ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 3028/2025
30 Σεπτεμβρίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
T.T.T.
Αιτητή
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
....................
Ο αιτητής παρουσιάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτοπροσώπως
Κυριάκος Ιμανίμης για Νικόλα Νικολάου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ' ων η αίτηση
[Παρούσα η μεταφράστρια κυρία Μέλπω Σταύρου για πιστή μετάφραση από ελληνικά σε γαλλικά και αντίστροφα].
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 01/12/2025, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας την 01/08/2022 αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Ο αιτητής παρέλαβε την Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας (Confirmation of Submission of an Application for International Protection) από το Κέντρο Πρώτης Υποδοχής Πουρνάρα.
Στις 22/02/2025, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του αιτητή στην Υπηρεσία Ασύλου και στη συνέχεια, την 01/12/2025 ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση και Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με τη συνέντευξη του αιτητή. Στη συνέχεια, στις 27/05/2025 ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης του αιτητή. Στις 12/12/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης της σχετικά με το αίτημα του, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον αιτητή στις 15/12/2025. Ακολούθως, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
Ο αιτητής στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία εμφανίστηκε αυτοπροσώπως και καταχώρησε Γραπτή Αγόρευση στα πλαίσια της οποίας ισχυρίστηκε πως κατάφερε να διαφύγει από τον θάνατο, ότι η μητέρα του απεβίωσε και ότι αναγκάστηκε να διαφύγει από τους φίλους του λόγω απειλών. Περαιτέρω, δήλωσε ότι αντιμετώπιζε ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες διαβίωσης και στερούνταν τροφής. Υποστήριξε ότι ενδεχόμενη επιστροφή του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό θα ήταν, κατά την έκφρασή του, «το τέλος του κόσμου» για τον ίδιο, λόγω των πολλών προβλημάτων, δυσκολιών και απειλών που είχε αντιμετωπίσει στη χώρα του. Τέλος, εξέφρασε την επιθυμία να μεταφερθεί σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα αντί να επιστρέψει στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων ενώπιον του Δικαστηρίου ο αιτητής δήλωσε πως δεν έχει να αναφέρει οτιδήποτε επιπρόσθετο.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής του Αγόρευσης, αλλά και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει πως αυτή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία της υπόθεσης και αναφέρει πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη. Επιπλέον, εισηγείται ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών του που θεμελιώνουν το αίτημά του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, έτσι ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.
Κατά την καταγραφή του αιτήματός του ο αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω απειλών που δεχόταν ο ίδιος και η οικογένειά του από εγκληματίες και ότι διέφυγαν για λόγους ασφαλείας. Ειδικότερα, ανέφερε ότι οι εν λόγω εγκληματίες μετέβησαν στην οικία τους, όπου σκότωσαν τη μητέρα του, ενώ ο πατέρας του διέφυγε και έκτοτε αγνοείται. Δήλωσε ότι δεν γνωρίζει τον λόγο για τον οποίο τους απειλούσαν. Πρόσθεσε ότι αγνοείται επίσης η τύχη των αδελφών του (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου).
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του ως προς τα προσωπικά του στοιχεία ανέφερε ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, γεννηθείς στην πόλη Mbuyi Mayi, Kasai Province, Congo Central, όπου διέμεινε μέχρι το έτος 2021. Ακολούθως, μετοίκησε στην περιοχή Kalamo, στην πόλη της Kinshasa, όπου διέμεινε για αρκετά έτη και στη συνέχεια μετοίκησε στην περιοχή Masina, στην πόλη της Kinshasa, στην οποία διέμενε προτού αναχωρήσει από τη χώρα καταγωγής του (ερυθρό 49 του διοικητικού φακέλου). Είναι χριστιανός στο θρήσκευμα, ομιλεί γαλλικά, lingala και τη διάλεκτο tchilumba (ερυθρό 46 2x του διοικητικού φακέλου).
Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, δήλωσε πως ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (ερυθρό 47 του διοικητικού φακέλου). Ως προς το επάγγελμά του, ισχυρίστηκε ότι δεν εργαζόταν στη χώρα καταγωγής του. Σε σχέση με την οικογένειά του, ο αιτητής ανέφερε ότι η μητέρα του δολοφονήθηκε στις 17/02/2022, ενώ ο πατέρας του δεν γνωρίζει που βρίσκεται. Ο αιτητής ανέφερε ότι έχει δύο αδελφούς και μια αδελφή, οι οποίοι επίσης δεν γνωρίζει που βρίσκονται (ερυθρό 46 του διοικητικού φακέλου). Εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα και αφίχθηκε στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, διαθέτοντας διαβατήριο. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε είχε συλληφθεί ή τεθεί υπό κράτηση στη χώρα καταγωγής του (ερυθρό 43 του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής κατά την ελεύθερη αφήγησή του δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή φοβόταν για τη ζωή του. Ανέφερε ότι ο πατέρας του εργαζόταν ως αστυνομικός και ότι αντιμετώπιζε προβλήματα και πως είχε διαφορές με άλλους αστυνομικούς. Όπως δήλωσε, ο πατέρας του είχε προβλήματα με ορισμένους συναδέλφους του, επειδή δεν επιθυμούσε να διαπράττει εγκλήματα και αρνείτο να διαπράξει όσα του ζητούσαν. Όπως δήλωσε, ο ίδιος δεν γνώριζε περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τα προβλήματα του πατέρα του, καθώς εκείνος δεν του μιλούσε γι’ αυτά. Ισχυρίστηκε ότι στις 22/02/2022, κατά τη διάρκεια της νύχτας, άτομα εισήλθαν στο σπίτι τους και σκότωσαν τη μητέρα του, ενώ ο πατέρας του κατάφερε να δραπετεύσει. Ο ίδιος ανέφερε ότι δεν είδε τι συνέβη, καθώς κοιμόταν, και ότι πληροφορήθηκε όσα διαδραματίστηκαν αργότερα από τους γείτονες.
Όπως ανέφερε, δεν γνώριζε ποιοι ήταν οι δράστες, ούτε εάν επρόκειτο για αστυνομικούς, αλλά συνέδεσε το περιστατικό με τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο πατέρας του στην εργασία του. Ανέφερε ότι, μετά το εν λόγω περιστατικό, φοβήθηκε ότι θα μπορούσαν να σκοτώσουν και τον ίδιο και για τον λόγο αυτό εγκατέλειψε το σπίτι και ακολούθως την ΛΔΚ. Κληθείς να προσδιορίσει γιατί αρχικά είχε αναφέρει ότι η μητέρα του δολοφονήθηκε στις 17/02/2022, ενώ σε άλλο σημείο της συνέντευξης δήλωσε ότι δολοφονήθηκε στις 22/02/2022, ο αιτητής απάντησε ότι δεν θυμόταν. Τέλος, αναφορικά με τις συνέπειες που ενδέχεται να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής του στην ΛΔΚ, ο αιτητής δήλωσε ότι δεν γνωρίζει τί θα του συμβεί.
Στη βάση των ανωτέρω πληροφοριών ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε στην Έκθεση - Εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του αιτητή, ως κατωτέρω: (1) Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ του αιτητή και (2) Ισχυριζόμενος φόβο δίωξης του από εγκληματίες οι οποίοι δολοφόνησαν τη μητέρα του.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από το λειτουργό και συγκεκριμένα ως προς τον τόπο καταγωγής και προηγούμενης συνήθους διαμονής του, για τους οποίους κρίθηκε ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή ήταν ακριβείς και συνάδοντες με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος δεν έγινε αποδεκτός από τον αρμόδιο λειτουργό, κρίθηκε πως ο αιτητής αφενός αδυνατούσε να παρέχει μία συνεκτική και προσωπική αφήγηση και αφετέρου, να υποστηρίξει με πλήρη σαφήνεια το λόγο για τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του. Οι ισχυρισμοί του δεν είχαν την απαιτούμενη ακρίβεια, επάρκεια λεπτομερειών και απαιτούμενη λογική συνοχή μεταξύ τους, εντοπίστηκαν αντιφάσεις τις οποίες δεν κατάφερε να εξηγήσει με ικανοποιητικό τρόπο, έλλειψη ευλογοφάνειας στο αφήγημα του, ενώ δεν υπήρχε χρονική συνοχή όσον αφορά την περιγραφή των γεγονότων.
Ειδικότερα, διαπιστώθηκαν αντιφάσεις ως προς την ημερομηνία δολοφονίας της μητέρας του, την οποία προσδιόρισε αρχικά στις 17.02.2022 και ακολούθως στις 22.02.2022, χωρίς να εξηγήσει τη διαφοροποίηση πέραν της αναφοράς ότι είχε ξεχάσει. Περαιτέρω, οι δηλώσεις του ως προς τους τόπους διαμονής του πριν από την αναχώρησή του κρίθηκαν ασυνεπείς, καθώς αρχικά ανέφερε ότι διέμενε στην Kinshasa, αρχικά στην περιοχή Kalamo και κατά τους τελευταίους τέσσερις μήνες στη Masina, ενώ μεταγενέστερα ισχυρίστηκε ότι μετά τη δολοφονία της μητέρας του διέμενε για τρεις μήνες στην περιοχή Limete, χωρίς να δώσει ικανοποιητική εξήγηση για την προηγούμενη παράλειψη αναφοράς στον εν λόγω τόπο. Εντοπίστηκε χρονική ασυνέπεια επιπλέον, ως προς το διάστημα μεταξύ της δολοφονίας της μητέρας του και της αναχώρησής του από τη χώρα, αφού από τις δηλωθείσες ημερομηνίες προέκυπτε διάστημα περίπου τεσσάρων μηνών, ενώ από άλλη εκδοχή των ισχυρισμών του προέκυπτε ότι αναχώρησε μετά την πάροδο έξι μηνών.
Ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε περαιτέρω ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή παρουσίαζαν ουσιώδεις αντιφάσεις και έλλειψη ευλογοφάνειας ως προς τις απειλές που φέρεται να δεχόταν μετά τη δολοφονία της μητέρας του. Ειδικότερα, ενώ κατά τη συνέντευξη ανέφερε ότι, μετά τη δολοφονία της μητέρας του και μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα, δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα, στην αίτησή του είχε δηλώσει ότι κατά το ίδιο διάστημα δεχόταν απειλές κατά της ζωής του από τους εγκληματίες που τη δολοφόνησαν. Όταν του επισημάνθηκε η αντίφαση, ανέφερε ότι είχε δεχθεί απειλές πριν από την αναχώρησή του, χωρίς να αίρεται η προηγούμενη αντίφαση. Περαιτέρω, κρίθηκαν αντιφατικές οι αναφορές του ως προς τον τόπο στον οποίο διέμενε όταν άρχισε να δέχεται τις απειλές, καθώς, ενώ είχε τοποθετήσει τη διαμονή του στην περιοχή Kalamo σε χρόνο πριν από τη δολοφονία της μητέρας του και είχε αναφέρει μεταγενέστερη μετακίνησή του στη Masina, ακολούθως ισχυρίστηκε ότι δεχόταν απειλές μετά τη δολοφονία της μητέρας του ενώ διέμενε στην περιοχή Kalamo, χωρίς να παρέχει εξήγηση για την ασυνέπεια αυτή. Επιπλέον, επισημάνθηκε αντίφαση ως προς τα μέλη της οικογένειάς του, αφού αρχικά δήλωσε ότι δεν γνώριζε τον τόπο διαμονής του πατέρα και των τριών αδελφών του και δεν διατηρούσε επαφή μαζί τους, ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι ένας αδελφός του είχε επίσης αιτηθεί διεθνή προστασία στη Δημοκρατία, το αίτημά του απορρίφθηκε και επέστρεψε στη χώρα καταγωγής του.
Στα πλαίσια αξιολόγησης της εξωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου έκρινε πως τα όσα ανέφερε ο αιτητής στη συνέντευξη αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του αιτητή δεν έγινε αποδεκτός, καθώς εντοπίστηκαν αντιφάσεις και έλλειψη επαρκών πληροφοριών κατά το αφήγημά του.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τον αποδεκτό ισχυρισμό και συνεκτιμώντας τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή και τη γενικότερα επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στη Λ.Δ.Κ. και συγκεκριμένα στην ευρύτερη περιοχή της Kinshasa, που συνιστά την περιοχή καταγωγής του αιτητή και στην οποία αναμένεται να επιστρέψει, εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ως απόρροια της κατάστασης ασφαλείας στην ΛΔΚ.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση των ισχυρισμών του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Ο αρμόδιος λειτουργός λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα έρευνας για την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του αιτητή και συγκεκριμένα στην Kinshasa, κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι δεν υφίστανται συνθήκες αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, κατέληξε πως δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, δυνάμει του άρθρου 19 του Ν. 6 (Ι)/2000.
Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τον αιτητή, αλλά και από το συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Διαπιστώνω ότι ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε δεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου, καθόσον έγινε αποδεκτός ο τόπος καταγωγής και προηγούμενης συνήθους διαμονής του αιτητή, οι σχετικές δε δηλώσεις του κρίθηκαν ακριβείς και συμβατές με τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Επομένως, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ με οτιδήποτε άλλο σε σχέση με τον προβαλλόμενο ισχυρισμό.
Ως προς το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, θα συμφωνήσω απόλυτα με τα όσα με λεπτομέρεια καταγράφει ο αρμόδιος λειτουργός στην εισήγησή του. Ο αιτητής δεν παρείχε επαρκείς και πειστικές πληροφορίες ως προς τον πυρήνα του αιτήματός του και δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει τους σχετικούς ισχυρισμούς του, καθόσον οι δηλώσεις του στερούνταν επαρκών και συγκεκριμένων πληροφοριών, ενώ παρουσίαζαν και ουσιώδεις χρονικές ανακολουθίες. Η αφήγηση του αιτητή δεν χαρακτηρίζεται από την απαιτούμενη σαφήνεια, συνοχή και χρονική αλληλουχία, ενώ οι επιμέρους αναφορές του παρουσιάζουν ουσιώδεις αποκλίσεις, οι οποίες δεν έτυχαν επαρκούς εξήγησης.
Ειδικότερα, παρατηρείται ασυμφωνία ως προς την ημερομηνία θανάτου της μητέρας του, η οποία αναφέρθηκε αρχικά ως 17.02.2022 και μεταγενέστερα ως 22.02.2022, με τη σχετική διαφοροποίηση να αποδίδεται απλώς στο ότι δεν θυμάται. Ασυνέπεια προκύπτει επίσης από τις αναφορές του σχετικά με τους τόπους διαμονής του στην Kinshasa, αφού, ενώ αρχικά έκανε λόγο για διαμονή στην Kalamo και ακολούθως στη Masina, μεταγενέστερα ανέφερε ότι μετά τον θάνατο της μητέρας του διέμεινε για τρεις μήνες στη Limete, χωρίς να εξηγεί την αρχική παράλειψη αναφοράς στην περιοχή αυτή. Παράλληλα, οι δηλώσεις του ως προς το χρονικό διάστημα μεταξύ του θανάτου της μητέρας του και της αναχώρησής του από τη χώρα δεν είναι μεταξύ τους συμβατές.
Περαιτέρω, εντοπίζεται ουσιώδης αντίφαση αναφορικά με τις επικαλούμενες απειλές. Ενώ κατά τη συνέντευξή του ο αιτητής δήλωσε ότι, μετά τον θάνατο της μητέρας του και μέχρι την αναχώρησή του, δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα, στην αίτησή του είχε αναφέρει ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα δεχόταν απειλές κατά της ζωής του. Η μεταγενέστερη αναφορά του ότι είχε απειληθεί πριν από την αναχώρησή του δεν αποσαφηνίζει τη διαφοροποίηση αυτή. Αντίστοιχα, δεν προκύπτει συνέπεια ως προς τον τόπο διαμονής του κατά τον χρόνο έναρξης των απειλών, αφού οι σχετικές δηλώσεις του παραπέμπουν διαφορετικά στην Kalamo και στη Masina.
Τέλος, διαφοροποίηση διαπιστώνεται και ως προς την επικοινωνία του με τα μέλη της οικογένειάς του. Αρχικά ανέφερε ότι δεν γνώριζε πού διέμεναν ο πατέρας και τα τρία αδέλφια του και ότι δεν διατηρούσε επαφή μαζί τους, ενώ ακολούθως δήλωσε ότι ένας αδελφός του είχε υποβάλει αίτημα διεθνούς προστασίας στη Δημοκρατία, το οποίο απορρίφθηκε, και επέστρεψε στη χώρα καταγωγής του. Υπό το σύνολο των ανωτέρω, κρίνω ότι οι εν λόγω ουσιώδεις αποκλίσεις, σε συνδυασμό με την ανεπαρκή χρονική και πραγματική συνοχή της αφήγησης, επηρεάζουν δυσμενώς την αξιοπιστία του συγκεκριμένου ισχυρισμού.
Στα πλαίσια εξέτασης της εξωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων του αιτητή, θα πρέπει να αναφερθεί πως τα λεγόμενα του αιτητή είναι και το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Τα όσα αναφέρει ο αιτητής αφορούν προσωπικό του βίωμα και δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Οι δηλώσεις του αιτητή κατά τη συνέντευξη αποτελούσαν το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο του αιτήματός του και δεν συντρέχουν λόγοι για περαιτέρω διερεύνηση μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Κατά συνέπεια, η εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού δεν τεκμηριώθηκε. Για να καταστούν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί του αιτητή, απαιτείται να συνοδεύονται από σαφή, λεπτομερή και εξατομικευμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν τον ουσιώδη ισχυρισμό του. Κατά συνέπεια, με δεδομένο ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του, εφόσον προέβη σε γενικές και αόριστες αναφορές κατά το αφήγημά του, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο αιτητής με τη Γραπτή Αγόρευσή του είναι γενικοί, αόριστοι και στερούνται συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών που να μπορούν να αξιολογηθούν ως προς τη βασιμότητά τους. Ειδικότερα, οι αναφορές του σε απειλές και κίνδυνο για τη ζωή του δεν συνοδεύονται από επαρκείς λεπτομέρειες αναφορικά με τον χρόνο, τον τρόπο εκδήλωσης, τους δράστες ή οποιαδήποτε άλλα στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι υφίσταται πραγματικός και εξατομικευμένος κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης.
Θα πρέπει να επισημανθεί πως ο αιτητής στην ενώπιον μου διαδικασία είχε τη δυνατότητα να παρουσιάσει τον πυρήνα του αιτήματός του, να αντικρούσει τις αναφορές της Υπηρεσίας Ασύλου επί του αφηγήματός του, να προσκομίσει νέα στοιχεία και να ενισχύσει τον ισχυρισμό του περί τον κίνδυνο που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι διατρέχει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Παρόλα αυτά ο αιτητής σε ουδεμία ενέργεια προέβη προς την κατεύθυνση αυτή, ούτε προσκόμισε νεότερα στοιχεία ή ισχυρισμούς. Όπως αναλύω ανωτέρω, το αφήγημα του αιτητή δεν παρατέθηκε με λεπτομέρεια και δεν πρόβαλε ισχυρισμούς ικανούς να στοιχειοθετήσουν την ανάγκη χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Ο κατ' ουσίαν έλεγχος που διενεργεί το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας δεν συνεπάγεται υποχρέωση του Δικαστηρίου να προβεί σε αυτεπάγγελτη αναζήτηση στοιχείων.
Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).
Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619.
Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση δεδομένων του ACLED και για την πληρότητα της έρευνας, στη διοικητική περιφέρεια της Kinshasa της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, περιοχή συνήθους διαμονής του αιτητή πριν αναχωρήσει από τη χώρα, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 25/09/2026), καταγράφηκαν 160 περιστατικά ασφαλείας, εκ των οποίων τα 60 αφορούσαν περιστατικά πολιτικής βίας (Ο όρος «Political violence» περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες). Από τα συνολικά περιστατικά ασφαλείας προκλήθηκαν 43 ανθρώπινες απώλειες, εκ των οποίων οι 40 είναι καταγεγραμμένες ως συνδεόμενες με τα περιστατικά πολιτικής βίας.[1] Σημειώνεται δε πως ο πληθυσμός της διοικητικής επαρχίας της Kinshasa για το έτος 2026 εκτιμάται στους 18,552,800 κατοίκους.[2]
Περαιτέρω, όπως αναφέρεται και στην απάντηση που ετοίμασε ο EUAA σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa από τον Ιούλιο του 2025,[3] παραπέμποντας στην έκθεση του Κέντρου Καταγραφής και Έρευνας (Centre for Documentation and Research -CEDOCA) για την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ, η επαρχία της Kinshasa είναι “μη επηρεαζόμενη από ένοπλη σύγκρουση”. Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι “από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, πέραν διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σημαντικά περιστατικά ασφάλειας στην Kinshasa.[4]
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, υγιής, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, πλήρως ικανός προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω παρατέθηκαν και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ορθώς κρίθηκε επί της ουσίας ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για την παραχώρηση σε αυτόν συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για δέουσα έρευνα.
Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97). Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι η προσφυγή του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €600 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π
[1] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of the Congo, Events / Fatalities, All Events/Political Violence, Past Year, KInshasa, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer
[2] Ιστότοπος World Population Review/ DR Congo/ Kinshasa, διαθέσιμος σε: https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa
[3] EUAA, Country of Origin Information Query, DRC, Security Situation in Kinshasa, 1 July 2025, διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2126819/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasa.pdf σελ. 4,
[4] Belgium, CEDOCA, COI Focus: Republique Democratique du Congo: Situation sécuritaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], 25 February 2025, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf σελ. 2
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο