ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Νομική Αρωγή αρ. 32/2026
15 Σεπτεμβρίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2002,
Ν. 168(Ι)/2002 ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ (ΑΡ.1) ΤΟΥ 2003
ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ:
M.K.
από Συρία
Αιτητής
Ο Αιτητής εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως
Για τους Καθ' ων η αίτηση: Αι. Κίτσιου (κα), για Κίτσιου Δημητρίου Παπανικολάου Δ.Ε.Π.Ε. για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
[Aleid Abdelrahman- Διερμηνέας, για διερμηνεία από την αραβική στην ελληνική και αντίστροφα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
E. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής, με την καταχωρισθείσα αίτησή του, επιζητά την παροχή δωρεάν νομικής αρωγής δυνάμει του άρθρου 6Β του περί Νομικής Αρωγής Νόμου, με σκοπό τον διορισμό δικηγόρου για την προώθηση της προσφυγής αρ. 563/26, η οποία καταχωρίστηκε εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 11.03.2026, η οποία του κοινοποιήθηκε στις 18.03.2026 και με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του για αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Η συνήγορος που εμφανίζεται για τον Γενικό Εισαγγελέα καταχώρισε σημείωμα με το οποίο έφερε ένσταση στο αίτημα του Αιτητή, παραπέμποντας στα γεγονότα της υπόθεσης και επισυνάπτοντας τα σχετικά στοιχεία επί των οποίων στηρίχθηκαν οι Καθ’ ων η αίτηση για την απόρριψη της αίτησής του για διεθνή προστασία.
Από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο Αιτητής είναι Σύριος υπήκοος, ο οποίος γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Masaken Hanano, στο Χαλέπι της Συρίας. Σε ηλικία περίπου 12 ετών μετέβη μαζί με την οικογένειά του στην Τρίπολη του Λιβάνου, όπου διέμεινε για περίπου οκτώ έτη. Ο Αιτητής δήλωσε ότι ο τελευταίος τόπος διαμονής του στη Συρία ήταν το Masaken Hanano του Κυβερνείου Aleppo, ενώ ο τελευταίος τόπος διαμονής του στον Λίβανο ήταν η περιοχή της Τρίπολης.
Οι γονείς και τα αδέλφια του Αιτητή εξακολουθούν να διαμένουν στον Λίβανο, στην περιοχή Al-Mina. Σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος ανέφερε, η οικογένειά του εγκατέλειψε τη Συρία το 2012 και έκτοτε εγκαταστάθηκε στον Λίβανο. Ο Αιτητής διατηρεί επικοινωνία με την οικογένειά του περίπου μία φορά την εβδομάδα, ενώ στη Συρία διατηρεί επαφή μόνο με μία θεία του.
Σύμφωνα με τα όσα κατέγραψε στην αίτησή του, ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας του συνεχιζόμενου πολέμου στη Συρία, της δύσκολης κατάστασης στον Λίβανο και των δυσμενών συνθηκών διαβίωσης.
Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του, ο Αιτητής αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην κατάσταση της υγείας του. Ειδικότερα, δήλωσε ότι πάσχει από δισκοπάθεια επί περίπου τέσσερα έτη, ότι λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και ότι ο θεράπων ιατρός του τού έχει υποδείξει την ανάγκη διενέργειας χειρουργικής επέμβασης. Ανέφερε ότι η κατάσταση της υγείας του έχει επιδεινωθεί, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται να παραμένει όρθιος ή καθήμενος για μεγάλο χρονικό διάστημα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι κατά τους τελευταίους μήνες υπέφερε από κρίσεις πανικού και ότι είχε απευθυνθεί σε ψυχολόγο, ο οποίος τον παρέπεμψε στις ψυχιατρικές υπηρεσίες.
Ως προς τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, ο Αιτητής ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη Συρία μαζί με την οικογένειά του όταν ήταν παιδί και έκτοτε διέμενε στον Λίβανο. Δήλωσε ότι δεν έλαβε εκπαίδευση στη Συρία, ενώ στον Λίβανο φοίτησε μέχρι την 11η τάξη, χωρίς να ολοκληρώσει την εκπαίδευσή του για οικονομικούς λόγους. Εργάστηκε ως κουρέας στην περιοχή Al-Mina του Λιβάνου για περίπου τρία έτη και συντηρούσε ο ίδιος τον εαυτό του.
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους δεν επιθυμεί να επιστρέψει, ο Αιτητής επικεντρώθηκε κυρίως στην κατάσταση της υγείας του και στη δυνατότητα πρόσβασης σε ιατρική περίθαλψη. Ανέφερε ότι η οικογένειά του δεν διαθέτει πλέον οικία στη Συρία και ότι ο ίδιος θεωρεί ότι δεν θα μπορέσει να λάβει εκεί την αναγκαία θεραπεία. Ερωτηθείς δε κατά πόσο θα μπορούσε να συνεχίσει κανονικά τη ζωή του σε άλλη περιοχή της Συρίας, απάντησε αρνητικά, επικαλούμενος το γεγονός ότι εγκατέλειψε τη χώρα όταν ήταν ακόμη παιδί.
Η Υπηρεσία Ασύλου, κατά την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, απομόνωσε δύο βασικούς ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορούσε την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής, τα προσωπικά στοιχεία και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, ενώ ο δεύτερος αφορούσε τα προβλήματα υγείας που αυτός επικαλέστηκε. Αμφότεροι οι ισχυρισμοί έγιναν αποδεκτοί, αφού η Υπηρεσία έκρινε ότι ως προς αυτούς τεκμηριώθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία.
Ακολούθως, η Υπηρεσία Ασύλου προέβη σε αξιολόγηση κινδύνου στη βάση των πιο πάνω αποδεκτών πραγματικών περιστατικών και του προσωπικού προφίλ του Αιτητή. Ως προς την κατάσταση της υγείας του, έκρινε ότι η δισκοπάθεια από την οποία πάσχει δεν είναι τέτοιας σοβαρότητας ώστε να τον κατατάσσει στα ευάλωτα πρόσωπα κατά την έννοια του άρθρου 9ΚΓ του περί Προσφύγων Νόμου. Προς τούτο, έλαβε υπόψη ότι ο Αιτητής λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, ότι δεν επιθυμεί να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στο Γενικό Νοσοκομείο αλλά σε ιδιωτικό νοσηλευτήριο και ότι εργαζόταν και εξακολουθεί να εργάζεται περιστασιακά.
Περαιτέρω, η Υπηρεσία Ασύλου έκρινε ότι ο Αιτητής δύναται, σε περίπτωση επιστροφής του στη Συρία, να έχει πρόσβαση σε κατάλληλη ιατρική περίθαλψη ή θεραπεία.
Σε ό,τι αφορά τον κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω της κατάστασης ασφαλείας, η Υπηρεσία Ασύλου εξέτασε την κατάσταση στη Συρία και ειδικότερα στην επαρχία του Χαλεπίου και κατέληξε ότι η ένταση της αδιάκριτης βίας δεν ανέρχεται σε τέτοιο επίπεδο ώστε κάθε άμαχος να αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω της παρουσίας του και μόνο στην περιοχή. Ως προς τον Αιτητή ειδικότερα, έκρινε ότι δεν προέκυψαν προσωπικοί παράγοντες οι οποίοι να διαφοροποιούν την εκτίμηση αυτή.
Ειδικότερα, η Υπηρεσία Ασύλου θεώρησε ως τόπο στον οποίο αναμένεται να επιστρέψει ο Αιτητής το Masaken Hanano του Κυβερνείου Χαλεπίου και έκρινε ότι η συγκεκριμένη περιοχή δεν συνδέεται με εκτεταμένες μορφές αδιάκριτης βίας.
Με βάση τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά, το προσωπικό προφίλ του Αιτητή και την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη, η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε ότι δεν υφίστανται βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Συρία και συγκεκριμένα στο Masaken Hanano του Κυβερνείου Χαλεπίου, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Κατά συνέπεια, η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε στην απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας τόσο ως προς το καθεστώς του πρόσφυγα όσο και ως προς τη συμπληρωματική προστασία.
Η προϋπόθεση της πραγματικής πιθανότητας επιτυχίας της προσφυγής
Ο Αιτητής έχει καταχωρίσει προσφυγή κατά της δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 13 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 και συνεπώς η εξεταζόμενη περίπτωση εμπίπτει στο άρθρο 6Β(2)(α) του περί Νομικής Αρωγής Νόμου.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι η υπό κρίση αίτηση αφορά στην πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής και ότι συνεπώς πληρείται η πρώτη προϋπόθεση παραχώρησης δωρεάν νομικής αρωγής ως αυτή θεσπίζεται με το εδάφιο (αα) του άρθρου 6Β(2) (ανωτέρω), κρίσιμη καθίσταται η εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης, θεσπιζόμενης διά του εδαφίου (ββ) της ίδιας διάταξης, την ύπαρξη δηλαδή, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, πραγματικής πιθανότητας επιτυχίας της καταχωρισθείσας προσφυγής του.
Σύμφωνα με τη διαμορφωθείσα νομολογία, δίδεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσον, με βάση τα ενώπιον του στοιχεία, η προσφυγή του αιτητή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας[1].
Οι πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας θα πρέπει να εξετάζονται και υπό το φως της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου χωρίς να περιορίζεται αυθαίρετα η παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής και χωρίς να εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση του αιτητή διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη. Περαιτέρω όμως το Δικαστήριο, θα πρέπει να εξετάσει την αίτηση με βάση το υλικό που έχει ενώπιόν του χωρίς να δίδονται νομικές αρωγές ανεξέλεγκτα σε υποθέσεις που δεν έχουν πιθανότητες επιτυχίας[2].
Σημειώνεται δε, πως το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης για νομική αρωγή, δεν θα επηρεάσει την τελική έκβαση της προσφυγής που έχει ήδη καταχωριστεί από τον Αιτητή, εφόσον το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία δεν αποφασίζει επί της οριστικής τύχης της προσφυγής[3]. Σημειώνεται εξάλλου ότι, το Δικαστήριο προβαίνει στην αξιολόγηση της βασιμότητας της αίτησης παροχής νομικής αρωγής, στη βάση του υλικού που τίθεται ενώπιον του[4].
Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
Έχοντας μελετήσει την προσβαλλόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, την εισηγητική έκθεση, το πρακτικό της συνέντευξης του Αιτητή, καθώς και το σύνολο του ενώπιόν μου υλικού, διαπιστώνω ότι η Υπηρεσία Ασύλου προέβη σε εξέταση των ισχυρισμών του Αιτητή και αξιολόγησε τόσο το προσωπικό του προφίλ όσο και τους λόγους που ο ίδιος προέβαλε προς υποστήριξη του αιτήματός του για διεθνή προστασία.
Ωστόσο, κατά την παρούσα διαδικασία, η οποία περιορίζεται στην εξέταση της ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας επιτυχίας της προσφυγής και όχι στην οριστική κρίση επί της βασιμότητάς της, εντοπίζονται εκ πρώτης όψεως ορισμένα ζητήματα ως προς την πληρότητα και τη συνοχή της αξιολόγησης που διενεργήθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου.
Καταρχάς, παρατηρείται ότι η Υπηρεσία Ασύλου αποδέχθηκε ως ουσιώδη και αξιόπιστο ισχυρισμό τα προβλήματα υγείας του Αιτητή. Εντούτοις, κατά την αξιολόγηση της ευαλωτότητας και του προσωπικού του προφίλ, κατέληξε ότι η δισκοπάθεια από την οποία πάσχει δεν τον επηρεάζει ουσιωδώς, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, ότι λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, ότι δεν επιθυμεί να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στο Γενικό Νοσοκομείο αλλά επιθυμεί αυτή να διενεργηθεί σε ιδιωτικό νοσηλευτήριο και ότι εργαζόταν και εξακολουθεί να εργάζεται περιστασιακά.
Από το πρακτικό της συνέντευξης προκύπτει, ωστόσο, ότι ο Αιτητής ανέφερε πως η κατάσταση της υγείας του είχε επιδεινωθεί, ότι του είχε συστηθεί χειρουργική επέμβαση και ότι αντιμετώπιζε δυσχέρεια να παραμένει όρθιος ή καθήμενος για μεγάλο χρονικό διάστημα. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν προκύπτει εκ πρώτης όψεως με σαφήνεια ο τρόπος με τον οποίο συνεκτιμήθηκαν οι συγκεκριμένες αναφορές του κατά την εξαγωγή του συμπεράσματος ότι η κατάσταση της υγείας του δεν τον επηρεάζει ουσιωδώς.
Συναφώς, ως προς την αναφορά της Υπηρεσίας στην εργασιακή κατάσταση του Αιτητή, από το πρακτικό της συνέντευξης προκύπτει ότι ο ίδιος, ερωτηθείς κατά πόσο ήταν σε θέση να εργάζεται, ανέφερε μεν ότι είχε εργαστεί επί δύο έτη σε κουρείο, πλην όμως συνέδεσε τη μη συνέχιση της συγκεκριμένης εργασίας με περιορισμούς που, κατά τα λεγόμενά του, απορρέουν από το καθεστώς του ως αιτητή διεθνούς προστασίας. Την ίδια στιγμή, είχε ήδη αναφέρει περιορισμούς στην καθημερινή του λειτουργικότητα εξαιτίας της σωματικής του κατάστασης. Ως εκ τούτου, ανακύπτει εκ πρώτης όψεως ζήτημα ως προς το κατά πόσο η αναφορά στην εργασιακή του δραστηριότητα μπορούσε, χωρίς περαιτέρω διερεύνηση και συσχέτιση με τις λοιπές δηλώσεις του, να στηρίξει την κατάληξη ότι το πρόβλημα υγείας του δεν τον επηρεάζει ουσιωδώς.
Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν περιορίστηκε κατά τη συνέντευξή του στην επίκληση της δισκοπάθειας. Ήδη κατά το αρχικό στάδιο της συνέντευξης, ερωτηθείς εάν ήταν ψυχολογικά και πνευματικά σε θέση να προχωρήσει με αυτήν, απάντησε «Yes, I will try» και ακολούθως ανέφερε ότι υπέφερε από κρίσεις πανικού κατά τους τελευταίους τέσσερις μήνες. Δήλωσε ότι είχε επισκεφθεί ψυχολόγο δέκα ημέρες πριν από τη συνέντευξη, ο οποίος τον παρέπεμψε σε ψυχιατρικές υπηρεσίες, ότι λάμβανε φαρμακευτική αγωγή και ότι η κατάστασή του τού προκαλούσε φόβο και άγχος στην καθημερινότητά του. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι η τελευταία κρίση πανικού είχε εκδηλωθεί δεκαπέντε ημέρες προηγουμένως, ότι είχε παρουσιάσει τρεις τέτοιες κρίσεις εντός τεσσάρων μηνών και ότι διέθετε σχετικές ιατρικές εκθέσεις.
Παρά τις πιο πάνω συγκεκριμένες αναφορές, από την εισηγητική έκθεση και την προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαφαίνεται να διενεργήθηκε αυτοτελής ή ουσιαστική αξιολόγηση της εν λόγω πτυχής της κατάστασης της υγείας του Αιτητή. Η σχετική εξέταση φαίνεται να επικεντρώνεται ουσιαστικά στη δισκοπάθεια και στη δυνατότητα αντιμετώπισής της, χωρίς να προκύπτει κατά πόσο συνεκτιμήθηκαν οι αναφορές του περί κρίσεων πανικού, η πρόσφατη αναζήτηση ψυχολογικής βοήθειας, η παραπομπή του σε ψυχιατρικές υπηρεσίες, η λήψη σχετικής φαρμακευτικής αγωγής και η επίδραση που ο ίδιος απέδωσε στην κατάσταση αυτή στην καθημερινότητά του. Η παράλειψη αυτή αποκτά εκ πρώτης όψεως σημασία, δεδομένου ότι η Υπηρεσία είχε αποδεχθεί ως αξιόπιστο τον ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή αναφορικά με τα προβλήματα υγείας του.
Περαιτέρω, προβληματισμό δημιουργεί εκ πρώτης όψεως η εξατομίκευση της αξιολόγησης ως προς τις συνθήκες επιστροφής και επανένταξης του Αιτητή στη Συρία. Σύμφωνα με τα αποδεκτά στοιχεία του φακέλου, ο Αιτητής εγκατέλειψε τη Συρία σε ηλικία περίπου δώδεκα ετών και έκτοτε διέμενε στον Λίβανο μαζί με την οικογένειά του. Οι γονείς και τα αδέλφια του εξακολουθούν να διαμένουν στον Λίβανο, ενώ ο ίδιος ανέφερε ότι η οικογένειά του δεν διαθέτει πλέον οικία στη Συρία.
Παρά τα δεδομένα αυτά, στην εισηγητική έκθεση καταγράφεται ότι δεν προέκυψε από τα λεγόμενα του Αιτητή ότι αυτός υπέστη αποκλεισμό ή διακρίσεις από ουσιώδεις τομείς, όπως η εργασία και η παροχή υπηρεσιών υγείας «στη χώρα του κατά το διάστημα που διέμενε εκεί», ενώ ακολούθως συνάγεται ότι από το αφήγημά του προκύπτει ότι είχε μία συνηθισμένη ζωή.
Η πιο πάνω διαπίστωση δημιουργεί εκ πρώτης όψεως ζήτημα ως προς την πραγματική βάση επί της οποίας στηρίχθηκε η σχετική αξιολόγηση. Τούτο διότι ο Αιτητής εγκατέλειψε τη Συρία σε παιδική ηλικία, δεν έλαβε εκπαίδευση εκεί, ενώ η εκπαίδευση και η επαγγελματική δραστηριότητα που περιέγραψε αφορούν τη μεταγενέστερη διαμονή του στον Λίβανο. Συνεπώς, δεν καθίσταται εκ πρώτης όψεως σαφές κατά πόσο η αναφορά σε «συνηθισμένη ζωή» στη χώρα καταγωγής στηρίζεται σε στοιχεία που αφορούν πράγματι τη ζωή του Αιτητή στη Συρία ή κατά πόσο στοιχεία που αφορούν τη μακρόχρονη διαμονή του στον Λίβανο χρησιμοποιήθηκαν κατά την αξιολόγηση των συνθηκών επανένταξής του στη χώρα καταγωγής.
Συναφώς, ενώ η Υπηρεσία Ασύλου εξέτασε τη δυνατότητα παροχής ιατρικής περίθαλψης στη Συρία και κατέληξε ότι ο Αιτητής δύναται να έχει πρόσβαση σε κατάλληλη θεραπεία, δεν διαφαίνεται εκ πρώτης όψεως από την αιτιολογία της απόφασης κατά πόσο η σχετική αξιολόγηση επεκτάθηκε, πέραν της διαπίστωσης περί διαθεσιμότητας της θεραπείας, και στην πραγματική και πρακτική δυνατότητα πρόσβασης του συγκεκριμένου Αιτητή στην αναγκαία περίθαλψη, υπό το φως του συνόλου των ιδιαίτερων προσωπικών του περιστάσεων. Ειδικότερα, δεν καθίσταται σαφές κατά πόσο συνεκτιμήθηκαν σωρευτικά η μακρόχρονη απουσία του από τη Συρία ήδη από την παιδική του ηλικία, η απουσία του άμεσου οικογενειακού του δικτύου από τη χώρα, η έλλειψη οικογενειακής κατοικίας εκεί, καθώς και το σύνολο των προβλημάτων σωματικής και ψυχικής υγείας που ο ίδιος είχε θέσει ενώπιον της Υπηρεσίας.
Επιπρόσθετα, στην εισηγητική έκθεση γίνεται αναφορά στο ότι, μετά την επιστροφή του στη Συρία, ο Αιτητής θα μπορούσε να επιλέξει να μεταβεί στον Λίβανο, όπου διαμένει η οικογένειά του. Εκ πρώτης όψεως δεν προκύπτει, ωστόσο, με ποιο τρόπο η ενδεχόμενη δυνατότητα μεταγενέστερης μετάβασης σε τρίτη χώρα συνδέεται με την αξιολόγηση του κινδύνου και των συνθηκών που θα αντιμετωπίσει ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, ούτε επί ποιας πραγματικής βάσης θεωρήθηκε δεδομένη η δυνατότητα εισόδου και διαμονής του στον Λίβανο. Ως εκ τούτου, η συγκεκριμένη αναφορά δημιουργεί περαιτέρω ζήτημα ως προς την εξατομίκευση της σχετικής αξιολόγησης.
Τα ανωτέρω δεν οδηγούν, στο παρόν στάδιο, σε διαπίστωση ότι ο Αιτητής πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας. Η σχετική κρίση ανήκει στο Δικαστήριο που θα επιληφθεί της ουσίας της προσφυγής, κατόπιν πλήρους εξέτασης του συνόλου των πραγματικών και νομικών δεδομένων.
Εντούτοις, η μη εμφανής ουσιαστική αξιολόγηση του συνόλου των προβλημάτων υγείας που επικαλέστηκε ο Αιτητής και, ιδίως, της ψυχικής του κατάστασης, τα ζητήματα που ανακύπτουν ως προς τη συνεκτίμηση των δηλώσεών του για την επίδραση της σωματικής του κατάστασης στην καθημερινή του λειτουργικότητα, καθώς και οι προβληματισμοί ως προς την εξατομίκευση της αξιολόγησης των συνθηκών επανένταξης και της πραγματικής πρόσβασης σε θεραπεία στη χώρα καταγωγής του, αποτελούν ζητήματα τα οποία, κατά την κρίση μου, δεν μπορούν στο παρόν στάδιο να χαρακτηριστούν επουσιώδη ή προδήλως αβάσιμα.
Ιδιαίτερη σημασία προσλαμβάνει, στο πλαίσιο αυτό, το γεγονός ότι η Υπηρεσία Ασύλου αποδέχθηκε ως αξιόπιστο τον ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή αναφορικά με τα προβλήματα υγείας του, χωρίς ωστόσο να διαφαίνεται ότι όλες οι επιμέρους πτυχές του εν λόγω ισχυρισμού αποτέλεσαν αντικείμενο αντίστοιχης αξιολόγησης. Περαιτέρω, η αναφορά σε στοιχεία περί «συνηθισμένης ζωής» στη χώρα καταγωγής, παρά το γεγονός ότι η εκπαίδευση και η ενήλικη επαγγελματική ζωή του Αιτητή αφορούν τη μακρόχρονη διαμονή του στον Λίβανο, δημιουργεί εκ πρώτης όψεως εύλογο ζήτημα ως προς την πραγματική βάση και την εξατομίκευση της σχετικής κρίσης.
Υπό τα δεδομένα αυτά και χωρίς να προδικάζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο η τελική έκβαση της προσφυγής, φρονώ ότι υφίσταται πραγματική πιθανότητα επιτυχίας της προσφυγής που έχει ήδη καταχωρίσει ο Αιτητής, καθότι τα πιο πάνω ζητήματα χρήζουν ουσιαστικής εξέτασης στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας.
Η παρούσα διαπίστωση περιορίζεται αποκλειστικά στην εξέταση της προϋπόθεσης της πραγματικής πιθανότητας επιτυχίας για σκοπούς παροχής δωρεάν νομικής αρωγής και δεν συνιστά κρίση ότι ο Αιτητής δικαιούται διεθνή προστασία, ούτε προδικάζει την αξιολόγηση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που θα διενεργηθεί κατά την εκδίκαση της προσφυγής.
Σύμφωνα με το νέο εδάφιο (6) το οποίο προστέθηκε στο άρθρο 7 του περί Νομικής Αρωγής (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Νόμο του 2024, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 31.12.2024[5], για σκοπούς, μεταξύ άλλων του εδαφίου (7) του άρθρου 6Β, ως η παρούσα, η παράγραφος (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 7 δεν εφαρμόζεται πλέον. Τούτο συνεπάγεται ότι δεν απαιτείται πλέον η υποβολή κοινωνικοοικονομικής έκθεσης για αιτητές διεθνούς προστασίας, ως είναι και η παρούσα.
Ενόψει των ανωτέρω, έχοντας διαπιστώσει ότι υφίστανται εκ πρώτης όψεως πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας της προσφυγής του Αιτητή αποφασίζω ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση Νομικής Αρωγής και, συνεπώς, η αίτησή της εγκρίνεται. Εντέλλεται το αρμόδιο Πρωτοκολλητείο να προχωρήσει στις νενομισμένες διαδικασίες για διορισμό δικηγόρου σύμφωνα με τον Διαδικαστικό Κανονισμό, δυνάμει του σχετικού Νόμου. Τα έξοδα του Διερμηνέα όπως προέκυψαν κατά τη δικαστική διαδικασία να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Απόφαση στην Αίτηση Νομικής Αρωγής αρ. 23/2010, Farshad Khamsen, ημερ. 14.10.2010
[2]Αποφάσεις στην Αίτηση Νομικής Αρωγής αρ. 10/2010, Αlali Abdulhamid, ημερ. 06.05.2010 και στηνΑίτησηΝομικήςΑρωγής αρ. 25/2010, Antonia Adahor, ημερ. 13.12.2010
[3]Αποφάσεις στις Yπoθ. αρ. 278/09, Durgo Man v. Δημοκρατίας, ημερ. 15.07.2009, και Yπoθ. αρ. 7/11 και 8/11, NaciraBaghour και Roud Gad, ημερ. 28.03.2011
[4]Απόφαση στην Αίτηση Νομικής Αρωγής Αρ. 31/2013, Singh Khushwant, ημερ. 23.12.2013
[5] Δυνάμει του άρθρου 7 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, το οποίο προβλέπει ότι: «7. Κάθε Νόμος και κάθε δημόσιο έγγραφο, που γίνεται ή εκδίδεται με βάση το Νόμο αυτό ή άλλη νόμιμη εξουσία και που έχει νομοθετική ισχύ θα πρέπει να δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και, εκτός αν προβλέπεται σε αυτόν διαφορετικά, θα ισχύει και θα τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία της δημοσίευσης και θα είναι δικαστικά γνωστός (judicially noticed).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο