ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.Τ17/26
10 Αυγούστου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
B. M. L.
Αιτήτρια
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κος Π. Πιερίδης, Δικηγόρος για Αιτήτρια
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή η αιτήτρια αιτείται ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία κοινοποιήθηκε σ’ αυτή στις 13/01/26, δι’ επιστολής ημ.25/11/25, δια της οποίας απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε (Αιτητικό Α) και απόφαση του Δικαστηρίου «που να ανακηρύττει την αιτήτρια ως πολιτικό πρόσφυγα και/ή δικαιούχο […] συμπληρωματικής προστασίας» (Αιτητικό Β).
Σημειώνεται ότι, κατόπιν της καταχώρισης της προσφυγής από την αιτήτρια προσωπικά, αυτή διόρισε δικηγόρο προκειμένου να χειριστεί την υπόθεση, ο οποίος, αφότου ζήτησε, έλαβε άδεια και καταχώρησε τροποποιημένη προσφυγή, αγόρευσε προφορικά κατά την ακρόαση, επί της ουσίας.
Ως εκτίθεται στο Υπόμνημα που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φάκελου (ΔΦ), η αιτήτρια κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 12/08/24 και υπέβαλε την 1η αίτηση διεθνούς προστασίας στις 21/08/24 (ερ.1-3, 50).
Στις 03/09/24 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με την αιτήτρια από την Υπηρεσία Ασύλου προς εξέταση του αιτήματός για διεθνή προστασία όπου της δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα της (ερ.36-50). Με το πέρας της συνέντευξης, ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση και στις 07/12/23 η 1η αίτηση ασύλου απορρίφθηκε (ερ.88-106).
Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία δόθηκε δια χειρός στις 21/12/23 και μεταφράστηκε σε γλώσσα κατανοητή απ’ αυτήν κατά τη λήψη (ερ.108, 3).
Κατά της ως άνω απόφασης της Υπηρεσίας ο αιτητής καταχώρισε στο Δικαστήριο την προσφυγή αρ.4800/24, η οποία αποσύρθηκε στις 02/07/25 (ερ.140-146, 200-201).
Στις 20/11/25 η αιτήτρια υπέβαλε την επίδικη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας η οποία και απορρίφθηκε στις 24/11/25 ως απαράδεκτη, βάσει του αρ.16 (Δ) του Νόμου (ερ.217-224 και 234-239). Ακολούθως ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία δόθηκε δια χειρός και της μεταφράστηκε στη γαλλική, την οποία κατανοεί γλώσσα στις 13/01/26 (ερ.240).
Επί της 1ης αιτήσεως ασύλου που υπέβαλε η αιτήτρια καταγράφει ότι ερωτεύτηκε έναν παντρεμένο άνδρα, του οποίου «η σύζυγος ήταν υψηλόβαθμο στέλεχος του στρατού με πολλή εξουσία (FRDC)», η αιτήτρια έμεινε έγκυος, ο άνδρας με τον οποίο είχε δεσμό αποφάσισε να της «πάρει σπίτι για να [μένει]» και τότε ήταν που άρχισαν οι απειλές. Ως περαιτέρω αναφέρει η αιτήτρια, αρχικά δεν γνώριζε ότι ήταν η σύζυγος του δεσμού της πίσω απ’ τις απειλές, την απήγαγαν άνδρες με μαύρο αυτοκίνητο, την έδειραν και της έριξαν οξύ στο χέρι, υπέστη αιμορραγία, εγκεφαλικό και υψηλή αρτηριακή πίεση και γι’ αυτό απέβαλε το παιδί (που κυοφορούσε). Ο σύντροφος της τότε αποφάσισε ότι αυτή διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο, λόγω του ότι η οικογένεια της συζύγου του ήταν «πλούσια και είχε δύναμη [και] είχε ανθρώπους που εργάζονταν στο αεροδρόμιο» και γι’ αυτό η αιτήτρια χρησιμοποίησε ψευδές όνομα στο διαβατήριο της.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως η αιτήτρια ανέφερε ότι, παρόλο που αντιμετώπισε πρόβλημα υγείας και νοσηλεύτηκε το 2023, ήταν καλά κατά τη συνέντευξη, γεννήθηκε και διέμενε όλη της τη ζωή στην Κινσάσα, οι γονείς της απεβίωσαν το 2022 (στα πλαίσια σύρραξης στο Plateau de Bateke), ο ένας αδελφός της διαμένει στη Γαλλία (δεν γνωρίζει υπό ποιο καθεστώς) και ο άλλος στη ΛΔΚ (έχει όμως απαχθεί) και τα αδέλφια του πατέρα της διαμένουν στην Κινσάσα, όπου η αιτήτρια διατηρεί και φίλους (από το κολλέγιο). Η αιτήτρια επικοινωνεί με τ’ αδέλφια της, έχει πτυχίο πανεπιστημίου και εργαζόταν σε μικρό ιατρικό κέντρο, όπου έκανε αναλύσεις ούρων.
Ερωτώμενη ως προς τους λόγους που έφυγε από τη χώρα καταγωγής η αιτήτρια ανέφερε κατ’ ουσία εκ νέου όσα είχε καταγράψει στην αίτηση της, προσθέτοντας ότι την είχαν απαγάγει στις 6 Ιανουαρίου, την κράτησαν μέχρι τις 8 Ιανουαρίου, στις 14 Φεβρουαρίου της επιτέθηκαν, νοσηλεύτηκε για 5 μέρες, απέβαλε το κυοφορούμενο, στις 21 Μαρτίου η κατ’ ισχυρισμό διώκτρια της πήγε με «μια ομάδα γυναικών» και συνέλαβαν τους πάντες στο οίκημα που έμεναν, μαζί με τους γείτονες, και τότε κατάλαβε ότι κινδύνευε απ’ αυτήν την γυναίκα και αποφάσισε να φύγει από τη ΛΔΚ. Ερωτώμενη για τον σύντροφο της η αιτήτρια ανέφερε ότι ήταν γιατρός, ήταν μαζί από τον Δεκέμβριο 2021, για 2 ½ χρόνια και «ήταν ο άνδρας με τον οποίο [διέμενε], [ήταν] μαζί του», ήταν ψηλός και ανοικτόχρωμος, δεν γνώριζε ότι ήταν παντρεμένος, το έμαθε όταν άρχισαν να την απειλούν και η ίδια ήταν 35 ετών όταν έμεινε έγκυος. Σχετικά με την απαγωγή της ανέφερε ότι πήγε να αγοράσει φρούτα και ένα μαύρο αυτοκίνητο με άνδρες την προσέγγισε, την άρπαξαν, δεν γνωρίζει τον λόγο, την κράτησαν για 2 μέρες, δεν γνωρίζει τι έγινε κατά τη διάρκεια της κράτησης της, καθώς, ως ανέφερε, ξύπνησε την μέρα που την ελευθέρωσαν, οι άνδρες ήταν ψηλοί και σωματώδεις και – ερωτώμενη σχετικά – ανέφερε ότι ο σύντροφος της ένιωσε άσχημα γι’ αυτό που της συνέβη. Στις 14 Φεβρουαρίου την χτύπησαν, κυρίως στο στομάχι, δύο λιγνοί και άλλοι σωματώδεις άνδρες και της έριξαν υγρό στα άκρα, αιμορραγούσε πολύ, το επόμενο πρωί νοσηλεύτηκε, έχασε πολύ αίμα, την κράτησαν 5-6 μέρες για νοσηλεία και της έδωσαν αντιβιοτικά.
Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια ανέφερε ότι δεν κατάγγειλε τα συμβάντα στην αστυνομία, το έκανε ο αδελφός της, όμως «η γυναίκα ήταν στον στρατό» και γι’ αυτό φοβούνταν και «στην Αφρική δεν σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα».
Ερωτώμενη αν έχει μαζί της ιατρικά έγγραφα για τις νοσηλείες της ανέφερε ότι τα ξέχασε στη βιασύνη της. Όταν της υποβλήθηκε ότι είχε 4 μήνες από το τελευταίο κατ’ ισχυρισμό συμβάν που ανέφερε μέχρι που έφυγε από τη ΛΔΚ, η αιτήτρια δεν αποκρίθηκε. Τέλος, όταν ρωτήθηκε για το ενδεχόμενο επιστροφής της στη ΛΔΚ η αιτήτρια ανέφερε ότι «όσο η κυρία (σ.σ. κατ’ ισχυρισμό διώκτρια της) είναι εκεί δεν [μπορεί] να είναι ήσυχη (at peace) [...]», αφού, ως ανέφερε, θα τη ψάχνουν παντού στη ΛΔΚ.
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τους ισχυρισμούς της αιτήτριας αποδέχθηκαν τα όσα σχετίζονται με το προφίλ και τόπο διαμονής της, πλην του ισχυρισμού που αφορά το ότι άλλαξε το όνομα της, αποδεχόμενοι το όνομα της ως καταγράφεται στο διαβατήριο που είχε προσκομίσει (ερ.11) και όχι στην εκλογική της ταυτότητα (ερ.12-13), αφού, ως επί τούτου αναφέρουν, δεδομένων των πληροφοριών ότι φαινόμενα παραποίησης εκλογικών ταυτοτήτων και άλλων εγγράφων στη ΛΔΚ απαντώνται συχνά, κρίθηκε ότι το διαβατήριο αποτελεί πιο ασφαλές μέσο ταυτοποίησης. Απέρριψαν δε τα όσα σχετίζονται με την κατ’ ισχυρισμό δίωξη της από τη σύζυγο του σύντροφο της, με τον οποίο είχε μείνει έγκυος, ως ισχυρίστηκε, στον οποίον περιλαμβάνονται και τα όσα ανέφερε περί κατ’ ισχυρισμό επιθέσεις που δέχθηκε, καθώς – ως κρίθηκε – στερούνταν των εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών, συνοχής και βιωματικών στοιχείων.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου στη βάση του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού (προφίλ της αιτήτριας), κατόπιν εξέτασης και της γενικής κατάστασης ασφαλείας και των γενικότερων κοινωνικοοικονομικών συνθηκών στην Κινσάσα, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται κίνδυνος δίωξης ή και σοβαρής βλάβης (κατ’ εύλογη πιθανότητα) της αιτήτριας.
Συνεπώς απέρριψαν την 1η αίτηση ασύλου ως αβάσιμη και, δεδομένου ότι δεν εντόπισαν κίνδυνο στη βάση του αρ.3 της ΕΣΔΑ, εξέδωσαν απόφαση επιστροφής της αιτήτριας στη ΛΔΚ.
Ως και πιο πάνω σημειώνω η προσφυγή την οποία καταχώρησε η αιτήτρια κατά της ως άνω απόφασης των καθ’ ων η αίτηση επί της 1ης αιτήσεως της αποσύρθηκε στις 02/07/25.
Στην επίδικη μεταγενέστερη αίτηση η αιτήτρια κατ’ ουσία επαναλαμβάνει τα όσα ανέφερε στη συνέντευξη της στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως της, προσκομίζοντας όμως φερόμενες κλήσεις από την αστυνομία και μεταφράσεις τους στα ελληνικά (ερ.210-213), φερόμενα δελτία καταζητούμενου προσώπου και μεταφράσεις τους στα ελληνικά (ερ.204-209) και φερόμενο ένταλμα προσαγωγής και μετάφραση του στα ελληνικά (ερ.202-203), τα οποία και, ως καταγράφεται στο σημ.10 της επίδικης αίτησης (ερ.222), τα οποία της τα έστειλε δια τηλεφώνου ο νεότερος αδελφός της τον Ιούλιο 2024 και δεν τα προσκόμισε πριν γιατί, ως σημειώνει, «εξαιτίας του ότι [διέφυγε] τον κίνδυνο δεν [έδινε] σημασία σ’ αυτά».
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας την επίδικη μεταγενέστερη αίτηση κατέληξαν ότι τα όσα η αιτήτρια καταγράφει δεν αποτελούν νέα στοιχεία, αφού πανομοιότυπους ισχυρισμούς είχε αναφέρει στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως της, οι οποίοι εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν, η δε προσφυγή της (αρ.4800/24) αποσύρθηκε, τα δε έγγραφα που προσκόμισε δεν είχαν προσκομιστεί προηγουμένως από δική της υπαιτιότητα. Παρά τα ως άνω ευρήματα τους οι καθ’ ων η αίτηση, ασχολούμενοι με το περιεχόμενο των προσκομισθέντων εγγράφων, κατέληξαν ότι στα ερ.202-214 καταγράφεται όνομα ατόμου γένους αρσενικού, το οποίο, ως σημειώνουν, «στερείται λογικής και ευλογοφάνειας».
Στα πλαίσια της παρούσης, ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας, αγορεύοντας κατά την ακρόαση προφορικά, ανέφερε ότι τα έγγραφα που προσκόμισε στα πλαίσια της εδώ επίδικης μεταγενέστερης αίτησης της θα έπρεπε να είχαν θεωρηθεί αρκετά για να κριθεί παραδεκτή και να εξεταστεί επί της ουσίας της, συμπληρώνοντας ότι η αιτήτρια εμμένει στους ισχυρισμούς της ότι το όνομα της είναι το αναγραφόμενο στα ερ.12-13, αποδέχεται όμως ότι δεν μπορεί να προσκομίσει άλλα αποδεικτικά επί τούτου.
Προχωρώ σε εξέταση των ενώπιον μου στοιχείων.
Σημειώνεται ότι, στα πλαίσια μεταγενέστερης αίτησης, αυτό που ερευνάται είναι το κατά πόσο «[…] υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του […]» [αρ.16Δ (3) (α) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (6(I)/2000)] και, εφόσον διαπιστωθεί τούτο, προχωρά σε εξέταση του κατά πόσο «[τ]α εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον/στην αιτητής διεθνούς προστασίας […]» [αρ.16Δ (3) (β) (i)] και του κατά πόσο «ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία» [αρ.16Δ (3) (β) (i)], [βλ. και αρ.40 (2),(3) και (4) Οδηγία 2013/32/ΕΕ].
Συνεπώς ο σκοπός της προκαταρτικής εξέτασης, η οποία κατέληξε στην προσβαλλόμενη δια της παρούσης απόφαση, είναι ο έλεγχος του κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω εκ της νομοθεσίας τιθέμενες προϋποθέσεις.
Στην απόφαση του ΔΕΕ στην C-921/19, LH, ημ.10/06/21 λέχθηκαν τα εξής:
«34. Επομένως, το άρθρο 40, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει την εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.
35. Το πρώτο αυτό στάδιο πραγματοποιείται επίσης σε δύο στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού που θέτουν οι ίδιες αυτές διατάξεις.
36. Επομένως, πρώτον, το άρθρο 40, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 ορίζει ότι, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με το παραδεκτό αίτησης για διεθνή προστασία δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, η μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία υποβάλλεται κατ' αρχάς σε προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95.
37. Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα να πληροί ο αιτών τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να του αναγνωρισθεί το καθεστώς αυτό.»
Σημειώνεται ότι η Δημοκρατία – ως είχε δικαίωμα στη βάση του αρ.40 (4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ («[τα] κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η αίτηση εξετάζεται περαιτέρω μόνο εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς υπαιτιότητά του, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου κατά την προηγούμενη διαδικασία») – συμπεριέλαβε στην οικεία νομοθεσία την πρόνοια του αρ.16Δ (3) (β) (ii), βάσει της οποίας, προκειμένου μεταγενέστερη αίτηση να θεωρηθεί παραδεκτή και να εξεταστεί επί της ουσίας, θα πρέπει να «ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος».
Ενόψει των ως άνω θα συμφωνήσω με το σύνολο των στα πλαίσια της επίδικης έκθεσης ευρημάτων των καθ’ ων η αίτηση, για τους λόγους που θα εξηγήσω αμέσως πιο κάτω.
Αναφορικά κατ’ αρχήν με τους ισχυρισμούς που καταγράφονται στο σημ.7 (ερ.223) είναι καταφανές ότι συνιστούν επανάληψη των ειπωθέντων, εξετασθέντων και απορριφθέντων ως αναξιόπιστων ισχυρισμών κατά τη συνέντευξη που διενεργήθηκε στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως ασύλου της αιτήτριας.
Επί δε των εγγράφων που προσκόμισε (ερ.202-214), ως ορθά καταγράφουν και οι καθ’ ων η αίτηση, δεδομένου ότι, ως η ίδια η αιτήτρια αναφέρει (βλ. σημ.10 – ερ.222), τα είχε στην κατοχή της από τον Ιούλιο 2024, ήτοι χρόνο προγενέστερο της συνέντευξης της στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως ασύλου (στις 04/09/24, ερ.50), ουδόλως εξηγείται γιατί δεν τα είχε τότε προσκομίσει, είτε στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως ασύλου, στα πλαίσια της οποίας τότε δεν είχε καν γίνει η συνέντευξη, είτε – κατ’ ελάχιστο – στην προσφυγή (4800/24) που ακολούθησε, την οποία η ίδια απέσυρε.
Τα ως άνω καταδεικνύουν ότι, αναντίλεκτα, θα πρέπει να γίνει εν προκειμένω δεκτό ότι η αιτήτρια διατηρούσε, σύμφωνα με τα λεγόμενα της ίδιας, ως αυτά καταγράφονται στην επίδικη αίτηση (ερ.222), κάθε δυνατότητα «να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος», εφόσον τα είχε στην κατοχή της ήδη προηγουμένως της συνέντευξης της στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως της.
Αξίζει δε να σημειωθεί σχετικά ότι το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών εγείρει περαιτέρω ερωτήματα, αφού, ορισμένα εξ αυτών, φέρουν ως χρόνο έκδοσης τους το έτος 2025, το οποίο έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τους ισχυρισμούς της ίδιας αναφορικά με τον χρόνο που περιήλθαν στην κατοχή της. Θα πρέπει δε να σημειωθεί και το ότι τα προσκομισθέντα στα πλαίσια της επίδικης αίτησης έγγραφα φέρεται να αφορούν άτομο με το όνομα που η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι είναι το πραγματικό της όνομα, ισχυρισμός που εξετάστηκε στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως της και απορρίφθηκε (βλ. ερ.102-103). Στην απουσία λοιπόν άλλου τινός ισχυρισμού ή στοιχείου ή εγγράφου προς τούτο, ουδέν μπορεί να εξεταστεί σχετικώς στα πλαίσια της παρούσης, ως και στο ως άνω νομικό πλαίσιο προνοείται.
Είναι εκ των ως άνω κατάληξη μου ότι η επίδικη αίτηση ορθώς κρίθηκε απαράδεκτη, στη βάση του αρ.16Δ, παρότι ουδεμία ανάγκη για περαιτέρω εξέταση των προσκομισθέντων εγγράφων υπήρχε και συνεπώς εκ του περισσού υπήρξε ενασχόληση με το περιεχόμενο τους, δεδομένου ότι, εφόσον έγινε δεκτό – και ορθώς – ότι αυτά δεν είχαν προσκομιστεί προηγουμένως εξ υπαιτιότητας της αιτήτριας, το ζήτημα δεν έχρηζε περαιτέρω εξέτασης και ουδείς περαιτέρω λόγος ήταν αναγκαίος για την απόρριψη της επίδικης αίτησης.
Σημειώνω εδώ ότι, ως ειπώθηκε και στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.41/2024, Μ. Α. ν. Δημοκρατίας, ημ.29/05/25, με αναφορά και σε προηγούμενη νομολογία επί του ζητήματος «ο έλεγχος ουσίας στην οποία το [ΔΔΔΠ] προβαίνει επί διατάγματος κράτησης […] είναι θετικά διαπλαστικός, υπό την έννοια ότι δύναται να διαπλάσει το ίδιο το Δικαστήριο την πράξη που η Διοίκηση παράνομα εξέδωσε», στα πλαίσια της οποίας το Δικαστήριο μπορεί να συμπληρώσει «νομικό κενό με τη δική του κρίση, ασκώντας θετική δικαιοπλαστική εξουσία». Δεδομένης λοιπόν της εξουσίας τούτης οιαδήποτε εκ του περισσού εξέταση έγινε από τους καθ’ ων η αίτηση δεν αρκεί ώστε να ακυρωθεί η επίδικη εδώ απόφαση, εφόσον πιο πάνω, στα πλαίσια της παρούσης, δίδεται η ορθή, στη βάση των ενώπιον μου στοιχείων, και πλήρης αιτιολογία για την απόρριψη της.
Καταλήγω λοιπόν ότι ορθώς απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η επίδικη αίτηση.
Απομένει μια επικαιροποιημένη αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στην Κινσάσα, που είναι ο τόπος διαμονής της αιτήτριας.
Έκθεση του 2021 αναφέρει ότι «[η] Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) εμπλέκεται σε πολλές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις (NIAC) […], ενώ δεν αναφέρεται η δραστηριοποίηση ένοπλων ομάδων στην Κινσάσα».[1] Δεν καταγράφεται ύπαρξη κάποιας σύγκρουσης στην Κινσάσα.[2]
Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση 08/05/26) στην Κινσάσα καταγράφηκαν συνολικά 42 περιστατικά πολιτικής βίας (όπου περιλαμβάνονται περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), με αποτέλεσμα 48 θανάτους. [3] Ο πληθυσμός της Κινσάσα ανέρχεται περί τα 17 εκατομμύρια κατοίκων. [4]
Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τόπο διαμονής της δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας της εκεί. Δεν μπορώ επίσης να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς γι’ αυτήν, ενόψει της απόρριψης του αφηγήματος της, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[5] (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF, DN).
Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι το προφίλ της αιτήτριας σε συνάρτηση και με την αρχή της μη επαναπροώθησης εξετάστηκε δεόντως στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως ασύλου και, σε κάθε περίπτωση, δεδομένου του ότι η αιτήτρια είναι ώριμης ηλικίας, χωρίς προβλήματα υγείας, με πανεπιστημιακή μόρφωση και προηγούμενη εργασιακή εμπειρία και διατηρεί στον τόπο διαμονής της οικογενειακό και άλλο υποστηρικτικό δίκτυο, δεν υφίσταται λόγος να θεωρηθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής της θα εκτεθεί σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης ή ότι αυτή θα συνιστά επαναπροώθηση της (κατά παράβαση του αρ.3 της ΕΣΔΑ).
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €500 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, 13 April 2021, διαθέσιμο σε www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/07/2024)
[2] βλ. ενδεικτικά RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, 13 April 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th, UN Security Council Resolutions για τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό στη διεύθυνση: www.securitycouncilreport.org/un-documents/democratic-republic-of-the-congo/, καθώς και το πλέον πρόσφατο ψήφισμα που υιοθετήθηκε στις 30/06/2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: www.securitycouncilreport.org/atf/cf/%7B65BFCF9B-6D27-4E9C-8CD3-CF6E4FF96FF9%7D/s_res_2641.pdf, HRW, Democratic Republic of Congo, Events of 2021, 13 January 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: www.hrw.org/world-report/2022/country-chapters/democratic-republic-congo, UNHCR, Attacks by armed groups displace 20 000 civilians in eastern DRC, 16 July 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: www.unhcr.org/news/briefing/2021/7/60f133814/attacks-armed-group-displace-20000-civilians-eastern-drc.html, USAID, Democratic Republic of the Congo - Complex Emergency, Fact Sheet #3, 13 May 2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: www.usaid.gov/sites/default/files/documents/2022-05-13_USG_Democratic_Republic_of_the_Congo_Complex_Emergency_Fact_Sheet_3_0.pdf, και CFA, Global Conflict Tracker, Center for Preventive Action, Instability in the Democratic Republic of Congo, last updated 03 August 2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: www.cfr.org/global-conflict-tracker/conflict/violence-democratic-republic-congο, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/07/2024)
[3] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)
[4] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population,
[5] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο