ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
30 Σεπτεμβρίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
S.O.S.,
από Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό,
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου,
Καθ' ων η Αίτηση
Δικηγόροι για Αιτητή: Τζ. Μπετίτο (κος) για Αλ Τάχερ Μπενέτης και Συνεργάτες ΔΕΠΕ
Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Κ. Μιχαηλίδου (κα) για Ι. Χαραλάμπους (κα)
Αιτητής παρών
(Ευ. Θεοδοσίου- Διερμηνέας, για διερμηνεία από την αγγλική στην ελληνική και αντίστροφα)
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 30.4.2025, με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
Ι. ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ο οποίος κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).
Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαΐκής Δημοκρατίας του Κονγκό (στο εξής αναφερόμενη και ως «Λ.Δ.Κ»), την οποία εγκατέλειψε στις 03.10.2021 και αφίχθηκε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές στις 04.10.2021. Αίτηση ασύλου υπέβαλε στις 14.02.2022 και ακολούθως προσήλθε σε συνέντευξη στις 24.03.2025 με λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»). Κατόπιν εξέτασης της ουσίας της υπόθεσής του, η αίτησή του απορρίφθηκε στις 30.04.2025. Εναντίον της απόφασης αυτής ο Αιτητής καταχώρισε την υπό κρίση προσφυγή στο παρόν Δικαστήριο.
Ι.Ι. ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ
Ο Αιτητής, μέσω της συνηγόρου του, προέβαλε στα πλαίσια τόσο του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας όσο και της γραπτής του αγόρευσης πλείονες λόγους ακυρώσεως, τους οποίους ωστόσο απέσυρε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων και περιορίστηκε μόνο στην προώθηση του λόγου ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας.
Από την πλευρά τους, οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης υποστηρίζοντας ότι έγινε πλήρης και δέουσα έρευνα πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επιπλέον τονίζουν πως ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων ακύρωσης που προωθεί καθώς οι ισχυρισμοί που προβάλλει είναι γενικοί και αόριστοι.
III. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Α. Επί της ουσίας της υπόθεσης σε συνάρτηση με τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας
Με τον εναπομείναντα λόγο ακυρώσεως, ο Αιτητής αμφισβητεί την επάρκεια της έρευνας που προηγήθηκε της προσβαλλόμενης απόφασης και, συνακόλουθα, την ορθότητα της κρίσης περί μη συνδρομής των προϋποθέσεων διεθνούς προστασίας.
Ειδικότερα, στη γραπτή αγόρευσή του υποστηρίζει ότι δέχθηκε απειλές κατά της ζωής του από μέλη της πατρικής του οικογένειας λόγω διαφοράς για την κληρονομική περιουσία του πατέρα του και ότι εξακολουθεί να κινδυνεύει σε περίπτωση επιστροφής του στην Κινσάσα. Κατά τη θέση του, η Υπηρεσία Ασύλου δεν διερεύνησε επαρκώς τη φύση της περιουσίας, τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων, τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, το περιεχόμενο των απειλών και τη δυνατότητα παροχής κρατικής προστασίας. Υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι οι επιμέρους ασυνέπειες στις δηλώσεις του δεν αναιρούν τον πυρήνα του ισχυρισμού του.
Ο Αιτητής προβάλλει επίσης ότι κατά την αξιολόγηση του κινδύνου δεν συνεκτιμήθηκαν επαρκώς οι προσωπικές του περιστάσεις και οι πληροφορίες για την κατάσταση ασφαλείας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, ιδίως στην Κινσάσα. Ζητεί την αναγνώρισή του ως πρόσφυγα ή, εναλλακτικά, τη χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας και, επικουρικώς, την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης προς επανεξέταση του αιτήματός του.
Οι αιτιάσεις περί ελλιπούς έρευνας συνδέονται άμεσα με την ουσία της υπόθεσης: αφορούν τα στοιχεία βάσει των οποίων αξιολογήθηκε η αξιοπιστία του ισχυρισμού περί απειλών και εκτιμήθηκε ο κίνδυνος κατά την επιστροφή. Για τον λόγο αυτό θα εξεταστούν σε συνάρτηση με την αυτοτελή αξιολόγηση των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή και των προϋποθέσεων διεθνούς προστασίας, στο πλαίσιο του πλήρους και ex nunc ελέγχου πραγματικών και νομικών ζητημάτων που ασκεί το παρόν Δικαστήριο[1]. Στο ίδιο πλαίσιο θα κριθεί κατά πόσον οι διευκρινίσεις που ζητήθηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία και τα στοιχεία που συλλέχθηκαν επέτρεπαν ασφαλή κρίση επί των ουσιωδών ζητημάτων της αίτησης.
Α.1. Οι ισχυρισμοί του Αιτητή κατά τη διοικητική διαδικασία
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η αίτηση είχαν ενώπιόν τους.
Εν προκειμένω, παρατηρώ ότι η αρχική αίτηση διεθνούς προστασίας έχει συνταχθεί στη Lingala (βλ. ερ. 4-1 του δ.φ.) και δεν συνοδεύεται από μετάφραση, οπότε το Δικαστήριο δεν αποδίδει συγκεκριμένο περιεχόμενο στις επιμέρους αναφορές της ούτε αντλεί από αυτές συμπεράσματα αξιοπιστίας. Παρατηρώ, πάντως, ότι ο Αιτητής ερωτήθηκε κατά τη συνέντευξη για την καταγραφή περί προηγούμενης σύλληψής του και απάντησε ότι αυτή ήταν εσφαλμένη (ερυθ. 35, 1χ, δ.φ.). Περαιτέρω, στην αγόρευση του εκπροσωπούμενου από δικηγόρο Αιτητή υιοθετείται το περιεχόμενο της συνέντευξης και οι ουσιώδεις ισχυρισμοί του προωθούνται με βάση τις απειλές από τους πατρικούς συγγενείς του λόγω της κληρονομικής διαφοράς, χωρίς να τίθεται ζήτημα εσφαλμένης ή ελλιπούς απόδοσης της αρχικής αίτησης. Υπό τα δεδομένα αυτά, το περιεχόμενο της αίτησης δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο.
Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης, ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος Λ.Δ.Κ., γεννημένος στην Κινσάσα και κάτοικος αυτής έως την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής (βλ. ερυθ. 44 1χ δ.φ.). Είναι Προτεστάντης Χριστιανός στο θρήσκευμα και ανήκει στη φυλή Mutetela (βλ. ερυθ. 44 1χ δ.φ.). Ως ο ίδιος ανέφερε είναι άγαμος. Με τη σύντροφό του, η οποία είναι επίσης Αιτήτρια ασύλου, απέκτησαν ένα παιδί το 2024 το οποίο έδωσαν για επίσημη υιοθεσία διότι δε μπορούσαν να το φροντίσουν (βλ. ερυθ. 43 1χ δ.φ.). Ο Αιτητής δήλωσε αρχικά πως οι γονείς του είναι εν ζωή και βρίσκονται στην Κινσάσα και πως έχει τέσσερα αδέλφια, δύο στη Γαλλία, ένα στην Ελβετία και ένα στην Κινσάσα με τους γονείς τους. Όταν ο Λειτουργός του υπενθύμισε ότι στην αίτηση διεθνούς προστασίας είχε αναφέρει πως οι γονείς του απεβίωσαν, ο Αιτητής δήλωσε ότι «στην Κινσάσα όταν χάνεις τους γονείς σου, τα αδέλφια σου γίνονται σαν τους γονείς σου». Στη συνέχεια επιβεβαίωσε ότι ο πατέρας του απεβίωσε το 2017 λόγω ασθένειας και η μητέρα του το 2019 λόγω ασθένειας και άγχους εξαιτίας του θανάτου του πατέρα του (βλ. ερυθ. 41 1χ δ.φ.). Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο δήλωσε πως είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και πρόσθεσε πως φοίτησε για τρία έτη Ιατρική στο πανεπιστήμιο UPC στην Κινσάσα. Επιπλέον δήλωσε ότι ομιλεί Lingala, Tetela και λίγα Γαλλικά (βλ. ερυθ. 44 1χ δ.φ.). Ο Αιτητής δήλωσε περαιτέρω ότι στη χώρα καταγωγής δεν εργαζόταν και ότι τον φρόντιζε ο πατρικός θείος του (βλ. ερυθ. 41 1χ δ.φ.). Ο Αιτητής δήλωσε ότι ταξίδεψε μέσω αεροπλάνου και έφτασε στις κατεχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας μέσω Τουρκίας. Διευκρίνισε τέλος ότι ο πατρικός θείος του ήταν αυτός που οργάνωσε και πλήρωσε για το ταξίδι του και ότι επιπλέον εκείνος ήταν που επέλεξε ως προορισμό του Αιτητή τη Δημοκρατία , επιλογή με την οποία συμφώνησε (βλ. ερυθ. 40 1χ δ.φ.).
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης δήλωσε ότι έφυγε από τη ΛΔΚ διότι μετά τον θάνατο του πατέρα του η ζωή του ήταν δύσκολη. Δήλωσε ότι ο θείος του αποφάσισε να τους στείλει στο εξωτερικό διότι δεν ήταν σε θέση να τους στηρίξει, ώστε να έχουν μια καλύτερη ζωή και διότι δέχτηκε απειλές κατά της ζωής του από τον μεγαλύτερο αδελφό του πατέρα του. Διευκρίνισε ότι δεχόταν απειλές λόγω της κληρονομιάς του πατέρα του, καθώς ο θείος του ήθελε να την ιδιοποιηθεί (βλ. ερυθ. 39 1χ δ.φ.).
Ερωτηθείς τι φοβάται ότι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, ο Αιτητής δήλωσε πως δε μπορεί να επιστρέψει διότι ο θεός του θα συνεχίσει να τον απειλεί και πρόσθεσε ότι ήρθε στη Δημοκρατία για να έχει ασφάλεια (βλ. ερυθ. 39 1χ δ.φ.).
Απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις για την πατρική του οικογένεια, ο Αιτητής δήλωσε αρχικά ότι ο πατέρας του είχε οκτώ αδέλφια, τα οποία είχαν όλα αποβιώσει. Όταν ο Λειτουργός του υπενθύμισε ότι είχε αναφερθεί σε έναν θείο που τον βοήθησε και σε άλλον που τον απειλούσε, ο Αιτητής διευκρίνισε ότι το πρόσωπο που τον βοήθησε ήταν εξάδελφός του, γιος πατρικού θείου. Ερωτηθείς εκ νέου για τον θείο που φέρεται να τον απειλούσε, επανέλαβε ότι όλοι οι θείοι του είχαν αποβιώσει. Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει ποιος τον απειλούσε υπό τα δεδομένα αυτά, ανέφερε ότι τέσσερα από τα αδέλφια του πατέρα του βρίσκονται εν ζωή (βλ. ερυθ. 39, 1χ, δ.φ.). Κατονόμασε τους Djeff, Francoise, Audin και Thethe και δήλωσε ότι κατοικούν στην Κινσάσα, χωρίς να γνωρίζει την ακριβή διεύθυνση ή το επάγγελμά τους. Πρόσθεσε ότι δεν διατηρεί σχέσεις μαζί τους μετά τον θάνατο του πατέρα του (βλ. ερυθ. 38, 1χ, δ.φ.).
Ως προς την κληρονομική περιουσία, ο Αιτητής ανέφερε ότι αποτελούνταν από δύο σπίτια, στη Limete και στην Kananubu, για τα οποία ουδέποτε είχε στην κατοχή του τίτλους ιδιοκτησίας. Κατά τις δηλώσεις του, τα αδέλφια του πατέρα του πώλησαν και τα δύο σπίτια εντός του 2020, περίπου ένα έτος μετά τον θάνατο της μητέρας του, χωρίς ο ίδιος να λάβει χρήματα από την πώληση. Δεν θυμόταν την ακριβή ημερομηνία της. Ερωτηθείς πότε απεβίωσε η μητέρα του, απάντησε αρχικά το 2018, αλλά, όταν του επισημάνθηκε ότι προηγουμένως είχε αναφέρει το 2019, δήλωσε ότι είχε κάνει λάθος και ότι η ορθή χρονολογία ήταν το 2019, χωρίς να θυμάται την ακριβή ημερομηνία (βλ. ερυθ. 38 και 37, 1χ, δ.φ.).
Αναφορικά με τον συγγενή που τον στήριζε, τον οποίο στη συνέχεια της συνέντευξης αποκάλεσε εκ νέου θείο του, ο Αιτητής δήλωσε ότι ονομάζεται Andre. Ανέφερε ότι δεν γνωρίζει πού ζει ή με τι ασχολείται πλέον, καθώς δεν διατηρούν επικοινωνία· η τελευταία τους επαφή ήταν όταν ο Αιτητής βρισκόταν στις κατεχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας. Κατά τις δηλώσεις του, ο Andre βοήθησε τον ίδιο και τα αδέλφια του να αναχωρήσουν από τη ΛΔΚ και, όσο βρίσκονταν στην Κινσάσα, τους αγόραζε τρόφιμα (βλ. ερυθ. 37, 1χ, δ.φ.).
Ως προς την έναρξη της διαφοράς, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν θυμάται πότε τον προσέγγισαν για πρώτη φορά τα αδέλφια του πατέρα του σχετικά με την κληρονομιά. Ανέφερε ότι οι τέσσερις θείοι του ισχυρίστηκαν πως εκείνοι έπρεπε να πάρουν και να πωλήσουν τα σπίτια και ότι ο ίδιος και τα αδέλφια του δεν είχαν δικαιώματα επ’ αυτών. Δήλωσε ότι δεν αντέδρασε, επειδή δεν μπορούσε να κάνει κάτι, προσθέτοντας ότι «τα πράγματα στην Αφρική είναι περίπλοκα» (βλ. ερυθ. 37 και 36, 1χ, δ.φ.).
Όταν του ζητήθηκε να εξειδικεύσει τις απειλές, ο Αιτητής ανέφερε ότι οι συγγενείς του έλεγαν στον ίδιο και στα αδέλφια του να αποδεχθούν την παραχώρηση της περιουσίας του πατέρα τους, διαφορετικά θα τους σκότωναν. Πρόσθεσε ότι και οι τέσσερις θείοι συμφωνούσαν με τη θέση αυτή, ότι η μητέρα του δεν είπε τίποτε και ότι ο συγγενής που τους βοηθούσε δεν αναμείχθηκε στη διαφορά (βλ. ερυθ. 36, 1χ, δ.φ.).
Κληθείς να περιγράψει τη ζωή του από την πώληση των σπιτιών το 2020 έως την αναχώρησή του από τη χώρα τον Οκτώβριο του 2021, ο Αιτητής ανέφερε αρχικά ότι η κατάσταση ήταν περίπλοκη και ότι επιθυμούσαν να φύγουν. Στη συνέχεια δήλωσε ότι διέμενε σε οικίες φίλων του, σε διάφορες περιοχές της Κινσάσα, και εξασφάλιζε τα προς το ζην με τη βοήθεια των φίλων του και του συγγενή που τον στήριζε (βλ. ερυθ. 36, 1χ, δ.φ.).
Ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν γνωρίζει ποια διαδικασία ακολούθησαν οι συγγενείς του για την πώληση των σπιτιών. Ερωτηθείς γιατί αναχώρησε ειδικά τον Οκτώβριο του 2021, ενώ η πώληση είχε πραγματοποιηθεί το 2020, απάντησε ότι οι συγγενείς του δεν συμπαθούσαν τον ίδιο και τα αδέλφια του και ότι συνέχιζαν να τους απειλούν. Διευκρινίζοντας τις μεταγενέστερες απειλές, ανέφερε ότι αφορούσαν τη ζωή τους και ότι του τηλεφωνούσαν λέγοντάς του πως δεν τον συμπαθούν (βλ. ερυθ. 36, 1χ, δ.φ.).
Ως προς τη μη υποβολή καταγγελίας, ο Αιτητής δήλωσε ότι το ζήτημα είχε «πνευματική» διάσταση και ότι η αστυνομία δεν ασχολείται με τέτοια θέματα. Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει τι εννοούσε, αναφέρθηκε στον κατά την αντίληψή του μυστηριώδη θάνατο του πατέρα του, σε άσχημα όνειρα και στις απειλές που δέχονταν (βλ. ερυθ. 35, 1χ, δ.φ.).
Ο Λειτουργός του υπενθύμισε επίσης ότι, κατά την καταγραφή, είχε δηλώσει πως είχε συλληφθεί στο παρελθόν. Ο Αιτητής απάντησε ότι η σχετική καταγραφή ήταν εσφαλμένη και ότι ουδέποτε συνελήφθη (βλ. ερυθ. 36, 1χ, δ.φ.).
Ερωτηθείς τι φοβάται σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ, ο Αιτητής απάντησε ότι οι συγγενείς του θα τον σκοτώσουν. Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει γιατί θεωρεί ότι εξακολουθούν να επιδιώκουν να τον βλάψουν, παρά την πώληση των σπιτιών το 2020, δήλωσε ότι τον μισούν και δεν τον συμπαθούν. Πρόσθεσε ότι οι αρχές δεν μπορούν να τον προστατεύσουν, επειδή δεν ασχολούνται με «πνευματικά» ζητήματα, και ότι στη χώρα του υπάρχει πόλεμος (βλ. ερυθ. 35, 1χ, δ.φ.). Τέλος, ερωτηθείς αν θα μπορούσε να εγκατασταθεί με ασφάλεια σε άλλη περιοχή της ΛΔΚ εκτός της Κινσάσα, υποστήριξε ότι υπάρχει πόλεμος σε ολόκληρη τη χώρα και ότι θα διέτρεχε κίνδυνο (βλ. ερυθ. 35, 2χ, δ.φ.).
Α.2. Η αξιολόγηση των ουσιωδών ισχυρισμών από τους Καθ’ ων η αίτηση
Από την Εισηγητική Έκθεση προκύπτει ότι ο Λειτουργός εξέτασε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος, που αφορούσε την ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, έγινε αποδεκτός. Οι σχετικές δηλώσεις του κρίθηκαν συνεπείς, συγκεκριμένες και σύμφωνες με το αντίγραφο διαβατηρίου που προσκόμισε. Ως τελευταίος τόπος διαμονής του στη ΛΔΚ προσδιορίστηκε η Κινσάσα.
Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορούσε τις φερόμενες απειλές από μέλη της πατρικής του οικογένειας λόγω διαφοράς για την περιουσία του πατέρα του. Ο Λειτουργός τον απέρριψε, κρίνοντας ότι οι δηλώσεις του Αιτητή παρουσίαζαν ουσιώδεις ασυνέπειες και δεν ήταν επαρκώς συγκεκριμένες.
Ειδικότερα, ο Αιτητής δήλωσε αρχικά, και επανέλαβε, ότι όλα τα οκτώ αδέλφια του πατέρα του είχαν αποβιώσει, ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι τέσσερα βρίσκονται εν ζωή. Παρουσίασε επίσης ως εν ζωή τους γονείς του, μολονότι είχε δηλώσει ότι είχαν αποβιώσει το 2017 και το 2019. Εξηγώντας τη δεύτερη διαφοροποίηση, ανέφερε ότι, στην Κινσάσα, τα αδέλφια αναλαμβάνουν τον ρόλο των γονέων όταν οι τελευταίοι πεθάνουν, παρότι τρία από τα τέσσερα αδέλφια του, κατά τις δηλώσεις του, ζούσαν στο εξωτερικό. Ο Λειτουργός θεώρησε ότι οι εξηγήσεις αυτές δεν αποσαφήνισαν τις αντιφάσεις.
Περαιτέρω, ο Λειτουργός έκρινε ανεπαρκώς λεπτομερείς τις δηλώσεις του Αιτητή για τον θάνατο του πατέρα του και την κληρονομική περιουσία. Σημείωσε ότι ο Αιτητής απέδωσε στον θάνατο «πνευματική» διάσταση, χωρίς, κατά την κρίση του, να περιγράψει επαρκώς τις συνθήκες του. Ως προς την περιουσία, ο Αιτητής δήλωσε ότι αγνοούσε πώς την απέκτησε ο πατέρας του επειδή ήταν «παιδί», παρότι ήταν 21 ετών όταν εκείνος απεβίωσε. Ανέφερε ακόμη ότι η μητέρα του είχε αναλάβει τα ζητήματα της κληρονομιάς, αλλά στη συνέχεια δήλωσε ότι δεν είχε προβεί σε ενέργειες λόγω της θλίψης της.
Ως προς τις απειλές, ο Λειτουργός παρατήρησε ότι ο Αιτητής δεν μπορούσε να προσδιορίσει πότε άρχισαν και αρχικά περιέγραψε τη διαφωνία των συγγενών για το ποιος δικαιούνταν να πάρει και να πωλήσει τα σπίτια. Έπειτα από περαιτέρω ερωτήσεις ανέφερε ότι οι συγγενείς είχαν απειλήσει να σκοτώσουν τον ίδιο και τα αδέλφια του αν δεν αποδέχονταν την παραχώρηση της περιουσίας. Ο Λειτουργός έκρινε επίσης ανεπαρκείς τις πληροφορίες για τους τέσσερις φερόμενους ως εμπλεκόμενους συγγενείς, καθώς ο Αιτητής τους κατονόμασε και δήλωσε ότι ζουν στην Κινσάσα, αλλά δεν γνώριζε την ακριβή διαμονή ή το επάγγελμά τους.
Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε στο διάστημα μετά την πώληση των σπιτιών το 2020 και πριν από την αναχώρηση του Αιτητή τον Οκτώβριο του 2021. Ο Αιτητής δήλωσε ότι διέμενε σε σπίτια φίλων και συντηρούνταν με τη βοήθειά τους και του συγγενή που τον στήριζε. Υποστήριξε ότι οι απειλές συνεχίστηκαν, εξηγώντας πλέον ότι οι συγγενείς του δεν συμπαθούσαν τον ίδιο και τα αδέλφια του και ότι του τηλεφωνούσαν. Ο Λειτουργός έκρινε ότι δεν εξηγήθηκε επαρκώς η συνέχιση των απειλών μετά την πώληση ούτε συγκεκριμενοποιήθηκε το περιεχόμενό τους. Ανεπαρκείς κρίθηκαν και οι διευκρινίσεις του Αιτητή ότι δεν προσέφυγε στην αστυνομία επειδή το ζήτημα ήταν «πνευματικό», αναφερόμενος σε άσχημα όνειρα και στον κατά την αντίληψή του μυστηριώδη θάνατο του πατέρα του.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο Λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες διαφορές για τη γη και την κληρονομιά απαντώνται στη ΛΔΚ. Έκρινε, ωστόσο, ότι οι πληροφορίες αυτές δεν επιβεβαίωναν τις συγκεκριμένες απειλές που επικαλέστηκε ο Αιτητής ούτε ήραν τις διαπιστωθείσες ελλείψεις των δηλώσεών του. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε.
Τέλος, με βάση τον αποδεκτό ισχυρισμό για την ταυτότητα και την Κινσάσα ως τόπο τελευταίας διαμονής, ο Λειτουργός εξέτασε τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή και την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο επιστροφής. Κατέληξε ότι δεν υφίσταται βάσιμος φόβος δίωξης ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης κατά τα άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης και σοβαρής προσωπικής απειλής λόγω αδιάκριτης βίας σε ένοπλη σύρραξη.
Α.3. Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση του λειτουργού, όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά την διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:
Καταρχάς, συμφωνώ με την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, που αφορά την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα καταγωγής, τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή. Οι σχετικές δηλώσεις του υπήρξαν επαρκώς συγκεκριμένες και, ως προς την ταυτότητα και την ιθαγένειά του, συνάδουν με το αντίγραφο διαβατηρίου που προσκόμισε. Αποδέχομαι, συνεπώς, ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και ότι τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής του πριν από την αναχώρησή του ήταν η Κινσάσα.
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά τις απειλές που ο Αιτητής υποστηρίζει ότι δέχθηκε από μέλη της πατρικής του οικογένειας λόγω διαφοράς για την περιουσία του αποβιώσαντος πατέρα του. Ως προς αυτόν συντάσσομαι με την καταληκτική κρίση του Λειτουργού ότι δεν κατέστη εσωτερικά αξιόπιστος, με την ακόλουθη ειδικότερη αιτιολογία.
Ο Αιτητής προσδιόρισε τον γενικό χαρακτήρα της διαφοράς, αναφέροντας ότι αφορούσε δύο σπίτια, ότι οι συγγενείς του αμφισβήτησαν τα δικαιώματα των παιδιών του πατέρα του και ότι τα σπίτια πωλήθηκαν χωρίς ο ίδιος να λάβει χρήματα. Ανέφερε επίσης ότι του είπαν πως, αν δεν αποδεχόταν την παραχώρηση της περιουσίας, θα τον σκότωναν. Επομένως, η αφήγησή του δεν στερείται κάθε λεπτομέρειας. Ωστόσο, παρά τις διευκρινιστικές ερωτήσεις, δεν μπόρεσε να προσδιορίσει πότε άρχισε η αντιπαράθεση, να περιγράψει με σαφήνεια επιμέρους περιστατικά απειλών ή να εξηγήσει τη συχνότητα και τις περιστάσεις υπό τις οποίες αυτές εκδηλώθηκαν.
Περαιτέρω, οι απαντήσεις του για τα πρόσωπα που φέρονται να τον απειλούσαν παρουσίασαν ουσιώδη μεταβολή. Αρχικά δήλωσε ότι όλα τα αδέλφια του πατέρα του είχαν αποβιώσει, ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι τέσσερα από αυτά βρίσκονται εν ζωή. Η διαφοροποίηση αφορά την ίδια την ταυτότητα των φερόμενων φορέων των απειλών. Παρότι του επισημάνθηκε η αντίφαση και του δόθηκε η δυνατότητα να διευκρινίσει τις δηλώσεις του, δεν παρέσχε εξήγηση που να καθιστά σαφή την αρχική του απάντηση. Αντίστοιχα, ο συγγενής τον οποίο αρχικά παρουσίαζε ως πατρικό θείο που τον στήριζε προσδιορίστηκε ακολούθως ως εξάδελφός του. Η τελευταία αυτή διαφοροποίηση δεν έχει την ίδια βαρύτητα με την αντίφαση για τους φερόμενους φορείς των απειλών, συνεκτιμάται όμως στην αποτύπωση των οικογενειακών σχέσεων που αποτελούν τη βάση του ισχυρισμού του.
Καθοριστικότερη είναι η ασάφεια ως προς τη συνέχιση των απειλών μετά την πώληση των σπιτιών το 2020. Ο Αιτητής παρέμεινε στην Κινσάσα μέχρι τον Οκτώβριο του 2021 και ισχυρίστηκε ότι οι συγγενείς του συνέχιζαν να τον απειλούν. Όταν κλήθηκε να εξηγήσει γιατί θα εξακολουθούσαν να επιδιώκουν να τον βλάψουν, ενώ είχαν ήδη διαθέσει την περιουσία, περιορίστηκε να αναφέρει ότι δεν συμπαθούσαν τον ίδιο και τα αδέλφια του και ότι του τηλεφωνούσαν. Δεν περιέγραψε συγκεκριμένο μεταγενέστερο περιστατικό ούτε εξήγησε επαρκώς τη σύνδεση των φερόμενων απειλών με την περιουσιακή διαφορά μετά την πώληση. Η απάντηση αυτή αφήνει αδιευκρίνιστο ουσιώδες μέρος της χρονικής εξέλιξης των γεγονότων και της επικαλούμενης σημερινής απειλής.
Δεν παραγνωρίζω τον ισχυρισμό της συνηγόρου του Αιτητή ότι η Υπηρεσία όφειλε να διερευνήσει περαιτέρω τη φύση της περιουσίας, τη χρονική αλληλουχία και τα πρόσωπα που φέρονται να εμπλέκονται. Ωστόσο, ως προς τα ζητήματα που είναι καθοριστικά για τον παρόντα ισχυρισμό, ο Αιτητής ερωτήθηκε ποιοι τον απειλούσαν, σε τι συνίσταντο οι απειλές, πώς διέβιωσε μετά την πώληση των σπιτιών και γιατί οι συγγενείς του θα εξακολουθούσαν να επιδιώκουν να τον βλάψουν. Οι απαντήσεις του δεν αποσαφήνισαν τα ζητήματα αυτά. Περαιτέρω πληροφορίες για τον τρόπο απόκτησης των σπιτιών ή τη διαδικασία πώλησής τους δεν θα αποκαθιστούσαν, από μόνες τους, τα συγκεκριμένα κενά της αφήγησης ως προς τις προσωπικές απειλές.
Έλαβα πρόσθετα υπόψη τη θέση της συνηγόρου του ότι οι επιμέρους ασυνέπειες μπορεί να οφείλονται σε σύγχυση ή συναισθηματική φόρτιση και ότι δεν αναιρούν τον πυρήνα της αφήγησης. Δεν αποδίδω αποφασιστική σημασία στη διαφορά μεταξύ των ετών 2018 και 2019 που ανέφερε για τον θάνατο της μητέρας του, ούτε θεωρώ ότι η ηλικία του κατά τον θάνατο του πατέρα του αποδεικνύει πως όφειλε να γνωρίζει πώς αποκτήθηκε ή μεταβιβάστηκε η περιουσία. Οι επιφυλάξεις μου εστιάζουν στις απαντήσεις του για το ποιοι τον απειλούσαν, πώς εκδηλώθηκαν οι απειλές και γιατί αυτές συνεχίστηκαν μετά την πώληση, ζητήματα τα οποία συνδέονται άμεσα με τον ουσιώδη ισχυρισμό του.
Υπό το σύνολο των ανωτέρω, κρίνω ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν παρουσιάζει την απαιτούμενη εσωτερική συνοχή και συγκεκριμενοποίηση ως προς τα κρίσιμα γεγονότα. Ως εκ τούτου, δεν τον αποδέχομαι ως αξιόπιστο. Η γενική κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα και ο τυχόν αυτοτελής κίνδυνος κατά την επιστροφή του Αιτητή αποτελούν διακριτά ζητήματα της αξιολόγησης κινδύνου.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, οι πληροφορίες που παρατέθηκαν στην Εισηγητική Έκθεση (βλ. ερ. 94-93 του δ.φ.) καταδεικνύουν ότι κληρονομικές και περιουσιακές διαφορές απαντώνται στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Το στοιχείο αυτό προσδίδει γενική ευλογοφάνεια στο είδος της διαφοράς που επικαλείται ο Αιτητής. Δεν επιβεβαιώνει, όμως, ότι οι συγκεκριμένοι συγγενείς τον απείλησαν ή ότι οι απειλές συνεχίστηκαν μετά την πώληση των σπιτιών. Συνεκτιμώ τις πληροφορίες αυτές προς όφελός του, πλην όμως η γενική συμβατότητα του ισχυρισμού με φαινόμενα που παρατηρούνται στη χώρα καταγωγής δεν αίρει τις ουσιώδεις ασάφειες και διαφοροποιήσεις που διαπιστώθηκαν ως προς τα πρόσωπα των φερόμενων δραστών και τη χρονική εξέλιξη των απειλών. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός, αξιολογούμενος συνολικά ως προς την εσωτερική και την εξωτερική του αξιοπιστία, δεν γίνεται αποδεκτός.
Β. Επί της υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς πρόσφυγα
Έχοντας ολοκληρώσει την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση του κατά πόσον, στη βάση των πραγματικών περιστατικών που έγιναν αποδεκτά και υπό το φως των επικαιροποιημένων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την αναγνώρισή του ως πρόσφυγα.
Ως προς το εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο, επισημαίνεται ότι, για τους λόγους που αναλύθηκαν εκτενώς στην σημερινή απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου E.O.A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 1003/2023, ημερ. 18.09.2026, και οι οποίοι υιοθετούνται mutatis mutandis και στην παρούσα υπόθεση, ως προς την εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων για την αναγνώριση του Αιτητή ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας εφαρμοστέος είναι ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347, ο οποίος εφαρμόζεται από τις 12.06.2026 και αντικατέστησε, ως προς τα ζητήματα που ρυθμίζει, την Οδηγία 2011/95/ΕΕ.
Χωρίς να κρίνεται αναγκαία η εκ νέου παράθεση της εκτενούς ανάλυσης που περιλαμβάνεται στην ανωτέρω απόφαση ως προς τη διαχρονική εφαρμογή του νέου κανονιστικού πλαισίου, αρκεί για τους σκοπούς της παρούσας να επισημανθεί ότι η εξέταση από το Δικαστήριο, κατά τον χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης, του κατά πόσον ο Αιτητής πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα διενεργείται βάσει των σχετικών διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 3(5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, ως «πρόσφυγας» νοείται, καθόσον αφορά υπήκοο τρίτης χώρας, πρόσωπο το οποίο, συνεπεία βάσιμου φόβου δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, ευρίσκεται εκτός της χώρας της ιθαγένειάς του και δεν μπορεί ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της χώρας αυτής και στο οποίο δεν εφαρμόζεται το άρθρο 12.
Υπό το ανωτέρω νομοθετικό πλαίσιο, και στη βάση των πραγματικών περιστατικών που έγιναν αποδεκτά, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση του κατά πόσον ο Αιτητής πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα.
Στην παρούσα υπόθεση έγινε αποδεκτό ότι ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, με τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής την Κινσάσα, καθώς και τα στοιχεία του προσωπικού του προφίλ που εκτέθηκαν ανωτέρω. Δεν έγινε, όμως, αποδεκτός ο ισχυρισμός ότι απειλήθηκε από μέλη της πατρικής του οικογένειας εξαιτίας της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα του ή ότι οι συγγενείς αυτοί εξακολουθούν να επιδιώκουν να τον βλάψουν.
Η τελευταία αυτή κρίση δεν απαλλάσσει το Δικαστήριο από την εξέταση τυχόν αυτοτελούς μελλοντικού κινδύνου βάσει των αποδεκτών στοιχείων και των συνθηκών στον τόπο επιστροφής. Εντούτοις, από το αποδεκτό προσωπικό προφίλ του Αιτητή δεν προκύπτει συγκεκριμένο στοιχείο εξατομικευμένης στοχοποίησής του στην Κινσάσα. Ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε ότι αντιμετώπισε προβλήματα λόγω της θρησκείας, της εθνοτικής του καταγωγής ή πολιτικής δραστηριότητας, ούτε ότι οι κρατικές αρχές ή άλλοι φορείς επέδειξαν ενδιαφέρον προς το πρόσωπό του για οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους λόγους δίωξης.
Έλαβα υπόψη τη θέση που προβάλλεται στην αγόρευσή του ότι οι απειλές από την πατρική οικογένεια μπορούσαν να συνιστούν δίωξη από μη κρατικούς φορείς και ότι η οικογενειακή διαφορά έπρεπε να διερευνηθεί υπό το πρίσμα της δυνατότητας κρατικής προστασίας. Ωστόσο, οι θέσεις αυτές στηρίζονται στην παραδοχή των συγκεκριμένων απειλών, οι οποίες δεν έγιναν δεκτές ως πραγματικό περιστατικό. Η γενική δυνατότητα να ανακύπτουν βίαιες κληρονομικές διαφορές στη χώρα καταγωγής δεν αρκεί, χωρίς αξιόπιστα εξατομικευμένα στοιχεία, για να θεμελιώσει εύλογη πιθανότητα δίωξης του ίδιου κατά την επιστροφή του.
Υπό το σύνολο των ανωτέρω, δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στην Κινσάσα, να υποστεί δίωξη για λόγο προβλεπόμενο στο άρθρο 3(5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Συνεπώς, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αναγνώρισή του ως πρόσφυγα.
Γ. Επί της υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς επικουρικής προστασίας
Κατόπιν της διαπίστωσης ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα, απομένει να εξεταστεί κατά πόσον πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως προσώπου που δικαιούται επικουρική προστασία, κατά την έννοια του άρθρου 3(6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, ως «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία» νοείται υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής ο οποίος δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθεί πρόσφυγας, αλλά για τον οποίο έχουν καταδειχθεί ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του ή, στην περίπτωση ανιθαγενούς, στη χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 15, και στον οποίο δεν εφαρμόζεται το άρθρο 17(1) και (2), ενώ δεν δύναται ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της χώρας αυτής.
Κατά δε το άρθρο 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, ως σοβαρή βλάβη νοείται:
(α) η θανατική ποινή ή εκτέλεση·
(β) τα βασανιστήρια ή η απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή στη χώρα καταγωγής· ή
(γ) η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.
Ενόψει των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υπόθεσης, δεν προκύπτουν ουσιώδεις λόγοι να θεωρηθεί ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας κατά την έννοια των περιπτώσεων (α) και (β) του άρθρου 15. Εξέτασης χρήζει, συνεπώς, η περίπτωση (γ) της εν λόγω διάταξης.
Ως προς την ερμηνεία της τελευταίας αυτής διάταξης, επισημαίνεται ότι ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 αποτυπώνει πλέον ρητώς στις αιτιολογικές του σκέψεις βασικές αρχές που είχαν διαμορφωθεί νομολογιακά υπό το προϊσχύσαν καθεστώς. Ειδικότερα, κατά την αιτιολογική σκέψη 50, η έννοια της αδιάκριτης βίας περιλαμβάνει βία η οποία δύναται να επεκταθεί σε πρόσωπα ανεξαρτήτως των προσωπικών τους περιστάσεων.
Περαιτέρω, κατά την αιτιολογική σκέψη 51, για τους σκοπούς της αξιολόγησης της σοβαρής βλάβης, ως εσωτερική ένοπλη σύγκρουση νοούνται καταστάσεις στις οποίες οι ένοπλες δυνάμεις τρίτης χώρας συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. Δεν απαιτείται η σύγκρουση να χαρακτηριστεί ως «ένοπλη σύγκρουση μη διεθνούς χαρακτήρα» κατά το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο ούτε απαιτείται, επιπλέον της αξιολόγησης του επιπέδου της βίας στην οικεία περιοχή, χωριστή εξέταση της έντασης των ένοπλων συγκρούσεων, του επιπέδου οργάνωσης των εμπλεκόμενων ενόπλων δυνάμεων ή της διάρκειας της σύγκρουσης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η αιτιολογική σκέψη 52, σύμφωνα με την οποία δεν απαιτείται από τον αιτητή να αποδείξει ότι αποτελεί ειδικό στόχο λόγω παραγόντων που αφορούν τις προσωπικές του περιστάσεις. Όσο, όμως, περισσότερο ο αιτητής αποδεικνύει ότι επηρεάζεται ειδικώς λόγω παραγόντων που συνδέονται με τις προσωπικές του περιστάσεις, τόσο χαμηλότερο είναι το απαιτούμενο επίπεδο αδιάκριτης βίας. Περαιτέρω, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η ύπαρξη σοβαρής και προσωπικής απειλής θεωρείται ότι στοιχειοθετείται όταν ο βαθμός αδιάκριτης βίας που χαρακτηρίζει την ένοπλη σύγκρουση είναι τόσο υψηλός ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι άμαχος ο οποίος επιστρέφει στη χώρα καταγωγής ή στο σχετικό τμήμα αυτής θα αντιμετωπίσει, λόγω και μόνο της παρουσίας του εκεί, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Οι ανωτέρω πρόνοιες αντανακλούν τη νομολογιακή προσέγγιση που είχε ήδη διαμορφώσει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως στις αποφάσεις Elgafaji, C-465/07, και CF και DN, C-901/19. Ειδικότερα, κατά την Elgafaji, όσο περισσότερο ο αιτητής δύναται να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω παραγόντων που αφορούν την προσωπική του κατάσταση, τόσο μικρότερος είναι ο βαθμός αδιάκριτης βίας που απαιτείται για τη θεμελίωση επικουρικής προστασίας. Αντιστρόφως, όταν δεν συντρέχουν τέτοιοι εξατομικευμένοι παράγοντες, απαιτείται η αδιάκριτη βία να έχει ανέλθει σε εξαιρετικά υψηλό επίπεδο, ώστε ο πραγματικός κίνδυνος να απορρέει από μόνη την παρουσία του αμάχου στην οικεία περιοχή.
Ως προς δε την αξιολόγηση του επιπέδου της αδιάκριτης βίας, εξακολουθούν να είναι συναφείς οι παράγοντες που προσδιορίστηκαν από το ΔΕΕ στην CF και DN, C-901/19, μεταξύ άλλων η ένταση των ένοπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκόμενων ενόπλων δυνάμεων, η διάρκεια της σύγκρουσης, η γεωγραφική έκταση της αδιάκριτης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής και οι εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων. Η αξιολόγηση δεν μπορεί, συνεπώς, να στηρίζεται αποκλειστικά στον αριθμό των καταγεγραμμένων θυμάτων, αλλά απαιτεί συνολική εκτίμηση όλων των περιστάσεων που χαρακτηρίζουν την κατάσταση στην οικεία περιοχή.
Στην υπό κρίση περίπτωση, περιοχή αναφοράς αποτελεί η Κινσάσα, όπου γεννήθηκε και διέμενε μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα. Το άρθρο 15 διακρίνει τη θανατική ποινή ή εκτέλεση, τα βασανιστήρια ή την απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία και τη σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Ως προς το άρθρο 15(α) και (β), από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν αποδεκτά δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής έχει καταδικαστεί σε θάνατο, αναζητείται από τις αρχές ή αντιμετωπίζει άλλον εξατομικευμένο κίνδυνο εκτέλεσης. Ούτε έγινε αποδεκτό ότι απειλήθηκε από τους πατρικούς συγγενείς του ή ότι αυτοί εξακολουθούν να επιδιώκουν να τον βλάψουν. Δεν έχει, συνεπώς, καταδειχθεί επί τη βάσει του συγκεκριμένου ισχυρισμού πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης κατά την επιστροφή του.
Ως προς το άρθρο 15(γ), εξέτασα την κατάσταση ασφαλείας στον συγκεκριμένο τόπο επιστροφής και όχι την κατάσταση στη ΛΔΚ ως ενιαίο γεωγραφικό σύνολο. Η κλιμάκωση των εχθροπραξιών στις ανατολικές επαρχίες, περιλαμβανομένης της κατάληψης της Goma και της Bukavu από την M23[2],[3], καθώς και οι σοβαρές συνέπειες της σύγκρουσης για τους αμάχους, δεν παραγνωρίζονται[4]. Δεν αποδεικνύουν, ωστόσο, αφ’ εαυτών ότι η ίδια κατάσταση ένοπλης σύρραξης και αδιάκριτης βίας επικρατεί στην Κινσάσα.
Ειδικά για την Κινσάσα, η απάντηση της EUAA της 1ης Ιουλίου 2025, παραπέμποντας στην έκθεση της CEDOCA[5], καταγράφει κατά το 2024 «σποραδικά περιστατικά ασφαλείας», στα οποία περιλαμβάνονται διαδηλώσεις, απόπειρα πραξικοπήματος, απόπειρα μαζικής απόδρασης από τη φυλακή Makala και περιστατικά στην αγροτική περιοχή Maluku, συνδεόμενα με τη σύγκρουση στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe. Η ίδια πηγή χαρακτηρίζει την επαρχία της Κινσάσα «ανεπηρέαστη από ένοπλη σύγκρουση» και αναφέρει ότι, μετά την επιδείνωση της κατάστασης στα ανατολικά στις αρχές του 2025, «πέρα από τις διαδηλώσεις εναντίον δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σημαντικά περιστατικά ασφαλείας στην Κινσάσα». Οι χαρακτηρισμοί αυτοί αφορούν την περίοδο αναφοράς της έκθεσης και συνεκτιμώνται με τα μεταγενέστερα στοιχεία[6].
Πράγματι, στις 28 Ιανουαρίου 2025 σημειώθηκαν στην πρωτεύουσα βίαιες διαδηλώσεις με επιθέσεις κατά πρεσβειών, ως αντίδραση στην προέλαση της M23 στα ανατολικά[7]. Οι προειδοποιήσεις ασφαλείας της πρεσβείας των ΗΠΑ του Φεβρουαρίου και του Δεκεμβρίου 2025 επισημαίνουν επίσης ότι διαδηλώσεις στην Κινσάσα «ενδέχεται να κλιμακωθούν και να γίνουν βίαιες με ελάχιστη ή καμία προειδοποίηση»[8]. Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν κίνδυνο επεισοδίων οχλικής βίας, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη· δεν καταδεικνύουν όμως γενικευμένες ένοπλες εχθροπραξίες στην πόλη.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τα στοιχεία της πλατφόρμας ACLED Explorer που παρατέθηκαν για το τελευταίο έτος, με τελευταία ενημέρωση την 27.08.2026, στην Κινσάσα καταγράφηκαν 60 περιστατικά πολιτικής βίας και 39 θάνατοι.[9] Επισημαίνεται ότι ο πληθυσμός της Κινσάσα με βάση την εκτίμηση του 2004 υπολογίζεται σε 7,273,947 κατοίκους[10]. Τα αριθμητικά δεδομένα συνεκτιμώνται με τη φύση και τη γεωγραφική κατανομή των περιστατικών, καθώς και με το μεγάλο μέγεθος του πληθυσμού της πόλης. Δεν αρκούν μόνα τους για την κρίση περί κινδύνου. Ειδικότερα, δεν προκύπτει από τα παρατεθέντα δεδομένα ότι όλοι οι καταγεγραμμένοι θάνατοι αφορούσαν αμάχους ή ότι όλα τα περιστατικά αποτελούσαν εκδηλώσεις αδιάκριτης βίας στο πλαίσιο ένοπλης σύρραξης.
Κατά την αιτιολογική σκέψη 52 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, σοβαρή και προσωπική απειλή μπορεί κατ’ εξαίρεση να θεμελιωθεί χωρίς ειδική στόχευση του αιτητή, όταν η αδιάκριτη βία σε ένοπλη σύρραξη έχει ανέλθει σε τόσο υψηλό επίπεδο ώστε άμαχος να αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο λόγω και μόνον της παρουσίας του στην περιοχή επιστροφής. Όσο περισσότερο, εξάλλου, ο αιτητής επηρεάζεται ειδικώς λόγω των προσωπικών του περιστάσεων, τόσο χαμηλότερο μπορεί να είναι το απαιτούμενο επίπεδο αδιάκριτης βίας.
Εν προκειμένω, η συνολική εικόνα για την Κινσάσα δεν καταδεικνύει ότι η πόλη αποτελεί περιοχή στην οποία διεξάγεται ένοπλη σύρραξη χαρακτηριζόμενη από τέτοιο βαθμό αδιάκριτης βίας. Τα καταγεγραμμένα περιστατικά ασφαλείας, οι βίαιες διαδηλώσεις και οι σοβαρές παραβιάσεις δικαιωμάτων δεν εξομοιώνονται, χωρίς εξέταση της φύσης και του πλαισίου τους, με αδιάκριτη βία κατά την έννοια του άρθρου 15(γ). Ως εκ τούτου, δεν προκύπτει ότι κάθε άμαχος που επιστρέφει στην Κινσάσα αντιμετωπίζει, λόγω και μόνον της παρουσίας του εκεί, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής.
Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, λαμβάνω υπόψη την καταγωγή και την προηγούμενη διαμονή του στην Κινσάσα, το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, καθώς και το γεγονός ότι δεν έγινε δεκτό πως έχει αποτελέσει στόχο των συγγενών του. Δεν προέκυψε επίσης σύνδεσή του με τα μέρη της σύγκρουσης στα ανατολικά, συμμετοχή σε βίαιες διαδηλώσεις ή άλλο εξατομικευμένο στοιχείο που να αυξάνει ειδικά την έκθεσή του στα περιστατικά ασφαλείας της Κινσάσα. Συνεκτιμώντας τις περιστάσεις αυτές με τις πληροφορίες για την πόλη, δεν διαπιστώνω πρόσθετους παράγοντες που να θεμελιώνουν πραγματικό κίνδυνο κατά την έννοια του άρθρου 15(γ).
Υπό το σύνολο των ανωτέρω, δεν έχουν καταδειχθεί ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στην Κινσάσα, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο οποιασδήποτε από τις μορφές σοβαρής βλάβης του άρθρου 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Συνεπώς, δεν πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία κατά την έννοια του άρθρου 3(6) του Κανονισμού.
IV. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των όσων αναπτύχθηκαν ανωτέρω και κατόπιν πλήρους και ex nunc εξέτασης των πραγματικών και νομικών ζητημάτων της υπόθεσης, καταλήγω ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για την αναγνώρισή του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
Ειδικότερα, δεν καταδείχθηκε βάσιμος φόβος δίωξης για οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους λόγους του άρθρου 3(5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Ο ισχυρισμός περί απειλών από μέλη της πατρικής του οικογένειας δεν έγινε αποδεκτός, ενώ από τα λοιπά αποδεκτά στοιχεία δεν προκύπτει αυτοτελής κίνδυνος δίωξης κατά την επιστροφή του στην Κινσάσα.
Περαιτέρω, δεν καταδείχθηκαν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει, σε περίπτωση επιστροφής του στην Κινσάσα, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 15 του Κανονισμού. Ειδικότερα, τα περιστατικά ασφαλείας που καταγράφονται στην πόλη δεν στοιχειοθετούν κατάσταση ένοπλης σύρραξης με αδιάκριτη βία τέτοιας έντασης ώστε η παρουσία και μόνον αμάχου εκεί να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής. Ούτε προέκυψαν εξατομικευμένοι παράγοντες που, συνεκτιμώμενοι με τις συνθήκες στην Κινσάσα, να οδηγούν σε διαφορετική κρίση.
Οι αιτιάσεις του Αιτητή περί ελλιπούς διερεύνησης εξετάστηκαν στο πλαίσιο της αυτοτελούς δικαστικής αξιολόγησης και απορρίφθηκαν ως αβάσιμες.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται ως προς την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή για διεθνή προστασία, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).
[2] Council on Foreign Relations, Global Conflict Tracker: Conflict in the Democratic Republic of Congo, 09/06/2025, https://www.cfr.org/global-conflict-tracker/conflict/violence-democratic-republic-congo, όπως παρατίθεται στο EUAA, Country of Origin Information Query Response, DRC, Security Situation in Kinshasa, 01/07/2025, https://www.ecoi.net/en/file/local/2126819/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasa.pdf σελ. 3 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/09/2026)
[3] Human Rights Watch, World Report 2026 — Democratic Republic of Congo, 13/01/2026, https://www.hrw.org/world-report/2026/country-chapters/democratic-republic-of-congo (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/09/2026)
[4] Human Rights Watch, World Report 2026 — Democratic Republic of Congo, 13/01/2026, https://www.hrw.org/world-report/2026/country-chapters/democratic-republic-of-congo (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/09/2026)
[5] Belgium, CGRS-CEDOCA, COI Focus, République Démocratique du Congo: Situation sécuritaire, 25/02/2025, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf σελ. 2, όπως παρατίθεται στο EUAA, Country of Origin Information Query Response, DRC, Security Situation in Kinshasa, 01/07/2025, https://www.ecoi.net/en/file/local/2126819/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasa.pdf σελ. 4 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/09/2026)
[6] Belgium, CGRS-CEDOCA, COI Focus, République Démocratique du Congo: Situation sécuritaire, 25/02/2025, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf σελ. 2, όπως παρατίθεται στο EUAA, Country of Origin Information Query Response, DRC, Security Situation in Kinshasa, 01/07/2025, https://www.ecoi.net/en/file/local/2126819/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasa.pdf σελ. 4 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/09/2026)
[7]Reuters, Congo protesters storm Kinshasa embassies over conflict in east, 28/01/2025, https://www.reuters.com/world/africa/congo-protesters-attack-kinshasa-embassies-over-conflict-east-2025-01-28/; Al Jazeera, Protesters attack French, US, Rwandan embassies in DRC, 28/01/2025, https://www.aljazeera.com/news/2025/1/28/protesters-attack-french-us-rwandan-embassies-in-drc, όπως παρατίθεται στο EUAA, Country of Origin Information Query Response, DRC, Security Situation in Kinshasa, 01/07/2025, https://www.ecoi.net/en/file/local/2126819/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasa.pdf σελ. 4 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/09/2026)
[8] U.S. Embassy in the Democratic Republic of the Congo, Security Alert: Kinshasa, Democratic Republic of the Congo (December 12, 2025), 12/12/2025, https://cd.usembassy.gov/security-alert-kinshasa-democratic-republic-of-the-congo-december-12-2025/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/09/2026)
[9] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/09/2026)
[10] City Population, DRC: Kinshasa, https://citypopulation.de/en/drcongo/cities/?cityid=1860 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/09/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο