ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: T186/26
11 Αυγούστου, 2026
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
1. Ε.Μ.
2. A.I.L.A (ανηλίκου) Αιτητές
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
…………………….
Κ. Κουπαρή (κα.), Δικηγόρος για τους Αιτητές
Χρ. Δημητρίου (κα.), Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η Αίτηση
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Οι Αιτητές με την παρούσα προσφυγή στρέφονται κατά της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 31.3.2026, με την οποία απορρίφθηκε η δεύτερη μεταγενέστερη αίτησή τους για διεθνή προστασία, καθώς η εν λόγω αίτηση κρίθηκε ως απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 16Δ και 12Βτετράκις των περί Προσφύγων Νόμων 2000 έως 2023 (στο εξής: o περί Προσφύγων Νόμος).
Γεγονότα
1. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Οι Αιτητές 1 και 2 κατάγονται από το Καμερούν. Η Αιτήτρια 1 (στο εξής: « η Αιτήτρια») εισήλθε παράτυπα στη Δημοκρατία από τις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση περιοχές και περί τις 19.9.2019 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, ενώ η αίτηση διεθνούς προστασίας του Αιτητή 2 καταγράφηκε στις 20.11.2025. Στις 6.10.2021 πραγματοποιήθηκε η προσωπική συνέντευξη της Αιτήτριας αναφορικά με το αίτημά της για διεθνή προστασία από λειτουργό, ο οποίος στις 12.10.2021, υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: «ο Προϊστάμενος»), εισηγούμενος την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 26.10.2021. Η απορριπτική απόφαση επί της αρχικής αίτησης διεθνούς προστασίας κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 9.11.2021 και, αυθημερόν, καταχωρίστηκε προσφυγή κατ’ αυτής, η οποία απορρίφθηκε στις 7.12.2023. Στις 25.07.2024, η Αιτήτρια υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη αυθημερόν και η σχετική απόφαση κοινοποιήθηκε στην ίδια την ίδια ημέρα. Κατά της απορριπτικής απόφασης επί της μεταγενέστερης αίτησης ασκήθηκε η προσφυγή Τ944/24 στις 7.8.2024, η οποία εν συνεχεία απορρίφθηκε στις 10.4.2025. Περαιτέρω, στις 8.1.2026 η Αιτήτρια υπέβαλε δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση. Στις 4.3.2026, λετιουργός της Υπηρεσίας Ασύλου υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο, εισηγούμενος την απόρριψη της εν λόγω αίτησης ως απαράδεκτης. Η εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 31.3.2026. Η απορριπτική αυτή απόφαση κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 14.4.2026 και αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
Νομικοί Ισχυρισμοί
3. Κατά την ακροαματική διαδικασία, η Αιτήτρια δια της συνηγόρου της υποστήριξε ότι, αφενός, η γέννηση του ανήλικου τέκνου συνιστά νέο στοιχείο και, αφετέρου, ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν αξιολόγησαν δεόντως την κατάσταση της υγείας του, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, επαυξάνει τις πιθανότητες επιτυχίας της μεταγενέστερης αίτησης.
4. Κατ’ εφαρμογή του Κανονισμού 3(ε) των περί της λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχει τροποποιηθεί, οι Καθ’ ων η αίτηση συμμετέχουν στην παρούσα διαδικασία δια της καταχωρίσεως υπομνήματος, αλλά δεν συμμετέχουν στην ακροαματική διαδικασία. Εντούτοις, στην παρούσα υπόθεση το παρόν Δικαστήριο έκρινε σκόπιμη την κλήση των Καθ’ ων η αίτηση και τη συμμετοχή τους και κατά την ακροαματική διαδικασία. Οι Καθ’ ων η αίτηση υποστήριξαν ότι ορθώς η μεταγενέστερη αίτηση των Αιτητών απορρίφθηκε ως απαράδεκτη παραπέμποντας στα επιμέρους ευρήματά τους κατά τη διοικητική διαδικασία.
Το νομικό πλαίσιο
5. Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».
6. Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι και τον περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2026, έχει ως ακολούθως:
«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
7. Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
8. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (στο εξής: Κανονισμός αναγνώρισης/Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347), δυνάμει του άρθρου 42 αυτού, εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 2026.
9. Το άρθρο 3 στοιχείο 5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσφυγας».
10. Ο όρος «πρόσφυγας» ορίζεται και στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 (στο εξής: o περί Προσφύγων Νόμος).
11. Το καθεστώς του πρόσφυγα χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
12. Το άρθρο 3 στοιχείο 6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία».
13. Το καθεστώς επικουρικής προστασίας χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
14. Αντιστοίχως, οι εφαρμοστικές του ενωτικού νομοθετικού πλαισίου διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου, ορίζουν τα εξής:
15. Το άρθρο 51 του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει ότι:
«51. Ο Προϊστάμενος με απόφασή του χορηγεί το καθεστώς πρόσφυγα σε αιτητή, εάν κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του έχει αποδειχθεί ότι πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις διατάξεις των Κεφαλαίων ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».
16. Το άρθρο 53 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει ότι:
«53. Ο Προϊστάμενος, με απόφασή του, χορηγεί το καθεστώς επικουρικής προστασίας σε αιτητή εάν, κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του, έχει αποδείξει ότι πληροί τις προϋποθέσεις των Κεφαλαίων ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».
17. Το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, το οποίο τιτλοφορείται «Υποβολή πληροφοριών και αξιολόγηση γεγονότων και περιστάσεων» προβλέπει τα εξής:
«1. Οι αιτούντες υποβάλλουν όλα τα στοιχεία που διαθέτουν και τα οποία τεκμηριώνουν την αίτηση διεθνούς προστασίας. Για τον σκοπό αυτό, οι αιτούντες συνεργάζονται πλήρως με την αποφαινόμενη αρχή και με άλλες αρμόδιες αρχές και παραμένουν παρόντες και διαθέσιμοι στο έδαφος του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησής τους καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, μεταξύ άλλων κατά την αξιολόγηση των σχετικών στοιχείων της αίτησης.[…]».
18. Επισημαίνεται συναφώς ότι, ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης της ιδιότητας του πρόσφυγα και χορήγησης καθεστώτος επικουρικής προστασίας, το νέο ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο δεν επέφερε ουσιώδεις μεταβολές σε σχέση με το προϊσχύσαν καθεστώς της Οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας και των αντίστοιχων εθνικών εναρμονιστικών ρυθμίσεων, αλλά διατήρησε, κατ’ ουσίαν, τα ίδια κριτήρια υπαγωγής στα δύο καθεστώτα διεθνούς προστασίας.
19. Το άρθρο 12Βτετράκις των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 προβλέπει τα ακόλουθα:[1]
«Απαράδεκτες αιτήσεις
(2) Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν- (α) [...] (β) [...] (γ) [...]
(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας∙ ή
(ε) [...]».
20. Το άρθρο 16Δ του των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 ορίζει τα εξής:
«Υποβολή νέων στοιχείων ή πορισμάτων ή μεταγενέστερης αίτησης
16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο -
(i) Μεταγενέστερη αίτηση, ή
(ii) νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,
ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
(β) Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.
(2) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.
(γ) Επί της νέας εκτελεστής απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο (β) εφαρμόζονται τα εδάφια (7) μέχρι (7Ε) του άρθρου 18.
(δ) Σε περίπτωση που μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται περαιτέρω δυνάμει του παρόντος άρθρου, αυτή θεωρείται απαράδεκτη σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις και σε τέτοια περίπτωση ο Προϊστάμενος εκδίδει σχετική απόφαση επί της οποίας εφαρμόζονται κατ' αναλογία τα εδάφια (7) και (7Ε) του άρθρου 18. Η εν λόγω απόφαση παραθέτει την αιτιολογία της και ενημερώνει τον αιτητή για το δικαίωμα που έχει να την προσβάλει στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, καθώς και για την προθεσμία άσκησης τέτοιας προσφυγής[...]».
Κατάληξη
21. Ως προς τους εγειρόμενους λόγους προσφυγής, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο, ως δικαστήριο ουσίας, δικάζει την ενώπιόν του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ’ ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc. (βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο εκάστοτε αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας και εν προκειμένω την αξιολόγηση της μεταγενέστερης αίτησης ως παραδεκτής.
22. Επισημαίνεται ότι η επίδικη πράξη αποτελεί απόφαση εκδιδόμενη δυνάμει της παραγράφου (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, ο Προϊστάμενος κλείνει το φάκελο και διακόπτει τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης χωρίς να εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 12Δ (ταχύρρυθμη διαδικασία εξέτασης αιτήσεων) και 13 (κανονική διαδικασία εξέτασης αιτήσεων), όταν η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον Αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας. Υπογραμμίζεται δε ότι καταρχήν ο Προϊστάμενος στο στάδιο αυτό δεν έχει υποχρέωση εκ νέου διενέργειας συνέντευξης (άρθρο 16Δ(2) του περί Προσφύγων Νόμου).
23. Το ζήτημα της εξέτασης των μεταγενέστερων αιτήσεων και ειδικότερα της έννοιας των νέων στοιχείων και πορισμάτων εξετάστηκε στην απόφαση του ΔΕΕ της 9ης Σεπτεμβρίου 2021 στην υπόθεση C-18/20, XY κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, ECLI:EU:C:2021:710, σκέψεις 31 έως 44. Η εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων διενεργείται σε δύο στάδια: Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων (βλ. επίσης απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Νέα στοιχεία ή πορίσματα), C-921/19, EU:C:2021:478, σκέψη 34).
24. Οι προϋποθέσεις παραδεκτού της αίτησης, συνεπώς, οι οποίες ανήκουν στο πρώτο στάδιο εξέτασης μίας μεταγενέστερης αίτησης, όπως μεταφέρθηκαν στην εθνική έννομη τάξη είναι οι ακόλουθες:
25. Πρώτον, καθορίζεται εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για το χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
26. Δεύτερον, εάν τα νέα στοιχεία ή πορίσματα που έχουν προκύψει ή υποβληθεί από τον αιτούντα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χαρακτηρισμού του αιτούντος ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
27. Τρίτον, εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς δική του υπαιτιότητα, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα εν λόγω νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία, που αφορούσε την εξέταση της αίτησής του. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά.
28. Ως εκ τούτου, σε αυτές τις περιπτώσεις, όπου δεν υφίσταται ουσιαστική κρίση επί της βασιμότητας της αίτησης ασύλου, αλλά κρίση επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης για διεθνή προστασία, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει μόνο κατά πόσον ευλόγως η αρμόδια αρχή έκρινε ως απαράδεκτο το αίτημα του Αιτητή για επανάνοιγμα της υπόθεσής του. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η διαδικασία ουσιαστικής εξέτασης της μεταγενέστερης αίτησης επαφίεται πλέον στην δικονομική αυτονομία των κρατών μελών.
29. Εν προκειμένω, η Αιτήτρια 1 κατά την καταγραφή της αίτησής της, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, καθώς η ζωή της βρισκόταν σε κίνδυνο λόγω των ένοπλων δυνάμεων που εμπλέκονταν στην πολιτική κρίση της χώρας της. Πρόσθεσε ότι, ως νεαρή γυναίκα που διέμενε στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια και, συγκεκριμένα, στην πόλη Buea, είχε εκτεθεί σε περιστατικά σεξουαλικής κακομεταχείρισης από ένοπλους άνδρες.
30. Κατά το κρίσιμο στάδιο της προσωπικής της συνέντευξης, η Αιτήτρια, αναφορικά με τα προσωπικά της στοιχεία, ανέφερε ότι είναι υπήκοος Καμερούν, γεννηθείσα το 1994 στο χωριό Pinyin της Βορειοδυτικής Περιφέρειας, ενώ από το 2016 έως και την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της διέμενε στην περιοχή Tiko της Νοτιοδυτικής Περιφέρειας. Δήλωσε ότι είναι άγαμη και ότι, κατά τον χρόνο διεξαγωγής της προσωπικής της συνέντευξης, δεν είχε ανήλικα τέκνα, ότι είναι Χριστιανή στο θρήσκευμα, εθνοτικής καταγωγής Pinyin και ότι ομιλεί την αγγλική γλώσσα και τη γλώσσα Pinyin. Αναφορικά με τα λοιπά μέλη της οικογένειάς της, δήλωσε ότι οι γονείς της και τα έξι αδέλφια της διαβιούν στο χωριό Pinyin της Βορειοδυτικής Περιφέρειας. Ως προς το μορφωτικό της επίπεδο, ανέφερε ότι ολοκλήρωσε πανεπιστημιακές σπουδές στην πόλη Bamenda, όπου σπούδασε Χημεία. Ως προς την επαγγελματική της δραστηριότητα, δήλωσε ότι διατηρούσε μικρή επιχείρηση παροχής υπηρεσιών μεταφοράς χρημάτων μέσω κινητού τηλεφώνου (ερ. 42-38).
31. Αναφορικά με το ταξίδι της προς τη Δημοκρατία, ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της στις 12.09.2019 από το αεροδρόμιο της Yaoundé, κάνοντας χρήση του διαβατηρίου της και φοιτητικής θεώρησης εισόδου, και ότι, μέσω Τουρκίας, εισήλθε αρχικά στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές και, ακολούθως, εισήλθε παρατύπως στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές (ερ. 38-37).
32. Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι διατηρούσε επιχείρηση παροχής υπηρεσιών μεταφοράς χρημάτων μέσω κινητού τηλεφώνου και ότι, αφού έλαβε χρηματικό έμβασμα από το εξωτερικό, ενημερώθηκε πως μέλη του στρατού μετέβησαν στην αγορά όπου εργαζόταν και άρχισαν να την αναζητούν, καθώς θεωρήθηκε ότι διευκόλυνε τους Ambazonians στην αγορά όπλων και υποστήριζε τον ένοπλο αγώνα τους (ερ. 35-31).
33. Αξιολογώντας τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς: (α) την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ της Αιτήτριας, (β) ότι αναζητείται από τον στρατό λόγω εικαζόμενης συνεργασίας της με τους αυτονομιστές. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθώς κρίθηκε ότι η Αιτήτρια παρείχε επαρκείς και συνεπείς πληροφορίες, οι οποίες επιβεβαιώνονται από τις διαθέσιμες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε, καθώς οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκείς, συγκεκριμένες και λεπτομερείς πληροφορίες προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού ότι αναζητείται από τον στρατό. Βάσει του μόνου αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού της Αιτήτριας και επί τη βάσει των διαθέσιμων πηγών πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στο Καμερούν, κρίθηκε ότι η απλή παρουσία αμάχων στην περιοχή δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για να θεμελιώσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, ήτοι ότι πρόκειται για νεαρή, υγιή και ικανή προς εργασία γυναίκα, η οποία διατηρούσε προηγουμένως κερδοφόρα επιχείρηση στο Καμερούν, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι ώστε να γίνει δεκτό ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στην περιοχή Tiko, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, οι Καθ’ ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της Αιτήτριας, κατά την έννοια του άρθρου 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025, ούτε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(1)(α) και (β) των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025. Περαιτέρω, έκριναν ότι δεν στοιχειοθετείται πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας, δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του ίδιου Νόμου. Ως εκ τούτου, εισηγήθηκαν την απόρριψη της αίτησής της και την έκδοση απόφασης επιστροφής.
34. Κατά την καταγραφή της δεύτερης και επίδικης μεταγενέστερης αίτησής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι πλέον έχει αποκτήσει ανήλικο τέκνο, το οποίο αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας, καθώς παρουσιάζει καρδιακή δυσλειτουργία. Πρόσθεσε ότι έχει προγραμματισθεί σχετικό ιατρικό ραντεβού για το έτος 2027, ενώ, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής, το ανήλικο τέκνο της δεν θα έχει πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και δεν θα είναι σε θέση να λάβει τη φαρμακευτική αγωγή που θα του συνταγογραφηθεί.
35. Κατά την καταγραφή της δεύτερης μεταγενέστερης αίτησής της, η Αιτήτρια κατέθεσε επίσης τα ακόλουθα έγγραφα: (α) πιστοποιητικό γέννησης του ανήλικου τέκνου της, από το οποίο προκύπτει ότι γεννήθηκε στις 20.11.2025 στη Λάρνακα, (β) δελτίο επισκέψεων του ΟΚΥΠΥ, επί του οποίου αναγράφεται προγραμματισμένο ραντεβού για τις 25.11.2027, (γ) ιατρική γνωμάτευση/συνταγή παιδιάτρου του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας, στην οποία αναφέρεται ότι το ανήλικο τέκνο παρουσίασε επιπλοκές κατά τη γέννησή του και διακομίστηκε με ασθενοφόρο στη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας του Μακαρείου Νοσοκομείου, όπου νοσηλεύτηκε, και (δ) εξιτήριο ασθενούς από το Μακάρειο Νοσοκομείο, από το οποίο προκύπτει ότι το ανήλικο τέκνο νοσηλεύτηκε από τις 22.11.2025 έως τις 8.12.2025 (ερ. 161-157).
36. Στην Έκθεση-Εισήγηση που ετοιμάστηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση επί της δεύτερης μεταγενέστερης αίτησης, έκριναν ότι, βάσει των διαθέσιμων πηγών πληροφόρησης, καταγράφονται νοσοκομεία σε κοντινή απόσταση από το χωριό Pinyin, όπου διέμενε η Αιτήτρια με την οικογένειά της, με την οποία εξακολουθεί να διατηρεί επικοινωνία και η οποία δύναται να λειτουργήσει ως υποστηρικτικό δίκτυο. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι εντοπίζονται δύο νοσοκομεία με εξειδίκευση στην αντιμετώπιση καρδιολογικών παθήσεων. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι τα όσα προέβαλε η Αιτήτρια συνιστούν νέα στοιχεία, πλην όμως δεν αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, κατά τα οριζόμενα στον περί Προσφύγων Νόμο. Ως προς τα ιατρικά έγγραφα που κατατέθηκαν, κρίθηκε ότι, μολονότι αξιολογήθηκαν ως αξιόπιστα, δεν επαυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, καθόσον δεν τεκμηριώνουν φόβο δίωξης. Ακολούθως, οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού και, επί τη βάσει των διαθέσιμων πηγών πληροφόρησης αναφορικά με την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης, κατέληξαν ότι, σε περίπτωση επιστροφής στο Καμερούν, διασφαλίζεται το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου τέκνου.
37. Με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, διαπιστώνεται ότι η Αιτήτρια, προς υποστήριξη της υπό εξέταση μεταγενέστερης αίτησής της, δεν προσκομίζει οποιοδήποτε νέο στοιχείο το οποίο να συνδέεται άμεσα με τους λόγους διεθνούς προστασίας που η ίδια είχε προβάλει κατά την προηγούμενη διαδικασία. Επικαλείται, ωστόσο, ως νέο πραγματικό δεδομένο τη γέννηση του ανήλικου τέκνου της, καθώς και τα προβλήματα υγείας που αυτό αντιμετωπίζει. Το γεγονός αυτό δεν δύναται να αντιμετωπιστεί απλώς ως μία πρόσθετη περίσταση της μεταγενέστερης αίτησης της μητέρας. Αντιθέτως, η γέννηση του ανηλίκου συνιστά νέο και αυτοτελές ουσιώδες δεδομένο, το οποίο, ως εκ της φύσεώς του, δεν ήταν δυνατόν να προβληθεί ή να αξιολογηθεί κατά την προηγούμενη διαδικασία και επιβάλλει την αυτοτελή και εξατομικευμένη εξέταση της κατάστασης του ίδιου του ανηλίκου.
38. Συναφώς, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο γεγονός ότι, ενώ για την Αιτήτρια η υπό εξέταση διαδικασία αφορά μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας, για το ανήλικο τέκνο της πρόκειται για πρώτη αίτηση διεθνούς προστασίας. Το ανήλικο δεν αποτελούσε μέρος της προηγούμενης διαδικασίας και, ως εκ τούτου, ουδέποτε είχε εξεταστεί αυτοτελώς η δική του ανάγκη διεθνούς προστασίας ούτε του παρασχέθηκε, κατά τρόπο προσαρμοσμένο στην ηλικία και την κατάστασή του, η δυνατότητα να εκθέσει τα στοιχεία που αφορούν τη δική του περίπτωση. Η δυνατότητα αυτή δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκην προσωπική συνέντευξη του ίδιου του ανηλίκου, ιδίως όταν η ηλικία του δεν το επιτρέπει, αλλά δύναται να πραγματωθεί, αναλόγως των περιστάσεων, μέσω της μητέρας του ή άλλου προσώπου που νομίμως το εκπροσωπεί. Εκείνο που δεν μπορεί να παραλειφθεί είναι η ουσιαστική διερεύνηση των πραγματικών περιστατικών που αφορούν ειδικώς το ανήλικο και η εξατομικευμένη αξιολόγηση του κατά πόσον αυτά θεμελιώνουν ανάγκη διεθνούς προστασίας.
39. Το γεγονός ότι οι Καθ’ ων η αίτηση επιχείρησαν, στο πλαίσιο εξέτασης της μεταγενέστερης αίτησης της μητέρας, να αξιολογήσουν ορισμένες πτυχές του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου και, ειδικότερα, τη δυνατότητα πρόσβασής του σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στη χώρα καταγωγής, δεν θεραπεύει την πιο πάνω πλημμέλεια. Χωρίς να παρίσταται αναγκαίο, στο παρόν στάδιο, να κριθεί η πληρότητα της εν λόγω έρευνας ή η ορθότητα των συναφών συμπερασμάτων των Καθ’ ων η αίτηση, διαπιστώνεται ότι η εξέταση αυτή δεν ισοδυναμεί με αυτοτελή, πλήρη και εξατομικευμένη εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας του ανηλίκου.
40. Η προσέγγιση αυτή συνάδει και με όσα κρίθηκαν σε προηγούμενη νομολογία του παρόντος Δικαστηρίου σε ανάλογο πλαίσιο, όπου η γέννηση τέκνου μετά την προηγούμενη διαδικασία κρίθηκε ως νέο ουσιώδες πραγματικό δεδομένο, το οποίο επέβαλλε αφενός την εξατομικευμένη εξέταση της περίπτωσης του ανηλίκου και αφετέρου τη συνεκτίμησή του κατά την αξιολόγηση του προφίλ και της κατάστασης της μητέρας. Περαιτέρω, έχει υπογραμμιστεί ότι γενικού χαρακτήρα πληροφορίες αναφορικά με την ευημερία, την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ή την εκπαίδευση των ανηλίκων στη χώρα καταγωγής δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την εξατομικευμένη αξιολόγηση του συγκεκριμένου ανήλικου αιτητή και την εξέταση του ενδεχομένου υπαγωγής του στις οικείες διατάξεις περί διεθνούς προστασίας (βλ. ενδεικτικώς, Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις αρ. 5076/22 και 5077/22, N.B.J. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερ. 7.7.2025, υπόθεση αρ. 2966/22, I.S.J.K.K. κ.ά. ν. Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου, ημερ. 9.8.2024, παρ. 68 επ. και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, ΔΕΕ, απόφαση ημερ. 4.10.2028, Ahmedbekova, C-652/16 σκέψη 58, ΔΕΕ, απόφαση ημερ. 11.3.2021, M. A., C-112/20, σκέψεις 36 έως 38)).
41. Η ανάγκη αυτοτελούς εξέτασης του αιτήματος του ανηλίκου αποκτά, εξάλλου, ιδιαίτερη σημασία λόγω της άμεσης αλληλεξάρτησης της κατάστασης μητέρας και τέκνου. Η παρουσία του ανηλίκου, η κατάσταση της υγείας του, οι ιδιαίτερες ανάγκες και ευαλωτότητές του, καθώς και οι συνθήκες υπό τις οποίες αυτό θα κληθεί να διαβιώσει σε περίπτωση επιστροφής, αποτελούν στοιχεία δυνάμενα να επηρεάσουν όχι μόνο την αυτοτελή αξιολόγηση του δικού του αιτήματος, αλλά και την εκτίμηση του προφίλ, της προσωπικής κατάστασης και του ενδεχόμενου κινδύνου που αντιμετωπίζει η ίδια η Αιτήτρια ως μητέρα του.
42. Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατή η πλήρης και ορθή αξιολόγηση της μεταγενέστερης αίτησης της Αιτήτριας χωρίς να έχει προηγηθεί ή, τουλάχιστον, να λάβει χώρα παράλληλα η πλήρης και εξατομικευμένη εξέταση της πρώτης αίτησης διεθνούς προστασίας του ανήλικου τέκνου της, με την τήρηση όλων των διαδικαστικών εγγυήσεων που αυτή συνεπάγεται. Ιδίως, κρίνεται αναγκαία η προηγούμενη διενέργεια συνέντευξης σε σχέση με την αίτηση του ανηλίκου, στο πλαίσιο της οποίας θα παρέχεται η δυνατότητα παράθεσης και διερεύνησης στοιχείων και δεδομένων που αφορούν ειδικώς και αποκλειστικώς το ίδιο το ανήλικο τέκνο και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του. Η εξέταση αυτή θα μπορούσε να λάβει χώρα στο πλαίσιο της ήδη εκκρεμούσας διαδικασίας, διά της κρίσης περί παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης της Αιτήτριας, ώστε να καταστεί δυνατή η παράλληλη και συντονισμένη εξέταση των αιτημάτων διεθνούς προστασίας της ίδιας και του ανήλικου τέκνου της, με πλήρη τήρηση των προβλεπόμενων διαδικαστικών εγγυήσεων και με συνεκτίμηση των ιδιαίτερων περιστάσεων που αφορούν αυτοτελώς το ανήλικο.
43. Υπό το φως των ανωτέρω, η γέννηση του Αιτητή 2, ο οποίος δεν αποτελεί απλώς το ανήλικο τέκνο της Αιτήτριας, αλλά είναι και αυτοτελώς αιτών διεθνούς προστασίας στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, συνιστά, εξ ορισμού, νέο και ουσιώδες γεγονός, το οποίο, ως εκ της φύσεώς του, δεν ήταν δυνατόν να προβληθεί σε προγενέστερο διαδικαστικό στάδιο. Περαιτέρω, υπό το πρίσμα των επιμέρους ευρημάτων που προηγήθηκαν και των ιδιαίτερων περιστάσεων που συνδέονται με το πρόσωπο και την κατάσταση του Αιτητή 2, κρίνεται ότι το εν λόγω νέο στοιχείο είναι ικανό να αυξήσει ουσιωδώς τις πιθανότητες υπαγωγής των Αιτητών σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή επιτυγχάνει και η μεταγενέστερη αίτηση των Αιτητών κρίνεται ως παραδεκτή, με €1000 έξοδα εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση και υπέρ των Αιτητών.
Κ.Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Επισημαίνεται συναφώς ότι, δυνάμει του άρθρου 79 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, για τη θέσπιση κοινής διαδικασίας διεθνούς προστασίας στην Ένωση και την κατάργηση της οδηγίας 2013/32/ΕΕ, ο εν λόγω Κανονισμός εφαρμόζεται από τις 12 Ιουνίου 2026 και εφαρμόζεται στις αιτήσεις διεθνούς προστασίας που υποβάλλονται από την ημερομηνία αυτή και εφεξής. Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι η υπό εξέταση μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας καταχωρίστηκε πριν από τις 12 Ιουνίου 2026, αυτή διέπεται από το προϊσχύσαν νομοθετικό πλαίσιο και, ειδικότερα, από τις εφαρμοστέες διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025, με τις οποίες μεταφέρθηκαν στην κυπριακή έννομη τάξη οι αντίστοιχες διατάξεις της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο