M.C. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 2218/2025, 18/9/2026
print
Τίτλος:
M.C. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 2218/2025, 18/9/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

 Υπόθεση Αρ. 2218/2025

 

18 Σεπτεμβρίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ: 

M.C.

 

Αιτητή

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας

μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

 

                                                                                                                            Καθ' ων η αίτηση

 

.............................................................

 

Ο αιτητής εμφανίζεται προσωπικά ενώπιον του Δικαστηρίου

 

Κυριάκος Ιμανίμης για Νικόλα Νικολάου, Δικηγόρος για τους καθ’ων η αίτηση

 

[Παρούσα η κυρία Μέλπω Σταύρου για πιστή μετάφραση από Γαλλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα.]

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 31/3/2025, σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Γενικού Εισαγγελέα, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωση έχουν ως κατωτέρω: ο αιτητής είναι υπήκοος της Γουινέα και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 13/9/2019 αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. 

 

Στις 24/9/2019 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου με σκοπό τον προσδιορισμό της ηλικίας του αιτητή.  Ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση σχετικά με την συνέντευξη του αιτητή σύμφωνα με την οποία ο αιτητής κρίθηκε ενήλικος, γεγονός για το οποίο ενημερώθηκε και ο αιτητής.  Στις 25/2/2025 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, με σκοπό την εξέταση του αιτήματός του.  Ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε έκθεση εισήγηση σε σχέση με το αίτημα του αιτητή.  Εξουσιοδοτημένος αρμόδιος λειτουργός από τον Υπουργό Εσωτερικών, να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης του αιτητή.  Η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση σχετικά με το αίτημα του αιτητή η οποία παραλήφθηκε από τον ίδιο.  Στη συνέχεια, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Ο αιτητής στην ενώπιον μου διαδικασία δήλωσε πως δεν επιθυμεί να καταχωρήσει γραπτή αγόρευση και έτσι του δόθηκε το δικαίωμα να αγορεύσει προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου.  Προφορικά αγόρευσε επί όλων των ζητημάτων και ο συνήγορος των καθ’ων η αίτηση.  Θα πρέπει να αναφερθεί πως στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία ο αιτητής ανέφερε πως υπέβαλε την αίτηση του γιατί ένιωθε απελπισία και δήλωσε πως βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία για προστασία.  Όπως ανέφερε, δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα με τη κυβέρνηση αλλά έχει οικογενειακό θέμα.  Ισχυρίστηκε πως ο πατέρας του ήταν στην κυβέρνηση ότι έχουν προβεί σε καταγγελίες αρκετές φορές, αλλά δεν έχει γίνει κάτι και επεσήμανε πως η πλειοψηφία των μελών της οικογένειας του πατέρα του είναι μέλη της κυβέρνησης, στο στρατό συγκεκριμένα.  Ο συνήγορος των καθ’ων η αίτηση ανέφερε στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία πως το αρμόδιο όργανο διεξήγαγε τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα και εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.  Ο κύριος Ιμανίμης εισηγείται πως ο αιτητής δεν έχει προβάλει οποιονδήποτε ισχυρισμό για τον οποίο θα μπορούσε να του χορηγηθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας και κατά συνέπεια, πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο.

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας.  Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Προχωρώ να εξετάσω τον ισχυρισμό που προωθείται περί του ότι εσφαλμένα και λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας, το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας.

 

Στην αίτηση του ο αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του γιατί αντιμετώπιζε προβλήματα κληρονομιάς. Ισχυρίστηκε πως μετά τον θάνατο του πατέρα του, όλα άλλαξαν στην οικογένεια. Είχε αφήσει κληρονομιά, αλλά η οικογένεια του πατέρα του, και συγκεκριμένα ο αδελφός του, πήρε τα πάντα. Ανέφερε πως έχασε δύο από τις αδελφές του εξαιτίας αυτής της κληρονομιάς και για τον λόγο αυτό, ισχυρίστηκε πως η μητέρα του αναγκάστηκε να πωλήσει το μισό μερίδιο που είχε για αυτούς για να μπορέσει να εγκαταλείψει τη χώρα για τη δική του προστασία.  

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ο αιτητής αναφέρθηκε τόσο στα προσωπικά του στοιχεία όσο και στον πυρήνα του αιτήματός του. Του υποβλήθηκαν σειρά ερωτημάτων διαφορετικής φύσης, στα οποία είχε την ευκαιρία να απαντήσει και να αναπτύξει τους ισχυρισμούς του. Ειδικότερα, ο αιτητής περιέγραψε ότι τα προβλήματά του άρχισαν μετά τον θάνατο του πατέρα του. Του δόθηκε επαρκής δυνατότητα να αναφέρει οτιδήποτε θεωρούσε σχετικό με το αίτημά του, καθώς και να προσκομίσει ή να επικαλεστεί στοιχεία προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του.  Ωστόσο, από τα τηρηθέντα πρακτικά της συνέντευξης δεν προκύπτει ότι ο αιτητής προέβη σε περαιτέρω ή ουσιαστικότερη ανάπτυξη των ισχυρισμών του, ούτε ότι παρείχε πρόσθετες πληροφορίες ή στοιχεία που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην πληρέστερη τεκμηρίωσή τους.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός, από τα όσα ανέφερε στη συνέντευξή του, σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς.  Ο πρώτος ισχυρισμός αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής του και τα προσωπικά στοιχεία αλλά και το προφίλ του αιτητή.  Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορά το ότι οι θείοι του επιθυμούσαν να πάρουν την περιουσία του.  Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου και αποδέκτηκαν τη χώρα καταγωγής και τα στοιχεία του προφίλ του αιτητή.

 

Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός που αφορά τον πυρήνα του αιτήματός του αιτητή, όπου υποστήριξε ότι αντιμετώπισε προβλήματα επειδή οι θείοι του επιδίωκαν να οικειοποιηθούν την κληρονομιαία περιουσία δεν έγινε αποδεκτός στο σύνολό του.  Κατά την αφήγησή του, τα σχετικά γεγονότα άρχισαν μετά τον θάνατο του πατέρα του. Η περίοδος που ακολούθησε υπήρξε ιδιαίτερα δύσκολη για τη μητέρα του, καθώς συγγενικά πρόσωπα από την πλευρά του πατέρα του ασκούσαν πίεση στην οικογένεια εξαιτίας της κληρονομιάς.

 

Τα μέλη της οικογένειας ισχυρίζονταν ότι η εν λόγω περιουσία ανήκε στους ίδιους. Αντίθετα, ο Αιτητής θεωρούσε ότι, ως ο μεγαλύτερος υιός, δικαιούταν να έχει τον έλεγχο του συνόλου της περιουσίας. Οι συγγενείς του πατέρα του αντέτειναν ότι ο πατέρας του είχε ακόμη ένα παιδί, την ύπαρξη του οποίου αγνοούσαν τόσο ο Αιτητής, όσο και η μητέρα του.  Ο Αιτητής ανέφερε, επίσης, ότι είχε δύο μεγαλύτερες αδελφές. Η μεγαλύτερη από αυτές, ασθένησε αιφνιδίως και απεβίωσε κατά το έτος 2016. Ακολούθως, η μητέρα του κατέβαλε έντονες προσπάθειες προκειμένου να εξασφαλίσει μέρος της κληρονομιαίας περιουσίας.

 

Μετά τον θάνατο της μεγαλύτερης αδελφής του, η κατάσταση κατέστη ιδιαίτερα τεταμένη. Η μητέρα του δεν λάμβανε τα χρηματικά ποσά που προέρχονταν από τη σύνταξη του αποβιώσαντος πατέρα του, τα οποία εισέπρατταν τα μέλη της πατρικής οικογένειας. Για τον λόγο αυτό, το 2018 μετέβη στο αρχηγείο του στρατού, ώστε να τους γνωστοποιήσει και να τους εξηγήσει ότι δεν της καταβαλλόταν η σύνταξη.  Σε σχέση με την κληρονομιά, ο Αιτητής επισήμανε ότι η κατάσταση δεν ήταν εύκολη. Ανέφερε περαιτέρω ότι κάποια ημέρα μετέβη μαζί με τη μητέρα του στο τοπικό δικαστήριο, προκειμένου να εκθέσουν το ζήτημα που είχε ανακύψει με την πατρική του οικογένεια και να εξηγήσουν ότι οι συγγενείς του πατέρα του δεν τους παραχωρούσαν την κληρονομιά. Κατά τα λεγόμενά του, το Δικαστήριο δεν ήταν σε θέση να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια.  Ακολούθως, η οικογένεια του πατέρα του άρχισε να απειλεί τη μητέρα του εξαιτίας της περιουσίας. Ως αποτέλεσμα των απειλών αυτών, η μητέρα του άρχισε να εγκαταλείπει τις διεκδικήσεις της επί της κληρονομιαίας περιουσίας. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, ο Αιτητής άρχισε να εργάζεται. Εντούτοις, η μητέρα του δέχθηκε τηλεφώνημα από το αρχηγείο του στρατού, με το οποίο ενημερώθηκε ότι θα της παραχωρούνταν τμήμα γης από την περιουσία του συζύγου της.

 

Όταν η μητέρα του εξασφάλισε το συγκεκριμένο τεμάχιο γης, ο Αιτητής εξακολουθούσε να εργάζεται, ενώ, σύμφωνα με τον ίδιο, οι απειλές εκ μέρους της πατρικής του οικογένειας συνεχίζονταν. Κατά την περίοδο εκείνη απεβίωσε και η δεύτερη αδελφή του. Το γεγονός αυτό προκάλεσε στον Αιτητή φόβο και τον οδήγησε στην απόφαση να μη συνεχίσει να διαμένει στον συγκεκριμένο τόπο.  Η μητέρα του, του πρότεινε να μεταβεί στη Farana και να διαμείνει με τη δική της οικογένεια. Ο Αιτητής, ωστόσο, δεν επιθυμούσε να παραμείνει εκεί και της ζήτησε να τον συνδράμει ώστε να αναχωρήσει για το εξωτερικό. Η μητέρα του συζήτησε το ενδεχόμενο αυτό με τα μέλη της οικογένειάς της, τα οποία θεώρησαν ότι η αναχώρησή του από τη χώρα αποτελούσε ορθή επιλογή για λόγους που αφορούσαν την προσωπική του ασφάλεια.

 

Τελικά, η μητέρα του τον βοήθησε να ταξιδέψει στην Κύπρο και ανέλαβε τις αναγκαίες διαδικασίες με τη συνδρομή του μεγαλύτερου αδελφού της, καθότι τα χρήματα που διέθετε η ίδια δεν επαρκούσαν για την κάλυψη των σχετικών εξόδων.  Ως προς αυτό το σκέλος του αιτήματος, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παραθέσει ικανοποιητικές, συγκεκριμένες και επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με τον προβαλλόμενο κίνδυνο από την οικογένεια του πατέρα του. Ειδικότερα, όταν ρωτήθηκε κατά πόσο η περιουσία του πατέρα του είχε κατανεμηθεί μεταξύ των τριών συζύγων του, απάντησε αρχικά αρνητικά. Ακολούθως, διαφοροποίησε τη θέση του, δηλώνοντας ότι δεν γνώριζε τι είχε συμβεί, επειδή δεν είχε δει τη δεύτερη σύζυγο του πατέρα του. Σε ερώτηση της λειτουργού ως προς το ποιος έλαβε τελικά την περιουσία, απάντησε ότι αυτή περιήλθε στην οικογένεια του πατέρα του.

 

Όταν του επισημάνθηκε ότι, σύμφωνα με όσα είχε αναφέρει, το σύνολο της περιουσίας κατέληξε στην πατρική οικογένεια, συμφώνησε, προσθέτοντας στη συνέχεια ότι η μητέρα του έλαβε ένα τεμάχιο γης. Επομένως, παρά τον ισχυρισμό του ότι η οικογένεια του πατέρα του, του απηύθυνε απειλές εξαιτίας της περιουσίας, δεν παρέθεσε επαρκείς πληροφορίες που να εξηγούν πώς η μητέρα του κατόρθωσε τελικά να εξασφαλίσει μέρος αυτής, και συγκεκριμένα ένα τεμάχιο γης.

 

Ο Αιτητής ρωτήθηκε εάν είχε συμβεί οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό μεταξύ του ιδίου και των μελών της οικογένειας του πατέρα του. Απάντησε ότι δεν είχε συμβεί κάτι και ότι περιορίζονταν σε λεκτικές απειλές εναντίον του. Διευκρίνισε ότι οι απειλές άρχισαν ένα μήνα μετά τον θάνατο του πατέρα του και συνεχίστηκαν ακόμη και αφού οι συγγενείς του έλαβαν το τεμάχιο γης. Ωστόσο, δεν παρουσίασε επαρκείς πληροφορίες ή συγκεκριμένες λεπτομέρειες για τις εν λόγω απειλές. Παρά τον ισχυρισμό του ότι απειλείτο από το έτος κατά το οποίο απεβίωσε ο πατέρας του, παραδέχθηκε ότι δεν εκδηλώθηκε οποιαδήποτε πράξη σε βάρος του.

 

Η λειτουργός επισήμανε στον Αιτητή ότι η μητέρα του είχε λάβει ένα τεμάχιο γης, το οποίο ακολούθως πώλησε για να χρηματοδοτήσει τη μετάβασή του στην Κύπρο, θέση με την οποία ο ίδιος συμφώνησε. Όταν ρωτήθηκε εάν η οικογένεια του πατέρα του είχε προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια εναντίον της μητέρας του ή του αδελφού του, απάντησε αρνητικά. Ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε πως ο Αιτητής δεν παρέθεσε επαρκείς πληροφορίες ούτε ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς τον τρόπο με τον οποίο υποτίθεται ότι απειλείτο από την πατρική του οικογένεια.  Οι απαντήσεις του κρίθηκαν ανεπαρκής, και δεν προέκυψε από το αφήγημά του ότι θα τεθεί σε οποιοδήποτε κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

 

Ο Αιτητής ρωτήθηκε ποιες συνέπειες θεωρούσε ότι θα αντιμετώπιζε εάν επέστρεφε στη Γουινέα και απάντησε ότι θα αναγκαζόταν να αρχίσει τη ζωή του από την αρχή, επειδή είχε εγκαταλείψει τη χώρα αρκετά χρόνια προηγουμένως. Ισχυρίστηκε ότι δεν θα μπορούσε να εγκατασταθεί εκ νέου στην περιοχή όπου διέμενε παλαιότερα, καθώς θα βρισκόταν υπό πίεση. Πρόσθεσε ότι δεν θα μπορούσε να επιστρέψει, επειδή η κατοικία δεν του ανήκε. Ανέφερε, επίσης, ότι στην οικία της μητέρας του διέμενε ο πατριός του και, ως εκ τούτου, θα ήταν δύσκολο να συμβιώσουν όλοι μαζί.

 

Ο Αιτητής υποστήριξε περαιτέρω ότι, εάν η οικογένεια του πατέρα του πληροφορείτο την επιστροφή του, θα θεωρούσε ότι είχε επανέλθει στη χώρα με σκοπό να προκαλέσει προβλήματα. Για τον λόγο αυτό, δήλωσε ότι δεν θα αισθανόταν ασφαλής. Ο λειτουργός του επισήμανε ότι η διαφορά σχετικά με την περιουσία είχε ήδη τερματιστεί, δεδομένου ότι η οικογένεια του πατέρα του είχε λάβει την κληρονομιαία περιουσία, με εξαίρεση το τεμάχιο γης που είχε παραχωρηθεί στη μητέρα του. Ο Αιτητής συμφώνησε με την επισήμανση αυτή.  Όταν κλήθηκε να εξηγήσει για ποιο λόγο οι συγγενείς του θα πίστευαν ότι επέστρεψε για να δημιουργήσει προβλήματα, απάντησε ότι γνώριζαν πως δεν βρισκόταν πλέον στη χώρα. Ανέφερε ακόμη ότι, εάν γνωστοποιούσε στη μητέρα του την πρόθεσή του να επιστρέψει, εκείνη δεν θα τον δεχόταν, επειδή δεν θα ήταν σε θέση να τον συντηρεί.  Οι αναφορές του σε ενδεχόμενο κίνδυνο από την οικογένεια του πατέρα του κρίθηκαν αβάσιμες. Το περιουσιακό ζήτημα κρίθηκε ότι είχε ήδη επιλυθεί πριν από πολλά χρόνια, ενώ τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του εξακολουθούσαν να διαμένουν στον ίδιο τόπο χωρίς να έχει σημειωθεί οποιοδήποτε περιστατικό εις βάρος τους από την πατρική του οικογένεια.

 

Στα πλαίσια εξέτασης της εξωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, αντλήθηκαν πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του αιτητή.  Σύμφωνα με την εν λόγω πηγή, οι αντιδικίες που σχετίζονται με τη γη αποτελούν στην Γουινέα κεντρικό ζήτημα σε σημαντικούς τομείς της κοινωνικής και οικονομικής δραστηριότητας, οι οποίοι εκτείνονται από την εξορυκτική δραστηριότητα μέχρι τη στέγαση. Η ανεπαρκής γνώση του νομοθετικού πλαισίου που διέπει την κυριότητα και τη διαχείριση της γης έχει συχνά ως αποτέλεσμα την πρόκληση συγκρούσεων στην περιοχή, στην οποία διαμένουν περίπου τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι.  Βάσει στοιχείων προερχόμενων από δικαστικές πηγές, ποσοστό μεγαλύτερο του 60% των υποθέσεων που εξετάζονται από τα τοπικά δικαστήρια στις περιοχές Conakry, Coyah, Dubréka, Boffa και Forécariah αφορά διαφορές σχετικές με τη γη και την ακίνητη ιδιοκτησία. Η ιδιαίτερα αυξημένη συχνότητα εμφάνισης τέτοιων αντιδικιών καταδεικνύει την άμεση ανάγκη για σαφέστερο καθορισμό των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, καθώς και για αποτελεσματικότερη διακυβέρνηση στον συγκεκριμένο τομέα. 

 

Ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου αναφέρει πως ο αιτητής θα μπορούσε να απευθυνθεί στις αρχές της χώρας του για να προστατευθεί σε περίπτωση που αντιμετώπιζε τέτοιο ζήτημα πράγμα που δεν αποφάσισε να πράξει προτού εγκαταλείψει τη χώρα του, αλλά αποφάσισε αδικαιολόγητα κατά την αναφορά τους να μεταβεί στη Δημοκρατία.  Στο σύνολο των ενώπιον του στοιχείων το αρμόδιο όργανο δεν αποδέχτηκε τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, εφόσον δεν έκρινε τον αιτητή αξιόπιστο στις δηλώσεις του.

 

Το αρμόδιο όργανο προχώρησε σε αξιολόγηση κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του αιτητή στη χώρα του αλλά και σε νομική ανάλυση του αιτήματός του.  Στα πλαίσια της αξιολόγησης κινδύνου κρίθηκε πως δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι εάν ο αιτητής επιστρέψει στη χώρα του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ούτε λόγω κάποιας προσωπικής δίωξης ούτε και ως απόρροια της κατάστασης ασφαλείας στη Γουινέα.  Στη συνέχεια, στα πλαίσια της νομικής ανάλυσης κρίθηκε πως ο αιτητής δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος πρόσφυγα ή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.  Ενόψει των ανωτέρω το αρμόδιο όργανο δεν αποδέχτηκε το αίτημα του αιτητή.

 

Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τον ίδιο, αλλά και από το συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου και αφορά την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του αιτητή, δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμό, εφόσον προκύπτει πως ορθά έγινε αποδεκτός και ούτως ή άλλως δεν αμφισβητείται.

 

Ακολούθως, συμφωνώ με τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου ως προς την αναξιοπιστία του αιτητή αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του. Από το σύνολο των στοιχείων του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι ο αιτητής δεν κατόρθωσε να παρουσιάσει μία συνεκτική, επαρκώς συγκεκριμένη και εσωτερικά συνεπή αφήγηση ως προς τα γεγονότα που συνιστούν τον πυρήνα του αιτήματός του.  Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης, του δόθηκαν επανειλημμένα ευκαιρίες να αναπτύξει τους ισχυρισμούς του, να περιγράψει με περισσότερη λεπτομέρεια τα περιστατικά που επικαλείται και να αποσαφηνίσει ασάφειες ή αντιφάσεις που εντοπίστηκαν από τον λειτουργό. Παρά ταύτα, οι απαντήσεις του παρέμειναν γενικές, αόριστες και σε κρίσιμα σημεία, αντιφατικές.

 

Περαιτέρω, οι δηλώσεις του χαρακτηρίζονται από έλλειψη επαρκούς περιγραφικότητας και βιωματικών στοιχείων. Η αφήγησή του δεν περιλαμβάνει συγκεκριμένες λεπτομέρειες που ευλόγως θα αναμένονταν από πρόσωπο το οποίο ισχυρίζεται ότι βίωσε προσωπικά τα περιγραφόμενα περιστατικά. Η αδυναμία του να παρέχει τέτοιες πληροφορίες, επηρεάζει δυσμενώς την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών του, η οποία δεν τεκμηριώνεται.  Λαμβάνω υπόψη μου πως οι δηλώσεις του αιτητή αποτελούν το μοναδικό αποδεικτικό μέσο προς υποστήριξη του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού. Στις περιπτώσεις αυτές, η προσωπική αφήγηση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα και ως εκ τούτου, απαιτείται να παρουσιάζει τον αναγκαίο βαθμό συνοχής, σαφήνειας και αξιοπιστίας.

 

Σχετικά με την εξωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, προχώρησα σε έρευνα σε πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής του αιτητή, όπου προέκυψε πως σύμφωνα με έκθεση που δημιουργήθηκε συλλογικά από τους φορείς IIED[1], MDT[2] και COD – DC[3] το 2021, στη Γουινέα, το ισχύον σύστημα διαχείρισης γης και οι διαδοχικές μεταρρυθμίσεις έχουν αποδειχθεί ανεπαρκή, ιδιαίτερα λόγω της αύξησης των μεγάλων επενδύσεων στους τομείς της εξόρυξης και της γεωργίας. Οι επενδύσεις αυτές έχουν αυξήσει την πίεση στη γη, την ανασφάλεια κατοχής και τον κίνδυνο εκτοπισμού των αγροτικών κοινοτήτων, οι οποίες βασίζονται κυρίως σε συλλογικά εθιμικά δικαιώματα γης. Με βάση τον Κώδικα Ιδιωτικής και Κρατικής Γης του 1992 (Code foncier et domanial), το σύστημα αναγνώρισης δικαιωμάτων βασίζεται κυρίως στην επίσημη καταχώριση και έκδοση τίτλων ιδιοκτησίας, ένα μοντέλο που αντανακλά την ατομική ιδιοκτησία και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα των αγροτικών περιοχών, όπου η γη συχνά κατέχεται συλλογικά βάσει εθιμικών κανόνων.

 

Η έλλειψη γνώσης, ο αναλφαβητισμός, το κόστος, η απόσταση από τις αρμόδιες υπηρεσίες και η πολυπλοκότητα των διαδικασιών έχουν ως αποτέλεσμα πολύ μικρό μέρος της αγροτικής γης να είναι επίσημα καταχωρημένο. Παράλληλα, υπάρχουν σοβαρές αδυναμίες στον μηχανισμό επίλυσης διαφορών, καθώς εμπλέκει πολλές κρατικές υπηρεσίες χωρίς επαρκή συντονισμό, ενώ οι αγροτικές κοινότητες δυσκολεύονται να προσφύγουν στα δικαστήρια λόγω της απόστασης, του κόστους και της βραδύτητας των διαδικασιών. Στη Γουϊνέα συνυπάρχουν κρατικοί/δικαστικοί μηχανισμοί και παραδοσιακοί αρχηγοί για την επίλυση διαφορών, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε καταχρηστική εκμετάλλευση του συστήματος. Οι συγκρούσεις αφορούν, μεταξύ άλλων, διαφορές μεταξύ κοινοτήτων και κράτους, κοινοτήτων και επενδυτών, καθώς και αγροτών και κτηνοτρόφων. Η επέκταση των μεγάλων έργων εξόρυξης, υδροηλεκτρικής ενέργειας και γεωργικών επενδύσεων έχει εντείνει τις απαλλοτριώσεις γης, θέτοντας σε κίνδυνο τη γεωργία οικογενειακής εκμετάλλευσης και την παραδοσιακή κτηνοτροφία. Ως αποτέλεσμα, οι ήδη ευάλωτες αγροτικές κοινότητες αντιμετωπίζουν αυξημένη ανασφάλεια και απειλή για τα νόμιμα/εθιμικά δικαιώματά τους στη γη.[4]

 

Σύμφωνα με έκθεση των Ηνωμένων Εθνών του 2024, στην Κάτω Γουινέα, οι διαφορές σχετικά με τη γη και την ιδιοκτησία αποτελούν σημαντικό κοινωνικοοικονομικό πρόβλημα, καθώς αντιπροσωπεύουν πάνω από το 60% των υποθέσεων στα τοπικά δικαστήρια σε περιοχές όπως το Conakry, Coyah, Dubréka, Boffa και Forécariah. Στην αύξηση των συγκρούσεων συμβάλλουν παράγοντες όπως η περιορισμένη γνώση των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, οι δραστηριότητες εξορυκτικών εταιρειών, η ταχεία αστικοποίηση και οι αναγκαστικές εξώσεις. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος, ο οργανισμός Peacebuilding Fund χρηματοδότησε, από το 2021 έως το 2024, με 2,1 εκατ. δολάρια, διάφορα πρόγραμμα για τη βελτίωση της διακυβέρνησης της γης και την ειρηνική επίλυση διαφορών.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, επομένως, οφείλω αρχικά να σημειώσω, μετά την ολοκλήρωση της έρευνάς μου, ότι οι διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης είναι περιορισμένες και σταματούν το έτος 2024, ωστόσο διαπιστώνεται μη μεταβολή στην κατάσταση αναφορικά με την ιδιοκτησία γης όπως φαίνεται από την πιο παράθεση, με τις συνθήκες ούτε να επιδεινώνονται αλλά ούτε και να βελτιώνονται παρά τις προσπάθειες.  Από τις ανωτέρω πηγές πληροφόρησης, προκύπτουν στοιχεία τα οποία συνάδουν, σε γενικό επίπεδο με τον ισχυρισμό του αιτητή, χωρίς ωστόσο να διαφαίνονται συγκεκριμένα οικογενειακές κτηματικές διαφορές αλλά μία γενικότερη ελλιπής διαχείριση της κατανομής της γης στη χώρα. Ωστόσο, η εξωτερική αυτή επιβεβαίωση, επαναλαμβάνω, είναι περιορισμένη και δεν εκτείνεται στα ειδικότερα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο αιτητής, ούτε δύναται να επιβεβαιώσει ότι τα περιστατικά που περιέγραψε έλαβαν πράγματι χώρα στην περίπτωσή του. Ως εκ τούτου, μολονότι αναγνωρίζεται ότι υφίστανται ορισμένα στοιχεία εξωτερικής αξιοπιστίας τα οποία συνάδουν με το γενικό πλαίσιο του ισχυρισμού του, αυτά δεν είναι ικανά να θεραπεύσουν τις ουσιώδεις αδυναμίες που διαπιστώθηκαν κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του. Συνεπώς, κρίνω ότι η εξωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού θεμελιώνεται μόνο μερικώς και, σε συνδυασμό με τα ανωτέρω διαπιστωθέντα ως προς την εσωτερική του αξιοπιστία, ο ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.

 

Υπό το φως του συνόλου του ενώπιον μου υλικού, συμφωνώ με την αξιολόγηση και τα συμπεράσματα του αρμόδιου οργάνου ως προς την εξέταση του αιτήματος του Αιτητή. Κατά την κρίση μου, η αξιολόγηση στην οποία προέβη η Υπηρεσία Ασύλου είναι επαρκώς αιτιολογημένη, στηρίζεται στα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν της και δεν προκύπτει οποιοσδήποτε λόγος από τον οποίο να διαφαίνεται ότι θα μπορούσε να δοθεί στον αιτητή καθεστώς.  Περαιτέρω, από το σύνολο του υλικού δεν προκύπτουν επαρκείς και αξιόπιστες ενδείξεις οι οποίες να δικαιολογούν την αποδοχή ότι ο Αιτητής αντιμετωπίζει, κατά τον χρόνο εξέτασης του αιτήματός του ή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Η απλή επίκληση ενός προβλήματος ή μιας διαφοράς, χωρίς την ύπαρξη αξιόπιστων στοιχείων που να καταδεικνύουν ότι αυτή δημιουργεί πραγματικό κίνδυνο για τον ίδιο τον Αιτητή, δεν είναι από μόνη της ικανή να θεμελιώσει ανάγκη διεθνούς προστασίας.

 

Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):  «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».

 

Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).

 

Αδιαμφισβήτητα όπως προκύπτει από το άρθρο 18 (5) του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6 (Ι)/2000), ο Αιτητής που επιθυμεί την υπαγωγή του στο ειδικό προστατευτικό καθεστώς της Σύμβασης, οφείλει να εκθέσει στη διοίκηση με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του.  Ο Αιτητής δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει για την απόδειξη των ισχυρισμών του, τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, αυτό όμως δεν αίρει την υποχρέωσή του να επικαλεσθεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αίτημα που υπέβαλε στις αρμόδιες αρχές.

 

Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του Αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο Αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).

  

Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου προκύπτει πως ο αιτητής είχε αρκετές ευκαιρίες κατά το στάδιο της συνέντευξής του να αναπτύξει με κάθε λεπτομέρεια τον πυρήνα του αιτήματός του και να θεμελιώσει τον ισχυριζόμενο κίνδυνο που αντιμετωπίζει στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής ούτε στην ενώπιον μου διαδικασία που είχε τη δυνατότητα να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία του, να διευκρινίσει τις ασυνέπειες και τις ανακρίβειες του, έθεσε ενώπιον μου οποιοδήποτε στοιχείο. Κατά συνέπεια, ενόψει των προβαλλόμενων ισχυρισμών δεν θα μπορούσε να παραχωρηθεί στον αιτητή καθεστώς πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 3, του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.

 

Πρόσθετα, από το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου κρίνω ότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 για να παραχωρηθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι».  Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός, έχοντας αποδεχθεί ότι ο τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της είναι το Conacry, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στην εν λόγω τοποθεσία, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.  

 

Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Conakry, όπου ανήκει ο τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή, η κοινότητα Matodo, της Γουινέα, η πύλη ACLED (Τhe Armed Conflict Location&Event Data Project), κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 08/09/2026), κατέγραψε συνολικά 90 περιστατικά ασφαλείας, εκ των οποίων τα 17 συνιστούν περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες). Εκ των ανωτέρω περιστατικών ασφαλείας προέκυψαν 8 ανθρώπινες απώλειες, από τις οποίες οι 6 που σημειώθηκαν ήταν απόρροια πολιτικής βίας.[5] Ειδικότερα, για την κοινότητα Matodo, η πύλη ACLED, δεν κατέγραψε περιστατικά που έλαβαν χώρα κατά την αναφερόμενη χρονική περίοδο. Σημειώνεται δε πως ο πληθυσμός της πόλης Conakry της Γουινέα εκτιμήθηκε για το έτος 2026 στους 2.195.947 κατοίκους.[6]

 

Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τόπο συνήθους διαμονής της δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας της να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι είναι ενήλικας, υγιής, έχει λάβει στοιχειώδη μόρφωση, πλήρως ικανή προς εργασία και χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.  Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του αιτητή που περιλαμβάνονται στην Γραπτή του Αγόρευση και αφορούν τα πραγματικά περιστατικά του αιτήματός του δεν διακρίνω ότι παραθέτουν οτιδήποτε για τον πυρήνα του αιτήματος του αιτητή, ούτε διαφοροποιούν ή ενισχύουν τα όσα ήδη έχει αναφέρει ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα. 

 

Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, διεξήγαγαν τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Συνεπώς, ο ισχυρισμός του ευπαίδευτου συνηγόρου του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου απορρίπτεται στο σύνολό του.

 

Με βάση λοιπόν, το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με δέουσα προσοχή και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου στην οποία αναφέρονται οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος του αιτητή, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της ήταν απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.

 

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με €600 έξοδα, υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Το International Institute for Environment and Development (IIED) προωθεί τη βιώσιμη ανάπτυξη, συνδέοντας τις τοπικές προτεραιότητες με τις παγκόσμιες προκλήσεις.

[2] Ο οργανισμός Les Mêmes Droits pour Tous (MDT), το οποίο σημαίνει «Τα ίδια δικαιώματα για όλους», είναι μια οργάνωση της κοινωνίας των πολιτών της Γουινέας (CSO – Civil Society Organization) που αφιερώνεται στην υπεράσπιση και την προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

[3] O Conseil Ouest-Africain pour le Développement et la Citoyennité (COD – DC) είναι μια ένωση δέκα οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών της Γουινέας (μεταξύ των οποίων και η προαναφερόμενη MDT), η οποία συνεργάζεται με την κυβέρνηση για νομικές μεταρρυθμίσεις σχετικά με αναπτυξιακά έργα που επηρεάζουν τη ζωή των κοινοτήτων.

[4] IIED – MDT – COD-DC, Briefing: Land reforms in Guinea: challenges and prospects for the recognition of legitimate rights, March 2021, https://www.iied.org/sites/default/files/pdfs/2021-07/17778IIED.pdf

[5] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Guinea, Events / Fatalities, All Events/Political Violence, Past Year/Conakry διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer

[6] World Population Review, Guinea: Conakry, https://worldpopulationreview.com/cities/guinea/conakry


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο