ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. Τ3053/2023
7 Αυγούστου, 2026
[Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
1. N. K.,
2. L. Β.,
ανήλικη δια μέσου της κηδεμόνας της Ν.Κ. (Αιτήτριας 1)
Αιτήτριες
από Γεωργία
και
Κυπριακής Δημοκρατίας,
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπουργείο Εσωτερικών
Καθ’ ων η αίτηση
Δικηγόρος για Αιτήτριες: Ο. Ηλιάδης (κος) για Χρ. Λαζάρου Αρτέμη (κα)
Η παρουσία των Καθ' ων η αίτηση δεν κρίθηκε απαραίτητη και συνεπώς δεν κλήθηκαν να παραστούν στη διαδικασία[1]
Αιτήτρια 1 παρούσα
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής αποτελεί η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 27.10.2023, με την οποία απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτηση των Αιτητριών για διεθνή προστασία, καθώς αυτή κρίθηκε ως απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις(2)(δ), 16Δ(3)(δ), 16Δ(4)(β) και 18(7Β) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «o περί Προσφύγων Νόμος»).
Η παρούσα εμπίπτει στις πρόνοιες του εδαφίου (ε) του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί[2], και συνεπώς η υπόθεση ορίστηκε απευθείας για Ακρόαση από το Πρωτοκολλητείο. Σχετικό Υπόμνημα ως προβλέπει το εδάφιο (ε) του άρθρου 3, καταχωρίστηκε από τους Καθ' ων η αίτηση, συνοδευόμενο και από τον σχετικό διοικητικό φάκελο. Το Δικαστήριο, έχοντας διακριτική ευχέρεια δυνάμει της πρώτης επιφύλαξης του εδαφίου (ε) του άρθρου 3, δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ' ων η αίτηση και η διαδικασία διεξήχθη με μόνη την παρουσία των Αιτητριών και της συνηγόρου τους.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Σκιαγραφώντας τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση των Αιτητριών και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»), διαφαίνονται τα ακόλουθα:
Η Αιτήτρια 1 και η θυγατέρα αυτής, Αιτήτρια 2, ενήλικη πλέον, κατάγονται από τη Γεωργία. Αναχώρησαν από τη χώρα καταγωγής τους στις 29.06.2019 και αυθημερόν, αφίχθησαν νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Στις 08.08.2019 η Αιτήτρια 1 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στην οποία συμπεριέλαβε και την Αιτήτρια 2. Στις 31.08.2020 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στην Αιτήτρια 1 από αρμόδια λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία υπέβαλε την 01.09.2020 Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενη την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 16.03.2021 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου των Αιτητριών, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια 1 στις 12.04.2021, μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ίδιας ημερομηνίας. Εναντίον της απόφασης αυτής η Αιτήτρια 1 καταχώρισε την προσφυγή αρ. 2677/2021 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, η οποία αποσύρθηκε και απορρίφθηκε στις 24.11.2022.
Ακολούθως, στις 10.01.2023 η Αιτήτρια καταχώρισε την υπό εξέταση μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας συντάχθηκε Έκθεση-Εισήγηση στις 26.10.2023 από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), με την εισήγηση όπως η αίτηση αυτή απορριφθεί ως απαράδεκτη. Στις 27.10.2023, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την σχετική εισήγηση απορρίπτοντας την μεταγενέστερη αίτηση των Αιτητριών. Την απόφαση αυτή αμφισβητούν οι Αιτήτριες δια της υπό εξέταση προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Με την προσφυγή τους οι Αιτήτριες, διά της συνηγόρου τους επιζητούν απόφαση
του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσεται άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος η προσβαλλόμενη απόφαση.
Με το εναρκτήριο δικόγραφο τους οι Αιτήτριες, προωθούν πλείονες λόγους ακυρώσεως τους οποίους ωστόσο δεν προώθησαν, τουλάχιστον όχι στο σύνολό τους, κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, στο πλαίσιο της οποίας περιορίστηκαν στον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας καθώς και ότι δεν λήφθηκε υπόψιν το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου.
Επί της ουσίας της υπόθεσης
Εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης σε συνάρτηση και με τους λόγους ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας, τους οποίους οι Αιτήτριες προώθησαν κατά την ακροαματική διαδικασία, παρατηρώ τα ακόλουθα:
Επισημαίνεται ότι αυτό που εν προκειμένω εξετάζεται είναι η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση για απόρριψη της μεταγενέστερης αίτηση των Αιτητριών για διεθνή προστασία, εκδιδόμενη δυνάμει της παραγράφου (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου, η οποία διαβάζεται σε συνάρτηση με τα όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο 16Δ(3)(α) και (β). Σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 4 του άρθρου 40 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ[3], διατάξεις οι οποίες μεταφέρονται στο ημεδαπό δίκαιο με το άρθρο 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς και της σχετικής επί του θέματος νομολογίας, η εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων διενεργείται σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων[4]. Ειδικότερα, το άρθρο 12Βτετράκις (2)(δ) παρέχει τη δυνατότητα στην Υπηρεσία Ασύλου να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας.
Το άρθρο 12Βτετράκις (2)(δ) συμπληρώνεται από τις πρόνοιες του άρθρου 16Δ. Ειδικότερα, το πρώτο αυτό στάδιο του παραδεκτού συνεχίζεται σε περαιτέρω στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού, ως αυτές παρατίθενται στα εδάφια (3) (α) και (β) του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου τα οποία διαλαμβάνουν τα ακόλουθα (έμφαση και υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«16Δ(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος».
Οι προϋποθέσεις λοιπόν του παραδεκτού μίας μεταγενέστερης αίτησης, ως αυτές έχουν καθοριστεί νομοθετικά και ερμηνευθεί νομολογιακά από το ΔΕΕ αλλά και από τα εθνικά μας Δικαστήρια, διαμορφώνονται ως ακολούθως:
Πρώτον, διαπιστώνεται, μέσω προκαταρτικής εξέτασης, κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της απόφασής του (επί της αρχικής αίτησης ασύλου), σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την αρχική αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί κατά δεύτερον: (α) αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χαρακτηρισμού του αιτούντος ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας και (β) εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς υπαιτιότητά του, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα εν λόγω νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία.
Οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς[5].
Σκοπός λοιπόν της προκαταρκτικής έρευνας η οποία κατέληξε στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι ο έλεγχος του κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω εκ της νομοθεσίας τιθέμενες προϋποθέσεις, οι οποίες θα δικαιολογούσαν περαιτέρω εξέταση της απορριφθείσας αιτήσεως ασύλου και όχι η εις βάθος επί της ουσίας έρευνα των νέων ισχυρισμών ωσάν να επρόκειτο για πρώτη αίτηση ασύλου. Αυτή είναι άλλωστε και η σκοπιμότητα των διατάξεων του αρ. 40 (2), (3) και (4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ ως αυτές έχουν ερμηνευθεί στην απόφαση του ΔΕΕ της 9ης Σεπτεμβρίου 2021 στην υπόθεση C-18/20, XY κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, ECLI:EU:C:2021:710 (στο εξής αναφερόμενη ως η «ΧΥ»).
Ενόψει των πιο πάνω, καθίσταται σαφές ότι στις περιπτώσεις όπου δεν υφίσταται ουσιαστική κρίση επί της βασιμότητας της αίτησης ασύλου αλλά κρίση επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης για διεθνή προστασία, όπως εν προκειμένω, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει μόνο κατά πόσον ορθώς η αρμόδια αρχή έκρινε ως απαράδεκτο το αίτημα των Αιτητριών για επανεξέταση της υπόθεσής τους.
Λόγω ακριβώς της περιορισμένης αυτής εξουσίας του Δικαστηρίου αναφορικά με μεταγενέστερη αίτηση η οποία απορρίφθηκε από το στάδιο του παραδεκτού, χωρίς ουσιαστική κρίση επί της βασιμότητας της αίτησης αυτής, το Δικαστήριο αυτό δεν έχει εξουσία να εκδώσει απόφαση επί της βασιμότητας της αίτησης, κρίνοντας δηλαδή το κατά πόσο οι Αιτήτριες δικαιούνται διεθνούς προστασίας ή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Προχωρώντας τώρα στην μελέτη των ενώπιόν μου δεδομένων, διαπιστώνω ότι κατά την υποβολή της υπό κρίση μεταγενέστερης αίτησης η Αιτήτρια 1 κατέγραψε ότι αντιμετώπιζε οικονομικής φύσεως προβλήματα στη Γεωργία, προσθέτοντας ότι είναι διαζευγμένη και διαμένει σε ενοικιαζόμενη οικία με την θυγατέρα της. Επίσης, κατέγραψε ότι η ίδια και η θυγατέρα της δέχτηκαν παρενόχληση λόγω των χρεών του πρώην συζύγου της. Τέλος, δήλωσε ότι εγκατέλειψαν τη Γεωργία για λόγους ασφαλείας (βλ. ερυθρό 88 και μετάφραση αυτού ερυθρό 93 του δ.φ.).
Κατά την αξιολόγηση της υπό εξέταση μεταγενέστερης αίτησης, οι Καθ' ων η αίτηση, εξετάζοντας κατά το πρώτο στάδιο, το παραδεκτό αυτής έκριναν, ως προκύπτει από την Έκθεση-Εισήγηση του λειτουργού (βλ. ερυθρά 101-99 του δ.φ.), με παραπομπή στο περιεχόμενο του φακέλου ότι η Αιτήτρια 1 τόσο στην αρχική της αίτηση, όσο και κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της επικαλέστηκε οικονομικής φύσεως προβλήματα, ισχυρισμοί οι οποίοι εξετάστηκαν κατ’ ουσία και απορρίφθηκαν. Ακολούθως, επεσήμαναν ότι τα στοιχεία που υπέβαλε η Αιτήτρια δεν αποτελούν νέα στοιχεία τα οποία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας και οι οικονομικοί λόγοι που επικαλείται δεν συνδέονται με τις προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου για χορήγηση διεθνούς προστασίας. Ως προς τον ισχυρισμό της ότι άτομα παρενοχλούσαν την ίδια και την θυγατέρα της, επειδή ο πρώην σύζυγός της είχε πολλά χρέη, οι Καθ’ ων η αίτηση σημείωσαν ότι η Αιτήτρια δεν επικαλέστηκε τους λόγους για τους οποίους δεν αναφέρθηκε στο στοιχείο αυτό κατά την προηγούμενη αίτηση, συνέντευξη και προσφυγή της ενώπιον Δικαστηρίου και επομένως λόγω δικής της υπαιτιότητας δεν υποβλήθηκαν τα εν λόγω στοιχεία.
Τέλος, οι Καθ’ ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις από τα στοιχεία που υποβλήθηκαν ότι σε περίπτωση επιστροφής των Αιτητριών στη χώρα τους, θα διατρέχουν κίνδυνο να υποβληθούν σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και/ή της αρχής της μη επαναπροώθησης.
Στην βάση των πιο πάνω επισημάνσεων, η μεταγενέστερη αίτηση των Αιτητριών απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.
Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω συνοπτικά το περιεχόμενο της αρχικής αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας 1, καθώς και των ισχυρισμών που προέβαλε κατά την προηγούμενη διοικητική και δικαστική διαδικασία, προκειμένου να καταστεί εφικτή η σύγκριση αυτών με τα στοιχεία που επικαλέστηκε προς θεμελίωση της υπό εξέταση μεταγενέστερης αίτησης.
Ειδικότερα, στην αρχική αίτησή της η Αιτήτρια 1 ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη Γεωργία λόγω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων, τα οποία συνδέονταν με τραπεζικό δάνειο, κίνδυνο έξωσης από την κατοικία της και διαφορές με τους εγγυητές του δανείου.
Κατά την προσωπική της συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου στις 31.08.2020, διαφοροποίησε ουσιωδώς την εκδοχή αυτή, δηλώνοντας ότι αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής της αποκλειστικά προς αναζήτηση εργασίας και ότι δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα στη Γεωργία. Παράλληλα, αποστασιοποιήθηκε από τις αναφορές της αρχικής αίτησης περί τραπεζικών δανείων, κινδύνου έξωσης και διαφορών με εγγυητές, υποστηρίζοντας ότι τα σχετικά στοιχεία είχαν καταγραφεί από τον τότε δικηγόρο της.
Ακολούθως, στο πλαίσιο της προσφυγής υπ' αριθ. 2677/2021 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προέβαλε, διά του συνηγόρου της, διαφορετικούς πραγματικούς ισχυρισμούς, υποστηρίζοντας ότι η ίδια και η θυγατέρα της υφίσταντο ρατσιστική μεταχείριση στη Γεωργία, ενώ ο πρώην σύζυγός της, λόγω της αντίθεσής του προς το πολιτικό καθεστώς, δεχόταν επαγγελματικό αποκλεισμό, απειλές και σωματική βία. Η προσφυγή εκείνη, ωστόσο, αποσύρθηκε και απορρίφθηκε.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι το αντικείμενο της παρούσας δίκης δεν είναι η εκ νέου αξιολόγηση των λόγων για τους οποίους η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της ούτε η επί της ουσίας εξέταση των ισχυρισμών που προβάλλει με τη μεταγενέστερη αίτησή της. Το Δικαστήριο καλείται να ελέγξει αποκλειστικά κατά πόσον οι Καθ' ων η αίτηση εφάρμοσαν ορθά το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει το παραδεκτό των μεταγενέστερων αιτήσεων και ειδικότερα αν ορθώς έκριναν ότι δεν συνέτρεχαν οι σωρευτικές προϋποθέσεις του άρθρου 16Δ(3) του περί Προσφύγων Νόμου για να ακολουθήσει ουσιαστική εξέταση της αίτησης.
Εξετάζοντας, συνεπώς, το περιεχόμενο της μεταγενέστερης αίτησης σε αντιπαραβολή με όσα είχαν ήδη προβληθεί κατά την αρχική διοικητική διαδικασία και την επακολουθήσασα δικαστική διαδικασία, προκύπτει ότι οι Καθ' ων η αίτηση διαχώρισαν ορθά τους δύο ισχυρισμούς που προέβαλε η Αιτήτρια. Αφενός, έκριναν ότι η επίκληση οικονομικών δυσχερειών δεν συνιστούσε νέο στοιχείο, αφού οι σχετικοί ισχυρισμοί είχαν ήδη προβληθεί και αξιολογηθεί κατά την εξέταση της αρχικής αίτησης. Αφετέρου, ως προς τον ισχυρισμό ότι η ίδια και η θυγατέρα της παρενοχλούνταν λόγω των χρεών του πρώην συζύγου της, διαπίστωσαν ότι αυτός προβαλλόταν για πρώτη φορά, χωρίς όμως η Αιτήτρια να εξηγεί για ποιο λόγο δεν τον είχε επικαλεστεί κατά την προηγούμενη διοικητική ή δικαστική διαδικασία, ώστε να πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 16Δ(3)(β)(ii). Περαιτέρω, έκριναν ότι ούτε το στοιχείο αυτό ήταν ικανό να αυξήσει σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, κατά την έννοια του άρθρου 16Δ(3)(β)(i) [6].
Η κατάληξη αυτή βρίσκει σύμφωνο και το παρόν Δικαστήριο.. Ειδικότερα, ως προς τις οικονομικές δυσχέρειες που επικαλείται η Αιτήτρια 1, διαπιστώνεται ότι αυτές δεν συνιστούν νέο στοιχείο ή πόρισμα, αλλά επανάληψη ισχυρισμών που είχαν ήδη προβληθεί και αξιολογηθεί κατά την εξέταση της αρχικής αίτησής της. Ως προς τον ισχυρισμό περί παρενόχλησης της ίδιας και της θυγατέρας της λόγω των οφειλών του πρώην συζύγου της, αυτός πράγματι προβάλλεται για πρώτη φορά με τη μεταγενέστερη αίτηση. Πλην όμως, η Αιτήτρια δεν παρέχει οποιαδήποτε εξήγηση ως προς τον λόγο για τον οποίο δεν επικαλέστηκε το περιστατικό αυτό κατά την προηγούμενη διοικητική ή δικαστική διαδικασία, ούτε προσδιορίζει τον χρόνο ή τις περιστάσεις υπό τις οποίες φέρεται να έλαβε χώρα η εν λόγω παρενόχληση. Υπό τα δεδομένα αυτά, ορθώς οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 16Δ(3)(β)(ii) του περί Προσφύγων Νόμου.
Ερωτηθείσα σχετικώς, η Αιτήτρια 1 ανέφερε ότι ο πρώην σύζυγός της διατηρούσε οικονομικές οφειλές και ότι πρόσωπα προς τα οποία αυτός χρωστούσε δημιουργούσαν προβλήματα στην ίδια και στη θυγατέρα της. Ωστόσο, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει αν η κατάσταση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται, καθότι δεν διατηρεί πλέον οποιαδήποτε επικοινωνία με τον πρώην σύζυγό της. Ερωτηθείσα περαιτέρω για ποιο λόγο δεν είχε επικαλεστεί τα περιστατικά αυτά κατά την αρχική διοικητική διαδικασία, περιορίστηκε να αναφέρει ότι ο τότε δικηγόρος της θα τα συμπεριλάμβανε μαζί με τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε. Η εξήγηση αυτή, όμως, δεν συμβιβάζεται με το περιεχόμενο της προσωπικής της συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, κατά την οποία η ίδια δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της αποκλειστικά προς αναζήτηση εργασίας και αποστασιοποιήθηκε ακόμη και από τις αναφορές της αρχικής αίτησης περί τραπεζικών δανείων και οικονομικών διαφορών.
Περαιτέρω, κατά την ακροαματική διαδικασία διευκρίνισε ότι τα πρόσωπα που, κατά τους ισχυρισμούς της, την παρενοχλούσαν ήταν συγγενείς του πρώην συζύγου της, οι οποίοι επικοινωνούσαν τηλεφωνικώς μαζί της εξαιτίας των χρεών του τελευταίου, προσθέτοντας ταυτόχρονα ότι τα περιστατικά αυτά ανάγονται σε χρονικό διάστημα προ πενταετίας. Οι διευκρινίσεις αυτές όχι μόνο δεν ενισχύουν τον ισχυρισμό της περί ύπαρξης νέων στοιχείων, αλλά αντιθέτως επιβεβαιώνουν ότι τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται ήταν ήδη γνωστά στην ίδια κατά τον χρόνο υποβολής της αρχικής αίτησης διεθνούς προστασίας.
Ως προς τον ισχυρισμό περί μη συνεκτίμησης του βέλτιστου συμφέροντος της Αιτήτριας 2, αυτός προβλήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία γενικώς και αορίστως, χωρίς να εξειδικεύεται με ποιον τρόπο η προσβαλλόμενη απόφαση θίγει συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομο συμφέρον της. Δεν προσδιορίστηκαν ιδιαίτερες περιστάσεις που να αφορούν την προσωπική κατάσταση της Αιτήτριας 2 ούτε υποβλήθηκαν στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η επιστροφή της στη χώρα καταγωγής θα συνεπαγόταν ιδιαίτερη επιβάρυνση ή κίνδυνο για την ίδια. Εξάλλου, κατά τον χρόνο συζήτησης της υπόθεσης η Αιτήτρια 2 είχε ήδη ενηλικιωθεί, χωρίς να έχει προβάλει αυτοτελή λόγο διεθνούς προστασίας. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ο σχετικός ισχυρισμός παραμένει αόριστος και ανεπίδεκτος ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου.
Υπό το φως όλων των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι ο ισχυρισμός περί παρενόχλησης της Αιτήτριας 1 και της θυγατέρας της λόγω των οφειλών του πρώην συζύγου της προβάλλεται μεν για πρώτη φορά στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησης, πλην όμως αφορά περιστατικά τα οποία, κατά τους ίδιους τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας 1, ήταν ήδη γνωστά σε αυτήν κατά τον χρόνο εξέτασης της αρχικής αίτησης. Η Αιτήτρια 1 δεν παρέχει πειστική εξήγηση ως προς τον λόγο για τον οποίο δεν τα επικαλέστηκε κατά την προηγούμενη διοικητική ή δικαστική διαδικασία, ενώ οι ισχυρισμοί αυτοί διατυπώνονται με γενικότητα, χωρίς συγκεκριμένο χρονικό ή πραγματικό προσδιορισμό και χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε σύνδεσή τους με λόγο δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης ή με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Υπό τα δεδομένα αυτά, ορθώς οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι δεν πληρούνταν οι σωρευτικές προϋποθέσεις του άρθρου 16Δ(3)(β) του περί Προσφύγων Νόμου για να προχωρήσουν σε ουσιαστική εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης.
Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη, ερείδεται επί ορθής εφαρμογής του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου και προέκυψε κατόπιν δέουσας έρευνας των στοιχείων που είχαν τεθεί ενώπιον της Διοίκησης. Ως εκ τούτου, ο λόγος ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας και ανεπαρκούς αιτιολογίας απορρίπτεται ως αβάσιμος.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Από τα ενώπιόν μου δεδομένα, διαπιστώνω ότι η Υπηρεσία Ασύλου εξέτασε τους ισχυρισμούς των Αιτητριών, στο μέτρο που αυτοί θα ήταν κρίσιμοι για το παραδεκτό της μεταγενέστερης αίτησής τους για άσυλο. Από τα όσα καταγράφονται σε αυτήν, ουδέν νέο στοιχείο ή πόρισμα προβάλλεται, το οποίο να πληροί σωρευτικώς τις προϋποθέσεις του άρθρου 16Δ(3)(β) ώστε να μπορούσε να θεωρηθεί ότι αυτή χρήζει περαιτέρω εξέτασης και/ή κλήσης της σε συνέντευξη για την κατ' ουσία εξέταση του αιτήματός τους. Ορθώς συνεπώς οι Καθ' ων η αίτηση, κατά το προκαταρκτικό αυτό στάδιο εξέτασης της αίτησής της, έκριναν ότι δεν πληρείται καμία εκ των δύο προϋποθέσεων που τίθενται (σωρευτικώς) στο άρθρο 16Δ(3)(β) ώστε να προβούν σε ουσιαστική εξέταση των νέων στοιχείων.
Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της μεταγενέστερης αίτησής του, υπό το φως των συναφών διατάξεων που τυγχάνουν εφαρμογής, φρονώ ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση αποτελεί προϊόν ορθής αξιολόγησης όλων των δεδομένων και στοιχείων που αυτοί είχαν ενώπιόν τους, σύμφωνα και με το Νόμο και είναι πλήρως αιτιολογημένη και συνεπώς η απόφαση τους για απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης των Αιτητριών ως απαράδεκτης είναι ορθή.
Οποιαδήποτε διαφορετική αντιμετώπιση, θα καθιστούσε τη διαδικασία ατέρμονη, καταχρηστική και αντίθετη με τους σκοπούς του Περί Προσφύγων Νόμου και της σχετικής Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2013/32/ΕΕ.
Πέραν των ανωτέρω και συμπληρωματικώς, επισημαίνω ότι η χώρα καταγωγής των Αιτητριών (Γεωργία), συμπεριλαμβάνεται στις χώρες που έχουν ορισθεί ως ασφαλείς χώρες ιθαγένειας σύμφωνα με το Διάταγμα του Υπουργού Εσωτερικών ημερομηνίας 29.05.2026 (Κ.Π.Δ. 242/2026), χωρίς εν προκειμένω οι Αιτήτριες να έχουν προβάλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς ή στοιχεία που αφορούν προσωπικά στις ίδιες και οι οποίοι να ανατρέπουν το τεκμήριο περί ασφαλούς χώρας καταγωγής. Ο κατάλογος των ασφαλών χωρών ιθαγένειας καθορίζεται από τον Υπουργό Εσωτερικών όταν ικανοποιηθεί βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών ότι στις οριζόμενες χώρες, γενικά και μόνιμα, δεν υφίστανται πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή η οποία προκύπτει από την χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.
Ως εκ των όσων έχουν αναπτυχθεί ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με €500 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Αιτητριών.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Δυνάμει του εδαφίου (ε) του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019).
[2] Δυνάμει του εδαφίου (ε) του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019).
[3] ΟΔΗΓΙΑ 2013/32/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (αναδιατύπωση).
[4] Σχετική επίσης και η απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Νέα στοιχεία ή πορίσματα), C-921/19, EU:C:2021:478, σκέψη 34.
[6] 16Δ 3(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο