ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υποθ. Αρ.: 1060/2025
29 Σεπτεμβρίου 2026
[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ-KΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με τo άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
J.N.M. από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και τώρα στην Λευκωσία
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας , Υπηρεσία Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Δημήτριος Α. Παυλίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόρος για τον Αιτητή
Ραφαέλλα Χαραλάμπους για Νικόλαο Κουρσάρη, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση
Ο Αιτητής είναι απόν.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 04/04/2025, η οποία του κοινοποιήθηκε την 17/04/2025, και δια της οποίας απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή διεθνούς προστασίας και αποφασίστηκε η επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, ως άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερούμενη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Περαιτέρω αιτείται απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται στον Αιτητή καθεστώς διεθνούς προστασίας.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (εφεξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιόν μου, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής ΛΔΚ) και στις 22/07/2022 υπέβαλε αίτηση χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Την 4/12/2024 διεξήχθη συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 02/04/2025 υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την εισήγηση όπως απορριφθεί το αίτημα του Αιτητή. Στις 04/04/2025 ο δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, ενέκρινε την πιο πάνω Έκθεση-Εισήγηση αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή και εξέδωσε απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του. Στις 16/04/2025 εκδόθηκε απορριπτική του αιτήματος του Αιτητή επιστολή από την Υπηρεσία Ασύλου συνοδευόμενη από αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή, παραλήφθηκε δε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον ίδιο, στις 17/04/2025 κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου σε γλώσσα την οποία κατανοεί.
Στη συνέχεια και δη στις 29/04/2025 ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.), προσβάλλοντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο συνήγορος του Αιτητή, δια του εισαγωγικού δικογράφου της αίτησης, προβάλλει διάφορους νομικούς ισχυρισμούς προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης οι οποίοι τίθενται με γενικότητα και χωρίς να συναρτώνται με τα επίδικα γεγονότα. Κατά τη γραπτή του αγόρευση, ο συνήγορος του Αιτητή προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε χωρίς τη διεξαγωγή δέουσας έρευνας, τελεί υπό πλάνη περί τα πράγματα και στερείται επαρκούς αιτιολογίας και /ή στηρίζεται σε εσφαλμένη αιτιολογία.
Ο Αιτητής καταχώρησε Αίτηση επαναφοράς της προσφυγής στις 21/11/2025, η οποία εξετάστηκε στις 08/01/2026 και εκδόθηκε διάταγμα επαναφοράς της προσφυγής την ίδια ημέρα.
Οι Καθ' ων η Αίτηση κατά την Ένστασή τους υπεραμύνονται της ορθότητας και της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη πράξη έχει ληφθεί σύμφωνα με τις διεθνείς και ευρωπαϊκές συμβάσεις, τις διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων, των Κανονισμών και των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου, μετά από επαρκή και/ή δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας των Καθ' ων η Αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, είναι δε επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη.
Ακολούθως, στην γραπτή τους αγόρευση, οι Καθ' ων η αίτηση επαναλαμβάνουν την θέση που ανέφεραν κατά την Ένστασή τους περί ορθότητας και νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης και αντικρούουν τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του Αιτητή. Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι οι λόγοι ακυρώσεως δεν εγείρονται σύμφωνα με το άρθρο 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962 και πως η ανάπτυξη των νομικών ισχυρισμών δεν ακολουθεί τον Κανονισμό 6 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, καθώς δεν εξειδικεύονται ρητώς, εμπεριστατωμένα και αιτιολογημένα δια της αγορεύσεως. Περαιτέρω, προβάλλουν πως ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης και να τεκμηριώσει βάσιμο λόγο δίωξης συνδεόμενο με έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης υπό το άρθρο 19 του Νόμου. Ως προς τους νομικό ισχυρισμούς περί μη διεξαγωγής δέουσας έρευνας και περί ελλιπούς/μη δέουσας αιτιολογίας, αποτελεί θέση των Καθ’ων η αίτηση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ευσταθούν και δέον όπως απορριφθούν, ενώ παραθέτουν περαιτέρω πρόσφατη νομολογία με πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας. Ομοίως, εισηγούνται την απόρριψη του ισχυρισμού περί ύπαρξης πλάνης περί τα πράγματα ως απαράδεκτου, διατυπώνοντας πως όλες οι ενέργειες των Καθ’ ων η αίτηση είναι πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένες με τρόπο που καθίσταται εφικτός και ευχερής ο δικαστικός έλεγχος. Συμπερασματικά, εισηγούνται την απόρριψη της υπό εξέταση προσφυγής ως νόμω και ουσία αβάσιμης.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς πρέπει να λεχθεί ότι οι λόγοι ακύρωσης είναι με γενικότητα και αοριστία που εγείρονται στην παρούσα αίτηση. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.
Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης».
Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AΑΔ 598).
Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι η απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636 . Σχετική είναι και η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4
Οι αγορεύσεις αποτελούν τη μόνη μέθοδο ανάπτυξης των λόγων ακύρωσης ή ισχυρισμών που ήδη προσβλήθηκαν με το δικόγραφο της προσφυγής.
Σύμφωνα με την Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671 : «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»
«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56.»
Ο συνήγορος του Αιτητή γενικά και αόριστα παραθέτει τα νομικά σημεία στην αγόρευσή της και επικαλείται παραβιάσεις του περί Προσφύγων Νόμου και των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου ωστόσο ελλείπει οποιαδήποτε επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης. Εκλείπει δε και η υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους λόγους ακύρωσης που κατ' ισχυρισμό παραβιάζονται. Ωστόσο η συνήγορος απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς πλην τον ισχυρισμό περί ελλιπούς δέουσας έρευνας και αιτιολογίας.
Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη μου ότι η συνήγορος του Αιτητή κατά την εναρκτήρια αίτηση επιφύλαξε το δικαίωμα του Αιτητή να εξειδικεύσει τους λόγους ακύρωσης ωστόσο δεν το έπραξε.
Ωστόσο προς τους προωθούμενους λόγους προσφυγής είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής των λόγων προσφυγής. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει και την ουσιαστική ορθότητα της de novo και ex nunc. Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελείς χαρακτηρίζονται οι λόγοι προσφυγής, οι οποίοι ακόμα και αν γίνουν δεκτοί δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].
Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση.
Σε αυτό το σημείο, το Δικαστήριο αναφέρει ό,τι ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024 (στο εξής «Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347»), ο οποίος αντικαθιστά την Οδηγία 2011/95/ΕΕ και ρυθμίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης και το περιεχόμενο της διεθνούς προστασίας, εφαρμόζεται, δυνάμει του άρθρου 42 αυτού, από την 1η Ιουλίου 2026.
Συνεπώς, κατά την εξέταση της ανάγκης για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, το Δικαστήριο οφείλει να εφαρμόσει τις διατάξεις του, ως ήδη εφαρμοστέες κατά το χρόνο της παρούσας κρίσης. Ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης της ιδιότητας του πρόσφυγα και χορήγησης επικουρικής προστασίας, ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347, διατηρεί, κατ’ ουσίαν, τα βασικά κριτήρια υπαγωγής στα δύο καθεστώτα που προέβλεπαν η Οδηγία 2011/95/ΕΕ και οι αντίστοιχες διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου του 2000-2025.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δεν έγινε επαρκής η δέουσα έρευνα κρίνω ότι είναι γενικός και αόριστος και δεν γίνεται οποιοδήποτε υπαγωγή στα πραγματικά γεγονότα που αφορούν τον Αιτητή.
Όπως έχει πλειστάκις νομολογηθεί η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται κατά τη διενέργεια της έρευνας, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης.
Όσον αφορά τα επί της ουσίας ζητήματα που το δικαστήριο καλείται να εξετάσει και ειδικότερα αναφορικά με την έρευνα αυτή είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπεράσματα (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97, A.Ε.2371, Motorways Ltd ν Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της επίδικης προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσο το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια του εν λόγω αποφασίζοντος διοικητικού οργάνου και διαφέρουν κατά περίπτωση (Βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU v Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου 2010).
Περαιτέρω, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. THE REPUBLIC OF CYPRUS (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (Κυπριακή Δημοκρατία ν. Ανδρέα Γιαλλουρίδη κ.α., Αναθεωρητικές Εφέσεις 868 και 869, ημερομηνίας 13.12.90).».
Όπως καταδεικνύεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και εξέτασαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν ενώπιον τους. Ειδικότερα, στην αρχή της συνέντευξής του, ο Αιτητής, αφού ενημερώθηκε για τη διαδικασία και τα δικαιώματά της επιβεβαίωσε ότι βρίσκεται σε καλή κατάσταση και ότι μπορεί να απαντήσει, ως επίσης ότι δεν έχει οποιεσδήποτε απορίες σχετικά με τη διαδικασία. Επιβεβαίωσε επίσης ότι δεν έχει έγγραφα να υποβάλει και όσα αναγράφονται στην αίτηση της είναι αληθή.
Όπως διαφαίνεται από τα στοιχεία τα οποία εμπεριέχονται στον διοικητικό φάκελο, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε ενδελεχή εξέταση του αιτήματος του Αιτητή για παροχή διεθνούς προστασίας, καθώς και όλων των στοιχείων που είχε ενώπιον του, ενώ εξάντλησε κατά τη συνέντευξη με τον Αιτητή όλες τις πτυχές των ισχυρισμών του και εν τέλει εκεί όπου θεώρησε σκόπιμο προέβη σε περαιτέρω ανάλυση των δεδομένων μέσω έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Κατά την υποβολή του αιτήματός του για διεθνή προστασία ,αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν, ο Αιτητής κατέγραψε ότι λάμβανε απειλές από μέλη της στρατιωτικής δύναμης της ΛΔΚ. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι ενώ εργαζόταν σε κατάστημα αρτοσκευασμάτων, μέλη του στρατού έπαιρναν προϊόντα χωρίς να καταβάλουν χρήματα και χρησιμοποιώντας βία. Ο Αιτητής καταγράφει ότι όταν ενημέρωσε τους στρατιώτες ότι πρέπει να καταβάλλουν χρήματα για την αγορά των προϊόντων το αποτέλεσμα ήταν να διαπληκτιστούν μεταξύ τους. Στη συνέχεια όπως αναφέρει ένας στρατιώτης άρχισε να αναζητά τον Αιτητή οπλοφορώντας με σκοπό να τον βλάψει. Ο Αιτητής για λόγους ασφαλείας αναγκάσθηκε να διαφύγει, εγκατέλειψε τον χώρο εργασίας του και την οικία του και αναζήτησε τρόπους να διαφύγει της χώρας καταγωγής του. Εγγράφηκε διαδικτυακά σε πανεπιστήμιο των μη ελεγχόμενων από τη Κυπριακή Δημοκρατίας περιοχών και στη συνέχεια εισήλθε στης ελεγχόμενες από τη Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές (ερ. 1 του «Δ.Φ.»).
Κατά τη συνέντευξη αξιολόγησης ειδικών αναγκών και ευαλωτότητας, ο Αιτητής δήλωσε πως αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας απειλών κατά της ζωής του που λάμβανε από στρατιώτη, Ειδικότερα, δήλωσε ότι ένας στρατιώτης που επισκεπτόταν τον χώρα εργασίας του Αιτητή, ήτοι κατάστημα αρτοσκευασμάτων, λάμβανε επανειλημμένως προϊόντα χωρίς να καταβάλει χρήματα προς πληρωμή τους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί έλλειμμα στα εισοδήματα της επιχείρησης και να κατηγορηθούν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι. Όπως αναφέρει ο Αιτητής, προσπάθησε να συζητήσει το θέμα με τον εν λόγω στρατιώτη ωστόσο ο τελευταίος επισκεπτόταν το κατάστημα επανειλημμένως απειλώντας τον οπλοφορώντας ότι θα τον σκοτώσει.
Κατά την αξιολόγηση της ευαλωτότητας του Αιτητή κρίθηκε ως χαμηλού κινδύνου (ερ. 21-15 του Δ.Φ.).
Αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, κατά τη καταγραφή, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και γεννήθηκε στην πόλη Κινσάσα. Ως προς το θρήσκευμα δήλωσε πως είναι χριστιανός προτεστάντης. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση δήλωσε ότι είναι άγαμος. Έφυγε από τη χώρα του στις 10/07/2022 νόμιμα με το διαβατήριό του και εισήλθε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 12/07/2022. (ερ. 3-1 Δ.Φ.).
Κατά την συνέντευξη που διεξήχθη την 04/12/2024 από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής επιβεβαίωσε τα προσωπικά στοιχεία που είχε δηλώσει κατά την καταγραφή του αιτήματός του. Όσον αφορά στο εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο το 2017 και ότι ομιλεί γαλλικά και λινγκάλα (ερ. 35 και 34 του Δ.Φ.). Αναφορικά με το επαγγελματικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι εργαζόταν σε κατάστημα αρτοσκευασμάτων από το 2019 μέχρι τη μέρα που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του (ερ. 34 του Δ.Φ.). Ως προς το οικογενειακό του περιβάλλον δήλωσε πως η μητέρα του απεβίωσε, ότι ο πατέρας του, η αδελφή του με τα παιδιά της, ο γιός του και η σύντροφός του διαμένουν στη Κινσάσα και με τους οποίους διατηρεί τακτή επικοινωνία (ερ. 34 του Δ.Φ.). Όσον αφορά στον τόπο συνήθους διαμονής του, δήλωσε ότι γεννήθηκε και έζησε αποκλειστικά στην Κινσάσα (ερ. 25 του Δ.Φ.). Ως προς το ταξίδι του δήλωσε πως ταξίδεψε μέσω Τουρκίας προς τις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές της Κύπρου, κάνοντας χρήση άδειας εισόδου για εκπαιδευτικούς σκοπούς (ερ. 25 του Δ.Φ).
Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής, κατά την διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, προέβαλε ότι εγκατέλειψε την Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό λόγω των απειλών κατά της ζωής του που έλαβε από μέλος των στρατιωτικών δυνάμεων.
Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις, ανέφερε ότι αρχικά οι απειλές προέρχονταν από μόνο ένα μέλος των στρατιωτικών δυνάμεων ο οποίος εισερχόταν στο κατάστημα που εργαζόταν ο Αιτητής και έπαιρνε προϊόντα χωρίς την απαραίτητη καταβολή χρημάτων προς εξόφλησή τους. Ανέφερε ότι το περί τις αρχές του 2022 και ενώ ο Αιτητής βρισκόταν στο χώρο εργασίας του, το εν λόγω πρόσωπο εισήλθε στο κατάστημα και απείλησε τον Αιτητή. Στη συνέχεια ο Αιτητής εγκατέλειψε την εργασία του ενώ ο εν λόγω στρατιώτης τον ακολούθησε στην οικία του, ενώ εκ τότε συνέχισε να εργάζεται από το σπίτι του.
Ερωτηθείς για ποιο λόγο εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του περίπου έξι με επτά μήνες μετά τις εν λόγω απειλές, ο Αιτητής ανέφερε ότι για διάστημα τριών μηνών παρέμεινε κρυμμένος σε φίλους του. Κληθείς να εξηγήσει με ποιο τρόπο εργαζόταν από σπίτι αφού όπως ανέφερε κρυβόταν για ένα διάστημα σε φίλους του ο Αιτητής ανέφερε ότι παρέμεινε στο σπίτι του και εργαζόταν μέχρι που τον εντόπισε ο στρατιώτης και αναγκάσθηκε να μεταβεί σε φίλους του και να τερματίσει την εργασία του αυτή ήταν η μόνο εργασία που είχε.
Ερωτηθείς εάν υπέστη οποιαδήποτε άλλη μορφή δίωξης, πέραν των ισχυριζόμενων απειλών, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο εν λόγω στρατιώτης είχε ήδη σκοτώσει κάποιο άλλο πρόσωπο. Επιπλέον, ανέφερε ότι ο ίδιος και ο στρατιώτης είχαν διαπληκτιστεί. Κληθείς να αποσαφηνίσει τις δηλώσεις του κατά την καταγραφή του αιτήματός του, όπου είχε αναφέρει ότι διαπληκτίστηκε με στρατιώτες, ενώ κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του αναφέρθηκε σε έναν μόνο στρατιώτη, ο Αιτητής ανέφερε ότι, όταν ο στρατιώτης τον επισκέφθηκε στο κατάστημα όπου εργαζόταν, τον προειδοποίησε ότι, εάν δεν εγκατέλειπε τη ΛΔΚ, θα έστελνε τους φίλους του.
Κληθείς επιπλέον να αποσαφηνίσει τις δηλώσεις του κατά την καταγραφή του αιτήματός του, όπου ανέφερε ότι εγκατέλειψε τον χώρο εργασίας του και δεν επέστρεψε στην οικία του, ενώ κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του ανέφερε ότι, μετά τις απειλές, εξακολούθησε να εργάζεται από την οικία του, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε την οικία του αφότου ο εν λόγω στρατιώτης εντόπισε τον χώρο στον οποίο διέμενε και, στη συνέχεια, παρέμεινε κρυμμένος.
Αναφορικά με τα χρήματα, για την έλλειψη των οποίων, όπως ανέφερε στο Έντυπο Ευαλωτότητάς του, κατηγορήθηκε ο ίδιος, γεγονός στο οποίο δεν έκανε αναφορά κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ο Αιτητής διευκρίνισε ότι ήταν υπεύθυνος για τη διαχείριση των εν λόγω χρημάτων.
Αναφορικά με την αντίφαση μεταξύ των δηλώσεών του στο Έντυπο Ευαλωτότητάς του, όπου ανέφερε ότι οι απειλές που δέχθηκε προέρχονταν από έναν μόνο στρατιώτη, και των δηλώσεών του κατά την καταγραφή του αιτήματός του, όπου ανέφερε ότι οι απειλές προήλθαν από στρατιώτες, ο Αιτητής διευκρίνισε ότι κατά τις δηλώσεις του ήταν συγκεκριμένος.
Ερωτηθείς τι φοβάται ότι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι θα σκοτωθεί εξαιτίας τον απειλών.
Επιπλέον ανέφερε ότι ο στρατιώτης που τον απείλησε ήδη είχε σκοτώσει κάποιο πρόσωπο, πράξη για την οποία φυλακίσθηκε, ωστόσο κατάφερε να απελευθερωθεί με τη συνδρομή του θείου του.
Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό της συνέντευξης και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις του. Ο πρώτος αφορούσε τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, το προφίλ, και την χώρα καταγωγής του, ενώ ο δεύτερος αφορούσε τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξής του από στρατιώτη ο οποίος απειλούσε ότι θα τον σκοτώσει (ερ. 58 του Δ.Φ.).
Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε τις δηλώσεις του Αιτητή ως προς την χώρα και περιοχή καταγωγής του, το προφίλ και τα προσωπικά του στοιχεία. Περαιτέρω, ο λειτουργός παρέθεσε εξωτερικές πηγές από την χώρα καταγωγής του Αιτητή για να επιβεβαιώσει την ύπαρξη του αναφερόμενου τόπου καταγωγής του και έλαβε υπόψη το πρωτότυπο διαβατήριο που κατέθεσε, το οποίο έκρινε ότι επαλήθευσε τον ισχυρισμό του περί υπηκοότητας της ΛΔΚ. Κατέληξε ότι η εσωτερική αξιοπιστία του Αιτητή συνάδει με την εξωτερική αξιοπιστία και έκανε αποδεκτό τον εν λόγω ισχυρισμό (ερ. 57 του Δ.Φ.).
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι ο ισχυριζόμενος φόβος δίωξής του από στρατιώτη ο οποίος απειλούσε ότι θα τον σκοτώσει, ο αρμόδιος λειτουργός επισήμανε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρέχει συνεκτική και προσωπική αφήγηση ούτε κατάφερε να υποστηρίξει με πλήρη σαφήνεια τον λόγο για τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του. επιπλέον διαπιστώθηκε ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν είχαν την απαιτούμενη ακρίβεια, επάρκεια λεπτομερειών και την απαιτούμενη λογική συνοχή μεταξύ τους, ενώ παράλληλα εντοπίστηκαν αντιφάσεις, έλλειψη ευλογοφάνειας και χρονικές αντιφάσεις.
Ειδικότερα όσον αφορά την περιγραφή των γεγονότων, κρίθηκε ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή υπήρξαν αντιφατικοί, μη ευλογοφανείς και χωρίς χρονική συνοχή, καθώς ανέφερε ότι το πρόβλημά του ξεκίνησε στις αρχές του 2022, όταν στρατιώτης που επισκεπτόταν τον φούρνο όπου εργαζόταν, έπαιρνε προϊόντα χωρίς να πληρώνει, τον απείλησε με θάνατο και τον ακολουθούσε μέχρι την κατοικία του. Ωστόσο, σχετικά με το τι έκανε μετά τις απειλές, έδωσε διαφορετικές εκδοχές, καθώς αρχικά ανέφερε ότι εγκατέλειψε τον φούρνο και τον διηύθυνε από το σπίτι του, ενώ στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι κρυβόταν για τρεις μήνες σε σπίτια φίλων και ότι μετά τον εντοπισμό του από τον στρατιώτη σταμάτησε να εργάζεται.
Παράλληλα, στην αίτησή του ανέφερε ότι μετά τις απειλές δεν επέστρεψε ποτέ στο σπίτι του μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα, ενώ σε άλλο σημείο υποστήριξε ότι συνέχισε να εργάζεται στον φούρνο μέχρι την αναχώρησή του. Αντιφατικοί κρίθηκαν επίσης οι ισχυρισμοί του ως προς τον αριθμό των προσώπων που τον απειλούσαν, καθώς κατά τη συνέντευξη αναφέρθηκε σε έναν στρατιώτη, ενώ στην αίτησή του σε περισσότερους στρατιώτες. Επιπλέον, κατά τη συνέντευξη ανέφερε ότι είχε κατηγορηθεί για τα χρήματα που έλειπαν από το κατάστημα, στοιχείο που όπως διαπιστώθηκε δεν είχε αναφέρει προηγουμένως ούτε στην αίτησή του ούτε κατά τη συνέντευξη. Όταν του επισημάνθηκαν οι αντιφάσεις, οι εξηγήσεις που έδωσε δεν κρίθηκαν επαρκείς για να τις αποκαταστήσουν. Ως αποτέλεσμα, οι αντιφάσεις, η έλλειψη ευλογοφάνειας και η απουσία χρονικής συνοχής επηρεάζουν την αξιοπιστία των ισχυρισμών του. Παράλληλα, από την αφήγησή του δεν προκύπτει ότι υπέστη οποιαδήποτε δίωξη που να δικαιολογεί την απόφασή του να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του. κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού, διαπιστώθηκε ότι δεδομένου ότι οι αναφορές του Αιτητή, αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του, δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι για περαιτέρω αξιολόγηση των στοιχείων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Επομένως ο ισχυρισμός περί δίωξης απορρίφθηκε.
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε σε αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής στα πλαίσια του ισχυρισμού που έγινε δεκτός, ήτοι στη βάση του ισχυρισμού περί των προσωπικών του στοιχείων και του προφίλ του. Ο λειτουργός, συνεκτιμώντας τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για ενήλικα άνδρα χωρίς προβλήματα υγείας, ο οποίος ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση του και δεν παρουσιάζει στοιχεία ευαλωτότητας, είναι άμαχος πολίτης, ο οποίος διέμενε στην πρωτεύουσα Κινσάσα και παρουσιάζει κοινωνικό και υποστηρικτικό δίκτυο στη ΛΔΚ, όπως και την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στην ΛΔΚ και στην Kinshasa συγκεκριμένα παραθέτοντας σχετικές πηγές, κατέληξε ότι δεν υπάρχει εύλογος βαθμός πιθανότητας να θεωρηθεί ότι ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης, στη βάση της επικρατούσας κατάστασης (ερ. 55-53 του Δ.Φ.).
Ενόψει των ανωτέρω ευρημάτων, των ισχυρισμών, του προφίλ του Αιτητή, της αξιολόγησης κινδύνου και της νομικής ανάλυσης, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις προσφυγικού καθεστώτος, δεδομένου ότι στο πρόσωπό του δεν τεκμηριώθηκε ότι συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης συνδεόμενο με έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, και στο άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου (ερ. 53 του Δ.Φ.).
Περαιτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο του Αιτητή, δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια (α), (β) και (γ), του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι δεν διαπιστώθηκε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή/και εξευτελιστικής μεταχείρισης ή/και τιμωρίας ή σοβαρή και προσωπική απειλή ως άμαχος πολίτης, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης κατά την επιστροφή του στην πολιτεία της Kinshasa στην χώρα καταγωγής του (ερ. 52 Δ.Φ.). Τέλος, κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, ΛΔΚ, και συγκεκριμένα στην πρωτεύουσα Κινσάσα, κινδυνεύει να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του ανθρώπου ή/και της αρχής της μη επαναπροώθησης.
Στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης.
Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα ακόλουθα:
Καταρχάς, κρίνω ως ορθή την αποδοχή από τους Καθ' ων η αίτηση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος και αφορά την ταυτότητα και τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή.
Ομοίως βάσει της αξιολόγησης τόσο της εσωτερικής, όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ισχυρισμού, το Δικαστήριο καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με τον λειτουργό και ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος.
Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία της δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.
Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή/Αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία που στην συγκεκριμένη περίπτωση η ηλικία της το μορφωτικό της επίπεδο και γενικότερα το προφίλ της δεν την εμπόδιζε προς τούτο. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος του ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης, αλλά ούτε κατά την ενώπιον μου διαδικασία.
Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358).
Επομένως, ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης της για διεθνή προστασία.
Σημειώνεται πως λόγω του ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή αναφορικά με τους λόγους που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του απορρίφθηκαν στο σύνολό τους ως μη αξιόπιστοι, δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, ο Αιτητής δεν κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).
Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (στο εξής: Κανονισμός περί Αναγνώρισης/Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347), δυνάμει του άρθρου 42 αυτού, εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 2026.
Το άρθρο 3 στοιχείο 5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσφυγας».
Ο περί Προσφύγων Νόμος του 2026, ορίζει επιπλέον, υπό το ερμηνευτικό άρθρο 2 τον όρο «πρόσφυγα» ως «κάθε υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή που απολαύει καθεστώτος πρόσφυγα κατά την έννοια της Σύµβασης της Γενεύης περί του καθεστώτος των προσφύγων της 28ης Ιουλίου 1951, όπως τροποποιήθηκε από το πρωτόκολλο που υπογράφηκε στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967, καθώς και όπως αυτός ορίζεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 και στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται».
Το καθεστώς του πρόσφυγα χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
Το άρθρο 3 στοιχείο 6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία» ως «ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής που δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν το εν λόγω πρόσωπο επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του ή, στην περίπτωση ανιθαγενούς, στη χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως ορίζεται στο άρθρο 15, και στον οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 17 παράγραφοι 1 και 2 και ο οποίος δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας.
Το καθεστώς επικουρικής προστασίας χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ)2024/1347».
Αντιστοίχως, οι εφαρμοστικές του ενωσιακού νομοθετικού πλαισίου διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου, ορίζουν τα εξής:
Το άρθρο 51 του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει ότι: «Ο Προϊστάμενος με απόφασή του χορηγεί το καθεστώς πρόσφυγα σε αιτητή, εάν κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του έχει αποδειχθεί ότι πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις διατάξεις των Κεφαλαίων ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».
Το άρθρο 53 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει ότι: «Ο Προϊστάμενος, με απόφασή του, χορηγεί το καθεστώς επικουρικής προστασίας σε αιτητή εάν, κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του, έχει αποδείξει ότι πληροί τις προϋποθέσεις των Κεφαλαίων ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».
Το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, το οποίο τιτλοφορείται «Υποβολή πληροφοριών και αξιολόγηση γεγονότων και περιστάσεων» προβλέπει ότι «Οι αιτούντες υποβάλλουν όλα τα στοιχεία που διαθέτουν και τα οποία τεκμηριώνουν την αίτηση διεθνούς προστασίας. Για τον σκοπό αυτό, οι αιτούντες συνεργάζονται πλήρως με την αποφαινόμενη αρχή και με άλλες αρμόδιες αρχές και παραμένουν παρόντες και διαθέσιμοι στο έδαφος του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησής τους καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, μεταξύ άλλων κατά την αξιολόγηση των σχετικών στοιχείων της αίτησης.[.]».
Επισημαίνεται πως ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης της ιδιότητας του πρόσφυγα και χορήγησης καθεστώτος επικουρικής προστασίας, το νέο ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο δεν επέφερε ουσιώδεις μεταβολές σε σχέση με το προϊσχύσαν καθεστώς της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και των αντίστοιχων εθνικών εναρμονιστικών ρυθμίσεων, αλλά διατήρησε, κατ' ουσίαν, τα ίδια κριτήρια υπαγωγής στα δύο καθεστώτα διεθνούς προστασίας»[1]. (Α. J. M. κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 2146/24, ημερομηνίας 28.8.2026)
Υπό το φως των πιο πάνω δεν προκύπτει ωστόσο από το αφήγημα του Αιτητή, δίωξη του ή ότι αντιμετώπισε οποιοδήποτε κίνδυνο.
Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής(επικουρικής) προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) του Κανονισμού περί Αναγνώρισης (Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347), κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:
Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ.851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C- 285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v.Staatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).
Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.
Όσον αφορά τη Γενική κατάσταση Ασφαλείας στη ΛΔΚ, σύμφωνα με το portal “War Watch” της Ακαδημίας της Γενεύης, η ΛΔΚ εμπλέκεται σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις εντός των εδαφών της εναντίον ορισμένων μη κρατικών ένοπλων ομάδων, μεταξύ των οποίων οι ADF (Allied Democratic Forces), FDLR (Forces démocratiques de libération du Rwanda), CODECO (Coopérative pour le développement du Congo) και M23.[2] Ειρηνευτική αποστολή των Ηνωμένων Εθνών (UN Organization Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo- MONUSCO) υποστηρίζει τις ένοπλες δυνάμεις της ΛΔΚ[3], και το Συμβούλιο Ασφαλείας, με το ψήφισμά του υπ' αρ. 2765 (2024), αποφάσισε την επέκταση της εντολής της MONUSCO μέχρι τις 20.12.2025[4]. Οι περιοχές Kivu, Kasai και Ituri είναι αυτές οι οποίες πλήττονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις ένοπλες συγκρούσεις, αν και η βία είναι εκτεταμένη και επηρεάζει ολόκληρη τη χώρα.[5] Ειδικά στην Kinshasa, οι προαναφερόμενες οργανώσεις, δεν παρουσιάζονται ως δρώσες.[6]
Πρόσφατη έκθεση της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες ημερομηνίας 27/02/2026 αναφέρει ότι «Η βία κλιμακώθηκε στο ανατολικό ΛΔ Κονγκό παρά την κατάπαυση του πυρός που διαπραγματεύτηκε η Αγκόλα και επρόκειτο να τεθεί σε ισχύ στις 18 Φεβρουαρίου. Αναφορές έκαναν λόγο για επιθέσεις με drones, δολοφονίες, απαγωγές και άλλες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε πληγείσες περιοχές. Επίσης, καταγράφηκε μαζικός εσωτερικός εκτοπισμός στους νομούς Βόρειο Κίβου, Νότιο Κίβου και Ιτούρι ως αποτέλεσμα αυτών των συγκρούσεων»[7].
Ωστόσο προς τον αριθμό των περιστατικών ασφαλείας στην Kinshasa, ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκεται ο τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή βάσει στοιχείων από το ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 27/08/2026), καταγράφηκαν 60 περιστατικά πολιτικής βίας[8], από τα οποία προκλήθηκαν 39 θάνατοι.[9] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πρωτεύουσας Kinshasa εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 21.852.144 κατοίκους (εκτίμηση του 2026) κατοίκους[10].
Λαμβάνοντας υπόψη την απουσία προσωπικών υποκειμενικών εξατομικευμένων στοιχείων στο προφίλ του Αιτητή, ο οποίος είναι νέος, υγιής, ικανός προς εργασία, με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του, η αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής της στη χώρα καταγωγής του, γίνεται στη βάση της κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή, όπου αναμένεται να επιστρέψει. Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα δεδομένα όσον αφορά την κατάσταση ασφαλείας, στην πόλη συνήθους συνάγεται εύλογα και με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι η κατάσταση ασφαλείας μαζί με το ατομικό προφίλ του Αιτητή δεν συνεπάγονται την ύπαρξη ουσιωδών λόγων να πιστεύεται ότι θα κινδυνεύσει ως άμαχος πολίτης, σε περίπτωση επιστροφής στην περιοχή του, η κατάσταση της οποίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κατάσταση αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) του Κανονισμού περί Αναγνώρισης (2024/1347).
Επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.
Υπό το φως των πιο πάνω η προσφυγή απορρίπτεται με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.
Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Α. J. M. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 2146/24, Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, Κ. Κλεάνθους Δ.Δ.Δ.Δ.Π., 28.8.2026, Α.J.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: <font style="background-color: yellow">2146</font>/<font style="background-color: yellow">24</font>, 28/8/2026
[2] WARWATCH, Ακαδημία Γενεύης, ‘Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo'
https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/09/2026)
[3] WARWATCH, Ακαδημία Γενεύης, ‘Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo'
https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/09/2026)
[4] UNSC, S/RES/2765 (2024)
https://digitallibrary.un.org/record/4069994?v=pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/09/2026)
[5] WARWATCH, Ακαδημία Γενεύης, ‘Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo'
https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/09/2026)
[6] Βλ. σχετικά Global Protection Cluster, https://www.globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-02/points_saillants-situation_de_protection_decembre_2023_vf.pdf, Παρουσία των ανωτέρω ομάδων στην Kinshasa δε μαρτυρείται ούτε κατά την πρόσφατη επιστολή ομάδας ειδικών στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας UNSC, 'Letter dated 15 December 2023 from the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo addressed to the President of the Security Council' (2023)
https://www.ecoi.net/en/file/local/2103043/N2336437.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/09/2026)
[7] UNHCR (UN High Commissioner for Refugees), Regional External Update #33; West and Central Africa Region; Eastern DRC Situation; 14 - 27 February 2026, 27 February 2026, https://data.unhcr.org/en/documents/download/121329, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/09/2026)
[8] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests)
[9] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Democratic Republic Congo, Kinshasa) (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/09/2026)
[10] World Population Review, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/09/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο