Η.Β. κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Συνεκδ. Υποθεσεις 2859/23 και 2860/23, 30/9/2026
print
Τίτλος:
Η.Β. κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Συνεκδ. Υποθεσεις 2859/23 και 2860/23, 30/9/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Συνεκδ. Υποθεσεις 2859/23 και 2860/23

 

30 Σεπτεμβρίου, 2026

 

[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

( Υπ. Αρ. 2859/2023)

 

Μεταξύ:

Η.Β.

Αιτητής

 

-και-

 

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η Αίτηση

 

-------------------------------------------------

 

( Υπ. Αρ. 2860/2023)

 

 

E.B.

M.B.

Αιτητές

-και-

 

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η Αίτηση

 

 

Γ. Βασιλόπουλος (κ), Δικηγόρος για τους Αιτητές

Β. Θωμά (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με τις συνεκδικαζόμενες προσφυγές τους, οι Αιτητές προσβάλλουν την απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερoμηνίας 16/06/2023, δια  της οποίας απορρίφθηκαν τα αιτήματά τους για παραχώρηση διεθνούς προστασίας ως πολιτικών προσφύγων και/ή υποκατάστατης διεθνούς προστασίας,  ως άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερούμενη οιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος και είναι αποτέλεσμα πλάνης και κακής εφαρμογής του Νόμου. Ζητούν ακολούθως όπως το παρόν Δικαστήριο εκδώσει νέα απόφαση επί της ουσίας του αιτήματός τους προς αντικατάσταση της προσβαλλόμενης απόφασης, δια της οποίας θα τους αναγνωρίζει ως πολιτικούς πρόσφυγες ή θα τους παρέχει υποκατάσταση προστασία, η οποία θα αντικαθιστά την προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν ως ακολούθως:

 

Ο Αιτητής στην προσφυγή 2859/23 (από τούδε και στο εξής αναφερόμενος ως  “Αιτητής”) είναι ενήλικος, υπήκοος Ιράν, κάτοχος διαβατηρίου της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν. Στις 16/03/2021 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, παραλαμβάνοντας την ίδια ημέρα αντίστοιχη βεβαίωση υποβολής αιτήματος.

 

Στις 14/11/2022 και 21/11/2022 διεξήχθησαν οι προφορικές συνεντεύξεις του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της EUAA.

 

H Αιτήτρια στην προσφυγή 2860/23 (από τούδε και στο εξής αναφερόμενη ως “Αιτήτρια”) είναι ενήλικη, υπήκοος Ιράν, κάτοχος διαβατηρίου της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν. Στις 17/05/2022 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας για την ίδια και το ανήλικο τέκνο της, αιτητή στην ίδια προσφυγή  (κάτοχο διαβατηρίου της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν) παραλαμβάνοντας αυθημερόν αντίστοιχη βεβαίωση υποβολής αιτήματος.  Η Αιτήτρια και ο Αιτητής είναι παντρεμένοι και γονείς του ανήλικου αιτητή.

 

Στις 16/05/2022 διεξήχθη συνέντευξη προς αξιολόγησης της ευαλωτότητας της Αιτήτριας και του ανήλικου τέκνου, οι οποίοι χαρακτηρίστηκαν ως μονογονεϊκή οικογένεια.

 

Στις 22/09/2022 διεξήχθη η προφορική συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της EUAA.

 

Κατά τη διάρκεια των προφορικών τους συνεντεύξεων, ο Αιτητής και η Αιτήτρια συναίνεσαν, λόγω του ότι αποτελούν οικογένεια, όπως εκδοθεί μία κοινή απόφαση επί των ετεροχρονισμένα υποβληθέντων αιτημάτων τους (βλ. ερ. 74 και 33 δ.φ.).  Στις 09/06/2023, o λειτουργός της EUAA ετοίμασε τελική Έκθεση - Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, δια της οποίας εισηγήθηκε την απόρριψη των αιτημάτων των Αιτητών. Στις 16/06/2023, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την Έκθεση – Εισήγηση απέρριψε τις αιτήσεις ασύλου των Αιτητών και διέταξε την επιστροφή τους στο Ιράν, υπό την αίρεση της παρόδου άπρακτης προθεσμίας 30 ημερών προς καταχώρηση προσφυγής ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου.

 

Η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε ιδιοχείρως στον Αιτητή στις 09/08/2023.

 

Στις 24/08/2023, ο Αιτητής και η Αιτήτρια καταχώρησαν αυτοπροσώπως ξεχωριστές προσφυγές, ο μεν Αιτητής δηλώνοντας ότι δε μπορεί να επιστρέψει στο Ιράν για οικογενειακούς λόγους καθώς κινδυνεύει από τους γονείς του, η δε Αιτήτρια δήλωσε ότι εάν επιστρέψει στο Ιράν, ο πεθερός της, ο οποίος κατά το παρελθόν της επιτέθηκε με μαχαίρι, θα της πάρει το ανήλικο τέκνο.

 

H Αιτήτρια στη συνέχεια υπέβαλε αίτηση νομικής αρωγής (ΝΑ 117/23) επί της στην υπ’ αριθμό 2860/23 απόφασης, η οποία έγινε δεκτή από το Δικαστήριο στις 05/10/2023, με επακόλουθο τον διορισμό του κ. Βασιλόπουλου, ο οποίος καταχώρησε αίτηση τροποποίησης της εν λόγω προσφυγής, η οποία εγκρίθηκε από το Δικαστήριο με Διάταγμα ημερομηνίας 03/11/2023.  Ο συνήγορος στη συνέχεια υπέβαλε αίτηση συνεκδίκασης της προσφυγής 2860/23 με την προσφυγή 2859/23 που αφορά τον σύζυγο και πατέρα, η οποία εγκρίθηκε στις 23/01/2024, παράλληλα δε αιτήθηκε την τροποποίηση της προσφυγής, η οποία έγινε δεκτή από το παρόν Δικαστήριο με διάταγμα ημερομηνίας 27/02/2024.

 

Δια των τροποποιηθεισών προσφυγών, των οποίων το περιεχόμενο ταυτίζεται, ο συνήγορος των Αιτητών προωθεί πλήθος ισχυρισμών προς ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίοι ωστόσο δεν προωθούνται στο σύνολό τους, δια της γραπτής του αγόρευσης.

 

Δια της γραπτής του ωστόσο αγόρευσης, ο συνήγορος των Αιτητών αρχικά προωθεί ισχυρισμούς περί έλλειψης δέουσας έρευνας, ελλιπούς αιτιολογίας, πλάνης περί τα πράγματα και το Νόμο, καθώς και ότι οι Καθ΄ων η αίτηση παραλείψαν να εξετάσουν κατά πόσο οι Αιτητές δικαιούνται καθεστώς διεθνούς προστασίας. Υπεραμυνόμενος της αξιοπιστίας του συνόλου των ισχυρισμών των Αιτητών, αρχικά ο κος Βασιλόπουλος τονίζει ότι το Ιράν δεν έχει υιοθετήσει τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης σχετικά με τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας και προωθεί ότι σε περίπτωση που οι Αιτητές επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής τους, θα παραβιαστούν τα δικαιώματά τους τα οποία απορρέουν από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, καθώς η Αιτήτρια αποτελεί στιγματισμένη γυναίκα, επικαλούμενος αόριστα σχετική Νομολογία καθώς και την αρχή της μη χειροτέρευσης (reformation in pieus).

 

Ακολούθως προωθεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως έγινε ήδη αποδεκτό, ο Αιτητής και η Αιτήτρια δέχτηκαν την κακομεταχείριση από την οικογένεια του πρώτου στο Ιράν και συγκεκριμένα από τον πατέρα του, σε σχέση δε με την Αιτήτρια συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι η κακομεταχείριση των γυναικών αποτελεί σύνηθες φαινόμενο στην Ιρανική κοινωνία και προωθεί ότι κακώς οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι οι Αιτητές είναι ενήλικες, υγιείς, διαθέτουν εργασιακή εμπειρία και έτσι θα μπορούσαν να αποχωρήσουν από την οικία που διέμεναν με τον πατέρα του Αιτητή και να εγκατασταθούν με ασφάλεια σε κάποια άλλη περιοχή.

 

Στη συνέχεια προωθεί ότι οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να διερευνήσουν τις συνθήκες υπό τις οποίες θα μπορούσαν οι Αιτητές να εγκατασταθούν σε άλλη περιοχή δεδομένου ότι δεν ήταν οικονομικά ανεξάρτητοι. Σε κάθε περίπτωση, ο συνήγορος των Αιτητών υποστηρίζει ότι οι Καθ΄ων η αίτηση παρέλειψαν να διερευνήσουν επαρκώς της δηλώσεις των Αιτητών περί του ότι ο πατέρας του Αιτητή προέβη σε καταγγελία κατά της Αιτήτριας ενώπιον των Ιρανικών αρχών κατηγορώντας την ότι εγκατέλειψε το Ιράν χωρίς την άδειά του, παίρνοντας μαζί της ανήλικο τέκνο της, καθώς οι σχετικοί ισχυρισμοί απορρίφθηκαν αναιτιολόγητα.

 

Στη συνέχεια ο συνήγορος των Αιτητών προωθεί ότι η Αιτήτρια δεν είχε το δικαίωμα να εγκαταλείψει το Ιράν χωρίς την άδεια του πεθερού της, ο οποίος κατέστη κηδεμόνας του ανήλικου τη στιγμή που ο Αιτητής εγκατέλειψε το Ιράν. Επιφυλάχθηκε δε στο συγκεκριμένο σημείο ο κος Βασιλόπουλος, όπως προσκομίσει αντίγραφο της καταγγελίας του πεθερού της Αιτήτριας σε μεταγενέστερο στάδιο της παρούσας διαδικασίας, ενώ υποστηρίζει ότι σε περίπτωση επιστροφής των Αιτητών στο Ιράν, την κηδεμονία του ανήλικου τέκνου θα αναλάβει ο παππούς του.

 

Ακολούθως ο κος Βασιλόπουλος υπεραμύνεται της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της Αιτήτριας περί του ότι υπήρξε θύμα έμφυλης-ενδοοικογενειακής βίας από τον πεθερό της και τα αδέρφια του συζύγου της, υποστηρίζοντας ότι σε χρόνο κατά τον οποίο ο σύζυγός της είχε ήδη εγκαταλείψει το Ιράν,  εκείνη συνελήφθη από την αστυνομία ηθών λόγω του ότι η μαντήλα που φορούσε δεν κάλυπτε εξ ολοκλήρου τα μαλλιά της και ο πεθερός της της απαγόρευσε να εξέρχεται της οικίας που διέμενε, εντός της οποίας τα μέλη της οικογένειας του συζύγου της τη χτυπούσαν συστηματικά. Συνεπεία της εν λόγω μεταχείρισης, ανέπτυξε ψυχοσωματικά συμπτώματα τόσο η ίδια όσο και το ανήλικο τέκνο της. Εγείρει επίσης ότι συμπεριφορές σαν τις ανωτέρω είναι συνήθεις στο Ιράν καθώς η θέση της γυναίκας είναι «κατώτερη», με αποτέλεσμα τα όσα η Αιτήτρια βίωσε από τον πεθερό της να συνιστούν, κατά τις πρόνοιες του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, παρελθούσα δίωξη λόγω φύλου. Παράλληλα, λόγω της καταγγελίας στην οποία προέβη ο πεθερός της εναντίον της στις αρχές του Ιράν, ενδέχεται σε περίπτωση επιστροφή της εκεί να αντιμετωπίσει περαιτέρω πράξεις που ανέρχονται σε επίπεδο «σοβαρής βλάβης».

 

Αναφορικά, τέλος, με τον ισχυρισμό του Αιτητή περί συμμετοχής του σε διαδηλώσεις κατά του Ιρανικού καθεστώτος στην Κύπρο, ο συνήγορος των Αιτητών τονίζει ότι εν λόγω ισχυρισμός έγινε δεκτός ως αξιόπιστος, πλην όμως οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν λανθασμένα ότι εξ αυτού δεν ανακύπτει κάποιος κίνδυνος για τον Αιτητή σε περίπτωση που επιστρέψει στο Ιράν, επικαλούμενοι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο Αιτητής αποτέλεσε ένα απλό συμμετέχοντα στη διαδήλωση χωρίς να έχει κάποιο σημαντικό ρόλο, ενώ δεν είχε ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και η οικογένειά του κάποια πολιτική δραστηριότητα στο Ιράν. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι οι Καθ΄ων η αίτηση παρέλειψαν να διερευνήσουν και να λάβουν υπόψη το γεγονός ότι τα μέλη της οικογένειας του Αιτητή ήταν ενεργά μέλη πολιτικών οργανώσεων και προωθεί ότι η Ιρανική Υπηρεσία Πληροφοριών είναι πολύ ενεργή στην παρακολούθηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και αυστηρή στις ποινές που επιβάλλονται στους διαδηλωτές.

 

Ολοκληρώνοντας, ο συνήγορος των Αιτητών ζητά από το παρόν Δικαστήριο να κηρύξει άκυρη την προσβαλλόμενη απόφαση και να εκδώσει απόφαση δια της οποίας τους χορηγεί καθεστώς πρόσφυγα, άλλως καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Η συνήγορος των Καθ΄ ων η αίτηση με τη γραπτή της αγόρευση αντικρούει όλους τους ισχυρισμούς του συνηγόρου των Αιτητών και υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ληφθεί νόμιμα και ορθά, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η Αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.

 

Ως προς την ουσία της υπόθεσης, η κα Θωμά προβάλλει ότι οι Αιτητές δεν κατάφεραν να αποσείσουν το βάρος της απόδειξης που τους αναλογεί προκειμένου να θεμελιωθεί η αξιοπιστία του συνόλου των ισχυρισμών τους,  έτσι ώστε να μπορέσουν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης ή σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση που επιστρέψουν στο Ιράν. Τονίζει επίσης ότι, αν και οι Αιτητές δήλωσαν ότι ο πατέρας του Αιτητή εργαζόταν για τη Sepah και διέθετε διασυνδέσεις υψηλού επιπέδου, κανένα στοιχείο ή και πληροφορία δεν ήταν σε θέση να παράσχουν, αφού ο Αιτητής επικαλέστηκε ανεπαρκώς ότι δε γνωρίζει πληροφορίες επειδή ο πατέρας του ήταν διακριτικός και δεν τους έλεγε τίποτα για τη δουλειά του.  Επισημαίνει ακολούθως ότι οι Αιτητές ουδέποτε εξήγησαν ευλογοφανώς το λόγο για τον οποίο, αν και υγιείς και ικανοί προς εργασία, ουδέποτε προσπάθησαν να ζήσουν ανεξάρτητα από την πατρική οικογένεια του Αιτητή.  

 

Η συνήγορος των Καθ’ων η Αίτηση υποστηρίζει επίσης, ότι ακόμα και αν υπήρχαν προβλήματα στην κοινή διαβίωση των Αιτητών με τον πατέρα του Αιτητή, αυτά δεν ανέρχοντο σε επίπεδο δίωξης έτσι ώστε να πιθανολογηθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής τους εκεί, οι Αιτητές θα αντιμετωπίσουν εκ νέου μεταχείριση που ανέρχεται στα επίπεδα της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης.

 

Ως προς τη συμμετοχή του Αιτητή στις διαδηλώσεις εναντίον του καθεστώτος του Ιράν που έλαβαν χώρα στην Κύπρο, η συνήγορος των Καθ’ων η Αίτηση υποστηρίζει ότι ο Αιτητής δεν διαδραμάτισε κάποιο σημαντικό ρόλο σε αυτές καθώς αποτέλεσε ένα απλό συμμετέχοντα, ενώ σε συνδυασμό με την απουσία προσώπου με πολιτική δραστηριότητα στην οικογένειά του αλλά και δικής του πολιτικής ανάμειξης στο Ιράν, ορθώς κρίθηκε ότι δεν ανακύπτει κανένας λόγος πιθανολογούμενης δίωξής του στη χώρα καταγωγής για πολιτικούς λόγους. 

 

Αναφορικά με το ανήλικο τέκνο των Αιτητών, η συνήγορος για τους Καθ΄ων η αίτηση ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση επιστροφής της οικογένειας στο Ιράν, δεδομένου ότι αυτό θα βρίσκεται με αμφότερους τους γονείς του, δεν θα αντιμετωπίσει οποιαδήποτε δίωξη ή κίνδυνο και εν πάση περιπτώσει, από τα στοιχεία του φακέλου δεν ανακύπτει κάποιο στοιχείο ή διαπίστωση που να συνηγορεί υπερ του ότι αγνοήθηκε το βέλτιστο συμφέρον του.

 

Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση του παρόντος Δικαστηρίου, κρίνω σκόπιμο όπως αναφερθώ στα κατωτέρω αναφορικά με το εφαρμοστέο επί της παρούσης νομικό πλαίσιο:

 

Η επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας κατατέθηκε πριν από τις 12 Ιουνίου 2026. Ως εκ τούτου, δυνάμει του άρθρου 79(3) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, η διαδικασία εξέτασης της αίτησης και της παρούσας προσφυγής εξακολουθεί να διέπεται από την Οδηγία 2013/32/ΕΕ και συνεπώς, τις αντίστοιχες διατάξεις των περί Προσφύγων Νόμων 2000-2025, όπως ίσχυε μέχρι την έναρξη εφαρμογής του Ν. 115(Ι)/2026. Σχετική ερμηνεία δόθηκε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην πρόσφατη απόφασή του C-198/25, ημερομηνίας 4 Ιουνίου 2026 επί προδικαστικής παραπομπής (ECLI:EU:C:2026:447, σκ. 21-22 της απόφασης).

 

Ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος πρόσφυγα ή επικουρικής προστασίας εφαρμόζεται, κατά τον χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης, ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347, σε εφαρμογή από την 1η Ιουλίου 2026 δυνάμει του άρθρου 42 αυτού. Δυνάμει του άρθρο 41 αυτού, η Οδηγία 2011/95/ΕΕ καταργείται από την ίδια ημερομηνία και οι παραπομπές σε αυτήν, νοούνται ως παραπομπές στον Κανονισμό. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο διενεργεί την απαιτούμενη από το άρθρο 46(3) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ πλήρη και ex nunc εξέταση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων, εφαρμόζοντας τα ουσιαστικά κριτήρια του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

Ισχυρισμοί Αιτητών στην Υπηρεσία Ασύλου

 

Θα προχωρήσω εξετάζοντας τους ισχυρισμούς των Αιτητών ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου οι οποίοι συμπεριλαμβάνονται στο περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο, εκτός της νομιμότητας, και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν, και την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου (βλ. άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(I)/2018).

 

H Αιτήτρια, κατά την υποβολή αιτήματος διεθνούς προστασίας που υπέβαλε για την ίδια και το ανήλικο τέκνο της, δήλωσε ότι εγκατέλειψε το Ιράν επειδή ο σύζυγός της αναχώρησε από εκεί στις 28/10/2020 και έκτοτε αντιμετώπιζε προβλήματα με την οικογένειά του, τα μέλη της οποίας την κακομεταχειριζόταν. Εξήγησε ότι η ίδια κατάγεται από την επαρχία και όταν την επισκεπτόταν ο πατέρας της στην οικία που διέμενε με τα πεθερικά της, εκείνη επέστρεφε μαζί του, πλην όμως ο πεθερός της την ανάγκαζε να επιστρέψει στην Τεχεράνη και τη χτυπούσε. Παράλληλα, της απαγόρευε να εξέρχεται της οικίας που διέμεναν και να έχει προσωπικά αντικείμενα στην κατοχή της, ενώ την ανάγκαζε να εκτελεί τις αγγαρείες του σπιτιού. Επειδή μάλιστα τη χτυπούσαν συστηματικά τα μέλη της οικογένειας του συζύγου της, το ανήλικο τέκνο της άρχισε να τρώει τα νύχια του από το άγχος. Έτσι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Ιράν και να έρθει στην Κύπρο για να βρει το σύζυγό της (βλ. ερ. 1 δ.φ. F22 – XXX19).

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης προς αξιολόγηση της ευαλωτότητας της ίδιας και του ανήλικου τέκνου της στις 16/05/2022, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε το Ιράν επειδή ο σύζυγός της έφυγε από εκεί και στη συνέχεια την καταπίεζε η οικογένειά του. Ειδικότερα, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ο πεθερός της την κατηγορούσε ότι ο σύζυγός της και υιός του εγκατέλειψε τη χώρα εξαιτίας της και κρατούσε το ανήλικο τέκνο μακριά της. Εξηγεί συναφώς ότι ο πεθερός της έπαιρνε το ανήλικο τέκνο της στο σπίτι του και εκείνη αναγκαζόταν να ακολουθήσει. Εκεί αναμενόταν από εκείνη να υπηρετεί τον πατέρα και τα αδέρφια του Αιτητή, να μαγειρεύει και να καθαρίζει. Παράλληλα της απαγόρευαν να εξέλθει της οικίας ακόμα και για σημαντικούς λόγους, ενώ την απειλούσαν ότι εάν βγει από το σπίτι θα της κόψουν το κεφάλι.

 

Τόνισε μάλιστα ότι τον πρώτο χρόνο απουσίας του συζύγου της, ο πεθερός της τη γρονθοκόπησε στο στόμα και της έσπασε τα δόντια επειδή πίστευε ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε το Ιράν εξαιτίας της. Στη συνέχεια δήλωσε ότι τη μετέφερε στο νοσοκομείο ο ίδιος ο πεθερός της, ο οποίος δηλώσει στους γιατρούς ότι η Αιτήτρια έπεσε από τις σκάλες, απαγορεύοντάς της να τους αποκαλύψει τι πραγματικά συνέβη. Ερωτηθείσα εάν το ανήλικο τέκνο της αποτέλεσε αυτόπτη μάρτυρα της συμπεριφοράς του πεθερού της  απέναντί της, η Αιτήτρια απάντησε αρνητικά, επικαλούμενη μόνο ότι το ανήλικο γνώριζε ότι δεν επιτρεπόταν στη μητέρα του να εξέλθει της οικίας που διέμεναν με τον παππού του. Κληθείσα να αποσαφηνίσει κατά πόσον είχε υποστεί οποιαδήποτε άλλη μορφή βίαιης συμπεριφοράς, πέραν της προαναφερθείσας, η Αιτήτρια απάντησε αρνητικά (βλ. ερ. 65 – 64 δ.φ. F22 – XXX19).

 

Σε σχέση με τα όσα δήλωσαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου στα πλαίσια των συνεντεύξεων που έλαβαν χώρα προς εξέταση του αιτήματός τους, αρχικά ο Αιτητής, ως προς τα προσωπικά του στοιχεία δήλωσε ότι γεννήθηκε στις 26/02/1986 στην Τεχεράνη, μεγάλωσε και έζησε αποκλειστικά εκεί, διαμένοντα στην πατρική του οικία καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Αναφορικά με την πατρική του οικογένεια, ο Αιτητής δήλωσε ότι αμφότεροι οι γονείς του, όπως και τα 4 αδέρφια του, εξακολουθούν να διαμένουν στη Τεχεράνη. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι είναι σύζυγός της Αιτήτριας και πατέρα του ανήλικου τέκνου της υπό εξέταση υπόθεσης, αφού δήλωσε ότι παντρεύτηκαν στις 25/05/205 και το ανήλικο γεννήθηκε στις 27/08/2010 στην Τεχεράνη.

 

Σχετικά με το μορφωτικό του επίπεδο, ο Αιτητής δήλωσε ότι φοίτησε στο σχολείο για 12 χρόνια, ενώ εξήγησε ότι μιλάει Τουρκικά του Ιράν καθώς και Φαρσί, δηλώνοντας ότι θεωρεί τη μητρική του γλώσσα τα Τουρκικά του Ιράν, καθώς η μητέρα του είχε Αζερική καταγωγή. Ως προς την εργασιακή του εμπειρία, ο Αιτητής δήλωσε ότι εργαζόταν ως κουρέας από ηλικίας 12 ετών μέχρι να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του. Ερωτηθείς εάν εκπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις στο Ιράν, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά επικαλούμενος ότι εξαιρέθηκε. Ως προς το ταξίδι του, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του νόμιμα με προορισμό την Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια ταξίδεψε μέχρι τα κατεχόμενα εδάφη από όπου εισήλθε παράτυπα στα εδάφη που ελέγχονται από τη Δημοκρατία.  Σχετικά με το θρήσκευμά του, ο Αιτητής δήλωσε Μουσουλμάνος (βλ. ερ. 54 – 48 δ.φ. F21 – XXX31).

 

Η δε Αιτήτρια, σχετικά με τα δικά της προσωπικά στοιχεία καθώς και αυτά του ανήλικου τέκνου της, αρχικά επιβεβαίωσε ότι το ανήλικο τέκνο της γεννήθηκε στις 27/08/2010 στην Τεχεράνη. Η ίδια γεννήθηκε στις 11/03/1990 στο χωριό Shikh πλησίον της πόλης Sarab στο Ιράν, ενώ σε ηλικία 16 ετών, χρόνο κατά τον οποίο νυμφεύτηκε τον Αιτητή, μετακόμισε στην Τεχεράνη. Προσδιόρισε δε, ότι, αν και διέμενε στην Τεχεράνη, περνούσε σύντομες χρονικές περιόδους στον τόπο καταγωγής της. Ως προς το χώρο διαμονής της στην Τεχεράνη, η Αιτήτρια δήλωσε ότι διέμενε σε ένα τριώροφο κτήριο στην περιοχή Kavoosi, επί του οποίου διέμεναν ο πεθερός της και ο αδερφός του συζύγου της. Σχετικά με την πατρική της οικογένεια, η Αιτήτρια δήλωσε ότι οι γονείς της και τα 5 αδέρφια της εξακολουθούν να διαμένουν στο χωριό της. Αναφορικά με το μορφωτικό της επίπεδο, η Αιτήτρια δήλωσε απόφοιτη δημοτικού, προβάλλοντας ότι σταμάτησε τη φοίτησή της στο σχολείο επειδή στο χωριό της δεν υπήρχε γυμνάσιο και ο πατέρας της δεν μπορούσε να χρηματοδοτήσει τις σπουδές της.

 

Κληθείσα να περιγράψει το επαγγελματικό της υπόβαθρο, η Αιτήτρια δήλωσε ότι από ηλικίας 16 ετών ασχολείτο με τα οικιακά και όταν ο σύζυγός της εγκατέλειψε το Ιράν το 2020, εκείνη εργάστηκε για 6 μήνες περιστασιακά ως κομμώτρια στο χωριό της. Η Αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι τόσο η ίδια όσο και το ανήλικο τέκνο της είναι Σιΐτες Μουσουλμάνοι.  Σχετικά με το ταξίδι της, η Αιτήτρια δήλωσε εγκατέλειψε το Ιράν νόμιμα το 2022, συνοδευόμενη από το ανήλικο τέκνο της (βλ. ερ. 48 – 42 δ.φ. F22 – XXX19).

 

Αναφορικά με την κατάσταση της υγείας τους, αμφότεροι οι Αιτητές δήλωσαν ότι τόσο οι ίδιοι, όσο και το ανήλικο τέκνο τους, δεν αντιμετωπίζουν κάποιο σημαντικό πρόβλημα υγείας, πλην όμως δήλωσαν ότι τα όσα βίωσαν στο Ιράν τους δημιούργησαν υπέρμετρο άγχος.

 

Σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους τους εγκατέλειψαν τη χώρα καταγωγής τους, αρχικά η Αιτήτρια, της οποίας η προφορική συνέντευξη διεξήχθη σε χρόνο προγενεστερο των προφορικών συνεντεύξερων του Αιτητή, δήλωσε στο στάδιο της ελεύθερης αφήγησης ότι έφυγε από το Ιράν επειδή βρισκόταν μακριά από το σύζυγό της. Στη συνέχεια εξήγησε ότι μεγάλωσε στο χωριό της όπου απολάμβανε πλήρη ελευθερία, πλην όμως μετά το γάμο της εγκαταστάθηκε στην Τεχεράνη και η ζωή της περιορίστηκε καθώς τα μέλη της οικογένειας του συζύγου της την ανάγκαζαν να ασχολείται με τα οικιακά και της απαγόρευαν να βάφεται, να περιποιείται τον εαυτό της και να εξέρχεται της οικίας της χωρίς να φοράει chador. Στη συνέχεια δήλωσε ότι ο σύζυγός της αρχικά τη βοηθούσε να ανεχτεί τις ανωτέρω συμπεριφορές, πλην όμως όταν εκείνος εγκατέλειψε το Ιράν ανέκυψαν προβλήματα με την οικογένειά του.

 

Ειδικότερα, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι μία ημέρα βρισκόταν έξω και τη σταμάτησε η αστυνομία ηθών επειδή το κασκόλ που φορούσε δεν κάλυπτε εξ ολοκλήρου τα μαλλιά της. Την οδήγησαν στο αστυνομικό τμήμα και της ζήτησαν να καλέσει κάποιο μέλος της οικογένειάς της προκειμένου να την περισυλλέξει από εκεί. Καθώς οι γονείς της βρισκόταν στο χωριό, η Αιτήτρια επικοινώνησε με τον πεθερό της. Αφού υπέγραψε ένα έγγραφο δια του οποίου δεσμεύτηκε ενώπιον των αρχών ότι δε θα φοράει κοντά ρούχα και ότι τα μαλλιά της δε θα προεξέχουν της μαντίλας, στη συνέχεια επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο του πεθερού της, εντός του οποίου ο τελευταίος, όντας εξαγριωμένος, τη γρονθοκόπησε στο πρόσωπο και της έσπασε δύο δόντια. Όταν έφτασαν στην οικία τους, ο γαμπρός της και η νύφη της άρχισαν να την κατηγορούν και να την αποκαλούν ιερόδουλη, γεγονός το οποίο εξαγρίωσε περαιτέρω τον πεθερό της,  ο οποίος τη μαχαίρωσε ενώπιον του ανήλικου τέκνου της  (βλ. ερ. 42 1Χ – 3Χ δ.φ.). Στη συνέχεια τη μετέφεραν στο νοσοκομείο και όταν επέστεψε στην οικία της, τα μέλη της οικογένειας του Αιτητή έγιναν πιο αυστηρά απέναντί της, καθώς της απαγόρευαν να εξέρχεται της οικίας της ακόμα και όταν έπρεπε να συνοδεύσει το ανήλικο τέκνο της στο σχολείο (βλ. ερ. 42 3Χ δ.φ.). 

 

Ερωτηθείσα τι φοβάται ότι θα της συμβεί σε περίπτωση επιστροφής της στο Ιράν, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ίσως απαγάγουν το ανήλικο τέκνο της επειδή απουσιάζει ο πατέρας του και ότι θα πάρει την επιμέλεια ο παππούς του, ο οποίος πιθανότατα να επαναλάβει τη συμπεριφορά του απέναντί της (βλ. ερ. 41 3Χ δ.φ.).  Ως προς τι φοβάται ότι θα συμβεί στο ανήλικο τέκνο της, η Αιτήτρια υπέβαλε ότι δε θα μπορέσει να συνεχίσει τις σπουδές του, ότι θα χάσει κάθε κίνητρο και εν τέλει  θα αντιμετωπίσει από τον παππού του μεταχείριση ίδια με τον πατέρα του, τον οποίον ο παππούς του ήθελε να στείλει στη Συρία προκειμένου να πολεμήσει  (βλ. ερ. 41 2Χ δ.φ.). 

 

Ερωτηθείσα εάν αντιμετώπισε κάποιο άλλο πρόβλημα στο Ιράν, η Αιτήτρια απάντησε αρνητικά,  αποσαφηνίζοντας ότι οι λόγοι για τους οποίους εγκατέλειψε το Ιράν αφορούν αποκλειστικά το πρόσωπο του πεθερού της, ο οποίος εργάζεται για μία οργάνωση η οποία συνεργάζεται με την κυβέρνηση του Ιράν.  Κληθείσα να προσδιορίσει το επάγγελμα του πεθερού της, η Αιτήτρια υπέβαλε ότι εργαζόταν για τη Sepah, την οποία περιέγραψε ως μία οργάνωση που σχετίζεται με την κυβέρνηση. Ως προς τα καθήκοντα του πεθερού της, η Αιτήτρια υπέβαλε ότι του είχε ανατεθεί η ευθύνη κάποιας “courtyard”  και πήγαινε εκεί συχνά. Ως προς τη θέση του πεθερού της στη Sepah, η Αιτήτρια επέδειξε άγνοια. Ως προς το επάγγελμα του συζύγου της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ήταν κουρέας. Καθώς η Αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι από το 2006 διέμενε με το σύζυγό της στο ίδιο κτήριο με την οικογένειά του, της ζητήθηκε να εξηγήσει εάν αντιμετώπιζε προβλήματα με τη  πεθερά της και με τις νύφες της και εκείνη υπέβαλε ότι τη διέταζαν και οι συγκεκριμένες γυναίκες, χωρίς όμως να ασκούν σωματική βία εναντίον της όπως ο πεθερός της.

 

Ερωτηθείσα εάν αντιμετώπισε προβλήματα από την πρώτη ημέρα του γάμου της, η Αιτήτρια απάντησε καταφατικά, πλην όμως εξήγησε ότι ο σύζυγός της δεν επέτρεπε να τη χτυπούν τα μέλη της οικογένειάς του (βλ. ερ. 40 1Χ δ.φ.). Αναφορικά με τις ώρες τις ημέρας κατά τις οποίες ο σύζυγός της απουσίαζε από την οικία τους, η Αιτήτρια υπέβαλε ότι εκείνος εργαζόταν από τις 10 το πρωί μέχρι τις 2 το μεσημέρι και στη συνέχεια έφευγε στις 4 το μεσημέρι και επέστρεφε στις 11 το βράδυ. Ζητηθείσα να περιγράψει μία τυπική ημέρα της καθημερινότητάς της στο Ιράν, η Αιτήτρια δήλωσε ότι κάθε πρωί ετοίμαζε πρωινό για το σύζυγό της και ολόκληρη την οικογένειά του και ακολούθως έπλενε τα πιάτα σε όλους τους ορόφους, διαδικασία επαναλαμβανόταν και κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού. Στη συνέχεια, αν και το σπίτι διέθετε πλυντήριο, την ανάγκαζαν να πλένει τα ρούχα όλων των μελών της οικογένειας του συζύγου της μετα χέρια, εξηγώντας ότι ο Αιτητής είχε δύο αδερφούς και δύο αδερφές, εκ των οποίων ο ένας διέμενε στο κτήριο που διέμεναν και οι Αιτητές (βλ. ερ. 40 δ.φ.).

 

Ερωτηθείσα εάν αντιμετώπισε άλλα προβλήματα πλην της ανάθεσης των ανωτέρω εργασιών, η Αιτήτρια υπέβαλε ότι η οικογένειά της δεν ήταν ανεξάρτητη καθώς ο σύζυγός της παρέδιδε τα χρήματα τα χρήματα που κέρδιζε από την εργασία του στον πατέρα του, τα οποία ο τελευταίος χρησιμοποιούσε για να αγοράσει προμήθειες για το σπίτι. Ως προς το εάν συζήτησε τα προβλήματα που αντιμετώπισε με το σύζυγό της όσο εκείνος βρισκόταν στο Ιράν, η Αιτήτρια δήλωσε ότι τα συζήτησαν κατ’ επανάληψη και εκείνος της συνέστησε να κάνει υπομονή μέχρι να βελτιωθεί η κατάσταση, επικαλούμενος ότι πέρασε τα ίδια και η σύζυγος του αδερφού του (βλ. ερ. 39 3Χ δ.φ.), πλην όμως εκείνοι εγκατέλειψαν το κτήριο. Ως προς τους λόγους για τους οποίους δέχτηκε την ανωτέρω μεταχείριση, η Αιτήτρια επέδειξε άγνοια. Στη συνέχεια ο αρμόδιος λειτουργός ζήτησε από την Αιτήτρια να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο δήλωσε ότι στερείτο της ανεξαρτησίας της, δεδομένου ότι δε  διέμενε στο ίδιο διαμέρισμα με τους συγγενείς του συζύγου της και εκείνη υπέβαλε ότι ο πεθερός της συνήθιζε να εισέρχεται απροειδοποίητα στην οικία τους επειδή ήταν καχύποπτος, ενώ η ίδια αναγκαζόταν να περνάει την  ημέρα της στο διαμέρισμα του πεθερού της. Εν τέλει επανέλαβε, ότι όσο βρισκόταν ο σύζυγός της στο Ιράν την προστάτευε και δεν αντιμετώπισε κάποια προβλήματα από τους συγγενείς του. Κληθείσα να περιγράψει τη συμπεριφορά του πεθερού της απέναντι στην κόρη του, η Αιτήτρια δήλωσε ότι την υποχρέωνε και εκείνη να φοράει hijab και chador και είχε την ίδια συμπεριφορά απέναντι της, με τη διαφορά ότι δεν την ανάγκαζε να ασχολείται με τις εργασίες του σπιτιού (βλ. ερ. 39 δ.φ.).

 

Όταν ρωτήθηκε εάν φορούσε η ίδια hijab και chador, η Αιτήτρια απάντησε καταφατικά, προβάλλοντας ότι την υποχρέωνε ο πεθερός της, σε αντίθεση με το χωριό της που κυκλοφορούσε ελεύθερα. Ως προς το εάν ενημέρωσε το σύζυγό της σχετικά με την απροθυμία της να φοράει hijab και chador, η Αιτήτρια απάντησε ότι ο σύζυγός της δεν είχε πρόβλημα, είχε ωστόσο ο πεθερός της. Αναφορικά με το εάν ο σύζυγός της επικοινώνησε στον πατέρα του την απροθυμία της Αιτήτριας να φοράει hijab και chador, η τελευταία απάντησε ότι ο πρώτος δεν είχε το θάρρος να το πράξει, παρομοιάζοντας τον πεθερό της με δικτάτορα. Κληθείσα να περιγράψει πως γνώρισε το σύζυγό της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εκείνος και η οικογένειά του είχαν επισκεφτεί το χωριό της, συναντήθηκαν σε ένα κήπο και μιλούσαν για δύο χρόνια πριν παντρευτούν (βλ. ερ. 38 δ.φ.).

 

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε το Ιράν ο σύζυγός της, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του ήθελε να τον στείλει να πολεμήσει στη Συρία. Σχετικά με τους λόγους για τους οποίους ο πεθερός της ήθελε να στείλει το γιο του στον πόλεμο, η Αιτήτρια επανέλαβε ότι ο πεθερός της εργαζόταν για τη Sepah και καθώς οι συνάδελφοί του είχαν στείλει του γιους τους στον πόλεμο, εκείνος θεωρούσε ντροπή το ότι ο πρωτότοκος γιος του είχε ήδη εγκαταλείψει την οικογενειακή τους οικία, με αποτέλεσμα να θέλει  να στείλει στον πόλεμο το νεότερο γιο του, ήτοι τον Αιτητή. Δεδομένου ότι ο σύζυγός της εργαζόταν, ζητήθηκε από την Αιτήτρια να εξηγήσει το λόγο για τον οποίον δεν μετοίκησαν σε ένα άλλο σπίτι, όπως έπραξε ο πρωτότοκος αδερφός του Αιτητή και η σύζυγός του, και εκείνη απάντησε ότι δεν είχαν χρήματα επειδή ο πεθερός της παρακρατούσε τα χρήματα που έβγαζε ο σύζυγός της (βλ. ερ. 38 1Χ δ.φ.), αποσαφηνίζοντας ότι τα έξοδα του ταξιδιού τους καλύφθηκαν από ένα φίλο του, ενώ της ίδια από τον πατέρα της (βλ. ερ. 38 1Χ δ.φ.).

 

Δεδομένου ότι η Αιτήτρια εγκατέλειψε το Ιράν ένα χρόνο μετά το σύζυγό της, της ζητήθηκε να περιγράψει ποιες ήταν οι συνθήκες διαβίωσής της κατά τη διάρκεια του εν λόγω έτους και εκείνη υπέβαλε ότι για 6 μήνες έζησε ειρηνικά με την οικογένειά της, τους υπόλοιπους 6 όμως υπέφερε επειδή έζησε με τον πεθερό της. Εξήγησε μάλιστα ότι έμενε στο χωριό λόγω του κορονοϊού, πλην όμως στη συνέχεια επικοινώνησαν από το σχολείο του τέκνου της αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Τεχεράνη προκειμένου να δώσει τη συγκατάθεσή της για να συμμετάσχει σε διαδικτυακά μαθήματα ο γιος της. Ακολούθως δήλωσε ότι όποτε πήγαινε στο χωριό έπαιρνε μαζί το τέκνο της, τους οποίους ερχόταν και έπαιρνε από την Τεχεράνη ο πατέρας της.  Κατά την εν λόγω περίοδο η Αιτήτρια δήλωσε ότι δύο φορές ήρθε ο πεθερός της στο χωριό και πήρε το ανήλικο τέκνο της και έτσι αναγκάστηκε και η ίδια να ακολουθήσει στην Τεχεράνη (βλ. ερ. 37 6Χ δ.φ.).

 

Κληθείσα να περιγράψει τη ζωή της στην Τεχεράνη μετά τη φυγή του συζύγου της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ήταν δύσκολη γιατί ο γιος της ζητούσε τον πατέρα του και η ίδια δεχόταν μεγάλη καταπίεση επειδή την ανάγκαζαν να φοράει chador και να ασχολείται με τις δουλειές του σπιτιού, ενώ ο πεθερός της τη χτυπούσε, υλοποιώντας τις απειλές του. Όταν της ζητήθηκε να περιγράψει τις επιθέσεις που δέχτηκε, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ο πεθερός της τη ράπιζε και ο γαμπρός της της γύριζε τον αστράγαλο. Ως προς το εάν κατήγγειλε τα ανωτέρω περιστατικά στην αστυνομία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι φοβόταν να τα αναφέρει ακόμα και στον ίδιο της τον πατέρα (βλ. ερ. 37 6Χ, 1Χ, 2Χ δ.φ.).

 

Ερωτηθείσα πότε συνελήφθη από την αστυνομία ηθών, η Αιτήτρια υπέβαλε ότι το περιστατικό συνέβη δύο μήνες μετά τη φυγή του συζύγου της από το Ιράν, προβάλλοντας ότι συνελήφθη στη γειτονιά της. Ως προς το αστυνομικό τμήμα επί του οποίου δήλωσε ότι μεταφέρθηκε, η Αιτήτρια επέδειξε άγνοια (βλ. ερ. 37 5Χ, 4Χ δ.φ.).

 

Κληθείσα να περιγράψει τη στιγμή της σύλληψής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι κρατούσε στο χέρι το γιο της και προχωρούσαν σε ένα μέρος όπου υπήρχαν άλλα κορίτσια  καθώς και η αστυνομία ηθικής, ενώ τη σταμάτησαν επειδή τα μαλλιά της προεξείχαν του κασκόλ της (βλ. ερ. 37 3Χ, 36 1Χ δ.φ.). Καθώς δήλωσε ότι παρέμεινε στο αστυνομικό τμήμα για 2-3 ώρες, της ζητήθηκε να περιγράψει τι συνέβη καθ’ οδόν για το σπίτι, εντός του αυτοκινήτου του πεθερού της. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι ήταν εξαγριωμένος καθώς της είχε πει 100 φορές να φοράει chador όταν εξέρχεται της οικίας της, την κατηγόρησε ότι εξήλθε της οικίας χωρίς την άδειά του. Ακολούθως, και ενώ εκείνη καθόταν στο πίσω κάθισμα με το τέκνο της, γύρισε ο πεθερός της και τη γρονθοκόπησε ενόσω οδηγούσε (βλ. ερ. 36 2Χ δ.φ.).

 

Ως προς το εάν ο σύζυγός της γνώριζε ότι εκείνη και το ανήλικο τέκνο τους επρόκειτο να εγκαταλείψουν το Ιράν, η Αιτήτρια απάντησε καταφατικά. Ειδικότερα, αφού του περιέγραψε τι συνέβη, στη συνέχεια ζήτησε οικονομική βοήθεια από τον πατέρα της, ο οποίος δανείστηκε από τους φίλους του 2.000 δολάρια. Ο δε σύζυγός της της ζήτησε να ρίξει από το παράθυρο του σπιτιού της το διαβατήριό της καθώς και αυτό του ανήλικου τέκνου της σε ένα φίλο του, ο οποίος διευθέτησε τα διαδικαστικά του ταξιδιού της. Ο δε πατέρας της ετοίμασε μία βαλίτσα και εκείνη και το τέκνο της εγκατέλειψαν την οικία του πεθερού της κρυφά, στις 11.30 το βράδυ (βλ. ερ. 35 δ.φ.). Εγκατέλειψε δε το Ιράν, χωρίς να αντιμετωπίσει κανένα απολύτως πρόβλημα κατά την έξοδό της από τη χώρα.

 

Κληθείσα ακολούθως να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε το Ιράν ένα χρόνο μετά το σύζυγό της, η Αιτήτρια αποκρίθηκε ότι δε μπορούσε να φύγει νωρίτερα, καθώς η κατάσταση του συζύγου της δεν ήταν σταθερή. Ερωτηθείσα εάν θα μπορούσαν με το σύζυγό της να ζήσουν σε κάποια άλλη περιοχή του Ιράν, η Αιτήτρια δήλωσε ότι οπουδήποτε και αν πάνε θα τους βρει ο πεθερός της και θα τους παρενοχλεί επειδή εγκατέλειψε το Ιράν χωρίς την άδειά του. Ως προς το εάν θα μπορούσε να ζήσει με το σύζυγό της σε κάποια άλλη πόλη του Ιράν, η Αιτήτρια απάντησε ότι έφυγε από τη χώρα μόνο με μία βαλίτσα και σε περίπτωση επιστροφής τους εκεί δε θε έχουν που να μείνουν, ενώ φοβάται και για το μέλλον του ανήλικου τέκνου της (βλ. ερ. 35 δ.φ.).

 

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους απέφυγε να καταγγείλει τον πεθερό της στην αστυνομία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι φοβόταν. Κληθείσα να εξηγήσει για ποιο λόγο πιστεύει ότι ο πεθερός της μπορεί να τους εντοπίσει σε οποιοδήποτε μέρος του Ιράν, εκείνη προέβαλε ότι ο πεθερός της διατηρεί σημαντικές επαφές επειδή εργάζεται για τη Sepah, ενώ ακόμα και σε περίπτωση που δεν της κάνει κακό ο ίδιος προκειμένου να διαφυλάξει τη φήμη του, θα της κάνουν κακό τα άτομα που θα λειτουργήσουν αντ’ αυτού (βλ. ερ. 34 1Χ δ.φ.).

 

Όταν της ζητήθηκε να παραθέσει επιπλέον στοιχεία αναφορικά με την εργασία του πεθερού της στη Sepah, η Αιτήτρια επέδειξε άγνοια, επικαλούμενη ότι είναι υπεύθυνος για μία μεγάλη αυλή, την οποία επισκέπτονται σημαντικοί άνθρωποι (βλ. ερ. 34 δ.φ.). Ως προς το εάν ενημέρωσε τον πεθερό της ότι θα πάει στο χωριό μετά τη φυγή του συζύγου της από το Ιράν, η Αιτήτρια δήλωσε ότι τον ενημέρωσε και εκείνος της απάντησε ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, εφόσον εκείνος κρατούσε στην Τεχεράνη τον εγγονό του, αποσαφηνίζοντας ότι δεν ενδιέφερε τον πεθερό της εάν εκείνη θα πήγαινε στο χωριό της, αλλά να κρατήσει ο ίδιος στην Τεχεράνη το ανήλικο τέκνο της. Αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο ο πεθερός της μπορούσε να πάρει το τέκνο από τη μητέρα του, η Αιτήτρια προέβαλε ότι έπρεπε να τον υπακούει (βλ. ερ. 34 δ.φ.).

 

Ερωτηθείσα τέλος εάν σε περίπτωση επιστροφής της στο Ιράν, θα μπορούσε να εγκατασταθεί με ασφάλεια στην πόλη Esfahan, η Αιτήτρια απάντησε αρνητικά, επικαλούμενη την έλλειψη χρημάτων.

 

Σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, κατά το σκέλος της ελεύθερης αφήγησής του, αρχικά αναφέρθηκε στο πόσο αυστηρός ήταν απέναντί του πατέρας του κατά τη διάρκεια της παιδικής του ηλικίας και στη συνέχεια δήλωσε κατά τη διάρκεια των 17 ετών του γάμου του, τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του αντιμετώπιζαν πρόβλημα με εκείνον. Ειδικότερα, ο Αιτητής δήλωσε ο πατέρας, ο οποίος ήταν μέλος της Sepah και των Φρουρών της Επανάστασης,  παρακρατούσε τα χρήματά που κέρδιζε από την εργασία του,  ελέγχοντας ουσιαστικά τη ζωή του. Ακολούθως προσέθεσε ότι η σύζυγός του άκουσε τον πατέρα του να συζητάει με τα ξαδέρφια του το ενδεχόμενο αποστολής του Αιτητή στη Συρία προκειμένου να πολεμήσει για να «γίνει άντρας», αν και επικαλέστηκε ότι πρόθεσή τους ήταν να σκοτωθεί. Στη συνέχεια η σύζυγός του πούλησε τα κοσμήματά της και εκείνος εξαγόρασε τη στρατιωτική του θητεία, έτσι ώστε να μπορέσει να εγκαταλείψει νόμιμα τη χώρα.

 

Ο Αιτητής αποσαφήνισε ότι ο ισχυρισμός περί αποστολής του στη Συρία βασίζεται αποκλειστικά σε μία απλή συζήτηση που άκουσε εκ παραδρομής η σύζυγός του, σε χρόνο κατά τον οποίο εκείνος βρισκόταν ήδη στην Κύπρο, πλην όμως εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι οι συγγενείς του είχαν τη δυνατότητα να τον στείλουν στη Συρία. Τόνισε δε ότι για το συγκεκριμένο λόγο εγκατέλειψε το Ιράν κρυφά, χωρίς καν να ενημερώσει καν το ανήλικο τέκνο του, η δε Αιτήτρια προέβαλε στα μέλη της οικογένειάς του ότι ο Αιτητής ήρθε στην Κύπρο για οικονομικούς λόγους. Δήλωσε επίσης ότι αν και αρχικά δεν κατάφερε να πάρει μαζί του τη σύζυγό και το ανήλικο τέκνο του, στη συνέχεια διευθέτησε με το «φύλακά» του το ταξίδι τους εκτός Ιράν, χωρίς να το γνωρίζουν τα μέλη της πατρικής του οικογένειας (βλ. ερ. 47 - 46 δ.φ. F21 – XXX31).

 

Ερωτηθείς εάν υπάρχουν λόγοι για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του που να χρονολογούνται από την παιδική του ηλικία μέχρι το 2020, ο Αιτητής δήλωσε ότι ήταν σίγουρος ότι ο πατέρας του θα μπορούσε να τον στείλει να πολεμήσει στη Συρία. Όταν ήρθε μάλιστα στην Κύπρο, διαπίστωσε ότι υπήρχε μία διαφορετική ζωή από αυτή που είχε συνηθίσει, ενώ καταληκτικά επανέλαβε ότι φοβόταν ότι θα τον στείλουν στον πόλεμο στη Συρία και δεν ήθελε το ανήλικο τέκνο του να έχει την ίδια μεταχείριση και τύχη με τον ίδιο.

 

Ερωτηθείς τι φοβάται ότι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι ίσως να μη του συμβεί τίποτα, ίσως όμως επαναληφθεί η κακομεταχείριση της οικογένειάς του από τον πατέρα του. Τόνισε επίσης ότι η σύζυγός του πήρε το ανήλικο τέκνο της εκτός Ιράν χωρίς την άδεια του πατέρα του, πιθανολογώντας ότι ο πατέρας τους κατήγγειλε τη σύζυγό του στην αστυνομία, αφού την είχε ήδη προειδοποιήσει ότι είχε δικαίωμα να ταξιδέψει εκτός Ιράν με το ανήλικο τέκνο. Πρόσθεσε επίσης ο Αιτητής, ότι ο πατέρας του γρονθοκόπησέ την Αιτήτρια, σπάζοντάς της τα δόντια, και της επιτέθηκε και με μαχαίρι επειδή συνελήφθη από την αστυνομία ηθών.

 

Κληθείς να στοιχειοθετήσει την εικασία του περί του ότι ο πατέρας του υπέβαλε καταγγελία εναντίον της Αιτήτριας στο Ιράν, ο Αιτητής δήλωσε ότι βάσει Νόμου, επειδή ο ίδιος έλειπε από το Ιράν, κηδεμόνα του ανηλίκου τέκνου θεωρείτο ο παππούς του, ο οποίος τηλεφώνησε στον πατέρα της Αιτήτριας και του ζήτησε το λόγο για το ότι η Αιτήτρια πήρε το ανήλικο τέκνο και έφυγαν.  Ερωτηθείς αν μπορεί να βεβαίωση την υποβολή καταγγελίας εναντίον της συζύγου του από τον πατέρα του, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο πατέρας του δήλωσε στον πεθερό του ότι υπέβαλε καταγγελία στην αστυνομία και τον απείλησε ότι θα τιμωρήσει την Αιτήτρια, όταν αυτή επιστρέψει στο Ιράν.

 

Κληθείς να περιγράψει την αντίδραση του πατέρα του όταν περιήλθε στη γνώση του ότι ο Αιτητής εξαιρέθηκε από το στρατό, ο Αιτητής δήλωσε ότι τόσο ο πατέρας του, όσο και τα υπόλοιπα μελη της οικογένειας του αγνοούν το γεγονός ότι εξαιρέθηκε, αφού δήλωσε ως διεύθυνσή του αυτή του «οδηγού» του, την οποία άλλωστε χρησιμοποίησε προκειμένου να εκδώσει διαβατήριο. Κληθείς να αποσαφηνίσει σε ποιο πρόσωπο αναφέρεται ως «οδηγό», ο Αιτητής δήλωσε ότι το εν λόγω πρόσωπο τον στήριξε μετά την ολοκλήρωση προγράμματος απεξάρτησης από τα ναρκωτικά (βλ. ερ. 45 δ.φ. F21 – XXX31).

 

Στη συνέχεια ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι το 2009 συμμετείχε σε μία διαδήλωση, επί της οποία εθεάθη από τα ξαδέρφια του, μέλη των Basij, τα οποία χωρίς να ενημερώσουν τον πατέρα του μετέφεραν τον Αιτητή σε ένα κέντρο των Basij, όπου του χορηγούσαν συστηματικά όλα τα είδη ναρκωτικών όπως κοκαΐνη, κράκ και μεθαμφεταμίνη, με αποτέλεσμα να εθιστεί στα ναρκωτικά και να καταβάλει προσπάθειες απεξάρτησης για δέκα χρόνια.

 

Κληθείς να περιγράψει που διέμενε στην Τεχεράνη, ο Αιτητής δήλωσε ότι πρόκειται για ένα τριώροφο κτήριο, επί του οποίου η οικογένειά του διέμενε στον 3ο όροφο, στον 2ο οι δύο αδερφοί του και ο πατέρας του στον 1ο. Ζητηθείς να προσδιορίσει το επάγγελμα του πατέρα του, ο Αιτητής δήλωσε ότι ήταν δικτάτορας καθώς ποτέ δεν τους έλεγε ποιο ήταν το επάγγελμά του, ωστόσο επικαλέστηκε ότι ο πατέρας του εργαζόταν για τη Sepah και αποσύρθηκε πριν 7-8 χρόνια, με αποτέλεσμα να διαθέτει διασυνδέσεις με τους κυβερνήτες. Προέβαλε περαιτέρω όμως άγνοια ως προς τα καθήκοντα του πατέρα του, προβάλλοντας ότι απέφευγε να τους παράσχει πληροφορίες. Κληθείς να προσδιορίσει τα πρόσωπα στα οποία αναφέρθηκε με τον όρο «κυβερνήτες», ο Αιτητής απάντησε ότι ο πατέρας του βρισκόταν σε επαφή με άτομα που ανήκαν στη Sepah και τους Basij, ωστόσο ουδέποτε αποκάλυψε στα μέλη της οικογένειάς του ποια ήταν η ταυτότητα των εν λόγω ατόμων.

 

Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους ο πατέρας του ήθελε να τον στείλει στον πόλεμο στη Συρία, ο Αιτητής απάντησε ότι δεν ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του ήθελε να τον στείλει στη Συρία, αλλά ότι η σύζυγός του τον άκουσε να συζητάει αυτό το ενδεχόμενο με τα ξαδέρφια του, καταλήγοντας ότι, σε κάθε περίπτωση, δε μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα. Κληθείς να σχολιάσει το γεγονός ότι παρουσίασε ως βασικό λόγο για τον οποίο εγκατέλειψε το Ιράν τη φερόμενη πρόθεση του πατέρα του να στον στείλει στον πόλεμο της Συρίας, ο Αιτητής δήλωσε ότι ακόμα και εάν τον έστελναν στη Συρία, το σημαντικό για εκείνον ήταν να μην υποφέρει η οικογένειά του, ενώ σημαντικό ρόλο έπαιξε και η άποψη του «οδηγού» του. Εν τέλει κατέληξε ότι δε γνωρίζει εάν ο πατέρας του πείστηκε από τα ξαδέρφια του να τον στείλει στη Συρία.  Προσθέτει στο συγκεκριμένο σημείο ο Αιτητής, ότι ο «οδηγός» του τον συμβούλεψε ότι θα ήταν καλύτερα να εγκαταλείψει τη χώρα καθώς γνώριζε τη νοοτροπία του πατέρα του και τι ήταν ικανός αυτός να πράξει (βλ. ερ. 44 δ.φ. F21 – XXX31).

 

Κληθείς εκ νέου να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους ο πατέρας του θα επιθυμούσε να τον στείλει στη Συρία, ο Αιτητής ανέφερε ότι, κατά τη διάρκεια των παιδικών του χρόνων, ο πατέρας του συμπεριφερόταν ως «δικτάτορας». Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι, όταν τα ξαδέρφια του τον μετέφεραν σε κέντρο κράτησης των Basij, του χορηγήθηκαν ναρκωτικές ουσίες, με αποτέλεσμα να καταστεί εξαρτημένος, γεγονός το οποίο, όπως ανέφερε, αποτέλεσε πηγή ντροπής για τον ίδιο. Πρόσθεσε ότι νοσηλεύτηκε επανειλημμένως, καθώς τα ξαδέρφια του τον ενέπλεκαν σε υποθέσεις σχετιζόμενες με ναρκωτικά, μέχρις ότου παρενέβη ο «οδηγός» του και τον έσωσε. Καταλήγοντας επί του ζητήματος αυτού, δήλωσε ότι, κατά την εκτίμησή του, υφίσταται πλέον πιθανότητα της τάξης του 50% ο πατέρας του να τον στείλει στη Συρία προκειμένου να συμμετάσχει στον πόλεμο.

 

Αναφορικά με το περιεχόμενο της συζήτησης μεταξύ των ξαδέρφων του και του πατέρα του σχετικά με την αποστολή του στη Συρία, ο Αιτητής διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά τη συζήτηση, αλλά πληροφορήθηκε το περιεχόμενό της από τη σύζυγό του, η οποία ήταν παρούσα. Σύμφωνα με όσα του μετέφερε η τελευταία, τα ξαδέρφια του ανέφεραν στον πατέρα του ότι ο Hamid «δεν βρίσκεται στον σωστό δρόμο» και ότι θα έπρεπε να τον στείλουν, έστω και για μία εβδομάδα, να προστατεύσει το Ιερό της Αγίας Φατιμά, προκειμένου εκείνη να τον επαναφέρει στον «ίσιο δρόμο» και να τον προστατεύσει. Ο Αιτητής υποστήριξε, τέλος, ότι μετά την εν λόγω συζήτηση εγκατέλειψε το Ιράν (βλ. ερ. 44 δ.φ. F21 – XXX31).

 

Ερωτηθείς εάν έπεσε θύμα κακομεταχείρισης την περίοδο πριν εγκαταλείψει το Ιράν, ο Αιτητής απάντησε θετικά, προβάλλοντας ότι ο πατέρας του ήταν ανέκαθεν επιθετικός και ασκούσε σωματική βία, ενώ κανένα μέλος της οικογένειας δεν ήταν δε θέση να αντιδράσει λόγω φόβου προς το πρόσωπό του.

 

Ερωτηθείς εάν ποτέ προσπάθησε να εργαστεί και να διαμείνει εκτός της οικίας του πατέρα του, χωρίς να εξαρτάται από αυτόν, ο Αιτητής αποκρίθηκε ότι  προσπάθησε 2-3 φορές, αλλά εμφανίστηκε ο πατέρας του, μίλησε στους εργοδότες του και εκείνοι τον απέλυσαν. Ως προς το χρόνο που έλαβαν χώρα τα ανωτέρω περιστατικά, ο Αιτητής δήλωσε ότι το πρώτο συνέβη σε ηλικία 14 ετών, καθώς εγκατέλειψε το σπίτι και έζησε για λίγο μόνος στο νησί Kish. Παραφράζοντας την ερώτησή του, ο αρμόδιος λειτουργός ρώτησε τον Αιτητή εάν προσπάθησε όταν ήταν ενήλικος, έγγαμος άνδρας να δημιουργήσει συνθήκες διαβίωσης εκτός της επιρροής του πατέρα του, ο Αιτητής απάντησε ότι αν και ενήλικος, δεν μπορούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενώπιον του πατέρα του καθώς ο τελευταίος υφάρπαζε το εισόδημά του, αγόραζε αγαθά για τη σύζυγο και το τέκνο του και δεν έδινε χρήματα στον ίδιο (βλ. ερ. 43 δ.φ. F21 – XXX31).

 

Αλλάζοντας θεματική, ο αρμόδιος λειτουργός ζήτησε από τον Αιτητή να περιγράψει τι συνέβη το 2009 και εκείνος δήλωσε ότι τον είδαν τα ξαδέρφια του σε μία διαδήλωση στην οποία δε θα έπρεπε να βρίσκεται επειδή ο πατέρας του εργαζόταν για την κυβέρνηση. Κληθείς να περιγράψει περαιτέρω, ο Αιτητής προέβαλε ότι λίγες ημέρες μετά τη συμμετοχή του στη διαδήλωση, τα ξαδέρφια του του πρότειναν να εργαστεί για ένα δημόσιο οργανισμό, δηλώνοντας ότι μοίραζαν μεταξύ τους ναρκωτικά που είχαν προηγουμένως κατασχέσει και ότι ήθελαν να τον μπλέξουν σε υποθέσεις ναρκωτικών (βλ. ερ. 43 δ.φ. F21 – XXX31). Κληθείς να επεκταθεί, ο Αιτητής δήλωσε ότι τον κακομεταχειρίστηκαν επειδή ήταν απλός και αφελής, αγνοούσε πληροφορίες γύρω από τα ναρκωτικά και δε γνώριζε ποιες οι συνέπειες της χρήσης τους, όταν τον ανάγκαζαν να τα καταναλώσει. Ως προς την τοποθεσία επί της οποίας τα ξαδέρφια του τον ανάγκαζαν να καταναλώνει ναρκωτικά, ο Αιτητής δήλωσε ότι επρόκειτο για ένα κέντρο των Basij, και το περιστατικό συνέβη τέλη 2009, αρχές 2010. Ερωτηθείς εάν κατανάλωσε ναρκωτικά και σε διαφορετικές περιπτώσεις, ο Αιτητής δήλωσε ότι τα ξαδέρφια του τον μετέφεραν στη βάση των Basij και του ζητούσαν να καταναλώσει ναρκωτικά. Κληθείς να περιγράψει τι ακριβώς ήταν η βάση των Basij, ο Αιτητής προέβαλε ότι ήταν ένα κέντρο των βάρβαρων συνεργατών της κυβέρνησης του Ιράν, η οποίοι στρέφονται κατά των αντιφρονούντων (βλ. ερ. 42 δ.φ. F21 – XXX31).

 

Ως προς τους λόγους για τους οποίους τα ξαδέρφια του, αν και δεν ήθελαν να μάθει ο πατέρας του Αιτητή, μέλος της Sepah, τη συμμετοχή του γιου του στη διαδήλωση, παρόλα αυτά τον μετέφεραν σε ένα κέντρο των Basij, γνωστό στις αρχές και την αστυνομία, ο Αιτητής απάντησε ότι τον μετέφεραν σε ένα υπόγειο δωμάτιο το οποίο βρισκόταν κάτω από ένα τζαμί και η κατανάλωση ναρκωτικών ήταν το πιο ελαφρύ αδίκημα από αυτά τα οποία διέπρατταν οι Basij. Ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες κατανάλωνε τα ναρκωτικά, ο Αιτητής προέβαλε ότι την πρώτη φορά πήγε εκεί με τα ξαδέρφια του για να γνωρίσει τα άλλα μέλη και τις επόμενες φορές πήγε μόνος του. Ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες εντάχθηκε σε πρόγραμμα αποτοξίνωσης, ο Αιτητής δήλωσε ότι μετά από 6 μήνες χρήσης ναρκωτικών, ο μεγαλύτερος αδερφός του και η αδερφή του τον μετέφεραν σε κλινική αποτοξίνωσης, με την οποία συνεργάστηκε για περίοδο 10 ετών κατά τη διάρκεια των οποίων πάλευε με τον εθισμό του. Το δε κόστος της περίθαλψης που έλαβε στο κέντρο αποτοξίνωσης καλύφθηκε εξ ολοκλήρου από την οικογένειά του (βλ. ερ. 42 δ.φ. F21 – XXX31).

 

Ακολούθως ο Αιτητής ρωτήθηκε εάν από το χρόνο που εγκατέλειψε ο ίδιος το Ιράν (2020) και το χρόνο που το εγκατέλειψε η σύζυγός του (2022), η τελευταία ή το ανήλικο τέκνου τους αντιμετώπισαν κάποιο πρόβλημα που να συνδέεται με τη δική του διαφυγή από τη χώρα, και εκείνος αποκρίθηκε ότι η σύζυγός δήλωσε στα μέλη της οικογένειάς του ότι δε γνώριζε ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε το Ιράν, έτσι ώστε να μη της κάνουν κακό. Ερωτηθείς εάν η σύζυγός του έπεσε θύμα κακομεταχείρισης από τον πατέρα και τα αδέρφια του, ο Αιτητής απάντησε ότι την κατηγορήσαν ότι γνώριζε τη φυγή του Αιτητή, δεν άφηναν το ανήλικο τέκνο τους να κοιμηθεί με τη μητέρα του και το συμβούλευαν να μην την ακούει, ενώ ο πατέρας του της έσπασε τα δόντια και της επιτέθηκε με μαχαίρι μετά τη σύλληψή της. Πρόσθεσε μάλιστα ότι την κακοποιούσαν συναισθηματικά, καθώς ενώ η οικία διέθετε πλυντήριο ρούχων, την ανάγκαζαν να πλένει τα ρούχα με τα χέρια, ενώ μία φορά που σιδέρωνε τη χτύπησε ο αδερφός του. Ο δε πατέρας του την κακοποιούσε λεκτικά (βλ. ερ. 41 δ.φ. F21 – XXX31).

 

Όταν του ζητήθηκε να σχολιάσει τις δηλώσεις της συζύγου του κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης, η οποία δήλωσε ότι ο πατέρας του την κακομεταχειριζόταν ακόμα και πριν τη σύλληψή της, ο Αιτητής προέβαλε ότι μετά τη φυγή του, για ένα διάστημα δεν βρισκόταν σε επικοινωνία μεταξύ τους καθώς της απαγόρευαν να πραγματοποιεί βιντεοκλήσεις μαζί του και ακολούθως πιθανολόγησε ότι η σύζυγός του δεν του το είπε για να μη τον στεναχωρήσει.

 

Κληθείς να περιγράψει τι συνέβη κατά τη σύλληψη της συζύγου του από την αστυνομία ηθών του Ιράν, ο Αιτητής δήλωσε ότι είχε βγει βόλτα με το γιο τους και το manteu που φορούσε δεν κάλυπτε εξ ολοκλήρου τα μαλλιά της, με αποτέλεσμα να συλληφθεί από την αστυνομία ηθών. Ακολούθως την οδήγησαν στο αστυνομικό τμήμα και εκεί της ζήτησαν να τηλεφωνήσει σε ένα μέλος της οικογένειάς της για να φέρει ένα πιο μακρύ παλτό για να την αφήσουν να φύγει από το αστυνομικό τμήμα. Όταν ο πατέρας του Αιτητή έφτασε στο αστυνομικό τμήμα εξαγριώθηκε και καθ’ οδόν για το σπίτι ο πατέρας του γρονθοκόπησε την Αιτήτρια και της έσπασε τα δόντια. Φτάνοντας μάλιστα στην οικία τους, ο πατέρας του Αιτητή εξαγριώθηκε περαιτέρω από τις αδερφές του Αιτητή και μαχαίρωσε την Αιτήτρια στη δεξιά μεριά της κοιλιακής χώρας. Στη συνέχεια τη μετέφεραν στο νοσοκομείο και την απείλησαν ότι αν ανοίξει το στόμα της, θα της έπαιρναν το παιδί. Έτσι η Αιτήτρια δήλωσε στους γιατρούς πέφτοντας από τις σκάλες τραυματίστηκε κατά λάθος από ένα μαχαίρι, με αποτέλεσμα να μη κληθεί η αστυνομία.

 

Ερωτηθείς οπότε έλαβε χώρα το εν λόγω περιστατικό, ο Αιτητής δήλωσε ότι συνέβη περίπου 6-8 μήνες μετά την φυγή του από το Ιράν. Κληθείς να σχολιάσει της δηλώσεις τις συζύγου του, σύμφωνα με τις οποίες το εν λόγω περιστατικό έλαβε χώρα δύο μήνες μετά τη φυγή του από το Ιράν, ο Αιτητής προέβαλε ότι συνέβησαν πολλά περιστατικά και δεν είναι σε θέση να ανακαλεσει με ακρίβεια, με αποτέλεσμα να απαντά κατά προσέγγιση (βλ. ερ. 41 δ.φ. F21 – XXX31).

 

Κληθείς να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο οργάνωσε το ταξίδι της συζύγου και του τέκνου του, ο Αιτητής δήλωσε ότι το διευθέτησε ο «οδηγός του». Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι η σύζυγός του έριξε τα ταξιδιωτικά της έγγραφα από το παράθυρο έτσι ώστε να τα παραλάβει ο «οδηγός» και να προετοιμάσει τα διαδικαστικά του ταξιδιού της, το οποίο χρηματοδότησε ο πατέρας της (βλ. ερ. 40 δ.φ. F21 – XXX31).  Ερωτηθείς εάν θα μπορούσε να ζήσει με ασφάλεια σε κάποια άλλη περιοχή του Ιράν, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, επικαλούμενος ότι λόγω της συμμετοχή του σε διαδηλώσεις στην Λεμεσό και τη Λευκωσία, δε μπορεί να επιστρέψει. Κληθείς να προσδιορίσει σε ποιες διαδηλώσεις συμμετείχε, ο Αιτητής προέβαλε ότι έλαβε μέρος στη διαδήλωσε που έλαβε χώρα στη Λεμεσό λίγες ημέρες πριν την διεξαγωγή της προφορικής του συνέντευξης και σε πολλές άλλες κατά το παρελθόν. Ως προς το ρόλο του στις εν λόγω διαδηλώσεις, ο Αιτητής υπέβαλε ότι απλά συμμετείχε, χωρίς να έχει κάποιο συγκεκριμένο ρόλο (βλ. ερ. 40 δ.φ. F21 – XXX31).

 

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης προφορικής συνέντευξης του Αιτητή, αρχικά του ζητήθηκε να παραθέσει τις πληροφορίες που του μετέφερε η σύζυγός του αναφορικά με την επίθεση που φέρεται να δέχτηκε από τον πατέρα του. Εκείνος υπέβαλε ότι όταν τη συνέλαβε η αστυνομία ηθών, επειδή οι γονείς της βρισκόταν στο χωριό, εκείνη τηλεφώνησε στον πατέρα του Αιτητή προκειμένου να την περισυλλέξει από το αστυνομικό τμήμα και κατά την επιστροφή τους ο πατέρας του την κατηγόρησε ότι ατίμασε την οικογένεια και τη γρονθοκόπησε στο πρόσωπο με αποτέλεσμα να της σπάσει δύο δόντια. Κατά την άφιξή τους στην οικία που διέμεναν, η μητέρα και η αδερφή του Αιτητή με τα σχόλιά τους εξαγρίωσαν περισσότερο τον πατέρα του και εκείνος τη μαχαίρωσε. Κληθείς να εξηγήσει ποια άτομα βρίσκονταν παρόντα κατά την εξέλιξη του περιστατικού, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν ήταν παρόν και δε ζήτησε περαιτέρω πληροφορίες από τη σύζυγό του, αν και πιθανολόγησε ότι βρισκόταν το ανήλικο τέκνο τους, η μητέρα του και η άγαμη αδερφή του (βλ. ερ. 78 δ.φ. F21 – XXX31).

 

Αναφορικά με τη σύλληψη της συζύγου του από την αστυνομία ηθών, ο Αιτητής δήλωσε ότι είχαν βγει έξω με το γιο του, εκείνη είχε βάψει τα μαλλιά της, τα οποία προεξείχαν του κασκόλ, και φορούσε ένα σχετικά κοντό παλτό, με αποτέλεσμα να συλληφθεί από την αστυνομία. Κληθείς να προσδιορίσει την περιοχή επί της οποίας συνελήφθη η σύζυγός του, ο Αιτητής επέδειξε άγνοια (βλ. ερ. 78 δ.φ. F21 – XXX31).

 

Ερωτηθείς εάν θυμάται ποια ήταν τα καθήκοντα του πατέρα του ως μέλος της Sepah, o Αιτητής απάντησε αρνητικά. Στη συνέχεια του ζητήθηκε να σχολιάσει της δηλώσεις της Αιτήτριας, σύμφωνα με τις οποίες ο πατέρας του είχε την ευθύνη της αυλής υπό το πρίσμα της δικής του άγνοιας και ο Αιτητής απάντησε ότι είχε μία πολύ κακή σχέση με τον πατέρα του και ποτέ δεν τον ρώτησε ποιος ακριβώς ήταν ο ρόλος του στη Sepah, καθώς οι επαφές τους στο σπίτι ήταν περιορισμένες (βλ. ερ. 78 δ.φ. F21 – XXX31).

 

Προς επίρρωση των ισχυρισμών τους, οι Αιτητές, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, καταχώρησαν έγγραφα περιλαμβανομένων αντιγράφων διαβατηρίων όλων των μελών της οικογένειας, αντίγραφα των εισιτηρίων Αιτητή (βλ. ερ. 37 δ.φ.) και πιστοποιητικό γάμου Αιτητών (βλ. ερ. 34 – 22 Δ.Φ.).

 

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και συγκεκριμένα από τη σχετική έκθεση-εισήγηση η οποία αποτελεί και την αιτιολογική βάση της προβαλλόμενης απόφασης (ερυθρά 91 - 74 δ.φ.), ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε 6 ουσιώδεις ισχυρισμούς που απορρέουν από τις δηλώσεις των Αιτητών. Αυτοί αφορούν 1) τα στοιχεία του προσωπικού τους προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής τους,   2) τις δηλώσεις τους περί του ότι βίωσαν κακομεταχείριση και καταπίεση από τον πατέρα του Αιτητή, 3) τις δηλώσεις τους περί του ότι η Αιτήτρια, μετά τη φυγή του Αιτητή από το Ιράν, δέχθηκε βίαιες επιθέσεις από της οικογένεια του συζύγου της, 4) τις δηλώσεις τους περί του ότι ο πατέρας και τα ξαδέρφια του Αιτητή σκόπευαν να τον στείλουν στη Συρία για να πολεμήσει, 5) τις δηλώσεις τους περί του ότι ο πατέρας του Αιτητή κατήγγειλε την Αιτήτρια στην αστυνομία επειδή εκείνη διέφυγε με το ανήλικο τέκνο της από το Ιράν χωρίς την άδειά του και 6) τις δηλώσεις του Αιτητή περί συμμετοχής του σε διαδηλώσεις κατά του Ιρανικού καθεστώτος στην Κύπρο.

 

Οι Καθ' ων η Αίτηση προέβησαν σε έρευνα των ενώπιων τους ουσιωδών στοιχείων και δεδομένων και κατά την έκθεση- εισήγησή τους,  αποδεκτοί έγιναν οι ισχυρισμοί των Αιτητών 1,2 και 6, οι οποίοι αφορούν τα προσωπικά τους στοιχεία, τις δηλώσεις τους περί του ότι βίωσαν την κακομεταχείριση και την καταπίεση του πατέρα του Αιτητή και τις δηλώσεις του Αιτητή περί συμμετοχής του σε διαδηλώσεις κατά του Ιρανικού καθεστώτος στην Κύπρο.

 

Ειδικότερα, στα πλαίσια του δεύτερου ουσιωδους ισχυρισμού ο οποίος έγινε αποδεκτός, οι Καθ΄ων η αίτηση έκαναν αποδεκτό ότι ο πατέρας του Αιτητή τον κακομεταχειριζόταν, ενώ ακόμα και μετά την ενηλικίωσή του παρακρατούσε τα χρήματα που εκείνος κέρδιζε από την εργασία του.

Αναφορικά με τις δηλώσεις του Αιτητή περί του ότι το 2009 τα ξαδέρφια του τον είδαν να λαμβάνει μέρος σε μία διαδήλωση με αποτέλεσμα να τον μεταφέρουν σε ένα κέντρο κράτησης των Basij, όπου του χορηγούσαν ναρκωτικά με αποτέλεσμα να εθιστεί σε αυτά, οι δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν ως ασαφείς και στερούμενες περιγραφικής λεπτομέρειας, καθώς ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πως τα ξαδέρφια του τον εξανάγκαζαν να κάνει χρήση ναρκωτικών, προβάλλοντας χωρίς νοηματική συνοχή ότι ήταν νεαρός και αφελής και δε γνώριζε τις συνέπειες τις χρήσης ναρκωτικών. Τονίζουν τέλος οι Καθ΄ων η αίτηση, ότι ο μεγαλύτερος αδερφός του Αιτητή και η αδερφή του τον παρέπεμψαν σε κέντρο αποτοξίνωσης, γεγονός εκ του οποίου ανακύπτει η υποστήριξή τους προς το πρόσωπό του.

 

Αναφορικά με τις δηλώσεις του Αιτητή περί του ότι εργαζόταν στο κουρείο του θείου του από ηλικίας 12 ετών και ο πατέρας του δεν του επέτρεπε να εργαστεί κάπου αλλού, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο δεν εργάστηκε για άλλο εργοδότη, καθώς υπέβαλε  χωρίς νοηματική συνοχή και ευλογοφάνεια ότι δε μπορούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενώπιον του πατέρα του, ο οποίος παρακρατούσε τα εισοδήματά του.

 

Ως προς τις δηλώσεις της Αιτήτριας, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι οι περιγραφές της ήταν επαρκείς και σαφείς, αφού εξήγησε ότι τα μέλη της οικογένειας του συζύγου της την ανάγκαζαν να εκτελεί εργασιες στα σπίτια τους και την υποχρέωναν να καλύπτει τα μαλλιά της. Εξήγησε επίσης με ευλογοφάνεια η Αιτήτρια, κατά τους Καθ΄ων η αίτηση, ότι ενόσω βρισκόταν στο Ιράν ο σύζυγός της την προστάτευε, ωστόσο μετά τη φυγή του δημιουργήθηκαν προβλήματα. Όταν ρωτήθηκε εάν ποτέ τη χτύπησαν, η Αιτήτρια αποκρίθηκε ότι την είχε χαστουκίσει μία φορά ο αδερφός του συζύγου της επειδή δεν είχε πλύνει τα ρούχα.

 

Καταληκτικά, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι αμφότεροι οι Αιτητές περιέγραψαν επαρκώς τη μεταχείριση και καταπίεση που δέχτηκαν από τον πατέρα του Αιτητή και ως εκ τούτου ο υπό εξέταση ισχυρισμός κρίθηκε ως εσωτερικά αξιόπιστος.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων των Αιτητών, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι, λόγω της προσωπικής φύσης του υπό εξέταση ισχυρισμού, δε συντρέχουν λόγοι περαιτέρω έρευνας. Ακολούθως ο υπό εξέταση ισχυρισμός έγινε αποδεκτός στο σύνολό του, στη βάση της θεμελιωθείσας εσωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων των Αιτητών.

 

Αξιλογώντας τον τρίτο ουσιωδη ισχυρισμό των Αιτητών και δη την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών περί του ότι η Αιτήτρια δέχτηκε βίαιη συμπεριφορά από την οικογένεια του Αιτητή μετά την αναχώρηση του τελευταίου από το Ιράν, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν αρχικά ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με σαφήνεια και λεπτομέρεια τη συμπεριφορά που δέχτηκε, αφού επικαλέστηκε ασαφώς δύο περιστατικά κατά τα οποία ο πεθερός της φέρεται να τη χαστούκισε και ο αδερφός του συζύγου της της γύρισε τον καρπό του χεριού. Ως προς τις δηλώσεις τις περί σύλληψης από την αστυνομία ηθών του Ιράν, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει που ακριβώς έλαβε χώρα η σύλληψή της, αφού προέβαλε αόριστα ότι συνελήφθη στη γειτονιά της, ενώ δεν μπόρεσε να παραθέσει επαρκείς και λεπτομερείς περιγραφές των συνθηκών σύλληψης και την συμπεριφορά των αστυνομικών στο αστυνομικό τμήμα που τη μετέφεραν, του οποίου άλλωστε αγνοούσε την ονομασία και/ή τοποθεσία.

 

Σε σχέση με την επίθεση που φέρεται να δέχτηκε από τον πεθερό της κατά την επιστροφή τους από το αστυνομικό τμήμα, αλλά και την επίθεση με μαχαίρι που δήλωσε ότι δέχτηκε από εκείνον, οι Καθ΄ων η αίτηση απλώς παραθέτουν τις δηλώσεις της Αιτήτριας και καταλήγουν ότι εκείνη προέβαλε επιφανειακές περιγραφές. Κληθείσα άλλωστε να περιγράψει τι συνέβη μετά την επίθεση που δέχτηκε από τον πεθερό της με μαχαίρι, η Αιτήτρια αποκρίθηκε χωρίς συνοχή ότι της είναι δύσκολο να ανακαλέσει την εικόνα του γιου της που έκλαιγε και ότι στο νοσοκομείο οι συγγενείς του συζύγου της δήλωσαν στους γιατρούς ότι έπεσε από τις σκάλες. Στη συνέχεια οι Καθ΄ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι η Αιτήτρια υπέπεσε σε αντιφάσεις, καθώς ο Αιτητής δήλωσε ότι η Αιτήτρια δέχτηκε την επίθεση με μαχαίρι 6-8 μήνες μετά τη δική του φυγή από το Ιράν, η δε Αιτήτρια όμως δήλωσε ότι δέχτηκε την εν λόγω επίθεση 2 μήνες μετά τη φυγή του Αιτητή. Κληθείς να σχολιάσει την εν λόγω αντίφαση, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να προβάλει μια λογική απάντηση, καθώς υπέβαλε ότι τα περιστατικά είναι τόσα πολλά, που δε μπορεί να είναι ακριβής με τις ημερομηνίες.

 

Ακολούθως οι Καθ΄ων η αίτηση εντόπισαν και άλλες αντιφάσεις μεταξύ των δηλώσεων των Αιτητών, σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες ο Αιτητής εγκατέλειψε το Ιράν. Ειδικότερα, αν και ο Αιτητής δήλωσε ότι η σύζυγός του δέχτηκε παρενόχληση από τα μέλη της οικογένειάς του, όταν εκείνος εγκατέλειψε το Ιράν, δηλώνοντας ότι οι μεταχείριση της συζύγου του περιλάμβανε μόνο λεκτική βία. Η Αιτήτρια ωστόσο αντιθέτως δήλωσε ότι μετά τη φυγή του Αιτητή, άρχισε να δέχεται τη βίαιη συμπεριφορά των μελών της οικογένειάς του. Κληθείς να σχολιάσει, ο Αιτητής υπέβαλε ανεπαρκώς ότι μετά τη φυγή του από το Ιράν δεν είχε καλή επικοινωνία με τη σύζυγό του και ενδεχομένως η Αιτήτρια δεν του το είπε για να μην τον στεναχωρήσει. Καταλήγουν δε οι Καθ΄ων η αίτηση, ότι υπήρξαν και άλλες ασυνέπειες και ανεπάρκεια στις εξηγήσεις των Αιτητών και οι Αιτητές δεν επεξήγησαν τις αντιφασεις στις οποίες υπέπεσαν.

 

Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι οι Αιτητές δεν κατάφεραν να θεμελιώσουν την εσωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων των Αιτητών, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι, λόγω της προσωπικής φύσης του υπό εξέταση ισχυρισμού, δε συντρέχουν λόγοι περαιτέρω έρευνας. Ακολούθως, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος, αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας των Αιτητών να θεμελιώσουν την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών τους.

 

Αξιολογώντας στη συνέχεια τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό των Αιτητών, ήτοι τις δηλώσεις τους περί του ότι ο πατέρας και τα ξαδέρφια του Αιτητή σκόπευαν να τον στείλουν στον πόλεμο στη Συρία, αρχικά οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει πότε άκουσε τα ξαδέρφια του να το συζητάνε με τον πατέρα του. Αντιθέτως, ο Αιτητής ανέφερε αόριστα ότι συνέβη πριν 3,5 χρόνια και δεν ήταν σε θέση να παράσχει σχετικές πληροφορίες, δηλώνοντας ότι δεν είχε προετοιμαστεί για τη συνέντευξή του (βλ. ερ. 65 1Χ δ.φ.). Οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι θα αναμενόταν από τον Αιτητή να είναι σε θέση να παράσχει ουσιαστικές πληροφορίες και λεπτομερείς περιγραφές αναφορικά με τον κύριο λόγο που τον ανάγκασε να εγκαταλείψει το Ιράν, οι δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν ως ανεπαρκείς.

 

Ακολούθως οι Καθ΄ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι ο Αιτητής, σε διαφορετικό στάδιο της προφορικής του συνέντευξης, προέβαλε ότι έλαβε γνώση των προθέσεων του πατέρα του και των ξαδέρφων του, από πληροφορίες που του μετέφερε η σύζυγός του. Προκύπτει λοιπόν, κατά τους Καθ΄ων η αίτηση, ότι ο Αιτητής δεν ενημερώθηκε ποτέ από τον πατέρα του ότι θα πρέπει να πάει να πολεμήσει στη Συρία, και πιθανολόγησε ότι η πιθανότητα να τον στείλει ο πατέρα του εκεί ανέρχεται σε 50%. Συνυπολογίζοντας τις δηλώσεις του Αιτητή περί του ότι εξαιρέθηκε από την εκπλήρωση της στρατιωτικής του θητείας, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι δε θεμελιώθηκε η εσωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων των Αιτητών, οι Καθ’ ων η αίτηση προχώρησαν σε σχετική έρευνα αναφορικά με τη στρατιωτική παρουσία του Ιράν στον πόλεμο της Συρίας, πλην όμως δεν κρίθηκε ότι η αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή περί στρατιωτικής παρουσίας του Ιράν στη Συρία, καθίσταται ικανή αφ’ εαυτή να θεμελιώσει την εξωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού. Ως εκ τούτου, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος.

 

Αξιολογώντας στη συνέχεια τον πέμπτο ουσιώδη ισχυρισμό των Αιτητών, που αφορά τις δηλώσεις τους περί του ότι ο πατέρας του Αιτητή προέβη σε καταγγελία κατά της Αιτήτριας ενώπιον των Ιρανικών αρχών επειδή εκείνη εγκατέλειψε το Ιράν με το ανήλικο τέκνο της χωρίς την άδειά του, και δη την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων των Αιτητών, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι η Αιτήτρια προέβαλε ανεπαρκώς ότι ο πεθερός της θα μπορούσε να την καταγγείλει με σκοπό στη συνέχεια να την πάρει πίσω στο σπίτι και να την κακομεταχειρίζεται. Ως υποθετικές αξιολογήθηκαν και οι δηλώσεις του Αιτητή, αφού εκείνος δήλωσε ότι ο πατέρας του τηλεφώνησε τον πεθερό του και τον ενημέρωσε ότι υπέβαλε καταγγελία εναντίον της Αιτήτριας και απείλησε σε σχέση με την επιστροφή της στο Ιράν. Οι ανωτέρω δηλώσεις κρίθηκαν ως γενικόλογες, ανεπαρκείς και μη ικανές να θεμελιώσουν την εσωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού. Τονίζουν μάλιστα οι Καθ’ ων η αίτηση ότι η Αιτήτρια και το ανήλικο τέκνο της κατάφεραν να ταξιδέψουν από το Ιράν χωρίς να αντιμετωπίσουν κάποιο πρόβλημα κατά την έξοδό τους από τη χώρα, γεγονός που αποδυναμώνει περαιτέρω τον πυρήνα του υπό εξέταση ισχυρισμού. Καταληκτικά, ο υπό εξέταση ισχυρισμός κρίθηκε ως εσωτερικά μη αξιόπιστος. 

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων των Αιτητών, οι Καθ΄ων η αίτηση προχώρησαν σε σχετική έρευνα γύρω από τις επικρατούσες συνθήκες στο Ιράν και εντόπισαν ότι τα ανήλικα κάτω των 18 ετών χρειάζονται την άδεια του πατέρα τους για να εξέλθουν της χώρας. Εντοπίστηκαν επίσης πληροφορίες οι οποίες επιβεβαιώνουν ότι η ευθύνη των τέκνων στο Ιράν ανήκει στον πατέρα. Εάν εκείνος αποβιώσει ή για άλλους λόγους δε μπορεί να εκτελέσει τα γονικά του καθήκοντα, αυτά αναλαμβάνονται από τον πατρικό παππού. Ακολούθως οι Καθ΄ων η αίτηση αναφέρουν ότι δεν ανευρέθησαν πηγές οι οποίες αναφέρονται σε περιπτώσεις που εν απουσία του πατέρα, η μητέρα θα πρέπει να έχει λάβει την άδεια του παππού, έτσι ώστε να μπορέσει να εξέλθει του Ιράν, αλλά ούτε και πληροφορίες που να επιβεβαιώνουν την αυτόματη μεταφορά της γονικής μέριμνας και επιμέλειας στον πατρικό παππού, σε περίπτωση απουσία του πατέρα του τέκνου στο εξωτερικό. Στη βάση των ανωτέρω, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος.

 

Σχετικά με τον έκτο ουσιώδη ισχυρισμό, οι Καθ΄ων η αίτηση αξιολόγησαν τις δηλώσεις του Αιτητή περί του ότι συμμετείχε στην Κύπρο σε διαδηλώσεις κατά του Ιρανικού καθεστώτος και τις αποδέκτηκαν καθώς θεμελιώθηκε η εσωτερική και εξωτερική τους αξιοπιστία.

 

Συνοψίζοντας, αποδεκτοί έγιναν οι ισχυρισμοί των Αιτητών γύρω από τα προσωπικά τους στοιχεία, τη χώρα καταγωγής και τόπο συνήθους διαμονής, οι δηλώσεις του περί του ότι δέχτηκαν κακομεταχείριση και καταπίεση από τον πατέρα του Αιτητή και οι δηλώσεις του Αιτητή περί συμμετοχής του σε διαδηλώσεις, στην Κύπρο, κατά του Ιρανικού καθεστώτος. 

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση κινδύνου στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμού του Αιτητή, οι Καθ΄ ων η αίτηση  αρχικά έκριναν ότι η μεταχείριση που δέχτηκε ο Αιτητής από τον πατέρα του συμπεριλάμβανε οικογενειακό bullying, περιορισμό της ελευθερίας του και οικονομική εξάρτηση από εκείνον. Η δε Αιτήτρια αναγκαζόταν να καθαρίζει, να μαγειρεύει και να υπακούει τις εντολές του πεθερού της.  Έκριναν όμως ότι η εν λόγω μεταχείριση, λόγω της έντασης και της συχνότητάς της, δεν ανέρχεται σε επίπεδα δίωξης. Παράλληλα, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους δεν προσπάθησε να εγκαταλείψει το οικογενειακό οίκημα και όντας νεαρός, υγιής, ικανός προεργασία, να αναζητήσει την οικονομική και οικογενειακή του ανεξαρτησία. Προτάσσουν μάλιστα οι Καθ΄ων η αίτηση, ότι όταν οι Αιτητές ρωτήθηκαν για ποιο λόγο δεν το έπραξαν, εκείνοι επικαλέστηκαν χωρίς νοηματική συνέπεια, οικονομικούς λόγους, δηλώσεις που έρχονται σε αντίθεση με τις δηλώσεις του περί του ότι κατά την αναχώρησή τους από το Ιράν, ο Αιτητής δανείστηκε χρήματα από ένα φίλο του, το δε ταξίδι της Αιτήτριας χρηματοδοτήθηκε από τον πατέρα της.

 

Στη συνέχεια οι Καθ΄ων η αίτηση έλαβαν υπόψη τις δηλώσεις των Αιτητών περί του ότι ουδέποτε κατήγγειλαν τον πατέρα του Αιτητή ενώπιον των αρχών, ενώ φέρονται να βασίζουν το φόβο τους στις δηλώσεις τους περί του ότι ο πατέρας του Αιτητή ήταν μέλος της Sepah και διατηρεί σημαντικές επαφές, πλην όμως οι Αιτητές δεν ήταν σε θέση να παραθέσουν επαρκείς πληροφορίες. Τονίζουν μάλιστα οι Καθ΄ων η αίτηση, ότι ο Αιτητής επέδειξε πλήρη άγνοια ως προς το επάγγελμα, τα καθήκοντα και το ρόλο του πατέρα του, η δε Αιτήτρια προέβαλε κάποιες επιφανειακές πληροφορίες όπως ότι ο πεθερός της ήταν υπεύθυνος σε μία αυλή. Όταν όμως ζητήθηκε από τον Αιτητή ο λόγος για τον οποίο η σύζυγός του γνώριζε πληροφορίες αναφορικά με τον πατέρα του, τις οποίες ο ίδιος αγνοούσε, εκείνος προέβαλε χωρίς ευλογοφάνεια ότι η σχέση του με τον πατέρα του δεν ήταν καλή.

 

Ως προς τη δυνατότητα των Αιτητών να αναζητήσουν την ανεξαρτησία τους σε περίπτωση που επιστρέψουν στο Ιράν, τονίζουν οι Καθ΄ων η αίτηση, ότι σύμφωνα με τις δηλώσεις των Αιτητών, τα ίδια προβλήματα αντιμετώπιζε ο πρωτότοκος αδερφός του Αιτητή και η σύζυγός του, οι οποίοι ωστόσο εγκατέλειψαν το κτήριο που διέμεναν με την οικογένεια του Αιτητή.

 

Καταληκτικά, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι οι Αιτητές λόγω του ότι είναι υγιείς, ικανοί προς εργασία και διαθέτουν εργασιακή εμπειρία, θα μπορούσαν να μετακομίσουν σε άλλη περιοχή της Τεχεράνης, όπως ο πρωτότοκος αδερφός του Αιτητή, χωρίς να αντιμετωπίσουν κάποιο πρόβλημα από τον πατέρα του. Δεδομένου μάλιστα ότι δεν έκριναν ότι σε περίπτωση επιστροφής τους στο Ιράν, οι Αιτητές θα αντιμετωπίσουν πράξεις δίωξης ή σοβαρής βλάβης,  το συγκεκριμένο σκέλος του φόβου τους κρίθηκε αβάσιμο και μη δικαιολογημένο.

 

Σχετικά με τον αποδεκτό ισχυρισμό του Αιτητή περί συμμετοχής του σε διαδηλώσεις κατά του Ιρανικού καθεστώτος στην Κύπρο, οι Καθ’ ων η αίτηση προχώρησαν σε σχετική έρευνα και εντόπισαν πληροφορίες οι οποίες αναφέρουν ότι οι Ιρανικές αρχές καταβάλουν προσπάθειες να εντοπίσουν ακτιβιστές με αντικυβερνητική δράση στο εξωτερικό και να τους τιμωρήσουν, ωστόσο στοχεύουν σε πρόσωπα υψηλού πολιτικού και ακτιβιστικού προφίλ με τους απλούς πολίτες του Ιράν να μην αντιμετωπίζουν κάποιο σημαντικό πρόβλημα. Οι ανωτέρω πληροφορίες κρίθηκαν ως συνάδουσες με τις δηλώσεις του Αιτητή περί του ότι οι αρχές του Ιράν παρακολουθούν ποιοι αναπτύσσουν ακτιβιστική δραστηριότητα κατά του καθεστώτος του Ιράν στο εξωτερικό. Αξιολογώντας λοιπόν το ενδεχόμενο πραγμάτωσης του φόβου του Αιτητή, οι Καθ΄ ων η αίτηση τονίζουν ότι ο Αιτητής συμμετείχε σε 2 διαδηλώσεις στη Λευκωσία και 2-3 φορές στη Λεμεσό, ωστόσο σύμφωνα με τα αποδεκτά περιστατικά, ο Αιτητής καμία άλλη συμμετοχή δεν είχε στις διαδηλώσεις, πλην της απλής φυσικής του παρουσίας εκεί. Δεδομένου μάλιστα ότι ο Αιτητής δεν υπέβαλε δηλώσεις περί πολιτικής συμμετοχής των μελών της οικογένειάς του πριν εκείνος εγκαταλείψει το Ιράν, η συμμετοχή του στην διαδηλώσεις στην Κύπρο κρίθηκε από τους Καθ΄ων η αίτηση ως τόσο χαμηλής κλίμακας δραστηριότητα, η οποία δεν αναμένεται να του δημιουργήσει προβλήματα, σε περίπτωση που εκείνος επιστρέψει στο Ιράν. Ως εκ τούτου, το συγκεκριμένο σκέλος του φόβου κρίθηκε ομοίως ως αβάσιμο και μη δικαιολογημένο.

 

Προχωρώντας τέλος σε έρευνα γύρω από την κατάσταση ασφαλείας στην Τεχεράνη, οι Καθ’ ων η αίτηση προχώρησαν σε έρευνα και διαπίστωσαν ότι τον υπό κρίση χρόνο στην Τεχεράνη δεν εξελισσόταν κάποια ένοπλη σύγκρουση και ως εκ τούτου κρίθηκε ότι η κατάσταση ασφαλείας εκεί δεν εγκυμονεί κάποιο κίνδυνο για τους Αιτητές.

 

Αναφορικά τέλος με το ανήλικο τέκνο των Αιτητών και το βέλτιστο συμφέρον του, οι Καθ’ ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι τον υπό κρίση χρόνο ήταν 12 ετών, δεν αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και είχε ήδη φοιτήσει σε σχολείο στο Ιράν, ενώ του ουδέποτε έπεσε θύμα κακομεταχείρισης. Ως εκ τούτου, ενδεχόμενη επιστροφή του στο Ιράν, δεν κρίθηκε, από τους Καθ’ ων η αίτηση, ότι αντίκεται στο βέλτιστο συμφέρον του. Λαμβάνοντας  υπόψη όλα τα ανωτέρω, ο φόβος των Αιτητών κρίθηκε αβάσιμος.

 

Κατά τη νομική ανάλυση, οι Καθ’ ων η αίτηση αξιολόγησαν το νομοθετικό πλαίσιο για το προσφυγικό καθεστώς, καθώς επίσης και αυτό της συμπληρωματικής προστασίας, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή των Αιτητών σε οιοδήποτε καθεστώς διεθνούς προστασίας.  Ως αναφέρεται στην έκθεση εισήγηση, βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών τους, δεν τεκμηριώθηκε φόβος δίωξής τους για έναν από τους πέντε λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης, του άρθρου 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (από τούδε και στο εξής, «η Οδηγία») και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου δεν αναγνωρίστηκαν ως πρόσφυγες.

 

Επιπλέον, κρίθηκε ότι βάσει των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών δεν προέκυψε για τους Αιτητές πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 15(α) της Οδηγίας, ούτε ανέκυψε πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 15(β) της Οδηγίας, σε περίπτωση που αυτοί επιστρέψουν στο Ιράν.  

 

Ως προς το ενδεχόμενο υπαγωγής των Αιτητών στο άρθρο 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου, οι Καθ’ ων η αίτηση έκρινα ότι, ελλείψει οιαδήποτε εξελισσόμενης ένοπλης σύγκρουσης, εσωτερικής ή διεθνούς, στην Τεχεράνη, δεν ανακύπτουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής τους σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας σύμφωνα με τις πρόνοιες του ανωτέρω άρθρου.

 

Συνήγαγαν λοιπόν οι Καθ΄ων η αίτηση, ότι οι Αιτητές δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αναγνώρισης  καθεστώτος επικουρικής προστασίας.

 

Ολοκληρώνοντας, οι Καθ΄ων η αίτηση κρίνουν ότι ενδεχόμενη επιστροφή των Αιτητών στο Ιράν,  δεν αντίκεται στην αρχή της μη επαναπροώθησης και το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς δεν ανέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι εάν επιστρέψουν στην Τεχεράνη,  θα υποβληθούν σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία.

 

Ως προς την αξιολόγηση του συνόλου στοιχείων που υπάρχουν ενώπιόν του, το παρόν Δικαστήριο τονίζει ότι το άρθρο 46(3) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2013/32/ΕΕ προνοεί ότι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου προσβάλλεται η απόφαση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας, έχει υποχρέωση να πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας σύμφωνα με την οδηγία 2011/95/ΕΕ». Στο πλαίσιο αυτό, η έκφραση "ex nunc" αναδεικνύει την υποχρέωση του δικαστή, κατά την εκτίμηση που πραγματοποιεί, να λαμβάνει υπόψη τυχόν νέα στοιχεία τα οποία έχουν προκύψει μετά την έκδοση της απόφασης που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής. Περαιτέρω, η χρήση του επιθέτου «πλήρης» στο άρθρο 46, παράγραφος 3, της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2013/32/ΕΕ επιβεβαιώνει ότι ο δικαστής οφείλει να εξετάζει τόσο τα στοιχεία που έλαβε ή θα μπορούσε να λάβει υπόψη η αποφαινόμενη αρχή όσο και τα στοιχεία που αφορούν το διάστημα μετά την έκδοση της απόφασης της αρχής αυτής (βλ. σχετικά και την απόφαση του ΔΕΕ C-585/16, Serin Alheto, ημερ. 25/07/18).

 

Προχωρώντας λοιπόν στην αξιολόγηση των ισχυρισμών των Αιτητών, το Δικαστήριο αποδέχεται τους ισχυρισμούς σχετικά με τα προσωπικά τους στοιχεία, τον ισχυρισμό ότι δέχτηκαν την καταπίεση του πατέρα του Αιτητή κατά την κοινή διαμονή τους στο Ιράν και τον ισχυρισμό περί συμμετοχής του Αιτητή σε διαδηλώσεις κατά του Ιρανικού καθεστώτος στην Κύπρο. Υπενθυμίζω ότι όπως έκρινα στην απόφασή μου υπ’ αριθ. 7397/21,  ND v. Υπηρεσίας Ασύλου, ημερ. 09/05/2023, « […] τίθεται σε ισχύ η αρχή της απαγόρευσης της χειροτερεύσεως (reformation in peius), σύμφωνα με την οποία δεν μπορεί κατ' αρχήν το δικαστήριο να χειροτερεύσει τη θέση του προσφεύγοντος, εφόσον το δικαίωμα προσφυγής χορηγείται από τον νόμο για την προστασία του.  Η απαγόρευση αυτή απορρέει από την ίδια την έννοια και τον σκοπό της προσφυγής και ισχύει ακόμα και όταν δεν προβλέπεται ρητώς από τον νόμο (βλ. Π.Δ. Δαγτόγου, «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», έκτη έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 638-639)  και το δικαστήριο δεν μπορεί να ακυρώσει ευνοϊκό τμήμα της πράξεως που δεν προσβάλλεται με την προσφυγή.».

 

Θα συμφωνήσω επίσης με την κρίση των Καθ΄ων η αίτηση περί του ότι οι Αιτητές, ναι μεν περιέγραψαν με συνοχή  τον τρόπο με τον οποίο έγιναν δέκτες καταπίεσης και αυστηρού ελέγχου από τον πατέρα του Αιτητή όσο ζούσαν στην Τεχεράνη, πλην όμως δεν ήταν σε θέση να παραθέσουν με συνοχή και περιγραφική λεπτομέρεια τις δηλώσεις τους περί του ότι το 2009 τα ξαδέρφια του Αιτητή τον είδαν να λαμβάνει μέρος σε μία διαδήλωση με αποτέλεσμα να τον μεταφέρουν σε ένα κέντρο κράτησης των Basij, όπου του χορηγούσαν ναρκωτικά με αποτέλεσμα να εθιστεί σε αυτά, αλλά ούτε και ότι εργαζόταν αποκλειστικά στο κουρείο του θείου του από ηλικίας 12 ετών και ο πατέρας του δεν του επέτρεπε να εργαστεί κάπου αλλού. Το Δικαστήριο, πριν καταλήξει στο εν λόγω συμπέρασμα, έλαβε υπόψη του τις άνευ νοηματικής συνοχής δηλώσεις του Αιτητή περί του ότι  ήταν νεαρός και αφελής και δε γνώριζε τις συνέπειες τις χρήσης ναρκωτικών, καθώς και την αδυναμία του να εξηγήσει το λόγο που δεν αναζήτησε εργασία αλλού ακόμα και μετά την ενηλικίωσή του.

 

Καταληκτικά, δεκτό γίνεται μόνο το σκέλος του ισχυρισμού που αφορά τις δηλώσεις των Αιτητών περί του ότι στην Τεχεράνη ζούσαν κάτω από την καταπίεση του πατέρα του Αιτητή, γεγονός που αποτέλεσε άλλωστε και το λόγο για τον οποίο, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Αιτητή, ο μεγαλύτερος αδερφός του και η σύζυγός του είχαν, σε προγενέστερο χρόνο, απομακρυνθεί από το κτήριο που ζούσε η οικογένεια του Αιτητή και ζουν ανεξάρτητα μέχρι και σήμερα σε άλλο μέρος της Τεχεράνης.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση του ισχυρισμού των Αιτητών περί του ότι η Αιτήτρια έπεσε θύμα βίαιης συμπεριφοράς από την πατρική οικογένεια του συζύγου της μετά την αποχώρησή του τελευταίου από το Ιράν, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι εκείνη επικαλέστηκε αόριστα και χωρίς περιγραφική λεπτομέρεια δύο περιστατικά κατά τα οποία ο πεθερός της φέρεται να τη χαστούκισε και ο αδερφός του συζύγου της της γύρισε τον καρπό του χεριού της, δηλώσεις οι οποίες κρίνονται ως ανεπαρκείς. Σε σχέση δε με τις δηλώσεις της περί του ότι συνελήφθη από τις αρχές του Ιράν και στη συνέχεια της επιτέθηκε με μαχαίρι ο πεθερός της, οι δηλώσεις της Αιτήτριας κρίνονται ως ανεπαρκείς καθώς εκείνη δε μπόρεσε να αποσαφηνίσει πότε συνελλήφθη και να περιγράψει τη διαδικασία προσαγωγής και ανάκρισής της, αλλά ούτε και να υποβάλει λεπτομερείς δηλώσεις αναφορικά με την επίθεση που δήλωσε ότι δέχτηκε από τον πεθερό της κατά τη διάρκεια της φερόμενης επιστροφή της από το αστυνομικό τμήμα, προβάλλοντας χωρίς νοηματική συνοχή ότι είναι δύσκολο να ανακαλέσει την εικόνα του γιου της που έκλαιγε και ότι στο νοσοκομείο οι συγγενείς του συζύγου της δήλωσαν στους γιατρούς ότι έπεσε από τις σκάλες. Δεν παραβλέπω άλλωστε και τη χρονική αντίφαση στην οποία υπέπεσαν οι Αιτητές, καθώς ο μεν Αιτητής δήλωσε ότι το εν λόγω περιστατικό έλαβε χώρα 6-8 μήνες μετά την αναχώρησή του από το Ιράν, η δε Αιτήτρια υπέβαλε ότι το περιστατικό έλαβε χώρα 2 μήνες αργότερα. Κληθείς να σχολιάσει την εν λόγω αντίφαση, ο Αιτητής απάντησε ανεπαρκώς ότι επειδή τα περιστατικά ήταν πολλά, δεν ήταν σε θέση να θυμάται ακριβείς ημερομηνίες.

 

Συν τοις άλλοις, ο Αιτητής υπέβαλε ότι η σύζυγός του έπεσε θύμα μόνο λεκτικής βίας από την οικογένειά του, η δε Αιτήτρια αναφέρθηκε σε συγκεκριμένα περιστατικά κατά τα οποία δέχτηκε σωματική βία από τον πεθερό της. Κληθείς και πάλι να σχολιάσει, ο Αιτητής υπέβαλε, ανεπαρκώς και χωρίς ευλογοφάνεια κατά το Δικαστήριο, ότι μετά τη φυγή του από το Ιράν δεν είχε καλή επικοινωνία με τη σύζυγό του και ότι εκείνη δεν ήθελε να τον στεναχωρήσει.  Δεν παραβλέπει άλλωστε το Δικαστήριο, ότι αν και η Αιτήτρια αρχικά δήλωσε ότι μετά το εν λόγω περιστατικό ο πεθερός της δεν της επέτρεπε να εξέλθει της οικίας της, σε άλλο στάδιο ανέφερε ότι πήγε 3 φορές στο χωριό της, δικαιολογώντας ανεπαρκώς ότι ο πεθερός της δεν επέτρεπε το ανήλικο να πάει στο σχολείο. Στη βάση των ανωτέρω στοιχείων, το Δικαστήριο κρίνει ότι δε θεμελιώνεται η εσωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού και ως εκ τούτου παρέλκει η διερεύνηση της εξωτερικής του αξιοπιστίας.

 

Σχετικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή περί του ότι ο πατέρας και τα ξαδέρφια του Αιτητή σκόπευαν να τον στείλουν στον πόλεμο στη Συρία, το Δικαστήριο εντοπίζει ότι βασίζεται σε εικασίες του Αιτητή, καθώς εκείνος δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει πότε άκουσε τα ξαδέρφια του να το συζητάνε με τον πατέρα του.  Αντιθέτως, ανέφερε αόριστα ότι συνέβη 3,5 χρόνια πριν τη διεξαγωγή της προφορικής του συνέντευξης και δεν ήταν σε θέση να παράσχει σχετικές πληροφορίες, δηλώνοντας ανεπαρκώς ότι δεν είχε προετοιμαστεί για τη συνέντευξη. Παρατηρείται επίσης ότι σε άλλο στάδιο της προφορικής του συνέντευξης, ο Αιτητής δήλωσε χωρίς συνοχή ότι οι προθέσεις του πατέρα του και των ξαδέρφων του υπέπεσαν στην αντίληψή του κατόπιν σχετικής ενημέρωσης από την Αιτήτρια, δηλώσεις που κρίνονται ως αντιφατικές μεταξύ τους. Ο δε Αιτητής, υπέβαλε ανεπαρκώς ότι τελικά δεν ήταν ο πατέρας του που τον ενημέρωσε σχετικά με την πρόθεσή του να τον στείλει στον πόλεμο και ότι οι πιθανότητες ήταν 50/50. Λαμβάνοντας υπόψην τις δηλώσεις του Αιτητή περί ότι εξαιρέθηκε από την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων, το Δικαστήριο απορρίπτει τον ευπό εξέταση ισχυρισμό ως μη αξιόπιστο και κρίνει ότι σχετική έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης δε θα μπορούσε να θεμελιώσει από μόνη της την αποδοχή του.

 

Αξιλογώντας ακολούθως τον ισχυρισμό της Αιτήτριας περί του ότι ο πεθερός της προέβη σε καταγγελία εναντίον της επειδή εκείνη εγκατέλειψε το Ιράν με το ανήλικο τέκνο της χωρίς την άδειά του, το Δικαστήριο κρίνει τις δηλώσεις της περί του ότι ο πεθερός της θα μπορούσε να προβεί στην εν λόγω ενέργεια, ως υποθετικές, οι δε δηλώσεις περί του ότι ο πατέρας του ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον πεθερό του-πατέρα της Αιτήτριας σχετικά με την καταγγελία ως ασαφείς. Λαμβανομένου υπόψιν των δηλώσεων της Αιτήτριας περί του ότι η ίδια και το ανήλικο τέκνο της εγκατέλειψαν το Ιράν νόμιμα, χωρίς να αντιμετωπίσουν κάποιο πρόβλημα στο αεροδρόμιο της Τεχεράνης, οι εν λόγω δηλώσεις κρίνονται ως αόριστες, στερούμενες συνοχής και ευλογοφάνειας και μη ικανές να θεμελιώσουν την εσωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού.

 

Ακόμα και αν η έρευνα των Καθ΄ων η αίτηση ανέδειξε ότι, σε περίπτωση αδυναμίας του πατέρα να εκπληρώσει τα πατρικά του καθήκοντα στο Ιράν, αυτά εκπληρώνονται από τον πατρικό του παππού, το Δικαστήριο κρίνει ότι στην περίπτωση των Αιτητών δεν ανακύπτουν στοιχεία που να συνυγορούν υπερ της καταγγελίας της Αιτήτριας από τον πεθερό της.

 

Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο προχώρησε σε αυτοτελή έρευνα, εκ της οποίας ανέκυψε ότι  το άρθρο 18 του νόμου περί διαβατηρίων του Ιράν, που θεσπίστηκε το 1973, ορίζει τα εξής: 

 

« Σύμφωνα με τις απαιτήσεις που περιγράφονται στο παρόν άρθρο, θα εκδίδονται κανονικά διαβατήρια στα ακόλουθα άτομα:

 

1 – Άτομα κάτω των 18 ετών και άτομα που βρίσκονται υπό κηδεμονία ή/και επιμέλεια, με την έγγραφη άδεια του κηδεμόνα ή του κηδεμόνα τους·

….

3 – Οι παντρεμένες γυναίκες, ακόμη και κάτω των 18 ετών, με γραπτή συγκατάθεση των συζύγων τους, και σε επείγουσες περιπτώσεις, αρκεί η άδεια του εισαγγελέα της πόλης στην οποία υποβλήθηκε η αίτηση διαβατηρίου – ο οποίος υποχρεούται να παράσχει τη γνώμη του είτε για την αποδοχή είτε για την απόρριψή της εντός τριών ημερών. Οι γυναίκες που διαμένουν στο εξωτερικό με τους συζύγους τους και οι γυναίκες που παντρεύτηκαν αλλοδαπό σύζυγο και παραμένουν Ιρανές πολίτες εξαιρούνται από την απαίτηση της παρούσας παραγράφου[1].

 

Η Καναδική Επιτροπή Μετανάστευσης και Προσφύγων (IRCB), επικαλείται συνέντευξη της Διεύθυνσης Έρευνας με επίκουρο καθηγητή του Πανεπιστημίου Carleton, ο οποίος είναι επίσης Ιρανός δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δήλωσε ότι ο σύζυγος πρέπει να «απευθυνθεί σε συμβολαιογράφο για να υπογράψει μια αίτηση» που να υποδεικνύει την «πλήρη συγκατάθεσή» του συζύγου της για την έκδοση του διαβατηρίου της. Η ίδια πηγή πρόσθεσε ότι η άδεια ενός άνδρα για μια γυναίκα ή ένα παιδί μπορεί πλέον να «γίνεται ηλεκτρονικά» χρησιμοποιώντας έναν επίσημο ιστότοπο που δημιουργήθηκε «πρόσφατα», για να διευκολυνθεί η «υπογραφή αδειών ηλεκτρονικά», υποβάλλοντας «συνοδευτικά έγγραφα» ηλεκτρονικά, συμπληρώνοντας μια φόρμα και λαμβάνοντας μια επακόλουθη κλήση «Skype»[2]. 

 

Η IRCB ακολούθως αναφέρει, σε σχετική της απάντηση σε αίτημα παροχής ΠΧΚ το 2022, ότι η διαδικασία για έναν άνδρα να κινήσει μια ταξιδιωτική απαγόρευση κατά μιας γυναίκας είναι η ίδια για ένα παντρεμένο ζευγάρι με παιδιά και για έναν άνδρα κηδεμόνα μιας ανύπαντρης γυναίκας. Μόλις ξεκινήσει μια ταξιδιωτική απαγόρευση εναντίον κάποιου, αυτή παραμένει σε ισχύ μέχρι να αρθεί. Καθώς τα Γραφεία Μετανάστευσης και Διαβατηρίων του Ιράν χρησιμοποιούν ένα «ηλεκτρονικό σύστημα» που είναι «συνδεδεμένο» με τα αεροδρόμια της χώρας, η απαγόρευση ταξιδιών μπορεί να εφαρμοστεί γρήγορα μετά την υποβολή αιτήματος[3]. Η IRCB ακολούθως παραπέμπει σε μία κοινή έκθεση της Δανικής Υπηρεσίας Μετανάστευσης (DIS) και του Δανικού Συμβουλίου Προσφύγων (DRC) του 2017, η οποία αναφέρει ότι στο Ιράν υπάρχει μια βάση δεδομένων του γενικού Εισαγγελέα, η οποία συμπεριλαμβάνει όλα τα άτομα που εμπεριέχονται στη λίστα απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα. Όταν οι δικαστές εκδίδουν ταξιδιωτικές απαγορεύσεις, αυτές λαμβάνονται από άλλες αρχές χωρίς καθυστερήσεις/σε «πραγματικό χρόνο». Επιπλέον, η νόμιμη έξοδος από τη χώρα όταν έχει εκδοθεί ταξιδιωτική απαγόρευση είναι σχεδόν αδύνατη. Η ασφάλεια στα σύνορα είναι πολύ αυστηρή και τα σύνορα ελέγχονται αυστηρά από τον στρατό. Ταυτόχρονα, θα ήταν πολύ δαπανηρό να οργανωθεί μια παράνομη αναχώρηση, καθώς θα απαιτούσε υψηλό βαθμό συνενοχής. Οι γυναίκες «μερικές φορές» φτάνουν στο αεροδρόμιο και «διαπιστώνουν ότι η άδειά τους να ταξιδέψουν στο εξωτερικό έχει ανακληθεί από τον σύζυγό τους ή τον άνδρα κηδεμόνα τους», οπότε «εμποδίζονται να επιβιβαστούν στην πτήση τους»[4].

 

Σε σχέση με τη δυνατότητα του ανήλικου τέκνου να εξέλθει της χώρας, η επικληθείσα πηγή επιβεβαιώνει ότι απαιτείται η άδεια του πατέρα για την έξοδο ενός παιδιού από το Ιράν, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου η μητέρα έχει την επιμέλεια των παιδιών ενός ζευγαριού[5].

 

Στη βάση λοιπόν των ανωτέρω πληροφοριών, το Δικαστήριο κρίνει ότι δε θεμελιώνεται ούτε η εξωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, αφού η Αιτήτρια και το ανήλικο τέκνο εξήλθαν του Ιράν νόμιμα, χωρίς να αντιμετωπίσουν κανένα πρόβλημα, γεγονός εκ του οποίου συνάγεται ότι ουδεμία καταγγελία υπήρχε εις βάρος της από τον πεθερό της και ότι το ταξίδι τους ήταν καθ’ όλα νόμιμο αφού τόσο η ίδια όσο και το ανήλικο διέθεταν τη νόμιμη άδεια που απαιτείτο για να εξέλθουν από το Ιράν. Ως εκ τούτου, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται ως μη αξιόπιστος.

 

Συνοψίζοντας, δεκτοί γίνονται από το Δικαστήριο οι ακόλουθοι ισχυρισμοί:

1)   Τα προσωπικά στοιχεία των Αιτητών

2)   Οι δηλώσεις τους περί ότι δεχόταν την καταπίεση του πατέρα του Αιτητή και

3)   Οι δηλώσεις του Αιτητή περί συμμετοχής του σε διαδηλώσεις κατά του Ιρανικού καθεστώτος στην Κύπρο.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση κινδύνου στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών, το Δικαστήριο αρχικά κρίνει ότι δεν ανακύπτει κανένας κίνδυνος για τους Αιτητές που να συνδέεται με την καταπίεση που δέχτηκαν από τον πατέρα του Αιτητή, καθώς, όπως και ο μεγαλύτερος αδερφός του, θα μπορούσαν να εγκαταλείψουν το κτήριο που διέμεναν με την πατρική του οικογένεια και να αναζητήσουν την ανεξαρτησία τους, χωρίς να ανακύπτει σε τέτοια περίπτωση κάποιος κίνδυνος για εκείνους. Παράλληλα, δεν έχουν ανακύψει στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι η διαβίωσή τους είχε καταστεί ανυπόφορη λόγω της συγκεκριμένης μεταχείρισης του πατέρα του Αιτητή, με αποτέλεσμα να ανακύπτει αντίστοιχος μελλοντικός φόβος για εκείνους.

 

Σχετικά με το φόβο του Αιτητή που δύναται να απορρέει από το ότι συμμετείχε σε διαδηλώσεις κατά του Ιρανικού καθεστώτος στην Κύπρο, τονίζεται αρχικά ότι οι Καθ΄ων η αίτηση εντόπισαν πληροφορίες οι οποίες επιβεβαιώνουν ότι οι Ιρανικές αρχές καταβάλουν προσπάθειες να εντοπίσουν ακτιβιστές με αντικυβερνητική δράση στο εξωτερικό και να τους τιμωρήσουν, ωστόσο στοχεύουν σε πρόσωπα υψηλού πολιτικού και ακτιβιστικού προφίλ με τους απλούς πολίτες του Ιράν να μην αντιμετωπίζουν κάποιο σημαντικό πρόβλημα.

 

Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο προχώρησε σε σχετική έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και εντόπισε τα ακόλουθα:

 

Σύμφωνα με άρθρο του πρακτορείου AP News τον Απρίλιο του 2026, η κυβέρνηση του Ιράν προχωρά σε κρατήσεις μελών των οικογενειών και απειλεί να κατάσχει τις περιουσίες Ιρανών αντιφρονούντων που βρίσκονται στην εξορία στο πλαίσιο της πρόσφατης καταστολής των διαφωνούντων φωνών, καθώς ο πόλεμος συνεχίζεται με σφοδρότητα[6]. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, οι ακτιβιστές στο εξωτερικό διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην παρακολούθηση της καταστολής, η οποία περιπλέκεται από τη διακοπή της πρόσβασης στο διαδίκτυο που επιβλήθηκε νωρίτερα φέτος, κατά τη διάρκεια μαζικών διαδηλώσεων σε εθνικό επίπεδο ενάντια στην ισλαμική θεοκρατία, ενώ η αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ έχει εντείνει τις απειλές των αρχών κατά οποιουδήποτε μιλά σε ξένα μέσα ενημέρωσης ή σε ακτιβιστές. Πλέον, η πίεση αυτή φαίνεται να επεκτείνεται, με στόχο τον εκφοβισμό ακτιβιστών που βρίσκονται στην εξορία, με το εν λόγω πρακτορείο να επιβεβαιώνει ότι οι Ιρανοί του εξωτερικού που εκφράζουν ανοιχτά τις απόψεις τους δηλώνουν ότι τα αγαπημένα τους πρόσωπα κρατούνται στη χώρα τους[7].

 

Παράλληλα, το πρακτορείο Iran Wire σε δημοσίευμα του Μαίου του 2026 αναφέρεται στην περίπτωση του ακτιβιστή Soran Mansournia, ενός Ιρανού ακτιβιστή που ζει στην Ολλανδία, του οποίου ο αδερφός, Borhan Mansournia, σκοτώθηκε από τις δυνάμεις ασφαλείας στο Κερμανσάχ κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων του Νοεμβρίου 2019 και μετά από δύο χρόνια εγκατέλειψε το Ιράν και έκτοτε ζει στην Ολλανδία. Αλλά οι απειλές εναντίον του δεν έχουν σταματήσει. Αντίθετα, ο ίδιος δηλώνει ότι έχουν γίνει πιο έντονες λόγω της συνεχιζόμενης παραμονής του εκτός Ιράν σε συνδυασμό με τη δράση του για την υπηρεάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[8]. Σύμφωνα μάλιστα με το ίδιο πρακτορείο, η Ισλαμική Δημοκρατία έχει μακρά ιστορία απειλών, ακόμη και εξόντωσης πολιτικών αντιπάλων εκτός Ιράν, ιδίως στην Ευρώπη. Ακτιβιστές όπως ο Mansournia αναφέρουν ότι αυτές οι απειλές —οι οποίες είχαν ήδη κλιμακωθεί τα τελευταία χρόνια— αυξήθηκαν κατακόρυφα μετά την έναρξη της σύγκρουσης που εμπλέκει τις ΗΠΑ, το Ισραήλ και το Ιράν. Ο κ. Mansournia δήλωσε στο IranWire ότι, δύο ημέρες μετά την κλήση από τους Φρουρούς της Επανάστασης (IRGC), ένας φίλος του εντός του Ιράν —«έπειτα από ώρες προσπαθειών και δοκιμών διαφόρων μεθόδων»— κατάφερε να χρησιμοποιήσει VPN για να του στείλει στιγμιότυπα οθόνης από την ιρανική εφαρμογή ανταλλαγής μηνυμάτων Bale. Τα στιγμιότυπα έδειχναν τα προσωπικά του στοιχεία να διακινούνται σε «κανάλια ασφαλείας» που συνδέονται με την Ισλαμική Δημοκρατία. Στα διαρρεύσαντα στοιχεία περιλαμβάνονταν ο τρέχων αριθμός τηλεφώνου του, ο παλιός ιρανικός αριθμός του, το αναγνωριστικό του στο Telegram, ακόμη και η διεύθυνση κατοικίας των γονιών του[9].

 

Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις ανωτέρω πληροφοριές αναφορικά με τη μεταχείριση που δέχονται οι ακτιβιστές, εντός ή εκτός Ιράν, και τα μέλη των οικογενειών τους, τις δηλώσεις του Αιτητή ότι συμμετείχε στις διαδηλώσεις κατά του Ιρανικού καθετώτος στην Κύπρο αποκλειστικά ως απλός διαδηλωτής, την απουσία πολιτικής και/ή ακτιβιστικής του δράσης στη χώρα καταγωγής του, καθώς και την έλλειψη οιασδήποτε ενόχλησης από τις αρχές του Ιράν προς τον ίδιο ή τα μέλη της οικογένειάς του που εξακολουθούν να διαμένουν εκεί, το Δικαστήριο δεν κρίνει ότι ανακύπτει κάποιος βάσιμος και δικαιλογημένος φόβος για εκείνον σε περίπτωση επιστροφής του στο Ιράν, που να απορρέει από τη συμμετοχή του σε διαδηλώσεις στην Κύπρο.

 

Στη βάση της ανωτέρω ανάλυσης, καταλήγω στο ότι δεν πληρούνται στο πρόσωπο των Αιτητών οι προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 9 και 10 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 και το αντίστοιχο Άρθρο 1(Α) της Σύμβασης της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων, για την υπαγωγή τους σε προσφυγικό καθεστώς.

 

Κατόπιν της κατάληξης ότι οι Αιτητές δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αναγνώρισής τους ως πρόσφυγες, το Δικαστήριο προχωρεί σε αυτοτελή εξέταση κατά πόσον συντρέχουν στο πρόσωπό τους οι προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 3(6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, ως πρόσωπο επιλέξιμο για συμπληρωματική προστασία νοείται ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής ο οποίος, μολονότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισης ως πρόσφυγας, εντούτοις υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να θεωρείται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 15 του ιδίου Κανονισμού (βλ. αυτούσιο «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία»: ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής που δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν το εν λόγω πρόσωπο επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του ή, στην περίπτωση ανιθαγενούς, στη χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως ορίζεται στο άρθρο 15, και στον οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 17 παράγραφοι 1 και 2 και ο οποίος δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας·»).  Κατά το άρθρο 15, ως σοβαρή βλάβη νοείται: (α) η θανατική ποινή ή εκτέλεση, (β) τα βασανιστήρια ή η απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτούντος στη χώρα καταγωγής του και (γ) η σοβαρή και ατομική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Συναφώς, το ΔΕΕ έχει διευκρινίσει ότι οι τρεις μορφές σοβαρής βλάβης αποτελούν αυτοτελείς βάσεις συμπληρωματικής προστασίας και ότι κατά την αξιολόγηση πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία που αφορούν τόσο την ατομική κατάσταση και τις προσωπικές περιστάσεις του αιτούντος όσο και τη γενικότερη κατάσταση στη χώρα καταγωγής του (απόφαση ΔΕΕ της 9ης Νοεμβρίου 2023, C-125/22, X, Y και τα τέκνα τους, σκ. 35-44) ενώ πριν την απόρριψη αίτησης διεθνούς προστασίας ως αβάσιμης, πρέπει να εξετάζεται εάν ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για καθεστώς πρόσφυγα και, εφόσον όχι, για καθεστώς επικουρικής προστασίας (βλ. απόφαση ΔΕΕ της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Ahmed, C‑369/17, σκέψη 39 και απόφαση ΔΕΕ της 20ής Νοεμβρίου 2025, C-195/25, Framholm, σκ. 52). Στη δε αιτιολογική σκέψη 33 της οδηγίας 2011/95 αναφέρεται ότι «Η επικουρική προστασία θα πρέπει να είναι συμπληρωματική και πρόσθετη σε σχέση με το καθεστώς προστασίας των προσφύγων που έχει θεσμοθετηθεί με τη σύμβαση της Γενεύης».

 

Σύμφωνα με την ανωτέρω ανάλυση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών των Αιτητών, δεν μπορεί να παραχωρηθεί σε αυτούς καθεστώς επικουρικής προστασίας επί τη βάσει των άρθρων 15(α) και (β) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, καθώς δεν έχει στοιχειοθετηθεί πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης υπό τις εκεί προβλεπόμενες μορφές.

 

 

Σε σχέση με το καθεστώς επικουρικής προστασίας  επί τη βάσει του άρθρου 15 στοιχ. γ΄, ήτοι σοβαρή βλάβη που συνίσταται σε σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης ασκήσεως βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, καθοδήγηση αντλώ από τις αποφάσεις Elgafaji, C-465/07, Diakité, C-285/12, και CF και DN, C-901/19, εκ των οποίων προκύπτει ότι όσο περισσότερο ο αιτών αποδεικνύει ότι επηρεάζεται ειδικώς λόγω στοιχείων που αφορούν την προσωπική του κατάσταση, τόσο χαμηλότερο δύναται να είναι το απαιτούμενο επίπεδο αδιάκριτης βίας· αντιστρόφως, σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου η αδιάκριτη βία έχει προσλάβει ιδιαιτέρως υψηλό επίπεδο, μπορεί να στοιχειοθετείται πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης για έναν άμαχο αποκλειστικά και μόνο λόγω της παρουσίας του στη συγκεκριμένη περιοχή. Η δε εκτίμηση του επιπέδου της αδιάκριτης βίας δεν επιτρέπεται να στηρίζεται αποκλειστικά σε ένα προκαθορισμένο ποσοτικό κριτήριο, όπως ο αριθμός των θυμάτων σε σχέση με τον πληθυσμό, αλλά απαιτεί συνολική αξιολόγηση όλων των κρίσιμων περιστάσεων που χαρακτηρίζουν την κατάσταση στη συγκεκριμένη περιοχή (ΔΕΕ, C-901/19, CF και DN). Υπό το φως των ανωτέρω αρχών, εξετάζεται ακολούθως κατά πόσον, βάσει των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των Αιτητών και των επικαιροποιημένων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, υφίστανται ουσιώδεις λόγοι να θεωρείται ότι αυτοί, σε περίπτωση επιστροφής τους, θα αντιμετώπιζαν πραγματικό κίνδυνο να υποστούν σοβαρή βλάβη

 

Aναφορικά με τα στοιχεία της αδιάκριτης βίας, όπως αυτά προκύπτουν από πόρισμα της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 15 (γ) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση), το οποίο ενσωματώνεται στην κυπριακή έννομη τάξη δια του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου, από τις συνεντεύξεις της με τις αποφαινόμενες αρχές και την εξέταση ορισμένων αποφάσεων προσφυγών, φάνηκε να υπάρχει κάποια συναίνεση ότι η αξιολόγηση θα πρέπει να βασίζεται τόσο σε ποσοτικά όσο και σε ποιοτικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των ακόλουθων:

 

1)   Η κατάσταση ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένης της φύσης και των μορφών βίας, των παραβιάσεων των διεθνών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του ανθρωπιστικού δικαίου.

2)   Αριθμός θυμάτων και περιστατικά ασφαλείας.

3)   Εκτοπισμός πληθυσμού.

4)   Προβλέψιμες κοινωνικοοικονομικές, πολιτικές και σχετικές με την ασφάλεια εξελίξεις (συμπεριλαμβανομένων παραγόντων που επηρεάζουν τις ικανότητες των μαχητών).

5)   Η ικανότητα των φορέων προστασίας να παρέχουν προστασία και δείκτες που σχετίζονται με την κρατική αποτυχία.

6)   Η ανθρωπιστική κατάσταση. [10]

 

Ως προς την ύπαρξη σοβαρής και προσωπικής απειλής στην περιοχή τελευταίας συνήθους διαμονής του εκάστοτε Αιτητή/τριας, στην απόφαση Elgafaji το ΔΕΕ διευκρίνισε πως «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας».[11]

 

Κατά το ΔΕΕ, αυτή η ερμηνεία δεν αντίκειται στο γράμμα της [τότε] αιτιολογικής σκέψης 26 της οδηγίας(νυν 35), κατά την οποία «οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη», αλλά αντιθέτως, το γράμμα αυτής προβλέπει το ενδεχόμενο μιας τέτοιας εξαιρετικής κατάστασης, στην οποία ο βαθμός κινδύνου είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να θεωρηθεί ότι το πρόσωπο διατρέχει ατομικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ακόμη και χωρίς να στοχοποιείται ειδικά[12].

 

Στην ίδια απόφαση το ΔΕΕ διατύπωσε την έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας (sliding scale), σύμφωνα με την οποία: «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».[13]  Το αντίστροφο ισχύει επίσης: κατ’ εξαίρεση, ο βαθμός βίας μπορεί να είναι τόσο υψηλός ώστε ένας άμαχος να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή βλάβη απλώς και μόνο λόγω της παρουσίας του στο έδαφος της επηρεαζόμενης χώρας ή περιοχής.[14]   Υπό αυτό το πρίσμα, η «εξατομίκευση» που απαιτείται για να θεωρηθεί η απειλή ως «προσωπική» μπορεί να προκύπτει είτε από παράγοντες ειδικού κινδύνου, οι οποίοι σχετίζονται με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή τις περιστάσεις ενός προσώπου, είτε από παράγοντες «γενικού κινδύνου», οι οποίοι προκύπτουν από εξαιρετική κατάσταση πολύ υψηλού βαθμού βίας.[15]

 

Επομένως, η έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας παρέχει ένα ενιαίο ερμηνευτικό πλαίσιο για τη στάθμιση μεταξύ γενικού κινδύνου (όταν υπάρχει αδιακρίτως ασκούμενη βία σε τόσο υψηλό βαθμό ώστε και μόνο η ιδιότητα του αμάχου συνιστά κίνδυνο) και του ειδικού κινδύνου (όταν υπάρχει εξατομικευμένη απειλή). Σε περιπτώσεις γενικευμένης βίας/γενικού κινδύνου, το ζήτημα της αξιοπιστίας είναι αλυσιτελές, πιο συγκεκριμένα, η αξιοπιστία περιορίζεται στον έλεγχο του αν ο αιτών προέρχεται από τη συγκεκριμένη χώρα ή περιοχή. Ενώ στην περίπτωση του ειδικού κινδύνου, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας αποκτά καθοριστική σημασία, καθώς ο αιτών πρέπει να αποδείξει ότι απειλείται προσωπικά λόγω συγκεκριμένων χαρακτηριστικών της κατάστασής του, τα οποία τον καθιστούν ιδιαίτερα ευάλωτο απέναντι στον κίνδυνο σοβαρής βλάβης.[16]

 

Η εν λόγω προσέγγιση (αναπροσαρμοζόμενη κλίμακα) επιδιώκει να γεφυρώσει τη φαινομενικά ασύμβατη αντίφαση μεταξύ της έννοιας της αδιάκριτης βίας και της απαίτησης ύπαρξης εξατομικευμένης/προσωπικής απειλής(individualized threat), που απαιτείται στις υποθέσεις ασύλου.[17]

 

Το ΔΕΕ στην ανωτέρω υπόθεση, περιέγραψε τη σχέση μεταξύ, αφενός, των στοιχείων (α) και (β) του άρθρου 15 της ΟΕΑΑ και, αφετέρου, του στοιχείου (γ) του άρθρου 15, επισημαίνοντας ότι τα στοιχεία (α) και (β) του άρθρου 15 «χαρακτηρίζουν περιπτώσεις στις οποίες ο αιτών επικουρική προστασία διατρέχει ειδικώς τον κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής».[18] Αντιθέτως, το δικαστήριο διευκρίνισε ότι η βλάβη που ορίζεται στο άρθρο 15 στοιχείο (γ) «αναφέρεται σε ένα γενικότερο κίνδυνο βλάβης» σε σύγκριση με εκείνον που αναφέρεται στο άρθρο 15 στοιχεία (α) και (β)[19].

 

Ως προς την εκτίμηση του βαθμού της αδιάκριτης βίας, το ΔΕΕ στις αποφάσεις Elgafaji και Diakite δεν παρείχε συγκεκριμένες κατευθύνσεις προς στα εθνικά δικαστήρια σχετικά με τη μεθοδολογία που πρέπει να ακολουθούν για να αξιολογούν: α) την ένταση της βίας που επικρατεί σε συγκεκριμένη περιοχή ή περιφέρεια μιας χώρας, και β) το κατά πόσον η εν λόγω βία δημιουργεί πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, είτε για τον άμαχο πληθυσμό συνολικά, είτε για άτομα με βάση τις προσωπικές τους περιστάσεις, είτε βάσει συνδυασμού των δύο. Το ζήτημα της σοβαρής και προσωπικής απειλής επανήλθε εκ νέου ενώπιον του ΔΕΕ αρκετά χρόνια αργότερα, στην υπόθεση CF και DN[20], όπου το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επικαλούμενο τη συλλογιστική στην υπόθεση Elgafaji, έκρινε ότι η ποσοτική αξιολόγηση του κινδύνου θανάτου και τραυματισμού, ο οποίος εκφράζεται ως ο λόγος του αριθμού των θυμάτων στην οικεία περιοχή προς τον συνολικό αριθμό των ατόμων που αποτελούν τον πληθυσμό της περιοχής αυτής είναι κρίσιμη για τη διαπίστωση της ύπαρξης σοβαρής και προσωπικής απειλής, αλλά ότι «η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει το μόνο καθοριστικό κριτήριο».

 

Περαιτέρω αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Προκειμένου να διαπιστωθεί αν υφίσταται “σοβαρή και προσωπική απειλή”, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της [ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση)], απαιτείται να ληφθούν υπόψη σφαιρικά όλες οι σχετικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, ιδίως δε εκείνες που χαρακτηρίζουν την κατάσταση στη χώρα καταγωγής του αιτούντος […] ακόμη και αν στην αίτηση αυτή δεν γίνεται επίκληση των χαρακτηριστικών της κατάστασης του αιτούντος, από το άρθρο 4, παράγραφος 3, της [ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση)] προκύπτει η υποχρέωση εξατομικευμένης αξιολόγησης μιας τέτοιας αίτησης για τους σκοπούς της οποίας επιβάλλεται η συνεκτίμηση μιας ολόκληρης σειράς στοιχείων. Στα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονται […] “όλ[α] τ[α] συναφ[ή] στοιχεί[α] που σχετίζονται με τη χώρα καταγωγής κατά τον χρόνο λήψης απόφασης σχετικά με την αίτηση”».[21]

 

Ειδικότερα, μπορούν επίσης να συνεκτιμηθούν, μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.[22]

 

Ως προς την παράμετρο των προσωπικών περιστάσεων, η απαίτηση να λαμβάνονται υπόψη προκύπτει από το άρθρο 4(3) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση)[23] [αντίστοιχο άρθρο 18(3) του περί Προσφύγων Νόμου] . Το εν λόγω άρθρο απαιτεί η αξιολόγηση μιας αίτησης διεθνούς προστασίας να διενεργείται σε ατομική βάση και περιλαμβάνει τη λήψη υπόψη των παραγόντων του άρθρου 4(3) (α)–(ε), μεταξύ άλλων: η ατομική θέση και οι προσωπικές περιστάσεις του/της αιτητή/τριας, συμπεριλαμβανομένων παραγόντων όπως 1) το υπόβαθρο, 2) το φύλο και 3) την ηλικία, ώστε να αξιολογηθεί εάν, βάσει των προσωπικών περιστάσεων του/της αιτητή/τριας, οι πράξεις στις οποίες έχει εκτεθεί ή θα μπορούσε να εκτεθεί, θα συνιστούσαν δίωξη ή σοβαρή βλάβη[24].

 

Παράλληλα, στην υπόθεση Elgafaji το ΔΕΕ απαρίθμησε περιστάσεις που ενδέχεται να δημιουργήσουν μεγαλύτερο κίνδυνο για ένα συγκεκριμένο άτομο σε σχέση με άλλα άτομα να γίνουν θύμα αδιάκριτης βίας, ακόμη και αν δεν στοχεύονται συγκεκριμένα. Παραδείγματα τέτοιων παραγόντων ήταν η αυξημένη ευαλωτότητα και μια πιο εκτεθειμένη τοποθεσία ή κοινωνικοοικονομική κατάσταση, που σημαίνει ότι ο αιτών διατρέχει μεγαλύτερο κίνδυνο από άλλους πολίτες να απειληθεί η ζωή του ή το άτομο του από αδιάκριτη βία[25].

 

Προχωρώντας σε περαιτέρω έρευνα προς ανάλυση της επικρατούσας κατάστασης στο Ιράν λαμβάοντας υπόψη της ανωτέρω πρόνοιες, το Δικαστήριο εντόπισε τις ακόλουθες πληροφορίες.

 

Στις 28 Φεβρουαρίου 2026 το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες άρχισαν νέα κύματα αεροπορικών πληγμάτων στο Ιράν[26], εγκαινιάζοντας μια νέα φάση σύρραξης που μέσα σε λίγες ημέρες, απέκτησε περιφερειακή διάσταση. Η Fact-Finding αποστολή στο Iran του OHCHR κατέγραψε ότι μέχρι τις 3 Μαρτίου η ένοπλη σύγκρουση είχε ήδη επεκταθεί ώστε να εμπλέκει περισσότερες από δέκα χώρες[27]. Μεταξύ των νεκρών της 28 Φεβρουαρίου συγκαταλέγονταν και ανώτεροι Ιρανοί αξιωματούχοι, συμπεριλαμβανομένου του Ali Khamenei[28] και μετά το θάνατό του, ως νέος Ανώτατος Ηγέτης ορίστηκε ο Mojtaba Khamenei[29].

 

Άρθρο του πρακτορείου PBS στις 13 Μαρτίου 2026, ανέφερε  ότι ο υπουργός Άμυνας των Η.Π.Α. προσέφερε νέες λεπτομέρειες σχετικά με την επιχείρηση κατά του Ιράν σε συνέντευξη Τύπου από το Πεντάγωνο, σημειώνοντας τον αντίκτυπο των αεροπορικών επιθέσεων των ΗΠΑ και του Ισραήλ στην Ισλαμική Δημοκρατία. Ο Hegseth δήλωσε ότι είχαν πληγεί πάνω από 15.000 εχθρικοί στόχοι, δηλαδή περισσότεροι από 1.000 την ημέρα από την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου. Οι επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη του Ιράν σε αντίποινα για την επιχείρηση ήταν θανατηφόρες.[30]

 

Το δε BBC, σε άρθρο ημερομηνίας 13 Μαρτίου 2026, ανέφερε ότι «Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ έχουν εξαπολύσει συνεχείς επιθέσεις στην Τεχεράνη τις τελευταίες δύο εβδομάδες στον πόλεμό τους με το Ιράν, ενώ αντίποινα έχουν γίνει αισθητά από γειτονικά κράτη του Κόλπου. Οι Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις (IDF) έχουν επίσης στοχεύσει συστηματικά τοποθεσίες στη Βηρυτό και έχουν επεκτείνει τις επιχειρήσεις τους περαιτέρω στον Λίβανο. Η Hezbollah, η υποστηριζόμενη από το Ιράν μαχητική ομάδα στον Λίβανο, άρχισε να εκτοξεύει πυραύλους και ρουκέτες στο Ισραήλ μετά τον θάνατο του Ανώτατου Ηγέτη του Ιράν στην αρχή του πολέμου. Το αμερικανικό πρακτορείο ειδήσεων για τους ακτιβιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων (HRANA) ανέφερε ότι 1.286 άμαχοι έχουν σκοτωθεί, συμπεριλαμβανομένων τουλάχιστον 200 παιδιών, από τις 28 Φεβρουαρίου. Δεκατρία μέλη του στρατού των ΗΠΑ έχουν σκοτωθεί από την έναρξη της σύγκρουσης, σύμφωνα με το Υπουργείο Άμυνας. Τα πρώτα αμερικανο-ισραηλινά πλήγματα στο Ιράν ξεκίνησαν στις 28 Φεβρουαρίου, με τον ισραηλινό στρατό να δηλώνει ότι στόχευσαν την ηγεσία του Ιράν και τις στρατιωτικές του υποδομές. Ο πρώην Ανώτατος Ηγέτης του Ιράν, Ali Hosseini Khamenei, σκοτώθηκε στην Τεχεράνη κατά τη διάρκεια των αρχικών επιθέσεων. Το BBC Verify έχει μέχρι στιγμής επιβεβαιώσει οπτικά στοιχεία για τουλάχιστον 142 επιθέσεις σε όλο το Ιράν, συμπεριλαμβανομένων τουλάχιστον 65 επιθέσεων στην Τεχεράνη. Οι ΗΠΑ δήλωσαν ότι έχουν επιτεθεί σε περίπου 6.000 στόχους σε όλο το Ιράν».[31]

 

Στις 14 Μαρτίου 2026 το πρακτορείο Al Jazeera μετέδωσε ότι ο πόλεμος μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ κατά του Ιράν, που βρισκόταν τότε στην τρίτη εβδομάδα του, συνεχίστηκε να κλιμακώνεται αφότου οι αμερικανικές δυνάμεις έπληξαν στρατιωτικούς στόχους στο νησί Kharg, τον κρίσιμο κόμβο από τον οποίο διέρχονται οι περισσότερες από τις εξαγωγές αργού πετρελαίου του Ιράν. Εν τω μεταξύ, η Τεχεράνη είχε προειδοποιήσει ότι οποιαδήποτε επίθεση στις ενεργειακές της εγκαταστάσεις θα προκαλέσει αντίποινα κατά των περιφερειακών πετρελαϊκών υποδομών και των περιουσιακών στοιχείων που συνδέονται με τις ΗΠΑ, εγείροντας φόβους για μια ευρύτερη ενεργειακή κρίση και κρίση ασφάλειας σε ολόκληρο τον Κόλπο.[32]

 

Παρόλα αυτά, στις 7 Απριλίου 2026, ο πρόεδρος των ΗΠΑ ανακοίνωσε την έναρξη μιας δύο εβδομάδων κατάπαυσης του πυρός. Η κατάπαυση του πυρός, που επιτεύχθηκε με τη μεσολάβηση του Πακιστάν, ήρθε λίγες ώρες πριν από την απειλούμενη προθεσμία του Προέδρου Trump για την καταστροφή των γεφυρών και των σταθμών παραγωγής ενέργειας του Ιράν. Δεν δημοσιεύτηκε κανένα κείμενο που να αντικατοπτρίζει την αμοιβαία συμφωνία σχετικά με τους όρους της κατάπαυσης του πυρός, και οι διαφορετικές δημόσιες δηλώσεις των δύο πλευρών σχετικά με την κατάπαυση του πυρός προμήνυαν επακόλουθα και συνεχιζόμενα σημεία έντασης.[33]

 

Και ενώ η εκεχειρία βρισκόταν σε ισχύ, σύμφωνα με άρθρο του ΒΒC  στις 18 Μαΐου 2026, ο πρόεδρος των ΗΠΑ προειδοποίησε το Ιράν ότι «ο χρόνος τρέχει», καθώς οι συνομιλίες για τον τερματισμό του πολέμου είχαν βαλτώσει. Το μήνυμα ήρθε καθώς ο πρόεδρος μιλούσε με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Benjamin Netanyahu την Κυριακή. Τη Δευτέρα, το Ιράν δήλωσε ότι απάντησε στην τελευταία πρόταση των ΗΠΑ και ότι οι ανταλλαγές με την Ουάσιγκτον συνεχίζοντο μέσω Πακιστανών μεσολαβητών.[34]

 

Στις 17 Ιουνίου 2026, το κέντρο σπουδών του πρακτορείου Al Jazeera, μετέδωσε ότι υπεγράφη μνημόνιο κατανόησης μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν, το οποίο παρουσιάστηκε ως κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή προκαταρκτική διπλωματική κίνηση. Σηματοδότησε το επίσημο τέλος της στρατιωτικής αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο χωρών και θέσπισε ένα πλαίσιο που θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει την ισορροπία δυνάμεων στη Μέση Ανατολή. Αν και η δημόσια συζήτηση είχε επικεντρωθεί κυρίως στο ερώτημα αν η συμφωνία ευνοεί την Ουάσιγκτον, την Τεχεράνη ή το Ισραήλ, το πιο ουσιαστικό ζήτημα αφορούσε τις πολιτικές πραγματικότητες που δημιουργούσε και την περιφερειακή τάξη που ενδέχεται να συμβάλει στη διαμόρφωσή της. Το μνημόνιο δέσμευε αμφότερες τις πλευρές σε άμεσο και μόνιμο τερματισμό των εχθροπραξιών, συμπεριλαμβανομένου του μετώπου του Λιβάνου, και περιλάμβανε αμοιβαίες δεσμεύσεις για τον σεβασμό της κυριαρχίας της άλλης πλευράς και την αποχή από παρεμβάσεις στις εσωτερικές υποθέσεις.

 

 Παράλληλα, δρομολόγησε διαπραγματεύσεις για την επίτευξη μιας συνολικής τελικής συμφωνίας εντός 60 ημερών. Αν και ορισμένοι επικριτές είχαν υποβαθμίσει το έγγραφο χαρακτηρίζοντάς το ως μια μη δεσμευτική διακήρυξη προθέσεων, το κείμενο περιλάμβανε αρκετές διατάξεις που απαιτούσαν υλοποίηση πριν από την επίτευξη οποιασδήποτε τελικής διευθέτησης, προσδίδοντάς του πρακτική και πολιτική βαρύτητα ήδη από τη στιγμή της υπογραφής του. Παρά την αισιοδοξία που δημιούργησε η κατάπαυση του πυρός, το μνημόνιο προκάλεσε διχασμούς τόσο εντός των Ηνωμένων Πολιτειών όσο και στο Ιράν. Στην Ουάσιγκτον, οι αντίπαλοι υποστήριζαν ότι η συμφωνία ισοδυναμούσε με μια περιττή παραχώρηση και μια υποχώρηση από τους αμερικανικούς και ισραηλινούς στόχους. Στην Τεχεράνη, οι υποστηρικτές του μνημονίου έπρεπε να αντιμετωπίσουν τις ανησυχίες ότι οι ασάφειες στο κείμενο δε θα μπορούσαν αργότερα να αξιοποιηθούν για την απόσπαση πρόσθετων παραχωρήσεων. Εν τω μεταξύ, το Ισραήλ και οι υποστηρικτές του διατηρούσαν την ικανότητα να επηρεάζουν τα γεγονότα και ενδεχομένως να περιπλέκουν ή να καθυστερούν την πρόοδο προς μια τελική διευθέτηση, με το Λίβανο να αποτελεί πάντα  πιθανό σημείο ανάφλεξης ικανό να διαταράξει τις διαπραγματεύσεις.[35]

 

Νεότερες ωστόσο πληροφορίες που μετέδωσε το Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων στις 8 Ιουλίου 2026 ανέφεραν ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ επιτέθηκε εκ νέου στο Ιράν,[36] πληροφορία η οποία επιβεβαιώθηκε και από το ΒΒC, το οποίο σε άρθρο της ίδια ημερομηνίας, επιβεβαιώνει ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ δήλωσε ότι η συμφωνία κατάπαυσης του πυρός με το Ιράν «τελείωσε», κατακεραυνώνοντας την ηγεσία της χώρας ως «αποβράσματα» και «κούκου» μετά από νέες ανταλλαγές πυρών κατά τη διάρκεια της νύχτας. Μιλώντας αργότερα σε δημοσιογράφους σε μια σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στην Τουρκία, ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι οι ΗΠΑ «τους χτύπησαν πολύ σκληρά χθες το βράδυ» και «πιθανότατα θα τους χτυπήσουν σκληρά ξανά απόψε». Κατηγόρησε μάλιστα την Τεχεράνη ότι παραβίασε μια ενδιάμεση συμφωνία που υπέγραψαν και οι δύο χώρες τον Ιούνιο, η οποία καλούσε για τον τερματισμό της σύγκρουσης, προσθέτοντας ότι «λένε ψέματα» και «απατούν». Από τη μεριά του, ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Abbas Araghchi, απάντησε σε μια ανάρτηση στο X: «Δεν απαντάμε στη χυδαιότητα με χυδαιότητα, αλλά με δράση: άφοβα και με μεγάλη ανδρεία».[37]

 

Σύμφωνα με άρθρα των πρακτορείων First Post και Reuters ημερομηνίας 14 Ιουλίου 2026, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξαπέλυσαν νέο κύμα επιθέσεων στο Ιράν για τρίτη συνεχόμενη νύχτα, κλιμακώνοντας περαιτέρω τη σύγκρουση. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ χτυπούν το Ιράν «πολύ σκληρά απόψε» και ισχυρίστηκε ότι η Τεχεράνη είχε ζητήσει περαιτέρω διαπραγματεύσεις. Τα ιρανικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν εκρήξεις στις νότιες πόλεις Τζαμ και Μπαντάρ Αμπάς, καθώς και στο νησί Κις, ενώ το κρατικό ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο IRIB ανέφερε ότι οι ιρανικές δυνάμεις επιτέθηκαν σε «εχθρικό πλοίο του Αμερικανού εχθρού», σε αμερικανικούς στρατιωτικούς στόχους στο Κουβέιτ, και σε συμμάχους των ΗΠΑ σε απάντηση στις αμερικανικές επιδρομές.[38]

 

Μετέπειτα πληροφορίες ανέφεραν ότι το Ιράν και οι ΗΠΑ συνέχισαν να ανταλλάσσουν πυρά διαταράσσοντας σε μεγάλο βαθμό την εκεχειρία του περασμένου μήνα. Ο αμερικανικός στρατός δήλωσε ότι ξεκίνησε νέο γύρο νυχτερινών επιθέσεων στην Τεχεράνη, για να «υποβαθμίσει περαιτέρω τις ιρανικές στρατιωτικές δυνατότητες».[39] Το Ιράν απείλησε να μπλοκάρει περισσότερες ενεργειακές οδούς, αφού ο πρόεδρος των ΗΠΑ επανέφερε τον αμερικανικό αποκλεισμό της ιρανικής ναυτιλίας. Ο επικεφαλής διαπραγματευτής του Ιράν, Mohammad Bagher Ghalibaf, δήλωσε ότι η Τεχεράνη πρέπει να βασιστεί στη δύναμή της στον «υπαρξιακό πόλεμο» εναντίον των ΗΠΑ και ότι η ασφάλειά της εξαρτάται από τον έλεγχο του Στενού του Ορμούζ. Η Ιορδανία, το Μπαχρέιν και το Κουβέιτ δέχτηκαν ξανά επίθεση την Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026, αφού το Ιράν δεσμεύτηκε να συνεχίσει τα αντίποινα σε αμερικανικά στρατιωτικά περιουσιακά στοιχεία. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ επανέλαβε την απειλή του να χτυπήσει ιρανικούς σταθμούς παραγωγής ενέργειας και γέφυρες εάν το Ιράν εγκαταλείψει τις συνομιλίες.[40] Στις 17 Ιουλίου 2026, τα ιρανικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν ότι γέφυρες, ένας σιδηροδρομικός σταθμός, και το αεροδρόμιο Iranshahr χτυπήθηκαν στον τελευταίο γύρο επιθέσεων και ότι υπήρξαν τραυματίες.[41]

 

Στην έκτακτη ενημερωτική έκθεση σχετικά με την κατάσταση ασφάλειας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την ανθρωπιστική κατάσταση στη Μέση Ανατολή που δημοσιεύθηκε στις 6 Αυγούστου 2026 από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, αναφέρεται πως οι εχθροπραξίες που λαμβάνουν χώρα στο Ιράν και στον Λίβανο έχουν προκαλέσει «ανθρωπιστικές συνέπειες και ζητήματα προστασίας σε ολόκληρη την περιοχή, συμπεριλαμβανομένων επιστροφών προσφύγων, υπό δυσμενείς συνθήκες, στο Αφγανιστάν και στη Συρία».[42] Η UNHCR καταγράφει πως «μολονότι οι διπλωματικές προσπάθειες έχουν συμβάλει στη μείωση της μεγάλης κλίμακας στρατιωτικής δραστηριότητας, η αβεβαιότητα εξακολουθεί να είναι υψηλή και η κατάσταση συνεχίζει να εξελίσσεται σε ένα ήδη εύθραυστο περιφερειακό περιβάλλον», υπογραμμίζοντας ότι, ακόμα και πριν την κλιμάκωση των εχθροπραξιών στην περιοχή βρίσκονταν περισσότεροι από 31 εκατομμύρια αναγκαστικά εκτοπισμένοι και πρόσφατα επιστρέψαντες, με τις κοινότητες υποδοχής να αντιμετωπίζουν ήδη σημαντικές οικονομικές και κοινωνικές πιέσεις. Σύμφωνα με την εκτίμηση της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR), οι Ιρανοί και οι Λιβανέζοι υπήκοοι που βρίσκονται εκτός των χωρών καταγωγής τους ενδέχεται να χρήζουν διεθνούς προστασίας λόγω των ένοπλων εχθροπραξιών στο Ιράν και στον Λίβανο.[43]

 

Στις 30-31 Αυγούστου 2026 επανήλθαν οι ανταλλαγές πυρών μετά από εβδομάδες σχετικής ύφεσης. Οι ΗΠΑ χτύπησαν στόχους στο ιρανικό νησί Larak στον Στενό του Ορμούζ, και το Ιράν απάντησε με πλήγματα σε αμερικανικές βάσεις και περιουσιακά στοιχεία στην Ιορδανία και τα ΗΑΕ.[44] Την 1η Σεπτεμβρίου, η Ουάσιγκτον εξαπέλυσε νέο, μεγάλο κύμα επιθέσεων εναντίων στόχων του Islamic Revolutionary Guard Corps (IRGC) κατά μήκος της νότιας ακτής του Ιράν, συμπεριλαμβανομένων εγκαταστάσεων αεράμυνας, συστημάτων ραντάρ, ναυτικών πόρων και εγκαταστάσεων, δυνατοτήτων ναρκοθέτησης και εγκαταστάσεων επικοινωνιών. Tο Ιράν ανταπέδωσε με βαλλιστικούς πυραύλους και drones σε βάσεις και συμμαχικά περιουσιακά στοιχεία σε Ιορδανία, Μπαχρέιν, Κουβέιτ και Ιράκ.[45]

 

Η ενημερωτική έκθεση σχετικά της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, στην ανωτέρω επικληθείσα έκθεση  κατέγραψε ότι καθ' όλη τη διάρκεια του Ιουλίου, η κατάσταση για τους πολίτες στο Ιράν παρέμεινε τεταμένη, καθώς οι επιθέσεις διέκοψαν τις μεταφορές, την εφοδιαστική αλυσίδα και την εμπορική δραστηριότητα, προκάλεσαν ζημιές σε υποδομές και περιοχές πολιτών, επηρέασαν την πρόσβαση σε υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένου του νερού, και οδήγησαν σε θύματα αμάχων.[46] Σύμφωνα με την Κοινή Έκθεση Παρακολούθησης των Συνόρων του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης (IOM) και της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR) σχετικά με τις εισροές που πραγματοποιούνται στο Πακιστάν από την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, καταγράφεται πως, από την 1η Μαρτίου 2026 μέχρι και τις 20 Αυγούστου 2026, 24.353 Ιρανοί υπήκοοι έχουν καταφύγει στο Πακιστάν.[47] Με την επανέναρξη των πληγμάτων (τέλη Αυγούστου 2026), οι κίνδυνοι για ασφάλεια αμάχων, υποδομές, εφοδιαστική και πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες εντείνονται, ειδικά στις νότιες επαρχίες και γύρω από τον Ορμούζ.[48]

 

Σύμφωνα μάλιστα με άρθρο του πρακτορείου Euronews στις 22 Σεπτεμβρίου 2026, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ απείλησε αρχικά, σε ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ότι θα "εξολοθρεύσει" το Ιράν, αλλά στη συνέχεια αποκάλυψε πως Αμερικανοί και Ιρανοί αξιωματούχοι συναντήθηκαν στο περιθώριο των εργασιών, με αυτή να αποτελεί την πρώτη επιβεβαιωμένη άμεση επαφή μεταξύ των δύο πλευρών από τότε που ξέσπασε ο πόλεμος τον Φεβρουάριο[49]. Ακολούθως, όπως προαναφέρθηκε στην παρούσα απόφαση, στις 28 Σεπτεμβρίου 2026 το Ιράν δήλωσε «πλήρως προετοιμασμένο» καθώς ο Τραμπ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων πληγμάτων μετά την απόρριψη της τελευταίας πρότασης της Τεχεράνης για το άνοιγμα των στενών του Ορμούζ[50].

 

 

Kαι ενώ ότι το Ιράν, σύμφωνα με το War Watch, εξακολουθεί να εμπλέκεται σε πλήθος διεθνών συγκρούσεων[51], πρόσφατο άρθρο του πρακτορείου SAN στις 28 Σεπτεμβρίου 2026 αναφέρει ότι το Ιράν δηλώνει «πλήρως προετοιμασμένο» καθώς ο Τραμπ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων πληγμάτων μετά την απόρριψη της τελευταίας πρότασης της Τεχεράνης για το άνοιγμα των στενών του Ορμούζ[52].

 

 

Αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας, η πλατφόρμα ACLED, η οποία καταγράφει σχεδόν ημερησίως τα γεγονότα και τα περιστατικά ασφαλείας που σχετίζονται με τις ένοπλες συγκρούσεις στο Ιράν, αναφέρει πως, από την έναρξη της ένοπλης σύρραξης, από τις 28 Φεβρουαρίου 2026, μέχρι και την 1 Σεπτεμβρίου 2026, ο συνολικός αριθμός των στρατιωτικών πληγμάτων που πραγματοποιήθηκαν από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ εν μέσω των επιθέσεων που εξαπέλυσαν εναντίον του Ιράν, ανήλθε στα 3,582.[53] 

 

Αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στη Τεχεράνη συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους, η πύλη ACLED καταγράφει 2.283 περιστατικά πολιτικής βίας, τα οποία επέφεραν 10.136 απώλειες.[54] H ίδια πλατφόρμα κατέγραψε, κατά το τελευταίο έτος, 1.010 τα περιστατικά ξένης στρατιωτικής παρέμβασης, τα οποία επέφεραν 468 απώλειες[55].

 

Σημειώνεται επίσης ότι ο πληθυσμός της Τεχεράνης υπολογίζεται, το 2026, σε 9,9 εκατομμύρια κατοίκους.[56]

 

Αναφορικά με τη δυνατότητα μετάβασης στο Ιράν, η ιστοσελίδα Safe Airspace, στις 26 Ιουλίου 2026 ανέφερε ότι  η κατάπαυση του πυρός μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν είχε ουσιαστικά καταρρεύσει, καθώς σημειώθηκαν νέες στρατιωτικές επιχειρήσεις και επιθέσεις στην περιοχή των Στενών του Ορμούζ. Ο ιρανικός εναέριος χώρος (FIR Τεχεράνης/OIIX) παρέμεινε ανοικτός μόνο εν μέρει και χρησιμοποιείται από ελάχιστες διεθνείς αεροπορικές εταιρείες. Το μεγαλύτερο μέρος της εναέριας κυκλοφορίας μεταξύ Ευρώπης και Ασίας εξακολουθεί να διεξάγεται μέσω νοτιότερων διαδρομών (Αίγυπτος/Σαουδική Αραβία) ή βορειότερων (Καύκασος/Αφγανιστάν), τονίζοντας ότι ο κύριος κίνδυνος στον ιρανικό εναέριο χώρο παρέμεινε η εσφαλμένη αναγνώριση πολιτικών αεροσκαφών από συστήματα αεράμυνας σε περιόδους αυξημένης έντασης. Το Ιράν είχε προηγουμένως χρησιμοποιήσει προηγμένη αεράμυνα και είχε πραγματοποιήσει πυραυλική δραστηριότητα κοντά σε πολυσύχναστες διεθνείς διαδρομές με ελάχιστη προειδοποίηση προς την πολιτική αεροπορία, και η κατάρριψη της πτήσης 752 της Ukraine International Airlines πάνω από την Τεχεράνη τον Ιανουάριο του 2020 ανέδειξε πόσο γρήγορα μπορεί να επιδεινωθεί η κατάσταση. Αρκετά κράτη συνεχίζουν να προειδοποιούν κατά των επιχειρήσεων στον ιρανικό εναέριο χώρο, και ο EASA συνεχίζει να συμβουλεύει τους αερομεταφορείς να μην επιχειρούν στο OIIX/FIR Τεχεράνης σε οποιοδήποτε υψόμετρο υπό την τρέχουσα CZIB[57].

 

Παράλληλα, σύμφωνα με το πρακτορείο Iran Wire, o Μοχσέν Ρεζαΐ, Γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας της Ισλαμικής Δημοκρατίας, εξαπέλυσε άμεση απειλή κατά των γειτονικών χωρών του Ιράν sστις 23 Σεπτμεβρίου 2026, προειδοποιώντας ότι, εάν συνεργαστούν με τις Ηνωμένες Πολιτείες για την αναχαίτιση της ιρανικής αεροπορίας, θα τεθούν εκτός λειτουργίας τα δικά τους αεροδρόμια. Ειδικότερα, μιλώντας στο δίκτυο IRNN στις 23 Σεπτεμβρίου, ο Ρεζαΐ απηύθυνε προειδοποίηση προς τις γειτονικές κυβερνήσεις: «Αν ταχθείτε στο πλευρό των Ηνωμένων Πολιτειών, εμείς δεν θα μείνουμε με σταυρωμένα τα χέρια». Προειδοποίησε ότι, εάν οι ιρανικές πτήσεις αντιμετωπίσουν απαγορεύσεις λόγω περιφερειακής συνεργασίας με την Ουάσιγκτον, «τότε ούτε τα δικά τους αεροδρόμια θα δέχονται πτήσεις». Οι δηλώσεις του Ρεζαΐ έγιναν καθώς οι αμερικανικές κυρώσεις που στοχεύουν τον ιρανικό αεροπορικό τομέα εισήλθαν σε νέα φάση στις 23 Σεπτεμβρίου. Το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ είχε προηγουμένως θέσει στο στόχαστρο 27 ιρανικές αεροπορικές εταιρείες, καθώς και ένα δίκτυο οντοτήτων και προσώπων που συνδέονται με την αεροπορική βιομηχανία της χώρας. Παράλληλα, αρκετά κράτη της περιοχής έχουν επιβάλει νέους περιορισμούς στον εναέριο χώρο και στα δικαιώματα προσγείωσης για τις ιρανικές αεροπορικές εταιρείες. Μεταξύ αυτών, η Δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν φέρεται να απαγόρευσε την είσοδο στον εναέριο χώρο της σε όλες τις πτήσεις ιρανικών αεροπορικών εταιρειών, με ισχύ από τις 22 Σεπτεμβρίου[58].

 

Τονίζεται επίσης ότι η Υπηρεσίας της Ευρωπαικής Ένωσης για την αεροπορική ασφάλεια, στην επίσημη ιστοσελίδα της, αναφέρει ότι ο εναέριος χώρος του Ιράν παραμένει ανοιχτός, ωστόσο οι επαναλαμβανόμενες ιρανικές επιθέσεις κατά εμπορικών πλοίων και οι προσπάθειες ελέγχου των Στενών του Ορμούζ δημιουργούν κινδύνους όχι μόνο για τον περιβάλλοντα εναέριο χώρο, αλλά αυξάνουν επίσης την πιθανότητα αντιποίνων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν άμεσα τον ιρανικό εναέριο χώρο. Ως εκ τούτου, λόγω της συνεχιζόμενης υψηλής έντασης και της πιθανότητας περαιτέρω στρατιωτικών ενεργειών, το Ιράν διατηρεί την πολεμική του αεροπορία και τις μονάδες αεράμυνας σε κατάσταση υψηλής ετοιμότητας σε ολόκληρη τη χώρα, γεγονός που αυξάνει την πιθανότητα λανθασμένης ταυτοποίησης εντός του FIR Τεχεράνης (OIIX). Όσον αφορά τη διαχείριση του εναέριου χώρου, οι ιρανικές αρχές έχουν λάβει μέτρα σε ορισμένα στάδια της σύγκρουσης για την αντιμετώπιση των κινδύνων στον εναέριο χώρο, εφαρμόζοντας προσωρινά κλεισίματα και περιορισμούς. Ωστόσο, μια αιφνίδια αναζωπύρωση των εχθροπραξιών, λόγω του απρόβλεπτου χαρακτήρα τους, θα μπορούσε να δημιουργήσει προκλήσεις για την έγκαιρη και αποτελεσματική εφαρμογή τέτοιων μέτρων, ενώ οι απρόβλεπτες στρατιωτικές εξελίξεις, σε συνδυασμό με την παρουσία και την πιθανή χρήση ευρέος φάσματος όπλων και συστημάτων αεράμυνας, δημιουργούν υψηλό κίνδυνο για τις πολιτικές πτήσεις σε όλα τα υψόμετρα και τα επίπεδα πτήσης[59].

 

Και ενώ οι ανωτέρω πληροφορίες αφορούν την κατάσταση ασφαλείας στο Ιράν, το Δικαστήριο προχώρησε σε περαιτέρω έρευνα λαμβάνοντας υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου τέκνου των Αιτητών.

 

Ως προς την πρόσβαση στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, η έκθεση των Γιατρών Χωρίς Σύνορα που δημοσιεύτηκε στις τον Απρίλιο του 2026, αναφέρει  ότι παρά το γεγονός ότι τμήματα του συστήματος υγείας του Ιράν εξακολουθούν να λειτουργούν, ο πόλεμος έχει ασκήσει τεράστια πίεση στις υπηρεσίες υγείας του Ιράν, καθώς νοσοκομεία, κλινικές και ασθενοφόρα έχουν πληγεί και υποστεί ζημιές. Έως τις 15 Απριλίου 2026, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας είχε επιβεβαιώσει 24 επιθέσεις κατά υποδομών υγείας στο Ιράν, επιβαρύνοντας το σύστημα υγείας και τις ομάδες παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας[60].

 

Εκ παραλλήλου, o οργανισμός Commonwealth Fund, στην ετήσια έκθεση του 2026 για το Ιράν εξηγεί ότι παρά τα αξιοσημείωτα επιτεύγματα στη βελτίωση της υγειονομικής περίθαλψης στο Ιράν, οι διεθνείς οικονομικές κυρώσεις κατά του Ιράν έχουν περιορίσει την οικονομική και φυσική πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και βασικά φάρμακα. Το γεγονός αυτό έχει συνδεθεί με επιδείνωση διαφόρων δεικτών υγείας, ενώ οι άμεσες δαπάνες των ασθενών για την υγειονομική περίθαλψη έχουν αυξηθεί από την επιβολή των κυρώσεων[61].

 

Έτερη έκθεση των Γιατρών χωρίς σύνορα επιβεβαιώνει μάλιστα ότι η πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες υγείας στο Ιράν παραμένει επισφαλής με τον επικεφαλή του Οργανισμού στο Ιράν, Grigor Simonyan, να δηλώνει ότι η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας συγκαταλέγεται συχνά στις πρώτες υπηρεσίες που διαταράσσονται κατά τη διάρκεια καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, ωστόσο παραμένει μία από τις πλέον ουσιώδεις. Οι άνθρωποι εξακολουθούν να χρειάζονται θεραπεία για κοινές παθήσεις και χρόνια νοσήματα και, ιδίως μετά το τραύμα του πολέμου, πολλοί θα χρειαστούν υποστήριξη για την ψυχική τους υγεία, τονίζοντας ότι το Ιράν βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε φάρμακα εγχώριας παραγωγής, και η φαρμακευτική παραγωγή έχει υποστεί σοβαρές διαταραχές ως άμεσο αποτέλεσμα του πολέμου, καθώς όλο και περισσότεροι άνθρωποι πλήττονται από την έλλειψη πρόσβασης σε βασικά φάρμακα[62].

 

Σχετικά με την πρόσβαση στην εκπαίδευση, το πρακτορείο Iranwire αναφέρει σε άρθρο της 23ης Σεπτμεβρίου 2016, ότι τα παιδιά στο Ιράν επέστρεψαν στις σχολικές αίθουσες για μια ασυνήθιστα ζοφερή έναρξη της σχολικής χρονιάς — την πρώτη μετά τον θάνατο νέων κατά την καταστολή των διαδηλώσεων του Ιανουαρίου από την κυβέρνηση και κατά τη διάρκεια του πολέμου με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι κατά τα άλλα εορταστικές εκδηλώσεις για την έναρξη της σχολικής χρονιάς στο Ιράν επισκιάστηκαν από τη μνήμη παιδιών που, υπό άλλες συνθήκες, θα είχαν επιστρέψει στα θρανία αυτή την εβδομάδα. Ανάμεσα στα θύματα των ιρανικών δυνάμεων ασφαλείας κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων του Ιανουαρίου συγκαταλέγονταν και παιδιά, ενώ 120 παιδιά έχασαν τη ζωή τους όταν δημοτικό σχολείο στη νότια πόλη Μινάμπ χτυπήθηκε την πρώτη ημέρα του πολέμου, στις 28 Φεβρουαρίου 2026[63].

 

Παράλληλα, άρθρο της Jerusalem Post στις 23/09/2026, επικαλείται πληροφορίες του Υπουργείου Παιδείας του Ιράν, καθώς ο αναπληρωτής Υπουργός πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης του Ιράν,   Rezvan Hakimzadeh, δήλωσε ότι 140.562 μαθητές εντοπίστηκαν να μην φοιτούν στο σχολείο κατά το προηγούμενο έτος, με τη συντριπτική πλειονότητα να εντοπίζεται στις επαρχίες Σιστάν και Μπαλουτσεστάν, Τεχεράνης, Ραζαβί Χορασάν και Χουζεστάν. Από αυτά τα παιδιά, τα 54.445 φοιτούσαν στην πρώτη τάξη. Συν τοις άλλοις, σχεδόν 42.000 από τους μαθητές είχαν εγκαταλείψει το Ιράν μαζί με τις οικογένειές τους, ενώ 18.000 δεν υποχρεούνταν να εγγραφούν στο σχολείο λόγω αναπηρίας. Χιλιάδες άλλοι βρίσκονταν εκτός σχολικού συστήματος λόγω οικονομικών δυσχερειών της οικογένειας, παιδικής εργασίας, έλλειψης επαρκούς κηδεμονίας ή φοίτησης σε μη αδειοδοτημένα εκπαιδευτικά κέντρα, πρόσθεσε[64].

 

Σύμφωνα μάλιστα με έκθεση του οργανισμού Iran Human Rights Monitor το Σεπτέμβριο του 2025, αναφέρει ότι στο Ιράν, το δικαίωμα στην παιδεία παραβιάζεται συστηματικά καθώς εκατομμύρια Ιρανοί μαθητές παραμένουν αποκλεισμένοι από την εκπαίδευση, ενώ τα σχολεία και τα πανεπιστήμια έχουν μετατραπεί από χώρους μάθησης σε πεδία φτώχειας, διακρίσεων και καταστολής. Υπάρχει έλλειψη άνω των 102.000 σχολικών αιθουσών, ενώ άλλες 120.000 κρίνονται ακατάλληλες από άποψη στατικής επάρκειας. Στην Τεχεράνη, το 80% των σχολείων είναι μη ασφαλή, την ώρα που χιλιάδες παιδιά κάνουν μάθημα σε πρόχειρες αίθουσες, όπως εμπορευματοκιβώτια ή κτίρια από πλίνθους. Τονίζεται μάλιστα ότι σε διεθνείς αξιολογήσεις, οι Ιρανοί μαθητές σημείωσαν 413 βαθμούς στο PIRLS 2021, από τους χαμηλότερους στον κόσμο. Αντί να αντιμετωπίσει αυτήν την κρίση, το καθεστώς του Ιράν υπέγραψε συμφωνία με την εθνική αστυνομία για να αναλάβει την ασφάλεια μέσα στα σχολεία και μάλιστα να παρέμβει στα προγράμματα σπουδών[65].

 

 

Υπό το φως του συνόλου των ανωτέρω δεδομένων και κατόπιν συνολικής και εξατομικευμένης αξιολόγησης των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι, μολονότι οι Αιτητές δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αναγνώρισής τους ως πρόσφυγες, εντούτοις συντρέχουν στο πρόσωπό τους οι προϋποθέσεις υπαγωγής σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αφού υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής τους, θα αντιμετωπίσουν πραγματικό κίνδυνο να υποστούν σοβαρή βλάβη υπό την μορφή σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής τους ακεραιότητας ως άμαχοι λόγω αδιάκριτης ασκήσεως βίας σε καταστάσεις διεθνούς ένοπλης σύρραξης που λαμβάνει χώρα στο Ιράν. Ειδικότερα, οι επικαιροποιημένες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής καταδεικνύουν ότι η κατάσταση ασφαλείας στο Ιράν, και ιδίως στην Τεχεράνη, από όπου προέρχονται οι Αιτητές, χαρακτηρίζεται από συνεχιζόμενη και επαναλαμβανόμενη στρατιωτική δραστηριότητα, εκτεταμένα στρατιωτικά πλήγματα, χρήση πυραύλων και λοιπών οπλικών συστημάτων, απώλειες μεταξύ του άμαχου πληθυσμού και πρόκληση ζημιών σε μη στρατιωτικές υποδομές, ενώ οι επανειλημμένες απόπειρες κατάπαυσης του πυρός δεν οδήγησαν σε σταθερή και διαρκή αποκλιμάκωση των εχθροπραξιών.

 

Περαιτέρω, η κατάσταση παραμένει ασταθής και απρόβλεπτη, όπως καταδεικνύεται από την επανέναρξη των πληγμάτων στα τέλη Αυγούστου και τον Σεπτέμβριο του 2026, ενώ η UNHCR καταγράφει ότι οι εχθροπραξίες έχουν προκαλέσει ουσιώδεις ανθρωπιστικές συνέπειες και ζητήματα προστασίας και ότι Ιρανοί υπήκοοι ευρισκόμενοι εκτός της χώρας ενδέχεται να χρήζουν διεθνούς προστασίας λόγω των ένοπλων εχθροπραξιών. Λαμβάνοντας σωρευτικά υπόψη τη φύση, την ένταση, τη συχνότητα και τη γεωγραφική έκταση των επιθέσεων, τον απρόβλεπτο χαρακτήρα της σύγκρουσης, τις επιπτώσεις αυτής επί του άμαχου πληθυσμού και των βασικών υποδομών, καθώς και τις ιδιαίτερες περιστάσεις των Αιτητών και, πρωτίστως, την παρουσία του ανήλικου τέκνου τους και την ανάγκη διασφάλισης του βέλτιστου συμφέροντός του, το Δικαστήριο κρίνει ότι το επίπεδο της αδιάκριτης βίας έχει ανέλθει σε τέτοιο βαθμό ώστε να υφίστανται ουσιώδεις λόγοι να θεωρείται ότι οι Αιτητές, εάν επιστρέψουν στην Τεχεράνη, θα αντιμετωπίσουν, αποκλειστικά και μόνο λόγω της παρουσίας τους εκεί, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και ατομικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής τους ακεραιότητας. Ως εκ τούτου, στοιχειοθετείται σοβαρή βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 15 στοιχ. γ΄ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 και οι Αιτητές δικαιούνται καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.  Ενόψει της ανωτέρω ανάλυσης, δεν θεωρώ εύλογη τη δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης των Αιτητών σε άλλη περιοχή του Ιράν.

 

Υπό το φως των πιο πάνω, η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται δυνάμει του άρθρου 146(4)(δ) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου [Ν.73(Ι)/18], και οι Αιτητές αναγνωρίζονται ως δικαιούχοι συμπληρωματικής προστασίας. Επιδικάζονται €1.700 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση.

 

 

Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 



[1] IRBC, Responses to Information Requests, IRN200942.E, March 2022, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458560&pls=1, (28/09/2026)

[2] Όπ. π.

[3] Όπ.π.

[4] Όπ. π.

[5] Όπ. π.

[6] AP NEWS, Outspoken Iranians overseas say their loved ones are being detained back home, April 2026, https://apnews.com/article/iran-crackdown-dissidents-activists-opposition-war-exile-0cd818d9a5e66ada07f834c27e5f0065, (28/09/2025)

[7] Όπ. π.

[8] Iran Wire, IRGC Threatens Activists Outside Iran, May 2026, https://iranwire.com/en/features/152838-irgc-threatens-activists-outside-iran/, (28/09/2026)

[9] Όπ. π.

[10] UNHCR, SAFE AT LAST? LAW AND PRACTICE IN SELECTED EU MEMBER STATES WITH RESPECT TO ASYLUM-SEEKERS FLEEING INDISCRIMINATE VIOLENCE, 2011, www.refworld.org/reference/regionalreport/unhcr/2011/en/80324,  σελ. 29, (ημερομηνία πρόσβασης 29.09.2026)

[11] ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως), απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 2009, Meki Elgafaji και Noor Elgafaji κατά Staatssecretaris van Justitie, C-465/07, EU:C:2009:94,

https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf;jsessionid=9ea7d2dc30d530976ccb4e564b3fbac8e6f3faf17788.e34KaxiLc3qMb40Rch0SaxuSchj0?text=&docid=76788&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=751058 σκέψη 28, (ημερομηνία πρόσβασης 29.09.2026)

[12] Όπ. π.

[13] ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως), απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 2009, Meki Elgafaji και Noor Elgafaji κατά Staatssecretaris van Justitie, C-465/07, EU:C:2009:94, CURIA - Documents, σκέψη 39, (ημερομηνία πρόσβασης 29.09.2026)

[14] ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως), απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 2009, Meki Elgafaji και Noor Elgafaji κατά Staatssecretaris van Justitie, C-465/07, EU:C:2009:94,

https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf;jsessionid=9ea7d2dc30d530976ccb4e564b3fbac8e6f3faf17788.e34KaxiLc3qMb40Rch0SaxuSchj0?text=&docid=76788&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=751058 σκέψη 43, (ημερομηνία πρόσβασης 29.09.2026)

[15] European Asylum Support Office, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, Δεκέμβριος 2014, https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf ,  σελ.36, (ημερομηνία πρόσβασης 29.09.2026)

[16] European Asylum Support Office, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, Δεκέμβριος 2014, https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf ,  σελ.36-37, (ημερομηνία πρόσβασης 29.09.2026)

[17] E Tsourdi, ‘What Protection for Persons Fleeing Indiscriminate Violence? The Impact of the European Courts on the EU Subsidiary Protection Regime’ in D Cantor and J Durrieux (eds), Refuge from Inhumanity? War Refugees and International Humanitarian Law (Brill Nijhoff 2014) 277.

[18] ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως), απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 2009, Meki Elgafaji και Noor Elgafaji κατά Staatssecretaris van Justitie, C-465/07, EU:C:2009:94, https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf;jsessionid=9ea7d2dc30d530976ccb4e564b3fbac8e6f3faf17788.e34KaxiLc3qMb40Rch0SaxuSchj0?text=&docid=76788&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=751058 σκέψη 32, (ημερομηνία πρόσβασης 29.09.2026)

[19] ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως), απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 2009, Meki Elgafaji και Noor Elgafaji κατά Staatssecretaris van Justitie, C-465/07, EU:C:2009:94,

https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf;jsessionid=9ea7d2dc30d530976ccb4e564b3fbac8e6f3faf17788.e34KaxiLc3qMb40Rch0SaxuSchj0?text=&docid=76788&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=751058 σκέψη 33, (ημερομηνία πρόσβασης 29.09.2026)

[20]  ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, CF και DN κατά Bundesrepublik Deutschland, C-901/19, EU:C:2021:472, https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=242566&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=24708794 ,  σκέψεις 30, 31, 32 και 33, (ημερομηνία πρόσβασης 29.09.2026)

[21] ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, CF και DN κατά Bundesrepublik Deutschland, C-901/19, EU:C:2021:472, https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=242566&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=24708794 ,  σκέψεις 40-42, (ημερομηνία πρόσβασης 29.09.2026)

[22] ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, CF και DN κατά Bundesrepublik Deutschland, C-901/19, EU:C:2021:472, https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=242566&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=24708794 ,  σκέψη 43, (ημερομηνία πρόσβασης 29.09.2026)

[23] ΟΔΗΓΙΑ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση)

[25] 6 RVV/CCE (Belgium), 2020, No 231.259, op. cit., fn. 1055, para. 25.5.

[26] OHCHR, Statement by the Independent International Fact-Finding Mission on the Islamic Republic of Iran regarding Israeli-U.S. airstrikes against Iran, 4 March 2026, διαθέσιμο σε: https://www.ohchr.org/en/press-releases/2026/03/statement-independent-international-fact-finding-mission-islamic-republic, (28/09/2026)

[27] OHCHR, Independent International Fact-Finding Mission on Iran, A/HRC/61/60, advance unedited version, 10 March 2026, διαθέσιμο σε: https://www.ohchr.org/sites/default/files/2026-03/a-hrc-61-60-auv.pdf (28/09/2026)

[28] Όπ. π.

[29] BBC, Who is Mojtaba Khamenei, Iran's new supreme leader?, 8 March 2026, διαθέσιμο σε: https://www.bbc.com/news/articles/c78xxg05w0zo , (28/09/2026)

[30] PBS, WATCH: Hesgeth says more than 15,000 enemy targets have been hit in Iran conflict, 13 March 2026, https://www.pbs.org/newshour/world/watch-hesgeth-says-more-than-15000-enemy-targets-have-been-hit-in-iran-conflict (τελευταία πρόσβαση 23/09/2026).

 

[31] BBC, In maps: two weeks of attacks across Iran and the Middle East, 13 March 2026, https://www.bbc.com/news/articles/c4g0pnnj8xyo (τελευταία πρόσβαση 23/09/2026).

[32] Al Jazeera, Iran war: What is happening on day 15 of US-Israel attacks? 14 March 2026, https://www.aljazeera.com/news/2026/3/14/iran-war-what-is-happening-on-day-15-of-us-israel-attacks, (τελευταία πρόσβαση 23/09/2026).

 

[33] Congress.gov, U.S.-Iran Ceasefire and Negotiations: Assessment and Issues for Congress, 13 May 2026, https://www.congress.gov/crs-product/IN12678 (τελευταία πρόσβαση 23/09/2026).

[34]  BBC, Trump warns 'clock is ticking' for Iran as peace progress stalls, 18 May 2026, https://www.bbc.com/news/articles/cd0p4y9y48xo (τελευταία πρόσβαση 23/09/2026).

 

[35] Al Jazeere Center for studies, The US-Iran Memorandum of Understanding Opens the Door to Major Regional Transformations, 24 June 2026, https://studies.aljazeera.net/en/policy-briefs/us-iran-memorandum-understanding-opens-door-major-regional-transformations (τελευταία πρόσβαση 23/09/2026).

[36] Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων, Ο Τραμπ επέκρινε Νετανιάχου, επιτέθηκε στο Ιράν, διακόπτει εμπορικές σχέσεις με Ισπανία, 8 Ιουλίου 2026, https://www.cna.org.cy/international/article/10578151/o-trab-epekrine-netaniachoy-epitethike-sto-iran-diakoptei-eborikes-scheseis-me-ispania  (τελευταία πρόσβαση 23/09/2026).

[37] BBC, Trump threatens more strikes on Iran as Tehran warns of 'fearless' response, 8 July 2026, https://www.bbc.com/news/articles/clyw8w1g409o (τελευταία πρόσβαση 23/09/2026).

 

[38] Firstpost, US Iran War Live Updates: Lebanon, Israel hold talks in Italy amid renewed West Asia conflict, 14 July 2026, https://www.firstpost.com/world/us-iran-war-live-updates-us-strikes-iran-hormuz-ship-attacks-tehran-strait-of-hormuz-attacks-middle-east-war-2-liveblog-14031138.html; Reuters, Live: Iran hits tankers after third night of US attacks; Trump reimposes naval blockade,  14 July 2026, https://www.reuters.com/world/iran-war-live-us-launches-new-strikes-iran-more-tankers-attacked-hormuz-2026-07-14/ (τελευταία πρόσβαση 23/09/2026).

[39] Reuters, US launches sixth night of attacks as Iran signals it could prod Houthis to close Red Sea oil route - as it happened, 17 July 2026, https://www.reuters.com/world/iran-war-live-iran-says-it-targeted-bases-kuwait-jordan-after-new-wave-us-2026-07-16/ (τελευταία πρόσβαση 23/09/2026).

 

[40] Reuters, US launches second wave of attacks in a day after Tehran threatens to close shipping routes - as it happened, 16 July 2026, https://www.reuters.com/world/iran-war-live-trump-threatens-power-plant-hits-us-resumes-blockade-launches-more-2026-07-15/ (τελευταία πρόσβαση 23/09/2026).

[41] Reuters, US launches sixth night of attacks as Iran signals it could prod Houthis to close Red Sea oil route - as it happened, 17 July 2026, https://www.reuters.com/world/iran-war-live-iran-says-it-targeted-bases-kuwait-jordan-after-new-wave-us-2026-07-16/; The Guardian, US strikes on Iran reportedly hit airport and bridges – Middle East crisis live, 17 July 2026, https://www.theguardian.com/world/live/2026/jul/17/us-iran-war-strait-of-hormuz-donald-trump-israel-lebanon-latest-news-updates; TimesNow, US Attacks Key Infrastructure In Iran On Sixth Night of Strikes: Bridges, Airport, Communication Tower Hit, 17 July 2026, https://www.timesnownews.com/world/middle-east/us-attacks-key-infrastructure-in-iran-bridges-iranshahr-airport-kohorestan-bridge-girveh-bridge-article-155113728 (τελευταία πρόσβαση 23/09/2026).

[42] UNHCR, Emergency Update Middle East Situation, 6 August 2026, file:///C:/Users/deligma2/Downloads/UNHCR%20Middle%20East%20Situation%20Emergency%20Update%2022.pdf (τελευταία πρόσβαση 23/09/2026).

 

[43] UNHCR, Emergency Update Middle East Situation, 6 August 2026, file:///C:/Users/deligma2/Downloads/UNHCR%20Middle%20East%20Situation%20Emergency%20Update%2022.pdf (τελευταία πρόσβαση 23/09/2026).

[44] Reuters, US and Iran exchange military attacks for the first time in weeks - as it happened, 31 August 2026, https://www.reuters.com/world/iran-war-live-us-iran-resume-attacks-trump-says-kharg-island-is-being-blown-2026-08-31/ (τελευταία πρόσβαση 23/09/2026).

[45] Reuters, US launches new strikes on Iran and Tehran hits back in widening conflict, 1 September 2026, https://www.reuters.com/world/middle-east/iran-urges-us-comply-with-interim-deal-after-trump-threatens-further-strikes-2026-09-01/ (τελευταία πρόσβαση 23/09/2026).

 

[46] UNHCR, Emergency Update Middle East Situation, 6 August 2026, file:///C:/Users/deligma2/Downloads/UNHCR%20Middle%20East%20Situation%20Emergency%20Update%2022.pdf (τελευταία πρόσβαση 23/09/2026).

[47] IOM and UNHCR, Pakistan — Joint IOM and UNHCR Border Monitoring Report on Inflows from the Islamic Republic of Iran (01 March – 20 August 2026), n.d., https://dtm.iom.int/reports/pakistan-joint-iom-and-unhcr-border-monitoring-report-inflows-islamic-republic-iran-01-0 (τελευταία πρόσβαση 23/09/2026).

[48] Reuters, US-Iran strikes raise fears of renewed war across the Middle East, 2 September 2026, https://www.reuters.com/world/middle-east/us-iran-exchange-attacks-lull-war-appears-over-2026-09-02/; Al Jazeera, Iran, US exchange new attacks: Who was hit in latest strikes?, 2 September 2026, https://www.aljazeera.com/news/2026/9/2/iran-us-exchange-new-attacks-who-was-hit-in-latest-strikes (τελευταία πρόσβαση 23/09/2026).

 

[49] Εuronews, Τραμπ στον ΟΗΕ: Πρώτα απείλησε να «εξοντώσει» το Ιράν, μετά επιβεβαίωσε ότι έγιναν άμεσες συνομιλίες, 22/09/2026, https://gr.euronews.com/2026/09/22/trump-threatens-to-annihilate-iran-at-the-un-then-confirms-direct-talks, (24/09/2026)

[50] SAN, Iran says it’s ‘fully prepared’ for war as Trump leaves more strikes on table, 28/09/2026, https://san.com/cc/iran-says-its-fully-prepared-for-war-as-trump-leaves-more-strikes-on-table/, (28/09/2026)

[52] SAN, Iran says it’s ‘fully prepared’ for war as Trump leaves more strikes on table, 28/09/2026, https://san.com/cc/iran-says-its-fully-prepared-for-war-as-trump-leaves-more-strikes-on-table/, (28/09/2026)

[53] ACLED, Iran war updates- Updates on the conflict unfolding in Iran and the wider region, last update 1 September 2026, https://acleddata.com/iran-crisis-live (τελευταία πρόσβαση 02/09/2026).

[54] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Iran, Tehran, Events / Fatalities,  Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer (τελευταία πρόσβαση 23/09/2026).

[55] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Iran, Tehran, Foreign Military Engagemenet,Events / Fatalities,  Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer (τελευταία πρόσβαση 23/09/2026).

[56] World Population Review, Iran, Tehran, https://worldpopulationreview.com/cities/iran/tehran (τελευταία πρόσβαση 23/09/2026).

[57] Safe Airspace, Iran, 2026, https://safeairspace.net/iran/, (24/09/2026)

[58] Iran Wire, ‘Your Airports Will Have No Flights Either’: Rezaei Warns Iran’s Neighbors, 23/09/2026, https://iranwire.com/en/news/157995-your-airports-will-have-no-flights-either-rezaei-warns-irans-neighbors/, (24/09/2026)

 

[60] MSF, Iran: Despite ceasefire, access to essential medical care remains fragile, 23 April 2026, https://www.msf.org/iran-access-essential-medical-care-remains-fragile-despite-ceasefire, (τελευταία πρόσβαση 23/09/2026).

[61] The Commonwealth Fund, International Health Care System Profiles, Iran, 2026, https://www.commonwealthfund.org/international-health-policy-center/countries/iran, (23/09/2026)

 

[62] MSF, Iran ceasefire: People still can’t access essential medical care, 24 April 2026, https://www.doctorswithoutborders.org/latest/iran-ceasefire-people-still-cant-access-essential-medical-care, (24/09/2026)

[63] Iran Wire, Iran’s new school year begins in the shadow of protest and war, 23/09/2026, https://www.iranintl.com/en/202609235143, (24/09/2026).

 

[64] Jerusalem post, Poverty, child labor, and child marriage partially behind Iran’s unfilled classrooms, 23/09/2026, https://www.jpost.com/middle-east/iran-news/article-909462, (24/09/2026).

[65] Iran HRM, Violation of the Right to Education in Iran, 24 Septmeber 2025, https://iran-hrm.com/2025/09/24/systematic-violation-of-the-right-to-education-in-iran/, (24/09/2026)

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο