ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 1976/22
28 Σεπτεμβρίου, 2026
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Β.F.
Αιτητού,
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Γ. Βασιλόπουλος και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. (κ.κ.), Δικηγόροι για τον Αιτητή
Ι. Χαραλάμπους (κα), Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 17.7.2026, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του για διεθνή προστασία ως προδήλως αβάσιμη. Αιτείται επιπλέον την χορήγηση στον ίδιο καθεστώτος διεθνούς προστασίας δυνάμει του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 και εναλλακτικά, την έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ότι σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα του θα παραβιαστεί το άρθρο 2 και/ή άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής: ΕΣΔΑ).
Γεγονότα
1. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από το Λίβανο και είναι κάτοχος διαβατηρίου της χώρας καταγωγής του. Στις 4.9.2018, υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, αφού προηγουμένως εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία παράνομα, μέσω των μη ελεγχόμενων από την Κυβέρνηση περιοχών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στις 5.8.2020, στις 26.8.2020 και στις 9.9.2020, πραγματοποιήθηκαν διαδοχικές συνεντεύξεις του Αιτητή από λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO, και πλέον Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο, EUAA) με τη συνδρομή διερμηνέα. Στις 25.1.2022, υποβλήθηκε από λειτουργό σχετική Έκθεση/ Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: o Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή. Η εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 7.2.2022. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 31.3.2022. Στις 12.4.2022, ο Αιτητής καταχώρισε ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (στο εξής: ΔΔΔΠ) προσφυγή κατά της απορριπτικής απόφασης του Προϊσταμένου, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής. Προηγουμένως, στις 11.4.2022, ο Αιτητής καταχώρισε αίτηση νομικής αρωγής, η οποία απορρίφθηκε στις 7.12.2022.
2. Στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας, ο Αιτητής εμφανιζόταν αρχικώς αυτοπροσώπως και χωρίς τη συνδρομή συνηγόρου. Στην πορεία της δικαστικής διαδικασίας , ο Αιτητής έλαβε τη νομική συνδρομή από εκπρόσωπο της μη κυβερνητικής οργάνωσης Κυπριακό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες (όχι ωστόοο νομική εκπροσώπηση ενώπιον του Δικαστηρίου), ενώ από τις από τις 18.3.2026 ο Αιτητής εκπροσωπείτο δια συνηγόρου.
3. Στις 20.3.2023, πραγματοποιήθηκε, η ακρόαση των διαδίκων.
4. Στις 16.10.2023, το ΔΔΔΠ κάλεσε τους διαδίκους να διατυπώσουν απόψεις αναφορικά με την πρόθεσή του να εκδώσει διαταγή για προδικαστική παραπομπή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ).
5. Στις 27.10.2023, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέγραψαν τις απόψεις ενώ ο Αιτητής επέλεξε να μην προχωρήσει στην καταχώριση οποιουδήποτε εγγράφου με τις απόψεις του.
6. Με την ενδιάμεση απόφασή του ημερομηνίας 29.3.2025 (B.F. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 1976/22, Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 29.3.2024, ΔΔΔΠ), το παρόν Δικαστήριο αποφάσισε την αποστολή των ακόλουθων προδικαστικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ:
«1. Έχει το άρθρο 46, παράγραφοι 1 και 3 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του Άρθρο 47 του Χάρτη, και σε συνάρτηση με την υποχρέωση εξατομικευμένης αξιολόγησης του άρθρου 4 παράγραφος 3 στοιχείο γ) και την υποχρέωση συνεργασίας του άρθρου 4 παράγραφος 1 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και την υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας του άρθρου 4 παράγραφος 3 ΣΕΕ την έννοια ότι, ελλείψει ρητής εθνικής διάταξης που να προβλέπει την αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου του άρθρου 46 να παραπέμψει τον αιτούντα σε ιατρικές εξετάσεις, το εν λόγω Δικαστήριο δύναται να αντλήσει εξουσία έκδοσης διαταγής για παραπομπή σε ιατρικές εξετάσεις του αιτούντος απευθείας εκ του άρθρου αυτού, όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο για την πλήρη και ex nunc εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας;
2. Έχει το άρθρο 46, παράγραφοι 1 και 3 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ ερμηνευόμενο υπό το Άρθρο 47 του Χάρτη, και σε συνάρτηση με την υποχρέωση εξατομικευμένης αξιολόγησης του άρθρου 4 παράγραφος 3 στοιχείο γ) και την υποχρέωση συνεργασίας του άρθρου 4 παράγραφος 1 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και την υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας του άρθρου 4 παράγραφος 3 ΣΕΕ, την έννοια ότι, ελλείψει ρητής εθνικής διάταξης που να προβλέπει την αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου του άρθρου 46 να παραπέμψει τον αιτούντα σε ιατρικές εξετάσεις και κατ’ επέκταση ελλείψει ρητής κανονιστικής πρόνοιας περί μηχανισμού παραπομπής σε ιατρικές εξετάσεις διαθέσιμου στο εθνικό δικαστήριο, απευθείας εκ του άρθρου αυτού, το δικαστήριο έλκει αρμοδιότητα να απευθυνθεί στην αποφαίνουσα αρχή (η οποία είναι πάντοτε ένας εκ των διαδίκων στην ενώπιόν του διαδικασία), προκειμένου αυτή να ενεργοποιήσει κατ’ αναλογία το μηχανισμό του άρθρου 18 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, προσκομίζοντας στο εθνικό δικαστήριο ιατρική εξέταση του αιτούντος;
3. Έχει το άρθρο 46 παράγραφος 3 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ ερμηνευόμενο υπό το Άρθρο 47 του Χάρτη την έννοια ότι τα μέσα διενέργειας της πλήρους και ex nunc εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας επαφίονται στη δικονομική αυτονομία των κρατών μελών; Σε περίπτωση θετικής απάντησης, έχει το άρθρο 46, παράγραφοι 1 και 3 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ ερμηνευόμενο υπό το Άρθρο 47 του Χάρτη, και σε συνάρτηση με την υποχρέωση συνεργασίας του άρθρου 4 παράγραφος 1 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και την υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας του άρθρου 4 παράγραφος 3 ΣΕΕ, την έννοια ότι, ελλείψει ρητής εθνικής διάταξης που να προβλέπει την αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου να παραπέμψει τον αιτούντα σε ιατρικές εξετάσεις και κατ’ επέκταση ελλείψει ρητής κανονιστικής πρόνοιας περί μηχανισμού παραπομπής σε ιατρικές εξετάσεις διαθέσιμου στο εθνικό δικαστήριο, το δικαστήριο έλκει αρμοδιότητα να απευθυνθεί στην αποφαίνουσα αρχή (η οποία είναι πάντοτε ένας εκ των διαδίκων στην ενώπιόν του διαδικασία), προκειμένου αυτή να ενεργοποιήσει κατ’ αναλογία το μηχανισμό του άρθρου 18 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, προσκομίζοντας στο εθνικό δικαστήριο ιατρική εξέταση του, όταν το τελευταίο κρίνει πως τα εθνικά μέτρα δεν πληρούν την αρχή της αποτελεσματικότητας;
4. Έχει το άρθρο 46 παράγραφος 3 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ σε συνάρτηση με το Άρθρο 47 του Χάρτη την έννοια, στις περιπτώσεις όπου διαπιστωθεί έλλειψη κατάλληλων μηχανισμών προς πραγματοποίηση της εξατομικευμένης, πλήρους και ex nunc εξέτασης, όπως το άρθρο 46 παράγραφος 3 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ ορίζει, ότι πληρούνται οι εγγυήσεις των άρθρων αυτών όταν το εθνικό δικαστήριο διαθέτει αρμοδιότητα ακύρωσης της απορριπτικής απόφασης επί αιτήσεως διεθνούς προστασίας;».
7. Υπό το φως των ανωτέρω, το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα αναστολής της ενώπιόν του διαδικασίας δυνάμει του Κανονισμού 5 του περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικού Κανονισμού μέχρι την έκδοση της απόφασης του ΔΕΕ επί των ανωτέρω ερωτημάτων.
8. To ΔΕΕ εξέδωσε τη σχετική απόφασή του επί των προδικαστικών ερωτημάτων του παρόντος Δικαστηρίου στις 3.4.2025 (Απόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, Barouk, C-283/24, B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236), κρίσιμο απόσπασμα της οποίας παρατίθεται στη συνέχεια.
9. Κατά τη δικάσιμο της 14ης Απριλίου 2025, το Δικαστήριο, επαναφέροντας την υπόθεση ενώπιόν του και ασκώντας τις εξουσίες του δυνάμει του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου και του Κανονισμού 8 των τότε ισχυόντων Διαδικαστικών Κανονισμών, ερμηνευόμενων υπό το φως του άρθρου 46 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ και του άρθρου 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ερμηνεύθηκαν στην ανωτέρω κρίσιμη απόφαση του ΔΔΕ, έδωσε οδηγίες στην αποφαινόμενη αρχή, ήτοι στον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, να μεριμνήσει για τις αναγκαίες εξετάσεις της ψυχικής και σωματικής υγείας του Αιτητή. Το Δικαστήριο έκρινε ότι μπορούσε, για τον σκοπό αυτό, να αξιοποιήσει τον μηχανισμό που διαθέτει η αποφαινόμενη αρχή. Είχε προηγουμένως ληφθεί η συγκατάθεση του Αιτητή για τη διενέργεια των εξετάσεων.
10. Ως προς την ψυχική του υγεία, ζητήθηκε να διευκρινιστεί η παρούσα ψυχική του κατάσταση, ιδίως τυχόν πάθηση που αυτός αντιμετωπίζει και ιδίως, κατά πόσον ο Αιτητής εξαιτίας αυτής εξακολουθεί να είναι σε θέση να παραθέτει με συνέπεια και συνοχή τις θέσεις του, τόσο για παρελθόντα όσο και για παρόντα γεγονότα. Ως προς τη σωματική του υγεία, ζητήθηκε να εξεταστούν οι αναφορές του ότι είχε υποβληθεί σε βασανιστήρια και ότι αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, περιλαμβανομένων προβλημάτων με την καρδιά του, καθώς και γενικότερα η κατάσταση της υγείας του. Το Δικαστήριο ανέμενε τα σχετικά ιατρικά πορίσματα από την αποφαινόμενη αρχή μέχρι τις 20 Ιουνίου 2025, ώστε να τα αξιολογήσει στο πλαίσιο της εκκρεμούσας προσφυγής.
11. Κατά τη δικάσιμο της 20.6.2025, οι Καθ’ ων η αίτηση δήλωσαν ότι δεν είχαν, στο μεταξύ, διενεργήσει τις απαιτούμενες ιατρικές εξετάσεις καθώς η ολοκλήρωσή τους απαιτούσε περαιτέρω χρόνο. Κατά την εν λόγω δικάσιμο, το Δικαστήριο επεσήμανε την υποχρέωση της διοίκησης να ανταποκρίνεται εντός εύλογου χρόνου στις σχετικές οδηγίες του Δικαστηρίου και, εν προκειμένω, να τεκμηριώσει τους λόγους για τους οποίους, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, η διενέργεια και ολοκλήρωση των εν λόγω εξετάσεων απαιτούσε περαιτέρω χρόνο. Το Δικαστήριο όρισε εκ νέου την υπόθεση για οδηγίες στις 2.7.2025
12. Κατά τη δικάσιμο της 2.7.2025, η συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι είχε διευθετηθεί ραντεβού του Αιτητή με ψυχολόγο και καρδιολόγο, ζητώντας εκ νέου περαιτέρω χρόνο για την ολοκλήρωση των ιατρικών εξετάσεων που είχε διατάξει το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες στις 8.10.2025, με σκοπό την μέχρι τότε υποβολή των ιατρικών πορισμάτων που είχαν ζητηθεί από το Δικαστήριο.
13. Κατά τη δικάσιμο της 8.10.2025, το Δικαστήριο ενημερώθηκε εκ νέου ότι οι απαιτούμενες ιατρικές εξετάσεις δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί. Παράλληλα, τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου ότι ο Αιτητής νοσηλευόταν στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αθαλάσσας. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο όρισε εκ νέου την υπόθεση για οδηγίες στις 20.11.2025, με σκοπό, μεταξύ άλλων, την προσκόμιση των απαιτούμενων ιατρικών πορισμάτων.
14. Κατά τη δικάσιμο της 20.11.2025, κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική βεβαίωση, ημερομηνίας 20.11.2025, σύμφωνα με την οποία ο Αιτητής νοσηλευόταν στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αθαλάσσας από τις 29.8.2025 και έλαβε εξιτήριο στις 19.11.2025. Το τελευταίο τούτο γεγονός επιβεβαιώνεται και από το εξιτήριο του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αθαλάσσας, ημερομηνίας 19.11.2025, το οποίο επίσης κατατέθηκε κατά την εν λόγω δικάσιμο.
15. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του εξιτηρίου, ο Αιτητής εισήχθη για πρώτη φορά στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο δυνάμει της νομοθεσίας περί ψυχικής υγείας, λόγω ψυχωτικής συμπτωματολογίας. Κατά την εισαγωγή του παρουσίαζε παραληρητικές ιδέες δίωξης και επιτήρησης. Στο εν λόγω έγγραφο περιγράφεται η σχετική συμπτωματολογία, χωρίς, ωστόσο, να καταγράφεται ειδικότερη ψυχιατρική διάγνωση. Κατά την έξοδό του από το Νοσοκομείο, η συμπεριφορά του Αιτητή εξακολουθούσε, σύμφωνα με το εξιτήριο, να επηρεάζεται από τις ως άνω ιδέες. Καταγράφεται, ωστόσο, ότι κατά τις άδειές του εκτός Νοσοκομείου δεν παρουσίασε διαταραχές συμπεριφοράς ούτε εξέφρασε σκέψεις πρόκλησης βλάβης στον εαυτό του ή σε άλλα πρόσωπα. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι είχε ήδη συναντηθεί με κοινοτικό ψυχιατρικό νοσηλευτή και είχε λάβει την ενέσιμη φαρμακευτική αγωγή του κατά τη διάρκεια άδειάς του. Ως προς τη φαρμακευτική αγωγή κατά το εξιτήριο, καταγράφεται η χορήγηση σιταλοπράμης (Citalopram) 20 mg άπαξ ημερησίως και ενέσιμης ρισπεριδόνης μακράς δράσης (Risperidone LAI) 50 mg ανά δύο εβδομάδες. Περαιτέρω, συστήθηκε η τακτική ψυχιατρική παρακολούθηση του Αιτητή.
16. Κατά τις δικασίμους 4.12.2025 και 18.12.2025 διαπιστώθηκε εκ νέου, η παράλειψη των Καθ’ ων η αίτηση να συμμορφωθούν με τις οδηγίες του Δικαστηρίου για την διενέργεια των απαιτούμενων ιατρικών εξετάσεων.
17. Ακολούθως στις 23.12.2025, με αιτιολογημένη διαταγή του το παρόν Δικαστήριο διέταξε «την Υπηρεσία Ασύλου και τον Προϊστάμενο αυτής και τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Υγείας, από κοινού και κεχωρισμένως, να προβούν στη διενέργεια των κατωτέρω ιατρικών εξετάσεων του Αιτητή, ο οποίος έχει ήδη παράσχει ενώπιον του Δικαστηρίου τη ρητή συγκατάθεσή του προς τούτο:
1. Γενική ιατρική εξέταση – σωματική υγεία
Να διενεργηθεί πλήρης κλινική και παρακλινική εξέταση της σωματικής υγείας του Αιτητή, με ιδιαίτερη έμφαση:
στη διάγνωση, φύση και βαρύτητα τυχόν καρδιολογικής πάθησης την οποία ο ίδιος επικαλείται,
στη χρονιότητα της πάθησης,
στην ανάγκη συνεχούς ιατρικής παρακολούθησης ή φαρμακευτικής αγωγής,
καθώς και στις ενδεχόμενες επιπτώσεις της κατάστασης της υγείας του στη λειτουργικότητα και καθημερινότητά του.
2. Ψυχιατρική / ψυχολογική εξέταση – ψυχική υγεία και γνωστικές λειτουργίες
Να εξεταστεί η ψυχική κατάσταση του Αιτητή από αρμόδιο ψυχίατρο ή κλινικό ψυχολόγο, προκειμένου να αξιολογηθούν ιδίως:
η ύπαρξη ή μη ψυχιατρικής διαταραχής (π.χ. μετατραυματική διαταραχή άγχους, κατάθλιψη, αγχώδεις διαταραχές),
η ικανότητά του να ανακαλεί και να παραθέτει παρελθόντα και παρόντα γεγονότα με χρονική και λογική συνοχή,
η επάρκεια της μνήμης, της συγκέντρωσης και της αφηγηματικής ικανότητας,
η ικανότητά του να αντιλαμβάνεται τη φύση και τις συνέπειες των πράξεών του, καθώς και να συμμετέχει ουσιαστικά στη διαδικασία εξέτασης της αίτησής του, συμπεριλαμβανομένης της ικανότητάς του να αντιληφθεί τις συνέπειες της τυχόν απόσυρσης της ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγής του.
3. Εξειδικευμένη ιατρική εξέταση ως φερόμενο θύμα βασανιστηρίων
Δεδομένου ότι ο Αιτητής προβάλλει ισχυρισμούς περί υποβολής του σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, να τύχει εξειδικευμένης ιατρικής και ψυχολογικής αξιολόγησης, διενεργούμενης:
σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του Πρωτοκόλλου της Κωνσταντινούπολης,
με σκοπό τη διαπίστωση της ύπαρξης σωματικών ή/και ψυχικών ευρημάτων,
και την εκτίμηση του βαθμού συμβατότητας των ευρημάτων αυτών με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς.
Τα ιατρικά πορίσματα και οι συναφείς ιατρικές εκθέσεις θα πρέπει να κατατεθούν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το αργότερο μέχρι τις 12.3.2026, προθεσμία η οποία κρίνεται πέραν του επαρκούς, λαμβανομένης ιδίως υπόψιν της φύσης της παρούσας διαδικασίας αλλά και της προηγηθείσας πολύμηνης καθυστέρησης, όπως αυτή καταγράφεται ανωτέρω.». Η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 16.3.2025.
18. Με επιστολή ιατρικού λειτουργού, ημερομηνίας 18.2.2026, προς τη Διευθύντρια Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας, η οποία κοινοποιήθηκε στο Δικαστήριο, αναφέρθηκε ότι ο Αιτητής δεν προσήλθε στην προγραμματισμένη εξέτασή του από το Ιατροσυμβούλιο στις 18.2.2026, με αποτέλεσμα η υπόθεσή του να παραμένει εκκρεμής.
19. Κατά τη δικάσιμο της 16.3.2026, οι Καθ’ ων η αίτηση ανέφεραν ότι η έκθεση του Ιατροσυμβουλίου δεν είχε ετοιμαστεί, λόγω της μη προσέλευσης του Αιτητή στην προγραμματισμένη εξέταση.
20. Μετά τον διορισμό συνηγόρου από τον Αιτητή και κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, καταχωρίστηκε εκ μέρους του τροποποιημένη προσφυγή. Στη συνέχεια, του δόθηκε η δυνατότητα να καταχωρίσει συμπληρωματική γραπτή αγόρευση. Κατά τη δικάσιμο της 14.5.2026, αναφέρθηκε ότι ο Αιτητής είχε κληθεί να υποβληθεί σε ψυχολογική εξέταση από τον διαθέσιμο τότε ιατρό, ο οποίος θα μετέβαινε για τον σκοπό αυτό στις Κεντρικές Φυλακές. Το Δικαστήριο είχε, ωστόσο, ενημερωθεί προηγουμένως, μέσω του συνηγόρου του, ότι ο Αιτητής δεν επιθυμούσε να μεταβεί στον εν λόγω χώρο, καθώς η προοπτική αυτή του προκαλούσε έντονη συναισθηματική φόρτιση. Λαμβάνοντας υπόψη το ιστορικό της υπόθεσης και τους ισχυρισμούς του Αιτητή περί κράτησης και βασανισμού, το Δικαστήριο έκρινε εύλογη την αντίρρησή του να μεταβεί στις Κεντρικές Φυλακές για την εξέταση. Αντιστοίχως, έκρινε μη εύλογη την πρόταση των Καθ’ ων η αίτηση να κληθεί ο Αιτητής, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στον εν λόγω χώρο για τη διενέργεια ιατρικών εξετάσεων. Ως εκ τούτου, κατά την ίδια δικάσιμο της 14.5.2026, οι Καθ’ ων η αίτηση ανέφεραν εκ νέου ότι οι ζητηθείσες ιατρικές εξετάσεις δεν είχαν πραγματοποιηθεί.
21. Κατά τη δικάσιμο της 18.6.2026, ο συνήγορος του Αιτητή ανέφερε ότι ο τελευταίος δεν ήταν σε θέση, λόγω της ψυχολογικής του κατάστασης, να προσέλθει στην ιατρική εξέταση. Το Δικαστήριο όρισε, ακολούθως, την υπόθεση για ακρόαση. Κατά την τελευταία δικάσιμο, δεδομένου ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν είχαν προσκομίσει το σύνολο των ιατρικών εξετάσεων που είχαν ζητηθεί, το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφασή του, χωρίς να τους χορηγήσει περαιτέρω παράταση για την προσκόμισή τους.
Το νομικό πλαίσιο
22. Ακολούθως, παρατίθενται οι βασικές διατάξεις και νομολογιακές αρχές που εφαρμόζονται στην παρούσα υπόθεση.
Διεθνές δίκαιο
23. Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».
Το Δίκαιο της Ένωσης
Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: o Χάρτης)
24. Το Άρθρο 18 του Χάρτη, προβλέποντας περί του δικαιώματος ασύλου, ορίζει τα εξής:
«Το δικαίωμα ασύλου διασφαλίζεται τηρουμένων των κανόνων της Σύμβασης της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 και του Πρωτοκόλλου της 31ης Ιανουαρίου 1967 περί του καθεστώτος των προσφύγων και σύμφωνα με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής οριζόμενες ως «οι Συνθήκες»).».
25. Το Άρθρο 47 του Χάρτη θεσπίζει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου ορίζοντας ότι:
«Κάθε πρόσωπο του οποίου παραβιάστηκαν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης, έχει δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, τηρουμένων των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.
Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί η υπόθεσή του δίκαια, δημόσια και εντός εύλογης προθεσμίας, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως. Κάθε πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να συμβουλεύεται δικηγόρο και να του αναθέτει την υπεράσπιση και εκπροσώπησή του.
Σε όσους δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους, παρέχεται δικαστική αρωγή, εφόσον η αρωγή αυτή είναι αναγκαία για να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη.».
Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (στο εξής: η ΣΕΕ)
26. To Άρθρο 4, παράγραφος 3 της ΣΕΕ προβλέπει σχετικά με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών αυτής ότι:
«3. Σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, η Ένωση και τα κράτη μέλη εκπληρώνουν τα εκ των Συνθηκών καθήκοντα βάσει αμοιβαίου σεβασμού και αμοιβαίας συνεργασίας.».
27. Tο Άρθρο 19, παράγραφος 3, στοιχείο β της ΣΕΕ προβλέπει ότι:
«3. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται σύμφωνα με τις Συνθήκες:
[...]
β) προδικαστικώς, κατόπιν αιτήματος εθνικών δικαστηρίων, επί της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης ή επί του κύρους πράξεων που εκδόθηκαν από τα θεσμικά όργανα,
[…]».
Οδηγία 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (στο εξής: η Οδηγία 2013/32/EE)
28. Το άρθρο 46 παράγραφοι 1 και 3, της oδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα πραγματικής προσφυγής», προβλέπει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αιτούντες να έχουν δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου κατά των ακόλουθων αποφάσεων:
α) απόφαση επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας, περιλαμβανομένων των αποφάσεων:
i) με τις οποίες κρίνουν αίτηση ως αβάσιμη όσον αφορά το καθεστώς του πρόσφυγα και/ή το καθεστώς επικουρικής προστασίας,
ii) με τις οποίες η αίτηση κρίνεται ως απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 2,
iii) που λαμβάνονται στα σύνορα ή τις ζώνες διέλευσης κράτους μέλους όπως περιγράφεται στο άρθρο 43 παράγραφος 1,
iv) να μη διεξαχθεί εξέταση σύμφωνα με το άρθρο 39·
β) άρνηση να αρχίσει εκ νέου η εξέταση της αίτησης η οποία σταμάτησε σύμφωνα με τα άρθρα 27 και 28·
γ) απόφαση ανάκλησης διεθνούς προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 45.
[…].
3. Προκειμένου να τηρούν τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η πραγματική προσφυγή να εξασφαλίζει πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας σύμφωνα με την οδηγία 2011/95/ΕΕ, τουλάχιστον κατά τις διαδικασίες άσκησης ένδικου μέσου ενώπιον πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.»
29. Tο Άρθρο 18 της ίδιας οδηγίας προβλέπει τα εξής σχετικά με τη διενέργεια ιατρικής εξέτασης των αιτητών:
«1. Όταν η αποφαινόμενη αρχή το θεωρεί σκόπιμο για την αξιολόγηση αίτησης διεθνούς προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ και με την επιφύλαξη της συγκατάθεσης του αιτούντος, τα κράτη μέλη, με την επιφύλαξη της συναίνεσης του αιτούντος, μεριμνούν για την ιατρική εξέταση του αιτούντος όσον αφορά ενδείξεις που ενδεχομένως υποδηλώνουν διώξεις ή σοβαρή βλάβη που υπέστη κατά το παρελθόν. Εναλλακτικά, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι ο αιτών μεριμνά για την ιατρική εξέταση.
Οι ιατρικές εξετάσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο διενεργούνται από κατάλληλα εκπαιδευμένους επαγγελματίες του τομέα της υγείας και τα αποτελέσματά τους υποβάλλονται στην αποφαινόμενη αρχή το ταχύτερο δυνατό. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν τους επαγγελματίες του τομέα της υγείας που μπορούν να διενεργούν αυτές τις ιατρικές εξετάσεις. Η άρνηση αιτούντος να υποβληθεί σε αυτή την ιατρική εξέταση δεν εμποδίζει την αποφαινόμενη αρχή να λάβει απόφαση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας.
Τα έξοδα των ιατρικών εξετάσεων που διενεργούνται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο καλύπτονται από δημόσια κονδύλια.
2. Όταν δεν διενεργείται ιατρική εξέταση σύμφωνα με την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη ενημερώνουν τους αιτούντες ότι μπορούν με δική τους πρωτοβουλία και δικά τους έξοδα να μεριμνήσουν για την ιατρική εξέταση όσον αφορά ενδείξεις που ενδεχομένως υποδηλώνουν διώξεις ή σοβαρή βλάβη που υπέστησαν κατά το παρελθόν.
3. Τα αποτελέσματα των ιατρικών εξετάσεων για τις οποίες γίνεται λόγος στις παραγράφους 1 και 2 εκτιμώνται από την αποφαινόμενη αρχή μαζί με τα λοιπά στοιχεία της αίτησης.».
Οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (στο εξής: Οδηγία 2011/95/ΕΕ)
30. To Άρθρο 4 παράγραφος 1, της προισχύουσας Οδηγίας 2011/95/ΕΕ προβλέπει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη μπορούν να κρίνουν ότι εναπόκειται στον αιτούντα να υποβάλει το συντομότερο δυνατόν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης διεθνούς προστασίας. Αποτελεί καθήκον των κρατών μελών να αξιολογούν, σε συνεργασία με τον αιτούντα, τα συναφή στοιχεία της αίτησής του.».
Το Άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο γ της ίδιας οδηγίας προβλέπει σχετικά με την αξιολόγηση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας ότι:
« 3. Η αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας θα πρέπει να γίνεται σε εξατομικευμένη βάση και να περιλαμβάνει τη συνεκτίμηση:
[…]
γ) της ατομικής κατάστασης και των προσωπικών περιστάσεων του αιτούντος, συμπεριλαμβανομένων παραγόντων όπως το προσωπικό ιστορικό, το φύλο και η ηλικία, ούτως ώστε να εκτιμηθεί εάν, βάσει των προσωπικών περιστάσεων του αιτούντος, οι πράξεις στις οποίες έχει ήδη ή θα μπορούσε να εκτεθεί ισοδυναμούν με δίωξη ή σοβαρή βλάβη·».
31. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (στο εξής: Κανονισμός αναγνώρισης/Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347), δυνάμει του άρθρου 42 αυτού, εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 2026.
32. Το άρθρο 3 στοιχείο 5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσφυγας».
33. Το καθεστώς του πρόσφυγα χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
34. Το άρθρο 3 στοιχείο 6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία».
35. Το καθεστώς επικουρικής προστασίας χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
36. Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, το οποίο τιτλοφορείται «Υποβολή πληροφοριών και αξιολόγηση γεγονότων και περιστάσεων». Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου [Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320] αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου [βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010]. Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του Αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του [βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).
37. Ως εκ τούτου, το άρθρο 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 εξακολουθεί να κατοχυρώνει την αρχή της κοινής υποχρέωσης συνεργασίας κατά την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, προβλέποντας αφενός την υποχρέωση του αιτητή να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία και τις πληροφορίες που διαθέτει προς θεμελίωση της αίτησής του και, αφετέρου, την αντίστοιχη υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να συνεργάζονται ενεργά με τον αιτητή για τη συλλογή και αξιολόγηση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών. Η ρύθμιση αυτή δεν μεταβάλλει ουσιωδώς το προϊσχύον άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, όπως αυτό είχε μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο μέσω του άρθρου 16 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (έως την αντικατάστασή του από τον περί Προσφύγων Νόμο του 2026), χωρίς να επιφέρει ουσιώδη διαφοροποίηση ως προς την κατανομή του βάρους συνεργασίας και απόδειξης κατά την εξέταση της αίτησης.
38. Επισημαίνεται συναφώς ότι ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1348, εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφοι 2 και 3 αυτού, από τις 12.6.2026 σε διαδικασίες που αφορούν αιτήσεις διεθνούς προστασίας, οι οποίες υποβλήθηκαν από την ημερομηνία αυτή και εφεξής. Συνεπώς, η παρούσα διαδικασία, η οποία αφορά προγενέστερη αίτηση, εξακολουθεί να διέπεται, ως προς τις διαδικαστικές εγγυήσεις και τη δικαστική προσφυγή, από την Οδηγία 2013/32/ΕΕ και των αντίστοιχων εναρμονιστικών διατάξεων των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως του 2025.
39. Αντίθετα, ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης της ιδιότητας του πρόσφυγα και χορήγησης καθεστώτος επικουρικής προστασίας, το άρθρο 42, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, όπως διορθώθηκε, ορίζει ως ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του τη 12.6.2026. Ελλείψει μεταβατικής διάταξης που να περιορίζει την εφαρμογή του σε αιτήσεις υποβληθείσες από την ημερομηνία αυτή και εφεξής, οι ουσιαστικές διατάξεις του εφαρμόζονται και στις ήδη εκκρεμείς διαδικασίες διεθνούς προστασίας, περιλαμβανομένης της παρούσας. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 διατηρεί, κατά βάση, τα κριτήρια υπαγωγής στα δύο καθεστώτα διεθνούς προστασίας που προέβλεπε η Οδηγία 2011/95/ΕΕ.
Νομολογία του ΔΕΕ
40. Κρίσιμη και δεσμευτική για την εκδίκαση της παρούσας προσφυγής είναι η ερμηνεία που έδωσε το ΔΕΕ με την απόφαση της 3ης Απριλίου 2025, B.F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας (Barouk), C‑283/24, EU:C:2025:236, επί των προδικαστικών ερωτημάτων που υπέβαλε το παρόν Δικαστήριο στο πλαίσιο της ίδιας υπόθεσης. Το ΔΕΕ διευκρίνισε ότι η απαίτηση πλήρους και ex nunc εξέτασης, η οποία απορρέει από το άρθρο 46 παράγραφος 3 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, ερμηνευόμενο υπό το φως του άρθρου 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιβάλλει να έχει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την εξουσία να διατάξει ιατρική εξέταση του αιτητή, εφόσον την κρίνει αναγκαία ή σκόπιμη για την αξιολόγηση της αίτησής του. Ελλείψει ειδικού μηχανισμού στη διάθεση του Δικαστηρίου, η απαίτηση αυτή μπορεί να εκπληρωθεί με οδηγίες προς την αποφαινόμενη αρχή, η οποία διαθέτει τον σχετικό μηχανισμό, να μεριμνήσει για τη διενέργεια της εξέτασης και να διαβιβάσει τα αποτελέσματά της στο Δικαστήριο. Η δυνατότητα απλής ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης και αναπομπής της υπόθεσης στην αποφαινόμενη αρχή για τον σκοπό αυτό δεν αρκεί, καθότι το Δικαστήριο πρέπει να μπορεί το ίδιο να εξασφαλίσει τα στοιχεία που χρειάζεται για την πλήρη εξέταση της προσφυγής.
41. Προς ανάδειξη τόσο του περιεχομένου της κρίσης αυτής όσο και του νομολογιακού και ερμηνευτικού της ερείσματος, παρατίθενται αυτούσια κατωτέρω τα κρίσιμα αποσπάσματα της απόφασης του ΔΕΕ (Η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):
«22. Με τα τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξετασθούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη και του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, έχει την έννοια ότι, προκειμένου να πληρούται η κατά το εν λόγω άρθρο 46, παράγραφος 3, απαίτηση περί πλήρους και ex nunc εξετάσεως, το πρωτοβάθμιο εθνικό δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται προσφυγής κατά αποφάσεως της αποφαινόμενης αρχής περί απορρίψεως αιτήσεως διεθνούς προστασίας πρέπει να έχει την εξουσία να διατάξει την παραπομπή του αιτούντος διεθνή προστασία σε ιατρική εξέταση οσάκις εκτιμά ότι η διενέργεια τέτοιας εξετάσεως είναι αναγκαία ή σκόπιμη για την αξιολόγηση της συγκεκριμένης αιτήσεως, ή αν αρκεί το εν λόγω δικαστήριο να έχει εξουσία ακυρώσεως της ως άνω απορριπτικής αποφάσεως, για τον λόγο ότι η αποφαινόμενη αρχή δεν παρέπεμψε τον αιτούντα σε ιατρική εξέταση, και εξουσία αναπομπής της υποθέσεως στην αποφαινόμενη αρχή προκειμένου αυτή να διατάξει, εν συνεχεία, τη διενέργεια ιατρικής εξετάσεως στο πλαίσιο νέας διαδικασίας.
24 Σύμφωνα με τον τίτλο του, το άρθρο 46 της οδηγίας 2013/32 αφορά το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής των αιτούντων διεθνή προστασία. Στην παράγραφο 1, το άρθρο 46 αναγνωρίζει στους αιτούντες αυτούς δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου κατά των αποφάσεων που αφορούν την αίτησή τους. Με την παράγραφο 3 του άρθρου 46 καθορίζεται το περιεχόμενο του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής, διευκρινιζομένου ότι τα κράτη μέλη που δεσμεύονται από την οδηγία 2013/32 μεριμνούν ώστε το δικαστήριο ενώπιον του οποίου προσβάλλεται η απόφαση επί της οικείας αιτήσεως διεθνούς προστασίας να διενεργεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας σύμφωνα με την οδηγία [2011/95]».
25 Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της προσφυγής του άρθρου 46 της οδηγίας 2013/32 πρέπει να καθορίζονται τηρουμένου του άρθρου 47 του Χάρτη, το οποίο αποτελεί επιβεβαίωση της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Το εν λόγω άρθρο του Χάρτη είναι αυτοτελές και δεν απαιτείται να εξειδικεύεται με διατάξεις του δικαίου της Ένωσης ή του εθνικού δικαίου προκειμένου να απονείμει στους ιδιώτες δικαίωμα δυνάμενο να προβληθεί αυτό καθεαυτό. Δεν είναι επομένως δυνατόν να μην ισχύει το ίδιο και ως προς το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Ministerstvo vnitra České republiky, Odbor azylové a migrační politiky, C‑406/22, EU:C:2024:841, σκέψη 86 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
26 Υπό το ανωτέρω πρίσμα, όσον αφορά το περιεχόμενο του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής, όπως το δικαίωμα αυτό ορίζεται στο εν λόγω άρθρο 46, παράγραφος 3, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η μνημονευόμενη στη συγκεκριμένη διάταξη φράση «μεριμνούν ώστε η πραγματική προσφυγή να εξασφαλίζει πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων» έχει την έννοια ότι, βάσει της εν λόγω διατάξεως, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διαμορφώνουν το εθνικό δίκαιό τους κατά τρόπον ώστε η εξέταση των προσφυγών τις οποίες αφορά η διάταξη να περιλαμβάνει τον δικαστικό έλεγχο του συνόλου των πραγματικών και νομικών ζητημάτων τα οποία παρέχουν στον δικαστή τη δυνατότητα να προβεί σε εκτίμηση της υποθέσεως βάσει επικαιροποιημένων στοιχείων (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Ministerstvo vnitra České republiky, Odbor azylové a migrační politiky, C‑406/22, EU:C:2024:841, σκέψη 87 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
27 Συναφώς, ο όρος «ex nunc» αναδεικνύει την υποχρέωση του δικαστή, κατά την εκτίμηση που πραγματοποιεί, να λαμβάνει υπόψη τυχόν νέα στοιχεία τα οποία έχουν προκύψει μετά την έκδοση της προσβαλλομένης με την προσφυγή αποφάσεως. Ειδικότερα, μια τέτοια εκτίμηση καθιστά δυνατή την εξαντλητική εξέταση της αιτήσεως διεθνούς προστασίας, χωρίς να χρειάζεται να αναπεμφθεί ο φάκελος της υποθέσεως στην αποφαινόμενη αρχή. Κατά συνέπεια, η εξουσία του δικαστή να λαμβάνει υπόψη νέα στοιχεία επί των οποίων δεν αποφάνθηκε η αρχή αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο του σκοπού της οδηγίας 2013/32, ο οποίος συνίσταται ειδικότερα, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από την αιτιολογική της σκέψη 18, στην εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας «το συντομότερο δυνατό, με την επιφύλαξη της διεξαγωγής κατάλληλης και πλήρους εξέτασης» (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Ministerstvo vnitra České republiky, Odbor azylové a migrační politiky, C‑406/22, EU:C:2024:841, σκέψεις 78 και 88 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
28 Εν συνεχεία, ο επιθετικός προσδιορισμός «πλήρης» που μνημονεύεται στο άρθρο 46, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας επιβεβαιώνει ότι ο δικαστής οφείλει να εξετάζει τόσο τα στοιχεία που έλαβε ή θα έπρεπε να έχει λάβει υπόψη η αποφαινόμενη αρχή όσο και τα στοιχεία που ανέκυψαν μετά την έκδοση της αποφάσεως της εν λόγω αρχής (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Ministerstvo vnitra České republiky, Odbor azylové a migrační politiky, C‑406/22, EU:C:2024:841, σκέψη 89 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
29 Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, πρώτον, ότι, κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, δεν έχει το ίδιο την εξουσία να παραπέμψει τον αιτούντα διεθνή προστασία σε ιατρική εξέταση ή να υποχρεώσει την αποφαινόμενη αρχή να παραπέμψει τον αιτούντα σε τέτοια εξέταση, ακόμη και αν εκτιμά ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ιατρική εξέταση είναι απαραίτητη για την εξέταση της αιτήσεως διεθνούς προστασίας, ενώ η Υπηρεσία Ασύλου, η οποία αποτελεί την «αποφαινόμενη αρχή», κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2013/32, έχει τέτοια εξουσία, σύμφωνα με το άρθρο 15 του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο αποσκοπεί στη μεταφορά του άρθρου 18 της εν λόγω οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη.
30 Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, βάσει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, διαθέτει αντιθέτως την εξουσία να ακυρώσει απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου με την οποία απορρίπτεται η αίτηση υπαγωγής στο καθεστώς διεθνούς προστασίας εφόσον εκτιμά ότι, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της υπό κρίση υποθέσεως, η εν λόγω υπηρεσία έπρεπε να παραπέμψει τον αιτούντα διεθνή προστασία σε ιατρική εξέταση σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 15 και ότι η ακύρωση της απορριπτικής απόφασης παρέχει στην Υπηρεσία Ασύλου τη δυνατότητα να εκδώσει, εν συνεχεία, στο πλαίσιο νέας διοικητικής διαδικασίας, απόφαση με την οποία λαμβάνονται υπόψη τα αποτελέσματα ιατρικής εξετάσεως.
31 Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 25 έως 28 της παρούσας αποφάσεως, διαπιστώνεται, κατά πρώτον, ότι δεν πληροί την απαίτηση του άρθρου 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 περί πλήρους και ex nunc εξετάσεως εθνική ρύθμιση μη επιτρέπουσα σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο να διατάξει, υπό την επιφύλαξη της συναινέσεως του αιτούντος, τη διενέργεια ιατρικής εξετάσεως, μολονότι το δικαστήριο αυτό εκτιμά ότι η εξέταση αυτή είναι αναγκαία ή σκόπιμη για την εκτίμηση του βασίμου της αιτήσεως διεθνούς προστασίας.
32 Πράγματι, προκύπτει ότι το να μην επιτρέπεται, υπό τέτοιες περιστάσεις, σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο να διατάσσει την παραπομπή του αιτούντος διεθνή προστασία σε ιατρική εξέταση αντιβαίνει στην υποχρέωση που επιβάλλεται στα κράτη μέλη, βάσει του άρθρου 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, να διαμορφώνουν το εθνικό δίκαιό τους κατά τρόπον ώστε η εκ μέρους του δικαστή εξέταση των προσφυγών τις οποίες αφορά η εν λόγω διάταξη να περιλαμβάνει τον δικαστικό έλεγχο του συνόλου των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που παρέχουν στον δικαστή τη δυνατότητα να προβεί σε εκτίμηση της υποθέσεως βάσει επικαιροποιημένων στοιχείων, κατά την έννοια της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 26 της παρούσας αποφάσεως.
33 Αν, όμως, το αρμόδιο δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να λάβει πληροφορίες για την κατάσταση υγείας του αιτούντος διεθνή προστασία προκειμένου να αξιολογηθεί η αίτησή του διεθνούς προστασίας, δεν είναι δυνατόν κατά τη συγκεκριμένη αξιολόγηση να ληφθεί υπόψη το σύνολο των πραγματικών στοιχείων τα οποία θα επέτρεπαν στο αρμόδιο δικαστήριο να προβεί σε εκτίμηση της υπό κρίση υποθέσεως βάσει επικαιροποιημένων στοιχείων. Μεταξύ άλλων, η ιατρική εξέταση του αιτούντος μπορεί να καταστήσει δυνατό να διακριβωθεί αν οι ενδείξεις ασθένειας τις οποίες εμφανίζει ο αιτών ενδέχεται να οφείλονται σε διώξεις ή σοβαρή βλάβη τις οποίες υπέστη κατά το παρελθόν, ιδίως στη χώρα καταγωγής του, και οι οποίες πρέπει, για τον λόγο αυτόν, να ληφθούν υπόψη προκειμένου να αξιολογηθούν οι πραγματικές ανάγκες διεθνούς προστασίας του αιτούντος [πρβλ. απόφαση της 29ης Ιουνίου 2023, International Protection Appeals Tribunal κ.λπ. (Επίθεση στο Πακιστάν), C‑756/21, EU:C:2023:523, σκέψη 61].
34 Κατά δεύτερον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι εθνική ρύθμιση η οποία απλώς προβλέπει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να ακυρώσει την απόφαση της αποφαινόμενης αρχής με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας για τον λόγο ότι η συγκεκριμένη αρχή όφειλε να παραπέμψει τον αιτούντα σε ιατρική εξέταση δεν πληροί την απαίτηση περί πλήρους και ex nunc εξετάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, τούτο δε ακόμη και αν η συγκεκριμένη δυνατότητα επιτρέπει, κατά συνέπεια, εκ νέου εξέταση της αιτήσεως από την αρχή λαμβανομένων υπόψη των αποτελεσμάτων ιατρικής εξετάσεως του αιτούντος διεθνή προστασία.
35 Πράγματι, αρκεί η επισήμανση ότι μια τέτοια εθνική ρύθμιση, καθόσον συνεπάγεται ότι απόκειται στην ως άνω αρχή να εκδώσει νέα απόφαση λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα ιατρικής εξετάσεως, δεν εγγυάται την τήρηση της αρχής που διατυπώθηκε με τη νομολογία του Δικαστηρίου η οποία μνημονεύεται στη σκέψη 27 της παρούσας αποφάσεως και κατά την οποία απόκειται στον ίδιο τον δικαστή να διασφαλίζει την εξαντλητική εξέταση της αιτήσεως διεθνούς προστασίας, χωρίς να απαιτείται αναπομπή του φακέλου της υποθέσεως στην αποφαινόμενη αρχή, και υπονομεύει τον σκοπό της ταχείας διεξαγωγής της διαδικασίας εξετάσεως των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, κατά την οδηγία 2013/32, τη σημασία του οποίου έχει επισημάνει το Δικαστήριο με την προμνημονευθείσα νομολογία.
36 Κατά τρίτον, επισημαίνεται ότι η μόνη διάταξη της οδηγίας 2013/32 με την οποία θεσπίζονται κανόνες σχετικοί με την ιατρική εξέταση είναι το άρθρο 18 της οδηγίας. Εντούτοις, όπως προκύπτει από το ίδιο το γράμμα του εν λόγω άρθρου 18 και, ειδικότερα, από την παράγραφο 1 αυτού, οι διατάξεις του έχουν εφαρμογή, αυτές καθεαυτές, στο πλαίσιο της εκ μέρους της αποφαινόμενης αρχής αξιολογήσεως αιτήσεως διεθνούς προστασίας και όχι στο πλαίσιο ένδικης προσφυγής κατά αποφάσεως ληφθείσας από τη συγκεκριμένη αρχή.
37 Όπως προκύπτει, όμως, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ελλείψει σχετικών κανόνων της Ένωσης, απόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους, βάσει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας, να θεσπίσει τους δικονομικούς κανόνες που αφορούν τέτοια εξέταση, υπό τον όρο, πάντως, ότι οι κανόνες αυτοί δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί από τους διέποντες παρόμοιες καταστάσεις που υπόκεινται στο εσωτερικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) και δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την άσκηση του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής που διαθέτει ο αιτών διεθνή προστασία κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 (αρχή της αποτελεσματικότητας) [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 19ης Μαρτίου 2020, Bevándorlási és Menekültügyi Hivatal (Tompa), C‑564/18, EU:C:2020:218, σκέψη 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
38 Όσον αφορά το τελευταίο αυτό ζήτημα, αφενός, πρέπει, εν πάση περιπτώσει, ο οικείος δικαστής να μπορεί να διατάξει την παραπομπή σε ιατρική εξέταση όταν υφίστανται συγκεκριμένες ενδείξεις για προβλήματα υγείας του αιτούντος διεθνή προστασία, τα οποία ενδέχεται να οφείλονται σε τραυματικό γεγονός που συνέβη, ιδίως, στη χώρα καταγωγής του, και εν γένει όταν, κατά την εκτίμηση του δικαστή, η διενέργεια τέτοιας εξετάσεως είναι αναγκαία ή σκόπιμη για την αξιολόγηση των πραγματικών αναγκών διεθνούς προστασίας του εν λόγω αιτούντος. Επιπλέον, οι όροι παραπομπής σε ιατρική εξέταση πρέπει να είναι σύμφωνοι με τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη, όπως είναι το δικαίωμα σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, τα οποία κατοχυρώνονται, αντιστοίχως, στο άρθρο 1 και στο άρθρο 7 του Χάρτη [πρβλ. αποφάσεις της 25ης Ιανουαρίου 2018, F, C‑473/16, EU:C:2018:36, σκέψη 35, και της 29ης Ιουνίου 2023, International Protection Appeals Tribunal κ.λπ. (Επίθεση στο Πακιστάν), C‑756/21, EU:C:2023:523, σκέψη 61].
39 Αφετέρου, πρέπει να διευκρινισθεί ότι δεν είναι απαραίτητο να έχει ο δικαστής που διέταξε την παραπομπή του οικείου αιτούντος σε ιατρική εξέταση τη δυνατότητα να απευθυνθεί ο ίδιος σε κατάλληλα εκπαιδευμένο επαγγελματία του τομέα της υγείας προκειμένου ο τελευταίος να διενεργήσει την εν λόγω εξέταση και να του διαβιβάσει τα αποτελέσματά της, δεδομένου ότι ο δικαστής μπορεί επίσης να υποχρεώσει την αποφαινόμενη αρχή να μεριμνήσει για την παραπομπή του αιτούντος διεθνή προστασία στην ιατρική εξέταση που διατάχθηκε και να του κοινοποιήσει τα αποτελέσματα της εξετάσεως το συντομότερο δυνατό. Πράγματι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, ο δικαστής θα έχει τη δυνατότητα να λάβει τα στοιχεία που θεωρεί κρίσιμα ή αναγκαία για να προβεί σε επικαιροποιημένη εκτίμηση της συγκεκριμένης υποθέσεως, χωρίς να υπονομεύεται η επίτευξη του σκοπού της ταχείας εξετάσεως της υποθέσεως ο οποίος επιδιώκεται με την οδηγία 2013/32, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 27 της παρούσας αποφάσεως.
40 Κατά τέταρτον, μολονότι πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτό ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση δεν είναι σύμφωνη με την απαίτηση περί πλήρους και ex nunc εξετάσεως κατά το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, δεδομένου ότι δεν προβλέπει δυνατότητα του δικαστή να παραπέμψει σε ιατρική εξέταση τον αιτούντα διεθνή προστασία, υπενθυμίζεται ότι απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ερμηνεύσει την επίμαχη ρύθμιση, στο μέτρο του δυνατού, κατά τρόπο σύμφωνο με τη συγκεκριμένη απαίτηση (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Protect Natur-, Arten- und Landschaftsschutz Umweltorganisation, C‑664/15, EU:C:2017:987, σκέψη 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
41 Ωστόσο, σε περίπτωση κατά την οποία μια τέτοια σύμφωνη ερμηνεία αποδεικνύεται αδύνατη, το Δικαστήριο έχει επισημάνει ότι ο αρμόδιος δικαστής, προκειμένου να εφαρμόσει το δίκαιο της Ένωσης, οφείλει να μην εφαρμόσει τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις που παρακωλύουν ενδεχομένως την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων δικαίου της Ένωσης οι οποίοι έχουν άμεσο αποτέλεσμα, όπως το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη (πρβλ. απόφαση της 29ης Ιουλίου 2019, Torubarov, C‑556/17, EU:C:2019:626, σκέψη 73 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
42 Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άμεσο αποτέλεσμα το οποίο έχουν τόσο το άρθρο 47 του Χάρτη όσο και το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 συνεπάγεται ότι, προκειμένου να διασφαλισθεί στον αιτούντα διεθνή προστασία αποτελεσματική δικαστική προστασία, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 47 και σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας που καθιερώνεται με το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, το αιτούν δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται η αίτηση διεθνούς προστασίας πρέπει να δύναται να διατάξει την παραπομπή του εν λόγω αιτούντος σε ιατρική εξέταση όταν η εξέταση αυτή κρίνεται επιβεβλημένη για την αξιολόγηση της αιτήσεως.
43 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη και του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, έχει την έννοια ότι, προκειμένου να πληρούται η απαίτηση του άρθρου 46, παράγραφος 3, περί πλήρους και ex nunc εξετάσεως, το πρωτοβάθμιο εθνικό δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται προσφυγής κατά αποφάσεως με την οποία η αποφαινόμενη αρχή απορρίπτει αίτηση διεθνούς προστασίας πρέπει να έχει την εξουσία να διατάξει την παραπομπή του αιτούντος διεθνή προστασία σε ιατρική εξέταση όταν εκτιμά ότι η διενέργεια τέτοιας εξετάσεως είναι αναγκαία ή σκόπιμη για την αξιολόγηση της συγκεκριμένης αιτήσεως.».
Εθνικό δίκαιο
42. Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι και τον περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2026, έχει ως ακολούθως:
«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
43. Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
44. Το άρθρο 15 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως του 2025, εναρμονιστική διάταξη του άρθρου 18 της Οδηγία 2013/32/EE προβλέπει τα εξής:
«Ιατρική και ψυχολογική εξέταση αιτητή
15.-(1) Όταν ο αρμόδιος λειτουργός κρίνει σκόπιμο για την αξιολόγηση της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου (2) και το εδάφιο (3) του άρθρου 16 και τα εδάφια (3) έως (5) του άρθρου 18, και με την επιφύλαξη της συγκατάθεσης του αιτητή, παραπέμπει τον αιτητή για εξέταση σε ιατρό ή/και ψυχολόγο, όσον αφορά-
(α) Ενδείξεις που ενδεχομένως υποδηλώνουν διώξεις ή σοβαρή βλάβη που υπέστη κατά το παρελθόν∙ και
(β) συμπτώματα και ενδείξεις βασανιστηρίων ή άλλων σοβαρών πράξεων σωματικής ή ψυχολογικής βίας, περιλαμβανομένων των πράξεων σεξουαλικής βίας.
(2) Η ιατρική ή/και ψυχολογική εξέταση που αναφέρεται στο εδάφιο (1), διενεργείται δημοσία δαπάνη από κατάλληλα εκπαιδευμένους επαγγελματίες του τομέα της υγείας και τα αποτελέσματά της υποβάλλονται στην Υπηρεσία Ασύλου το ταχύτερο δυνατό.
(3) Η άρνηση του αιτητή να υποβληθεί σε ιατρική ή/και ψυχολογική εξέταση δεν εμποδίζει τον Προϊστάμενο να λάβει απόφαση επί της αίτησης.
(4) Τα αποτελέσματα των ιατρικών ή/και ψυχολογικών εξετάσεων που διενεργούνται δυνάμει του εδαφίου (1) ή (8) εκτιμώνται από τον Προϊστάμενο μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία της αίτησης.
(5) Σε περίπτωση ύπαρξης ενδείξεων σοβαρής βλάβης, ο αρμόδιος λειτουργός πραγματοποιεί τη συνέντευξη του αιτητή ύστερα από συνεννόηση και σε συνεργασία με αρμόδιο ιατρό.
(6) Η ιατρική ή/και ψυχολογική εξέταση που διενεργείται δυνάμει του παρόντος άρθρου δύναται, μεταξύ άλλων, να βασίζεται στο Πρωτόκολλο της Κωνσταντινούπολης.
(7) Για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος άρθρου, ο Υπουργός Υγείας δύναται να ορίζει με απόφασή του τους επαγγελματίες του τομέα της υγείας που διενεργούν τις ιατρικές ή/και ψυχολογικές εξετάσεις των αιτητών.
(8) Όταν δεν διενεργείται ιατρική ή/και ψυχολογική εξέταση σύμφωνα με το εδάφιο (1), η Υπηρεσία Ασύλου ενημερώνει τους αιτητές ότι δικαιούνται με δική τους πρωτοβουλία και δικά τους έξοδα να μεριμνήσουν για την ιατρική ή/και ψυχολογική τους εξέταση όσον αφορά ενδείξεις που ενδεχομένως υποδηλώνουν διώξεις ή σοβαρές βλάβες, που υπέστησαν κατά το παρελθόν.».
Κατάληξη
45. Όπως ήδη διαπιστώθηκε στην ενδιάμεση απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ημερομηνίας 29.3.2024, οι δηλώσεις του Αιτητή κατά τη διοικητική και τη δικαστική διαδικασία παρουσίαζαν έντονη έλλειψη συνοχής και λογικής αλληλουχίας. Παρά τους ισχυρισμούς του περί κράτησης και βασανισμού, καθώς και τις αναφορές του σε προβλήματα σωματικής και ψυχικής υγείας, κατά το διοικητικό στάδιο δεν είχε διενεργηθεί η αναγκαία ιατρική και ψυχολογική διερεύνηση και αξιολόγηση. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, χωρίς αυτήν, δεν μπορούσε να αποτιμήσει με ασφάλεια τη σημασία των παρατηρούμενων ασυνεπειών για την αξιοπιστία των ισχυρισμών του και τις ανάγκες διεθνούς προστασίας του.
46. Η ανάγκη αυτή κατέστη ακόμη πιο επιτακτική ενόψει των μεταγενέστερων ιατρικών στοιχείων. Το εξιτήριο του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αθαλάσσας της 19.11.2025 καταγράφει νοσηλεία λόγω ψυχωτικής συμπτωματολογίας, παραληρητικές ιδέες δίωξης και επιτήρησης, καθώς και την προβλεπόμενη κατά την έξοδο φαρμακευτική αγωγή και τακτική ψυχιατρική παρακολούθηση. Δεν καταγράφει, ωστόσο, ειδικότερη ψυχιατρική διάγνωση ούτε απαντά στα συγκεκριμένα ερωτήματα που είχε θέσει το Δικαστήριο ως προς τη μνήμη, τη συγκέντρωση, τη δυνατότητα συνεκτικής αφήγησης και συμμετοχής του Αιτητή στη διαδικασία. Ούτε υποκαθιστά την εξειδικευμένη διερεύνηση των αναφορών του περί βασανισμού και των προβλημάτων σωματικής υγείας, περιλαμβανομένου του επικαλούμενου καρδιολογικού προβλήματος.
47. Η συνεκτίμηση ενδεχόμενου τραύματος ή άλλης ψυχικής διαταραχής δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου αποδοχή των ισχυρισμών του Αιτητή. Επιδιώκει να διαπιστωθεί, στη βάση κατάλληλων επιστημονικών ευρημάτων, εάν και σε ποιον βαθμό η κατάσταση της υγείας του δύναται να επηρεάζει την ανάκληση γεγονότων, τη χρονολογική τους τοποθέτηση, τη συγκέντρωση ή τη συνοχή των δηλώσεών του. Οι τυχόν ασυνέπειες δεν μπορούν ούτε να αγνοηθούν ούτε να αποδοθούν αυτομάτως σε έλλειψη αξιοπιστίας ή σε τραύμα. Τα πορίσματα πρέπει να αξιολογηθούν μαζί με τις δηλώσεις και όλα τα λοιπά στοιχεία της αίτησης, χωρίς ο ιατρικός εξεταστής να υποκαθιστά την αποφαινόμενη αρχή στην κρίση περί αξιοπιστίας ή υπαγωγής σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.[1]
48. Κατ’ εφαρμογή της απόφασης του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, B.F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας (Barouk), C 283/24, EU:C:2025:236, η οποία εκδόθηκε επί προδικαστικής παραπομπής στην ίδια υπόθεση, το παρόν Δικαστήριο διέταξε τη διενέργεια των εξετάσεων που έκρινε αναγκαίες. Έλαβε προηγουμένως τη ρητή συγκατάθεση του Αιτητή και έδωσε οδηγίες στην αποφαινόμενη αρχή, η οποία διαθέτει τον σχετικό μηχανισμό, να μεριμνήσει για την πραγματοποίησή τους και να θέσει τα πορίσματα ενώπιόν του. Με τη μεταγενέστερη διαταγή της 23.12.2025 προσδιόρισε ειδικότερα τα ζητήματα που έπρεπε να εξεταστούν ως προς τη σωματική και ψυχική υγεία, τις γνωστικές και αφηγηματικές λειτουργίες και τις ενδείξεις τυχόν βασανιστηρίων, λαμβάνοντας υπόψη και το Πρωτόκολλο της Κωνσταντινούπολης.
49. Στους Καθ’ ων η αίτηση παραχωρήθηκε επανειλημμένα χρόνος για την εκτέλεση των οδηγιών αυτών. Παρά τη μεσολάβηση μακρού χρονικού διαστήματος, οι ζητηθείσες εξετάσεις δεν ολοκληρώθηκαν και δεν υποβλήθηκαν τα αντίστοιχα πορίσματα. Δεν παραγνωρίζεται ότι ο Αιτητής δεν προσήλθε σε προγραμματισμένη εξέταση ενώπιον Ιατροσυμβουλίου και ότι, κατά μεταγενέστερη δικάσιμο, ο συνήγορός του ανέφερε πως δεν μπορούσε, λόγω της ψυχολογικής του κατάστασης, να προσέλθει σε ιατρική εξέταση. Τα περιστατικά αυτά πρέπει να συνεκτιμηθούν. Δεν επιτρέπουν, όμως, χωρίς αξιολόγηση της συγκεκριμένης κατάστασής του και των συνθηκών της πρόσκλησης, να συναχθεί ότι αρνήθηκε γενικά τη διερεύνηση ή ότι οι εξετάσεις κατέστησαν περιττές. Ειδικότερα, λαμβάνοντας υπόψη τους ισχυρισμούς του περί κράτησης και βασανισμού, το Δικαστήριο έκρινε μη εύλογη την πρόταση να κληθεί στις Κεντρικές Φυλακές αποκλειστικά για τον σκοπό της εξέτασής του.
50. Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι, κατά μέρος του χρόνου κατά τον οποίο εκκρεμούσαν οι οδηγίες, ο Αιτητής νοσηλευόταν στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αθαλάσσας, δημόσιο νοσηλευτικό ίδρυμα. Το γεγονός αυτό δεν αποδεικνύει αφ’ εαυτού ότι όλες οι ζητηθείσες εξετάσεις μπορούσαν να διενεργηθούν κατά τη νοσηλεία του. Καθιστούσε, εντούτοις, επιβεβλημένη την έγκαιρη συνεννόηση των αρμόδιων υπηρεσιών για την εξέταση της δυνατότητας συντονισμένης ιατρικής αξιολόγησης ή άλλου πρόσφορου τρόπου εκτέλεσης της διαταγής. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δεν προκύπτει ότι η δυνατότητα αυτή διερευνήθηκε επαρκώς ή ότι υποβλήθηκε ολοκληρωμένη εξήγηση για τη μη ολοκλήρωση των εξετάσεων.
51. Επισημαίνεται επίσης συναφώς, ότι για το μεγαλύτερο μέρος της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, ο Αιτητής εμφανιζόταν αυτοπροσώπως. Το γεγονός αυτό, συνεκτιμώμενο με τις ήδη εμφανείς δυσχέρειες στη συνοχή των δηλώσεών του και τα ζητήματα υγείας που επικαλείτο, έχει σημασία κατά την εκτίμηση της δυνατότητάς του να αντιληφθεί την αποδεικτική σημασία των απαιτούμενων εξετάσεων, να εντοπίσει τους κατάλληλους επαγγελματίες και να οργανώσει ο ίδιος τη διενέργεια και προσκόμισή τους. Χωρίς να τεκμαίρεται από την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του αδυναμία συνεργασίας, δεν θα ήταν εύλογο να θεωρηθεί ότι η δυνατότητα ιδιωτικής εξασφάλισης ιατρικών πορισμάτων αρκούσε, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, για να καλύψει το αποδεικτικό κενό που το Δικαστήριο έκρινε ουσιώδες. Για τον λόγο αυτό κρίθηκε αναγκαία η αξιοποίηση του διαθέσιμου μηχανισμού της αποφαινόμενης αρχής, με τη συγκατάθεση του Αιτητή.
52. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να υπομνησθεί η πρόσφατη νομολογία του Εφετείου, με την οποία διευκρινίστηκε περαιτέρω το εύρος της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου [βλ. Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 12/2025, Δημοκρατία ν. Β.Α., ημερ. 18.12.2025· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 13/2025, Δημοκρατία ν. Μ.Υ.Α.L., ημερ. 18.12.2025· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 19/2025, Δημοκρατία ν. Μ.A.L., ημερ. 18.12.2025]. Το Εφετείο επιβεβαίωσε ότι το παρόν Δικαστήριο ασκεί διττό έλεγχο νομιμότητας και ορθότητας επί των διοικητικών πράξεων που εμπίπτουν στην καθ’ ύλην δικαιοδοσία του και ότι, στο πλαίσιο της ευρείας ευχέρειας που διαθέτει, δύναται, αναλόγως των περιστάσεων, να διατάξει την Υπηρεσία Ασύλου να θεραπεύσει συγκεκριμένη έλλειψη της διοικητικής διαδικασίας και να υποβάλει ενώπιόν του τα συναφή πορίσματα. Περαιτέρω, κατά την ίδια νομολογία, όταν το ίδιο το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να θεραπεύσει την επίμαχη έλλειψη κατά τρόπο συμβατό με τις απαιτούμενες διαδικαστικές εγγυήσεις, απόκειται σε αυτό να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να αναπέμψει την υπόθεση στην Υπηρεσία Ασύλου προς επανεξέταση.
53. Η πιο πάνω νομολογία συνάδει με τη δεσμευτική καθοδήγηση που δόθηκε ειδικά για την παρούσα υπόθεση στην απόφαση Barouk. Το Δικαστήριο αξιοποίησε τη δυνατότητα να ζητήσει τη συμπλήρωση του αποδεικτικού υλικού κατά τη δικαστική διαδικασία και δεν περιορίστηκε στη διαπίστωση της παράλειψης κατά το διοικητικό στάδιο. Παρά τις συγκεκριμένες οδηγίες και τον χρόνο που παραχωρήθηκε, εξακολουθεί να στερείται των ευρημάτων που έκρινε αναγκαία για τη δική του πλήρη και ex nunc εξατομικευμένη εξέταση. Η περαιτέρω αναβολή της απόφασης χωρίς σαφή προοπτική ολοκλήρωσης της εξέτασης δεν θα θεραπεύσει την έλλειψη αυτή εντός ευλόγου χρόνου. Η αναπομπή καθίσταται αναγκαία ακριβώς επειδή, χωρίς την ολοκλήρωση της ιατρικής διερεύνησης που κρίθηκε ουσιώδης, δεν υφίσταται επί του παρόντος επαρκές αποδεικτικό υπόβαθρο για ασφαλή και πλήρη κρίση επί των ζητημάτων αυτών.
54. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν είναι ασφαλές να απορριφθούν οι ισχυρισμοί του Αιτητή ως αναξιόπιστοι λόγω ασυνεπειών χωρίς να εξεταστεί η ενδεχόμενη επίδραση της κατάστασης της υγείας του στον τρόπο παρουσίασής τους. Ούτε είναι δυνατόν να αναγνωριστεί καθεστώς διεθνούς προστασίας αποκλειστικά με βάση τη νοσηλεία ή τα μέχρι τώρα ιατρικά στοιχεία, χωρίς εξατομικευμένη αξιολόγηση όλων των νόμιμων προϋποθέσεων. Η εκκρεμής διερεύνηση είναι ουσιώδης τόσο για την εκτίμηση των ισχυρισμών περί παρελθούσας δίωξης και βασανισμού όσο και, κατά περίπτωση, για την αξιολόγηση των κινδύνων σε ενδεχόμενη επιστροφή, με βάση επίκαιρα στοιχεία για την προσωπική κατάσταση του Αιτητή και τη χώρα καταγωγής του.
55. Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται. Η αποφαινόμενη αρχή οφείλει να ενεργήσει άμεσα και κατά προτεραιότητα, σε συνεννόηση με τις αρμόδιες υπηρεσίες υγείας και με σεβασμό στη συγκατάθεση και την κατάσταση του Αιτητή. Οφείλει να εξασφαλίσει τις αναγκαίες, κατάλληλες για την περίπτωσή του ψυχιατρικές, ψυχολογικές και σωματικές εξετάσεις και, όπου ενδείκνυται, εξειδικευμένη διερεύνηση των ισχυρισμών περί βασανισμού. Τυχόν δυσχέρεια προσέλευσής του πρέπει να αντιμετωπιστεί με πρόσφορες πρακτικές διευθετήσεις και να αξιολογηθεί ειδικά, όχι να εκληφθεί άνευ ετέρου ως έλλειψη συνεργασίας.
56. Κατά τη νέα εξέταση, η αποφαινόμενη αρχή οφείλει να προσδιορίσει με σαφήνεια τι διαπιστώνει κάθε ιατρικό πόρισμα και ποια είναι η σημασία του για τη δυνατότητα του Αιτητή να ανακαλεί και να εκθέτει τα γεγονότα, για τις τυχόν σωματικές και ψυχικές συνέπειες της επικαλούμενης μεταχείρισης και για τις πραγματικές ανάγκες διεθνούς προστασίας του. Οφείλει επίσης να του παράσχει τις αναγκαίες διαδικαστικές διευκολύνσεις και ουσιαστική ευκαιρία να τοποθετηθεί επί των κρίσιμων στοιχείων. Η τελική κρίση περί αξιοπιστίας, προσφυγικού καθεστώτος και επικουρικής προστασίας ανήκει στην αποφαινόμενη αρχή και πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, στηριγμένη στο σύνολο των στοιχείων και στην επίκαιρη κατάσταση του Αιτητή.
57. Η προτεραιότητα της επανεξέτασης επιβάλλεται και από την ανάγκη να διακριβωθούν εγκαίρως οι ιατρικές και φαρμακευτικές ανάγκες του Αιτητή. Κατά τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, η έλλειψη σαφούς διάγνωσης και η εκκρεμότητα της υπόθεσης συνδέονται με δυσχέρειες πρόσβασής του στις αναγκαίες συνθήκες υποδοχής και περίθαλψης. Οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να εξετάσουν αμελλητί τις τρέχουσες ανάγκες του και να διασφαλίσουν, στο πλαίσιο των οικείων αρμοδιοτήτων τους, την πρόσβασή του στην αναγκαία ιατρική παρακολούθηση και τη συνταγογραφημένη αγωγή κατά την εκκρεμότητα της νέας κρίσης. Η αναπομπή δεν προδικάζει ούτε την αλήθεια των ισχυρισμών περί βασανισμού ούτε το καθεστώς διεθνούς προστασίας που ενδέχεται να δικαιούται.
58. Η παρούσα υπόθεση αναδεικνύει, περαιτέρω, την ανάγκη ο μηχανισμός ιατρικών και ψυχολογικών εξετάσεων που διαθέτει η Υπηρεσία Ασύλου και τον οποίο, ελλείψει άλλου διαθέσιμου μέσου, μπορεί να αξιοποιήσει και το Δικαστήριο μέσω της αποφαινόμενης αρχής, να ανταποκρίνεται εντός εύλογου χρόνου σε αιτήματα ουσιώδη για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας και την εκτέλεση δικαστικών οδηγιών.
59. Η παρατεταμένη αδυναμία ολοκλήρωσης των εξετάσεων στην παρούσα διαδικασία δικαιολογεί προβληματισμό ως προς την αποτελεσματική λειτουργία του μηχανισμού, τουλάχιστον στην περίπτωση του Αιτητή, χωρίς να επιτρέπει, από μόνη της, γενικό συμπέρασμα για το σύνολο των περιπτώσεων που χειρίζεται η Υπηρεσία. Η αποτελεσματικότητα προϋποθέτει, πέραν της έγκαιρης παραπομπής, εξέταση από κατάλληλα καταρτισμένους επαγγελματίες και πορίσματα που απαντούν με σαφήνεια στα ερωτήματα για τα οποία ζητήθηκαν. Όταν προβάλλονται ισχυρισμοί περί βασανιστηρίων και η φύση τους το απαιτεί, η σωματική και ψυχολογική αξιολόγηση πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές του Πρωτοκόλλου της Κωνσταντινούπολης, ώστε να αποτυπώνεται και να αιτιολογείται ο βαθμός συμβατότητας τυχόν ευρημάτων με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς. Επαναλαμβάνεται ότι το πόρισμα δεν υποκαθιστά τη συνολική αξιολόγηση της αίτησης από την αποφαινόμενη αρχή. Εντούτοις, τα αναγκαία επιστημονικά στοιχεία, οφείλουν να αποτυπώνονται κατά τρόπο ευλόγως κατανοητό προς το Δικαστήριο, προκειμένου να πραγματοποιηθεί αυτή κατά τρόπο εξατομικευμένο και αξιόπιστο.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή επιτυγχάνει. Η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται και η υπόθεση αναπέμπεται στην αποφαινόμενη αρχή για άμεση, κατά προτεραιότητα επανεξέταση σύμφωνα με τα ανωτέρω με €1000 υπέρ του Αιτητή.
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλ. EUAA, Practical Guide on Evidence and Risk Assessment (2024), pp. 74-96; διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2024-02/Practical-Guide-Evidence-Risk-Assessment.pdf, τελευταία πρόσβαση 25.9.2026.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο