ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
30 Σεπτεμβρίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
C.F.A.
από Νιγηρία
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Δικηγόροι για Αιτητή: Τζ. Μπετίτο (κος) για Πιερίδης και Πιερίδης
Δικηγόροι για Καθ' ων η αίτηση: Κ. Μιχαηλίδου (κα) για Ι. Χαραλάμπους (κα), για Μιχαηλίδη & Χαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 31.7.2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
Ι. Πραγματικό και διαδικαστικό ιστορικό
Σκιαγραφώντας τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά
προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ο οποίος κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»), καταγράφονται τα ακόλουθα:
Ο Αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας. Εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 28.03.2022, ταξιδεύοντας με διαβατήριο από το Lagos, μέσω Κωνσταντινούπολης, προς τις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές δια μέσου των οποίων διήλθε στις ελεγχόμενες περιοχές υποβάλλοντας αίτηση διεθνούς προστασίας στις 23.05.2022. Στις 27.07.2023 πραγματοποιήθηκε η προσωπική του συνέντευξη ενώπιον λειτουργού της EUAA (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»). Ακολούθως, υποβλήθηκε εισηγητική έκθεση για απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης, η οποία και έγινε αποδεκτή από τον ασκούντα καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργό, με αποτέλεσμα την απόρριψη της με απόφαση ημερ. 31.7.2023. Η απόφαση αυτή αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής.
ΙΙ. Θέσεις των διαδίκων
Εξειδικεύοντας και περιορίζοντας, στο πλαίσιο της γραπτής τους αγόρευσης, τους εγειρόμενους στην προσφυγή λόγους ακυρώσεως, οι συνήγοροι του Αιτητή προωθούν λόγους ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας. Ειδικότερα, είναι η θέση του Αιτητή ότι οι Καθ’ ων η αίτηση όφειλαν να διαμορφώσουν ακόμη έναν ουσιώδη ισχυρισμό σχετικά με τη μελλοντική επιστροφή του στη χώρα καταγωγής και ότι δεν εξέτασαν ουσιαστικά το αίτημά του ούτε διασταύρωσαν τις δηλώσεις του.
Οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και ορθότητας της επίδικης πράξης. Υποβάλλουν ότι αυτή εκδόθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και συνεκτίμησης των σχετικών δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και ότι η επιχειρηματολογία του Αιτητή παραμένει γενική και αόριστη. Αναφέρουν, επιπρόσθετα, ότι οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλει ο Αιτητής δεν εγείρονται σύμφωνα με τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962.
ΙΙΙ. Αξιολόγηση Δικαστηρίου
Α. Αξιολόγηση των ουσιωδών ισχυρισμών και των προβαλλόμενων πλημμελειών
Αναφορικά με τους εναπομείναντες λόγους ακυρώσεως, επισημαίνω σε συμφωνία και με την θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι αυτοί προωθούνται με γενικότητα και αοριστία χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση σε συνάρτηση με τα πραγματικά της υπόθεσης του Αιτητή[1]. Τούτο δε, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962[2]. Έχει πλειστάκις λεχθεί και από το παρόν Δικαστήριο, με παραπομπή στη σχετική επί του θέματος νομολογία ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται και προσδιορίζονται από τη δικογραφία[3], ενώ ξεκάθαρη είναι η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο[4]. Δεν αρκεί συνεπώς η γενικόλογη και αόριστη επιχειρηματολογία περί έλλειψης δέουσας έρευνας, χωρίς ταυτόχρονα την εξειδίκευση και αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και στη βάση ποιας συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας προωθείται ο συγκεκριμένος λόγος ακυρώσεως.
Τούτων εχόντων των πραγμάτων, επισημαίνω ότι σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι λόγοι προσφυγής που δεν αναπτύσσονται στο πλαίσιο της αγόρευσης του Αιτητή θεωρούνται ως εγκαταλειφθέντες. Το ίδιο ισχύει και με τους λόγους σε σχέση με τους οποίους δεν προβάλλεται οποιαδήποτε επιχειρηματολογία προς υποστήριξή τους.[5]
Ανεξαρτήτως της ως άνω κατάληξης μου, ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν[6], θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της υπόθεσης, σε συνάρτηση και με το γενικόλογο έστω λόγο ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας.
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η αίτηση είχαν ενώπιον τους.
Κατά την αρχική του αίτηση, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη Νιγηρία λόγω απειλών από μέλος της οργάνωσης Ogboni. Ανέφερε ότι ο θείος του τον ενημέρωσε πως ο πατέρας του, πριν αποβιώσει, τον είχε οδηγήσει στην οργάνωση προκειμένου να αναλάβει ως πρωτότοκος υιός. Ο ίδιος αρνήθηκε λόγω της χριστιανικής του πίστης και, κατά τον ισχυρισμό του, μέλη της οργάνωσης τον αναζητούσαν για να τον σκοτώσουν. Ο θείος του συγκέντρωσε χρήματα για την αναχώρησή του (ερυθ. 1 δ.φ.).
Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης δήλωσε ότι γεννήθηκε στην Akbor, της πολιτείας Delta, και διέμενε στο Lagos από το 2014 μέχρι την αναχώρησή του. Είναι Πεντακοστιανός Χριστιανός, έγγαμος και πατέρας τριών τέκνων, τα οποία κατά τη συνέντευξη διέμεναν με τη σύζυγό του στην Agbor. Εκεί διέμενε και η μητέρα του. Ανέφερε ότι δεν έχει αδέλφια, είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ομιλεί Ika και Αγγλικά και διατηρούσε κατάστημα καλλυντικών στο Lagos μεταξύ 2014 και 2021 (ερυθ. 35–37 δ.φ.).
Ως προς τον πυρήνα του αιτήματός του, υποστήριξε ότι ο πατέρας του τον οδήγησε στις 20.04.2021 σε συνάντηση με μέλη της Ogboni στο Iru, κοντά στο Abudu, ζητώντας του να τον εκπροσωπεί ή να αναλάβει στη θέση του. Ο Αιτητής αρνήθηκε, δήλωσε ότι είναι Χριστιανός και αποχώρησε τρέχοντας προς την Agbor. Ανέφερε ότι τότε ήταν 46 ετών και ότι η προσέγγιση έγινε επειδή η οργάνωση είχε ζητήσει από τον πατέρα του να φέρει τον υιό του (ερυθ. 31–32 δ.φ.).
Για τον θάνατο του πατέρα του, αρχικά δήλωσε ότι αυτός επήλθε το έτος 2001 και αργότερα το 2021. Όταν τέθηκε η διαφορά προς διευκρίνιση, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο πατέρας του απεβίωσε στις 02.10.2021. Κατά τα λεγόμενά του, ο θείος του τον ενημέρωσε ότι ο πατέρας του σκοτώθηκε κατά την επιστροφή του από το Iru στην Akbor, με τσεκούρι, και μεταφέρθηκε στο δάσος. Ο Αιτητής δεν ήταν παρών και απέδωσε τη γνώση του στον θείο του (ερυθ. 32–33 δ.φ.).
Περαιτέρω, δήλωσε ότι τον Ιούνιο του 2021 προσέφυγε με τον θείο του στον βασιλιά του Iru. Εκείνος τους ανέφερε ότι θα καλούσε τα μέλη της οργάνωσης και θα αναλάμβανε το ζήτημα. Ο θείος του αργότερα τον ενημέρωσε ότι τα μέλη δεν υπάκουσαν. Για το διάστημα από τον Ιούνιο του 2021 μέχρι την αναχώρησή του τον Μάρτιο του 2022 επανέλαβε ότι τον αναζητούσαν, χωρίς να περιγράψει συγκεκριμένα περιστατικά προσέγγισης ή επίθεσης (ερυθ. 29–30 δ.φ.).
Τέλος, επιβεβαίωσε ότι η οικογένειά του δεν αντιμετώπισε προβλήματα από την οργάνωση μετά την αναχώρησή του, ότι όσο βρισκόταν στο Lagos δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα με τα μέλη της και ότι θα μπορούσε να μετεγκατασταθεί με ασφάλεια στην Abuja. Όταν ρωτήθηκε γιατί αναχώρησε από το Lagos, αποκρίθηκε ότι αυτό βρίσκεται στη Νιγηρία και ότι είχε ήδη αποφασίσει να φύγει. Στην ερώτηση για ενδείξεις ότι θα τον εντόπιζαν εκεί, απάντησε ότι θα τον έβρισκαν σίγουρα (ερυθ. 29 δ.φ.).
2. Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση
Προχωρώντας τώρα στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, παρατηρώ ότι ο Λειτουργός διαχώρισε τους ισχυρισμούς του Αιτητή σε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς:
Ο πρώτος, που αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής, έγινε αποδεκτός βάσει των δηλώσεων, του πρωτότυπου διαβατηρίου και των εξωτερικών πληροφοριών. Ως τελευταίος τόπος διαμονής προσδιορίστηκε το Lagos.
Ο δεύτερος ισχυρισμός, αφορούσε την θανατηφόρα στοχοποίηση από την Ogboni, ισχυρισμός ο οποίος απορρίφθηκε. Ο Λειτουργός εντόπισε γενικότητα και έλλειψη λεπτομερειών ως προς τη συνάντηση, τις προσωπικές απειλές, τη σύνδεση του θανάτου του πατέρα με την οργάνωση και τη θέση του πατέρα σε αυτήν. Έλαβε υπόψη πληροφορίες που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη της Ogboni και τη δυνατότητα κινδύνων από τη δράση της, πλην όμως έκρινε ότι δεν τεκμηριώθηκε η προσωπική εμπλοκή του Αιτητή.
Με βάση το αποδεκτό προφίλ και την κατάσταση ασφαλείας στο Lagos, ο Λειτουργός κατέληξε ότι δεν προέκυπτε εύλογη πιθανότητα δίωξης ή πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης και έκρινε ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
3. Η δικαστική αξιολόγηση της αξιοπιστίας
Αξιολογώντας λοιπόν, τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Έκθεση/Εισήγηση του Λειτουργού όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά την διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:
Αρχικά συντάσσομαι με την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση ως προς την αποδοχή του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος αφορά την ταυτότητα, το προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, τον οποίο και αποδέχομαι, καθότι οι σχετικές δηλώσεις του κρίνονται ως σαφείς και συνεπείς, συνάδουν με το πρωτότυπο διαβατήριο που προσκόμισε και επιβεβαιώνονται από τις πηγές πληροφόρησης στις οποίες προσέτρεξε ο αρμόδιος Λειτουργός, χωρίς να προκύπτουν στοιχεία περί του αντιθέτου. Αποδέχομαι, συνεπώς, ότι ο Αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας και ότι τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής του πριν από την αναχώρησή του ήταν το Lagos.
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, περί απειλών κατά της ζωής του από μέλη της οργάνωσης Ogboni λόγω της άρνησής του να ενταχθεί σε αυτήν, συντάσσομαι με την κατάληξη του Λειτουργού ως προς τη μη θεμελίωση της εσωτερικής του αξιοπιστίας. Ειδικότερα, παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις για τη συνάντηση της 20.04.2021, κατά την οποία ο πατέρας του φέρεται να τον οδήγησε στα μέλη της οργάνωσης, ο Αιτητής περιορίστηκε να αναφέρει ότι του ζητήθηκε να αναλάβει στη θέση του πατέρα του, ότι αρνήθηκε επειδή είναι Χριστιανός και ότι αποχώρησε τρέχοντας. Δεν περιέγραψε συγκεκριμένα πώς εκδηλώθηκε απειλή κατά της ζωής του κατά τη συνάντηση ούτε κάποια ενέργεια των παρευρισκομένων εναντίον του (βλ. ερυθ. 31–32 του δ.φ.).
Περαιτέρω, όταν κλήθηκε να εξηγήσει τι ακριβώς είχε βιώσει και με ποιον τρόπο τα μέλη της οργάνωσης επιχείρησαν να τον σκοτώσουν, επανέλαβε ότι αρνήθηκε να ενταχθεί και ότι τον αναζητούσαν. Ομοίως, για το διάστημα από τον Ιούνιο του 2021 μέχρι την αναχώρησή του τον Μάρτιο του 2022, δεν προσδιόρισε συγκεκριμένο περιστατικό προσέγγισης, απειλής ή αναζήτησής του. Οι απαντήσεις αυτές δεν αποσαφηνίζουν τη βάση της επικαλούμενης προσωπικής στοχοποίησης, παρά την ευκαιρία που του δόθηκε να εξειδικεύσει τα σχετικά γεγονότα (βλ. ερυθ. 29 και 31 του δ.φ.).
Ως προς τη φερόμενη θανάτωση του πατέρα του από μέλη της Ogboni, συνεκτιμώ ότι ο Αιτητής ανέφερε συγκεκριμένο τρόπο θανάτωσης και διαδρομή, αποδίδοντας τη γνώση του σε ενημέρωση από τον θείο του. Ωστόσο, όταν ερωτήθηκε σχετικά, δεν αποσαφήνισε πώς ο θείος του πληροφορήθηκε τις περιστάσεις του θανάτου ούτε βάσει ποιων δεδομένων η πράξη αποδόθηκε στη συγκεκριμένη οργάνωση. Η αναφορά στη στενή σχέση του θείου με τον πατέρα του και η γενική δήλωση ότι στη Νιγηρία τέτοια γεγονότα γίνονται γνωστά δεν εξηγούν επαρκώς τη σύνδεση αυτή (βλ. ερυθ. 32–34 του δ.φ.).
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδω, επίσης, στη ρητή δήλωση του Αιτητή ότι, όσο διέμενε στο Lagos, δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα με τα μέλη της οργάνωσης. Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει γιατί εγκατέλειψε την περιοχή αυτή και ποιες ενδείξεις είχε ότι θα τον εντόπιζαν εκεί, αποκρίθηκε ότι το Lagos βρίσκεται στη Νιγηρία, ότι είχε ήδη αποφασίσει να αναχωρήσει και ότι θα τον έβρισκαν σίγουρα, χωρίς να παραθέσει συγκεκριμένα περιστατικά που να στηρίζουν την εκτίμησή του (βλ. ερυθ. 29 του δ.φ.).
Δεν παραγνωρίζω τη συνέπεια του βασικού αφηγηματικού πυρήνα μεταξύ της αρχικής αίτησης και της συνέντευξης. Ούτε θεωρώ ότι η άγνοια του Αιτητή για τα σύμβολα, τις τελετουργίες ή την εσωτερική ιεραρχία μιας οργάνωσης στην οποία ισχυρίζεται ότι αρνήθηκε να ενταχθεί αποτελεί, αφ’ εαυτής, επαρκή λόγο απόρριψης. Οι ουσιώδεις ελλείψεις αφορούν, εντούτοις, τα περιστατικά που ο ίδιος φέρεται να βίωσε και τη συγκεκριμένη βάση του φόβου του. Συνεκτιμώντας τα ανωτέρω, καταλήγω ότι η μη αποδοχή του δεύτερου ισχυρισμού ως εσωτερικά αξιόπιστου είναι εύλογη και τεκμηριωμένη, καθώς οι δηλώσεις του Αιτητή δεν αποσαφηνίζουν επαρκώς την επικαλούμενη προσωπική στοχοποίησή του.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, το Δικαστήριο ανατρέχοντας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, εντόπισε τα ακόλουθα:
· Το Ogboni αποτελεί παραδοσιακό θεσμό των Yoruba της νότιας και νοτιοδυτικής Νιγηρίας, ο οποίος περιγράφεται από τις συμβουλευθείσες πηγές είτε ως «μυστική οργάνωση» (secret society) είτε ως «αίρεση» (cult). Ο όρος «Ogboni» χρησιμοποιείται από θεσμικές πηγές ως γενικός όρος που μπορεί να αναφέρεται σε διάφορες, διακριτές μεταξύ τους οργανώσεις, όπως η Osugbo, η Aborigine Ogboni Society, η Awo Opa ή η Reformed Ogboni Fraternity (ROF)[7].
· Κατά κοινωνιολόγο του National Open University of Nigeria (NOUN) που έχει ερευνήσει αιρέσεις στη Νιγηρία, η παραδοσιακή Ogboni οργανώνεται σε ηλικιακές βαθμίδες με ιεράρχηση βάσει αρχαιότητας, ενώ η ιδιότητα μέλους στις ανώτερες βαθμίδες παραμένει αποκλειστική, με αποτέλεσμα ακόμη και τα ονόματα των ανώτατων ηγετών να παραμένουν άγνωστα στα κατώτερα μέλη. Καθηγήτρια σπουδών Yoruba του Πανεπιστημίου της Indiana ανέφερε ότι η ιδιότητα μέλους ενός προσώπου γίνεται συχνά γνωστή μόνο μετά τον θάνατό του, όταν μέλη της Ogboni εμφανίζονται στην κηδεία για να τελέσουν τις σχετικές τελετές[8].
· Πηγές αναφέρουν ότι η ένταξη στην παραδοσιακή Ogboni είναι εθελοντική ή πραγματοποιείται κατόπιν πρόσκλησης μέσω προσωπικών επαφών. Ωστόσο, πρόσωπο του οποίου γονέας-μέλος έχει «δεσμεύσει» εκ των προτέρων το τέκνο του στην οργάνωση αναφέρεται ότι υποχρεούται να ενταχθεί μόλις ενηλικιωθεί, στα 21 έτη για τους άνδρες και στα 40 έτη για τις γυναίκες, κατά αξιωματούχο της καναδικής Ύπατης Αρμοστείας στην Abuja[9].
· Κατά τον προαναφερθέντα κοινωνιολόγο του NOUN, οι άρρενες απόγονοι «οφείλουν να κληρονομήσουν τα δικαιώματα του αποβιώσαντος πατέρα τους εντός της οργάνωσης». Η ίδια πηγή ανέφερε ότι πρόσωπα που εντάσσονται εθελοντικά συχνά πιστεύουν ότι το σύστημα πεποιθήσεων της Ogboni προσφέρει έκτακτες ικανότητες και δυνάμεις από θεότητες, ιδίως όταν εικάζεται τέλεση ανθρωποθυσιών[10].
· Πηγές διίστανται ως προς τις συνέπειες άρνησης ένταξης ή απόπειρας αποχώρησης από την Ogboni. Αναπληρώτρια καθηγήτρια του Trinity College στο Connecticut ανέφερε ότι σε αστικά κέντρα δεν υπάρχουν «σίγουρα» συνέπειες, ενώ σε χωριά η οικογένεια ενδέχεται να «ενοχληθεί ή να απογοητευτεί». Αντίθετα, καθηγητής κοινωνιολογίας πανεπιστημίου της Νιγηρίας ανέφερε ότι η αποχώρηση από την οργάνωση «επισύρει κυρώσεις, ιδίως για όσους γεννήθηκαν εντός της πρακτικής ως οικογενειακή θρησκεία»[11].
· Αξιωματούχος της καναδικής Ύπατης Αρμοστείας στην Abuja ανέφερε ότι θεωρείται πιθανό το τέκνο μέλους που αρνείται να ενταχθεί να αντιμετωπίσει παρενόχληση εκ μέρους της οργάνωσης, «ακόμη και μέχρι σημείου θανάτου», διευκρινίζοντας ωστόσο ότι «δεν υπάρχουν πρόσφατες πληροφορίες που να τεκμηριώνουν ή να διαψεύδουν τέτοιους ισχυρισμούς». Η ίδια πηγή ανέφερε ότι δεν έχει γνώση αξιόπιστων αναφορών σχετικά με συνεχιζόμενες ή πρόσφατες περιπτώσεις στοχοποίησης ή θανάτωσης Νιγηριανών από την Ogboni, ούτε στα μεγάλα αστικά κέντρα της δυτικής Νιγηρίας ούτε στην πρωτεύουσα, ενώ εκπρόσωπος της National Human Rights Commission (NHRC) της Νιγηρίας δήλωσε ότι ο φορέας δεν έχει λάβει αναφορές περιστατικών στόχευσης προσώπων από την Ogboni κοινωνία λόγω άρνησης ένταξης ή αποχώρησης[12].
· Δημοσίευμα της εφημερίδας The Nation του Ιανουαρίου 2019 ανέφερε καταγγελία κατοίκου της πολιτείας Ogun σύμφωνα με την οποία ο ανιψιός του υφίστατο, από το 2014, εκφοβισμό και παρενόχληση εκ μέρους φερόμενων μελών της Ogboni λόγω άρνησής του να αναλάβει την ηγετική θέση που κατείχε προηγουμένως ο πατέρας του[13].
· Η πληροφόρηση σχετικά με την εσωτερική λειτουργία, τις τελετουργίες και τη δομή της Ogboni παραμένει εγγενώς περιορισμένη, δεδομένου του όρκου μυστικότητας που δεσμεύει τα μέλη της· αξιωματούχος της καναδικής Ύπατης Αρμοστείας στην Abuja ανέφερε ότι διαθέτει «ελάχιστες συγκεκριμένες πληροφορίες ή στοιχεία σχετικά με την Ogboni κοινωνία», ενώ οι διαθέσιμες πληροφορίες συνιστούν σε μεγάλο βαθμό «εικασίες»[14].
Οι ανωτέρω πληροφορίες παρέχουν ένα γενικό πλαίσιο συμβατό με την επικαλούμενη οικογενειακή πίεση για ένταξη στην Ogboni και το ενδεχόμενο δυσμενών συνεπειών λόγω άρνησης. Δεν επιβεβαιώνουν, ωστόσο, τα συγκεκριμένα περιστατικά που επικαλείται ο Αιτητής, ιδίως τη θανάτωση του πατέρα του από μέλη της οργάνωσης και την προσωπική στοχοποίηση του ιδίου. Συνεκτιμώ ότι η περιορισμένη πληροφόρηση και η μυστικότητα της οργάνωσης δεν επιτρέπουν να θεωρηθεί η απουσία επιβεβαιωτικών αναφορών ως απόδειξη ότι τα περιστατικά αυτά δεν συνέβησαν. Κατά συνέπεια, η εξωτερική πληροφόρηση δεν αναιρεί τη γενική δυνατότητα εκδήλωσης των περιγραφόμενων γεγονότων, αλλά ούτε αίρει τις ουσιώδεις ελλείψεις που εντοπίστηκαν κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας. Υπό τη σωρευτική συνεκτίμηση των ανωτέρω, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν γίνεται αποδεκτός.
Β. Εξέταση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος
Έχοντας ολοκληρώσει την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ουσιωδών ισχυρισμών, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά, υπό το φως των πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, θεμελιώνουν τις προϋποθέσεις αναγνώρισης του Αιτητή ως πρόσφυγα.
Ως προς το εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο, για τους λόγους που αναλύθηκαν στην απόφαση E.O.A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 1003/2023, ημερ. 18.09.2026, και υιοθετούνται mutatis mutandis στην παρούσα, εφαρμοστέος ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις διεθνούς προστασίας είναι ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347. Κατά το άρθρο 3(5) αυτού, απαιτείται βάσιμος φόβος δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.
Εν προκειμένω, έγιναν αποδεκτά η νιγηριανή ιθαγένεια του Αιτητή, η τελευταία συνήθης διαμονή του στο Lagos και το προσωπικό του προφίλ, περιλαμβανομένης της χριστιανικής του πίστης. Δεν έγινε, όμως, αποδεκτός ο ισχυρισμός περί απειλών και προσωπικής στοχοποίησής του από μέλη της Ogboni λόγω άρνησης ένταξης.
Η κρίση αυτή δεν απαλλάσσει το Δικαστήριο από την εξέταση αυτοτελούς μελλοντικού κινδύνου. Ωστόσο, από το αποδεκτό προφίλ και τις πληροφορίες χώρας καταγωγής δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα δίωξης του Αιτητή στο Lagos. Οι γενικές αναφορές σε πιέσεις για οικογενειακή διαδοχή στην Ogboni και σε συνέπειες άρνησης ένταξης δεν αρκούν χωρίς αξιόπιστα εξατομικευμένα στοιχεία. Συνεκτιμάται επίσης ότι ο ίδιος δήλωσε πως δεν αντιμετώπισε προβλήματα στο Lagos, χωρίς να προσδιορίσει συγκεκριμένες ενδείξεις μελλοντικής στοχοποίησής του εκεί.
Συνεπώς, δεν θεμελιώνεται βάσιμος φόβος δίωξης για λόγο προβλεπόμενο στο άρθρο 3(5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αναγνώρισης του Αιτητή ως πρόσφυγα.
Γ. Εξέταση των προϋποθέσεων χορήγησης επικουρικής προστασίας
Κατόπιν της διαπίστωσης ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα, απομένει να εξεταστεί κατά πόσον πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως προσώπου που δικαιούται επικουρική προστασία, κατά την έννοια του άρθρου 3(6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, ως «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία» νοείται υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής ο οποίος δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθεί πρόσφυγας, αλλά για τον οποίο έχουν καταδειχθεί ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του ή, στην περίπτωση ανιθαγενούς, στη χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 15, και στον οποίο δεν εφαρμόζεται το άρθρο 17(1) και (2), ενώ δεν δύναται ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της χώρας αυτής.
Κατά δε το άρθρο 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, ως σοβαρή βλάβη νοείται:
(α) η θανατική ποινή ή εκτέλεση·
(β) τα βασανιστήρια ή η απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή στη χώρα καταγωγής· ή
(γ) η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.
Ως προς τις περιπτώσεις (α) και (β), δεν προκύπτει από τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά ότι ο Αιτητής αντιμετωπίζει κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης. Ο ισχυρισμός περί θανατηφόρας στοχοποίησής του από μέλη της Ogboni δεν έγινε αποδεκτός, ενώ δεν αναδείχθηκε άλλος αυτοτελής κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης κατά την επιστροφή του στη Νιγηρία.
Ως προς την ερμηνεία του 15(γ), επισημαίνεται ότι ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 αποτυπώνει πλέον ρητώς στις αιτιολογικές του σκέψεις βασικές αρχές που είχαν διαμορφωθεί νομολογιακά υπό το προϊσχύσαν καθεστώς. Ειδικότερα, κατά την αιτιολογική σκέψη 50, η έννοια της αδιάκριτης βίας περιλαμβάνει βία η οποία δύναται να επεκταθεί σε πρόσωπα ανεξαρτήτως των προσωπικών τους περιστάσεων.
Περαιτέρω, κατά την αιτιολογική σκέψη 51, για τους σκοπούς της αξιολόγησης της σοβαρής βλάβης, ως εσωτερική ένοπλη σύγκρουση νοούνται καταστάσεις στις οποίες οι ένοπλες δυνάμεις τρίτης χώρας συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. Δεν απαιτείται η σύγκρουση να χαρακτηριστεί ως «ένοπλη σύγκρουση μη διεθνούς χαρακτήρα» κατά το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο ούτε απαιτείται, επιπλέον της αξιολόγησης του επιπέδου της βίας στην οικεία περιοχή, χωριστή εξέταση της έντασης των ένοπλων συγκρούσεων, του επιπέδου οργάνωσης των εμπλεκόμενων ενόπλων δυνάμεων ή της διάρκειας της σύγκρουσης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η αιτιολογική σκέψη 52, σύμφωνα με την οποία δεν απαιτείται από τον αιτητή να αποδείξει ότι αποτελεί ειδικό στόχο λόγω παραγόντων που αφορούν τις προσωπικές του περιστάσεις. Όσο, όμως, περισσότερο ο αιτητής αποδεικνύει ότι επηρεάζεται ειδικώς λόγω παραγόντων που συνδέονται με τις προσωπικές του περιστάσεις, τόσο χαμηλότερο είναι το απαιτούμενο επίπεδο αδιάκριτης βίας. Περαιτέρω, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η ύπαρξη σοβαρής και προσωπικής απειλής θεωρείται ότι στοιχειοθετείται όταν ο βαθμός αδιάκριτης βίας που χαρακτηρίζει την ένοπλη σύγκρουση είναι τόσο υψηλός ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι άμαχος ο οποίος επιστρέφει στη χώρα καταγωγής ή στο σχετικό τμήμα αυτής θα αντιμετωπίσει, λόγω και μόνο της παρουσίας του εκεί, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Οι ανωτέρω πρόνοιες αντανακλούν τη νομολογιακή προσέγγιση που είχε ήδη διαμορφώσει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως στις αποφάσεις Elgafaji, C-465/07, και CF και DN, C-901/19. Ειδικότερα, κατά την Elgafaji, όσο περισσότερο ο αιτητής δύναται να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω παραγόντων που αφορούν την προσωπική του κατάσταση, τόσο μικρότερος είναι ο βαθμός αδιάκριτης βίας που απαιτείται για τη θεμελίωση επικουρικής προστασίας. Αντιστρόφως, όταν δεν συντρέχουν τέτοιοι εξατομικευμένοι παράγοντες, απαιτείται η αδιάκριτη βία να έχει ανέλθει σε εξαιρετικά υψηλό επίπεδο, ώστε ο πραγματικός κίνδυνος να απορρέει από μόνη την παρουσία του αμάχου στην οικεία περιοχή.
Ως προς δε την αξιολόγηση του επιπέδου της αδιάκριτης βίας, εξακολουθούν να είναι συναφείς οι παράγοντες που προσδιορίστηκαν από το ΔΕΕ στην CF και DN, C-901/19, μεταξύ άλλων η ένταση των ένοπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκόμενων ενόπλων δυνάμεων, η διάρκεια της σύγκρουσης, η γεωγραφική έκταση της αδιάκριτης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής και οι εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων. Η αξιολόγηση δεν μπορεί, συνεπώς, να στηρίζεται αποκλειστικά στον αριθμό των καταγεγραμμένων θυμάτων, αλλά απαιτεί συνολική εκτίμηση όλων των περιστάσεων που χαρακτηρίζουν την κατάσταση στην οικεία περιοχή.
Στην υπό εξέταση περίπτωση, περιοχή αναφοράς αποτελεί το Lagos, ως ο αποδεκτός τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή.
Σύμφωνα με την έκθεση EUAA, Nigeria: Security Situation, Νοεμβρίου 2025, σ. 177–181, στο Lagos καταγράφονται απαγωγές, ένοπλες ληστείες και συγκρούσεις μεταξύ αδελφοτήτων, ιδίως των Black Axe και Eiye[15].
Ως προς την κατάσταση ασφαλείας, σημειώνεται συναφώς ότι κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 11.09.2026) στην πολιτεία Lagos της Νιγηρίας καταγράφηκαν συνολικά 73 περιστατικά ασφαλείας πολιτικής βίας (“Political violence”, η οποία περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες) από τα οποία επήλθαν 71 καταγεγραμμένοι θανάτοι.[16] Επισημαίνεται ότι ο πληθυσμός της πολιτείας Lagos με βάση την εκτίμηση του 2022 υπολογίζεται σε 13,491,800 κατοίκους και ο πληθυσμός της πόλης του Lagos, με βάση την καταμέτρηση του 1991 ανέρχεται σε 5,195,247 κατοίκους[17].
Συνεκτιμώντας τη φύση και το πλαίσιο των καταγεγραμμένων περιστατικών, δεν διαπιστώνω ότι στο Lagos επικρατεί αδιάκριτη βία σε κατάσταση ένοπλης σύγκρουσης τέτοιας έντασης ώστε άμαχος να αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής λόγω και μόνον της παρουσίας του εκεί.
Ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, λαμβάνω υπόψη την προηγούμενη πολυετή διαμονή και επαγγελματική δραστηριότητά του στο Lagos καθώς και το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο. Δεν αναδείχθηκε συγκεκριμένη ευαλωτότητα ή άλλος προσωπικός παράγοντας που, σε συνδυασμό με την κατάσταση ασφαλείας, να αυξάνει ειδικά την έκθεσή του στη βία και να θεμελιώνει πραγματικό κίνδυνο κατά την έννοια του άρθρου 15(γ).
Υπό το σύνολο των ανωτέρω, δεν έχουν καταδειχθεί ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία και ειδικότερα στο Lagos, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο οποιασδήποτε από τις μορφές σοβαρής βλάβης του άρθρου 15. Συνεπώς, δεν πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως προσώπου που δικαιούται επικουρική προστασία.
IV. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των όσων αναπτύχθηκαν ανωτέρω και κατόπιν πλήρους και ex nunc εξέτασης των πραγματικών και νομικών ζητημάτων της υπόθεσης, καταλήγω ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για την αναγνώρισή του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
Ειδικότερα, δεν καταδείχθηκε βάσιμος φόβος δίωξης για οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους λόγους του άρθρου 3(5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Ο ισχυρισμός περί απειλών και προσωπικής στοχοποίησης από μέλη της Ogboni λόγω άρνησης ένταξης δεν έγινε αποδεκτός, ενώ από τα λοιπά αποδεκτά στοιχεία και τις πληροφορίες χώρας καταγωγής δεν προκύπτει αυτοτελής κίνδυνος δίωξης κατά την επιστροφή του στη Νιγηρία και ειδικότερα στο Lagos.
Περαιτέρω, δεν καταδείχθηκαν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 15 του Κανονισμού. Τα καταγραφόμενα περιστατικά ασφαλείας στο Lagos δεν τεκμηριώνουν αδιάκριτη βία σε κατάσταση ένοπλης σύγκρουσης τέτοιας έντασης ώστε η παρουσία και μόνον αμάχου εκεί να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής. Ούτε προέκυψαν εξατομικευμένοι παράγοντες που, συνεκτιμώμενοι με τις συνθήκες στην περιοχή, να οδηγούν σε διαφορετική κρίση.
Οι αιτιάσεις του Αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας εξετάστηκαν σε συνάρτηση με την ουσία της υπόθεσης και, για τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω, απορρίπτονται ως αβάσιμες.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται ως προς την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή για διεθνή προστασία, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14 ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου», Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2 η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552
[2] Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 : « Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.»
[3] Βλ. ενδεικτικά Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598
[4] Zωμενή-Παντελίδου ν. Α.Η.Κ., Υποθ. Αρ. 108/2006, ημερ. 26.07.2007
[5] Βλ. συναφώς υπ. αρ. 692/89, Level Tachexcavs Ltd v. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, (1990) 3 ΑΑΔ 4407, Α.Ε. Αρ. 2421, Kokos Athanasiou Motors Ltd v. Δημοκρατίας, ημερ. 24.1.2020 (2000) 3 ΑΑΔ 21, Υπόθεση Αρ. 1073/2004, Γεώργιας Αντωνίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, μέσω Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ημερ. 6.2.2007.
[6] Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).
[7] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada, «Nigeria: Ogboni society, including structure, rituals, ceremonies, and current status; membership and the consequences of refusing to join or trying to leave; relationship with police and judicial authorities (2017-April 2019)» [NGA106269.E], 20/06/2019, https://www.ecoi.net/en/document/2021322.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/09/2026)
[8] Ο.π.
[9] Ο.π.
[10] Ο.π.
[11] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada, «Nigeria: Ogboni Society, including structure, rituals, ceremonies, current status, membership and the consequences of refusing to join or trying to leave; Reformed Ogboni Fraternity (ROF), including the nature of its belief system and its purpose, whether membership is compulsory, especially for children of members, and consequences for refusing to join the ROF; whether positions within the ROF are inherited; relationship of these groups with police and judicial authorities (2019–October 2021)» [NGA200795.E], 27/10/2021, https://www.ecoi.net/en/document/2066769.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/09/2026)
[12] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada, «Nigeria: Ogboni society, including structure, rituals, ceremonies, and current status; membership and the consequences of refusing to join or trying to leave; relationship with police and judicial authorities (2017-April 2019)» [NGA106269.E], 20/06/2019, https://www.ecoi.net/en/document/2021322.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/09/2026)
[13] Ο.π.
[14] Ο.π.
[15] Nigeria Watch, Fourteenth report on violence in Nigeria 2024, 2025, https://nigeriawatch.org/media/html/Reports/NGA-Watch-Report24.pdf σ. 9 παρατίθεται στο: EUAA, COI Report – Nigeria: Security Situation, November 2025, https://euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-security-situation-0 σ. 179 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/09/2026)
[16] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Lagos, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/09/2026)
[17] City Population, Nigeria: Lagos State, https://citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/?admid=5752 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/09/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο