ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 329/25
21 Σεπτεμβρίου, 2026
[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
S.L.D.
Αιτήτριας
-και-
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Η Αιτήτρια εμφανίζεται προσωπικά.
Κ. Μιχαηλίδου (κα) για Ευφ. Χατζηγιάννη (κα), Δικηγόροι για τους Καθ' ων η Αίτηση.
[Παρούσα η μεταφράστρια κυρία Β. Κλαυδιανού για πιστή μετάφραση από τα ελληνικά σε lingala και αντίστροφα].
ΑΠΟΦΑΣΗ
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση, ημερομηνίας 13/01/2025, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για διεθνή προστασία.
Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν ως ακολούθως:
Η Αιτήτρια είναι ενήλικη, υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό (στο εξής: «ΛΔΚ») και στις 09/01/2023, αφού εισήλθε παρατύπως στα ελεγχόμενα από την Κυπριακή Δημοκρατία εδάφη, υπέβαλε αίτημα διεθνούς προστασίας, η οποία καταχωρίστηκε αυθημερόν, από το Κέντρο Πρώτης Υποδοχής Πουρνάρα (ερ. 3-1 και 10 του Δ.Φ.).
Στις 08/01/2025 πραγματοποιήθηκε η πρωτοβάθμια συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου προς εξέταση του αιτήματός της για διεθνή προστασία (ερ. 44- 36 Δ.Φ). Στη συνέχεια, ο αρμόδιος λειτουργός στις 13/01/2025 συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας (ερ. 68-61 Δ.Φ.).
Την ίδια ημέρα, ήτοι στις 13/01/2025, ο δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας και την επιστροφή της στην χώρα καταγωγής της (ερ. 69 Δ.Φ.).
Ακολούθως, στις 24/01/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από αιτιολόγηση της απόφασης, σχετικά με το αίτημα της Αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από την Αιτήτρια αυθημερόν (ερ. 70 Δ.Φ.).
Στις 12/02/2025, η Αιτήτρια καταχώρισε αυτοπροσώπως την υπό εξέταση προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.), προσβάλλοντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
Η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για διεθνή προστασία προβάλλοντας πραγματικούς ισχυρισμούς. Ειδικότερα, στο δικόγραφο της αίτησης ακύρωσης που υπέβαλε αυτοπροσώπως η Αιτήτρια δεν καταγράφονται νομικοί λόγοι ακύρωσης, παρά μόνον ουσιώδεις λόγοι για τους οποίους προσφεύγει κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, προβάλλοντας συγκεκριμένα πως δεν επιθυμεί να επιστρέψει στην χώρα της διότι η ζωή της βρίσκεται σε κίνδυνο. Ακολούθως, κατά το στάδιο υποβολής της γραπτής της αγόρευσης, η Αιτήτρια κατέγραψε πως μεγάλωσε σε οικογένεια Ευαγγελιστών και πως το 2016, όταν η ίδια ανακάλυψε ότι ελκυόταν από γυναίκες, η μητέρα της την υπέβαλε σε διαδικασία εξαγνισμού και άλλες πρακτικές που συντελούσαν σε καταπάτηση των δικαιωμάτων της, προκειμένου να αρνηθεί τον εαυτό της. Τελικά, με την βοήθεια του πατέρα και της συντρόφου της, αναχώρησε από την ΛΔΚ και κατέφτασε ως φοιτήτρια τις μη ελεγχόμενες από την κυβέρνηση περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Οι Καθ' ων η Αίτηση κατά την Ένστασή τους υπεραμύνονται της ορθότητας και της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη πράξη έχει ληφθεί σύμφωνα με τις Διεθνείς Συμβάσεις, τις διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων και των Κανονισμών, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας που παρέχει ο Νόμος στους Καθ' ων η Αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά με την υπόθεση στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά, είναι δε επαρκώς και/ ή δεόντως αιτιολογημένη.
Στην γραπτή τους αγόρευση, οι Καθ’ ων η αίτηση υιοθετούν εν συνόλω τα όσα προβαλλόμενα κατά την ένστασή τους και περαιτέρω υποστηρίζουν πως η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης, ενώ, ως προς τους ουσιώδεις λόγους που προβλήθηκαν, οι Καθ’ ων η αίτηση διατείνονται πως η Αιτήτρια δεν θεμελίωσε βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους απτόμενους του άρθρου 3(1) του Νόμου. Τέλος, σημειώνουν πως ο ουσιώδης ισχυρισμός περί σεξουαλικού προσανατολισμού εγείρεται για πρώτη φορά κατά την γραπτή αγόρευση της Αιτήτριας, χωρίς να έχει προβληθεί σε κανένα προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας. Επιπρόσθετα, υιοθετούν ως ορθή την διαπίστωση της διοίκησης σχετικά με το ότι δεν τεκμηριώνεται κίνδυνος σοβαρής βλάβης της Αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της στην ΛΔΚ και καταλήγουν στην εισήγηση της επικύρωσης της επίδικης απόφασης.
Κατά την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης τα δύο μέρη υιοθέτησαν το περιεχόμενο των αγορεύσεων τους.
Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι το παρόν Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εξετάσει και την ορθότητα της παρούσας υπόθεσης, η οποία απορρέει από τα εδάφια (2), (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/ 2018), εφόσον η αίτηση της Αιτήτριας για διεθνή προστασία υποβλήθηκε στις 24/01/2022. Λαμβάνω δε υπόψη μου, ότι η Αιτήτρια δεν εκπροσωπείται από συνήγορο αλλά εμφανίζεται προσωπικά και δεν αναμένεται από αυτήν να προωθήσει νομικούς ισχυρισμούς εμπεριστατωμένα και αιτιολογημένα ως προνοούν οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί σε υποθέσεις όπου τα μέρη εκπροσωπούνται από δικηγόρο (βλ. συναφώς Διαδικαστικός Κανονισμός 7 του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962). Προς το σκοπό αυτό, κρίνω σκόπιμη την παράθεση των ισχυρισμών της Αιτήτριας, ως αυτοί προβλήθηκαν καθ' όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός της.
Στην αίτησή της για διεθνή προστασία η Αιτήτρια κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, επειδή σκόπευε να σπουδάσει στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, ωστόσο, στη συνέχεια, ο πατέρας της αδυνατούσε να χρηματοδοτήσει τις σπουδές της, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να τις διακόψει και να ξεκινήσει να εργάζεται (ερυθρό 1).
Αναφορικά με τα προσωπικά της στοιχεία, η Αιτήτρια δήλωσε υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, γεννηθείσα στην κοινότητα Lemba της Κινσάσα, ομιλεί λινγκάλα και γαλλικά, είναι άγαμη, και ως προς το θρήσκευμα Χριστιανή Πεντηκοστιανή (ερυθρό 3).
Εν συνεχεία, την 10/01/2022 διενεργήθηκε αξιολόγηση ειδικών αναγκών και ευαλωτότητας της Αιτήτριας, από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA), μέσα από σχετική συνέντευξη. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης αυτής, η Αιτήτρια δήλωσε πως εγκατέλειψε την χώρα της λόγω οικονομικής ένδειας και προκειμένου να σπουδάσει. Συμπλήρωσε πως στη συνέχεια χρειάστηκε να αναστείλει τις σπουδές της προκειμένου να εργαστεί και πρόσθεσε πως αντιμετώπισε απόπειρες σεξουαλικής παρενόχλησης κατά την παραμονή της στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές, χωρίς ωστόσο να ολοκληρωθούν (ερυθρό 21). Στο σχετικό πεδίο του εντύπου αξιολόγησης ευαλωτότητας και ειδικών συνθηκών υποδοχής, ο αρμόδιος λειτουργός επεσήμανε ότι η περίπτωση της ευαλωτότητας της Αιτήτριας άπτεται των κατηγοριών των προσώπων που έχουν υποστεί ψυχολογική/συναισθηματική και φυσική βία, σημείωσε δε ως χαμηλή την πιθανότητα συνδρομής σοβαρού κινδύνου για την προσωπική ασφάλειά της (ερυθρά 20 και 24).
Η Αιτήτρια, κατά την διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης την 08/01/2025 επιβεβαίωσε τα προσωπικά στοιχεία που είχε καταγράψει κατά το στάδιο της υποβολής, και επιπλέον δήλωσε πως έχει ολοκληρώσει την δευτεροβάθμια εκπαίδευση, οι γονείς της ζουν στην Kinshasa αλλά σε διαφορετικές συνοικίες, τελούντες σε διάσταση, ενώ έχει ακόμα δύο μικρότερους αδερφούς 13 και 15 ετών που μένουν με τον πατέρα της στην κοινότητα Matete της Kinshasa. Η εν λόγω κοινότητα αποτέλεσε τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής της στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (εφεξής ΛΔΚ). Δήλωσε, περαιτέρω, ότι την υποστήριζε οικονομικά ο πατέρας της μέχρι που επισυνέβη ένα ατύχημα με την μηχανή του το 2020 και τον ανάγκασε να απέχει από την εργασία του λόγω τραυματισμού. Έκτοτε, η Αιτήτρια εργάζεται στην Κυπριακή Δημοκρατία προκειμένου να υποστηρίξει την οικογένειά της. Εγκατέλειψε δε την ΛΔΚ την 28/06/2019 και αφίχθη στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές στις 29/06/2019, ενώ στις 26/12/2022 εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία, δηλώνοντας πως δεν αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα κατά την έξοδό της από την χώρα ούτε κατά την διάρκεια του ταξιδιού της.
Ως προς τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, κατά την ελεύθερη αφήγησή της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ήθελε να σπουδάσει στις μη ελεγχόμενες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά, συνεπεία του ατυχήματος που συνέβη στον πατέρα της, αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές της και μετέβη στην Κυπριακή Δημοκρατία αναζητώντας εργασία και καλύτερες συνθήκες ζωής.
Αναφορικά με τον μελλοντικό φόβο δίωξης, η Αιτήτρια δήλωσε πως σε περίπτωση επιστροφής της στη ΛΔΚ, δεν θα διέθετε κάποιο μέρος να ζήσει και επιπλέον δεν θα μπορούσε να μετεγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της ΛΔΚ, καθώς δεν είναι εξοικειωμένη με άλλες περιοχές της χώρας. Ως προς την διαθέσιμη κρατική προστασία, η Αιτήτρια ανέφερε ότι πρέπει να χρηματίσεις την αστυνομία προκειμένου να σε βοηθήσει, αλλιώς, όποιος αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα, θα πρέπει να το επιλύει με ίδιες δυνάμεις. Πρόσθεσε, τέλος, ότι χρειάζεται οικονομική βοήθεια (ερυθρό 38).
Ο αρμόδιος λειτουργός, κατά την Εισηγητική του Έκθεση, σχημάτισε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις της Αιτήτριας. Ο πρώτος αφορούσε τα προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας, το προφίλ και την χώρα καταγωγής και τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής της, ενώ ο δεύτερος αφορούσε τον ισχυρισμό ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της για οικονομικούς και ακαδημαϊκούς λόγους.
Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε αποδεκτό τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, αφού κρίθηκε ως αξιόπιστος στο σύνολό του.
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, ο λειτουργός σημειώνει ότι η φύση των ισχυρισμών της Αιτήτριας είναι εγγενώς υποκειμενική και πως αποτελούν το μοναδικό κριτήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της, χωρίς να συντρέχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την ανάλυση των εν θέματι δηλώσεων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Καταληκτικά, ο λειτουργός έκανε αποδεκτό και τον εν λόγω ισχυρισμό.
Ακολούθως, κατά το στάδιο της αξιολόγησης του κινδύνου, επί τη βάσει των αποδεκτών ουσιωδών ισχυρισμών, ήτοι της ταυτότητας, της χώρας καταγωγής και των προσωπικών στοιχείων/ προφίλ της Αιτήτριας και της αναχώρησής της από την ΛΔΚ για λόγους οικονομικού και ακαδημαϊκού περιεχομένου, ο αρμόδιος λειτουργός, αφού παρέθεσε πληροφορίες για τη γενική κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ και ειδικότερα στην περιοχή της Kinshasa, έλαβε υπόψιν τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, το εκπαιδευτικό της υπόβαθρο και την έλλειψη οιασδήποτε διαπιστωμένης ευαλωτότητας ή παρελθούσας δίωξης υπόψη τις προσωπικές της περιστάσεις και έκρινε ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα η Αιτήτρια να αντιμετωπίσει μελλοντικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής της και συγκεκριμένα στην πόλη Kinshasa, η οποία θεωρήθηκε ότι συνιστά τον τόπο τελευταίας διαμονής της Αιτήτριας, σύμφωνα με τα λεγόμενά της.
Ενόψει των ανωτέρω ευρημάτων, των ισχυρισμών, του προφίλ της Αιτήτριας, της αξιολόγησης κινδύνου και της νομικής ανάλυσης, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου κατέληξε ότι η Αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς του πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, το άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και το άρθρο 3 και 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου.
Επιπλέον, κρίθηκε ότι ο κίνδυνος που μπορεί να αντιμετωπίσει ευλόγως η Αιτήτρια κατά την επιστροφή της στη ΛΔΚ δεν συνιστά πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 19(2)(α) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 19 (2) (β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Αναφορικά με το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στη ΛΔΚ και ειδικότερα στην ευρύτερη περιοχή της Kinshasa που συνιστά τον τελευταίο τόπο διαμονής της, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, υπό την έννοια της σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας ως άμαχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ως εκ τούτου, o αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται ούτε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Σε σχέση με τους καινοφανείς ισχυρισμούς που παρουσίασε η Αιτήτρια δια της γραπτής της αγόρευσης, ήτοι το ότι υπέστη κακομεταχείριση και δέχθηκε πιέσεις μέσω παραδοσιακών πρακτικών, προκειμένου να απαρνηθεί τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, ο οποίος συνίστατο στην έλξη που αισθανόταν για άλλες γυναίκες, σημειώνεται ότι δεν τεκμηριώθηκαν από την Αιτήτρια και ήταν παντελώς αόριστοι και ασαφείς. Δόθηκε η ευκαιρία στην Αιτήτρια να θέσει τους ισχυρισμούς της λεπτομερώς μέσω της γραπτής της αγόρευσης, αλλά η ίδια δεν έδωσε ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, ενώ αναφέρθηκε σε συνειδητοποίηση αυτού το 2016, ήτοι πριν εγκαταλείψει τη χώρα της. Εντούτοις, δεν αναφέρθηκε σε δίωξή της λόγω αυτού είτε στην αίτηση της για διεθνή προστασία είτε κατά τη συνέντευξή της, που είναι το κύριο μέσο στοιχειοθέτησης του αιτήματός της. Είχε συνεπώς την ευκαιρία να το αναφέρει στο προγενέστερο στάδιο αξιολόγησης του αιτήματός της, αλλά δεν το έπραξε και δεν δόθηκε οποιαδήποτε επεξήγηση για την εν λόγω παράλειψη της.
Τονίζω ότι το βάρος απόδειξης του αιτήματος του βαραίνει αρχικά τον ίδιο τον Αιτητή (Άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου). Σύμφωνα δε με την παράγραφο 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια του Καθεστώτος των Προσφύγων (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«(α) Ο αιτών πρέπει:
(Ι) Να λέει την αλήθεια και να παρέχει κάθε βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του.
(ΙΙ) Να προσπαθεί να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του με κάθε διαθέσιμο αποδεικτικό μέσο και να δώσει ικανοποιητική εξήγηση για τυχόν ελλείψεις τους. Εάν παρουσιασθεί ανάγκη, πρέπει να προσπαθήσει να προσκομίσει πρόσθετα αποδεικτικά μέσα.
(ΙΙΙ) Να δώσει όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τον ίδιο και τις προηγούμενες εμπειρίες του, τόσο λεπτομερειακά όσο είναι αναγκαίο, ώστε να δοθεί στον εξεταστή η δυνατότητα να διαπιστώσει τη συνδρομή των σχετικών γεγονότων. Πρέπει ακόμη να κληθεί να δώσει μια συναφή εξήγηση ως προς όλους τους λόγους που επικαλείται για να υποστηρίξει την αίτηση για το καθεστώς του πρόσφυγα και να απαντήσει σε όσες ερωτήσεις του τεθούν.»
Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι, σύμφωνα με το την σχετική ανάλυση του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο «Judicial Analysis on Evidence and Credibility Assessment (2η έκδοση, 2023)», η μεταγενέστερη προβολή ουσιωδών ισχυρισμών ή στοιχείων που δεν είχαν προβληθεί σε προηγούμενα στάδια της διαδικασίας, παρά το γεγονός ότι ο αιτών/η αιτούσα είχε τη δυνατότητα να το πράξει, δύναται να ληφθεί υπόψη ως σχετικός δείκτης αξιοπιστίας, ήτοι να επηρεάσει αρνητικά την αξιοπιστία του/της, στην περίπτωση που δεν παρασχεθούν τεκμηριωμένες εξηγήσεις σχετικά με την μεταχρονολογημένη επίκληση των ισχυρισμών.[1] Εντούτοις, η εν λόγω παράλειψη δεν οδηγεί αυτομάτως σε αρνητική κρίση αξιοπιστίας, αλλά απαιτεί συνολική και εξατομικευμένη αξιολόγηση υπό το πρίσμα των εξηγήσεων του αιτούντος, των προσωπικών του περιστάσεων, πιθανών στοιχείων ευαλωτότητας και του γενικότερου διαδικαστικού πλαισίου[2]. Στην παρούσα υπόθεση δεν θεωρώ ότι συντρέχουν οποιοιδήποτε λόγοι οι οποίοι να δικαιολογούν την επίκληση του ισχυρισμού της αυτού στο στάδιο εξέτασης της προσφυγής της.
Συνεπώς και οι εν λόγω ισχυρισμοί της Αιτήτριας απορρίπτονται ως αναξιόπιστοι.
Από τα πιο πάνω, συνάγεται ότι η έρευνα που είχε προηγηθεί της απόφασης για απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας ήταν επαρκής και είχαν συλλεγεί και διερευνηθεί όλα τα ουσιώδη στοιχεία σε συνάρτηση πάντα με τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει η Αιτήτρια κατά τη διάρκεια των προσωπικών του συνεντεύξεων. Είναι δε πάγια νομολογημένο ότι η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (βλ. Motorways Ltd v. Δημοκρατίας Α.Ε. 2371/25.6.99).
Υπό το φως των ανωτέρω σημείων που έχω αναλύσει, κρίνω ότι ορθά και εμπεριστατωμένα οι Καθ' ων η Αίτηση αξιολόγησαν το αίτημα της Αιτήτριας και κατέληξαν στη μη υπαγωγή της σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Στη βάση της ανωτέρω ανάλυσης, καταλήγω στο ότι δεν πληρούνται στο πρόσωπο της Αιτήτριας οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και το αντίστοιχο Άρθρο 1(Α) της Σύμβασης της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων, για την υπαγωγή της σε προσφυγικό καθεστώς.
Κατά τα παραπάνω, δεν μπορεί να παραχωρηθεί στην Αιτήτρια ούτε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας επί τη βάσει των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, καθώς δεν έχει στοιχειοθετηθεί πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης υπό τις εκεί προβλεπόμενες μορφές.
Αναφορικά με την υπαγωγή της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι η Αιτήτρια θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire general aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. The United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της αδιακρίτως ασκούμενης βίας και της ένοπλης σύρραξης και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Για την πληρότητα της έρευνας θα παρατεθούν πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και ειδικότερα στην ευρύτερη περιοχή της Kinshasa, που αποτέλεσε τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας στην χώρα καταγωγής της.
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, όσον αφορά στην διοικητική περιφέρεια της Kinshasa της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 08/05/2026), καταγράφηκαν 157 περιστατικά ασφαλείας, από τα οποία προκλήθηκαν 51 ανθρώπινες απώλειες.[3] Σημειώνεται δε πως ο πληθυσμός της διοικητικής επαρχίας της Kinshasa για το έτος 2020 εκτιμήθηκε στους 14,565,700 κατοίκους[4] και για το 2026 εκτιμάται στους 18,552,800 κατοίκους.[5]
Περαιτέρω, όπως αναφέρεται και στην απάντηση που ετοίμασε ο EUAA σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa από τον Ιούλιο του 2025,[6] παραπέμποντας στην έκθεση του Κέντρου Καταγραφής και Έρευνας (Centre for Documentation and Research -CEDOCA) για την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ, σύμφωνα με το Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών (United Nations Joint Human Rights Office): η επαρχία της Kinshasa είναι “μη επηρεαζόμενη από ένοπλη σύγκρουση” και ότι “από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, πέραν διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σημαντικά περιστατικά ασφάλειας στην Kinshasa.[7]
Κατά συνέπεια, η Kinshasa που συνιστά τον τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, δεν φαίνεται να πλήττεται σε τέτοιο βαθμό από συγκρούσεις και περιστατικά βίας, τα οποία να ανάγονται σε τόσο υψηλό επίπεδο, ώστε να θεωρούνται ότι πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας, ως αυτό ερμηνεύθηκε από το ΔΕΕ.[8] Λαμβάνοντας υπόψιν και τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, ήτοι ότι πρόκειται για νεαρή, υγιή ενήλικα, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο και ικανή προς εργασία, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτή θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.
Επομένως, στη βάση των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, κρίνω πως η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της επίδικης απόφασης και ότι στο πρόσωπό της πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στο καθεστώς του πρόσφυγα ή της παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €300 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] EUAA, Judicial analysis on evidence and credibility in the context of the Common European Asylum System: Second edition, February 2023, p. 124, para. 4.5.1;
ECtHR, judgment of 20 March 1991, Cruz Varas v Sweden, No 15576/89, ECLI:CE:ECHR:1991:0320JUD001557689, διαθέσιμο σε CRUZ VARAS AND OTHERS v. SWEDEN para. 78.
[2] EUAA, Judicial analysis on evidence and credibility in the context of the Common European Asylum System: Second edition, February 2023, p. 122-123, para. 4.5.1;
ECtHR, judgment of 5 July 2005, Said v the Netherlands, No 2345/02, ECLI:CE:ECHR:2005:0705JUD000234502, διαθέσιμο σε: SAID v. THE NETHERLANDS, para. 53: Το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι ο βασικός πυρήνας της αφήγησης ενός αιτούντος θα πρέπει να παραμένει συνεπής καθ’ όλα τα στάδια της διαδικασίας, ακόμη και εάν ορισμένες πτυχές της αφήγησης ενδέχεται να είναι αβέβαιες ή “κάπως αξιοσημείωτες”, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές δεν υπονομεύουν τη συνολική αξιοπιστία του ισχυρισμού.
[3] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of the Congo, Events / Fatalities, All Events, Past Year, KInshasa, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία πρόσβασης 25/06/2026).
[4] City Population, Congo (Democratic Republic), Provinces, Kinshasa: διαθέσιμος σε: https://www.citypopulation.de/en/drcongo/cities/ (ημερομηνία πρόσβασης 25/05/2026).
[5] Ιστότοπος World Population Review/ DR Congo/ Kinshasa, διαθέσιμος σε: https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (ημερομηνία πρόσβασης 25/06/2026).
[6] EUAA, Country of Origin Information Query, DRC, Security Situation in Kinshasa, 1 July 2025, διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2126819/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasa.pdf σελ. 4, (ημερομηνία πρόσβασης 25/05/2026).
[7] Belgium, CEDOCA, COI Focus: Republique Democratique du Congo: Situation sécuritaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], 25 February 2025, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf σελ. 2, (ημερομηνία πρόσβασης 25/06/2026).
[8] Βλ. C-285/12 Aboubacar Diakité ν. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides και στην C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafali v Staatssecretaris van Justitie
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο