Μ.Ο.Ο. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: T89/25, 7/8/2026
print
Τίτλος:
Μ.Ο.Ο. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: T89/25, 7/8/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: T89/25

 7 Αυγούστου, 2026

[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Μ.Ο.Ο.

Αιτητής

-και-

 

 Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

 

Α. Ευσταθίου (κ), Δικηγόρος για τον Αιτητή

Π. Βρυωνίδου (κα) για Κ. Σάββα(κα), Δικηγόρος για τους Καθ’ων η Αίτηση

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π:  Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση, ημερομηνίας 27/01/2025, με την οποία απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτησή του για διεθνή προστασία ως απαράδεκτη. Αιτείται, μέσω της αίτησης ακυρώσεως του, απόφαση του Δικαστηρίου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και αιτείται απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ο Αιτητής ως πρόσφυγας ή ως δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας.  Εναλλακτικά αιτείται απόφαση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση επιστροφής είναι άκυρη, παράνομη και στερούμενη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.

 

Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως προκύπτουν από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου (εφεξής αναφερόμενος ως «δ.φ.») έχουν ως ακολούθως:

 

Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Νιγηρίας και εισήλθε παρατύπως στην Κυπριακή Δημοκρατία όπου συμπλήρωσε στις 22/06/2021 αίτηση διεθνούς προστασίας.

 

Στις 12/07/2021, διεξήχθη συνέντευξη ειδικών αναγκών και ευαλωτότητας του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό. Στις 10/01/2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδια λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου προς εξέταση του αιτήματός του για διεθνή προστασία. Κατόπιν της συνέντευξης, η λειτουργός ετοίμασε Έκθεση – Εισήγηση ημερομηνίας 02/02/2022 προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με το αίτημα του Αιτητή. Αυθημερόν, ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την ανωτέρω εισήγηση και απέρριψε την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία.

 

Στις 08/02/2022 ετοιμάστηκε απορριπτική επιστολή από την Υπηρεσία Ασύλου συνοδευόμενη από αιτιολόγηση αυτής, η οποία επιδόθηκε στον Αιτητή δια χειρός αυθημερόν. Στις 09/02/2022, ο Αιτητής  καταχώρισε αυτοπροσώπως την υπ’ αριθμόν 818/22 προσφυγή ενώπιον του Δ.Δ.Δ.Π., η οποία απορρίφθηκε στις 20/01/2023 με την υπ’ αριθμόν 818/22 απόφαση του Δικαστηρίου.

 

Στις 20/11/2024, το Κυπριακό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες απέστειλε επιστολή προς την Υπηρεσία Ασύλου συνοδευόμενη από μεταγενέστερη αίτηση, ίδιας ημερομηνίας, που είχε συμπληρωθεί από τον Αιτητή, ο οποίος κατά τον χρόνο εκείνο κρατούντο στα αστυνομικά κρατητήρια Περιστερώνας.

 

Στις 15/01/2025, ο Αιτητής συμπλήρωσε και υπέβαλε εκ νέου μεταγενέστερη αίτηση από τις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας όπου είχε μεταφερθεί. Στις 23/01/2025, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση – Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με το αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του Αιτητή για διεθνή προστασία. Στις 27/01/2025, εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών ως ο Νόμος ορίζει,  λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε για λογαριασμό του Προϊσταμένου  την ανωτέρω εισήγηση και απέρριψε την μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή ως απαράδεκτη. Στις 05/02/2025 ετοιμάστηκε απορριπτική επιστολή από την Υπηρεσία Ασύλου, η οποία επιδόθηκε στον Αιτητή δια χειρός αυθημερόν.

 

Στις 18/02/2025, ο Αιτητής καταχώρησε δια μέσου των συνηγόρων του την υπό κρίση προσφυγή.

 

Δια της γραπτής του αγόρευσης, ο Αιτητής προβάλλει λόγους ακύρωσης που αφορούν στην λανθασμένη αξιολόγηση του νομικού πεδίου για τις μεταγενέστερες αιτήσεις, την εμφιλοχώρηση νομικής πλάνης και την έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας. Υποστηρίζει ότι η εκτίμηση των Καθ’ ων η Αίτηση ότι ο ίδιος από δική του υπαιτιότητα δεν αναφέρθηκε στις απειλές που λάμβανε από την οικογένειά του σε προγενέστερο της μεταγενέστερης αίτησης στάδιο εφόσον αυτές φαίνεται να προϋπήρχαν, δεν ευσταθεί αφού ξεκίνησε να λαμβάνει τις εν λόγω τον Ιούλιο του 2023, χρόνο κατά τον οποίο είχε ήδη λάβει απορριπτική απόφαση επί του αρχικού αιτήματός  του και ότι ο ίδιος όφειλε, ως άτομο που έχει υποστεί βασανιστήρια και άλλης μορφής βία, να τύχει αξιολόγησης ειδικών αναγκών ως προνοεί το άρθρο 9ΚΔ του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Περαιτέρω, ο Αιτητής υποβάλλει ότι η αλληλογραφία μεταξύ του Κυπριακού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες και των Καθ’ ων η Αίτηση και η προηγούμενη μεταγενέστερη του αίτηση, ημερομηνίας 20/11/2024, η οποία συνοδευόταν από επιστολή του Κυπριακού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες προστέθηκαν στον φάκελο της Διοίκησης μετά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης και επομένως η απόφαση βασίστηκε σε ελλιπή γνώση των στοιχείων της υπόθεσης. Προβάλει επίσης λόγους ακύρωσης που αφορούν στην πλημμελή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας των Καθ’ ων η Αίτηση και αναφέρει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση όφειλαν να εξετάσουν την μεταγενέστερη αίτηση του ομοίως με την κανονική διαδικασία εξέτασης δυνάμει του άρθρου 13 του Νόμου.

 

Ο Αιτητής υποστηρίζει ότι η επίδικη πράξη λήφθηκε καθ’ υπέρβαση των εξουσιών των Καθ’ ων  και από άτομο το οποίο δεν είναι νόμιμα διορισμένο και ότι ο διορισμός του είναι αντισυνταγματικός και/ή αντινομικός και/ή εσφαλμένος. Παραθέτει τον τρόπο κατά τον οποίο όφειλαν οι Καθ’ ων η Αίτηση να εξετάσουν τον ισχυρισμό του περί ομοφυλοφιλίας και καταληκτικά προβάλλει ότι πρέπει να αναγνωρισθεί στον ίδιο καθεστώς πρόσφυγα και/ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή να διαταχθεί από το Δικαστήριο η επανεξέταση της απορριφθείσας μεταγενέστερης αίτησης και ακύρωση της απόφασης επιστροφής του στη χώρα καταγωγής.

 

Επί της γραπτής αγόρευσής του, ο Αιτητής επισυνάπτει τα εξής έγγραφα:

1.    Διατάγματα κράτησης και απέλασης σε βάρος του Αιτητή, ημερομηνίας 04/04/2025, ως Παράρτημα Α.

2.   Υπ’ αριθμόν Τ99/2024 ενδιάμεση απόφαση του Δ.Δ.Δ.Π., ημερομηνίας 05/04/2024, ως Παράρτημα Β.

3.   Credibility Assessment in Asylum Procedures: A Multidisciplinary training manual Volume 2, χρονολογίας 2015, ως Παράρτημα Γ.

4.   Summary Report – Informal Meeting of Experts on Refugee Claims relating to Sexual Orientation and Gender Identity των οργανώσεων UNHCR, IARLJ, ELENA, ημερομηνίας 10/09/2011, ως Παράρτημα Δ.

5.   Guidelines on International Protection No. 9 της οργάνωσης UNHCR, ημερομηνίας 23/10/2012, ως Παράρτημα Ε.

6.   Έκθεση με τίτλο State – Sponsored Homophobia, Global Legislation Overview Update της οργάνωσης ILGA, χρονολογίας 2020, ως Παράρτημα ΣΤ.

7.   Country Policy and Information Note Nigeria: Sexual Orientation, gender identity and expression (SOGIE) του UK Home Office, ημερομηνίας Φεβρουαρίου 2022, ως Παράρτημα Ζ.

8.   UNHCR Guidance Note on Refugee Claims Relating to Sexual Orientation and Gender Identity της οργάνωσης UNHCR, ημερομηνίας 21/11/2008, ως Παράρτημα Η.

9.   Ηλεκτρονική αλληλογραφία με θέμα «Προσχέδιο Απόφασης με τίτλο «Καθορισμός της ημερομηνίας έναρξης της ισχύος του Νόμου που προβλέπει για την ίδρυση Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας και για Συναφή Θέματα, ημερομηνίας 30/05/2024, και απόσπασμα από τα πρακτικά της συνεδρίας του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 29/05/2024, ως Παράρτημα Θ.

10.                Κατάλογος Αυθεντιών, στον οποίο εμπεριέχεται σχετική νομολογία όπως αυτή μνημονεύεται στην γραπτή αγόρευση και αποσπάσματα από εγχειρίδια Διοικητικού Δικαίου.

 

Οι Καθ’ ων η Αίτηση μέσω της γραπτής τους αγόρευσης υποβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθόλα νόμιμη και ορθή, προϊόν δέουσας έρευνας και αιτιολογίας και σύμφωνη με τις νομοθετημένες διατάξεις. Περαιτέρω υποστηρίζουν ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο Αιτητής στο εισαγωγικό δικόγραφο δεν αναπτύσσονται επαρκώς στην γραπτή του αγόρευση, οι ισχυρισμοί του δεν υπάγονται σε πραγματικά περιστατικά και το παρόν Δικαστήριο εξετάζει μονάχα σε ό,τι αφορά το παραδεκτό της μεταγενέστερης αίτησης και όχι την ουσία της υπόθεσης και ως εκ τούτου, το αιτητικό του Αιτητή που αφορά στην έκδοση νέας απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης του πρέπει να απορριφθεί διότι δεν εμπίπτει στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Αναφορικά με τον ισχυρισμό για υπέρβαση εξουσιών, σημειώνουν ότι ουδεμία υπέρβαση σημειώθηκε και ότι παρέλκει η ενασχόληση με το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας το οποίο εν πάση περιπτώσει κακώς εγέρθηκε καθότι δεν σχετίζεται με την έκβαση της υπόθεσης. Καταληκτικά υποστηρίζουν ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να ανατρέψει το τεκμήριο κανονικότητας και νομιμότητας και να αποδείξει την βασιμότητα των ισχυρισμών στη μεταγενέστερη αίτηση του.

 

Στα πλαίσια της απαντητικής του αγόρευσης, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι δεν πρέπει να ληφθούν υπόψιν οι ισχυρισμοί των Καθ’ ων η Αίτηση που δεν αφορούν σε ζητήματα συνταγματικότητας διότι κατά αυτόν τον τρόπο δυνητικά θα καταστρατηγούνταν η αρχή της ισότητας των όπλων αφού δεν υπάρχει πλήρης ένσταση των Καθ’ ων με την οποία να δικογραφούνται πλήρως τα νομικά σημεία επί των οποίων ενίστανται. Πέραν τούτου, υποβάλλει ότι οι νομικοί ισχυρισμοί που προβάλλονται στην γραπτή αγόρευση συσχετίζονται με πραγματικά περιστατικά και βασίζονται σε ακριβείς αναφορές σε γεγονότα. Σε σχέση με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, τονίζει, ότι εφόσον τα νέα στοιχεία που προβάλλονται με την μεταγενέστερη αίτηση αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες παροχής διεθνούς προστασίας, η αίτηση πρέπει να συνεχιστεί με πλήρη και ουσιαστική εξέταση, άλλως να απορριφθεί ως απαράδεκτη και πως εν πάση περιπτώσει, η αρχή της μη επαναπροώθησης επιβάλλει πραγματικό έλεγχο των στοιχείων της υπόθεσης, παραπέμπει δε στην υπ’ αριθμόν C – 585/16 απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην 51/2022 Έφεση κατά απόφασης Δ.Δ.Δ.Π.

 

Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης υποβλήθηκε μονομερής αίτηση από τον Αιτητή, με την οποία αιτήθηκε Διάταγμα Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η δυνατότητα παραμονής του στη Δημοκρατία μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης.  Το Δικαστήριο, με απόφαση του ημερομηνίας 10 Απριλίου 2025, ενέκρινε την εν λόγω αίτηση, καταγράφοντας ότι προκύπτει έκδηλη παρανομία της επίδικης απόφασης καθώς και ενδεχόμενη παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης σε περίπτωση που απελαθεί, και ως εκ τούτου ενδεχόμενη ανεπανόρθωτη ζημιά.

 

Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, οι συνήγοροι των διαδίκων υιοθέτησαν την γραπτή τους αγόρευση, απαντώντας σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου και εγείροντας θέμα αντισυνταγματικότητας  ειδικότερα των άρθρων 5 και 8 του περί Ίδρυσης Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2024 (Ν. 23(Ι)/24).  Συγκεκριμένα τέθηκε ότι η εξουσία των Καθ’ων η Αίτηση ή λειτουργών τους να αποφασίζουν επί αιτήσεων διεθνούς προστασίας ως τμήμα του Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας είναι αντισυνταγματική εφόσον έχει μεταφερθεί αντινομικά και/ή αντισυνταγματικά.  Έγινε δε αναφορά ιδιαίτερα στο άρθρο 54 του Συντάγματος.  Υποστηρίχθηκε ότι η προσβαλλόμενη λήφθηκε από άτομο το οποίο δεν είναι νόμιμα διορισμένο ή/και συγκεκριμένα, ο υπογράφων την προσβαλλόμενη έχει και/ή είχε εξουσιοδοτηθεί για να ασκεί την εν λόγω αρμοδιότητα εξέτασης και/ή απόφασης επί αιτήσεων για διεθνή προστασία, σύμφωνα με τον περί Προσφύγων Νόμο, από τον Υφυπουργό Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας παρά τω Προέδρω, ο διορισμός του οποίου είναι αντισυνταγματικός και/ή αντινομικός και/ή εσφαλμένος, συμπαρασύροντας τις διοικητικές ενέργειες που ακολούθησαν τον διορισμό του.

 

Η δε συνήγορος των Καθ’ων η Αίτηση αντέτεινε ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις έχουν εκδοθεί από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου και όχι από το Υφυπουργείο Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας και δεν είναι απαραίτητο για την επίλυση της επίδικης διαφοράς να εξεταστεί το ζήτημα αυτό.  Εγέρθηκε επίσης ζήτημα έλλειψης εξειδίκευσης στην αίτηση ακυρώσεως του εγειρόμενου ισχυρισμού αντισυνταγματικότητας, με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Αιτητή να παραπέμπει στα σχετικά σημεία και στους ισχυρισμούς οι οποίοι αναπτύχθηκαν μέσω των γραπτών αγορεύσεων.

 

Στο σημείο αυτό παραπέμπω στις αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων ως έχουν τεθεί στην υπόθεση Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides (1966) 3 CLR 640. Σύμφωνα με αυτές κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία», καμία νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.  Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική, τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος. Αν είναι δυνατόν τα δικαστήριο θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.  Περαιτέρω, η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια, τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως, εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς (Dias United Publishing Co Ltd v. Δημοκρατίας (1996) 3 Α.Α.Δ. 550, Ζαβρός ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ 380).

 

Εν πρώτοις, ανατρέχοντας στα νομικά σημεία της αίτησης ακυρώσεως κι ειδικότερα στα σημεία 18 και 19, κρίνεται πως υπάρχει η απαιτούμενη, εκ της νομολογίας, εξειδίκευση του εγερθέντος ζητήματος αντισυνταγματικότητας και προχωρώ στην εξέτασή του (Constantinos Chimonides v. Evanthia K. Manglis (1967) 1 C.L.R. 125, ΡΙΚ ν. Καραγιώργη (1991) 3 Α.Α.Δ. 159).

  

Συνεχίζοντας με την εξέταση του θέματος της αντισυνταγματικότητας, όπως προκύπτει από το αιτητικό της προσφυγής, επίδικη διοικητική πράξη, είναι η απόρριψη του μεταγενέστερου αιτήματος του Αιτητή ως απαράδεκτη από εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργό να ασκεί μέρος των εξουσιών ή να εκτελεί μέρος των καθηκόντων του Προϊσταμένου που αφορούν στην έκδοση αποφάσεων επί αιτημάτων διεθνούς προστασίας, περιλαμβανομένων μεταγενέστερων αιτήσεων (άρθρο 16Δ) (βλ. εξουσιοδότηση ερυθρό 89 του δ.φ.).

 

Αυτό που προκύπτει από το ίδιο το σώμα των προσβαλλόμενων διοικητικών αποφάσεων, είναι πως στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει εκδοθεί στη βάση του περί Προσφύγων Νόμου, ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, από λειτουργό που ασκούσε τα καθήκοντα του Προϊσταμένου κατόπιν εξουσιοδότησης του Υπουργού Εσωτερικών, ως άλλωστε προβλέπει το άρθρο 2(1) του περί Προσφύγων Νόμου.    Δεν εντοπίζω να έχουν τύχει εφαρμογής, στην υπό εξέταση περίπτωση, οι πρόνοιες του περί της Ίδρυσης Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2024, Ν. 23(Ι)/2024.

 

 Ενόψει των ανωτέρω, καταλήγω ότι, για την έκδοση των προσβαλλόμενων διοικητικών πράξεων, εφαρμογή δεν τυγχάνουν οι διατάξεις του περί της Ίδρυσης Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2024, Ν. 23(Ι)/2024, αλλά οι διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, όπως αυτός είχε τροποποιηθεί και ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ειδικότερα, οι διατάξεις του τελευταίου, ως προς την αρμοδιότητα έκδοσης αποφάσεων επί μεταγενέστερων αιτήσεων, παρέμειναν αναλλοίωτες και μετά την ίδρυση του Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η επίδικη απόφαση εκδόθηκε από λειτουργό ο οποίος είχε δεόντως εξουσιοδοτηθεί από τον Υπουργό Εσωτερικών, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου. Ως εκ τούτου, η αρμοδιότητα του εν λόγω λειτουργού προς έκδοση της επίδικης απόφασης ερείδεται ευθέως στις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου και δεν εξαρτάται από τις διατάξεις του Ν. 23(Ι)/2024.

 

Συναφώς, σχετική είναι και η απόφαση της Προέδρου του Διοικητικού Δικαστηρίου, κας Γαβριήλ, στην υπόθεση αρ. 484/25, ημερομηνίας 12 Ιουνίου 2025, Μ.Ο.Ο. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, δια της Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης, στην οποία με παρέπεμψαν οι Καθ’ ων η Αίτηση. Υιοθετώ το σκεπτικό της εν λόγω απόφασης ως προς τα νομικά ζητήματα που εγείρονται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων περί αντισυνταγματικότητας του περί της Ίδρυσης Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2024, Ν. 23(Ι)/2024.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω πως δεν είναι απαραίτητη, ούτε αναγκαία για την επίλυση της ενώπιον μου διαφοράς, η εξέταση του ζητήματος της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του Ν. 23(Ι)/2024, εξέταση που καθίσταται αλυσιτελής κι αποκτά μόνον θεωρητικό χαρακτήρα και ακαδημαϊκή ενασχόληση. Ο σχετικός λόγος ακύρωσης, απορρίπτεται.

 

Ως εκ τούτου στη συνέχεια θα εξετάσω τα επίδικα θέματα που αφορούν τη νομιμότητα της επίδικης απόφασης, και συγκεκριμένα κατά πόσον η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή νόμιμα κρίθηκε απαράδεκτη, με βάση τις προϋποθέσεις που θέτει ο περί Προσφύγων Νόμος, ως ίσχυε κατά την επίδικη περίοδο που αφορά την απόφαση. Σημειώνω ότι, όσον αφορά την έκταση ελέγχου επί προσφυγών κατά απορριπτικής απόφασης μεταγενέστερης αίτησης διεθνούς προστασίας ως απαράδεκτης, έχουν εκδοθεί σχετικές αποφάσεις του Εφετείου και συγκεκριμένα ημερομηνίας 30 Οκτωβρίου 2024, υπόθεση αρ. 66/22 Deepak Kumar v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου και ημερομηνίας 18 Μαρτίου 2025, υπόθεση αρ. 149/23 Mamta Rani v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, στις οποίες κρίθηκε ότι το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας δεν έχει δικαιοδοσία για εξέταση ουσίας σε προσφυγή κατά απόφασης με την οποία κρίνεται μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη.

 

 

Κρίνω σκόπιμο να γίνει μια αναδρομή στους ισχυρισμούς που προώθησε ο Αιτητής πριν την καταχώρηση της επίδικης μεταγενέστερης αίτησης, αφού η όποια ανάλυση των στοιχείων που έχει προσκομίσει μεταγενέστερα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους ισχυρισμούς που προώθησε στην προγενέστερη διαδικασία εξέτασης της αρχικής αίτησης του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, στο πλαίσιο εξέτασης του παραδεκτού της μεταγενέστερης της αίτησης υπό το φως των προϋποθέσεων που τίθενται από το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Κατά την υποβολή του αρχικού αιτήματός του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής κατέγραψε αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του ότι έφυγε λόγω απειλών κατά της ζωής του (ερ. 1 του δ.φ.).

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ο Αιτητής υποστήριξε ότι όταν ο ίδιος ήταν σε ηλικία πέντε ετών, στην πολιτεία Imo, ο θείος του πυρπόλησε την οικία του, με αποτέλεσμα ο πατέρας του να απωλέσει την όρασή του∙ ο Αιτητής κατά τον χρόνο εκείνο βρισκόταν στην οικία φιλικού προσώπου. Το περιστατικό αυτό έλαβε χώρα διότι ο πατέρας του είχε επιλεγεί από την κοινότητα να γίνει βασιλιάς της, την οποία θέση επιθυμούσε ο θείος του Αιτητή, ο οποίος ήταν ο μεγαλύτερος σε ηλικία και ως εκ τούτου ήθελε να σκοτώσει τον πατέρα του Αιτητή, καθώς και τον ίδιο τον Αιτητή καθότι υπήρχε πιθανότητα να επιλεγεί στη συνέχεια για βασιλιάς, στη θέση του πατέρα του. Ο Αιτητής δήλωσε πως εν τέλει έτερο άτομο επιλέχθηκε ως βασιλιάς λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζε η οικογένειά του. Ακολούθως, ο Αιτητής από κοινού με την οικογένειά του μετοίκησαν στην πολιτεία Enugu όπου τους εντόπισε ο θείος του για να τους σκοτώσει. Έτσι, ο πατέρας του τον μετέφερε στην πολιτεία Kogi ώστε να διαμείνει με έναν ιερέα, όπου και παρακολούθησε σπουδές, έως ότου ο Αιτητής επέστρεψε στην πολιτεία Enugu τον Ιούλιο του 2019. Όταν επέστρεψε, επικοινώνησε με τον ιερά και τον ενημέρωσε πως επιθυμούσε να εγκαταλείψει τη χώρα. Παράλληλα, ο θείος του (που βρισκόταν τότε στην πολιτεία Imo) απέστειλε εκ νέου άτομα να του επιτεθούν (ερ. 23/1Χ του δ.φ.).

 

Οι ισχυρισμοί του Αιτητή αξιολογήθηκαν από την λειτουργό η οποία εντόπισε στην Έκθεση – Εισήγησή της δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προέκυψαν από τις δηλώσεις του Αιτητή:

1.   Νιγηριανός υπήκοος, περιοχή καταγωγής το χωριό Orodo Amakwu, της τοπικής αρχής Mbaitoli, LGA της πολιτείας Imo State και διαμονής την τοπική αρχή Enugu North, της πολιτείας Enugu State, της Νιγηρίας.

2.   Ισχυριζόμενη δίωξη του Αιτητή από τον θείο του λόγω των διαφορών που έχει ο θείος του με τον πατέρα του λόγω πιθανής επιλογής του Αιτητή στη βασιλεία.

 

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από την λειτουργό αφού στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και εξωτερική αξιοπιστία του. Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός από την λειτουργό διότι ο Αιτητής υπέπεσε σε αντιφάσεις ενώ παράλληλα οι δηλώσεις του χαρακτηρίσθηκαν από μη ευλογοφάνεια. Ειδικότερα, σημειώθηκε αντίφαση μεταξύ των δηλώσεων του Αιτητή κατά τη συνέντευξή του σε σχέση με το περιστατικό του εμπρησμού της οικίας του από τον θείο του και των δηλώσεων του κατά την αξιολόγηση ευαλωτότητας, όπου ισχυρίστηκε πως η οικογένειά του απεβίωσε κατά το περιστατικού του εμπρησμού, την οποία αντίφαση δεν ήταν σε θέση να αποσαφηνίσει επαρκώς καθώς και σε σχέση με το αν ο θείος του διώκει μονάχα τον πατέρα του ή και τον ίδιο. Περαιτέρω, αναφέρθηκε σε ένα μονάχα περιστατικό (το 2019) ενώ ως μη ευλογοφανές αξιολογήθηκε το γεγονός πως ενώ η βασιλεία έχει κατά δήλωσή του ανατεθεί σε έτερο άτομο, ο θείος του επιθυμεί ακόμα να βλάψει τον ίδιο και τον πατέρα του. Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία, η αρμόδια λειτουργός κατέγραψε ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής στη συνέντευξή του αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης, καταλήγοντας στην απόρριψη του ισχυρισμού.

 

Η αρμόδια λειτουργός έκρινε ότι οι λόγοι για τους οποίους ο Αιτητής εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 του Περί Προσφύγων Νόμου αλλά ούτε τις προϋποθέσεις για υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου.

 

Κατά της απόφασης των Καθ’ ων να απορρίψουν το αίτημα του Αιτητή στη βάση της ανωτέρω εισήγησης, ο Αιτητής καταχώρισε την προσφυγή 818/22 ενώπιον του ΔΔΔΠ, όπου εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως, χωρίς τη συνδρομή δικηγόρου (ερ. 73-62 του διοικητικού φακέλου). Όπως προκύπτει από την ίδια την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20/01/2023, ο Αιτητής προέβαλε καινοφανή ισχυρισμό περί της αμφιφυλοφιλίας του, ο οποίος κρίθηκε ότι προβλήθηκε παραδεκτώς κατά τη δικαστική διαδικασία λόγω της αυτοπρόσωπης εμφάνισης του Αιτητή, του νεαρού της ηλικίας του και του ευαίσθητου του θέματος. Επιπλέον, έγινε αποδεκτή ως επαρκής η αιτιολογία που έδωσε ο Αιτητής για τον λόγο που δεν προέβαλε τον συγκεκριμένο ισχυρισμό κατά τα προηγούμενα στάδια εξέτασης της αίτησής του, ήτοι ότι θεωρούσε πως η ομοφυλοφιλία απαγορεύεται και στην Κυπριακή Δημοκρατία, όπως στη χώρα καταγωγής του.

 

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο προέβη σε εξέταση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, αξιολογώντας εντούτοις την εσωτερική του αξιοπιστία ως ελλιπή για τους κατωτέρω λόγους (ερ. 65-63 του διοικητικού φακέλου):

Ο Αιτητής ανέφερε πως ο λόγος καταδίωξής του από τον θείο του, ήταν σχέση που είχε ο Αιτητής με τον γιο του θείου του. Ωστόσο, η σχετική αναφορά του Αιτητή υπήρξε λακωνική, με «παντελή έλλειψη παράθεσης στοιχειωδών λεπτομερειών γύρω από το περιστατικό αυτό», ενώ έρχεται και «σε ευθεία αντίφαση με την προηγούμενη αφήγηση περί διενέξεων για τη διαδοχή στη βασιλεία». Σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου, ο Αιτητής υποστήριξε περαιτέρω πως έχει υποστεί κακομεταχείριση από τους συμμαθητές του λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού, πρώτη φορά όταν ήταν δεκαέξι (16) ετών και για τα επόμενα έξι (έξι) χρόνια συνεχόμενα, έως ότου εγκατέλειψε τη χώρα. Το Δικαστήριο σημειώνει πως ο Αιτητής «δεν διευκρίνισε τίποτε περαιτέρω, δηλαδή δεν ανέφερε αν είχε κάποια σχέση την οποία αντιλήφθηκαν οι συμμαθητές του και τον στοχοποίησαν ή, εν πάση περιπτώσει, με ποια αφορμή τον στοχοποίησαν. Επιπλέον, σύμφωνα με την αφήγησή του, μετά το σχολείο παρακολούθησε για ένα χρόνο Πανεπιστήμιο και κατόπιν έλαβε τεχνική εκπαίδευση. Επομένως, δεν είναι λογικά δυνατό οι συμμαθητές του στο σχολείο να τον κακοποιούσαν για έξι χρόνια, όπως ισχυρίζεται. Τέλος, δεν αναφέρθηκε σε καμία σχέση του, είτε στη Νιγηρία, είτε στη Δημοκρατία, γεγονός που συνεκτιμάται κατά την αξιολόγηση[...]».

 

Το Δικαστήριο στην εν λόγω υπόθεση, σημείωσε επιπλέον, πως στην ίδια αξιολόγηση καταλήγει και με τη χρήση του μοντέλου DSSH, εφαρμόζοντας τις παραμέτρους του στις δηλώσεις του Αιτητή (ερ. 63 του διοικητικού φακέλου).

 

 

Στην μεταγενέστερη αίτησή του ημερομηνίας 17/01/25 (σημειώνεται ότι είχε συμπληρωθεί μεταγενέστερη αίτηση και στις 20/11/24, η οποία απεστάλη μέσω του Κυπριακού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες η οποία όμως ουδέποτε καταγράφηκε από τους Καθ’ων η Αίτηση), ο Αιτητής κατέγραψε ότι είναι ομοφυλόφιλος και διατηρούσε σχέση με Κύπριο πολίτη τον οποίο γνώρισε στις 29/03/2023. Περί τον Ιούλιο του 2023 (σ.σ. ενόσω βρισκόταν ακόμα στη Δημοκρατία) αφότου αποκάλυψε  στην οικογένειά του στη Νιγηρία ότι είναι ομοφυλόφιλος, τον απαρνήθηκαν και απείλησαν να τον σκοτώσουν και να τον κάψουν με οξύ. Ο Αιτητής κατέγραψε περαιτέρω ότι, ενώ κατά τους πρώτους μήνες η σχέση του ήταν πολύ καλή, στη συνέχεια, ο σύντροφός του με τον οποίο συγκατοικούσε, έγινε βίαιος και τον κακοποιούσε ψυχικά και σωματικά. Ο Αιτητής προσπάθησε να φύγει από αυτή τη σχέση, ωστόσο δεν είχε καμία διέξοδο, καθώς κατά την περίοδο εκείνη είχε απορριφθεί η αρχική του αίτηση και δεν είχε οποιοδήποτε φιλικό πρόσωπο να τον βοηθήσει ή/και να μείνει μαζί του. Ως εκ τούτου, αναγκάστηκε να συναινέσει σε εθελούσια επιστροφή στη χώρα καταγωγής του.

 

Ο Αιτητής συνεχίζει καταγράφοντας στην αίτηση του ότι περί τον Δεκέμβριο του 2023, γνώρισε τον νέο του σύντροφο, επίσης Κύπριο πολίτη, ο οποίος τον βοήθησε να εγκαταλείψει την προηγούμενη σχέση του (ερ. 79 του διοικητικού φακέλου). Ο Αιτητής δήλωσε ότι σε εκείνο το στάδιο, προσπάθησε αρκετές φορές να επανανοίξει τον φάκελό του στην Υπηρεσία Ασύλου, ωστόσο τον ενημέρωναν ότι δε μπορεί να ανευρεθεί ο φάκελός του. Στις 19/01/2024, εγκατέλειψε την Κυπριακή Δημοκρατία και επέστρεψε στη χώρα καταγωγής του. Όταν αφίχθηκε στην χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στο χωριό του στην πολιτεία Imo, ισχυρίστηκε ότι μεταφέρθηκε από τους γονείς του σε κατάλυμα που έμοιαζε με παραδοσιακό μαντείο όπου τον απειλούσαν, τον κτυπούσαν και τον βασάνιζαν, δεν του έδιναν τροφή και νερό, καθώς επιθυμούσαν να αποβάλει από μέσα του το πνεύμα της ομοφυλοφιλίας. Κατόρθωσε να δραπετεύσει από το μέρος από το οποίο κρατείτο και μετέβη στην Abuja όπου διέμενε με φιλικό του πρόσωπο, ενώ λάμβανε απειλές από την οικογένειά του ότι θα τον σκοτώσουν και θα τον καταγγείλουν στις αρχές της χώρας του για να συλληφθεί και να φυλακισθεί για το σεξουαλικό του προσανατολισμό. Διατηρούσε επικοινωνία με τον σύντροφό του στην Κύπρο, ο οποίος τον βοήθησε οικονομικά ώστε να επιστρέψει στην Δημοκρατία. Όταν τελικά αφίχθηκε, συνελήφθη και βρίσκεται υπό κράτηση. Σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, η ζωή του θα τεθεί σε κίνδυνο (ερ. 78 του διοικητικού φακέλου).

 

Ο αρμόδιος λειτουργός που εξέτασε τη μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή και συνέταξε την Έκθεση/Εισήγηση που αποτελεί και την αιτιολογική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τους ισχυρισμούς που πρόβαλε ο Αιτητής σε αυτήν, ανέφερε ότι στα πλαίσια της αρχικής του αίτησης, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι η ζωή του απειλείται από τον θείο του εξαιτίας διαφορών που είχε με τον πατέρα του λόγω της πιθανής εκλογής του στη βασιλεία, ισχυρισμοί οι οποίοι εξετάστηκαν κατ΄ ουσίαν και απορρίφθηκαν. Στο πλαίσιο της προσφυγής του κατά της απορριπτικής απόφασης των Καθ' ων η Αίτηση, ισχυρίστηκε ότι είναι ομοφυλόφιλος και ακολούθως με την μεταγενέστερη αίτησή του, ανέφερε ότι εξαιτίας του σεξουαλικού του προσανατολισμού επιθυμεί να επανανοίξει ο φάκελός του. Ως εκ τούτου, κατέληξε ότι τα όσα πρόβαλε ο Αιτητής με την μεταγενέστερη αίτησή του δεν συνιστούν νέα στοιχεία.

 

Επιπρόσθετα, ο λειτουργός κατέγραψε στην Έκθεση/Εισήγησή του ότι ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι λάμβανε απειλές από την οικογένειά του εξαιτίας της αποκάλυψης του σεξουαλικού του προσανατολισμού, χωρίς να επικαλεστεί τους λόγους για τους οποίους δεν ανέφερε τα στοιχεία αυτή κατά την αρχική του αίτηση, έστω και εάν φαίνεται να προϋπήρχαν και ως εκ τούτου, λόγω δικής του υπαιτιότητας, δεν υποβλήθηκαν κατά την προηγούμενη διαδικασία.

 

Σημειώνεται ότι η εξέταση μεταγενέστερων αιτήσεων διενεργείται σε δύο στάδια: το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.[1]

 

Ως προβλέπεται στο άρθρο 12Βτετράκις (2)(δ), η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας.

 

Το στάδιο του παραδεκτού, ορίζεται περαιτέρω, από τις προϋποθέσεις που παρατίθενται στα εδάφια (3) (α) και (β) του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου.

 «16Δ(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:

Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον: -

(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και

(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος».

 

Εξετάζοντας λοιπόν τα δεδομένα της υπό κρίση αίτησης, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του παραδεκτού μεταγενέστερης αίτησης σύμφωνα με το Νόμο, διαπιστώνω ότι οι Καθ’ων η Αίτηση δεν εξέτασαν ως όφειλαν τα στοιχεία της αίτησης και η αιτιολογία που έχει παρατεθεί είναι λανθασμένη.  Συγκεκριμένα, διαφαίνεται ότι ο Αιτητής προέβαλε νέους ισχυρισμούς και αναφέρθηκε  σε συμβάντα που έλαβαν χώρα κατόπιν της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση 818/22.  Ως κατέγραψε κατά ή περί τον Μάρτιο του 2023 γνώρισε τον σύντροφό του, τον Ιούλιο 2023 αποκάλυψε στην οικογένειά του ότι είναι ομοφυλόφιλος και στη συνέχεια επέστρεψε με εθελούσια αναχώρηση στη Νιγηρία, όπου, όπως κατέγραψε στην μεταγενέστερη αίτησή του, υπεβλήθη σε κακομεταχείριση εξαιτίας του σεξουαλικού του προσανατολισμού.  Η απόφαση στην υπόθεση 818/22 εκδόθηκε στις 20 Ιανουαρίου 2023 (βλ. ερυθρό 73) και ως εκ τούτου πράγματι οι ισχυρισμοί του Αιτητή αφορούν νέα στοιχεία (βλ. προϋπόθεση που τίθεται από το άρθρο  16Δ(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου).

 

Λανθασμένη και νομικά εσφαλμένη ήταν και η αιτιολογία των Καθ’ων η Αίτηση που βασίστηκε στο άρθρο 16Δ(4) του περί Προσφύγων Νόμου, ήτοι ότι τα στοιχεία αυτά δεν αναφέρθηκαν στην προηγούμενη αίτηση του λόγω δικής του υπαιτιότητας.  Από τη στιγμή που όπως προκύπτει από την ανωτέρω ανάλυση του Δικαστηρίου, τα στοιχεία αυτά δεν είχαν λάβει χώρα, δεν θα μπορούσε να αποδοθεί στον Αιτητή η υπαιτιότητα για τη μη προσκόμισή τους.

 

Όπως προκύπτει από την πιο πάνω ανάλυση, προέκυψαν νέα στοιχεία σε χρόνο μεταγενέστερο της απορριφθείσας αρχικής αίτησης και της έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου επί της προσφυγής που αφορούσε την απόφαση σε σχέση με την αρχική αίτηση.  Τα δε νέα αυτά στοιχεία δεν μπορούσαν να υποβληθούν προηγουμένως από τον Αιτητή και ως εκ τούτου, η αιτιολογία των Καθ’ων η Αίτηση για να κρίνουν την επίδικη μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτή είναι εσφαλμένη. Κατά προέκταση, οι πιο πάνω επισημάνσεις θέτουν, εκ των πραγμάτων, εν αμφιβόλω και κατά πόσο η επίδικη απόφαση λήφθηκε υπό δέουσα έρευνα και, εν πάση περιπτώσει, δημιουργούν εύλογη πιθανότητα πλάνης.  Με δεδομένο ότι τα νέα στοιχεία που κατέθεσε ο Αιτητής ενδεχομένως να αποτελούν έρεισμα για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, οι Καθ’ων η Αίτηση όφειλαν να τα αξιολογήσουν και εξετάσουν στην ορθή νομική τους βάση και ενδεχομένως να ακούσουν τον Αιτητή μέσω ακρόασής και/ή συνέντευξης.

 

Επιπρόσθετα, επισημαίνω ότι οι ισχυρισμοί που αφορούν τον σεξουαλικό προσανατολισμό του Αιτητή και τον κίνδυνο δίωξης που αυτός ενδέχεται να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του αποτελούν ιδιαίτερα ευαίσθητα ζητήματα. Ως εκ τούτου, η αξιολόγησή τους απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, ιδίως όσον αφορά την τυχόν καθυστέρηση ή την διστακτικότητα αιτητή να αποκαλύψει πλήρως τους σχετικούς ισχυρισμούς ήδη από το αρχικό στάδιο της διαδικασίας διεθνούς προστασίας. Η νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η φύση των συγκεκριμένων ισχυρισμών δύναται να δικαιολογεί επιφυλακτικότητα ή σταδιακή αποκάλυψη των πραγματικών περιστατικών, γεγονός που δεν μπορεί, αφ' εαυτού, να οδηγεί σε δυσμενή συμπεράσματα ως προς την αξιοπιστία του αιτητή.

 

Προς υποστήριξη των ανωτέρω παραπέμπω στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-148/13 έως C-150/13, ημερομηνίας 02/12/2014, A, B, C κατά Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie, ECLI:EU:C:2014:2406:

«68. Από τις διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/83 προκύπτει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να κρίνουν ότι εναπόκειται στον αιτούντα να υποβάλει το «συντομότερο δυνατόν» όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αιτήσεώς του για την παροχή διεθνούς προστασίας.

69. Παρά ταύτα, λαμβανομένου υπόψη του ευαίσθητου χαρακτήρα των ζητημάτων που αφορούν την προσωπική σφαίρα ενός προσώπου και, ειδικότερα, τη σεξουαλικότητά του, δεν μπορεί να κριθεί αναξιόπιστη η δήλωση του προσώπου αυτού σχετικά με τον γενετήσιο προσανατολισμό του αποκλειστικά και μόνο λόγω του γεγονότος ότι, εξαιτίας της διστακτικότητάς του να αποκαλύψει προσωπικές πτυχές της ζωής του, δεν δήλωσε εξαρχής την ομοφυλοφιλία του.»

 

Ως αναφέρεται και σε απόφασή μου στην υπόθεση υπ’ αριθμόν Τ2879/23, ημερομηνίας 25/09/2024, S.M.S. και Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου:

«Εξάλλου, όπως έκρινε το ΔΕΕ «έχοντας υπόψη του ευαίσθητου χαρακτήρα των ζητημάτων που αφορούν την προσωπική σφαίρα ενός προσώπου και, ειδικότερα, τη σεξουαλικότητά του, δεν μπορεί να κριθεί αναξιόπιστη η δήλωση του προσώπου αυτού σχετικά με τον γενετήσιο προσανατολισμό του αποκλειστικά και μόνο λόγω του γεγονότος ότι, εξαιτίας της διστακτικότητάς του να αποκαλύψει προσωπικές πτυχές της ζωής του, δεν δήλωσε εξαρχής την ομοφυλοφιλία του.»[1] (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου).»

 

Περαιτέρω, στην παρούσα υπόθεση, παρά το ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός του Αιτητή αποκαλύφθηκε κατά την εκδίκαση της προσφυγής του κατά της απόφασης επί της αρχικής του αίτησης, σημαντικό είναι το γεγονός ότι με την μεταγενέστερη αίτησή του αναφέρθηκε σε περιστατικά βασανιστηρίων και/ή κακομεταχείρισή του που υπέστη στη χώρα καταγωγής του μετά την έκδοση της απόφασης και την επιστροφή του στη χώρα του.

 

Στη βάση των όσων ανέλυσα ανωτέρω, η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση κηρύσσεται άκυρη και στερημένη οιουδήποτε αποτελέσματος δυνάμει του άρθρου 146(4)(β) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν. 73(Ι)/18).  Επιδικάζονται €2.200 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει,  υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση.

 

 

 

                                                                   Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.