι εκ του ΔΕ 2 αποκαλύπτεται πλέον «η πηγή και ο χρόνος των πληροφοριών» και γίνεται λόγος για τρείς καταδίκες του αιτητή για σοβαρά αδικήματα, οι οποίες βεβαίως – αναμφισβήτητα - ουδόλως στερούνται βαρύτητας, διατυπώνεται δε και ρητή κρίση επί των εναλλακτικών μέτρων.
Παρά όμως τις ως άνω ενέργειες από τους καθ’ ων η αίτηση προς συμμόρφωση με το δεδικασμένο στη ΔΚ16/26, δεν εντοπίζω κρίση των ιδίων των καθ’ ων η αίτηση, η οποία, ως δε ρητώς αναφέρεται εκεί, «δεν μπορεί να αποτελεί προϊόν απλής υιοθέτησης ή αναπαραγωγής πληροφοριών […] αλλά πρέπει να αντανακλά την ανεξάρτητη, εξατομικευμένη και αιτιολογημένη […] αξιολόγηση» των πληροφοριών στις οποίες βασίστηκαν. Αυτό προνοούσε η απόφαση στη ΔΚ16/26, με δεδομένο το ότι, ως κρίθηκε ως λειτουργικό εύρημα για την κατάληξη του Δικαστηρίου, «από το περιεχόμενο του […] φακέλου δεν [προέκυπτε] ότι οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε οποιαδήποτε ουσιαστική αξιολόγηση των πληροφοριών […], πέραν της υιοθέτησης τους ως αιτιολογικής βάσης για την έκδοση του επίδικου διατάγματος κράτησης» και, περαιτέρω, ότι δεν εντοπίστηκε «οποιοδήποτε υπηρεσιακό σημείωμα, έκθεση αξιολόγησης ή άλλο έγγραφο από το οποίο να καθίσταται εμφανές ότι εξετάστηκε η αξιοπιστία, η επικαιρότητα και η βαρύτητα των πληροφοριών αυτών». Σημειώνω εδώ εκ νέου ότι παραμένει βεβαίως παντελώς αδιάφορο εν προκειμένω, ως και πιο πάνω εξηγώ, ποια θα ήταν ενδεχομένως η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου επί των στοιχείων που εξετάστηκαν στη ΔΚ16/26 (ή και στην παρούσα), σε περίπτωση που δεν υφίστατο το δεδικασμένο εκ της αποφάσεως στη ΔΚ16/26. Ότι ενδιαφέρει στο στάδιο αυτό είναι το κατά πόσο υπήρξε συμμόρφωση με το δεδικασμένο αυτό.
Είναι λοιπόν, για τους λόγους που αμέσως πιο πάνω εξηγώ, κατάληξη μου ότι, παρότι οι καθ’ ων η αίτηση συμμορφώθηκαν με ορισμένες πτυχές του δεδικασμένου στη ΔΚ16/26, εντούτοις δεν συμμορφώθηκαν με το ως άνω λειτουργικό εύρημα του Δικαστηρίου, επί του οποίου μάλιστα το Δικαστήριο αναφέρθηκε κατ’ επανάληψη, το οποίο και προνοούσε ρητώς, ως απόφανση άρρηκτα συνδεδεμένη με την τελική του κατάληξη, ότι θα έπρεπε να γίνει ουσιαστική αξιολόγηση των πληροφοριών από τους ίδιους τους καθ’ ων η αίτηση και όχι απλή υιοθέτηση ή αναπαραγωγή τους, ως έγινε και εν προκειμένω. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι, παρότι οι καθ’ ων η αίτηση εισηγήθηκαν ότι η υπογραφή της λαμβάνουσας το επίδικο διάταγμα στην 1η σελίδα του ΔΕ 2 δεικνύει ότι το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού υιοθετήθηκε ως έχει και κατέστη με τον τρόπο αυτό η αιτιολογική βάση του επίδικου διατάγματος, ουδέν άλλο σημειώνεται στο έγγραφο αυτό από τους ίδιους τους καθ’ ων η αίτηση (πέραν της υπογραφής αυτού από τη λειτουργό που εξέδωσε το επίδικο διάταγμα κράτησης), το οποίο καθ’ οιονδήποτε τρόπο να «αντανακλά την ανεξάρτητη, εξατομικευμένη και αιτιολογημένη […] αξιολόγηση» από τους ίδιους τους καθ’ ων η αίτηση των πληροφοριών (και εισηγήσεων) επί των οποίων αυτοί βασίστηκαν. Τονίζεται ότι η υιοθέτηση της επιστολής της ΥΑΜ (ΔΕ 1 στη ΔΚ16/26 και ΔΕ 2 στην παρούσα) επί του συνόλου της, «ως αιτιολογικής βάσης για την έκδοση του επίδικου διατάγματος» (ως είχε ήδη γίνει και στη ΔΚ16/26), είχε κριθεί ανεπαρκής στη ΔΚ16/26, το δε εύρημα αυτό συνιστούσε «αναγκαίο στήριγμα του γενόμενου από την απόφαση δεκτού ως συμπεράσματος» (Ε.Δ.Δ. 41/2020, Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω) και συνεπώς απαιτείτο πλήρης συμμόρφωση και ως προς αυτό το σημείο, η οποία δεν υπήρξε εν προκειμένω. Σημειώνω ότι, ως και στη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, (1995) 3 ΑΑΔ 349 αναφέρθηκε, «το δεδικασμένο συνίσταται σε ό,τι καλύπτει η απόφανση είτε ρητά είτε ως αναπόφευκτο συμπέρασμα» και τούτο «εκτείνεται και στην όποια διαπίστωση του Δικαστηρίου επί επίδικου θέματος, πραγματικού ή νομικού, στο βαθμό που απαιτείται για την κατάληξη την οποία εκφράζει το διατακτικό».
Αξίζει να σημειωθεί, σε συνέχεια και των ως άνω, ότι, δεδομένης εδώ της προηγηθείσας απόφασης του Δικαστηρίου στη ΔΚ16/26 και του εξ αυτής παραγόμενου δεδικασμένου, οι καθ’ ων η αίτηση είχαν δύο επιλογές. Είτε να συμμορφωθούν πλήρως και σε όλη τους την έκταση με τα λειτουργικά ευρήματα του Δικαστηρίου στη ΔΚ16/26, είτε να προβούν στα αναγκαία ώστε να ανατρέψουν την απόφαση δι’ εφέσεως (σε περίπτωση βεβαίως που αυτή γινόταν δεκτή). Ουδέν από τα δύο έπραξαν εν προκειμένω.
Τα ως άνω σφραγίζουν και την τύχη της προσφυγής, παρέλκει δε η εξέταση των λοιπών λόγων που προωθούνται δι’ αυτής.
Η προσφυγή επιτυγχάνει ως προς το Αιτητικό Α αυτής.
Δεδομένου τούτου οι καθ’ ων η αίτηση θα πρέπει να απολύσουν «αμέσως τον επηρεαζόμενο υπό κράτηση αιτητή», κατά τα διαλαμβανόμενα στο αρ.22 (3) (γ) του Νόμου.
Επιδικάζονται έξοδα, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον Φ.Π.Α., υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο