S. Β. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.1477/26, 28/9/2026
print
Τίτλος:
S. Β. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.1477/26, 28/9/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.1477/26

 

28 Σεπτεμβρίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

S. Β.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κα Στ. Σταύρου, Δικηγόρος για Αιτητή

Κα Μ. Φιλίππου, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία κοινοποιήθηκε με επιστολή ημ.19/06/26, δια της οποίας ανακλήθηκε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας που του είχε παραχωρηθεί προηγουμένως, ως άκυρης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος (Αιτητικό Α). Αιτείται περαιτέρω ακύρωση της «απόφαση[ς] επιστροφής εναντίον του […] ως παραβιάζουσα την αρχή της απαγόρευσης της επαναπροώθησης και τα δικαιώματα του ως μέλος της οικογενείας πολίτιδας της Ε.Ε» (Αιτητικό Β) και απόφαση «ότι […] δικαιούται προστασίας από επαναπροώθηση δυνάμει των άρθρων 2 και 3 της ΕΣΔΑ» (Αιτητικό Γ).

Ας σημειωθεί ότι στα πλαίσια της παρούσης κατατέθηκαν δύο Διοικητικοί Φάκελοι (ΔΦ), οι οποίοι και σημειώθηκαν ως Τεκμήριο 1 και 2 αντίστοιχα, για σκοπούς δε ευκολίας πιο κάτω γίνεται αναφορά σε ΔΦ1 (Τεκμήριο 1) και ΔΦ2 (Τεκμήριο 2). Σημειώνεται περαιτέρω ότι οι αναφορές σε «Νόμο» κατωτέρω, εκτός αν άλλως ρητώς αναφέρεται, αφορούν τον περί Προσφύγων Νόμο του 2000 (6(I)/2000). Για σκοπούς πληρότητας σημειώνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά «διαδικασία ανάκλησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας η οποία άρχισε πριν από την ημερομηνία έναρξης της εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348», ήτοι πριν τις 12/06/26 (η συνέντευξη έγινε στις 12/05/26), και συνεπώς, ως στο αρ.194 (3) του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 (Ν. 115(I)/2026)  ρητώς προνοείται, «διέπεται από τις διατάξεις των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 που αφορούν τη διαδικασία για την ανάκληση καθεστώτος διεθνούς προστασίας».

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο των σχετικών ΔΦ που κατατέθηκαν στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από τη Συρία, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία το 2011, υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στις 06/03/12 (ανήλικος τότε, γεννηθείς το 1996), στις 28/04/15 του παραχωρήθηκε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (σ’ αυτόν και την οικογένεια του), το οποίο και ανακλήθηκε με την επίδικη στα πλαίσια της παρούσης απόφαση ημ.19/06/26, κατόπιν επανεξέτασης, σχετικής συνέντευξης με τον αιτητή και ετοιμασία έκθεσης επί τούτου (Παράρτημα 4, 5, 6 Ένστασης).

Η (πιο πρόσφατη) άδεια διαμονής που δόθηκε στον αιτητή στα πλαίσια του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας έληγε στις 18/09/25 (Παράρτημα 1 Προσφυγής), ωστόσο ο αιτητής, έχοντας παντρευτεί με Ελληνίδα υπήκοο στις 23/11/18, αιτήθηκε στις 10/12/24 και έλαβε στις 03/02/25 άδεια διαμονής ως μέλος οικογενείας ευρωπαίου πολίτη, λήγουσα στις 03/02/30 (Παράρτημα 2, 3, 4 Προσφυγής). Στις 17/10/25 ο αιτητής καταδικάστηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης αρ.20127/24 (Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας) σε ποινές φυλάκισης 20 μηνών και 15 ημερών (συντρέχουσες), έχοντας κριθεί ένοχος κατόπιν παραδοχής σε αδικήματα πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης και ανησυχίας (Παράρτημα 5 Προσφυγής).

Στις 07/04/26 ο αιτητής κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης και εκδόθηκε εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης (Παρ. 6 Προσφυγής), τα οποία προσβλήθηκαν δια της προσφυγής αρ.555/26 στο Διοικητικό Δικαστήριο (ΔΔ), η οποία εκκρεμεί. Αξίζει να σημειωθεί ότι, ως ειπώθηκε στις διευκρινήσεις, τα ως άνω διατάγματα έχουν ανακληθεί και εκδόθηκαν διατάγματα ημ.22/06/26, τα οποία και προσβλήθηκαν με την προσφυγή αρ.825/26 στο ΔΔ, η οποία εκκρεμεί, ακολούθησε νέο διάταγμα κράτησης ημ.29/07/26, το οποίο ανακλήθηκε, η δε σχετική προσφυγή Ε7/26 (ΔΔΔΠ) αποσύρθηκε.

Αναφορικά με τη διαδικασία που αφορά την επίδικη εδώ απόφαση σημειώνω τα εξής.

Στην επίδικη συνέντευξη ημ.12/05/26 ο αιτητής ανέφερε ότι οι γονείς και η αδελφή του διαμένουν στο Ηνωμένο Βασίλειο (έχουν λάβει υπηκοότητα), ο ίδιος είναι παντρεμένος, εργαζόταν επί οκτώ έτη και εξέτιε κατά τον χρόνο της συνέντευξης ποινή φυλάκισης για ποινικά αδικήματα. Καλούμενος να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι δεν θα πρέπει να ανακληθεί το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας ανέφερε ότι δεν έχει σπίτι ούτε οικογένεια στη Συρία, καθώς οι γονείς και η αδελφή του είναι στο Η. Β., ο δε αδελφός του είναι στη Δημοκρατία, ο ίδιος διαμένει εδώ και 14 χρόνια στην Κύπρο, έχει κάνει φίλους και οικογένεια εδώ, εργάζεται και γι’ αυτό «δεν μπορεί να [πάει] στη Συρία και να [αφήσει] την οικογένεια [του] πίσω», όπου – ως περαιτέρω ανέφερε – η κατάσταση είναι ασταθής, υπάρχουν «ληστείες, πόλεμος, σκοτωμοί» και δεν υπάρχει εκεί «καμία εγγύηση ασφάλειας», αφού, ως εξήγησε, «κάθε λίγο καιρό, μια ομάδα δημιουργεί ένα κόμμα και αρχίζουν να σκοτώνουν ανθρώπους και δεν [ξέρουν] από που προέρχονται ή τι αντιπροσωπεύουν και γι’ αυτό κανείς δεν είναι ασφαλής» και «αν γίνει το οτιδήποτε θα πρέπει να εκτοπιστεί» (ο ίδιος). Ερωτώμενος σχετικά με τη διαθεσιμότητα στέγασης ο αιτητής ανέφερε ότι «ο πόλεμος συνεχίζεται και από τους βομβαρδισμούς πολλά σπίτια έχουν κατεδαφιστεί, περιλαμβανομένου του δικού τους (σ.σ. της οικογένειας του) και γι’ αυτό δεν θα έχει σπίτι και θα ζει σε αντίσκηνα αν επιστρέψει και αρχίσει ξανά (σ.σ. τη ζωή του)», είναι δε πολύ δύσκολο – ως ανέφερε – να εξεύρει εργασία, είναι ευτυχισμένος στη Δημοκρατία, έχει οικογένεια, είναι κύριος του εαυτού του στη δουλειά και ακόμα και στη φυλακή μορφωνόταν. Ερωτώμενος εκ νέου σχετικώς ο αιτητής ανέφερε ότι, παρότι ο πόλεμος έχει τελειώσει, «υπάρχει πείνα, πολλοί άνθρωποι δεν έχουν σπίτια, χρειάζονται 5-6 χρόνια για να ανοικοδομηθεί η Συρία […] οι δρόμοι είναι βρώμικοι και εξαιτίας αυτής της ασταθούς κατάστασης […] υπάρχει εγκληματικότητα στη Συρία». Ερωτώμενος τέλος αν επιθυμεί να προσθέσει κάτι ο αιτητής ανέφερε ότι είναι συνεχώς ανήσυχος, δεν τρώει, δεν γυμνάζεται, θέλει να εκτίσει την ποινή του (την οποία εξέτιε τότε) και να επιστρέψει στη σύζυγο του και το παιδί (της), δεν μπορεί να την αφήσει μόνη της, προσθέτοντας ότι η σύζυγος του «τρελάθηκε όταν άκουσε ότι θα επιστρέψουν [τον ίδιο] πίσω και [φοβάται] ότι της έχει συμβεί ή θα της συμβεί κάτι λόγω της κατάστασης αυτής».

Στην επίδικη έκθεση (κατόπιν πολύ σύντομης καταγραφής του ιστορικού του αιτητή στη Δημοκρατία) καταγράφεται ότι έχει καταδικαστεί για ποινικά αδικήματα της ανησυχίας, της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης και πράξεων που σκοπεύουν προς τούτο, καθώς και συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος (χωρίς να καταγράφεται εντούτοις η ποινή η οποία του επιβλήθηκε) και συνιστά εκ τούτου «σοβαρή απειλή για τη Δημόσια Τάξη και Ασφάλεια της Δημοκρατίας, η οποία δεν περιορίζεται σε ένα μεμονωμένο ή περιστασιακό γεγονός, αλλά εντάσσεται σε πρότυπο παραβατικής δράσης που θίγει άμεσα τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια και την κοινωνική συνοχή».

Ακολουθεί εκτεταμένη αξιολόγηση κινδύνου στην περίπτωση επιστροφής του αιτητή στη Συρία, στη βάση της τρέχουσας κατάστασης στον τόπο διαμονής του (Λαττάκεια), όπου καταγράφεται, με πλήθος παραπομπών σε διαθέσιμες σχετικά πληροφορίες (ΠΧΚ) τόσο αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας όσο και τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, αλλά και τα παρατηρούμενα ρεύματα επιστροφής εκτοπισθέντων ατόμων (εσωτερικά όσο και από εξωτερικό), ότι ο τόπος διαμονής του αιτητή «τοποθετείται […] σε ένα μεσαίο προφίλ κινδύνου: διαθέτει θετικές ενδείξεις λειτουργικότητας και ασφάλειας στην πόλη (υγεία, εμπορικές ροές, επιστροφές), αλλά απαιτείται προσοχή στα περίχωρα και στις διαδρομές πρόσβασης λόγω συνεχιζόμενων τοπικών εντάσεων» (ερ.150). Σε σχέση με το προφίλ του αιτητή σημειώνεται ότι πρόκειται για ενήλικα, υγιή άνδρα, με «μορφωτική εκπαίδευση που ολοκλήρωσε στη Συρία», χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και ότι «δεν διαπιστώθηκε ότι υπέστη την οποιαδήποτε μορφή δίωξης ή  σοβαρής μορφής βλάβη στη χώρα καταγωγής του». Ακολούθως, με παράθεση δεδομένων από σχετική πηγή (ACLED), σημειώνεται ότι δεν καταγράφονται ιδιαίτερα αυξημένα περιστατικά ασφαλείας στον τόπο διαμονής του (18 περιστατικά, 5 θάνατοι, σε σύνολο πληθυσμού περί των 600.000).

Στη βάση των ως άνω δεδομένων οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι αφενός πληρούνται στην προκείμενη περίπτωση οι προϋποθέσεις ανάκλησης του αρ.5 (2) (δ) και 5 (4) (β) και αφετέρου, δεδομένου ότι – ως αναφέρεται - δεν εντοπίζεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να υποστεί δίωξη στη βάση του αρ.3 του Νόμου ή σοβαρή βλάβη στη βάση του αρ.19 (2) του Νόμου, αλλά ούτε και λόγοι που να δεικνύουν ότι ο αιτητής υφίσταται - σε περίπτωση επιστροφής του στη Συρία – κίνδυνο στη βάση του αρ.3 της ΕΣΔΑ, δεν υφίσταται άλλος λόγος παροχής διεθνούς προστασίας ή προστασίας από την επαναπροώθηση. Συνεπώς δια της επίδικης εδώ απόφασης ανακλήθηκε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας που είχε δοθεί στον αιτητή και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του στη Συρία.

Σχετικά με το ευρύτερο ιστορικό του αιτητή στη Δημοκρατία προκύπτουν εδώ, από τους ΔΦ και τα όσα κατέστησαν παραδεκτά κατά τις Διευκρινήσεις, τα ακόλουθα.

Κατ’ αρχήν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου επί της Ποινικής Έφεσης αρ.269/2024 (ερ.31-32, 25 – ΔΦ1), η οποία αφορά την κράτηση του εδώ αιτητή ως υπόδικου (τότε, στα πλαίσια της υπ. αρ.20127/24, ανωτέρω), όπου παρατίθεται ιστορικό καταδικών του αιτητή (Εφεσίβλητος 2 στην εν λόγω έφεση):

«Βαρύνεται με πέντε προηγούμενες καταδίκες ως εξής:

·         Υπόθεση αρ.21582/20, ημερ. καταδίκης 18/06/21, για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, στην οποία του επιβλήθηκε πρόστιμο €500.

·         Υπόθεση αρ.16807/21, ημερ. καταδίκης 15/10/21, για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, στην οποία του επιβλήθηκε πρόστιμο €650.

·         Υπόθεση αρ.9328/20, ημερ. καταδίκης 15/10/21, για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, στην οποία του επιβλήθηκε πρόστιμο €250

·         Υπόθεση αρ.14727/17, ημερ. καταδίκης 20/06/22, για αδικήματα εσκεμμένης παρεμπόδισης οργάνου τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του, απόδρασης από νόμιμη κράτηση και επίθεση και πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Στην υπόθεση αυτή του επιβλήθηκαν ποινές €600 και 6μηνης και 3μηνης φυλάκισης με 3ετή αναστολή.

·         Υπόθεση αρ.7325/21, ημερ. καταδίκης 12/01/23, για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, στην οποία του επιβλήθηκε πρόστιμο €700.

Επιπλέον, εναντίον του Εφεσίβλητου 2 βρίσκεται σε εκκρεμότητα, μετά από απόσυρση της, η Υπόθεση αρ.8441/22 για αδικήματα επίθεσης σε μέλος της οικογενείας, άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας, παρενόχλησης, παράνομης εισόδου, απειλής και άσκησης ψυχολογικής βίας, όλες με παραπονούμενη την εν διαστάσει σύζυγο του.

[…]

Τα πιο πάνω στοιχεία αφενός δείχνουν ροπή των Εφεσίβλητων 2, 3 και 4 προς το έγκλημα και ξεκάθαρα δημιουργούν ισχυρή εντύπωση πως για τους ίδιους υφίστατο ο κίνδυνος, εάν αυτοί αφεθούν ελεύθεροι, να διαπράξουν άλλα αδικήματα, και αφετέρου διαφοροποιούν την περίπτωση τους από αυτήν του Εφεσίβλητου 1. Καθίστατο αναγκαία, συναφώς, η έκδοση διαταγής όπως αυτοί παραμένουν υπό κράτηση μέχρι τη δίκη τους.»

Σημειώνω ότι επί των αδικημάτων για τα οποία κατηγορήθηκε ο αιτητής στα πλαίσια της ποινικής υπ. αρ.8441/22 (στην οποία γίνεται αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση) εντοπίζω καταγραφή και στο ερ.210 (ΔΦ2), όπου γίνεται λόγος για 7ήμερη προσωποκράτηση του αιτητή, υπό την οποία ετέθη αυτός κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Σημειώνω δε ότι, ως λέχθηκε κατά τις διευκρινήσεις από τη συνήγορο του, η υπόθεση αυτή ανεστάλη και είναι ίσως προς τούτο που γίνεται αναφορά στο πιο πάνω απόσπασμα στο ότι «βρίσκεται σε εκκρεμότητα, μετά από απόσυρση», εξ όσων μπορώ να αντιληφθώ, του παραπόνου από την παραπονούμενη «εν διαστάσει σύζυγο του» του εδώ αιτητή.

Τα ως άνω συνοψίζουν το ιστορικό του αιτητή στη Δημοκρατία, στη βάση των δεδομένων που τέθηκαν ενώπιον μου και βρίσκουν έρεισμα στους ΔΦ.

Στην αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή αναφέρει ότι δεν είναι σαφές από την προσβαλλόμενη απόφαση αν «πρόκειται περί απόφασης αποκλεισμού ή απόφασης παύσης της συμπληρωματικής προστασίας» και – σε κάθε περίπτωση – δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του επίδικου αρ.5 (2) (δ) και 5 (4) (β) του Νόμου, αφού, ως εξηγεί, ο αιτητής «δεν συνιστά κίνδυνο για την Κυπριακή Κοινωνία ή Ασφάλεια της Δημοκρατίας», η δε επίδικη απόφαση «δεν εξυπηρετεί ή/και είναι δυσανάλογη του πιθανολογούμενου επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι την προστασία της Δημόσιας Τάξης και Εθνικής Ασφάλειας», εξεδόθη «αποκλειστικά στη βάση της καταδίκης […] σε ποινικό αδίκημα […] πουθενά δεν εντοπίζεται η επαρκής, δέουσα και ολοκληρωμένη αιτιολογία ως προς το γιατί ο Αιτητή θεωρείται ενεστώσα, πραγματική και αρκούντως σοβαρή απειλή για τη Δημόσια Τάξη και Ασφάλεια της Δημοκρατίας» και, περαιτέρω, «δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις παύσης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας» (παρ.2 αγόρευσης του αιτητή). Προς επίρρωση των ως άνω θέσεων της η συνήγορος του αιτητή παραπέμπει αλλά και παραθέτει εκτενή αποσπάσματα από την οικεία νομοθεσία και νομολογία, εισηγούμενη ότι ουδέν εκ των αδικημάτων που διέπραξε ο αιτητής ενέχει το απαιτούμενο επίπεδο σοβαρότητας που θα δικαιολογούσε την ανάκληση της διεθνούς προστασίας. Στη συνέχεια, σημειώνοντας ότι ο αιτητής κατέχει το καθεστώς συζύγου ευρωπαίας πολίτη (το οποίο λήγει στις 03/02/30), το οποίο δεν προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία αν έχει ακυρωθεί, ο δε αιτητής «και η σύζυγος του μέχρι και σήμερα δεν έχουν […] σχετική ενημέρωση», πράγμα που «αποκλείει την κήρυξη του ως απαγορευμένου μετανάστη» (παρ.20, 21 αγόρευσης αιτητή). Σημειώνει τέλος ότι ο αιτητής παραμένει νυμφευμένος με τη σύζυγο του, «δεν έχει οικογενειακό ή/και φιλικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του, καθώς όλη η οικογένεια του έχει εγκαταλείψει τη Συρία από το 2011», όλοι ζουν στο Η.Β., ο μικρότερος αδελφός του στη Δημοκρατία, ο ίδιος δε βρίσκεται εδώ από την ηλικία των 17 ετών, δεν ταξίδεψε ποτέ στη Συρία και παραμένει «ευυπόληπτος πολίτης» (παρ.32-35 αγόρευσης αιτητή). Εκ των ως άνω, ως καταλήγει, δεικνύεται ότι η επίδικη απόφαση αποτελεί προϊόν ανεπαρκούς έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα.

Από την πλευρά της η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση εισηγείται ότι ουδείς εκ των προωθούμενων ισχυρισμών του αιτητή έχει δεόντως δικογραφηθεί και συνεπώς δεν μπορούν να εξεταστούν, παραθέτοντας επί τούτου σχετική νομολογία. Αντιτάσσουν δε ότι ο αιτητής επέδειξε συμπεριφορά, με αναφορά στις προηγούμενες καταδίκες του, εκ της οποίας ευλόγως κρίθηκε ότι αποτελεί κίνδυνο για τη Δημόσια Τάξη και ορθώς λοιπόν το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας ανακλήθηκε, η  δε αναφορά της συνηγόρου του σε άδεια διαμονής του ως σύζυγος ευρωπαίας πολίτη «δεν αναιρεί ούτε μεταβάλλει αφ’ εαυτής τους λόγους αυτούς και δεν δύναται να αποπροσανατολίσει την εξέταση από το πραγματικό αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας» και, ως εισηγείται, δεν θα πρέπει να «απασχολήσει το παρόν Δικαστήριο», σημειώνοντας σχετικώς ότι έχουν «καταγραφεί ήδη από το 2019 στοιχεία σύμφωνα με τα οποία το ζεύγος βρισκόταν σε διάσταση», η ίδια  διέμενε «στην Ελλάδα για χρονικό διάστημα περίπου ενάμιση έτους και […] επέστρεψε στην Κύπρο τον Νοέμβριο 2025» (παρ.3.11-3.15). Ακολούθως, δια παραπομπών αλλά και παράθεσης αποσπασμάτων από την οικεία νομοθεσία και νομολογία, αναφέρει ότι εν προκειμένω έγινε πλήρης και εξατομικευμένη εξέταση των στοιχείων που συνθέτουν την υπό κρίση περίπτωση (στα οποία κάνει αναφορά), άπαντα δε τα ευρήματα τους – τόσο επί της συνδρομής των προϋποθέσεων για ανάκληση της συμπληρωματικής προστασίας όσο και επί της μη ύπαρξης κινδύνου κατά την επιστροφή του αιτητή στη Συρία - είναι εύλογα, δεόντως τεκμηριωμένα και ορθά, στη βάση τόσο των λεγομένων του αιτητή στη συνέντευξη που προηγήθηκε της λήψης της επίδικης εδώ απόφασης όσο και διαθέσιμων πληροφοριών (ΠΧΚ) και είναι περαιτέρω πλήρως αιτιολογημένα. Κατ’ επέκταση, ως η συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση εισηγείται, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι στο σύνολο της νόμιμη, ορθή επί της ουσίας και ουδέν μεμπτό εντοπίζεται στην επίδικη διαδικασία.

Στις διευκρινήσεις τα μέρη υιοθέτησαν τις θέσεις τους ως προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις τους. Αφενός η συνήγορος του αιτητή ανέφερε ότι οι προηγούμενες καταδίκες του αιτητής στις οποίες αναφέρθηκαν οι καθ’ ων η αίτηση (5.1.9 αγόρευσης καθ’ ων η αίτηση) αφορούν τα αδικήματα κατοχής μικρών ποσοτήτων κάνναβης, η υπόθεση όπου παραπονούμενη ήταν η σύζυγος του (3.14 αγόρευσης καθ’ ων η αίτηση) έχει ανασταλεί, τα όσα δε αναφέρονται περί μετοίκησης της συζύγου του στην Ελλάδα έγιναν παραδεκτά, με τη σημείωση ότι κατά τον χρόνο αυτό πηγαινοερχόταν στην Κύπρο, διατηρούσε επαφή με τον αιτητή και επέστρεψε εδώ και 10 μήνες στη Δημοκρατία και ότι δεν έχει δε λυθεί ο γάμος τους «από αρμόδιο οικογενειακό Δικαστήριο», ως ανέφερε. Στον αντίποδα οι καθ’ ων η αίτηση, εμμένοντας στη θέση τους ότι η επίδικη απόφαση είναι σύννομη και επί της ουσίας ορθή, ανέφεραν ότι τα όσα καταγράφονται στην αγόρευση τους βρίσκουν έρεισμα στα στοιχεία των ΔΦ, σημειώνοντας ότι η άδεια διαμονής του αιτητή ως μέλος οικογενείας ευρωπαίου πολίτη έχει ακυρωθεί, παραδεχόμενοι εντούτοις ότι ουδέν στοιχείο βρίσκεται στους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ΔΦ επί τούτου, και επίσης σημείωσαν ότι δεν πρόκειται περί παύσεως διεθνούς προστασίας αλλά περί ανακλήσεως αυτής, στη βάση του αρ.5 (2) (δ) και 5 (4) (β) του Νόμου.

Τα ως άνω συνοψίζουν τις θέσεις των μερών στα πλαίσια της παρούσης.

Σημειώνεται ότι στον περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (73(I)/2018) προνοείται ότι το Δικαστήριο «προβαίνει σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής […] τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν» [αρ.11 (3)] σε περιπτώσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, ως και εν προκειμένω, «απόφαση του Προϊσταμένου […] με την οποία […] ανακαλεί διεθνή προστασία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 […] του περί Προσφύγων Νόμου» [αρ.11 (4) (γ) (ν)].

Κρίνω δε σκόπιμο, προτού προχωρήσω, να αναφερθούν τα εξής αναφορικά με το εύρος και την έκταση ελέγχου που ασκεί το παρόν Δικαστήριο σε υποθέσεις ως η παρούσα.

Στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.43/2021, Mondeke v. Δημοκρατίας, ημ.20/01/22, λέχθηκαν τα εξής:

«Θεωρούμε σκόπιμο ωστόσο να θέσουμε τις ορθές παραμέτρους που αφορούν τον έλεγχο νομιμότητας και ορθότητας και πώς αυτός ασκείται.  Χρήσιμο είναι το τι ο ίδιος ο Νόμος ορίζει.  Πρόκειται για τον περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, (Ν. 73(I)/2018).

 […]

(Βλ. Janelidze ν. Δημοκρατίας, E.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.17/21, 21.9.2021).

Στο Σύγγραμμα Γενικό Διοικητικό Δίκαιο Π. Δ. Δαγτόγλου, 7η Αναθεωρημένη ΄Εκδοση, σελ.168 αποδίδεται πολύ γλαφυρά το πώς διενεργείται ο έλεγχος ορθότητας ως εξής:

«Βέβαια, ο ουσιαστικός δικαστικός έλεγχος, όπου προβλέπεται από το Νόμο, δεν περιορίζεται στη διακρίβωση της νομιμότητας, όπως βασικά ο ακυρωτικός δικαστικός έλεγχος, που αφορά πάντως και την έρευνα τηρήσεως των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας, καθώς και την έρευνα ενδεχόμενης πλάνης περί τα πράγματα. Ο ουσιαστικός έλεγχος προχωρεί και στην εξέταση της «ουσίας» της υποθέσεως ..  Ερευνά δηλαδή, αν έγινε ορθή ουσιαστική εκτίμηση της συνδρομής ή μη των πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίχθηκε η διοικητική πράξη. και αν έγινε «καλή χρήση» της διακριτικής ευχέρειας της διοικήσεως.»

Επίσης στο Σύγγραμμα Η Συνταγματική και Διοικητική Νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας του Ιωάννη Σαρμά, Β΄ έκδοση σελ. 737 αποδίδονται ανάγλυφα οι διαφορές μεταξύ ακυρωτικού και ουσιαστικού δικαστή, ως ακολούθως:

«Η διαφορά των εξουσιών ακυρωτικού και ουσιαστικού δικαστή έγκειται στον χαρακτήρα της διαπλάσεως που μπορεί να πραγματοποιήσει έκαστος. Ο ακυρωτικός περιορίζεται μόνο σε ακύρωση της διαπιστωθείσης ως παρανόμου διοικητικής πράξεως. Η διαπλαστική δύναμη των αποφάσεων του είναι μόνον αρνητική, δηλαδή εξαντλείται στην εξαφάνιση εκ του νομικού κόσμου της μη νομίμου πράξεως.  Αντιθέτως, η απόφαση του ουσιαστικού δικαστή μπορεί να αναπτύξη και θετική διαπλαστική δύναμη. Ο ουσιαστικός δικαστής έχει τη δυνατότητα να διαπλάση ο ίδιος την πράξη που η Διοίκηση, κατά παραβίαση του νόμου, εξέδωσε».»

Ως επιβεβαιώθηκε και στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.41/2024, Μ. Α. ν. Δημοκρατίας, ημ.29/05/25, «ο έλεγχος ουσίας στην οποία το [ΔΔΔΠ] προβαίνει […] είναι θετικά διαπλαστικός, υπό την έννοια ότι δύναται να διαπλάσει το ίδιο το Δικαστήριο την πράξη που η Διοίκηση παράνομα εξέδωσε», στα πλαίσια της οποίας μπορεί να συμπληρώσει «νομικό κενό με τη δική του κρίση, ασκώντας θετική δικαιοπλαστική εξουσία».

Στην πιο πάνω βάση προχωρώ σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων.

Προέχει βεβαίως να σημειωθούν επί της νομικής πτυχής τα εξής.

Σο επίδικο αρ.5 (2) (δ) και (4) (β) του Νόμου, επί του οποίου ερείδεται η επίδικη απόφαση, διαλαμβάνει ότι «Αιτητής αποκλείεται από το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, σε περίπτωση που υπάρχουν σοβαροί λόγοι ότι […] συνιστά κίνδυνο για την κυπριακή κοινωνία ή την ασφάλεια της Δημοκρατίας» και περαιτέρω ότι, «[σε] περίπτωση κατά την οποία ο Προϊστάμενος διαπιστώσει, μετά τη χορήγηση σε πρόσωπο του καθεστώτος της συμπληρωματικής προστασίας, ότι το πρόσωπο αυτό ενέπιπτε ή εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες που προβλέπονται στο εδάφιο (2), με αιτιολογημένη απόφασή του, ανακαλεί το εν λόγω καθεστώς».

Στη C‑601/15 PPU, JN, ημ.15/02/16, όπου το ΔΕΕ πραγματεύτηκε τόσο την έννοια της δημόσιας τάξης όσο και της δημόσιας (ή εθνικής) ασφάλειας, στην οποία γίνεται αναφορά και στην πιο πρόσφατη C-18/19, WM, ημ.02/07/20, αναφέρονται τα εξής (σκέψεις 65-69), τα οποία – παρόλο που αφορούν υπόθεση επί διατάγματος κράτησης – τυγχάνουν, στο βαθμό που πραγματεύονται την έννοια της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, κατ’ αναλογία εφαρμογής και εν προκειμένω:

«65. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η έννοια «δημόσια τάξη» προϋποθέτει, σε κάθε περίπτωση, εκτός της διασαλεύσεως της κοινωνικής τάξεως την οποία συνιστά κάθε παράβαση του νόμου, την ύπαρξη πραγματικής, ενεστώσας και αρκούντως σοβαρής απειλής κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας [αποφάσεις Zh. και O., C‑554/13, EU:C:2015:377, σκέψη 60 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, ως προς το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας 2008/115, καθώς και T., C‑373/13, EU:C:2015:413, σκέψη 79 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, ως προς τα άρθρα 27 και 28 της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, […]

66. Όσον αφορά την έννοια «δημόσια ασφάλεια», από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτή καλύπτει τόσο την εσωτερική ασφάλεια του κράτους μέλους όσο και την εξωτερική ασφάλειά του και ότι, κατά συνέπεια, μπορεί να επηρεάζεται από την παρακώλυση της λειτουργίας των κρατικών θεσμών και των βασικών δημόσιων υπηρεσιών, καθώς και από τον κίνδυνο για την επιβίωση του πληθυσμού ή σοβαρής διαταραχής των εξωτερικών σχέσεων ή της ειρηνικής συνύπαρξης των λαών ή από την προσβολή των στρατιωτικών συμφερόντων (βλ., επ’ αυτού, απόφαση Τσακουρίδης, C‑145/09,EU:C:2010:708, σκέψεις 43 και 44).

67. Επομένως, όσον αφορά τον αναγκαίο χαρακτήρα του μέτρου, η προσβολή της εθνικής ασφάλειας ή της δημοσίας τάξεως μπορεί να δικαιολογεί τη θέση του αιτούντος υπό κράτηση ή τη διατήρηση της κρατήσεώς του, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2013/33, μόνον εφόσον από την ατομική του συμπεριφορά προκύπτει πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας ή κατά της εσωτερικής ή εξωτερικής ασφάλειας του οικείου κράτους μέλους (βλ., επ’ αυτού, απόφαση T., C‑373/13, EU:C:2015:413, σκέψεις 78 και 79).

68. Το άρθρο 8, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο εʹ, της εν λόγω οδηγίας δεν παρίσταται δυσανάλογο ούτε σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς. Ως προς το σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί επίσης ότι στη διάταξη αυτή γίνεται ισόρροπη στάθμιση μεταξύ, αφενός, του επιδιωκόμενου σκοπού γενικού συμφέροντος, ήτοι της προστασίας της δημόσιας ασφάλειας και της δημόσιας τάξεως, και, αφετέρου, της επεμβάσεως στο δικαίωμα στην ελευθερία την οποία συνιστά μέτρο κρατήσεως (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Volker und Markus Schecke και Eifert, C‑92/09 και C‑93/09, EU:C:2010:662, σκέψεις 72 και 77).

69. Πράγματι, μέτρα κρατήσεως μπορούν να θεμελιωθούν στη διάταξη αυτή μόνο εφόσον οι αρμόδιες αρχές διαπιστώνουν, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ότι ο κίνδυνος που αντιπροσωπεύουν τα επίμαχα πρόσωπα για την εθνική ασφάλεια ή για τη δημόσια τάξη αντιστοιχεί τουλάχιστον στη βαρύτητα της επεμβάσεως που συνιστούν τα μέτρα αυτά στο δικαίωμα των προσώπων αυτών στην ελευθερία.»

Υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου

Στην απόφαση του ΔΕΕ στη C‑554/13, Zh, ημ.11/06/15, η οποία πραγματεύεται την έννοια της «δημόσιας τάξης» στα πλαίσια της οδηγίας για την επιστροφή παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών 2008/115/ΕΚ, αναφέρονται τα εξής:

«52. […] απλή υπόνοια ότι υπήκοος τρίτης χώρας έχει τελέσει πράξη η οποία κατά το εθνικό δίκαιο αποτελεί ποινικό αδίκημα μπορεί από κοινού με άλλα στοιχεία που αφορούν τη συγκεκριμένη υπόθεση να θεμελιώσει την ύπαρξη κινδύνου για τη δημόσια τάξη κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 4, της οδηγίας 2008/115, καθόσον, όπως προκύπτει από τη σκέψη 48 της παρούσας αποφάσεως, τα κράτη μέλη παραμένουν κατ’ ουσίαν ελεύθερα να καθορίζουν τις απαιτήσεις δημοσίας τάξεως σύμφωνα με τις εθνικές ανάγκες τους, ούτε δε από το άρθρο 7 ούτε από οποιαδήποτε άλλη διάταξη της οδηγίας αυτής μπορεί να συναχθεί ότι είναι συναφώς αναγκαία η ποινική καταδίκη.

[…]

61. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι, στο πλαίσιο εκτιμήσεως της έννοιας αυτής, έχει σημασία κάθε πραγματικό ή νομικό στοιχείο που αφορά την κατάσταση του συγκεκριμένου υπηκόου τρίτης χώρας, το οποίο μπορεί να αποσαφηνίσει το ζήτημα εάν η προσωπική συμπεριφορά του συνιστά τέτοιου είδους απειλή.»

Στην απόφαση του ΔΕΕ στις υποθέσεις C-482/01 και C-493/01, Ορφανόπουλος και Oliveri κατά Land Baden-Württemberg, ημ.29/4/2004, σκέψη 67, λέχθηκε ότι: «[…] η εξαίρεση για λόγους δημοσίας τάξεως πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς, με αποτέλεσμα η ύπαρξη ποινικής καταδίκης να μπορεί να δικαιολογήσει την απέλαση μόνον αν από τις περιστάσεις που οδήγησαν στην καταδίκη αυτή προκύπτει η ύπαρξη ατομικής συμπεριφοράς που συνιστά ενεστώσα απειλή κατά της δημοσίας τάξεως […]».

Στην απόφαση του ΔΕΕ C-373/13, Η.Τ., ημ.24/06/15, όπου εξετάστηκε η ανάκληση άδειας διαμονής αναγνωρισμένου πρόσφυγα για λόγους εθνικής ασφάλειας και δημόσιας τάξης, λέχθηκαν τα εξής σχετικά, τα οποία βρίσκονται σε πλήρη εναρμόνιση με την ως άνω νομολογία του ΔΕΕ επί του ζητήματος:

«79. Εν συνεχεία, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει την έννοια «δημόσια τάξη» στο πλαίσιο της οδηγίας 2004/38, και ειδικότερα των άρθρων 27 και 28 της συγκεκριμένης οδηγίας, διευκρινίζοντας ότι για να γίνει επίκληση της έννοιας αυτής πρέπει εν πάση περιπτώσει, εκτός της διασάλευσης της κοινωνικής τάξης, την οποία συνεπάγεται κάθε παράβαση του νόμου, να υφίσταται πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας (βλ., ιδίως, απόφαση Byankov, C‑249/11, EU:C:2012:608, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).»

Στο εγχειρίδιο του EASO (πλέον EUAA) «Exclusion: Articles 12 and 17 Qualification Directive, Second Edition», σελ.124, αναφέρονται τα εξής, σε δική μου μετάφραση:

«Το δικαστήριο σημείωσε ότι η νομολογία και η ακαδημαϊκή βιβλιογραφία σχετικά με το άρθρο 33 παρ. 2 της Σύμβασης για τους Πρόσφυγες δείχνουν ότι υπάρχει κίνδυνος για την ασφάλεια ή την κοινότητα μιας χώρας μόνο εάν διακυβεύεται η ύπαρξη ή η εδαφική ακεραιότητα κράτους ή εάν έχουν διαπραχθεί ιδιαίτερα σοβαρά εγκλήματα (όπως ανθρωποκτονία, βιασμός, διακίνηση ναρκωτικών ή ένοπλη ληστεία) (452). ».

Στη σελ.23 του ιδίου εγχειριδίου αναφέρονται τα εξής, με αναφορά και στην απόφαση του ΔΕΕ στη C-369/17, Shajin Ahmed, ημ.13/09/18:

«Στην απόφασή του στην υπόθεση Ahmed, το ΔΕΕ έκρινε ότι ο σκοπός των λόγων αποκλεισμού από το καθεστώς επικουρικής προστασίας είναι, όπως και οι λόγοι αποκλεισμού από το καθεστώς πρόσφυγα στο άρθρο 12 παράγραφος 2 του ΔΔ (αναδιατύπωση), «να αποκλείσουν από το καθεστώς επικουρικής προστασίας άτομα που κρίνονται ότι δεν αξίζουν την προστασία που συνεπάγεται το καθεστώς αυτό και να διατηρήσουν την αξιοπιστία του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου [...]» (15).

[…]

Μολονότι το ΔΕΕ δεν έχει ακόμη αποφανθεί σχετικά με την ερμηνεία του λόγου αποκλεισμού του άρθρου 17 παράγραφος 1 στοιχείο δ) της ΔΕ (αναδιατύπωση), ο εν λόγω λόγος αποκλεισμού είναι σαφώς διαφορετικής φύσης από τους λόγους αποκλεισμού του άρθρου 17 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως γ) της ΔΕ (αναδιατύπωση). Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι είναι διαρθρωμένος γύρω από την έννοια όχι του «σοβαρού εγκλήματος» που διαπράχθηκε στο παρελθόν, αλλά του παρόντος «κινδύνου» για την κοινότητα ή για την ασφάλεια του κράτους μέλους υποδοχής. Ο κίνδυνος για την κοινότητα ή για την ασφάλεια του κράτους μέλους υποδοχής μπορεί επίσης να αποτελεί λόγο ανάκλησης, λήξης ή άρνησης ανανέωσης του καθεστώτος πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφοι 4 και 5 της ΔΕ (αναδιατύπωση) ή λόγους ανάκλησης, τερματισμού ή άρνησης ανανέωσης της άδειας διαμονής πρόσφυγα βάσει του άρθρου 21 παράγραφος 3 και του άρθρου 24 παράγραφος 2 της ΔΕ (αναδιατύπωση). […]»

Στην απόφαση του ΔΕΕ στη C-369/17, Shajin Ahmed, ημ.13/09/18 (στην οποία γίνεται αναφορά στο αμέσως πιο πάνω απόσπασμα από το εγχειρίδιο του EASO), αναφέρεται δε (σκέψη 43), σε σύμπλευση με την ως άνω μνημονευόμενη νομολογία, ότι η ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας «αποτελεί μέτρο ανάλογο προς τον κίνδυνο που συνιστά ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας για θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται ο ενδιαφερόμενος», διευκρινίζοντας ότι «η αρμόδια αρχή οφείλει να σταθμίσει τον κίνδυνο αυτόν με τα δικαιώματα που πρέπει να διασφαλίζονται […] υπέρ των προσώπων» των οποίων η προστασία ανακαλείται.

Σε συνέχεια των ως άνω σημειώνεται ότι, ως και στο εγχειρίδιο του EASO (πλέον EUAA) «Practical Guide: Exclusion» (2017), σελ.26, αναφέρεται, «[η] αξιολόγηση του κατά πόσον αυτός ο λόγος αποκλεισμού είναι εφαρμόσιμος ή όχι βασίζεται στην παρελθούσα ή παρούσα συμπεριφορά του προσώπου, αλλά είναι τελικά μια μελλοντοστραφής αξιολόγηση του κινδύνου».

Εκ του απαυγάσματος της ως άνω νομολογίας δεικνύεται ότι θα πρέπει να προκύπτει στη βάση των ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείων, ότι «από την ατομική του συμπεριφορά προκύπτει πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας», αλλά και στη διαπίστωση, «σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ότι ο κίνδυνος που αντιπροσωπεύουν τα επίμαχα πρόσωπα για […] τη δημόσια τάξη αντιστοιχεί τουλάχιστον στη βαρύτητα της επεμβάσεως που συνιστούν τα μέτρα αυτά στο δικαίωμα των προσώπων αυτών.» (βλ. JN, ανωτέρω).

Αξίζει δε να σημειωθεί ότι στην απόφαση του το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην Αίτηση αρ.3/2024, ημ.15/01/25, η οποία αφορούσε παρεμφερές με το υπό κρίση ζήτημα, εκεί αναφορικά με απέλαση πολίτη της Ένωσης, αναφερόμενο και στη σχετική νομολογία του ΔΕΕ, ανέφερε ότι η «αρμόδια αρχή θα πρέπει να συνεκτιμά σωρευτικά, όλα τα σχετικά δεδομένα, για να καταλήξει στο ζητούμενο και δη μεταξύ άλλων, τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος αλλά και τις συνθήκες τέλεσής του», προκειμένου να εξετάσει κατά πόσο υφίσταται «τέτοια συμπεριφορά η οποία να συνιστά πραγματική, εν δυνάμει ενεστώσα, και αρκούντως σοβαρή απειλή σε βάρος θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας.».

Επανερχόμενος στα ενώπιον μου γεγονότα, τα οποία καταγράφονται λεπτομερώς και πιο πάνω και τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω στο σημείο αυτό, παρατηρώ ότι ο αιτητής έχει καταδικαστεί κατά τα έτη 2021 - 2023 σε ποινές προστίμου €250 - €700 στα πλαίσια τεσσάρων ποινικών υποθέσεων για αδικήματα κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β. Σε άλλη ποινική υπόθεση (η οποία καταχωρήθηκε το 2017 και επί της οποίας εκδόθηκε απόφαση το 2022) καταδικάστηκε σε πρόστιμο €600 και τρίμηνη φυλάκιση με τριετή αναστολή για αδικήματα εσκεμμένης παρεμπόδισης οργάνου τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του, απόδρασης από νόμιμη κράτηση και επίθεση και πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Άλλη υπόθεση καταχωρήθηκε εναντίον του εδώ αιτητή το 2022 για αδικήματα επίθεσης σε μέλος οικογενείας, άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας, παρενόχλησης, παράνομης εισόδου, απειλής, άσκησης ψυχολογικής βίας, με παραπονούμενη την εν διαστάσει (ως αναφέρεται στο ερ.31 -ΔΦ1) σύζυγο του αιτητή, η οποία ανεστάλη (ως ανέφερε η συνήγορος του, χωρίς να εντοπίζεται άλλο στοιχείο στους ΔΦ για την κατάληξη της). Ο αιτητής βαρύνεται επίσης με καταδίκη στις 24/06/25 για το αδίκημα μεταφοράς επιθετικού όπλου, αλλά και στις 17/10/25 για τα αδικήματα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης και ανησυχίας σε ποινές φυλάκισης 20 μηνών και 15 ημερών αντίστοιχα (συντρέχουσες). Ως καταγράφεται στο ερ.211 (ΔΦ1), ο παραπονούμενος, μετά την επίθεση, όπου οι καταδικασθέντες, ως κρίθηκε, «ενέργησαν ως ομάδα» νοσηλεύτηκε με «πολλαπλά αιματώματα και εκχυμώσεις στο πρόσωπο γύρω από τα μάτια και εκδορές στα χείλη, μικρόν πνευμονοθώρακα δεξιά, δηλαδή τρύπα στον πνεύμονα, κατάγματα δεύτερης, τέταρτης και πέμπτης πλευράς πνευμονοθώρακα δεξιά, κάταγμα δεξιού ιγμορείου και μικρή ποσότητα αιμορραγικού υλικού στο δεξί ιγμόρειο». Ως δε περαιτέρω καταγράφεται στο ερ.31 (ΔΦ1), στα πλαίσια της απόφασης επί εφέσεως που είχε ασκηθεί επί της απόφασης για κράτηση των κατηγορούμενων κατά τη διάρκεια της δίκης στην ως άνω υπόθεση (πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης και ανησυχίας), το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη κρίση σχετικά με την μη ύπαρξη κινδύνου διάπραξης περαιτέρω αδικημάτων, αναφέροντας ότι τα ενώπιον του στοιχεία «δείχνουν ροπή των Εφεσίβλητων 2, 3 και 4 (σ.σ. ο εδώ αιτητής ήταν ο εφεσίβλητος 2) προς το έγκλημα και ξεκάθαρα δημιουργούν ισχυρή εντύπωση πως για τους ίδιους υφίστατο ο κίνδυνος, εάν αυτοί αφεθούν ελεύθεροι, να διαπράξουν άλλα αδικήματα».

Εκ των ως άνω, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζεται ότι οι 4 ποινές προστίμου για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, που, ως ευλόγως μπορεί να συναχθεί από το ύψος των ποινών που επιβλήθηκαν, δεν είναι ιδιαίτερης σοβαρότητας, καταδεικνύεται ότι ο αιτητής απασχολεί συνεχώς και διαχρονικά τις Αρχές ήδη από το 2017 μέχρι και την τελευταία καταδίκη του στις 17/10/25 (μετά την οποία διατελεί σε κράτηση μέχρι και σήμερα). Οι δε καταδίκες του περιλαμβάνουν ιδιαίτερα σοβαρά αδικήματα και αφορούν – μεταξύ άλλων - δύο καταδίκες για σωματική βλάβη (βαριά και πραγματική), εσκεμμένη παρεμπόδιση οργάνου τήρησης της τάξης, απόδραση από νόμιμη κράτηση και επίθεση και μεταφορά επιθετικού όπλου σε δημόσιο χώρο, είχε δε καταχωρηθεί εναντίον του αιτητή και ποινική υπόθεση για άκρως σοβαρά αδικήματα κατά της συζύγου του ιδίου (η οποία φαίνεται να αποσύρθηκε). Άπαντα τα ως άνω δεδομένα, εκτιμόμενα εν συνόλω, καταδεικνύουν σαφώς μια διαχρονική και αδιάληπτη «ροπή [του αιτητή] προς το έγκλημα» (ερ.31, ΔΦ1), κλιμακούμενης μάλιστα σοβαρότητας αδικημάτων και αποτελεσμάτων, έχοντας υπόψη ότι το θύμα του τελευταίου αδικήματος του αιτητή αφέθηκε «αιμόφυρτο και βαριά κτυπημένο» (ερ.211, ΔΦ1), αφότου δέχθηκε επίθεση στην οποία μετείχε ο αιτητής, εκ της οποίας υπέστη σοβαρούς τραυματισμούς. Εκ των ως άνω θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, παρότι ιδωμένα ξεχωριστά εν έκαστο των αδικημάτων του ενδεχομένως να μην ενείχε την απαιτούμενη σοβαρότητα, «εκτός της διασάλευσης της κοινωνικής τάξης, την οποία συνεπάγεται κάθε παράβαση του νόμου» που θα τον καθιστούσε «πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας» (βλ. Η.Τ., ανωτέρω), εν προκειμένω εντούτοις,  ο σωρευτικός αντίκτυπος όλων των πιο πάνω περιγραφόμενων συμπεριφορών και καταδικών του αιτητή – ευλόγως εδώ – επιτρέπει να συναχθεί ότι η διαχρονικότητα της συμπεριφοράς του και η σοβαρότητα των αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκε δεικνύει ότι ο αιτητής «συνιστά κίνδυνο για την κυπριακή κοινωνία» [αρ.5 (2) (δ)], κατά τα λεχθέντα στην ως άνω νομολογία. Άλλωστε αξίζει να τονιστεί ότι η αξιολόγηση επί τούτου, παρότι «βασίζεται στην παρελθούσα ή παρούσα συμπεριφορά του προσώπου», δεν μπορεί βεβαίως να είναι κάτι άλλο παρά «μια μελλοντοστραφής αξιολόγηση του κινδύνου» (βλ. Practical Guide: Exclusion, ανωτέρω), στη βάση βεβαίως των στοιχείων και δεδομένων τα οποία συνθέτουν εκάστη περίπτωση, τα οποία και δεν επιτρέπουν άλλο συμπέρασμα στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω.  

Αξίζει δε να υπομνησθεί εδώ ότι στην απόφαση του ΔΕΕ στη C-369/17 (ανωτέρω), εκεί σε υπόθεση που αφορούσε ανάκληση καθεστώτος πρόσφυγα, ανέφερε τα εξής, τα οποία και θεωρώ ότι τυγχάνουν κατ’ αναλογία εφαρμογής και εν προκειμένω, εκ των οποίων και ξεκαθαρίζεται θεωρώ ότι κατά την ανάκληση καθεστώτος διεθνούς προστασίας δεν είναι απαραίτητο να εξετάζεται το ζήτημα της επιστροφής και ότι, αντίστοιχα, η δυνατότητα επιστροφής του αιτητή δεν επηρεάζει την απόφαση ανάκλησης:

«43. Κατόπιν των ανωτέρω, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 14, παράγραφος 4, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2011/95 έχει την έννοια ότι, για να εφαρμοστεί η διάταξη αυτή, η αρμόδια αρχή πρέπει να αποδείξει ότι η ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα αποτελεί μέτρο ανάλογο προς τον κίνδυνο που συνιστά ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας για θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται ο ενδιαφερόμενος. Προς τούτο, η αρμόδια αρχή οφείλει να σταθμίσει τον κίνδυνο αυτόν με τα δικαιώματα που πρέπει να διασφαλίζονται, σύμφωνα με την ως άνω οδηγία, υπέρ των προσώπων που πληρούν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας, χωρίς ωστόσο να υποχρεούται, επιπλέον, να εξακριβώσει ότι το δημόσιο συμφέρον που συνδέεται με την επιστροφή του υπηκόου τρίτης χώρας στη χώρα καταγωγής του υπερτερεί του συμφέροντός του για διατήρηση της διεθνούς προστασίας, λαμβανομένων υπόψη της έκτασης και της φύσης των μέτρων στα οποία αυτός ενδέχεται να εκτεθεί σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.»

Δεδομένης της ως άνω κατάληξης ότι η ανάκληση του καθεστώτος της συμπληρωματικής προστασίας είναι σύννομη και επί της ουσίας ορθή, στη βάση του αρ.5 (2) (δ) και 5 (4) (β) του Νόμου, απομένει εδώ η αξιολόγηση της νομιμότητας και ορθότητας της απόφασης επιστροφής.

Παρεμβάλλω εδώ, προτού προχωρήσω, ότι, δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή στα πλαίσια της εδώ επίδικης συνέντευξης δεν αποκαλύπτουν εύλογη πιθανότητα δίωξης, δεδομένης της απουσίας, μεταξύ άλλων, κάποιας επαπειλούμενης πράξης δίωξης κατά την επιστροφή του ή και σύνδεση τέτοιας δίωξης με κάποιον εκ της οικείας νομοθεσίας προβλεπόμενο λόγο δίωξης (βλ. αρ.3Γ και 3Δ του Νόμου), ουδέν άλλο επί τούτου χρήζει να ειπωθεί. Σημειώνω ότι η κρίση επί της (μη) συνδρομής εν προκειμένω λόγων παροχής προσφυγικού καθεστώτος επιβάλλεται, δεδομένου ότι για το καθεστώς πρόσφυγα δεν προνοείται αντίστοιχος με τον στο αρ.5 (2) (δ) του Νόμου λόγος ανάκλησης και συνεπώς, σε περίπτωση ανάκλησης συμπληρωματικής προστασίας, θεωρώ ότι θα πρέπει πάντοτε να γίνεται παράλληλος έλεγχος αν, παρά την ανάκληση συμπληρωματικής προστασίας, ισχύει λόγος για προσφυγικό καθεστώς. Ορθώς λοιπόν έγινε εν προκειμένω η εξέταση επί τούτου στα πλαίσια της επίδικης έκθεσης (Παράρτημα 5 Ένστασης, σελ.23). Νοείται δε βεβαίως ότι, επί του ζητήματος της συμπληρωματικής προστασίας, δεδομένου ότι εδώ ο αιτητής έχει πιο πάνω κριθεί ανάξιος τέτοιας προστασίας, αφού έχει κριθεί σύννομη η ανάκληση της προστασίας αυτής, ουδέν άλλο χρήζει να ειπωθεί σχετικώς.

Προχωρώ σε εξέταση της νομιμότητας της απόφασης επιστροφής.

Επί της νομικής πτυχής του ζητήματος παραθέτω τα εξής.

Κατ’ αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι η έκδοση απόφασης επιστροφής, η οποία σωρεύεται με την απόφαση ανάκλησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας (ερ.170, ΔΦ1), βρίσκει έρεισμα στο αρ.5 (6) του Νόμου, το οποίο και προνοεί ότι «αποφάσεις για ανάκληση του καθεστώτος που αναγνωρίστηκε δυνάμει του εδαφίου (4) λαμβάνονται μετά από την κατ’ αναλογία εφαρμογή της κανονικής διαδικασίας εξέτασης αιτήσεων που προβλέπεται στο άρθρο 13». Παρεμβάλλω ότι εν προκειμένω, ως άλλωστε αναφέρεται ρητώς στην επίδικη απόφαση (ερ.170-171, ΔΦ1), αυτή ερείδεται επί του εδαφίου (4) του αρ.5 του Νόμου. Ανατρέχοντας στο αρ.13 (2) (δ) του Νόμου (στο οποίο και παραπέμπει ρητώς το αρ.5 (6) του Νόμου), παρατηρώ ότι προνοείται ότι ο «Προϊστάμενος, μετά την εξέταση της έκθεσης του αρμόδιου λειτουργού, δύναται, με απόφασή του […] να απορρίψει την αίτηση και, σε περίπτωση που αυτό εφαρμόζεται, να εκδώσει απόφαση επιστροφής […] η οποία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτής, δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου». Ανατρέχοντας στον περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμο ΚΕΦ.105 εντοπίζω ότι στο αρ.18ΟΗ (του ΚΕΦ.105) προνοείται ότι εκδίδεται «απόφαση επιστροφής για οποιοδήποτε υπήκοο τρίτης χώρας που παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία». Εκ της πρόνοιας αυτής είναι σαφές ότι προκειμένου να εκδοθεί κατά ενός ατόμου απόφαση επιστροφής θα πρέπει αυτός να «παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία», είναι δε άλλωστε για αυτόν ακριβώς τον λόγο – θεωρώ - που στην επίδικη απόφαση, ως και σε κάθε απόφαση επιστροφής εκδιδόμενη βάσει του αρ.13 (2) (δ), η απόφαση επιστροφής αναστέλλεται για όσο διάστημα ισχύει το ανασταλτικό αποτέλεσμα της άσκησης προσφυγής κατά της απόφασης επί της αίτησης διεθνούς προστασίας (αρ.2 «αιτητής», «τελική απόφαση» και 8 (1) του Νόμου). Ας σημειωθεί βεβαίως ότι αντίστοιχο ανασταλτικό αποτέλεσμα (ως προνοείται σε περίπτωση άσκησης προσφυγής κατά της απόφασης απόρριψης αιτήσεως διεθνούς προστασίας) δεν φαίνεται να προβλέπεται από τη νομοθεσία στην περίπτωση άσκησης προσφυγής κατά απόφασης ανάκλησης προστασίας. Εν προκειμένω όμως συμβαίνει και το εξής. Στον αιτητή, ως λέχθηκε από τη συνήγορο του (βλ. και Παράρτημα 2 της προσφυγής) είχε δοθεί άδειας διαμονής ως μέλος οικογενείας πολίτη της ένωσης, λήγουσα το 2030.

Επί των ως άνω οι καθ’ ων η αίτηση (αποδεχόμενοι ότι τέτοια άδεια είχε δοθεί) αναφέρουν ότι έγινε ανάκληση αυτής της άδειας στις 04/12/25 (βλ. σημ.3.9 αγόρευσης) και ότι η αναφορά σε άδεια διαμονής του ως μέλους οικογενείας ευρωπαίας πολίτη «δεν αναιρεί ούτε μεταβάλλει αφ’ εαυτής τους λόγους αυτούς και δεν δύναται να αποπροσανατολίσει την εξέταση από το πραγματικό αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας» και δεν θα πρέπει να «απασχολήσει το παρόν Δικαστήριο» (βλ. σημ.3.11 αγόρευσης), καλούμενοι δε να τοποθετηθούν επί του σημείου αυτού στις διευκρινήσεις επανέλαβαν πως, παρότι δεν αρνούνται ότι τέτοια άδεια είχε δοθεί στον αιτητή, εντούτοις αυτή έχει ανακληθεί το 2025, παραδεχόμενοι όμως ότι η επιστολή ανάκλησης δεν βρίσκεται στους ΔΦ που έχουν τεθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η δε συνήγορος του αιτητή ανέφερε ότι ουδέποτε κοινοποιήθηκε στον αιτητή η ανάκληση.

Σημειώνεται ότι δεν αμφισβητείται περαιτέρω ότι κατά του αιτητή έχουν εκδοθεί διάταγμα απέλασης (και κράτησης) ημ.07/04/26, έχει δε κηρυχθεί απαγορευμένος μετανάστης δια σχετικής απόφασης ίδιας ημερομηνίας (βλ. Παράρτημα 6 της Προσφυγής), ακολούθως ανακλήθηκαν, εκδόθηκαν νέα διατάγματα ίδιου περιεχομένου στις 22/06/26, τα οποία και προσβλήθηκαν ενώπιον του ΔΔ με δύο προσφυγές, επί των οποίων δεν έχουν εκδοθεί αποφάσεις. Θα πρέπει δε να τονισθεί ότι, πέραν του ότι όλες οι ως άνω πράξεις δεν είναι επίδικες στα πλαίσια της παρούσης, το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να τις εξετάσει (βλ. Ε.Δ.Δ. 12/2024, Δημοκρατία ν. Αhmed Shbib, ημ.15/10/24) και – σε κάθε περίπτωση – το κύρος τους αποτελεί αντικείμενο των προσφυγών αρ.555/26 και 825/26, οι οποίες εκκρεμούν στο ΔΔ.

Λεχθέντων των ως άνω θεωρώ πως ότι έχει σημασία εν προκειμένω είναι ότι, δεδομένου ότι ουδέν περαιτέρω στοιχείο έχει προσκομισθεί από τους καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με την άδεια διαμονής του αιτητή ως μέλους οικογενείας ευρωπαίου πολίτη (λήγουσα το 2030), η ύπαρξη της οποίας κατέστη παραδεκτή εκατέρωθεν, εκ του οποίου να μπορεί να συναχθεί ότι αυτή έχει όντως ανακληθεί ή έπαυσε καθ’ οιονδήποτε τρόπο να ισχύει κατά τον χρόνο που εξεδόθη η επίδικη εδώ απόφαση επιστροφής, δεν μπορεί παρά να γίνει δεκτό ότι, στη βάση των ενώπιον μου στοιχείων (και της απουσίας αυτών, παρότι το ζήτημα τέθηκε προς τους καθ’ ων η αίτηση), δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης επιστροφής ο αιτητής στερούνταν άδειας διαμονής (ως μέλος οικογενείας ευρωπαίου πολίτη).

Ας σημειωθεί και τονισθεί εκ νέου ότι, ως αναφέρεται πιο πάνω και επιβεβαιώθηκε στη C-663/21 (βλ. ανωτέρω), «ο υπήκοος τρίτης χώρας του οποίου το καθεστώς πρόσφυγα έχει ανακληθεί πρέπει να θεωρείται ως παρανόμως διαμένων, εκτός αν το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται του έχει χορηγήσει άδεια διαμονής βάσει άλλης ρύθμισης» (σκέψη 47). Διευκρινίζεται άλλωστε στην ίδια απόφαση ότι μόνον «όταν αποδεικνύεται ο παράνομος χαρακτήρας της διαμονής, πρέπει να εκδίδεται απόφαση επιστροφής εις βάρος του υπηκόου τρίτης χώρας» το καθεστώς προστασίας του οποίου έχει ανακληθεί (σκέψη 46).

Εν προκειμένω λοιπόν καταλήγω ότι, στη βάση και των όσων πιο πάνω αναφέρω, ιδίως δε εφόσον το ζήτημα δικογραφήθηκε στην προσφυγή (βλ. Αιτητικό Β και νομικό σημείο 2 iv και v), αναπτύχθηκε στην αγόρευση του αιτητή και ετέθη εκ νέου κατά τις διευκρινήσεις της παρούσης, οι καθ’ ων η αίτηση είχαν υποχρέωση να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία εκ των οποίων αποδεικνύεται δεόντως ότι κατά τον χρόνο έκδοσης της επίδικης απόφασης επιστροφής του ο αιτητής δεν κατείχε άδειας διαμονής σε βάση άλλη από τη δυνάμει του ανακληθέντος καθεστώτος διεθνούς προστασίας, προϋπόθεση η οποία – ως ανωτέρω εξηγείται – αποτελεί προαπαιτούμενο για την έκδοση τέτοιας απόφασης.

Σχετική με τα ως άνω είναι η αυθεντία Αγαθοκλέους ν. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας (2016) 3 ΑΑΔ 359, ημ.21/06/16, Ολομέλεια, όπου υιοθετήθηκε η προσέγγιση στη Dome Investments Ltd v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Αγίας Νάπας κ.ά. (1989) 3 (Β) Α.Α.Δ. 741, όπου αναφέρθηκε ότι «[ό]χι μόνο όταν ελλείπουν τα στοιχεία, αλλά και όταν υπάρχει αβεβαιότητα ως προς το πλαίσιο και τις συνθήκες λήψης της διοικητικής απόφασης η ακύρωση είναι αναπόφευκτη», και στην Πεττεμερίδης ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Αμαθούντας (1991) 3 Α.Α.Δ. 820, όπου λέχθηκε ότι «[ε]ναπόκειται στο αρμόδιο διοικητικό όργανο να τεκμηριώσει τις προϋποθέσεις για τη λήψη και το περιεχόμενο της απόφασης» και περαιτέρω ότι, «[σ]την απουσία τους ο δικαστικός έλεγχος είναι αδύνατος, γεγονός που επιφέρει και την ακύρωση της πράξης.».

Δεν διαλανθάνει της προσοχής μου βεβαίως η απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.26/20, Δημοκρατία ν. Singh, ημ.10/09/24, όπου και επιβεβαιώθηκε ότι «οι εξουσίες του [Δικαστηρίου] σε θέματα διαδικασίας και απόδειξης, είναι ευρείες και ο ρόλος του ρυθμιστικός». Όμως δεν θεωρώ ότι η εξουσία που κέκτηται το παρόν Δικαστήριο στα πλαίσια του εξεταστικού συστήματος να διευθύνει τη δίκη και την προσαγωγή μαρτυρίας φτάνει μέχρι την υποχρέωση να επεμβαίνει προς διόρθωση κενών ή και παραλείψεων εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση επί ζητημάτων τα οποία και ηγέρθηκαν δεόντως δια της προσφυγής και αγόρευσης του αιτητού. Άλλωστε το ζήτημα το οποίο απασχόλησε το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην ως άνω έφεση ήταν το κατά πόσο θα μπορούσε το Δικαστήριο να αγνοήσει – χωρίς να δώσει αιτιολογία προς τούτο – έγγραφο του οποίου την κατάθεση αποδέχθηκε κατά τις διευκρινήσεις. Σημειώνω δε ότι η απουσία των στοιχείων που αφορούν το ζήτημα αυτό ετέθη από το παρόν Δικαστήριο και στις διευκρινήσεις.

Είναι λοιπόν, για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω, κατάληξη μου ότι η επίδικη απόφαση επιστροφής θα πρέπει εδώ να ακυρωθεί λόγω απουσίας στοιχείων που θα κατατόπιζαν δεόντως το Δικαστήριο ως προς το νόμιμο ή όχι της διαμονής του αιτητή κατά τον χρόνο που αυτή εξεδόθη, απουσία η οποία και καθιστά αδύνατο να διαγνωσθεί με ασφάλεια το κατά πόσο συνέτρεχαν οι εκ του νόμου προϋποθέσεις έκδοσης αυτής, λαμβανομένου υπόψη εδώ και του ότι εκκρεμούν ακόμη (στο ΔΔ) οι προσφυγές κατά της κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη.

Τα ως άνω σφραγίζουν και την τύχη της παρούσης, ως ακολούθως.

Η απόφαση ανάκλησης του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας κρίνεται νόμιμη και ορθή και συνεπώς το Αιτητικό Α απορρίπτεται.

Η προσφυγή επιτυγχάνει ως προς το Αιτητικό Β αυτής και η επίδικη απόφαση επιστροφής ακυρώνεται για τους λόγους που εξηγούνται αμέσως πιο πάνω.

Δεδομένης της ως άνω κατάληξης μου αναφορικά με την απόφαση επιστροφής παρέλκει η εξέταση του κατά πόσο αυτή συνιστά επαναπροώθηση καθώς και κάθε άλλου σχετικού με τούτο ισχυρισμού που προωθείται.

Σημειώνεται ότι, στη βάση πρόσφατης τροποποίησης του αρ.13 (2) (δ) του Νόμου («[…] σε περίπτωση που το […] δικαστήριο ακυρώσει την απόφαση επιστροφής […], η απόφαση για απόρριψη του αιτήματος για διεθνή προστασία δεν συμπαρασύρεται σε ακύρωση, εκτός εάν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά»), πρόνοια που βρίσκει κατ’ αναλογία εφαρμογή και εν προκειμένω, δεδομένης της ρητής εφαρμογής του αρ.13 και επί ανάκλησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας [βλ. αρ.5 (6)], η ακύρωση της απόφασης επιστροφής δεν συμπαρασύρει σε ακυρότητα την απόφαση ανάκλησης του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Δεν θεωρώ δε ότι υφίσταται εν προκειμένω λόγος η ακύρωση της απόφασης επιστροφής να επιδράσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο στο κύρος της απόφασης περί της ανάκλησης της συμπληρωματικής προστασίας του αιτητή.

Δεδομένων των ως άνω, λαμβανομένου υπόψη του ότι εν προκειμένω οι μεν καθ’ ων η αίτηση έχουν επιτύχει αναφορικά με το μέρος της παρούσας που αφορά τη νομιμότητα και ορθότητα της απόφασης ανάκλησης του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας ο δε αιτητής πέτυχε την ακύρωση της απόφασης επιστροφής, θεωρώ υπό τις περιστάσεις κατάλληλο η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδα της.

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο