ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 1238/22
16 Σεπτεμβρίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
1. G.D.
2. P.D.D.
3. K.E.D.
Αιτητών
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
..................................................
Κασσάνδρα Κουπαρή, Δικηγόρος για τους αιτητές
Θεοχάρια Παπανικολάου, Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η αίτηση
[Παρούσα η κυρία Ella Zacharoudes για πιστή μετάφραση από Γαλλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα].
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η αιτήτρια 1 προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 26/01/2022, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θα πρέπει να επισημανθεί πως οι αιτητές 2 και 3 είναι τα ανήλικα τέκνα της αιτήτριας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτο συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Η αιτήτρια 1 είναι υπήκοος Καμερούν και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 25/10/2018, αφού εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Στις 25/10/2018 παρέλαβε Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας («Confirmation of Submission of an Application for International Protection»).
Στις 06/07/2021 πραγματοποιήθηκε προφορική συνέντευξη της αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (στο εξής «EUAA»). Ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση ημερομηνίας 17/01/2022 προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος των αιτητών. Στις 26/01/2022, συγκεκριμένος λειτουργός που δύναται δυνάμει σχετικής εξουσιοδότησης από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης. Στις 13/02/2022 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή, στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση σχετικά με το αίτημα της αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε από την ίδια στις 02/03/2022. Στη συνέχεια, η αιτήτρια καταχώρισε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών, ο οποίος τους εκπροσωπούσε σε προγενέστερο χρόνο με τη γραπτή του αγόρευση, προβάλλει αρκετούς νομικούς ισχυρισμούς. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι η αιτήτρια 1 κατάφερε να αποδείξει βάσιμο λόγο δίωξης, ότι η χώρα καταγωγής της δεν θεωρείται ασφαλής χώρα ιθαγένειας, ενώ επισημαίνει ότι η αιτήτρια δεν παραπέμφθηκε σε ψυχολόγο, κατά παράβαση του σχετικού νομοθετικού πλαισίου και ότι δεν εκτιμήθηκε η κατάσταση της ψυχικής της υγείας. Ακολούθως, αναφέρει ότι δεν επεξηγήθηκαν στην αιτήτρια τα δικαιώματά της, ενώ δεν διαφαίνεται το επίπεδο γνώσης και τα προσόντα του προσώπου που παρείχε διερμηνεία, και ότι η έκθεση-εισήγηση συντάχθηκε από κατώτερο λειτουργό. Τέλος, υποστηρίζει ότι θα έπρεπε να αναγνωριστεί στην αιτήτρια 1 το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση, μέσω της γραπτής της αγόρευσης, υποστηρίζει, αφενός, ότι οι προβληθέντες λόγοι ακύρωσης δεν δικογραφούνται και δεν αναπτύσσονται επαρκώς και αφετέρου, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας και εξατομικευμένης κρίσης σε σχέση με τη χώρα καταγωγής της, από αρμόδιο όργανο. Ακολούθως, υποστηρίζει ότι η παραπομπή σε ψυχολόγο εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αρμόδιου λειτουργού, ενώ δεν προκύπτει από το πρακτικό της συνέντευξης ότι στερήθηκε οποιουδήποτε δικαιώματός της και υποστηρίζει ότι ο διερμηνέας είναι πλήρως καταρτισμένος. Επιπρόσθετα, αναφέρει πως η αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της που θεμελιώνουν το αίτημά της για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, ώστε να της αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να της χορηγηθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Κατά συνέπεια, εισηγείται ότι η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των αιτητών, με την απαντητική της γραπτή αγόρευση, επαναλαμβάνει τον κίνδυνο που διατρέχει η αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της, καθώς και τη δυνατότητα υπαγωγής της στο καθεστώς του πρόσφυγα, και υποστηρίζει ότι η αιτήτρια είναι θύμα εμπορίας προσώπων, γεγονός που θα έπρεπε να την κατατάξει ως ευάλωτο πρόσωπο.
Στις 04/07/2023, η συνήγορος των αιτητών καταχώρισε αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας, συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση, με την οποία ζητείται να γίνουν δεκτά ως τεκμήρια: ψυχολογική έκθεση της αιτήτριας από το Κυπριακό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες, αλληλογραφία παραλαβής της εν λόγω έκθεσης, ημερομηνίας 29/06/2023, συνταγογράφηση φαρμάκων από ειδικευόμενο ψυχίατρο, καθώς και έκθεση και άρθρο αναφορικά με το σύστημα υγείας σε ζητήματα ψυχικής υγείας στο Καμερούν. Με την ένορκη δήλωση της, ημερομηνίας 03/07/2023, η αιτήτρια αναφέρει ότι η κατάσταση της ψυχικής της υγείας είναι κακή, ότι δεν μπορεί να λάβει βοήθεια σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, ότι το μεγαλύτερο τέκνο της απήχθη όταν είχε πάει με τη μητέρα της στην αγορά, και ότι η μητέρα της προσπάθησε να απευθυνθεί στην αστυνομία, χωρίς όμως να διαθέτει κάποια αναφορά, ενώ η ίδια πιστεύει ότι τα άτομα που την εκμεταλλεύτηκαν εμπλέκονται στο πιο πάνω περιστατικό.
Σε συμπληρωματική αίτηση της, ημερομηνίας 31/10/2023, συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση της, η αιτήτρια ανέφερε ότι ήρθε σε επαφή, μέσω κοινωνικής δικτύωσης, με φιλικό πρόσωπο που εργάζεται στην αστυνομία και κατόπιν ενεργειών του, απέκτησε αντίγραφο της αναφοράς που έγινε στην αστυνομία για την απαγωγή του τέκνου της. Επισημαίνει ότι ο λόγος που το εν λόγω έγγραφο αναφέρει ως ημερομηνία την 25/05/2023 είναι ότι η αστυνομία επιθυμούσε να καλύψει την αμέλειά της, όταν η μητέρα της μετέβη εκεί, ενώ ο φίλος της δεν μπορεί να προβεί σε ένορκη δήλωση, καθώς φοβάται. Εν κατακλείδι, αναφέρει ότι πιστεύει πως τα άτομα που την εκμεταλλεύτηκαν βρίσκονται πίσω από την απαγωγή, ενώ η αδελφή της ανέφερε ότι άγνωστα άτομα περιτριγυρίζουν το σπίτι και η μητέρα της πιστεύει ότι το κινητό της παρακολουθείται. Με την ένορκη δήλωση επισύναψε, ως τεκμήριο, ειδοποίηση από το Τμήμα Ερευνών της Εθνικής Χωροφυλακής της Δημοκρατίας του Καμερούν, ότι ο ανήλικος υιός της αγνοείται από τις 25/05/2023.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση δεν υπέβαλε ένσταση στην αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας, επιφυλασσόμενη το δικαίωμα αντεξέτασης και εκδόθηκε σχετικό διάταγμα ημερομηνίας 25/06/2024, το οποίο επιτρέπει την προσαγωγή μαρτυρίας των ενόρκων δηλώσεων ημερομηνίας 04/07/2023 και 31/10/2023, οι οποίες και καταχωρήθηκαν στις 26/6/2024.
Κατά τη διαδικασία αντεξέτασης, το Δικαστήριο και οι καθ’ ων η αίτηση υπέβαλαν ερωτήματα προς διευκρίνιση ζητημάτων που κρίθηκαν αναγκαία, επί των οποίων η αιτήτρια ανέφερε ότι η μητέρα της κατήγγειλε την απαγωγή του ανήλικου τέκνου της στην αστυνομία την ίδια ημέρα με την εξαφάνισή του, στις 23/05/2023 και ότι η ίδια ενημερώθηκε σχετικά από την αδελφή της. Δήλωσε ότι τα άτομα με τα οποία είχε διαφορές στη χώρα της ήταν υπεύθυνα για την απαγωγή και ότι τον Απρίλιο του 2024 απεβίωσε ο γιος της. Ακολούθως, ανέφερε ότι ο γιος της αγνοούνταν από τον Μάρτιο του 2023 και εξαφανίστηκε από το σπίτι τους, ενώ η μητέρα της τον είχε αναζητήσει στη γειτονιά.
Σε σχέση με τα άτομα τα οποία θεωρεί υπεύθυνα για τα περιστατικά που αφορούν τον υιό της, ανέφερε ότι κάποια πρόσωπα φύλαγαν όπλα στο κατάστημά της, το οποίο διέθετε έναν χώρο που χρησιμοποιείτο ως αποθήκη. Ερωτηθείσα αν άνοιξε ποτέ την αποθήκη, απάντησε ότι δεν μπορούσε να ανοίξει κάτι που δεν της ανήκει, ενώ, όταν της ζητήθηκε να την περιγράψει, απάντησε ότι επρόκειτο για ένα μεγάλο ενιαίο χώρο, εντός του οποίου είχε απομονωθεί ένα μέρος ως αποθήκη. Όταν της ζητήθηκε να αναφέρει που ακριβώς βρίσκονταν τα όπλα, δεδομένου ότι δήλωσε πως η αποθήκη ήταν 5 με 10 τετραγωνικά μέτρα, απάντησε ότι δεν μπορεί να προσδιορίσει ακριβώς την επιφάνεια της και επανέλαβε ότι υπήρχε ένα μέρος που λειτουργούσε ως αποθήκη.
Αναφορικά με το έγγραφο εξαφάνισης του τέκνου της, δήλωσε πως το εξασφάλισε με τη βοήθεια ενός φίλου, χωρίς όμως να γνωρίζει τη θέση του, καθώς τον γνώρισε μέσω μίας φίλης. Όταν της ζητήθηκε να αναφερθεί στη σύνδεση της εξαφάνισης του τέκνου της με τα προβλήματα που η ίδια αντιμετώπισε, απάντησε ότι τον παρακολουθούσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα και ότι παρακολουθούσαν και το τηλέφωνο της μητέρας της. Αναφορικά με την ημερομηνία έκδοσης του εγγράφου, ανέφερε ότι η εξαφάνιση έλαβε χώρα τον Μάρτιο του 2023, ενώ το έντυπο εκδόθηκε τον Μάιο του 2023. Ακολούθως, ανέφερε ότι η οικογένεια της συνεχίζει να αντιμετωπίζει προβλήματα και ότι η μητέρα της αναζητεί τρόπο να εγκαταλείψει τη χώρα, καθώς υπάρχουν άτομα που ρωτούν για την ίδια και τα παιδιά της. Αναφορικά με τον θάνατο του τέκνου της, δήλωσε ότι ενημερώθηκε από την αδελφή της και ότι το παιδί εντοπίστηκε σε κατάσταση αποσύνθεσης, όταν η μητέρα της μετέβη για να το αναγνωρίσει και η αναγνώριση έγινε από ένα σημάδι στην πλάτη του, ενώ η μητέρα της ανέφερε ότι υπήρχε έντονη δυσοσμία και πολλές μύγες. Τέλος, δήλωσε ότι η αδελφή της έλαβε βίντεο από άγνωστο αριθμό, στο οποίο καταγραφόταν η θανάτωση του γιου της, συνοδευόμενο από μήνυμα ότι επρόκειτο για το παιδί της. Όταν της ζητήθηκε να αναφερθεί στο λόγο για τον οποίο κρατούνταν ο γιος της για διάστημα πέραν του έτους μέχρι να τον σκοτώσουν, απάντησε ότι ήλπιζαν πως θα παρουσιαζόταν η ίδια για να πάρει το παιδί της, αλλά, εν τέλει, δεν παρουσιάστηκε και τον σκότωσαν. Όταν της ζητήθηκε να αναφερθεί στο λόγο που δεν ανέφερε τον θάνατο του τέκνου της κατά την καταχώριση των ενόρκων δηλώσεων, απάντησε ότι πρόκειται για δικό της σφάλμα, καθώς όπως δήλωσε έχει κατάθλιψη.
Στις 02/10/2025, η συνήγορος των αιτητών καταχώρισε εκ νέου αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας, συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση, με την οποία ζητήθηκε η προσαγωγή ένορκης δήλωσης κλινικής ψυχολόγου αναφορικά με την κατάσταση της ψυχικής υγείας της αιτήτριας, η οποία αποσύρθηκε και απορρίφθηκε χωρίς έξοδα κατόπιν ηλεκτρονικής επικοινωνίας των συνηγόρων. Κατόπιν, καταχωρήθηκε εκ νέου αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας ημερομηνίας 12/11/2025, συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση κλινικής ψυχολόγου και επισυνάφθηκε ως τεκμήριο συμπληρωματική ψυχολογική έκθεση ημερομηνίας 30/09/2025 στην οποία αναφέρεται ότι η αιτήτρια παρουσιάζει συμπτώματα μετατραυματικής διαταραχής με χρόνιο χαρακτήρα, ενώ παλαιότερα σοβαρά ψυχολογικά συμπτώματα μειώθηκαν μετά τη λήψη φαρμακευτικής αγωγής από ψυχίατρο.
Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων και της παρουσίασης του φακέλου, στις 13/02/2026, η αιτήτρια ανέφερε ότι ο ένας γιος της απεβίωσε και ότι τα άλλα δύο τέκνα της υπέστησαν σεξουαλική κακοποίηση. Ανέφερε ότι είχε τέσσερα παιδιά στο Καμερούν, εκ των οποίων απομένουν τρία, τα οποία εξακολουθούν να διαμένουν με τη μητέρα της. Ερωτηθείσα ως προς το τι θα της συμβεί σε περίπτωση επιστροφής της, απάντησε ότι θα τη σκοτώσουν και ενδέχεται να σκοτώσουν και τα λοιπά μέλη της οικογένειας της, καθώς έχουν ήδη σκοτώσει ένα παιδί και κακοποιήσει σεξουαλικά τα άλλα δύο.
Ακολούθως, σε ερωτήματα σχετικά με την επιχείρηση που διατηρούσε, ανέφερε ότι είχε συμφωνήσει προφορικά με κάποιους εμπόρους να αποθηκεύουν τα προϊόντα τους και να της δίνουν κάποιο χρηματικό ποσό στο τέλος του μήνα, ενώ, όταν βρέθηκαν τα προϊόντα τους, τους κατήγγειλε, καθώς υπήρξαν νεκροί και την θεωρούν υπεύθυνη, διευκρινίζοντας ότι, παρόλο που δεν τους κατήγγειλε η ίδια, εκείνοι την θεώρησαν υπεύθυνη. Ανέφερε επίσης ότι, μετά τη σύλληψη της και κατά τη διάρκεια της μεταφοράς της προς την πρωτεύουσα, κατάφερε να αποδράσει μαζί με άλλα άτομα με τη βοήθεια ενός προσώπου ονόματι Μικέλ, ο οποίος τους καθοδήγησε προς τη Νιγηρία. Ερωτηθείσα ως προς τον λόγο για τον οποίο δεν την έβλαψε το εν λόγω άτομο, δεδομένου ότι, όπως ανέφερε, εκείνος την αναζητά, απάντησε ότι δεν μπορεί να το εξηγήσει, αλλά ότι κατά τη διαδρομή τη βίαζαν και την κακομεταχειρίζονταν.
Κατά τη συνέχιση των διευκρινίσεων, στις 08/04/2026, η ευπαίδευτη συνήγορος των αιτητών ανέφερε ότι η μητέρα της αιτήτριας μετέβη στην πόλη Makénéné, όπου και δολοφονήθηκε. Αναφορικά με την κατάσταση της υγείας της, πρόσθεσε ότι, έχει διακόψει τη φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε. Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί εμπορίας ανθρώπων, η συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση αντέτεινε ότι, παρόλο που ο ισχυρισμός αυτός έχει γίνει δεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου, δεν συνδέεται το ζήτημα της εμπορίας με τη χώρα καταγωγής της, καθώς ξεκίνησε από τη Νιγηρία και ότι ουδέποτε αναφέρθηκε οποιοδήποτε πρόβλημα σχετικό με τους διακινητές, ενώ οι προσωπικές περιστάσεις της αιτήτριας αξιολογήθηκαν κατά τον επίμαχο χρόνο. Η συνήγορος των αιτητών αντέτεινε ότι, στη βάση της αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης του διοικουμένου, ο ισχυρισμός δεν δύναται να ανατραπεί. Η συνήγορος της αιτήτριας υποστήριξε πως ο ισχυρισμός έχει γίνει αποδεκτός και δεν αμφισβητείται. Αξίζει να σημειωθεί ότι η αιτήτρια σε όλα τα στάδια της διαδικασίας βρισκόταν σε πολύ φορτισμένη συνθήκη και πολλές φορές διακόπταμε τη διαδικασία προκειμένου να έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει το αίτημά της.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα των αιτητών για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε η αιτήτρια 1 σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.
Η αιτήτρια 1, κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, καθώς είχε εμπλακεί σε σοβαρή επίθεση και τόσο η ίδια, όσο και η οικογένειά της βρίσκονταν σε κίνδυνο.
Κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης, ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, η αιτήτρια δήλωσε ότι γεννήθηκε στην Yaoundé, όπου διέμεινε μέχρι το 2011, όπου μετέβη στη Douala για ένα έτος προτού επιστρέψει στην Yaoundé. Το 2013 μετακόμισε στην Bamenda, στο Βορειοδυτικό Καμερούν, όπου διέμεινε μέχρι να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της. Είναι Χριστιανή Καθολική ως προς το θρήσκευμα της και Bamileke ως προς την εθνοτική της καταγωγή. Είναι άγαμη και μητέρα πέντε τέκνων, τα δύο εξ αυτών γεννηθέντα στην Κύπρο, τον πατέρα των οποίων δεν γνωρίζει (ερ. 57 1χ του δ.φ.) και τα άλλα τρία της τέκνα διαμένουν με τη μητέρα της στην Yaoundé. Όπως ανέφερε, δεν γνωρίζει που βρίσκεται σήμερα ο πρώην σύντροφός της και πατέρας των τέκνων της στο Καμερούν. Ως προς τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας της, δήλωσε ότι η μητέρα της είναι στην Yaoundé και ο πατέρας της στο χωριό Bakoa, στο κέντρο του Καμερούν. Έχει λάβει 10 έτη σχολικής εκπαίδευσης (ερ.59 του δ.φ.) και διέθετε από το 2013 ένα μικρό παντοπωλείο στην γειτονιά Bambili στην πόλη Bamenda του Καμερούν.
Όσον αφορά το ταξίδι της προς τη Δημοκρατία, δήλωσε ότι έφθασε στις μη ελεγχόμενες από τη Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές στις 01/11/2017 και στις 19/10/2018 εισήλθε στις ελεγχόμενες περιοχές. Επεξήγησε ότι το ταξίδι της προς την Κύπρο χρηματοδοτήθηκε από τον άνδρα που την φιλοξενούσε στη Νιγηρία, στον οποίο κατέβαλε ένα χρηματικό ποσό ώστε να εγκαταλείψει τη Νιγηρία και να φθάσει στη Γαλλία. Ωστόσο, ισχυρίστηκε πως αυτός ο άνδρας την ξεγέλασε και δεν την ενημέρωσε ότι για να εγκαταλείψει τις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές και να φθάσει στη Γαλλία θα έπρεπε να δώσει και άλλα χρήματα στα άτομα που την περίμεναν στο αεροδρόμιο Ercan. Πρόσθετα, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει σε ποια πόλη της Νιγηρίας φιλοξενήθηκε και δήλωσε ότι διέμεινε εκεί για περίπου ένα μήνα (ερ. 53-49 του δ.φ.).
Αναφορικά με τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, η αιτήτρια δήλωσε κατά τη διάρκεια της ελεύθερης αφήγησης της, ότι στο κατάστημά της διέθετε έναν μικρό χώρο-αποθήκη, τον οποίο νοίκιαζε και σε άλλους εμπόρους για να φυλάσσουν τα εμπορεύματά τους. Μια ημέρα, όταν εκείνοι ήρθαν να πάρουν κάποια από τα πράγματά τους, ήταν παρούσα και διαπίστωσε ότι μέσα σε ένα από τα κουτιά υπήρχαν όπλα. Σοκαρισμένη, τους ζήτησε εξηγήσεις και τότε της αποκάλυψαν ότι ανήκαν σε κάποια αίρεση. Όταν διαμαρτυρήθηκε, την απείλησαν ότι αν μιλούσε σε οποιονδήποτε, θα σκότωναν πρώτα τα παιδιά της μπροστά της και στη συνέχεια την ίδια. Λίγο αργότερα, ένας από αυτούς επέστρεψε συνοδευόμενος από αστυνομικό και την υπέδειξε ως υπεύθυνη. Παρότι εκείνη αρνήθηκε ότι γνώριζε τον άνδρα και ότι υπήρχαν όπλα στο κατάστημα, η αστυνομία, έχοντας ένταλμα έρευνας, εντόπισε κουτιά με όπλα που είχαν αφήσει στον χώρο της χωρίς να το γνωρίζει. Κατέγραψαν το σημείο με φωτογραφίες και βίντεο και της ανακοίνωσαν ότι έπρεπε να τους ακολουθήσει. Η σύλληψή της έγινε στις 26 Σεπτεμβρίου 2017.
Όπως ισχυρίστηκε, μετά τη σύλληψή τους, της ίδιας και του άνδρα που ήταν με τον αστυνομικό, τους μετέφεραν προς την πρωτεύουσα, τη Douala. Στον δρόμο όμως, ένα δέντρο έκλεισε την κυκλοφορία και άγνωστοι άνδρες εμφανίστηκαν, ακινητοποίησαν τους αστυνομικούς και τους απελευθέρωσαν. Δήλωσε ότι τους είπαν ότι οι ιδιοκτήτες των όπλων βρίσκονταν στη Νιγηρία και ότι έπρεπε να τους μεταφέρουν εκεί για λόγους «ασφάλειας» και για να μην τους καταδώσουν. Η αιτήτρια φοβήθηκε και ζήτησε να επικοινωνήσει με τον σύντροφό της για να τον ενημερώσει και να του πει να μεταφέρει τα παιδιά σε ασφαλές μέρος. Μετά από διήμερο ταξίδι με αυτοκίνητο, έφτασαν στη Νιγηρία στις 28 Σεπτεμβρίου 2017. Στη Νιγηρία, για περίπου μία εβδομάδα, ένας άνδρας τους κρατούσε σε έναν χώρο μαζί με άλλα άτομα και τους παρείχε φαγητό. Εκείνη παρατήρησε ότι όσοι έφευγαν από το μέρος δεν επέστρεφαν, γεγονός που της προκάλεσε έντονη ανησυχία. Όταν ζήτησε εξηγήσεις, της απάντησαν ότι δεν ήταν δική της υπόθεση και ότι αυτοί που έφευγαν δεν έπρεπε να επιστρέψουν. Η αιτήτρια δήλωσε ότι δεν μπορούσε να επιστρέψει στο Καμερούν και του ζήτησε βοήθεια. Ο άντρας της πρότεινε να οργανώσει το ταξίδι της στο εξωτερικό. Της ζήτησε 3 εκατομμύρια CFA και εκείνη επικοινώνησε με την οικογένεια και τον σύντροφό της για να συγκεντρώσουν το ποσό. Αφού έστειλαν τα χρήματα και το διαβατήριό της, συναντήθηκε με τον Μικέλ, ο οποίος ανέλαβε να διεκπεραιώσει τα έγγραφα και το ταξίδι. Αφού τον πλήρωσε, ταξίδεψε από τη Νιγηρία στο Ercan με προορισμό τη Γαλλία, αλλά τελικά παρέμεινε στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές (ερ. 48-47 του δ.φ.).
Κληθείσα να αποκριθεί τι θα της συμβεί αν επιστρέψει στη χώρα της, δήλωσε ότι ενδέχεται να βρίσκεται σε λίστα στο αεροδρόμιο και να συλληφθεί. Επίσης, δήλωσε ότι δεν θα μπορούσε να επιστρέψει στο Καμερούν καθώς δεν γνωρίζει αν εξακολουθεί να αναζητείται και φοβάται το ενδεχόμενο σύλληψής της ακόμη και κατά τη μετάβασή της προς την οικογένειά της. Παράλληλα, ανέφερε ότι τα δίδυμα παιδιά της θα αντιμετώπιζαν σοβαρό κοινωνικό στιγματισμό, δεδομένου ότι δεν γνωρίζει τον πατέρα τους και όπως υποστήριξε, στη χώρα της τα παιδιά χωρίς πατέρα υφίστανται προσβολές και κακή μεταχείριση (ερ. 37 του δ.φ.). Στη συνέχεια, τέθηκαν στην αιτήτρια διευκρινιστικής φύσεως ερωτήσεις σχετικά με το πυρήνα του αιτήματος της. Επεξήγησε ότι μετά την αναχώρησή της από το Καμερούν, ενημερώθηκε ότι το κατάστημά της καταστράφηκε και πυρπολήθηκε. Δεν γνωρίζει ποιος ευθύνεται, καθώς δεν βρισκόταν εκεί και πληροφορήθηκε το περιστατικό τον Δεκέμβριο, όταν κατάφερε να επικοινωνήσει με τον σύντροφό της, ο οποίος μαζί με τα τέκνα της είχαν μεταβεί στην Douala. Κατά την επικοινωνία αυτή, ο σύντροφός της την ενημέρωσε ότι η αστυνομία επισκεπτόταν καθημερινά το κατάστημα για να ελέγχει αν θα εμφανιζόταν κάποιος. Ο ίδιος δεν μπορούσε να το ανοίξει ή να το προσεγγίσει, αφενός επειδή εκείνη είχε τα κλειδιά και αφετέρου λόγω της παρουσίας της αστυνομίας και του φόβου σύλληψης. Προσέθεσε ότι μετά την άφιξη της στην Κύπρο δεν υπήρξε κάποια νεότερη εξέλιξη, ενώ η αστυνομία δεν προσέγγισε την οικογένειά της, η οποία διέμενε στη Yaoundé (ερ. 46 του δ.φ.).
Αναφορικά με το κατάστημα που διατηρούσε, επεξήγησε ότι επέλεξε να ανοίξει κατάστημα στο Bambili για να ανεξαρτητοποιηθεί και επειδή εκεί εργαζόταν ο σύντροφός της. Όπως ανεφερε, επιθυμούσε να είναι οικονομικά αυτόνομη και επέλεξε αυτό το είδος καταστήματος επειδή στην περιοχή δεν υπήρχε παρόμοιο και οι κάτοικοι αναγκάζονταν να μετακινούνται σε άλλες περιοχές για τρόφιμα/είδη πρώτης ανάγκης. Περιέγραψε επίσης τη διαδικασία που ακολούθησε για να ανοίξει την επιχείρηση της στις δημόσιες υπηρεσίες της Bamenda (ερ. 45 του δ.φ.). Ανέφερε ότι 4-5 συνάδελφοί της έμποροι αποθήκευαν εμπορεύματα στον χώρο της, επειδή δεν είχαν αρκετό χώρο στα δικά τους καταστήματα. Δήλωσε ότι εκείνη δεν έλεγχε τι ακριβώς φύλαγαν, παρά μόνο ενδιαφερόταν να πληρώνεται στο τέλος του μήνα. Θυμάται το όνομα ενός από αυτούς, του Agbo, με τον οποίο αργότερα έφυγε μαζί και μετέβησαν στη Νιγηρία. Κληθείσα να περιγράψει τα όπλα που αντίκρισε και τι συνέβη, δήλωσε ότι επρόκειτο για μεγάλα όπλα, χωρίς να γνωρίζει την ακριβή ονομασία τους (ερ. 43 του δ.φ.).
Αναφορικά με τη σύλληψη της, περιέγραψε τι συνέβη όταν δύο αστυνομικοί πήγαν στο κατάστημα της, αποκρινόμενη ότι φοβήθηκε όταν τους είδε, καθώς συνοδευόταν από τον άνδρα που είχε αποθηκεύσει τα όπλα, ο οποίος την υπέδειξε ως υπεύθυνη. Οι αστυνομικοί την ρώτησαν αν τον γνώριζε, κάτι που η ίδια αρνήθηκε. Τότε ο άνδρας ισχυρίστηκε ότι τα όπλα φυλάσσονταν στον χώρο της, με αποτέλεσμα οι αστυνομικοί να προχωρήσουν σε έρευνα του καταστήματος. Κατά την έρευνα εντόπισαν δύο επιπλέον κουτιά με όπλα, κατέγραψαν τα ευρήματα με φωτογραφίες και βίντεο και στη συνέχεια την οδήγησαν μαζί με τον συγκεκριμένο άνδρα, στη Douala. Επανέλαβε όσα δήλωσε κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης της αναφορικά με το τι συνέβη κατά την μεταφορά τους προς την Douala (ερ.43-42 του δ.φ.).
Κληθείσα να περιγράψει τι συνέβη κατά την άφιξή της στις μη ελεγχόμενες από τη Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, δήλωσε ότι εκεί την περίμεναν μια γυναίκα και ένας άνδρας, οι οποίοι την μετέφεραν σε ένα σπίτι και της ζήτησαν χρήματα προκειμένου να την μεταφέρουν στη Γαλλία. Η αιτήτρια δεν είχε χρήματα μαζί της και της πρότειναν να εργαστεί για αυτούς -χωρίς να την ενημερώσουν για το περιεχόμενο της εργασίας της- και με τα χρήματα από την εργασία της θα ταξίδευε στην Γαλλία. Η αιτήτρια συμφώνησε και στη συνέχεια ενημερώθηκε ότι θα εκδίδεται σε ένα σπίτι με άλλες εργάτριες του σεξ (ερ. 40 του δ.φ.), στο οποίο διέμεινε περίπου ένα έτος. Σε σχέση με τις συνθήκες διαφυγής της δήλωσε ότι προκειμένου να μην έχουν αναστολές κατά την ερωτική συνεύρεση, το αφεντικό τους τις ανάγκαζε να λαμβάνουν ναρκωτικά, η ίδια μια μέρα είχε την ιδέα να βάλει το χάπι κάτω από την γλώσσα της ώστε να είναι σε θέση να επικοινωνεί με τους πελάτες. Έτσι με έναν τακτικό πελάτη της, άρχισε να αναπτύσσει φιλικές σχέσεις και έξι μήνες αργότερα του ζήτησε χρήματα για να μεταβεί στη Γαλλία. Ο άνδρας της ανέφερε ότι διατηρούσε καλές σχέσεις με τον υπεύθυνο του χώρου και ότι θα μπορούσε να μεσολαβήσει ώστε να την βγάζει από το σπίτι. Επεξήγησε ότι ο άνδρας αυτός την έπαιρνε μαζί του εκτός του σπιτιού σε διάφορες περιστάσεις και ότι αυτό συνέβη επανειλημμένα. Οι έξοδοι αυτές συνεχίστηκαν μέχρι τη στιγμή που η αιτήτρια του είπε ότι δεν άντεχε άλλο αυτή τη ζωή, οπότε εκείνος της πρότεινε να τη βοηθήσει να μεταβεί στην Κυπριακή Δημοκρατία (ερ. 49-48 του δ.φ.).
Η αιτήτρια δήλωσε ότι δεν γνωρίζει περισσότερα στοιχεία για τον άνδρα που τη βοήθησε να διαφύγει, παρά μόνο ότι την πήγαινε στο σπίτι του και ότι δεν γνώριζε την ακριβή τοποθεσία, καθώς δεν μετακινούνταν μόνη της. Ανέφερε ότι της ζήτησε χρήματα μόνο για τη μεταφορά και ότι σήμερα δεν έχουν καμία επικοινωνία. Επιπλέον, ανέφερε ότι τα άτομα που την κρατούσαν στην Κύπρο έχουν τα προσωπικά της στοιχεία, καθώς το διαβατήριό της έμεινε στα χέρια τους αλλά δεν έχει καμία επικοινωνία μαζί τους από τότε που διέφυγε, ούτε η ίδια καθώς και ούτε η οικογένεια της στο Καμερούν. Μετά το πέρας της προσωπικής συνέντευξης, η αιτήτρια παραπέμφθηκε ως πιθανό θύμα εμπορίας ανθρώπων στους αρμόδιους φορείς (ερ. 88-83 του δ.φ.).
Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τους ισχυρισμούς της αιτήτριας 1 κατά τη συνέντευξή της, διέκρινε στην έκθεση-εισήγησή του τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς, που αφορούν: 1) την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής των αιτητών, 2) το ότι οι αρχές του Καμερούν εντόπισαν όπλα αποθηκευμένα στο μαγαζί της αιτήτριας 1 στην Bamenda, Βορειοδυτικό Καμερούν και 3) το ότι η αιτήτρια 1 είναι πιθανό θύμα εμπορίας ανθρώπων, στρατολογημένη από δίκτυα που λειτουργούν στη Νιγηρία.
O πρώτος ισχυρισμός της αιτήτριας 1 περί του προσωπικού της προφίλ, ότι δηλαδή είναι υπήκοος Καμερούν, Χριστιανή στο θρήσκευμα, εθνοτικής καταγωγής Bamileke, και με τόπο συνήθους διαμονής το Essos, Yaoundé, Cameroon έγινε αποδεκτός. Ομοίως, αποδεκτός έγινε και ο τρίτος ισχυρισμός της αιτήτριας 1, περί του ότι αποτέλεσε θύμα εμπορίας προσώπων, καθώς κρίθηκε ότι παρείχε επαρκείς πληροφορίες σχετικά με το πρόσωπο που οργάνωσε το ταξίδι της από τη Νιγηρία, τον τρόπο με τον οποίο άτομα στις μη ελεγχόμενες περιοχές την παρέλαβαν, την εκμετάλλευση που υπέστη, καθώς και την απόδρασή της, ενώ εξωτερικές πηγές πληροφόρησης κρίθηκε ότι συνάδουν με τις δηλώσεις της αιτήτριας.
Αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό, περί του ότι οι αρχές εντόπισαν όπλα στο κατάστημα της αιτήτριας 1 στην Bamenda, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Ειδικότερα, κρίθηκαν ως μη επαρκείς οι δηλώσεις της αιτήτριας 1 περί του ισχυρισμού της ότι διέμεινε για 4 έτη στην περιοχή Bambili. Κληθείσα να προσδιορίσει το όνομα του πανεπιστημίου και άλλων κεντρικών σημείων στην ως άνω περιοχή, αποκρίθηκε γενικόλογα ότι δεν γνωρίζει και ότι υπάρχουν καταστήματα εκεί. Επίσης, κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει γειτονικές περιοχές της Bambili ή της Bamenda, ούτε να προσδιορίσει με ακρίβεια την απόσταση μεταξύ Bambili και Bamenda, παρότι ισχυρίστηκε ότι είχε μεταβεί πολλές φορές στη Bamenda προκειμένου να κινήσει τις διαδικασίες για το κατάστημά της, καθώς και για να προμηθευτεί προϊόντα για αυτό. Επιπλέον, κρίθηκε ότι περιέγραψε το περιστατικό κατά το οποίο εντοπίστηκαν όπλα στο κατάστημά της χωρίς λεπτομέρειες και σαφήνεια. Κληθείσα να επεξηγήσει τι συνέβη στο κατάστημά της μετά την αναχώρησή της από τη χώρα, απάντησε χωρίς συνοχή ότι ο σύντροφός της δεν μπορούσε να το ανοίξει, καθώς η ίδια είχε τα κλειδιά μαζί της, και ότι η αστυνομία περικύκλωνε καθημερινά το κατάστημα το πρωί προκειμένου να διαπιστώσει αν θα εμφανιζόταν κάποιος.
Ωστόσο, δεν ήταν σε θέση να συγκεκριμενοποιήσει τον λόγο για τον οποίο η αστυνομία θα προέβαινε σε μια τέτοια ενέργεια για μια τόσο μικρή επιχείρηση. Ερωτηθείσα εάν η αστυνομία την αναζήτησε στην πατρική της οικία στην Yaoundé, αποκρίθηκε πάλι ασαφώς ότι παρόλο που η αστυνομία γνώριζε ότι αυτή είναι η ιδιοκτήτρια της επιχείρησης, δεν την αναζήτησε στην οικία της οικογενείας της επειδή δεν έχει το ίδιο επίθετο με τον πατέρα της. Εξίσου μη συνεκτικές και μη συγκεκριμένες κρίθηκαν οι δηλώσεις της όταν κλήθηκε να παραθέσει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τους εμπόρους που αποθήκευαν προμήθειες στο κατάστημα της. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τα ονόματα τους πέραν του ανθρώπου με τον οποίο ταξίδεψε μαζί στη Νιγηρία και δεν γνώριζε το περιεχόμενο των εμπορευμάτων που αποθήκευαν αν και κάποιοι από αυτούς είχαν καταστήματα με οικοδομικά υλικά και η ίδια είχε ένα μικρό σε μέγεθος container/κοντέινερ. Ούτε ήταν σε θέση να περιγράψει τα όπλα (παρά μόνο δήλωσε ότι ήταν μεγάλα σε μέγεθος), ούτε γνώριζε σε ποιον άνηκαν τα ανωτέρω, παρά δήλωσε ότι της είπαν ότι αυτοί είναι μέρος μιας αίρεσης (cult). Τέλος, κρίθηκε ότι η αιτήτρια 1 δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με λεπτομερή τρόπο τι συνέβη όταν η αστυνομία πήγε στο κατάστημά της και εντόπισε τα όπλα, καθώς και τη σύλληψή της.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού κρίθηκε ότι ένεκα της προσωπικής φύσης του υπό κρίση ισχυρισμού, αυτός δεν είναι δυνατόν να διασταυρωθεί από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν θεμελιώθηκε η εσωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, αυτός δεν έγινε αποδεκτός στο σύνολο του.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου στη βάση των ισχυρισμών που έγιναν αποδεκτοί κρίθηκε ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό των αιτητών περί του προσωπικού τους προφίλ ότι δεν συντρέχει εύλογη πιθανότητα οι αιτητές να υποστούν μεταχείριση που ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής τους στο Essos (Yaoundé) καθότι εκεί δεν λαμβάνει χώρα εσωτερική ένοπλη σύγκρουση σύμφωνα με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που παρέθεσε ο λειτουργός. Σε σχέση με το δεύτερο αποδεκτό ισχυρισμό, αξιολογήθηκε το προσωπικό προφίλ της αιτήτριας 1 σε σχέση με το ενδεχόμενο να υποπέσει εκ νέου θύμα εμπορίας. Επισημάνθηκε ότι η αιτήτρια 1 δεν ανέφερε ότι φοβάται ότι δεν θα μπορέσει να επιβιώσει ή ότι θα ξαναεντοπισθεί σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν. Επιπλέον, καταγράφουν πως η αιτήτρια 1 υπήρξε μέσω ενός δικτύου εμπορίας στη Νιγηρία και δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι το εν λόγω δίκτυο έχει παρακλάδι στο Καμερούν. Επίσης, οι διακινητές δεν ενόχλησαν την οικογένειά της μετά τη διαφυγή της, παρά το ότι είχαν τα προσωπικά της στοιχεία, και δεν υπήρχε χρέος της αιτήτριας απέναντι τους. Επιπλέον, διατηρεί σταθερή σχέση με την οικογένειά της και κρίθηκε ότι δεν προκύπτουν ενδείξεις ότι θα υποστεί στιγματισμό ή περιθωριοποίηση σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν. Ως εκ της ανωτέρω ανάλυσης, κρίθηκε ότι υπό το πρίσμα ότι η αιτήτρια 1 είναι πιθανό θύμα εμπορίας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι υπάρχει εύλογος βαθμός πιθανότητας να υποστεί μεταχείριση που συνιστά δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν.
Κατά τη νομική ανάλυση στην οποία προέβη ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας 1 δεν δύνανται να αποτελέσουν λόγο παραχώρησης καθεστώτος πρόσφυγα ή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, όπως προνοείται στα άρθρα 3 και 19 (1) και (2) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης υιοθετήθηκε από τον αρμόδιο, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργό, που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος και απέρριψε το αίτημα των αιτητών.
Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα των αιτητών λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τη συνήγορό τους, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος ορθά έγινε αποδεκτός, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ. Με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό ο οποίος επίσης έγινε αποδεκτός θα ασχοληθώ πιο κάτω.
Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, περί του ότι οι αρχές του Καμερούν εντόπισαν όπλα αποθηκευμένα στο μαγαζί της αιτήτριας 1 στην Bamenda, στο Βορειοδυτικό Καμερούν θα πρέπει να αναφέρω πως διαφαίνεται από το αφήγημα της αιτήτριας, πως δεν ήταν σε θέση να προβάλει τον ισχυρισμό της με συνέπεια και λεπτομέρεια, αφού δεν παρουσίασε με τρόπο συνεκτικό τα όσα αφορούν τον πυρήνα του αιτήματός της. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου διαφαίνεται πως όταν η αιτήτρια κλήθηκε να παραθέσει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον πυρήνα του ισχυρισμού, παρείχε αρκετά γενικευμένες πληροφορίες και τα λεγόμενά της παρουσιάζουν ουσιώδεις ελλείψεις ως προς τη συνοχή, τη σαφήνεια και την απαιτούμενη εξειδίκευση. Συγκεκριμένα, διαπιστώνω ότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει γειτονικές περιοχές της Bambili ή της Bamenda ούτε να προσδιορίσει, έστω κατά προσέγγιση, την απόσταση μεταξύ των δύο περιοχών, παρά το γεγονός ότι ισχυρίστηκε πως μετέβαινε επανειλημμένως στη Bamenda τόσο για τη διεκπεραίωση υποθέσεων που αφορούσαν τη λειτουργία του καταστήματός της, όσο και για την προμήθεια εμπορευμάτων. Η αδυναμία αυτή αποδυναμώνει ουσιωδώς την αξιοπιστία του ισχυρισμού της περί της πραγματικής σχέσης της με τις συγκεκριμένες περιοχές.
Επιπλέον, παρατηρώ ότι η περιγραφή του περιστατικού κατά το οποίο φέρεται να εντοπίστηκαν όπλα στο κατάστημά της παρέμεινε αόριστη και στερούμενη ουσιωδών λεπτομερειών. Όταν κλήθηκε να εξηγήσει τι συνέβη στο κατάστημα μετά την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της, δήλωσε χωρίς λογική αλληλουχία, ότι ο σύντροφός της αδυνατούσε να εισέλθει στο κατάστημα επειδή εκείνη είχε μαζί της τα κλειδιά, ενώ συγχρόνως ισχυρίστηκε ότι αστυνομικές δυνάμεις περικύκλωναν καθημερινά το κατάστημα κατά τις πρωινές ώρες, αναμένοντας την εμφάνιση κάποιου προσώπου.
Ωστόσο, όταν της ζητήθηκε να εξηγήσει για ποιο λόγο οι αρχές θα αφιέρωναν καθημερινά αστυνομικές δυνάμεις για την επιτήρηση μιας μικρής επιχείρησης, δεν κατόρθωσε να παρέχει εύλογη και συγκεκριμένη εξήγηση. Αντίστοιχα, ερωτηθείσα γιατί οι αστυνομικές αρχές δεν την αναζήτησαν στην πατρική της κατοικία στη Yaoundé, απάντησε αόριστα ότι γνώριζαν πως ήταν η ιδιοκτήτρια του καταστήματος και πως δεν μετέβησαν στην οικογενειακή της οικία επειδή δεν έφερε το ίδιο επώνυμο με τον πατέρα της. Η εξήγηση αυτή δεν εμφανίζεται επαρκώς αιτιολογημένη ούτε προκύπτει ως πειστική υπό το πρίσμα των υπολοίπων δηλώσεών της. Περαιτέρω, κρίνω ότι στερούνται συνοχής και οι αναφορές της σχετικά με τα πρόσωπα που αποθήκευαν εμπορεύματα στον χώρο του καταστήματός της. Παρά το γεγονός ότι ισχυρίστηκε πως διάφοροι έμποροι χρησιμοποιούσαν το κατάστημά της για την αποθήκευση προμηθειών, δεν ήταν σε θέση να ανακαλέσει τα ονόματα των προσώπων αυτών, πλην εκείνου με το οποίο είχε ταξιδέψει στη Νιγηρία. Επιπλέον, δήλωσε ότι αγνοούσε το περιεχόμενο των εμπορευμάτων που αποθήκευαν, μολονότι ορισμένοι εξ αυτών δραστηριοποιούνταν στον τομέα των οικοδομικών υλικών και η ίδια διέθετε μικρό σε μέγεθος container για την αποθήκευσή τους.
Αντιστοίχως, δεν κατόρθωσε να παρέχει οποιαδήποτε ουσιαστική περιγραφή των όπλων που φέρεται να εντοπίστηκαν στον χώρο, περιοριζόμενη μόνο στην αναφορά ότι επρόκειτο για «μεγάλα» όπλα. Παράλληλα, δήλωσε ότι δεν γνώριζε σε ποιον ανήκαν, αναφέροντας απλώς ότι πληροφορήθηκε πως τα πρόσωπα αυτά αποτελούσαν μέλη μιας αίρεσης (cult), χωρίς να εισφέρει οποιοδήποτε περαιτέρω συγκεκριμένο στοιχείο. Τέλος, διαπιστώνω ότι ούτε ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες οι αστυνομικές αρχές μετέβησαν στο κατάστημά της, εντόπισαν τον οπλισμό και προχώρησαν στη σύλληψή της, κατόρθωσε να παραθέσει συνεκτική, σαφή και επαρκώς λεπτομερή περιγραφή των γεγονότων, παρά τις σχετικές διευκρινιστικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν. Κατά συνέπεια, η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων της δεν τεκμηριώθηκε.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εξεταζόμενου ισχυρισμού, διαπιστώνω ότι, λόγω της αμιγώς προσωπικής φύσεως των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών, δεν καθίσταται δυνατή η επιβεβαίωση ή διάψευσή τους μέσω αντικειμενικών και ανεξάρτητων πηγών πληροφόρησης. Παρόλο που δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός πληροφοριών, κατόπιν αναζήτησης σε πλατφόρμες αναζήτησης και ελεύθερης περιήγησης, που να αφορούν συγκεκριμένα τα βιώματα της εν λόγω αιτήτριας, γενικότερες πληροφορίες αναφέρουν ότι, ο Deben Tchoffo, κυβερνήτης της βορειοδυτικής περιοχής του Καμερούν, δήλωσε ότι δόθηκε επίσης εντολή στα στρατεύματα να διεξαγάγουν έρευνες και να κατασχέσουν όπλα που χρησιμοποιούνται παράνομα από αυτονομιστές.[1] Αυτό βεβαίως δεν είναι αρκετό για να τεκμηριωθεί ο ισχυρισμός της, εφόσον οι πηγές πληροφόρησης δεν αναφέρουν οτιδήποτε που να μπορεί να συνδεθεί με την αιτήτρια.
Η αξιολόγηση του ισχυρισμού εξαρτάται κατ’ ουσίαν από την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων της αιτήτριας. Δεδομένου όμως ότι, για τους προεκτεθέντες λόγους, οι δηλώσεις της εμφανίζουν ουσιώδεις ελλείψεις ως προς τη συνοχή, τη σαφήνεια και την εσωτερική συνέπεια, καταλήγω ότι δεν πληρούται το απαιτούμενο αποδεικτικό μέτρο για την αποδοχή του συγκεκριμένου πραγματικού ισχυρισμού. Κατά συνέπεια, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός στο σύνολό του.
Ως προς τον τρίτο προβαλλόμενο ισχυρισμό της αιτήτριας 1, σύμφωνα με τον οποίο αυτή υπήρξε θύμα εμπορίας ανθρώπων, κρίνω ότι αυτός είναι αξιόπιστος και γίνεται δεκτός. Ειδικότερα, από την αξιολόγηση των δηλώσεών της προκύπτει ότι αυτές χαρακτηρίζονται από επαρκή σαφήνεια, συνοχή και λεπτομέρεια ως προς τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά του επικαλούμενου γεγονότος. Η αιτήτρια παρείχε συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με το πρόσωπο που ανέλαβε την οργάνωση της αναχώρησής της από τη Νιγηρία, περιέγραψε με συνεκτικό τρόπο τις συνθήκες υπό τις οποίες παραλήφθηκε από άτομα που δραστηριοποιούνταν σε περιοχές εκτός κυβερνητικού ελέγχου, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο υπέστη εκμετάλλευση. Περαιτέρω, παρέθεσε με επαρκή πληρότητα τις περιστάσεις υπό τις οποίες κατόρθωσε να διαφύγει από την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει.
Παράλληλα, ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του υπό κρίση ισχυρισμού, διαπιστώνω ότι το περιεχόμενο των δηλώσεων της αιτήτριας εναρμονίζεται με τις διαθέσιμες και αξιόπιστες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες επιβεβαιώνουν την ύπαρξη πρακτικών και μεθόδων δράσης αντίστοιχων με εκείνες που η ίδια περιέγραψε. Η συμφωνία των δηλώσεών της με τα αντικειμενικά στοιχεία της χώρας καταγωγής της και των συνθηκών δράσης των σχετικών κυκλωμάτων ενισχύει ουσιωδώς την αξιοπιστία του ισχυρισμού της.
Αναφορικά λοιπόν με την εξωτερική αξιοπιστία του ουσιώδους ισχυρισμού, διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης που παρατίθεται σε έκθεση της EUAA[2] για τη Νιγηρία αναφέρουν ότι οργανωμένες εγκληματικές ομάδες στη Νιγηρία εμπλέκονται σε μεγάλο βαθμό στην εμπορία ανθρώπων.[3] Οι πηγές ανέφεραν ότι οι διακινητές που δραστηριοποιούνται στο νότιο τμήμα της χώρας εμπλέκονται κυρίως στη διακίνηση ανθρώπων για σκοπούς σεξουαλικής εκμετάλλευσης.[4] Με βάση την έκθεση του USDOS του 2024 διακινητές στρατολόγησαν με δόλο γυναίκες και κορίτσια από καταυλισμούς εκτοπισμένων (IDP camps) με το πρόσχημα απασχόλησης στην Ευρώπη και στη συνέχεια τις εκμεταλλεύτηκαν στη διακίνηση ανθρώπων για σκοπούς σεξουαλικής εκμετάλλευσης στη Βόρεια Αφρική, στον Κόλπο και στην Ευρώπη.[5]
Άλλη έκθεση του USDOS που επικεντρώνεται στις μη ελεγχόμενες από τη Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, αναφέρει ότι οι διακινητές ανθρώπων εκμεταλλεύονται εγχώρια και αλλοδαπά θύματα στην περιοχή. Οι διακινητές εκμεταλλεύονται γυναίκες από την Κεντρική Ασία, την Ανατολική Ευρώπη και την Αφρική στο πλαίσιο διακίνησης ανθρώπων για σκοπούς σεξουαλικής εκμετάλλευσης σε νυχτερινά κέντρα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας και ρυθμίζονται από τουρκοκυπριακούς φορείς. […] Τα θύματα εργασιακής εκμετάλλευσης προέρχονται από την Ανατολική Ευρώπη, την Υποσαχάρια Αφρική, την Κεντρική Ασία και τη Νότια και Νοτιοανατολική Ασία.[6] Ενόψει των ανωτέρω δεδομένων ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός όφειλε να γίνει αποδεκτός από τον αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Λαμβάνοντας υπόψη τόσο την εσωτερική συνοχή και επάρκεια των δηλώσεων της αιτήτριας, όσο και την αντιστοίχισή τους με τα διαθέσιμα αντικειμενικά στοιχεία, καταλήγω ότι ο τρίτος προβαλλόμενος ισχυρισμός έχει θεμελιωθεί επαρκώς και ως εκ τούτου, γίνεται δεκτός.
Στα πλαίσια της αξιολόγησης του κινδύνου επιστροφής της αιτήτριας και ως προς τις προσωπικές της περιστάσεις διαπίστωσα ότι οι καθ’ ων η αίτηση δεν έλαβαν υπόψη κατά την αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου, το προφίλ της αιτήτριας ως γυναίκας μόνης, με δύο ανήλικα τέκνα, που αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα, θύμα εμπορίας προσώπων, η οποία στερείται ανδρικού υποστηρικτικού δικτύου στη χώρα καταγωγής της. Σε σχέση με τα ανήλικα τέκνα της προκύπτει από το διοικητικό φάκελο πως ενώ στην αίτηση συμπεριλήφθηκαν τα τέκνα της αιτήτριας, δεν υπάρχει οποιαδήποτε αξιολόγηση για τις προσωπικές περιστάσεις της αιτήτριας και για το βέλτιστο συμφέρον των τέκνων της σε περίπτωση επιστροφής της. Συμφωνώ με τη συνήγορο της αιτήτριας πως το αρμόδιο όργανο όφειλε να λάβει υπόψη του το βέλτιστο συμφέρον των ανήλικων τέκνων, αλλά και το προφίλ της αιτήτριας, η οποία είναι γυναίκα, χωρίς ανδρικό υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της και βεβαίως τώρα το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του και την κατάσταση της ψυχικής υγείας της αιτήτριας ως αυτή διαφαίνεται από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μου.
Υπενθυμίζω ότι βάσει του άρθρου 10 (1Α) του Περί Προσφύγων Νόμου, «1Α) Το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού αποτελεί πρωταρχικό μέλημα κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου οι οποίες αφορούν τη διεθνή προστασία και τους ανηλίκους». Η παραπάνω διάταξη βρίσκεται υπό την υποκεφαλίδα «Ασυνόδευτοι ανήλικοι αιτητές», αλλά δεν θα μπορούσε να νοηθεί ότι σχετική αξιολόγηση οφείλει να λαμβάνει χώρα μόνο σε περίπτωση ασυνόδευτων ανήλικων. Στο πλαίσιο της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ εξάλλου παρατίθεται ως γενικός κανόνας στο πλαίσιο του άρθρου 20 αυτής ότι «Το μείζον συμφέρον του παιδιού αποτελεί πρωταρχικό μέλημα για τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου που αφορούν ανηλίκους». Το προοίμιο εξάλλου της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ υπό (18) παραπέμπει στη Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Παιδιού. Οι Κυρωτικοί Νόμοι αυτής ορίζουν στο άρθρο 1 ως παιδί «Για σκοπούς της παρούσας Σύμβασης, παιδί σημαίνει κάθε ανθρώπινο ον κάτω των δεκαοκτώ ετών, εκτός εάν η ενηλικίωση επέρχεται νωρίτερα, σύμφωνα με την ισχύουσα για το παιδί νομοθεσία.»
Βάσει του προοιμίου της Οδηγίας υπό (18) «Κατά την αξιολόγηση του μείζονος συμφέροντος του παιδιού, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν ιδίως υπόψη τους την αρχή της οικογενειακής ενότητας, την ευημερία και την κοινωνική ανάπτυξη του ανηλίκου, ζητήματα ασφάλειας και προστασίας και τις απόψεις του ανηλίκου ανάλογα με την ηλικία του και την ωριμότητά του.». Καμία εξέταση δεν έγινε για την επιστροφή των παιδιών παρόλο που η απόφαση και επηρεάζει και αφορά τα τέκνα της αιτήτριας. Θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω απόσπασμα από τον Πρακτικό οδηγό της EASO σχετικά με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού στις διαδικασίες ασύλου (έτος 2019) [60]και συγκεκριμένα στη σελίδα 16 όπου αναφέρονται τα πιο κάτω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«Το BIC συνιστά πρωταρχικό μέλημα το οποίο ενδεχομένως χρειάζεται να σταθμίζεται σε συνάρτηση με τα συμφέροντα τρίτων, μη εξαιρουμένου του κράτους. Η βαρύτητα που πρέπει να αποδοθεί στο BIC αποτελεί τμήμα της ανάλυσης του αρμόδιου για τη λήψη της απόφασης οργάνου. Το BIC πρέπει να έχει υψηλή προτεραιότητα και να μη συνιστά απλώς έναν από τους πολλούς παράγοντες που συνεκτιμώνται (42). Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι σε άλλα πλαίσια, συγκριτικά, το BIC πρέπει να συνιστά πρώτιστο μέλημα, να είναι δηλαδή ο καθοριστικός παράγοντας κατά τη λήψη της απόφασης.».
Δεν προσμετρήθηκε το βέλτιστο συμφέρον των παιδιών και πως θα αντιμετωπιστούν τα παιδιά αυτά, τα οποία βρίσκονται στην Κυπριακή Δημοκρατία, σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους και καλούνται να επιστρέψουν με τη μητέρα τους και χωρίς τον πατέρα τους και είναι ξεκάθαρο πως δεν διεξήχθη η δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Στα πλαίσια της αξιολόγησης των ατομικών περιστάσεων που αφορούν την αιτήτρια θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη και το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. Σε όλες τις ενέργειες που σχετίζονται με τα παιδιά πρέπει να γίνεται αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού προτού ληφθεί απόφαση η οποία δύναται να τα επηρεάσει (βλ.απόφαση του ΕΔΔΑ no. 8687/08, Rahimi vs. Ελλάδας, ημερομηνίας 5/7/2011) και θα προχωρήσω βεβαίως κατωτέρω στην αξιολόγηση αυτού λαμβάνοντας υπόψη πάντοτε ότι τα παιδιά θα επιστρέψουν στη χώρα τους με την ανύπανδρη μητέρα τους.
Σε σχέση με τον εκπεφρασμένο φόβο της αιτήτριας ο οποίος απορρέει από το γεγονός ότι αποτελεί μόνη γυναίκα με δύο ανήλικα τέκνα και με τα στοιχεία του προφίλ της ως ανωτέρω αναφέρθηκαν, προχώρησα σε σχετική έρευνα, εκ της οποίας ανέκυψαν οι ακόλουθες πληροφορίες, σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί στο Καμερούν για τις γυναίκες και ειδικότερα για τις γυναίκες με τις ατομικές περιστάσεις της αιτήτριας ως αυτές έγιναν αποδεκτές.
Σε σχέση με τις συνθήκες (κοινωνικό/οικονομικές, έμφυλη βία) που επικρατούν για τις γυναίκες στο Καμερούν, θα πρέπει να αναφερθεί πως πλήθος πηγών καταγράφουν πως οι γυναίκες στο Καμερούν και ειδικότερα οι μόνες γυναίκες χωρίς ανδρικό υποστηρικτικό δίκτυο αντιμετωπίζουν εμπόδια και διακριτική μεταχείριση στην πρόσβαση τους στην εργασία, υγεία, δικαιοσύνη και στέγαση[7]. Σύμφωνα με το γερμανικό Ινστιτούτο Bertelsmann Stiftung στην έκθεσή του για το Καμερούν του έτους 2026, διαπιστώνεται πως οι διακρίσεις λόγω φύλου, εθνοτικής καταγωγής και πολιτικών προτιμήσεων εξακολουθούν να υφίστανται στη χώρα.[8] Παρότι η χώρα έχει κυρώσει πολυάριθμες διεθνείς συμβάσεις και συμφωνίες για την εξάλειψη των διακρίσεων κατά των γυναικών, στην πράξη οι γυναίκες συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν εμπόδια στην οικονομική, πολιτιστική, εκπαιδευτική και πολιτική συμμετοχή, αποτελώντας μόλις το 32% της Γερουσίας και το 34% της Εθνοσυνέλευσης, κυρίως λόγω ποσόστωσης φύλου.[9]
Η ίδια έκθεση αναφέρει πως οι δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες αποτυπώνονται εξίσου στα χαμηλότερα ποσοστά αλφαβητισμού, σχολικής φοίτησης και συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό, ενώ πληθώρα ακόμα κοινωνικών πρακτικών περιορίζουν περαιτέρω την ισότητα ευκαιριών για τις γυναίκες.[10] Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, πάνω από το ένα τρίτο των γυναικών αναφέρουν ενδοοικογενειακή κακοποίηση, ενώ οι μισές αναφέρουν ότι έχουν υποστεί σωματική βία κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Το ένα τρίτο αναφέρει ότι έχει συμμετάσχει σε παιδικό γάμο, ενώ το 1% αναφέρει ότι έχει υποστεί ακρωτηριασμό γυναικείων γεννητικών οργάνων.[11] Οι διακρίσεις λόγω εθνοτικής καταγωγής και πολιτικών προτιμήσεων, σύμφωνα με την ίδια πηγή, καταγράφηκε να είναι επίσης έντονες κατά το έτος αναφοράς.[12]
Σύμφωνα με απαντητική έκθεση του EUAA σχετικά με την κατάσταση των γυναικών χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο στο Καμερούν από τον Ιούλιο του 2025, καταγράφεται πως οι γυναίκες φέρεται να επηρεάστηκαν «δυσανάλογα» από τη βία στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν. [13] Περαιτέρω πηγές ανέφεραν επίσης ότι, λόγω της σύγκρουσης, οι γυναίκες αντιμετώπισαν διάφορες μορφές σεξουαλικής και έμφυλης βίας, καθώς και περιορισμένη πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες, πόρους και ευκαιρίες.[14]
Παρομοίως, η έκθεση του EUAA, παραθέτοντας ευρήματα του γραφείου OCHA του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών και του UNFPA, κατέγραψε ότι οι γυναίκες και τα κορίτσια, συμπεριλαμβανομένων των χηρών και των γυναικών αρχηγών νοικοκυριού, είναι «οι πλέον εκτεθειμένες» στη σεξουαλική και έμφυλη βία, ενώ στις αγγλόφωνες περιοχές οι γυναίκες και τα κορίτσια «διέτρεχαν ιδιαίτερο κίνδυνο σωματικής βίας», ιδίως οι εσωτερικά εκτοπισμένες και οι ανύπαντρες γυναίκες.[15]
Έκθεση του Freedom House του 2024 αναφέρει «πως οι γυναίκες γενικά αποκλείονται από θέσεις πολιτικής επιρροής και τα συμφέροντά τους προωθούνται ελάχιστα από εκλεγμένους αξιωματούχους. Το σύνταγμα εγγυάται ίσα δικαιώματα σε άνδρες και γυναίκες, αλλά οι παραδοσιακές νομικές αξίες και πρακτικές συχνά υπερισχύουν και δεν παρέχουν πάντα στις γυναίκες πλήρη δικαιώματα. Οι γυναίκες και τα παιδιά, που αποτελούν το 60 τοις εκατό των εκτοπισμένων, έχουν επηρεαστεί περισσότερο από τον εσωτερικό εκτοπισμό λόγω της αγγλόφωνης κρίσης και έχουν εκτεθεί σε σεξουαλική βία και έλλειψη πρόσβασης σε ευκαιρίες εργασίας και εκπαίδευσης»[16].
Περαιτέρω, έκθεση του Συμβουλίου Μεταναστών και Προσφύγων του Καναδά σχετικά με τις συνθήκες των γυναικών που ηγούνται ενός νοικοκυριού, και ειδικότερα στην Yaoundé και Douala, καταγράφει σχετικά με την πρόσβαση των γυναικών στην εργασία «πως οι γυναίκες χωρίς γνώση γαλλικών και ενός σχετικού κοινωνικού δικτύου είναι δύσκολο να εξεύρουν εργασία στον επίσημο τομέα απασχόλησης, ενώ είναι ευκολότερο για τις γυναίκες που γνωρίζουν άτομα στο τομέα απασχόλησης τους να βρουν εργασία. Μάλιστα, όσο πιο «επίσημη» είναι η θέση εργασίας, τόσο πιο απαραίτητη είναι η γνώση των γαλλικών. Επίσης, οι γυναίκες με προηγούμενη εργασιακή εμπειρία βρίσκονται σε ευνοϊκότερη θέση κατά την αναζήτηση εργασίας. Επιπλέον, όσες ήταν προηγουμένως αυτοαπασχολούμενες (όπως κομμώτριες, μικροέμποροι) μπορούν πιο εύκολα να ξεκινήσουν μια νέα επιχείρηση στην πόλη, αφού χρειάζονται «μικρό» κεφάλαιο εκκίνησης. και έχουν ήδη τα απαραίτητα εργαλεία[17]. Έτερη απόκριση της ανωτέρω πηγής αναφέρει πως είναι δυνατόν ανύπαντρες γυναίκες να ζήσουν μόνες τους στις μεγάλες πόλεις της Yaoundé και Douala εφόσον έχουν τους απαραίτητους πόρους και σημειώνεται πως το είδος της εργασίας που θα εξεύρουν εξαρτάται από τον βαθμό της εκπαίδευσης που κατέχουν. Είναι πιθανό οι μη έγγαμες γυναίκες που ζουν μόνες τους να αποκτήσουν μια αρνητική/κακή φήμη καθώς σύμφωνα με την παράδοση στο Καμερούν οι γυναίκες ζουν με τους γονείς τους μέχρι να παντρευτούν[18]. Επίσης, διεθνείς πηγές σημειώνουν πως πολλές μόνες γυναίκες στις πόλεις Yaoundé και Douala και σε μεγάλο βαθμό πολλές εκτοπισθείσες μόνες γυναίκες στις ανωτέρω πόλεις καταφεύγουν στην πορνεία εξαιτίας της αδυναμίας τους να βρουν πόρους για να επιβιώσουν[19].
Το Συμβούλιο Μεταναστών και Προσφύγων του Καναδά, στην ανωτέρω έκθεσή του, παραθέτοντας πληροφορίες από το Rural Women Center for Education and Development Cameroon (RuWCED), μια ΜΚΟ που προωθεί τα δικαιώματα των γυναικών και των παιδιών που ζουν σε αγροτικές περιοχές και την πρόσβασή τους σε εκπαίδευση και πόρους, αναφέρει ότι το καθεστώς της άγαμης είναι ως επί το πλείστον «πολιτιστικά και κοινωνικά ταπεινωτικό», ειδικά για τις έφηβες μητέρες ή τις άγαμες αρχηγούς νοικοκυριών με παιδιά.[20] Η ίδια πηγή σημείωσε ότι οι ανύπαντρες γυναίκες «συνήθως αντιμετωπίζονται στερεοτυπικά» και θεωρείται ότι έχουν έναν «κακό χαρακτήρα» ή κάποιο «πρόβλημα» που τις «αποτρέπει» από το να παντρευτούν, καθώς ο γάμος χαίρει «υψηλής εκτίμησης» στην κουλτούρα του Καμερούν.[21] Η RuWCED επισημαίνει επίσης ότι οι ανύπαντρες γυναίκες είναι πιο δύσκολο να βρουν στέγη λόγω της αμφιβολίας των ιδιοκτητών για την ικανότητά τους να καταβάλουν το ενοίκιο.[22]
Λαμβάνοντας υπόψη τις εμπειρίες της αιτήτριας 1 ως πιθανό θύμα εμπορίας ανθρώπων, σχετικά με την κοινωνική μεταχείριση θυμάτων εμπορίας προσώπων στο Καμερούν, Θα πρέπει να αναφερθεί πως σύμφωνα με την έκθεση του World Freedom του έτους 2024, το Καμερούν συνεχίζει να αποτελεί χώρα προέλευσης, διέλευσης και προορισμού για καταναγκαστική εργασία και σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών, καθώς και χώρα προέλευσης για γυναίκες που υπόκεινται σε καταναγκαστική εργασία και πορνεία στην Ευρώπη.[23] Το ίδιο επιβεβαιώνεται και από το Πρόγραμμα ENACT[24] και τον Αφρικανικό Δείκτη Οργανωμένου Εγκλήματος, ενώ η ίδια πηγή τονίζει ότι η συνεργασία τοπικών διαμεσολαβητών με διεθνείς παράγοντες ενέτεινε το φαινόμενο της εμπορίας ανθρώπων.[25]
Σύμφωνα με την Έκθεση του έτους 2024 του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών για την εμπορία ανθρώπων, τα άτομα που διατρέχουν τον υψηλότερο κίνδυνο θυματοποίησης στο Καμερούν ανήκουν σε κοινωνικά και οικονομικά ευάλωτες ομάδες, κυρίως από αγροτικές περιοχές. Οι διακινητές φέρεται να εκμεταλλεύονται Καμερουνέζους υπηκόους, κυρίως ηλικίας 20 έως 38 ετών, για σκοπούς καταναγκαστικής εργασίας και σεξουαλικής εκμετάλλευσης σε τρίτες χώρες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται κράτη της Μέσης Ανατολής (όπως το Κουβέιτ και ο Λίβανος), η Ταϊλάνδη, ευρωπαϊκές χώρες (περιλαμβανομένων της Ελβετίας και της Κύπρου), οι Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και αφρικανικά κράτη όπως το Μπενίν και η Νιγηρία. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στην ευαλωτότητα των εσωτερικά εκτοπισμένων γυναικών και παιδιών από περιοχές που πλήττονται από συγκρούσεις, συμπεριλαμβανομένης της βορειοδυτικής περιφέρειας, οι οποίοι αποτελούν ομάδες-στόχους για τα δίκτυα εμπορίας. Τα περισσότερα θύματα προέρχονται από τις βορειοδυτικές, νοτιοδυτικές, κεντρικές, νότιες, δυτικές περιφέρειες και τη περιφέρεια Littoral. [26]
Σε μια μαρτυρία της, η Francisca Awah, πρώην θύμα σεξουαλικής εμπορίας και ιδρύτρια του Δικτύου Επιζησάντων (Survivors' Network), μιας ΜΚΟ που παρέχει υποστήριξη σε θύματα εμπορίας στο Καμερούν, αναφέρθηκε στις δυσκολίες που αντιμετώπισε κατά την επιστροφή της στη χώρα. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι η ίδια υπήρξε στόχος στιγματισμού ακόμα και από την οικογένειά της, γεγονός που επιδείνωσε την ήδη δύσκολη κατάσταση στην οποία βρισκόταν. [27] Τέλος, σύμφωνα με COI query της EUAA με ημερομηνία δημοσίευσης 18 Μαρτίου 2024 αναφορικά με τα θύματα εμπορίας προσώπων στο Καμερούν και περίοδο αναφοράς (Ιανουάριου 2022-15 Μαρτίου 2024) αναφέρεται πως «δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν πληροφορίες σχετικά με τη μεταχείριση και την αντίληψη των θυμάτων εμπορίας ανθρώπων από την κοινωνία του Καμερούν, μεταξύ των πηγών που συμβουλεύτηκε η EUAA, εντός των χρονικών περιορισμών».[28]
Σε σχέση με την ύπαρξη δικτύων υποστήριξης/μη κυβερνητικές οργανώσεις και υπηρεσίες στις οποίες μπορούν να απευθυνθούν τα θύματα εμπορίας, από έρευνα που διεξήγαγα προέκυψε πως η Παγκόσμια Ένωση Πρόνοιας (Global Welfare Association - GLOWA) στο Καμερούν είναι μια μη κυβερνητική οργάνωση που επικεντρώνεται στην καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων και εδρεύει στη Bamenda. Η οργάνωση υλοποιεί προγράμματα που στοχεύουν στην αναγνώριση της απάτης που σχετίζεται με την εμπορία, την ενημέρωση των τοπικών κοινοτήτων, την άσκηση πίεσης σε κυβερνητικούς φορείς και την υλοποίηση δράσεων για την αποκατάσταση των θυμάτων. [29] Το Redemption Center for Persons in Distress (RECEPEDIS) είναι μια μη κυβερνητική οργάνωση που επικεντρώνεται στη βελτίωση της ψυχικής ευημερίας των κοινωνικά λιγότερο προνομιούχων ατόμων, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στον αγώνα κατά της εμπορίας ανθρώπων. Παρέχει ασφαλή καταλύματα, ψυχολογική υποστήριξη και επαγγελματική κατάρτιση στα θύματα εμπορίας ανθρώπων. [30]
Σε σχέση με την δυνατότητα κρατικής προστασίας που δύνανται να λάβουν τα πιθανά θύματα εμπορίας ανθρώπων, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το Καμερούν εξακολουθεί να κατατάσσεται στη «Λίστα Παρακολούθησης Βαθμίδας 2» του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών. Η κατηγορία αυτή αφορά χώρες των οποίων οι κυβερνήσεις δεν πληρούν πλήρως τα ελάχιστα πρότυπα της Πράξης για την Προστασία των Θυμάτων Εμπορίας και Βίας του 2000 (Victims of Trafficking and Violence Protection Act – TVPA), καταβάλλουν, όμως, σημαντικές προσπάθειες για την επίτευξη συμμόρφωσης.[31] Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει η προαναφερθείσα ως άνω έκθεση του έτους 2024, η κυβέρνηση του Καμερούν παρουσίασε αυξημένες προσπάθειες σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο αναφοράς, ενισχύοντας μεταξύ άλλων τις έρευνες και τις καταδίκες δραστών εμπορίας, προωθώντας τη διεθνή συνεργασία σε διασυνοριακές υποθέσεις και εκπονώντας νέο Εθνικό Σχέδιο Δράσης, το οποίο, κατά τον χρόνο σύνταξης της παρούσας έκθεσης, τελούσε υπό τελική έγκριση. Ωστόσο, διαπιστώθηκαν σημαντικές ελλείψεις σε κρίσιμους τομείς. Η κυβέρνηση προχώρησε σε περιορισμένο αριθμό διώξεων, δεν ταυτοποίησε κανένα θύμα εμπορίας, ενώ οι δομές προστασίας για τα θύματα παρέμειναν ανεπαρκείς.
Επιπλέον, το ισχύον νομικό πλαίσιο δεν συμμορφώνεται πλήρως με τις διεθνείς υποχρεώσεις του κράτους, καθώς εξακολουθεί να απαιτείται η απόδειξη στοιχείων όπως η βία, η απάτη ή ο εξαναγκασμός για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της εμπορίας παιδιών για σκοπούς σεξουαλικής εκμετάλλευσης, γεγονός που αποκλείει την ποινικοποίηση όλων των σχετικών μορφών εκμετάλλευσης. Τέλος, η έκθεση σημειώνει ότι νομοσχέδιο του 2012 που αποσκοπεί στην ενίσχυση της προστασίας των θυμάτων και μαρτύρων, καθώς και στην εναρμόνιση της εθνικής νομοθεσίας με το διεθνές δίκαιο, παραμένει εκκρεμές για αρκετά χρονιά. Παρά τις επίμονες καταγγελίες για εμπλοκή κρατικών αξιωματούχων σε εγκλήματα εμπορίας, η κυβέρνηση δεν ανέφερε καμία ενέργεια επιβολής του νόμου κατά φερόμενων ως εμπλεκομένων.[32]
Αναφορικά με τη κατάσταση της ψυχικής υγείας της αιτήτριας 1 ως αυτή έχει περιγραφεί πιο πάνω και προέκυψε από την ενώπιον μου διαδικασία, θα πρέπει να αναφερθεί πως σύμφωνα με τον Άτλα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για την ψυχική υγεία στο Καμερούν, το έτος 2020 υπήρχε αυτόνομη πολιτική/σχέδιο για την ψυχική υγεία, ωστόσο δεν υπήρχε σχετικό νομοθετικό πλαίσιο και δεν διατέθηκαν ανθρώπινοι ούτε οικονομικοί πόροι για την εφαρμογή της πολιτικής/σχεδίου.[33] Επιπλέον, δεν υπήρχε αυτόνομη ή ολοκληρωμένη πολιτική ή σχέδιο για την ψυχική υγεία των παιδιών ή των εφήβων ούτε για την πρόληψη της αυτοκτονίας.[34] Οι συνολικές κρατικές δαπάνες για την ψυχική υγεία το έτος 2020 άγγιξαν το 1% των συνολικών κρατικών δαπανών για την υγεία.[35] Η περίθαλψη και η θεραπεία ατόμων με παθήσεις ψυχικής υγείας (ψύχωση, διπολική διαταραχή, κατάθλιψη) δεν περιλαμβανόταν στο εθνικό πρόγραμμα ασφάλισης υγείας [36] Η πλειονότητα των ατόμων με παθήσεις ψυχικής υγείας κατέβαλαν εξ’ ολοκλήρου το ποσό τόσο για υπηρεσίες ψυχικής υγείας όσο και για φαρμακευτική αγωγή.[37]
Αναφορικά με τη πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας, πηγή πληροφόρησης αναφέρει ότι στην χώρα το 2020 εργάζονταν 12 ψυχίατροι είτε σε δημόσια είτε σε ιδιωτικά νοσοκομεία, αριθμός που αντιστοιχεί σε 0,05 ψυχιάτρους ανά 100.000 κατοίκους.[38] Οι νοσηλευτές ψυχικής υγείας ήταν 150, το οποίο αντιστοιχεί σε 0,58 νοσηλευτές ανά 100.000 κατοίκους.[39] Επίσης, εργάζονταν 300 ψυχολόγοι και 30 άλλοι εξειδικευμένοι εργαζόμενοι στον τομέα ψυχικής υγείας (π.χ. εργοθεραπευτές), ενώ δεν υπήρχε κανένας επαγγελματίας εξειδικευμένους στους ανηλίκους.[40]
Τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν ότι υπήρχαν 3 μονάδες εξωτερικής ψυχιατρικής φροντίδας συνδεόμενες με νοσοκομεία, 2 κοινοτικές (μη νοσοκομειακές) μονάδες εξωτερικής ψυχικής υγείας και 3 άλλες μονάδες εξωτερικής φροντίδας, όπως δομές ημερήσιας νοσηλείας ή θεραπείας.[41] Επιπλέον, λειτουργούσαν 3 ψυχιατρικές μονάδες εντός γενικών νοσοκομείων.[42] Παλαιότερη πηγή πληροφόρησης εν απουσία επικαιροποιημένων στοιχείων αναφέρει ότι το 2021 υπήρχαν δύο δημόσια νοσοκομεία στο Καμερούν που διαχειρίζονταν ζητήματα ψυχικής υγείας, συγκεκριμένα το Hospital Jamot στη Yaoundé και το Hospital Laquintinie στη Douala.[43]
Αναφορικά με τη μεταχείριση όσων αντιμετωπίζουν δυσκολίες ψυχικής υγείας από την κοινωνία, σύμφωνα με παλαιότερο COI Query της EUAA,[44] εν απουσία επικαιροποιημένων στοιχείων, αναφέρεται ότι, σύμφωνα με πηγές της περιόδου 2021-2022, τα ζητήματα ψυχικής υγείας στο Καμερούν θεωρούνταν ότι συνδέονται με τη μαγεία[45] και τα άτομα που επηρεάζονται από αυτά αντιμετώπιζαν στιγματισμό[46] και απορρίπτονταν από την κοινωνία.[47] Άρθρο για το ζήτημα που δημοσιεύθηκε από το Good Governance Africa τον Μάρτιο του 2021 εξηγεί ότι «τα άτομα που πάσχουν από προβλήματα ψυχικής υγείας στο Καμερούν αντιμετωπίζονται συνήθως με περιφρόνηση. Τα προβλήματα ψυχικής υγείας δεν αναγνωρίζονται πολιτισμικά και οι άνθρωποι είναι επιφυλακτικοί απέναντι στις επιστημονικές εξηγήσεις. Έτσι, πολλοί δεν τα θεωρούν ασθένεια αλλά κάποιο είδος κατάρας, μαγείας ή κακού οιωνού και ότι ο ασθενής θα πρέπει να αποφεύγεται».[48] Όπως αναφέρθηκε από το VOA News σε άρθρο του Μαΐου 2021, πάνω από 300 «ψυχιατρικοί ασθενείς» εγκαταλείφθηκαν από τις οικογένειές τους στους δρόμους του Yaoundé, και σύμφωνα με κυβερνητικά στοιχεία, «ο αριθμός των εγκαταλελειμμένων ψυχιατρικών ασθενών αυξήθηκε από 50 σε περισσότερους από 300 στο Yaoundé μέσα σε δύο χρόνια».[49] Σε άρθρο του από τον Ιούλιο του 2023, το Borgen Magazine ανέφερε ότι «πολλοί Καμερουνέζοι με προβλήματα ψυχικής υγείας υποφέρουν σιωπηλά, καθώς συχνά φοβούνται την κριτική, τις διακρίσεις και πιθανές συνέπειες. Τραγικά, έχουν έρθει στο φως περιστατικά απάνθρωπης μεταχείρισης, όπου άτομα με ψυχικές ασθένειες περιορίζονται σε “στρατόπεδα προσευχής” υπό εξευτελιστικές συνθήκες», όπου υφίστανται «σωματική κακοποίηση» και «κακομεταχείριση».[50]
Αναφορικά με την πρόσβαση των παιδιών στην εκπαίδευση και στην υγειονομική περίθαλψη στο Καμερούν λαμβάνοντας υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, το οποίο δεν απασχόλησε καθόλου το αρμόδιο όργανο ενώ όφειλε να το λάβει υπόψη του και αυτή την παράμετρο, όπως έχω αναλύσει ανωτέρω. Σημειώνεται πως η εκπαίδευση στο Καμερούν παραμένει ένας τομέας σε κρίση, καθώς τα σχολεία συνεχίζουν να δέχονται επιθέσεις σε πολλές περιοχές της χώρας, κυρίως στη βορειοδυτική και η νοτιοδυτική περιοχή ενώ πάνω από 1,4 εκατομμύρια παιδιά συνωστίζονται σε κακοσυντηρημένες και υπερπλήρεις αίθουσες διδασκαλίας.[51] Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Unicef του 2024, στις Βορειοδυτικές (ΒΔ) και Νοτιοδυτικές (ΝΔ) περιοχές, η κατάσταση ασφαλείας παρέμεινε ασταθής το 2024.[52] Οι επιθέσεις στην εκπαίδευση συνεχίστηκαν, με τους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές να πέφτουν θύματα απαγωγών και να λαμβάνουν πυρπολήσεις σχολικών κτιρίων.[53] Ο οργανισμός UNICEF αναφέρει ότι στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν, το δικαίωμα στην εκπαίδευση έχει υπονομευθεί σε μεγάλο βαθμό.[54]
Αναφορικά με την δυνατότητα πρόσβασης σε υγειονομική περίθαλψη, κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, ανευρέθησαν οι κάτωθι πληροφορίες. Σύμφωνα με την 2026 έκθεση του ινστιτούτου Bertelsmann Stiftung, το Καμερούν δαπανά λιγότερο από το 5% του ΑΕΠ για το σύστημα υγείας και απαιτεί την καταβολή τελών από τους χρήστες κατά τη στιγμή παροχής των υπηρεσιών.[55] Η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, ιδιαίτερα χωρίς ασφάλιση, είναι απαγορευτική για τους περισσότερους.[56] Οι περισσότεροι Καμερουνέζοι βασίζονται σε άτυπους μηχανισμούς κοινωνικής ασφάλειας, όπως οι οικογενειακές δομές, τα δίκτυα αλληλεγγύης και οι θρησκευτικοί θεσμοί.[57]
Η έκθεση κατάστασης του οργανισμού UNICEF που καλύπτει το διάστημα από 1 Ιανουαρίου έως 30 Ιουνίου 2025 και δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο 2025, αναφέρει ότι το Καμερούν εξακολουθεί να αντιμετωπίζει πολλαπλές απειλές για τη δημόσια υγεία, όπως ιλαρά, πολιομυελίτιδα, Mpox, χολέρα και κίτρινο πυρετό.[58] Σε απάντηση, η UNICEF έχει υποστηρίξει τις κυβερνητικές προσπάθειες μέσω επιτήρησης ασθενειών, εμβολιαστικών εκστρατειών, εκπαίδευσης υγειονομικού προσωπικού, ενεργοποίησης της κοινότητας και παροχής βασικών ιατρικών προμηθειών.[59]
Από τις διαθέσιμες και πρόσφατες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής της, τις οποίες έχω παραθέσει πιο πάνω, προκύπτει ότι οι γυναίκες στο Καμερούν, και ιδίως όσες είναι ανύπαντρες μητέρες χωρίς οικογενειακό ή ανδρικό υποστηρικτικό δίκτυο, θύματα εμπορίας προσώπων, με προβλήματα ψυχικής υγείας, αντιμετωπίζουν σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές δυσχέρειες, καθώς και διαρθρωτικές διακρίσεις λόγω φύλου. Ειδικότερα, καταγράφονται σημαντικά εμπόδια στην πρόσβαση στην εργασία, στη στέγαση, στην υγειονομική περίθαλψη και στην αποτελεσματική δικαστική προστασία, ενώ οι γυναίκες που αποτελούν αρχηγούς μονογονεϊκών νοικοκυριών συχνά υφίστανται κοινωνικό στιγματισμό και αυξημένο κίνδυνο περιθωριοποίησης. Οι δυσχέρειες αυτές είναι εντονότερες για τις γυναίκες που στερούνται οικονομικών πόρων και υποστηρικτικού περιβάλλοντος, γεγονός που αυξάνει σημαντικά την ευαλωτότητά τους. Περαιτέρω, διεθνείς πηγές καταγράφουν ότι οι γυναίκες στο Καμερούν, και ιδίως τα θύματα εμπορίας προσώπων, αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο στιγματισμού, κοινωνικού αποκλεισμού και επαναθυματοποίησης, ενώ η πρόσβαση σε αποτελεσματικούς μηχανισμούς προστασίας και υποστήριξης παραμένει περιορισμένη στην πράξη. Η έμφυλη βία εξακολουθεί να αποτελεί εκτεταμένο φαινόμενο, με τις ανύπαντρες γυναίκες, τις μητέρες ανηλίκων τέκνων χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο και τις γυναίκες που έχουν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση και είναι θύματα εμπορίας προσώπων με προβλήματα ψυχικής υγείας, να συγκαταλέγονται στις πλέον ευάλωτες κατηγορίες. Υπό τα δεδομένα αυτά, η περίπτωση της αιτήτριας, ως ανύπαντρης μητέρας ανήλικων τέκνων, χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο, με ψυχολογικά προβλήματα και θύμα εμπορίας προσώπων, εντάσσεται σε κατηγορία προσώπων που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα αυξημένο κίνδυνο κοινωνικοοικονομικής περιθωριοποίησης και έκθεσης σε περαιτέρω μορφές έμφυλης βίας.
Θα προχωρήσω στη νομική ανάλυση προκειμένου να αξιολογηθεί το ενδεχόμενο πλήρωσης των προϋποθέσεων υπαγωγής της αιτήτριας σε καθεστώς πρόσφυγα ή το ενδεχόμενο χορήγησης της αιτήτριας με καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Στο άρθρο 3, του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 καθορίζεται πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «3.-(1) Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής, ή πρόσωπο, που δεν έχει ιθαγένεια, το οποίο, ενώ είναι εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του ως αποτέλεσμα αυτών των καταστάσεων, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο να επιστρέψει σ’ αυτή και στο οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 5.»
Προκειμένου να αξιολογηθεί η νομική προϋπόθεση του «βάσιμου», θα πρέπει η αξιολόγηση να επικεντρώνεται στο κατά πόσον ένας τέτοιος φόβος είναι βάσιμος κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης επί της αίτησης διεθνούς προστασίας, δηλαδή ο βάσιμος φόβος της αιτήτριας πρέπει να είναι τρέχων. Οι περιστάσεις που οδήγησαν ένα πρόσωπο να εγκαταλείψει τη χώρα του μπορεί να αλλάξουν ή να παύσουν να υφίστανται με την πάροδο του χρόνου ή αντιστρόφως, να εμφανιστούν μετά την αναχώρησή του.
Επιπρόσθετα, ο «βάσιμος φόβος» στηρίζεται στην εκτίμηση του κινδύνου, η οποία είναι μελλοντοστραφής. Λόγω των εγγενών δυσκολιών που εμφανίζει η πρόγνωση του τι θα συμβεί εάν η αιτήτρια επιστρέψει στη χώρα της, ο κίνδυνος υποκειμενικής εκτίμησης εν προκειμένω είναι υψηλός. Είναι, συνεπώς, εξαιρετικά σημαντικό η αξιολόγηση του βάσιμου φόβου να πραγματοποιείται με βάση μια αντικειμενική μεθοδολογία, η οποία αποφεύγει τις εικασίες. Σύμφωνα με την απόφασή του, το ΔΕΕ τόνισε τον μελλοντοστραφή χαρακτήρα του βάσιμου φόβου στην υπόθεση υπ' αριθμόν C-71/11 and C-99/11 Bundesrepublik Deutschland v Y and Z και αναφέρεται πως εάν ο αιτητής υποβλήθηκε ήδη σε δίωξη ή άμεση απειλή δίωξης, τότε, το γεγονός αυτό αποτελεί αφ' εαυτού «σοβαρή ένδειξη ότι είναι βάσιμος ο φόβος».
Σε σχέση με τον βάσιμο φόβο δίωξης, σχετικές είναι οι σκέψεις 72 και 73 στην απόφαση για τις Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις C – 199 / 12 έως C - 201/12 X κ.λπ., Απόφαση του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 7ης Νοεμβρίου 2013, Minister voor Immigratie en Asiel κατά X και Y και Z κατά Minister voor Immigratie en Asiel (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστήριο):
«72 Όσον αφορά τη συγκράτηση που φέρεται ότι πρέπει να επιδείξει το συγκεκριμένο πρόσωπο, στο σύστημα της οδηγίας, οι αρμόδιες αρχές, όταν αξιολογούν αν ένας αιτών έχει βάσιμο φόβο διώξεως, εξετάζουν αν οι αποδεδειγμένες περιστάσεις συνιστούν ή όχι τέτοια απειλή ώστε το πρόσωπο αυτό εύλογα να φοβάται, όσον αφορά την ατομική του κατάσταση, ότι όντως θα αποτελέσει το αντικείμενο πράξεων διώξεως (βλ., στο ίδιο πνεύμα, προαναφερθείσα απόφαση Y και Z, σκέψη 76).
73 Η εν λόγω αξιολόγηση του μεγέθους του κινδύνου, η οποία σε όλες τις περιπτώσεις πρέπει να γίνεται με προσοχή και σύνεση (απόφαση της 2ας Μαρτίου 2010, C-175/08, C-176/08, C-178/08 και C-179/08, Salahadin Abdulla κ.λπ., Συλλογή 2010, σ. I-1493, σκέψη 90), στηρίζεται μόνο σε συγκεκριμένη αξιολόγηση των γεγονότων και περιστάσεων σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται ειδικά στο άρθρο 4 της οδηγίας (προαναφερθείσα απόφαση Y και Z, σκέψη 77).»
Κατά την εφαρμογή του πιο πάνω αναφερθέντος νομικού πλαισίου, παρατηρώ ότι, σε συνάρτηση με τις εξατομικευμένες περιστάσεις της αιτήτριας περί του ότι είναι ανύπανδρη μόνη γυναίκα με ανήλικα τέκνα, η οποία εγκατέλειψε τη χώρα και έπεσε θύμα εμπορίας προσώπων, χωρίς οικογενειακό και κοινωνικό δίκτυο και με την κατάσταση της ψυχικής της υγείας ως αυτή περιγράφηκε μέσω της μαρτυρίας που υποβλήθηκε από τους ειδικούς, είναι δεδομένο πως σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της καθίσταται ο φόβος της αντικειμενικός. Συνεπώς, κρίνω ότι ικανοποιείται το στοιχείο της βασιμότητας του φόβου δίωξης στο αίτημα διεθνούς προστασίας της αιτήτριας, υπό τις προσωπικές της περιστάσεις τις οποίες έθεσε ενώπιον μου.
Παράλληλα, ο περί Προσφύγων Νόμος, μεταφέροντας στην εθνική έννομη τάξη το αντίστοιχο άρθρο 9(α) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας αναφέρει τα εξής στο άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«Πράξεις δίωξης
3Γ.-(1) Οι πράξεις δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Σύμβασης πρέπει:
(α) να είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσης ή της επανάληψης τους ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση, βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ή
[…]
(στ) πράξεις που στοχεύουν το φύλο ή τα παιδιά.
(3) Σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 3, απαιτείται να υπάρχει συσχετισμός μεταξύ των λόγων που αναφέρονται στο άρθρο 3 Δ και της πράξης δίωξης κατά την έννοια του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου ή της έλλειψης προστασίας κατά των πράξεων αυτών.»
Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω οι σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μπορεί να συνιστούν δίωξη, όπως επίσης και μεροληπτικές ενέργειες ή σχετικές απειλές συνιστούν δίωξη, ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, λαμβανομένου υπόψη του υποκειμενικού στοιχείου για το οποίο έγινε λόγος προηγουμένως. Εν προκειμένω, οι βλάβες με τις οποίες κινδυνεύει εύλογα να βρεθεί αντιμέτωπη η αιτήτρια συνιστούν άνευ ετέρου δίωξη. Με βάση τα ανωτέρω διαπιστώνω ότι οι βλάβες αυτές, μαζί με την απειλή βλάβης της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας, αποτελούν συνδυαστικά σώρευση διαφόρων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα οποία είναι αρκούντως σοβαρά λόγω της φύσης τους, καθότι θα την επηρεάσουν σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.
Υπό το φως των ανωτέρω νομοθετικών διατάξεων, συμπεραίνω ότι οι βλάβες αυτές συνιστούν παρατεταμένες σοβαρές και διαρκείς παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων της και εμπίπτουν στην έννοια της δίωξης. Συγκεκριμένα, θίγονται σειρά προστατευόμενων δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα στη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα, το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να μην υφίσταται απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, καθώς και άλλων δικαιωμάτων, των οποίων η παραβίαση υπό προϋποθέσεις, που συντρέχουν εν προκειμένω, οδηγούν σε συνέπειες ουσιωδώς επιζήμιου χαρακτήρα.
Σχετικά δε με τους λόγους δίωξης, το άρθρο 3Δ, του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 καθορίζει την έννοια της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας ως κατωτέρω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«3Δ.-(1) Κατά την αξιολόγηση των λόγων της δίωξης, η Υπηρεσία Ασύλου λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα:
[…]
(δ) Η ομάδα θεωρείται ως ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα όταν, μεταξύ άλλων:
(i) τα μέλη της ομάδας αυτής έχουν κοινά εγγενή χαρακτηριστικά ή κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί ή έχουν από κοινού χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδηση, ώστε ένα πρόσωπο να μην πρέπει να αναγκάζεται να τις αποκηρύξει και
(ii) η ομάδα έχει ιδιαίτερη ταυτότητα στην οικεία χώρα, διότι γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική ομάδα από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο.
Ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής μια ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα μπορεί να περιλαμβάνει ομάδα που βασίζεται στο κοινό χαρακτηριστικό του γενετήσιου προσανατολισμού. Ο γενετήσιος προσανατολισμός δεν μπορεί να νοηθεί ότι περιλαμβάνει πράξεις που θεωρούνται αξιόποινες κατά το κυπριακό δίκαιο. Λαμβάνονται δεόντως υπόψη πτυχές συνδεόμενες με το φύλο, συμπεριλαμβανομένης της ταυτότητας του φύλου, κατά τον καθορισμό της ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας ή τον προσδιορισμό χαρακτηριστικού αυτής της ομάδας.»
Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C621-21, W.S. v. Βουλγαρίας, ημερομηνίας 16/1/2024, όπου επαναλήφθηκαν οι προϋποθέσεις υπαγωγής ατόμου σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα και συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα εξής (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
“39. Κατά το άρθρο 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95, το οποίο επαναλαμβάνει το γράμμα του άρθρου 1, τμήμα Α, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Γενεύης, ως «πρόσφυγας» νοείται, μεταξύ άλλων, ο υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος, συνεπεία βάσιμου φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, ευρίσκεται εκτός της χώρας της ιθαγένειάς του και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/95 απαριθμεί ορισμένα στοιχεία τα οποία πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα κράτη μέλη για καθέναν από τους πέντε λόγους δίωξης που είναι ικανοί να οδηγήσουν στην αναγνώριση του καθεστώτος πρόσφυγα.
40. Όσον αφορά, ειδικότερα, τον λόγο δίωξης που έγκειται στην «ιδιότητα μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας», από το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, πρώτο εδάφιο, προκύπτει ότι η ομάδα θεωρείται ως «ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» εφόσον πληρούνται σωρευτικώς δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, τα μέλη της ομάδας αυτής πρέπει να έχουν τουλάχιστον ένα από τα εξής τρία αναγνωριστικά στοιχεία, ήτοι «κοινά εγγενή χαρακτηριστικά», «κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί» ή «από κοινού χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδηση ώστε ένα πρόσωπο να μην πρέπει να αναγκάζεται να τις αποκηρύξει». Δεύτερον, η ομάδα αυτή πρέπει να έχει «ιδιαίτερη ταυτότητα» στη χώρα καταγωγής «διότι γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική ομάδα από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο».
41. Επιπλέον, το δεύτερο εδάφιο του εν λόγω άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, διευκρινίζει, μεταξύ άλλων, ότι «[λ]αμβάνονται δεόντως υπόψη πτυχές συνδεόμενες με το φύλο, συμπεριλαμβανόμενης της ταυτότητας του φύλου, κατά τον καθορισμό της ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας ή τον προσδιορισμό χαρακτηριστικού αυτής της ομάδας». Η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 30 της οδηγίας 2011/95, σύμφωνα με την οποία η ταυτότητα του φύλου μπορεί να σχετίζεται με ορισμένες νομικές παραδόσεις και έθιμα, που οδηγούν επί παραδείγματι σε ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων, υποχρεωτική στείρωση ή υποχρεωτική αποβολή.
42. Επιπλέον, το σημείο 30 των κατευθυντήριων οδηγιών της HCR για τη διεθνή προστασία αριθ. 1, σχετικά με τη δίωξη λόγω γένους στα πλαίσια ερμηνείας του άρθρου 1, τμήμα Α, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Γενεύης, διευκρινίζει, όσον αφορά την έννοια της «κοινωνικής ομάδας» που αναφέρεται στη σύμβαση αυτή και ορίζεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95, ότι «το φύλο μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της κατηγορίας της κοινωνικής ομάδας. Οι γυναίκες αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής υπο-ομάδας που καθορίζεται από έμφυτα και ανεπίδεκτα αλλαγής γνωρίσματα και συχνά απολαμβάνουν μεταχείριση διαφορετική από αυτή των αντρών. […] Τα χαρακτηριστικά τους τις ξεχωρίζουν ως κοινωνική ομάδα και σε κάποιες χώρες υπομένουν διαφορετικά κριτήρια και επίπεδο μεταχείρισης.»
Κατά την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα είναι (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) «η ένωση προσώπων που συνδέονται με ένα κοινό χαρακτηριστικό, άλλο από το φόβο δίωξης, ή που αντιμετωπίζονται ως ομάδα από την κοινωνία. Το χαρακτηριστικό είναι συχνά έμφυτο, αναλλοίωτο ή θεμελιώδες για την ταυτότητα, τη συνείδηση ή την άσκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μελών της»[60].
Σύμφωνα δε με την αιτιολογική σκέψη 30 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ «για τους σκοπούς του καθορισμού της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, θα πρέπει να λαμβάνονται δεόντως υπόψη θέματα που απορρέουν από το φύλο του αιτούντος, συμπεριλαμβανομένης της ταυτότητας του φύλου και του γενετήσιου προσανατολισμού, τα οποία μπορεί να σχετίζονται με ορισμένες νομικές παραδόσεις και έθιμα, που οδηγούν επί παραδείγματι σε ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων, υποχρεωτική στείρωση ή υποχρεωτική αποβολή, στον βαθμό που έχουν σχέση με τον βάσιμο φόβο του αιτούντος για δίωξη σε βάρος του.»
Αναφορικά με το εάν θα μπορούσε να προσδιορισθεί μια ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα στη βάση του φύλου, η Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. σε κατευθυντήριες Οδηγίες επισημαίνει πως «το φύλο μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της κατηγορίας της κοινωνικής ομάδας. Οι γυναίκες αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής υπο-ομάδας που καθορίζεται από έμφυτα και ανεπίδεκτα αλλαγής γνωρίσματα και συχνά απολαμβάνουν μεταχείριση διαφορετική από αυτή των αντρών»[61].
Στη συνέχεια, αναφορικά με την ιδιαίτερη ταυτότητα από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο που θέτει η νομοθεσία (άρθρο 3Δ του περί Προσφύγων Νόμου/ άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/95) η ανωτέρω ανάλυση της Ύπατης Αρμοστείας επισημαίνει πως η ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα πρέπει να έχει διακριτό χαρακτήρα ανεξάρτητα από την ενδεχόμενη δίωξη των μελών της, υπό την έννοια ότι «δεν μπορεί να οριστεί με αποκλειστική αναφορά στη δίωξη που υποφέρουν τα μέλη της ή στον κοινό φόβο δίωξης.»[62] Επομένως, το κοινό χαρακτηριστικό δεν μπορεί να είναι μόνο ο ίδιος ο φόβος δίωξης. Εντούτοις, «η διωκτική ενέργεια σε βάρος της ομάδας μπορεί να αποτελεί καίριας σημασίας παράγοντα για τον εντοπισμό της σε μια ιδιαίτερη κοινότητα.»[63] Επίσης, το μέγεθος της ομάδας, το πλήθος των μελών ή των προσώπων που συνθέτουν την ομάδα, δεν ασκεί επιρροή όταν αξιολογείται η ύπαρξη ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας[64].
Αναφορικά με τους λόγους δίωξης που απορρέουν από το φύλο και τη συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα στα πλαίσια του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ σε σχετικές Οδηγίες, αναφέρει ότι «Κατ' ακολουθία, το φύλο μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της κατηγορίας της κοινωνικής ομάδας. Οι γυναίκες αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής υπο-ομάδας που καθορίζεται από έμφυτα και ανεπίδεκτα αλλαγής γνωρίσματα και συχνά απολαμβάνουν μεταχείριση διαφορετική από αυτή των αντρών. Τα χαρακτηριστικά τους τις ξεχωρίζουν ως κοινωνική ομάδα και σε κάποιες χώρες υπομένουν διαφορετικά κριτήρια και επίπεδο μεταχείρισης.»[65]
Στο εγχειρίδιο της EUAA – European Union Agency For Asylum «Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας» (Δικαστική Ανάλυση, δεύτερη έκδοση, Ιανουάριος 2023)[66], στη σελίδα 119 (του κειμένου) αναφέρονται τα πιο κάτω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«Οι γυναίκες έχει αναγνωριστεί ότι διώκονται για λόγους που σχετίζονται με την ιδιότητά τους ως μελών ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, τόσο αποκλειστικά λόγω του φύλου τους όσο και, ειδικότερα, όταν συγκροτούν υποομάδες. Όπως επισήμανε το Ιρλανδικό Ανώτερο Δικαστήριο (High Court), «αναμφισβήτητα οι γυναίκες, γενικώς, ή οι γυναίκες που υφίστανται έμφυλη βία, μπορούν να αποτελούν ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα για τους σκοπούς της Σύμβασης». Ορισμένα παραδείγματα γυναικών από τέτοιες υποομάδες που αναγνωρίζονται ως πρόσφυγες παρατίθενται στον πίνακα 17. Συχνά, οι περιστάσεις των υποθέσεών τους χαρακτηρίζονται από τη σώρευση διαφόρων μορφών έμφυλης βίας.».
Στο προοίμιο της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας (Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης) αναφέρεται το εξής (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«Αναγνωρίζοντας με ιδιαίτερη ανησυχία ότι οι γυναίκες και τα κορίτσια συχνά εκτίθενται σε σοβαρές μορφές βίας, όπως η ενδοοικογενειακή βία, η σεξουαλική παρενόχληση, ο βιασμός, ο εξαναγκασμός σε σύναψη γάμου, τα εγκλήματα που διαπράττονται στο όνομα της ούτως-αποκαλουμένης “τιμής” και σε ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων, τα οποία συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των γυναικών και των κοριτσιών, καθώς και σοβαρό εμπόδιο στην επίτευξη ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών.»
Στο σύγγραμμα “Ο καθορισμός του καθεστώτος πρόσφυγα- Ρήτρες Υπαγωγής και Ρήτρες Αποκλεισμού” (2024), της Αικατερίνης Κουτσοπούλου στις σελίδες 398 και 399, αναφέρονται τα πιο κάτω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«Για παράδειγμα οι γυναίκες, αποτελούν παράδειγμα κοινωνικού συνόλου προσδιοριζόμενου από εγγενή και αμετάβλητα χαρακτηριστικά, τα οποία ενδέχεται να γίνονται αντιληπτά με διαφορετικό τρόπο από την κοινωνία, ανάλογα με τη χώρα τους, εξαιτίας των κοινωνικών, νομικών ή θρησκευτικών κανόνων της χώρας καταγωγής ή των εθίμων της κοινότητας στην οποία ανήκουν. Επίσης, οι γυναίκες μπορούν να ανήκουν σε μια ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, με κριτήριο την φύση των πράξεων δίωξης, στις οποίες φοβούνται ότι θα εκτεθούν, σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους, η οποία φύση αποτελεί κρίσιμο στοιχείο προκειμένου να προσδιοριστεί η “ιδιαίτερη ταυτότητα της εν λόγω ομάδας στη χώρα καταγωγής”, χωρίς βέβαια τούτο να σημαίνει ότι όλες οι γυναίκες που φοβούνται θα αποτελούν μέλος ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας.»
Ειδικότερα, διαφαίνεται από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου και αυτά που μελέτησα ότι οι γυναίκες στο Καμερούν οι οποίες έχουν υπάρξει θύματα εμπορίας προσώπων και κατά την επιστροφή τους στη χώρα καταγωγής τους, στερούνται πραγματικού και αποτελεσματικού οικογενειακού ή κοινωνικού δικτύου υποστήριξης, δύνανται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να συνιστούν ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, λαμβανομένων υπόψη και των ιδιαίτερων συνθηκών ευαλωτότητας που χαρακτηρίζουν τη θέση τους. Η προηγούμενη θυματοποίηση λόγω εμπορίας προσώπων συνιστά στοιχείο της προσωπικής της ιστορίας, το οποίο δεν είναι δυνατόν να μεταβληθεί και το οποίο, σε συνδυασμό με τη θέση τους ως γυναικών που επιστρέφουν χωρίς ουσιαστικό δίκτυο προστασίας, τις διαφοροποιεί από τον γενικό πληθυσμό.
Στην περίπτωση της Αιτήτριας, η συμμετοχή της στην ανωτέρω ομάδα δεν αποτελεί αφηρημένη ή θεωρητική παραδοχή, αλλά συνδέεται με συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία έχουν γίνει αποδεκτά. Ειδικότερα, έχει γίνει δεκτό ότι η Αιτήτρια υπήρξε θύμα εμπορίας προσώπων, είναι ανύπανδρη μητέρα δύο ανηλίκων τέκνων και αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας. Περαιτέρω, κατά την επιστροφή της στη χώρα καταγωγής της δεν θα διαθέτει πραγματικό και αποτελεσματικό δίκτυο οικογενειακής ή κοινωνικής υποστήριξης [εφόσον και αυτό αποτελεί αποδεκτό πραγματικό περιστατικό]. Τα ανωτέρω στοιχεία, συνεκτιμώμενα, συνθέτουν ένα ιδιαίτερα ευάλωτο προσωπικό και κοινωνικό προφίλ.
Η ευαλωτότητα της Αιτήτριας δεν απορρέει, επομένως, από ένα μεμονωμένο χαρακτηριστικό, αλλά από τη σωρευτική επίδραση των ανωτέρω περιστάσεων. Η ιδιότητά της ως πρώην θύμα εμπορίας προσώπων, η απουσία συζύγου ή άλλου δικτύου που να παρέχει ουσιαστική προστασία, η ευθύνη της ως μητέρας δύο ανηλίκων τέκνων και τα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει είναι παράγοντες οι οποίοι, ιδίως σε περίπτωση επιστροφής χωρίς επαρκές υποστηρικτικό δίκτυο, δύνανται να εντείνουν την έκθεσή της σε κοινωνικό αποκλεισμό, περιθωριοποίηση και εκ νέου εκμετάλλευση.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται επίσης στην προηγούμενη εμπειρία εμπορίας προσώπων. Σύμφωνα με το άρθρο 18(4) του περί Προσφύγων Νόμου, το γεγονός ότι η αιτήτρια έχει ήδη υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη αποτελεί σοβαρή ένδειξη βάσιμου φόβου, εκτός εάν συντρέχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι η δίωξη ή η σοβαρή βλάβη δεν πρόκειται να επαναληφθεί. Στην παρούσα περίπτωση, η προηγούμενη θυματοποίηση της Αιτήτριας δεν μπορεί να εξεταστεί απομονωμένα από τις λοιπές περιστάσεις της. Αντιθέτως, η ιδιότητά της ως πρώην θύματος εμπορίας προσώπων, σε συνδυασμό με την οικογενειακή της κατάσταση, την ευθύνη φροντίδας δύο ανηλίκων τέκνων, τα προβλήματα ψυχικής υγείας και την έλλειψη αποτελεσματικού δικτύου υποστήριξης, ενισχύει την εκτίμηση ότι παραμένει εκτεθειμένη σε κίνδυνο επαναθυματοποίησης.
Υπό το φως του συνόλου των ανωτέρω, κρίνω ότι υφίσταται επαρκής αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των χαρακτηριστικών που θεμελιώνουν την ένταξη της Αιτήτριας στην ως άνω ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα και του κινδύνου που επικαλείται. Ο κίνδυνος δεν απορρέει απλώς από το γεγονός ότι είναι γυναίκα ή από τις γενικές δυσχέρειες που ενδέχεται να αντιμετωπίζει ο πληθυσμός στο Καμερούν, αλλά από τη συγκεκριμένη και σωρευτική συνδρομή των προσωπικών της χαρακτηριστικών και της ιδιαίτερης θέσης στην οποία θα βρεθεί σε περίπτωση επιστροφής της με τα ανήλικα τέκνα της.
Όπως αναλύθηκε ανωτέρω, σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, η αιτήτρια 1 πιθανολογείται ευλόγως ότι θα κινδυνέψει να υποστεί πράξεις κακομεταχείρισης λόγω της διακριτικής μεταχείρισης που υφίστανται στο Καμερούν οι γυναίκες με το ίδιο προφίλ με την αιτήτρια 1. Οι συγκεκριμένες πράξεις αποτελούν πράξεις δίωξης και συνιστούν παραβίαση του άρθρο 3 της ΕΣΔΑ[67], εκ του οποίου δε χωρεί παρέκκλιση βάσει του άρθρου 15 παρ. 2 της ίδιας Σύμβασης. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι το σύνολο των πράξεων που ευλόγως πιθανολογείται να αντιμετωπίσει η αιτήτρια 1 σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν συνιστούν αναμφίβολα πράξεις δίωξης.
Διαφαίνεται από την πιο πάνω ανάλυση πως οι γυναίκες υπό προϋποθέσεις αποτελούν ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Ακολούθως, θα προχωρήσω να εξετάσω την ύπαρξη φορέα δίωξης. Σε σχέση με τον ορισμό του φορέα δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Α του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 καθορίζονται τα πιο κάτω:
«(α) το κράτος,
(β) ομάδες ή οργανώσεις που ελέγχουν το κράτος ή ουσιώδες μέρος του εδάφους του κράτους,
(γ) μη κρατικοί φορείς, εάν μπορεί να καταδειχθεί ότι οι φορείς που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β), περιλαμβανομένων των διεθνών οργανισμών, δεν είναι σε θέση ή δεν επιθυμούν να παράσχουν προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης, όπως ορίζεται στο άρθρο 3Β.»
Ως φορείς δίωξης υπό την έννοια της Σύμβασης για το καθεστώς των προσφύγων μπορεί να είναι είτε κρατικές αρχές είτε ιδιώτες, αν οι κρατικές αρχές ανέχονται ή αρνούνται ή αποδεικνύονται αδύναμες να παρέχουν αποτελεσματική προστασία.[68] Εν προκειμένω, στην υπό εξέταση περίπτωση οι φορείς δίωξης είναι τόσο οι κρατικές υπηρεσίες, όσο και η ευρύτερη κοινωνία της χώρας, όπως προκύπτει από τις ως άνω διαθέσιμες πληροφορίες. Συνεπώς, έχοντας αξιολογήσει τις πιο πάνω πηγές, κρίνω ότι σωρευτικά οι διακρίσεις που υφίστανται οι γυναίκες με το προφίλ της αιτήτριας στο Καμερούν, όπως αδυναμία πρόσβασης σε εργασία, σε δημόσιες υπηρεσίες, σε στέγαση, στη δικαιοσύνη, καθώς και οι παραβιάσεις βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων που απορρέουν από τις πατριαρχικές αντιλήψεις που επικρατούν στο Καμερούν προέρχονται/πηγάζουν τόσο από την κοινωνία, όσο και από το κράτος.
Σύμφωνα με το άρθρο 3Β του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000:
«(1) Προστασία μπορεί να παρέχεται από-
(α) το κράτος, ή
(β) ομάδες ή οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένων διεθνών οργανισμών, που ελέγχουν το κράτος ή ουσιώδες μέρος του εδάφους του κράτους,
υπό την προϋπόθεση ότι επιθυμούν να προσφέρουν προστασία σύμφωνα με το εδάφιο (2) και είναι σε θέση να το πράξουν.
(2) Η προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης πρέπει να είναι αποτελεσματική και μη προσωρινή. Προστασία παρέχεται κατά κανόνα όταν οι φορείς που αναφέρονται στο εδάφιο (1) λαμβάνουν εύλογα μέτρα για να αποτρέψουν τη δίωξη ή την πρόκληση σοβαρής βλάβης, μεταξύ άλλων, με τη λειτουργία αποτελεσματικού νομικού συστήματος για τον εντοπισμό, την ποινική δίωξη και τον κολασμό πράξεων που συνιστούν δίωξη ή σοβαρή βλάβη, και όταν ο αιτητής έχει πρόσβαση στην προστασία αυτή.».
Επομένως, αυτό που έπεται να εξεταστεί είναι εάν υπάρχει απροθυμία ή η αδυναμία του κράτους να παρέχει επαρκή κρατική προστασία. Επισημαίνεται πως οι υπεύθυνοι προστασίας πρέπει να έχουν όχι μόνον τη δυνατότητα, αλλά και τη βούληση να προστατεύσουν την συγκεκριμένη αιτήτρια και τα ανήλικα τέκνα της έναντι των διώξεων ή της σοβαρής βλάβης στις οποίες ενδέχεται να εκτεθεί ή είναι εκτεθειμένη. Επίσης, η προστασία αυτή πρέπει να είναι αποτελεσματική και μη προσωρινή.
Καταληκτικά, για όλους τους λόγους που ανωτέρω αναλύθηκαν, διαφαίνεται από την εκτενή ανάλυση που έχω παραθέσει προηγουμένως, πως δεν προκύπτουν στοιχεία που συνηγορούν υπέρ του ότι οι αρχές της χώρας καταγωγής της, επιθυμούν και/ή είναι σε θέση να παρέχουν μόνιμη και αποτελεσματική προστασία προς το πρόσωπο της αιτήτριας από τις πράξεις δίωξης όπως σωματικής, ψυχικής και σεξουαλικής βίας, καθώς και συστηματικών διακρίσεων λόγω του φύλου της που ενδέχεται να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της στη χώρα καταγωγής της. Το κράτος στη χώρα καταγωγής της αιτήτριας δεν παρέχει αποτελεσματική και μη προσωρινή προστασία στις μόνες ανύπανδρες γυναίκες με παιδιά, θύματα εμπορίας προσώπων με προβλήματα ψυχικής υγείας, οι οποίες δεν έχουν ανδρικό και οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο.
Αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στο Καμερούν και στην περιοχή της τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ειδικότερα στην απαντητική έκθεση του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA)[69] που ετοιμάστηκε ως απάντηση σε ερώτημα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Νοτιοδυτική και Βορειοδυτική περιφέρεια και στην περιοχή του Άπω Βορρά στο Καμερούν, και δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2025, αναφέρεται ότι, σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR), το Καμερούν αντιμετωπίζει μια πολυδιάστατη ανθρωπιστική κρίση, ως απόρροια των συγκρούσεων, της διακοινοτικής βίας και της σημειούμενης κλιματικής αλλαγής. Πηγές επίσης σημειώνουν ότι το Καμερούν εξακολουθεί να επηρεάζεται από τρεις (3) πολυσύνθετες και μείζονες ανθρωπιστικές κρίσεις: τη σύγκρουση στη λεκάνη της λίμνης Τσαντ στην περιοχή του Άπω Βορρά, την Αγγλόφωνη εσωτερική κρίση στην Βορειοδυτική και Νοτιοδυτική Περιφέρεια (NWSW), καθώς και την προσφυγική κρίση που προέρχεται από την γειτονική Κεντροαφρικανική Δημοκρατία. [70]
Στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές Περιφέρειες του Καμερούν συγκεκριμένα, κοινώς γνωστές ως αγγλόφωνες περιοχές, οι συγκρούσεις μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων και αυτονομιστών μαχητών (“Ambazonians”) συνεχίζονται από το 2017, όταν οι τελευταίοι επιχείρησαν να εγκαθιδρύσουν ανεξάρτητο κράτος.[71] Το 2016, αγγλόφωνοι δικηγόροι, φοιτητές και εκπαιδευτικοί στο Καμερούν ξεκίνησαν διαμαρτυρίες καταγγέλλοντας την πολιτιστική τους περιθωριοποίηση από την γαλλόφωνη κυριαρχούμενη κυβέρνηση, οι οποίες διαμαρτυρίες αντιμετωπίστηκαν με βίαιη καταστολή.[72] Τον Οκτώβριο του 2017, αγγλόφωνοι αυτονομιστές κήρυξαν την ανεξαρτησία και ανακήρυξαν ένα νέο κράτος, την «Αμπαζονία» στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές.[73] Έκτοτε, οι συγκρούσεις μεταξύ ένοπλων αυτονομιστών και των δυνάμεων ασφαλείας του Καμερούν έχουν κλιμακωθεί.[74]
Η βία περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό στις αγγλόφωνες περιοχές της χώρας και είναι εντονότερη στα βορειοδυτικά απ’ ό,τι στα νοτιοδυτικά.[75] Οι αυτονομιστικές ομάδες είναι πιο δραστήριες σε αγροτικές, απομακρυσμένες και υπανάπτυκτες περιοχές.[76] Σποραδικά περιστατικά έχουν σημειωθεί και στις γαλλόφωνες περιοχές που συνορεύουν με τις αγγλόφωνες περιοχές, στην περιοχή Littoral και στην Δυτική περιοχή.[77] Επί τούτου, ένας ερευνητής και ειδικός για τη Δυτική Αφρική και το Καμερούν εξηγεί ότι αρχικά οι κύριοι ηγέτες των αυτονομιστών είχαν συμφωνήσει να μην εμπλέξουν τις γαλλόφωνες περιφέρειες στη σύγκρουση και να μην επιτεθούν στους γαλλόφωνους πληθυσμούς, οι οποίοι θεωρούνταν μη υπεύθυνοι για τις δυσκολίες των αγγλόφωνων.[78] Παρόλα αυτά, ως διαπιστώνει, ο κατακερματισμός των ένοπλων αυτονομιστικών ομάδων και η ανάπτυξη της ληστρικής εγκληματικότητας οδηγούν σε «ευκαιριακές» ενέργειες σε γαλλόφωνες περιοχές που συνορεύουν με τις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές.[79]
Καθ’ όλη τη διάρκεια της σύγκρουσης, οι δυνάμεις ασφαλείας έχουν διαπράξει εξωδικαστικές εκτελέσεις και εκτεταμένη σεξουαλική και έμφυλη βία, ενώ έχουν πυρπολήσει χωριά των Αγγλόφωνων περιοχών.[80] Άτομα που θεωρούνται ύποπτα για δεσμούς με τους αυτονομιστές έχουν υποστεί αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση.[81] Οι ένοπλοι αυτονομιστές έχουν επίσης σκοτώσει, απαγάγει και τρομοκρατήσει πληθυσμούς, ενώ σταδιακά εδραιώνουν τον έλεγχό τους σε μεγάλα τμήματα των Αγγλόφωνων περιοχών.[82] Αμφότερα μέρη έχουν στοχοποιήσει υγειονομικές εγκαταστάσεις ενώ οι αποσχιστές έχουν απαγορεύσει την δημόσια εκπαίδευση και πραγματοποιούν επιθέσεις κατά εγκαταστάσεων, εκπαιδευτικού προσωπικού και μαθητών.[83]
Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή καταγωγής των αιτητών, στη Yaoundé, η οποία ανήκει στη Κεντρική Περιφέρεια, εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι κατά το πρώτο τετράμηνο του 2025 σημειώθηκε τέσσερα περιστατικά ασφαλείας, το οποίο δεν οδήγησε σε μία ανθρώπινη απώλεια.[84] Σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στη βάση δεδομένων του ACLED για την πληρότητα της έρευνας κατά το προηγούμενο έτος (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/08/2026) σημειώθηκαν δεκαεπτά περιστατικά ασφαλείας στην κεντρική περιφέρεια, οδηγώντας σε επτά ανθρώπινες απώλειες. Συγκεκριμένα, στην πόλη Yaoundé σημειώθηκαν δεκαέξι περιστατικά ασφάλειας, τα οποία οδήγησαν σε επτά ανθρώπινες απώλειες.[85] Να σημειωθεί ότι ο πληθυσμός της κεντρικής περιφέρειας το 2025 ανερχόταν σε 5,487,600 κατοίκους[86], ενώ ο πληθυσμός της Yaoundé το 2026 εκτιμάται ότι ανέρχεται σε 5,027,120.[87]
Στη βάση λοιπών των ανωτέρω πληροφοριών που αφορούν την επικρατούσα κατάσταση στο Καμερούν, σε συνάρτηση με το ότι η αιτήτρια συνιστά μία γυναίκα η οποία δεν στηρίζεται από κάποιο άνδρα, εγκατέλειψε τη χώρα της λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζε, έπεσε θύμα εμπορίας προσώπων, αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας, μη έχοντας οικονομικούς πόρους και περιουσία, χωρίς οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα της, εφόσον απεβίωσε και η μητέρα της και δεν διατηρεί οποιαδήποτε επικοινωνία με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο στη χώρα της, κρίνω ότι ο εκπεφρασμένος φόβος της περί του ότι θα τεθεί σε κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής της, κρίνεται βάσιμος και δικαιολογημένος.
Το άρθρο 12Γ (1) του Περί Προσφύγων Νόμου αναφέρει ότι κατά τη λήψη απόφασης επί της αίτησης, ο Προϊστάμενος δύναται να αποφασίσει ότι αιτητής δεν χρήζει διεθνούς προστασίας, εάν σε τμήμα της χώρας ιθαγένειάς του- (i) δεν υπάρχει βάσιμος φόβος ότι θα υποστεί δίωξη ή ότι διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ή (ii) έχει πρόσβαση σε προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης, όπως η εν λόγω προστασία ορίζεται στο άρθρο 3Β, και ο αιτητής μπορεί νόμιμα και με ασφάλεια να ταξιδέψει και να γίνει δεκτός σε εκείνο το τμήμα της χώρας και μπορεί εύλογα να αναμένεται να εγκατασταθεί εκεί.». Είναι προφανές ότι το άρθρο αυτό δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση της αιτήτριας[88].
Δεδομένης λοιπόν της ευαλωτότητας της αιτήτριας, έχω εντοπίσει ότι ο Οδηγός της ΕΥΥΑ για την εσωτερική μετεγκατάσταση, αναφέρει πως ενδεχομένως η εσωτερική μετεγκατάσταση να μην παρουσιάζεται δυνατή για συγκεκριμένες κατηγορίες αιτητών, «για παράδειγμα, σε μερικές χώρες όπου τα ατομικά δικαιώματα των γυναικών είναι περιορισμένα και/ ή δεν είναι δυνατή η πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες ή βασικά μέσα επιβίωσης χωρίς ανδρικό υποστηρικτικό δίκτυο, ίσως να μην είναι σχετική η εξέταση της εσωτερικής μετεγκατάστασης για γυναίκες στις οποίες ελλείπει τέτοια υποστήριξη»[89].
Η αιτήτρια 1 δεν διαθέτει κανένα οικογενειακό ή κοινωνικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της. Η διαπίστωση αυτή δεν αμφισβητήθηκε από οποιοδήποτε στοιχείο του φακέλου. Η απουσία ανδρικής και γενικότερα οικογενειακής στήριξης, ιδιαίτερα για γυναίκα χωρίς οικονομικούς πόρους, με δύο ανήλικα τέκνα, θύμα εμπορίας προσώπων που αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας και χωρίς επαγγελματική βάση, συνεπάγεται ουσιαστική αδυναμία επιβίωσης υπό συνθήκες ασφάλειας και αξιοπρέπειας. Στις χώρες όπου κυριαρχούν παραδοσιακές και πατριαρχικές κοινωνικές δομές, η απουσία οικογενειακής προστασίας για γυναίκα νεαρής ηλικίας ισοδυναμεί με υψηλό κίνδυνο θυματοποίησης, κακοποίησης ή εμπορίας. Η επιστροφή της σε περιβάλλον όπου δεν διαθέτει στήριξη ούτε οικονομική βάση θα την εξέθετε σε ουσιαστικό κίνδυνο τόσο την ίδια, όσο και τα παιδιά της.
Με βάση τα ανωτέρω, κρίνω ότι η αιτήτρια 1 συνιστά μέλος ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, κατά την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και της σχετικής κυπριακής νομοθεσίας, ως ανύπανδρη μητέρα που έπεσε θύμα εμπορίας προσώπων με προβλήματα ψυχικής υγείας, σε ευάλωτη κοινωνική, οικογενειακή και οικονομική κατάσταση, για την οποία το φύλο και οι κοινωνικοπολιτισμικοί παράγοντες της χώρας καταγωγής της αποτελούν ουσιώδη στοιχεία κινδύνου. Η συνολική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών καταδεικνύει ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, η αιτήτρια 1 θα τεθεί σε πραγματικό, σοβαρό και τεκμηριωμένο κίνδυνο δίωξης ή άλλης σοβαρής βλάβης, λόγω της ευάλωτης θέσης της ως γυναίκας χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο και χωρίς οικονομικά μέσα.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι 1) φορείς δίωξης της αιτήτριας 1 δύνανται να είναι τόσο το κράτος, όσο και η ευρύτερη κοινωνία του Καμερούν 2) την αδυναμία του κράτους να παρέχει στην αιτήτρια 1 αποτελεσματική και μόνιμης φύσης προστασία, το ενδεχόμενο μετεγκετάστασης κρίνεται ως αδύνατο, αφού δεν αξιολογείται ως εύλογο και ασφαλές να διαμείνει με ασφάλεια σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή της χώρας καταγωγής της χωρίς τη στήριξη ενός άνδρα. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου προκύπτει πως η αιτήτρια 1 κινδυνεύει να πέσει θύμα διακρίσεων, να υποβληθεί σε σωματική, σεξουαλική και ψυχολογική κακοποίηση και/ή εκμετάλλευση, σε ολόκληρη την επικράτεια της χώρας καταγωγής της. Κατά συνέπεια δεν αξιολογείται ως ασφαλής και εύλογη η δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασής της σε οποιαδήποτε περιοχή του Καμερούν.
Θα πρέπει να αναφερθεί πως τα ανήλικα τέκνα της αιτήτριας, λόγω της ηλικίας τους, εξαρτόνται πλήρως από την αιτήτρια 1 για την ανατροφή, τη διαβίωση και την κάλυψη των βασικών τους αναγκών. Η αιτήτρια 1 αποτελεί το μοναδικό πρόσωπο που μεριμνά για τα ανήλικα τέκνα της και δεν προκύπτει η ύπαρξη του οικογενειακού ή κοινωνικού υποστηρικτικού δικτύου στη χώρα καταγωγής της που να δύναται να συνδράμει ουσιαστικά στην προστασία και διαβίωσή τους. Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση του κινδύνου που αντιμετωπίζει η αιτήτρια 1 δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την ευθύνη που φέρει ως μόνη γονική μορφή για τα ανήλικα τέκνα της.
Η επιστροφή της αιτήτριας 1 στη χώρα καταγωγής της, υπό τις διαπιστωθείσες συνθήκες κοινωνικοοικονομικής ευαλωτότητας, έμφυλων διακρίσεων και αυξημένου κινδύνου επαναθυματοποίησης των γυναικών που είναι ανύπαντρες μητέρες χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο, θύματα εμπορίας προσπωπων, θα επηρέαζε αναπόφευκτα και τα ανήλικα τέκνα της. Η αδυναμία εξασφάλισης ασφαλούς διαβίωσης, στέγασης, επαρκών μέσων συντήρησης και αποτελεσματικής προστασίας για την αιτήτρια 1 θα είχε άμεσες και ουσιώδεις συνέπειες και για τα τέκνα, των οποίων η ευημερία και η ανάπτυξη είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τις συνθήκες διαβίωσης της μητέρας τους Το στοιχείο αυτό συνιστά όμως ουσιώδη παράγοντα κατά την εξατομικευμένη εκτίμηση της υπόθεσης, καθώς ενισχύει τη διαπίστωση ότι η αιτήτρια 1, ως ανύπαντρη μητέρα ανηλίκων χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο και με ιστορικό σεξουαλικής εκμετάλλευσης και θέμα εμπορίας προσώπων, ανήκει σε ιδιαίτερα ευάλωτη κατηγορία προσώπων, για την οποία ο κίνδυνος σοβαρής προσβολής θεμελιωδών δικαιωμάτων σε περίπτωση επιστροφής είναι αισθητά αυξημένος.
Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω αποδεκτά γεγονότα σε αντιστοίχιση με τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής των αιτητών, ως προς την αξιολόγηση του κινδύνου, συναρτάται πως στο πρόσωπο της αιτήτριας 1 συγκεντρώνονται τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία στοιχειοθετώντας πως η αιτήτρια 1 εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή για έναν από τους λόγους που περιγράφονται στο άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, ως έχω επεξηγήσει ανωτέρω. Από τα στοιχεία που έχω εξετάσει, διαφαίνεται πως λόγω βάσιμου φόβου δίωξης, η αιτήτρια 1 και τα ανήλικα τέκνα της αναγνωρίζονται πρόσφυγες. Κατά συνέπεια, δεν κρίνεται αναγκαίο να εξεταστεί οποιοσδήποτε άλλος ισχυρισμός προβάλλεται από τη συνήγορο των αιτητών.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, όπως τα έχω αναφέρει και πιο πάνω, η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται δυνάμει του άρθρου 146(4)(δ) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του Περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, Ν. 73(Ι)/2018, με €2.200 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. εάν υπάρχει υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] VOA Africa, Cameroon Military Denies Reprisal Attacks Kill Civilians, Σεπτέμβριος 2021, https://www.voanews.com/a/cameroon-military-denies-reprisal-attacks-kill-civilians/6226063.html
[2] EUAA, Nigeria - Country Focus, Ιούλιος 2024, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2024-07/2024_07_EUAA_COI_Report_Nigeria_Country_Focus.pdf
[3] Freedom House, Freedom in the World 2024 – Nigeria, Φεβρουάριος 2024, https://freedomhouse.org/country/nigeria/freedom-world/2024
[4] USDOS, Trafficking in Persons Report 2023 – Nigeria, Ιούνιος 2023, https://www.state.gov/reports/2023-trafficking-in-persons-report/nigeria
[5] USDOS, 2024 Trafficking in Persons Report: Nigeria, Ιούνιος 2024, https://www.state.gov/reports/2024-trafficking-in-persons-report/nigeria/
[6] USDOS, 2024 Trafficking in Persons Report: Cyprus, Αύγουστος 2025, https://www.state.gov/reports/2024-trafficking-in-persons-report/cyprus/
[7] Freedom House (Author): Freedom in the World 2023 - Cameroon, 2023 https://www.ecoi.net/en/document/2094348.html, UN SDGs, UNITED NATIONS SUSTAINABLE DEVELOPMENT COOPERATION FRAMEWORK FOR CAMEROON 2022–2026 σελ. 16, https://unsdg.un.org/sites/default/files/2021-06/Cameroon_Cooperation_Framework_2022-2026-ENG.pdf, USDOS - US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 23 April 2024 https://www.ecoi.net/en/document/2107637.html, Cameroon: Situation and treatment of single women and women who head their own households, including their ability to live on their own and access housing, income, education, health care, and support services, particularly in Douala and Yaoundé; impact of COVID-19 (2020–May 2022) [CMR201034.E], 8 June 2022 https://www.ecoi.net/en/document/2074600.html , Bertelsmann Stiftung: BTI 2024 Country Report Cameroon, 19 March 2024 https://www.ecoi.net/en/file/local/2105824/country_report_2024_CMR.pdf , σελ.22
[8] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report - Cameroon, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_CMR.pdf, σελ. 22
[9] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report - Cameroon, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_CMR.pdf, σελ. 22
[10] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report - Cameroon, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_CMR.pdf, σελ. 22
[11] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report - Cameroon, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_CMR.pdf, σελ. 22
[12] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report - Cameroon, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_CMR.pdf, σελ. 22
[13] EUAA (European Union Agency for Asylum), Cameroon; Situation of women without support network in Northwest and Southwest (Anglophone) regions [Q15-2025], 9 July 2025, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q15_Cameroon_Situation_of_women_without_support_network_Northwest_and_Southwest_regions.pdf, σελ. 3-4
[14] EUAA (European Union Agency for Asylum), Cameroon; Situation of women without support network in Northwest and Southwest (Anglophone) regions [Q15-2025], 9 July 2025, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q15_Cameroon_Situation_of_women_without_support_network_Northwest_and_Southwest_regions.pdf, σελ. 3-4
[15] EUAA (European Union Agency for Asylum), Cameroon; Situation of women without support network in Northwest and Southwest (Anglophone) regions [Q15-2025], 9 July 2025, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q15_Cameroon_Situation_of_women_without_support_network_Northwest_and_Southwest_regions.pdf, σελ. 3-4
[16] Freedom House: Freedom in the World 2024 - Cameroon, 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2115512.html
[17] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada (Author): Cameroon: Situation and treatment of single women and women who head their own households, including their ability to live on their own and access housing, income, education, health care, and support services, particularly in Douala and Yaoundé; impact of COVID-19 (2020–May 2022) [CMR201034.E], 8 June 2022
https://www.ecoi.net/en/document/2074600.html
[18] Canada, IRB, Cameroon: Forced marriages; treatment of and protection available to women who try to flee a forced marriage; whether it is possible for a woman to live alone in the country’s large cities such as Yaoundé and Douala [CMR104129.FE], 20 September 2012, https://www.ecoi.net/en/document/1067526.html , EUAA – European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO) (Author): Cameroon; Situation of single women in Yaoundé and Douala [Q2-2022], 26 January 2022
https://www.ecoi.net/en/file/local/2067455/2022_01_Q2_EUAA_COI_Query_Response_CAMEROON_Single_Women.pdf
[19] Cameroon Intelligence Report, Forced into prostitution in Yaoundé: the nightmare of trying to survive in a divided Cameroon, 3 November 2020, https://www.cameroonintelligencereport.com/forced-into-prostitution-in-yaounde-the-nightmare-of-trying-to-survive-in-a-divided-cameroon/ , Freedom House: Freedom in the World 2022 - Cameroon, 24 February 2022 https://www.ecoi.net/en/document/2071860.html
[20] Immigration and Refugee Board of Canada (2022), 'Cameroon: Situation and treatment of single women and women who head their own households, including their ability to live on their own and access housing, income, education, health care, and support services, particularly in Douala and Yaoundé; impact of COVID-19 (2020-May 2022)', Responses to Information Requests - Immigration and Refugee Board of Canada (irb-cisr.gc.ca)
[21] Immigration and Refugee Board of Canada (2022), 'Cameroon: Situation and treatment of single women and women who head their own households, including their ability to live on their own and access housing, income, education, health care, and support services, particularly in Douala and Yaoundé; impact of COVID-19 (2020-May 2022)', Responses to Information Requests - Immigration and Refugee Board of Canada (irb-cisr.gc.ca)
[22] Immigration and Refugee Board of Canada (2022), 'Cameroon: Situation and treatment of single women and women who head their own households, including their ability to live on their own and access housing, income, education, health care, and support services, particularly in Douala and Yaoundé; impact of COVID-19 (2020-May 2022)', Responses to Information Requests - Immigration and Refugee Board of Canada (irb-cisr.gc.ca)
[23] Freedom House, Freedom in the World 2024, Cameroon, 2024, https://freedomhouse.org/country/cameroon/freedom-world/2024
[24] Το ENACT είναι ένα πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που επικεντρώνεται στη μείωση των επιπτώσεων του διακρατικού οργανωμένου εγκλήματος στην Αφρική. Ο Δείκτης Οργανωμένου Εγκλήματος ENACT είναι ένα πολυδιάστατο εργαλείο που μετρά τόσο το επίπεδο εγκληματικότητας των χωρών, όσο και την ανθεκτικότητά τους απέναντι στο οργανωμένο έγκλημα, Africa - Organised Crime Index, About the Index https://africa.ocindex.net/about
[25] ISS (Institute for Security Studies), INTERPOL (The International Criminal Police Organization), Global Initiative Against Transnational Organized Crime, ENACT Organised Crime Index, Africa – Cameroon, 2023, https://africa.ocindex.net/assets/downloads/2023/english/ocindex_summary_cameroon.pdf, σελ. 3
[26] USDOS, 2024 Trafficking in Persons Report: Cameroon, Αύγουστος 2025, https://www.state.gov/reports/2024-trafficking-in-persons-report/cameroon/
[27] UNODC (United Nations Office on Drugs and Crime), Survival Stories, https://www.unodc.org/unodc/en/human-trafficking/survival-stories.html
[28] EUAA, COI QUERY, CAMEROON, Trafficking in Human Beings (THB), Μάρτιος 2024, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-01/2024_03_EUAA_COI_Query_Response_Q24_Cameroon_Trafficking_in_human_beings_THB.pdf
[29] More about GLOWA Cameroon, visit About us, GLOWA Cameroon, Our Story, https://www.glowacmr.org/
[30] People Trafficking in Cameroon (RECEPEDIS), Οκτώβριος 2024, https://liluye.org/people-trafficking-in-cameroon-recepedis/
[31] USDOS, Report to Congress on 2024 Trafficking in Persons Interim Assessment Pursuant to the Trafficking Victims Protection Act, Φεβρουάριος 2024, https://www.state.gov/report-to-congress-on-2024-trafficking-in-persons-interim-assessment-pursuant-to-the-trafficking-victims-protection-act/
[32] USDOS, 2024 Trafficking in Persons Report: Cameroon, Αύγουστος 2025, https://www.state.gov/reports/2024-trafficking-in-persons-report/cameroon/
[33] WHO-World Health Organization, Mental Health Atlas 2020; Member State Profile; [Cameroon], 15 Απριλίου 2022, https://cdn.who.int/media/docs/default-source/mental-health/mental-health-atlas-2020-country-profiles/cmr.pdf?sfvrsn=8658cb16_7&download=true, σελ. 1
[34] WHO-World Health Organization, Mental Health Atlas 2020; Member State Profile; [Cameroon], Απρίλιος 2022, https://cdn.who.int/media/docs/default-source/mental-health/mental-health-atlas-2020-country-profiles/cmr.pdf?sfvrsn=8658cb16_7&download=true, σελ. 1
[35] WHO-World Health Organization, Mental Health Atlas 2020; Member State Profile; [Cameroon], Απρίλιος 2022, https://cdn.who.int/media/docs/default-source/mental-health/mental-health-atlas-2020-country-profiles/cmr.pdf?sfvrsn=8658cb16_7&download=true, σελ. 1
[36] WHO-World Health Organization, Mental Health Atlas 2020; Member State Profile; [Cameroon], Απρίλιος 2022, https://cdn.who.int/media/docs/default-source/mental-health/mental-health-atlas-2020-country-profiles/cmr.pdf?sfvrsn=8658cb16_7&download=true, σελ. 2
[37] WHO-World Health Organization, Mental Health Atlas 2020; Member State Profile; [Cameroon], Απρίλιος 2022, https://cdn.who.int/media/docs/default-source/mental-health/mental-health-atlas-2020-country-profiles/cmr.pdf?sfvrsn=8658cb16_7&download=true, σελ. 2
[38] WHO-World Health Organization, Mental Health Atlas 2020; Member State Profile; [Cameroon], Απρίλιος 2022, https://cdn.who.int/media/docs/default-source/mental-health/mental-health-atlas-2020-country-profiles/cmr.pdf?sfvrsn=8658cb16_7&download=true, σελ. 2
[39] WHO-World Health Organization, Mental Health Atlas 2020; Member State Profile; [Cameroon], Απρίλιος 2022, https://cdn.who.int/media/docs/default-source/mental-health/mental-health-atlas-2020-country-profiles/cmr.pdf?sfvrsn=8658cb16_7&download=true, σελ. 2
[40] WHO-World Health Organization, Mental Health Atlas 2020; Member State Profile; [Cameroon], Απρίλιος 2022, https://cdn.who.int/media/docs/default-source/mental-health/mental-health-atlas-2020-country-profiles/cmr.pdf?sfvrsn=8658cb16_7&download=true, σελ. 2
[41] WHO-World Health Organization, Mental Health Atlas 2020; Member State Profile; [Cameroon], Απρίλιος 2022, https://cdn.who.int/media/docs/default-source/mental-health/mental-health-atlas-2020-country-profiles/cmr.pdf?sfvrsn=8658cb16_7&download=true, σελ. 2
[42] WHO-World Health Organization, Mental Health Atlas 2020; Member State Profile; [Cameroon], Απρίλιος 2022, https://cdn.who.int/media/docs/default-source/mental-health/mental-health-atlas-2020-country-profiles/cmr.pdf?sfvrsn=8658cb16_7&download=true, σελ. 2
[43] GGA, The cracks in Cameroon’s health system, Μάρτιος 2021, https://gga.org/the-cracks-in-cameroons-health-system/
[44] EUAA, COI Query, Situation of individuals with mental health issues in Northwest and Southwest (Anglophone) regions; treatment by state and non-state actors and by society; availability of state protection, Δεκέμβριος 2023, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-01/2023_11_EUAA_COI_Query_Response_Q68_Cameroon_Mental_20health_20issues.pdf
[45] Sunkel, Ch. and Sartor, C., Perspectives: involving persons with lived experience of mental health conditions in service delivery, development and leadership, Ιούνιος 2022, https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC9346508/; GGA, The cracks in Cameroon’s health system, Μάρτιος 2021, https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC9346508/; Justine, L. M., State of play of Mental Health in Cameroon: Achievements and Weaknesses of the System, n.d., https://khartoum.aics.gov.it/wp-content/uploads/2023/08/Conferenza_Mental_Health_Trieste_2022.pdf, σελ. 10; VOA News, Cameroon Clears Abandoned Mental Health Patients from Streets, Μάιος 2021, https://www.voanews.com/a/africa_cameroon-clears-abandoned-mental-health-patients-streets/6206276.html
[46] Africa News, In Cameroon does being mentally ill mean being abandoned?, updated Μάρτιος 2021, https://www.africanews.com/2021/03/29/in-cameroun-does-being-metally-ill-mean-being-abandoned/; Justine, L. M., State of play of Mental Health in Cameroon: Achievements and Weaknesses of the System, n.d., https://khartoum.aics.gov.it/wp-content/uploads/2023/08/Conferenza_Mental_Health_Trieste_2022.pdf, σελ. 10
[47] Africa News, In Cameroon does being mentally ill mean being abandoned?, updated Μάρτιος 2021, https://www.africanews.com/2021/03/29/in-cameroun-does-being-metally-ill-mean-being-abandoned/; Justine, L. M., State of play of Mental Health in Cameroon: Achievements and Weaknesses of the System, n.d., https://khartoum.aics.gov.it/wp-content/uploads/2023/08/Conferenza_Mental_Health_Trieste_2022.pdf, σελ. 10
[48] GGA, The cracks in Cameroon’s health system, Μάρτιος 2021, https://gga.org/the-cracks-in-cameroons-health-system/
[49] VOA News, Cameroon Clears Abandoned Mental Health Patients from Streets, Μάιος 2021, https://www.voanews.com/a/africa_cameroon-clears-abandoned-mental-health-patients-streets/6206276.html
[50] Borgen Magazine, A Silent Crisis: Mental Health in Cameroon, Ιούλιος 2023, https://www.borgenmagazine.com/a-silent-crisis-mental-health-in-cameroon/
[51] Norwegian Refugee Council, The urgent need to deliver quality education for 1.4 million school-aged children in Cameroon, June 2023, available at: https://reliefweb.int/report/cameroon/urgent-need-deliver-quality-education-14-million-school-aged-children-cameroon
[52] Unicef, Cameroon Humanitarian Situation report No.1, UNICEF Cameroon Humanitarian Situation Report No. 1 - January-March 2024.pdf.pdf
[53] Όπ.παραπάνω.
[54] UNICEF Cameroon, Remedial classes boost education in crisis-hit regions, 16 Σεπτεμβρίου 2025, https://www.unicef.org/cameroon/stories/remedial-classes-boost-education-crisis-hit-regions#:~:text=In%20the%20Northwest%20and%20Southwest,without%20consistent%20access%20to%20learning
[55] BTI 2026 Country Report — Cameroon. Gütersloh: Bertelsmann Stiftung, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_CMR.pdf, σελ. 22
[56] BTI 2026 Country Report — Cameroon. Gütersloh: Bertelsmann Stiftung, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_CMR.pdf, σελ. 22
[57] BTI 2026 Country Report — Cameroon. Gütersloh: Bertelsmann Stiftung, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_CMR.pdf, σελ. 22
[58] UNICEF, Cameroon Humanitarian Situation Report, Mid-Year 2025, 25 Ιουλίου 2025, https://www.unicef.org/media/172846/file/Cameroon%20Humanitarian%20Situation%20Report,%20Mid-year%202025.pdf, σελ. 3
[59] UNICEF, Cameroon Humanitarian Situation Report, Mid-Year 2025, 25 Ιουλίου 2025, https://www.unicef.org/media/172846/file/Cameroon%20Humanitarian%20Situation%20Report,%20Mid-year%202025.pdf, σελ. 3
[60] ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ «Συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» στα πλαίσια του Άρθρου 1 Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και / ή του Πρωτοκόλλου του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων, διαθέσιμο σε: https://www.refworld.org/policy/legalguidance/unhcr/2002/en/31818?prevDestination=search
[61] Guidelines on International Protection No. 2: "Membership of a Particular Social Group" Within the Context of Article 1A(2) of the 1951 Convention and/or its 1967 Protocol Relating to the Status of Refugees, 7 May 2002, σημείο 12, https://www.refworld.org/policy/legalguidance/unhcr/2002/en/31818
[62] Guidelines on International Protection No. 2: "Membership of a Particular Social Group" Within the Context of Article 1A(2) of the 1951 Convention and/or its 1967 Protocol Relating to the Status of Refugees, 7 May 2002, σημείο 14, https://www.refworld.org/policy/legalguidance/unhcr/2002/en/31818
[63] Ό.π.
[64] UNHCR, Κατευθυντήριες οδηγίες για τη διεθνή προστασία των προσφύγων: «Συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» στα πλαίσια του Άρθρου 1 Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και/ή του Πρωτοκόλλου του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων, 7 Μαΐου 2002, σημείο 18
https://www.refworld.org/policy/legalguidance/unhcr/2002/en/31818
[65] ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ «Δίωξη λόγω γένους στα πλαίσια ερμηνείας του άρθρου 1 Α (2) της Σύμβασης του 1951 και / ή του Πρωτοκόλλου του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων» (HCR/GIP/02/01), διαθέσιμο σε: https://www.refworld.org/docid/3d36f1c64.html παρα. 30
[66] EUAA, Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας Δικαστική ανάλυση, Δεύτερη έκδοση, Ιανουάριος 2023, σ. 119
[67] Ως προς την οριζόντια απαγόρευση η οποία τίθεται τουλάχιστον έμμεσα και έναντι των ιδιωτών βλ. σχετικά και Τσιρλή Μ. 'Άρθρο 3 Απαγόρευση των βασανιστηρίων' σε Λ. Α. Σισιλιάνο 'Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου Ερμηνεία Κατ' άρθρο' (Έκδ 2η, Νομική Βιβλιοθήκη), 122 βλ. εξάλλου και ΕΔΔΑ, SA v. Sweden (Application no. 66523/10, απόφαση ημερ. 27.06.2013, παρ. 42) «Owing to the absolute character of the right guaranteed, Article 3 of the Convention may also apply where the danger emanates from persons or groups of persons who are not public officials. However, it must be shown that the risk is real and that the authorities of the receiving State are not able to obviate the risk by providing appropriate protection (H.L.R. v. France, judgment of 29 April 1997, Reports 1997-III, § 40).».
[68] UNCHR «Εγχειρίδιο για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων», 6ηεκδ. (παρ. 51) ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΟΥ ΥΠΑΤΟΥ ΑΡΜΟΣΤΗ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΕΘΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ, Αθήνα 2009, διαθέσιμο στην ιστοσελίδα:
www.unhcr.gr/no_cache/prostasia/nomiki-prostasia.html , παρ.65
[69] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Cameroon; Security situation in the Northwest, Southwest and Far North regions [Q1-2025], 10 January 2025, σελ. 3, 5 https://www.ecoi.net/en/file/local/2120192/2025_01_EUAA_COI_Query_Response_Q1_Cameroon_Security_Situation.pdf
[70] European Commission, Cameroon, διαθέσιμο στο: https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en
[71] GCR2P, Cameroon – Population at risk, 1 December, 2024, διαθέσιμο σε: https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/
[72] Global Centre for the Responsibility to Protect, Cameroon, 16 Μαρτίου 2026, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/
[73] Global Centre for the Responsibility to Protect, Cameroon, 16 Μαρτίου 2026, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/
[74] Global Centre for the Responsibility to Protect, Cameroon, 16 Μαρτίου 2026, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/
[75] CGRS-CEDOCA (Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit), Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire [Cameroon: Anglophone Regions-Security Situation], 11 Ιουνίου 2025, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20250611.pdf, σελ. 4
[76] CGRS-CEDOCA (Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit), Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire [Cameroon: Anglophone Regions-Security Situation], 11 Ιουνίου 2025, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20250611.pdf, σελ. 4
[77] CGRS-CEDOCA (Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit), Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire [Cameroon: Anglophone Regions-Security Situation], 11 Ιουνίου 2025, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20250611.pdf, σελ. 4
[78] CGRS-CEDOCA (Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit), Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire [Cameroon: Anglophone Regions-Security Situation], 11 Ιουνίου 2025, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20250611.pdf, σελ. 35
[79] CGRS-CEDOCA (Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit), Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire [Cameroon: Anglophone Regions-Security Situation], 11 Ιουνίου 2025, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20250611.pdf, σελ. 35
[80] Global Centre for the Responsibility to Protect, Cameroon, 16 Μαρτίου 2026, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/
[81] Global Centre for the Responsibility to Protect, Cameroon, 16 Μαρτίου 2026, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/
[82] Global Centre for the Responsibility to Protect, Cameroon, 16 Μαρτίου 2026, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/
[83] Global Centre for the Responsibility to Protect, Cameroon, 16 Μαρτίου 2026, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/
[84] ACLED, CAMEROON, FIRST QUARTER 2025: Update on incidents according to Armed Conflict Location & Event Data compiled by ACCORD, Αύγουστος 2025, https://www.ecoi.net/en/file/local/2129153/2025q1Cameroon_en.pdf
[85] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, https://acleddata.com/platform/explorer
[86] City Population, Cameroon, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/
[87] World Population Review, https://worldpopulationreview.com/cities/cameroon/yaounde
[88] Βλ. σχετικά EASO, 'Practical Guide on the Application of the Internal Protection Alternative' (2021), 12 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/EASO-Practical-guide-application-IPA.pdf,
[89] EASO, 'Practical Guide on the Application of the Internal Protection Alternative' (2021), 15 https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/EASO-Practical-guide-application-IPA.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο