C.M.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 4991/2022, 9/9/2026
print
Τίτλος:
C.M.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 4991/2022, 9/9/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση αρ. 4991/2022

 

                                            09 Σεπτεμβρίου 2026

 

[Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

C.M.M.

Αιτήτρια

και

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η αίτηση

 

Α. Ιωάννου (κος) για Αλεξάνδρου & Παπαθεοδώρου Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για την Αιτήτρια       

Ι. Χαραλάμπους (κα) για Μιχαηλίδη & Χαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για τους Καθ’ ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την προσφυγή της η Αιτήτρια, αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 08/06/2022 η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 14/07/2022 και δια της οποίας πληροφορήθηκε την απόρριψη του αιτήματός της για παροχή διεθνούς προστασίας.

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου (εφεξής «Δ.Φ.») που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων της παρούσας προσφυγής, η Αιτήτρια είναι ενήλικας, υπήκοος Καμερούν και στις 02/11/2018 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

Στις 10/02/2022 διεξήχθη συνέντευξη στην Αιτήτρια από αρμόδιο λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (European Union Agency for Asylum, εφεξής: «EUAA»). Στις 25/05/2022, ο λειτουργός της EUAA ετοίμασε Εισηγητική Έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τη συνέντευξη της Αιτήτριας. Στις 08/06/2022, ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου ενέκρινε την πιο πάνω εισήγηση για απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας.

Στις 11/07/2022 η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε επιστολή ενημέρωσης προς την Αιτήτρια σχετικά με την απόρριψη του αιτήματος της. Η επιστολή και η αιτιολόγηση της απόφασης, παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από την Αιτήτρια στις 14/07/2022. Στη συνέχεια, η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή.

Ο συνήγορος της Αιτήτριας προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης επί της αιτήσεως ακυρώσεως (προσφυγής) προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν προωθούνται και αναλύονται στη Γραπτή Αγόρευση της Αιτήτριας που επακολούθησε. Οι μόνοι ισχυρισμοί που εν τέλει προωθούνται στην γραπτή αγόρευση της αιτήτριας είναι: α) η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω ανεπαρκούς έρευνας και β) η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω πλάνης περί τα πράγματα, γ) η επίδικη απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας, δ) παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης. 

Η συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση αντιτάσσει στη Γραπτή της Αγόρευση ότι η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι αιτιολογημένη, λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και στα πλαίσια του Νόμου καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις της Αιτήτριας δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 και του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Παράλληλα, προβάλλει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση αξιολόγησαν κατά πόσο υπάρχει κίνδυνος η Αιτήτρια να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στην περιοχή διαμονής της καταλήγοντας ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Πρόσθετα, είναι η θέση των καθ΄ων η αίτηση, πως δεν υπάρχουν στοιχεία που να δεικνύουν πλάνη περί το νόμο και τα πράγματα κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Έχω εξετάσει προσεκτικά τις εκατέρωθεν θέσεις και των δύο πλευρών, υπό το φως του περιεχομένου του οικείου διοικητικού φακέλου και, γενικότερα, όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων.

Αρχικά κρίνω σημαντικό να αναφερθεί ότι η επάρκεια της έρευνας, η έκταση και ο τρόπος διεξαγωγής της ποικίλει ανάλογα με τα υπό διερεύνηση γεγονότα. Προκαθορισμένος τρόπος δεν υπάρχει. Με την προϋπόθεση ότι η έρευνα είναι επαρκής, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στον τρόπο που η διοίκηση επέλεξε να διερευνήσει το θέμα, ούτε και υποκαθιστά τα υπ' αυτής διαπιστωθέντα πρωτογενή ευρήματα (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών κ.ά. (1999) 3 Α.Α.Δ. 447 και Ράφτης ν. Δημοκρατίας κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 και Κώστας Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1002/2009, ημερ. 27.10.2011).

Στη βάση της πιο πάνω υποχρέωσης του αρμόδιου οργάνου για δέουσα έρευνα θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός της, για να διαφανεί εάν όντως το αρμόδιο όργανο προέβη στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα και ορθώς αποφάσισε να απορρίψει το αίτημα της Αιτήτριας.

Η Αιτήτρια κατά την υποβολή της αίτησης της για διεθνή προστασία, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω του εμφυλίου πολέμου, ο οποίος οδήγησε στον εκτοπισμό της οικογένειας της. Ως περαιτέρω πρόβαλε η ζωή της δεν είναι ασφαλής μέχρι να τερματιστεί ο εμφύλιος πόλεμος (ερυθρό 1 του Δ.Φ.). 

Στο πλαίσιο της προφορικής της συνέντευξης, και αναφορικά με τα προσωπικά της στοιχεία, η Αιτήτρια δήλωσε υπήκοος Καμερούν, με τόπο καταγωγής την περιοχή Lobe και τελευταίας συνήθους διαμονής την πόλη Limbe. Ως προς το οικογενειακό της πλαίσιο, η Αιτήτρια δήλωσε ότι η μητέρα της είναι αστυνομικός και εξακολουθεί να διαμένει στο Καμερούν, ενώ ο πατέρας της (συνταξιούχος χωροφύλακας) και τα αδέρφια της από τον Νοέμβριο του 2019 βρίσκονται στην Γκάνα ως πρόσφυγες. Ως προς το μορφωτικό της επίπεδο, δήλωσε απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, με πτυχίο στην Δημοσιογραφία και την Μαζική Επικοινωνία, και ως προς την εργασιακή της πείρα δήλωσε ότι εργαζόταν σε εταιρεία (ερυθρά 70-69 Δ.Φ.). 

Κατά την ελεύθερη της αφήγηση, αναφορικά με τους λόγους που την ανάγκασαν  να αναχωρήσει από την χώρα της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι το 2017 έχασε την δουλειά της και το θεώρησε ευκαιρία να συνεχίσει τις σπουδές της. Ενημέρωσε τον πατέρα της για την πρόθεση της, αναφέροντας ως επιλογή το πανεπιστήμιο της Buea ως αγγλόφωνο πανεπιστήμιο, με τον πατέρα της να εκφράζει της ανησυχίες του καθώς ο μικρότερος αδερφός της που φοιτούσε ήδη εκεί δέχθηκε απειλές από τους αυτονομιστές που ήθελαν να τον εντάξουν στις τάξεις τους. Ο αδερφός της όποτε συνέβαινε αυτό αναζητούσε καταφύγιο στο σπίτι τους, ενώ έκανε και αναφορά σε συγκεκριμένο περιστατικό όπου εντοπίστηκαν καύσιμα σε ένα από τα αμφιθέατρα του πανεπιστημίου. Ο πατέρας της ανήσυχος την παρότρυνε να ψάξει για πανεπιστήμια στο εξωτερικό. Τον Αύγουστο του 2018 έγινε δεκτή στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου και εγκατέλειψε τη χώρα για να σπουδάσει (ερυθρό 68 του Δ.Φ.).  

Σε ερώτηση αν υπάρχει οποιοσδήποτε άλλος λόγος, πέραν των σπουδών, που την ώθησε να εγκαταλείψει τη χώρα, η Αιτήτρια αναφέρθηκε στην ανασφάλεια που επικρατούσε και δυσχέραινε τις σπουδές στο πανεπιστήμιο της Buea. Ως υποστήριξε, τέλος του 2016 έλαβε χώρα διαμαρτυρία, με πρωτοβουλία των εκπαιδευτικών, για την κακή μεταχείρισή τους στο αγγλικό εκπαιδευτικό σύστημα και τις διακρίσεις που υφίστατο ο αγγλόφωνος πληθυσμός της χώρας. Οι δικηγόροι συμμετείχαν και αυτοί στην διαμαρτυρία, και το 2017 η κατάσταση κλιμακώθηκε, καθώς ο πρόεδρος κήρυξε πόλεμο εναντίον των αυτονομιστών μαχητών, με θανάτους τόσο στρατιωτικών όσων και αμάχων. Ως περαιτέρω πρόβαλε, μια μέρα αρχές του 2018 πήγε στην αγορά Mile 4 και ξαφνικά μια ομάδα οπλισμένων ατόμων σε μοτοσυκλέτες πυροβόλησαν στον αέρα και μέσα στον πανικό κρύφτηκε μαζί με έξι (6) άλλα άτομα για περίπου δύο (2) ώρες μέχρι που δεν ακούγονταν πια πυροβολισμοί. Όταν βγήκε έξω, είδε στρατιωτικά φορτηγά όπου ζητούσαν ταυτότητες και όταν τους αντιλήφθηκε άρχισε να τρέχει μέχρι που έφτασε στο σπίτι της (ερυθρά 68 και 67 του Δ.Φ.). Ερωτηθείσα πως είναι η τρέχουσα κατάσταση στην πόλη Limbe, η Αιτήτρια απάντησε ότι εξακολουθεί να υπάρχει ένταση, ειδικά στην περιοχή Mile 4 (ερυθρό 67 του Δ.Φ.).

Η ίδια ανάφερε ότι στις 26/10/2018 σταμάτησε τις σπουδές της και την ίδια μέρα έλαβε κλήση από την αδερφή της, η οποία την ενημέρωσε ότι ο πατέρας της και τα αδέρφια της δεν βρίσκονται πια στο Καμερούν, δίνοντας της αριθμό επικοινωνίας με τον πατέρα της, και ενημερώνοντας την ότι δεν μπορεί να της δώσει περισσότερες πληροφορίες (ερυθρά 67 και 66 του Δ.Φ.). Επικοινώνησε, ακολούθως με τον αριθμό που της έδωσε, και ένας Νιγηριανός άντρας την ενημέρωσε ότι ο πατέρας της βρίσκεται στην πόλη Oron της Νιγηρίας και όταν θα τον συναντούσε θα την ενημέρωνε. Την 01/11/2018 μίλησε με τον πατέρα της, ο οποίος την πληροφόρησε ότι την παραμονή των εκλογών στο Καμερούν, έξι (6) ένοπλοι άντρες τον έψαχναν. Ο ίδιος δεν βρισκόταν στο σπίτι του, ο πάστορας στο Καμερούν τον ενημέρωσε όταν ο πατέρας της πήγε στην Νιγηρία για να αφήσει τα αδέλφια της, να μην επιστρέψει στο σπίτι του, και παρέμεινε με τον πάστορα έως ότου αναχώρησε για την πόλη Lagos της Νιγηρίας (ερυθρό 66 του Δ.Φ.).

Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ο πατέρας της μετέφερε τα αδέρφια της στην Νιγηρία στις 27/09/2018, όπου παρέμειναν σε κάποιο οικογενειακό φίλο. Ακολούθως, στις 06/10/2018, την παραμονή των εκλογών, η αδερφή της ενημέρωσε τον πατέρα τους για την επίσκεψη των ένοπλων αντρών στο σπίτι τους προς αναζήτηση του πατέρα τους. Ως δήλωσε η αιτήτρια, λόγω του ότι ο πατέρας της φοβόταν ότι εάν οι εν λόγω άντρες επιστρέψουν θα τον σκοτώσουν, καθότι το ίδιο έκαναν με στρατιωτικούς, ο πατέρας της εγκατέλειψε το Καμερούν στις 10/10/2018 με προορισμό την πόλη Oron της Νιγηρίας όπου βρίσκονταν τα αδέρφια της, και από εκεί έφυγαν με προορισμό την πόλη Port Harcourt της Νιγηρίας. Την 01/11/2018 σε επικοινωνία που είχε μαζί του, ήταν στην πόλη Port Harcourt, και προσπαθούσε να διευθετήσει επανένωση με τις αδερφές της για να τον ακολουθήσουν στην Γκάνα προς αναζήτηση ασύλου, παροτρύνοντας την να πράξει το ίδιο (ερυθρό 66 του Δ.Φ.).

Σε ερωτήσεις αναφορικά με το επάγγελμα του πατέρα της, ως χωροφύλακας, η Αιτήτρια δήλωσε ότι υπηρέτησε για 33 χρόνια, και συνταξιοδοτήθηκε το 2015 (ερυθρό 66 του Δ.Φ.). Ως υποστήριξε, οι αυτονομιστές θεώρησαν ότι ως συνταξιούχος στρατιωτικός, εξακολουθούσε να δουλεύει ως κατάσκοπος της κυβέρνησης, παρέχοντας πληροφορίες για τους αυτονομιστές. Παράλληλα, η κυβέρνηση θεώρησε ότι καθώς διέμενε στην Νοτιοδυτική περιφέρεια βοηθούσε και στήριζε τους αυτονομιστές. Αναφορικά με το περιστατικό αναζήτησης του, ο ίδιος της είπε ότι όπως πληροφορήθηκε από την αδερφή της, έξι (6) ένοπλοι άντρες ντυμένοι με πολιτικά ρούχα, επισκέφθηκαν το σπίτι, δηλώνοντας αυτονομιστές μαχητές που πολεμούσαν για την ελευθερία του αγγλόφωνου Καμερούν. Ωστόσο, λόγω της προφοράς τους εγέρθηκαν ανησυχίες, καθώς μιλούσαν με τρόπο που διαφαινόταν ότι μητρική τους γλώσσα ήταν τα γαλλικά και όχι τα αγγλικά (ερυθρό 65 του Δ.Φ.).

Ως προς το επάγγελμα της μητέρας της, δήλωσε αστυνομικός η οποία χαίρει προστασίας, και διαμένει σε στρατιωτικό καταυλισμό στην πόλη Idenao (ερυθρό 65 του Δ.Φ.). Ερωτηθείσα, τέλος, τι θα συμβεί σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, και ειδικά στην πόλη Limbe, η Αιτήτρια ανέφερε ότι μπορεί να πέσει θύμα απαγωγής ή να δολοφονηθεί καθώς δεν μπορούν να εντοπίσουν τους γονείς της. Ερωτώμενη γιατί πιστεύει ότι θα της συμβεί αυτό, ανάφερε ότι ένας από τους λόγους που ο πατέρας της αποφάσισε να μεταφέρει και τις αδερφές της μαζί του, ήταν γιατί τα άτομα που τους επισκέφθηκαν, τους προειδοποίησαν ότι θα επανέλθουν και για αυτό τον λόγο αποφάσισαν να φύγουν από το σπίτι άμεσα και να κρυφτούν, όπου αυτός είναι και ο λόγος που φοβάται και η ίδια. Πρόσθεσε επίσης ότι δεν γνωρίζουν εάν τα εν λόγω άτομα ήταν αυτονομιστές ή από τον στρατό, επειδή είχαν γαλλική προφορά (ερυθρό 65 του Δ.Φ.).  

Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τις δηλώσεις της Αιτήτριας, κατά το στάδιο της συνέντευξης της, στην Έκθεση/Εισήγηση που ετοίμασε, σχημάτισε τρεις (3) ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ και την χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, ο δεύτερος αφορούσε το ότι η αιτήτρια εγκατέλειψε την χώρα της για να συνεχίσει τις σπουδές της στη Δημοκρατία, και ο τρίτος  αφορούσε την στοχοποίηση του πατέρα της, τόσο από τους Ambazonians όσο και από την κυβέρνηση, λόγω της ιδιότητας του ως συνταξιούχος χωροφύλακας.    

Και οι τρεις ισχυρισμοί της Αιτήτριας έγιναν αποδεκτοί καθώς κρίθηκε ότι στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία τους.  

Ειδικότερα, όσον αφορά την εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ισχυρισμού, καταγράφηκε ότι η αιτήτρια εξήγησε με λεπτομέρεια ότι όταν έχασε την δουλεία της, θεώρησε ότι θα ήταν καλή ευκαιρία για την ίδια να συνεχίσει τις σπουδές της. Η ίδια περιέγραψε με λεπτομέρεια την πρόθεση της αυτή, αρχικά να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο της Buea, αλλά λόγω των ανησυχιών του πατέρα της λόγω του ότι ο αδελφός της σπούδασε εκεί και δέχθηκε απειλές από τους αυτονομιστές, της έκφρασε την άποψη ότι θα ήταν καλύτερα να εντοπίσει ένα πανεπιστήμιο εκτός της χώρας. Ως επισημάνθηκε, η αιτήτρια αιτήθηκε σε πανεπιστήμια στο εξωτερικό και έγινε δεκτή στο Ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο στην Κύπρο τον Αύγουστο του 2018. Ως τονίστηκε από τον αρμόδιο λειτουργό οι δηλώσεις της αιτήτριας, θεωρήθηκαν συνεκτικές και λεπτομερείς και ο εν λόγω ισχυρισμός έγινε αποδεκτός ως εσωτερικά αξιόπιστος.

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ισχυρισμού, η Αιτήτρια προσκόμισε βεβαίωση εγγραφής της στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου (ερυθρό 79 Δ.Φ.), το οποίο φέρει ημερομηνία 02/10/2018, με πρόγραμμα σπουδών Μεταπτυχιακό στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (Master in Business Administration).

Λαμβανομένου υπόψη όλων των πιο πάνω, η εσωτερική και η εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού τεκμηριώθηκε.

Όσον αφορά την εσωτερική αξιοπιστία του τρίτου ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι η αιτήτρια ήταν λεπτομερής όταν εξήγησε ότι ο πατέρας της ήταν χωροφύλακας αξιωματικός για 33 χρόνια και αφυπηρέτησε το 2015 όπως επίσης ήταν ικανή να εξηγήσει με λεπτομέρεια ότι στις 06/10/2018 την παραμονή των εκλογών, η αδελφή της ανάφερε στον πατέρα της ένα περιστατικό, όπου άτομα πήγαν στο σπίτι τους αναζητώντας τον πατέρα της. Ο πατέρα της φοβήθηκε ότι θα τον σκότωναν, επειδή σκότωσαν στρατιωτικούς και έτσι έφυγε από το Καμερούν στις 10/10/2018 και πήγε στο Oro στην Νιγηρία όπου οι αδελφοί της αιτήτριας ήδη βρίσκονταν εκεί και από εκεί μετέβηκαν στο Port Harcourt. Η αιτήτρια ανάφερε ότι στις 01/11/2018 όταν μίλησε μαζί τους, ήταν ήδη στην Νιγηρία και ο πατέρας της, της ανάφερε ότι προσπαθούσε να φέρει τις αδελφές της για να πάνε στην Γκάνα να αιτηθούν άσυλο, λέγοντας και στην ίδια να κάνει το ίδιο.

Όπως επίσης επισήμανε ο αρμόδιος λειτουργός, σε σχετική ερώτηση ποιος ήταν ο λόγος που ο πατέρας της στοχοποιήθηκε μιας και είχε αφυπηρετήσει, η αιτήτρια μπορέσει να εξηγήσει με λεπτομέρεια και ακρίβεια ότι οι αυτονομιστές πίστευαν ότι παρότι ήταν σε σύνταξη, ήταν κατάσκοπος και εξακολουθούσε να δουλεύει για την κυβέρνηση και από την άλλη πλευρά η κυβέρνηση πίστευε ότι επειδή είναι από την νοτιοδυτική περιοχή, στηρίζει τους αυτονομιστές. Ως κατέγραψε ο αρμόδιος λειτουργός, οι δηλώσεις της αιτήτριας υπήρξαν συνεκτικές και συνεπείς. Η αιτήτρια κατάφερε να παρέχει πληροφορίες σχετικά με το επάγγελμα του πατέρα της, τον λόγο που στοχοποιήθηκε από τους αυτονομιστές, τις συνομιλίες που είχε με τον πατέρα της σε σχέση με το σχέδιο του να πάει στην Γκάνα και πως κατέληξε εκεί όπως και το καθεστώς του εκεί.

Ως αναφέρθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό, λόγω των πιο πάνω, ο εν λόγω ισχυρισμός έγινε αποδεκτός ως εσωτερικά αξιόπιστος.

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε ότι οι δηλώσεις της αιτήτριας συμπίπτουν με τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, καθότι η Αιτήτρια προσκόμισε τα ακόλουθα:

1.    Αντίγραφο Υπουργικής Απόφασης, ημερομηνίας 30/06/2015, σύμφωνα με την οποία περιλαμβάνονται ονόματα του προσωπικού της Εθνικής Χωροφυλακής, οι οποίοι έφτασαν το όριο ηλικίας των βαθμίδων τους και τους επιτρέπεται να διεκδικήσουν τα δικαιώματα τους για συνταξιοδότηση (ερυθρά 41-40 Δ.Φ.). Ως καταγράφεται, το όνομα του πατέρα της αιτήτριας συγκαταλέγεται σε αυτά τα ονόματα.

2.    Αντίγραφα διάφορων πιστοποιητικών εκπαίδευσης του πατέρα της από το Υπουργείο Άμυνας, την Εθνική Χωροφυλακή και τον Ερυθρό Σταυρό του Καμερούν (ερυθρά 39-33 Δ.Φ.).

3.    Αντίγραφα εγγράφων από το Συμβούλιο Προσφύγων της Γκάνα σύμφωνα με τα οποία χορηγήθηκε στον πατέρα και τα αδέρφια της καθεστώς διεθνούς προστασίας (ερυθρά 52-43 Δ.Φ.).

Λαμβανομένου υπόψη όλων των πιο πάνω, η εσωτερική και η εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού τεκμηριώθηκε.

Προχωρώντας στην νομική ανάλυση, λαμβανομένου υπόψη και του προφίλ της Αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται προσφυγικό καθεστώς, μιας και δεν τεκμηριώθηκε φόβος δίωξης για λόγο που να συνδέεται με την εθνικότητα, τη φυλή, τη θρησκεία, την ιδιότητα μέλους σε συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή την πολιτική γνώμη όπως περιγράφεται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, στο άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και στο άρθρο 3 και 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο της Αιτήτριας, καθότι ο κίνδυνος που μπορεί να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής της δεν συνιστά πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, δυνάμει του άρθρου 15, εδάφια (α) και (β), της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο 19(2), εδάφια (α) και (β), του περί Προσφύγων Νόμου). Επιπρόσθετα, η αρμόδια αρχή, έκρινε ότι ούτε και οι προϋποθέσεις για χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας συντρέχουν δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, μιας και στην πόλη Limbe, τόπο  προηγούμενης διαμονής της αιτήτριας, δεν επικρατούν συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων λόγω εσωτερικής και/ή διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης.

Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, κρίνω ότι ουδεμία περαιτέρω έρευνα χρειαζόταν για την εξέταση της αίτησης της Αιτήτριας και επομένως ο προβαλλόμενος ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Ανεξαρτήτως της ως άνω κατάληξής μου, θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης στη βάση του άρθρου 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(I)/2018).

Προχωρώντας τώρα στην αξιολόγηση του συνόλου των ενώπιον μου στοιχείων στη βάση και της εκ του Νόμου παρεχόμενης δικαιοδοσίας, αρχικά συντάσσομαι με το ότι ο πρώτος ισχυρισμός όσον αφορά τα στοιχεία του προσωπικού προφίλ, την χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ορθώς έγινε αποδεκτός από τους Καθ' ων η αίτηση αφού δεν έχουν προκύψει στοιχεία που να συνηγορούν υπέρ του αντιθέτου.

Παράλληλα, το Δικαστήριο συντάσσεται και με την αποδοχή και αξιολόγηση που μεσολάβησε από τον αρμόδιο λειτουργό όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό και παρέλκει η όποια επανάληψη της και ενόψει τούτου κρίνω ότι ορθά έγινε αποδεκτός.

Παράλληλα, το Δικαστήριο συντάσσεται και με την αποδοχή και αξιολόγηση που μεσολάβησε όσον αφορά τον τρίτο ισχυρισμό. Ειδικότερα, ως προς τον τρίτο ισχυρισμό, παρατηρώ ότι η Αιτήτρια αναφέρθηκε με σαφήνεια και επαρκή λεπτομέρεια στο επάγγελμα του πατέρα της, και στην στοχοποίηση του λόγω αυτού από τους Ambazonians. Επιπρόσθετα, περιέγραψε με συνεκτικό τρόπο την αναχώρηση του από την χώρα, την προσπάθεια επανένωσής του με τις θυγατέρες του, και την αναζήτηση διεθνούς προστασίας στην Γκάνα. Σημειώνεται, ότι ομοίως περιγραφική ήταν και η αφήγηση της επίσκεψης ατόμων στο σπίτι τους, προς αναζήτηση του πατέρα της, την παραμονή των εκλογών και η επεξήγηση των λόγων στοχοποίησης του τόσο από τους Ambazonians όσο και από την κυβέρνηση. Θα συμφωνήσω επίσης με την αξιολόγηση στην οποία έχει προβεί ο αρμόδιος λειτουργός ως καταγράφεται στην έκθεση – εισήγηση και επομένως παρέλκει η όποια επανάληψη της. Συνεπώς, κρίνω ότι ορθώς έγινε αποδεκτός ο συγκεκριμένος ισχυρισμός.  

Ούτως ή άλλως, σε περίπτωση που ένας ισχυρισμός έχει κριθεί αποδεκτός, το Δικαστήριο δεν μπορεί να χειροτερεύσει την θέση του αιτούντος στη βάση της αρχής της απαγόρευσης της χειροτέρευσης της θέσης του διοικούμενου (βλ. σχετικά αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου R E κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 7651/2021, 31/10/2024, G T ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 1441/2022, 9/7/2024).

Εξετάζοντας τον μελλοντοστραφή κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής της αιτήτριας στην χώρα της, κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι παρά τα όσα παρέθεσε η Αιτήτρια κατά τη διάρκεια εξέτασης του αιτήματός της, τα οποία ορθώς έγιναν αποδεκτά, ήτοι όσον αφορά τον ισχυρισμό της αναφορικά με την στοχοποίηση του πατέρα της, δεν προέκυψαν συγκεκριμένα στοιχεία από τα οποία να μπορεί ευλόγως να συναχθεί ότι η εν λόγω στοχοποίηση επεκτάθηκε ή ενδέχεται, σε περίπτωση επιστροφής της, να επεκταθεί και στην ίδια λόγω της συγγενικής της σχέση με αυτόν. Ως περαιτέρω διαφαίνεται από τις δηλώσεις της, στόχος αποτελούσε ο πατέρας της, καθώς η επίσκεψη των ένοπλων αντρών στο σπίτι τους έγινε αποκλειστικά προς αναζήτηση του πατέρα της, χωρίς οποιεσδήποτε περαιτέρω επιθετικές ενέργειες ή απειλές προς την αδερφή της που ήταν παρούσα. Περαιτέρω, δεν προέκυψε ότι η ίδια η αιτήτρια είχε οποτεδήποτε αναζητηθεί, απειληθεί ή με οποιονδήποτε τρόπο προσωπικά στοχοποιηθεί εξαιτίας του πατέρα της. Δεδομένης και της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος (η συγκεκριμένη επίσκεψη έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2018) αλλά και της απουσίας προσωπικής στοχοποίησης της Αιτήτριας, δεν διαφαίνεται οιοσδήποτε κίνδυνος δίωξης της σε περίπτωση επιστροφής της.   

Επομένως, υπό το φως των ανωτέρω, εξετάζοντας τον μελλοντοστραφή κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής της αιτήτριας στην χώρα καταγωγής της, θεωρώ ότι παρά την πλήρωση της εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας του πιο πάνω ισχυρισμού, εντούτοις δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να εκτεθεί, λόγω αυτού, σε μεταχείριση η οποία θα μπορούσε να ανέλθει σε επίπεδο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής της, μιας και δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις που να θεμελιώνουν εύλογη πιθανότητα ότι, λόγω της συγγενικής της σχέσης με τον πατέρα της, η αιτήτρια θα αποτελέσει στόχο ή θα εκτεθεί, σε περίπτωση επιστροφής της, σε μεταχείριση δυνάμενη να ανέλθει σε επίπεδο δίωξης ή σοβαρής βλάβης.

Συνεπώς, υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υπόθεσης που έγιναν αποδεκτά, κρίνεται ότι ορθώς οι Καθ’ ων η αίτηση διαπίστωσαν, σύμφωνα και με τα πιο πάνω, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση της Αιτήτριας ως πρόσφυγα, καθώς όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό δεν τεκμηριώνεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα στο πρόσωπό της, έτσι όπως η έννοια του πρόσφυγα ερμηνεύεται στην Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από τον περί Προσφύγων Νόμο, καθότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

Συνακόλουθα η Αιτήτρια δεν επικαλέστηκε κανέναν ουσιώδη λόγο που να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς της, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό τη μορφή θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων, εξευτελιστικής ή απάνθρωπης μεταχείρισης ή τιμωρίας, για να της δοθεί συμπληρωματική προστασία σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α), (β) του Περί Προσφύγων Νόμου.

Πρόσθετα, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, η αιτήτρια θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, θα πρέπει το Δικαστήριο να διαπιστώσει εάν στην περιοχή καταγωγής και μόνιμης διαμονής της αιτήτριας υφίσταται 1) ένοπλη σύρραξη και εάν και εφόσον υφίσταται τότε 2) να διαπιστώσει κατά πόσο στην εν λόγω περιοχή υπάρχει αδιάκριτη άσκηση βίας σε βαθμό τόσο υψηλό ώστε η αιτήτρια να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη ως άμαχος πολίτης. Παράλληλα το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τυχόν ειδικό κίνδυνο που διατρέχει η αιτήτρια από την ατομική της κατάσταση και τυχόν προσωπικές περιστάσεις σε συνδυασμό με τις συνθήκες αδιάκριτης άσκησης βίας (σε μικρότερο βαθμό), σύμφωνα με την αναπροσαρμοσμένη κλίμακα που καθορίστηκε στην απόφαση Elgafaji[1] του ΔΕΕ.

Σύμφωνα με το Εγχειρίδιο του ΕΑΣΟ - Δικαστική Ανάλυση, σχετικά με την ανάλυση του άρθρου 15 (γ) της οδηγίας 2011/95/ΕΕ «Βάσει του άρθρου 15 στοιχείο γ), ένα πρόσωπο που διατρέχει γενικό κίνδυνο δεν αποκλείεται να διατρέχει και ειδικό κίνδυνο, και το αντίστροφο. Πράγματι, το ΔΕΕ διατύπωσε την έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, σύμφωνα με την οποία: «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας (Elgafaji, σκέψη 39· Diakite, σκέψη 31). Το αντίστροφο ισχύει επίσης: κατ' εξαίρεση, ο βαθμός βίας μπορεί να είναι τόσο υψηλός ώστε ένας άμαχος να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή βλάβη απλώς και μόνο λόγω της παρουσίας του στο έδαφος της επηρεαζόμενης χώρας ή περιοχής (σκέψη 43). Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ερμηνεία αυτή δεν αντέβαινε στην [τότε] αιτιολογική σκέψη 26 της οδηγίας, καθώς το γράμμα αυτής προβλέπει το ενδεχόμενο μιας τέτοιας εξαιρετικής κατάστασης (59).»[2]

Επομένως, εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 19(2)(γ) του κατά πόσον υφίσταται ένοπλη σύρραξη στο Καμερούν και την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή, αξίζει να αναφερθούν τα κατωτέρω:

 

Ως αναφέρεται σε άρθρο του The Conversation, μίας ειδησεογραφικής ιστοσελίδας που δημοσιεύει άρθρα ακαδημαϊκών σε συνεργασία με δημοσιογράφους, δημοσιευθέν τον Αύγουστο του 2025, το 2016 ξεκίνησαν ειρηνικές διαδηλώσεις των δικηγόρων και εκπαιδευτικών κατά της «γαλλοφωνοποίησης» των δικηγορικών και εκπαιδευτικών συστημάτων στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, ωστόσο, γρήγορα εξελίχθηκαν σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των αυτονομιστών και των κυβερνητικών δυνάμεων.[3] Τον Οκτώβριο του 2017, αγγλόφωνοι αυτονομιστές κήρυξαν την ανεξαρτησία και ανακήρυξαν ένα νέο κράτος, την «Αμπαζονία» στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές.[4]

 

Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της Amnesty International που κάλυπτε τα γεγονότα του 2025, οι αυτονομιστές ανέλαβαν την ευθύνη για αρκετές επιθέσεις στις αγγλόφωνες περιοχές της Βορειοδυτικής και Νοτιοδυτικής περιφέρειας. Ο ΟΗΕ ανέφερε ότι ο πληθυσμός συνέχιζε να υφίσταται στοχευμένες δολοφονίες, συχνές ομηρίες, επιβολή παράνομων φόρων, οδοφράγματα, εκβιασμούς, περιορισμούς στην κυκλοφορία και χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών, μεταξύ άλλων σε δημόσιους χώρους και κατά μήκος των κύριων οδικών αρτηριών. Οι βίαιες συγκρούσεις μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των ένοπλων αυτονομιστικών ομάδων συνεχίστηκαν στις αγγλόφωνες περιοχές και σε συνδυασμό με τις συγκρούσεις μεταξύ αγροτών και κτηνοτρόφων στη βορειοδυτική περιοχή, οδήγησαν σε εσωτερική εκτόπιση σχεδόν 1 εκατομμυρίου ανθρώπων.[5] 

 

Τον Απρίλιο του 2026, ο οργανισμός UN OCHA δήλωσε, για την περίοδο μεταξύ 1 Ιανουαρίου έως 31 Μαρτίου 2026, ότι στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές, η ανθρωπιστική κατάσταση παρέμεινε σοβαρή, λόγω των ένοπλων συγκρούσεων, της ανασφάλειας και της επιδείνωσης των συνθηκών προστασίας των αμάχων. Οι συγκρούσεις μεταξύ των κρατικών δυνάμεων ασφαλείας (SSF) και των μη κρατικών ένοπλων ομάδων (NSAG) συνεχίστηκαν στο μεγαλύτερο μέρος των διοικητικών περιφερειών, με τους αμάχους να εκτίθενται τακτικά σε βία, εκφοβισμό, μέτρα εξαναγκασμού, ενώ οι εκτοπισμοί συνεχίστηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια του τριμήνου. Οι περιπτώσεις εγκαταλελειμμένων πόλεων και εκβιασμών, επηρέασε τις γεωργικές δραστηριότητες, την επισιτιστική ασφάλεια, την πρόσβαση στις αγορές και το διασυνοριακό εμπόριο, ενώ έγιναν αναφορές για δολοφονίες, απαγωγές για λύτρα, σεξουαλική βία, αναγκαστική φορολογία και εκφοβισμό που έπληξαν γυναίκες, παιδιά, εμπόρους, εκπαιδευτικούς και παραδοσιακούς ηγέτες. Η πρόσβαση στην εκπαίδευση και στις υπηρεσίες υγείας συνέχισε να διαταράσσεται λόγω απειλών, απαγωγών και της παρουσίας ένοπλων δυνάμεων. Οι μη κρατικές ένοπλες ομάδες επέβαλαν τοπικές πόλεις-φαντάσματα,  ad hoc απαγορεύσεις κυκλοφορίας και  «φόρους απελευθέρωσης».[6]

 

Επομένως στην βάση των πιο πάνω διαπιστώνεται ότι υφίσταται εσωτερική ένοπλη σύρραξη στο Καμερούν, η πρώτη και αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 15 στοιχείο γ) της οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Παράλληλα όμως θα πρέπει να υφίσταται και αδιάκριτη βία σε τέτοιο υψηλό βαθμό - όρος που σημαίνει ότι μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτων των προσωπικών τους περιστάσεων, ως ένας γενικότερος κίνδυνος βλάβης κατά αμάχου - που η απλή παρουσία αμάχου στην περιοχή θα συνιστά πραγματικό κίνδυνο να υποστεί ουσιώδη βλάβη. Στη σκέψη 30 της απόφασης Diakité, το ΔΕΕ επισήμανε τα εξής: «Επιπλέον, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η ύπαρξη εσωτερικής ένοπλης συρράξεως μπορεί να συνεπάγεται την παροχή της επικουρικής προστασίας μόνο στο μέτρο που οι συγκρούσεις μεταξύ των τακτικών δυνάμεων ενός κράτους και ενός ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων ή μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων θεωρούνται κατ' εξαίρεση ότι συνεπάγονται σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του αιτούντος την επικουρική προστασία, υπό την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γ), της οδηγίας 2004/83, διότι ο βαθμός της αδιάκριτης ασκήσεως βίας που τις χαρακτηρίζει είναι τόσο μεγάλος ώστε υπάρχουν σοβαροί και βάσιμοι λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να υποστεί την εν λόγω απειλή (βλέπε, υπό την έννοια αυτή, Elgafaji, σκέψη 43)»[7].

 

Στη σκέψη 35 της απόφασης Elgafaji, το Δικαστήριο ανάφερε το εξής: «Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ', της οδηγίας».[8]

 

Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε πρόσφατες (έγκυρες) πηγές πληροφόρησης για τη χώρα της αιτήτριας, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί σε αυτήν όσον αφορά την κρίση στις Αγγλόφωνες περιοχές και συγκεκριμένα στη νοτιοδυτική Περιφέρεια (South-West Region) του Καμερούν, όπου ανήκει γεωγραφικά και η πόλη Limbe όπου ζούσε η αιτήτρια, το οποίο θεωρείται το μέρος τελευταίας διαμονής της, για να διαπιστωθεί κατά πόσον υφίσταται σε τέτοιο υψηλό βαθμό αδιάκριτη βία. Από την εν λόγω έρευνα, καταγράφονται τα ακόλουθα:

Ως προς τα αριθμητικά δεδομένα, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην Νοτιοδυτική περιφέρεια (Southwest region) του Καμερούν, όπου βρίσκεται η πόλη Limbe, τόπος συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 25/08/2026), καταγράφηκαν 1,341 περιστατικά πολιτικής βίας[9] τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 852 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[10] Επισημαίνεται ότι, στην πόλη Limbe, το ανωτέρω χρονικό διάστημα, καταγράφηκαν στην εν λόγω βάση δεδομένων 2 περιστατικά πολιτικής βίας χωρίς οποιεσδήποτε καταγεγραμμένες απώλειες.[11]

Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός στην ευρύτερη νοτιοδυτική περιφέρεια ανερχόταν στα 2,098,500 (2025) κατοίκους[12] και στην πόλη Limbe εκτιμάται ότι ανέρχεται στις 126,142 (2026).[13] Επομένως καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων από περιστατικά ασφαλείας στην εν λόγω περιοχή δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της ευρύτερης περιφέρειας, έτσι ώστε να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής της εκεί, η Αιτήτρια θα κινδυνέψει ως άμαχος πολίτης αποκλειστικά λόγω της φυσικής της παρουσίας στην εν λόγω περιοχή.

Ως εκ των ανωτέρω, συμπεραίνεται ότι οι ένοπλες συγκρούσεις στο Καμερούν δεν έχουν φτάσει σε σημείο που να στοχοποιούνται αδιακρίτως άμαχοι πολίτες μόνο και μόνο λόγω της παρουσίας τους στην Αγγλόφωνη περιοχή και συγκεκριμένα στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια της χώρας. Λαμβάνοντας υπόψη την απουσία προσωπικών υποκειμενικών εξατομικευμένων στοιχείων στο προφίλ της αιτήτριας, η αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, γίνεται στη βάση της κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει. Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα δεδομένα όσον αφορά την κατάσταση ασφαλείας στην Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, συνάγεται εύλογα και με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι η φύση και η έκταση της κρίσης σε συνδυασμό με το προφίλ της αιτήτριας δεν συνιστούν ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι θα κινδυνεύσει ως άμαχος πολίτης, σε περίπτωση επιστροφής στην περιοχή της, η κατάσταση της οποίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κατάσταση αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Επιπρόσθετα, η πιο πάνω αναφορά περί του ότι στις Αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος να θιγεί προσωπικά άμαχος κατά την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας επιβεβαιώνεται και από άλλες αξιόπιστες πηγές.

Κατ' αρχήν, αξίζει να σημειωθεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (International Organization for Migration- IOM) έχουν θέσει σε εφαρμογή ένα κοινό πρόγραμμα το οποίο διευκολύνει την εθελούσια επιστροφή πολιτών του Καμερούν στη χώρα καταγωγής τους, καθώς επίσης παρέχει υποστήριξη στους επιστραφέντες με στόχο την ομαλή επανένταξή τους στη ζωή τους στο Καμερούν.[14] Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει δημοσιεύσει ο IOM από τον Ιούνιο του 2017 έως το 2021 έλαβαν βοήθεια κατά την εθελούσια επιστροφή τους και τη διαδικασία επανένταξής τους 5.450 Καμερουνέζοι πολίτες.[15]

Βάσει των ανωτέρω πληροφορίων περί εμπλοκής του ΙΟΜ στην διαδικασία εθελούσιας επιστροφής και του μεγάλου αριθμού των Καμερουνέζων που έχουν ωφεληθεί από το πρόγραμμα, προκύπτει ότι σε ένα γενικό πλαίσιο η επιστροφή στο Καμερούν δεν είναι αδύνατη και αφ' εαυτής επικίνδυνη για ένα άμαχο πολίτη να επιστρέψει στην χώρα.

Επομένως, η Νοτιοδυτική Περιφέρεια του Καμερούν δεν φαίνεται να πλήττεται σε τέτοιο βαθμό από συγκρούσεις και περιστατικά βίας, τα οποία να ανάγονται σε τόσο υψηλό επίπεδο, ώστε να θεωρούνται, βάσει και της αξιολόγησης της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της αιτήτριας και τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έγιναν αποδεκτά, ως παρατέθηκε ανωτέρω, ότι πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ως αυτό ερμηνεύθηκε από τις αποφάσεις C-465/07 - Elgafaji και C‑285/12 - Diakite του ΔΕΕ, ως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Πέραν τούτου, λαμβάνοντας υπόψιν και το προσωπικό προφίλ της αιτήτριας, διαπιστώνω ότι απουσιάζουν ιδιαίτερες επιβαρυντικές περιστάσεις, δεδομένου ότι η αιτήτρια συνιστά ενήλικα, υγιή, με υψηλό μορφωτικό επίπεδο και εργασιακή πείρα, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας. Συμπερασματικά, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι η αιτήτρια θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της και συγκεκριμένα στην Νοτιοδυτική Περιφέρεια, στην πόλη Limbe.

Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό και τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έγιναν αποδεκτά, κρίνεται ότι η περίπτωση της αιτήτριας δεν εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα ως ορίζονται στα άρθρα 3-3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου, εφόσον η αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιο από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3(1) του πιο πάνω Νόμου. Συνακόλουθα, η αιτήτρια  δεν επικαλέστηκε κανένα ουσιώδη λόγο που να πιστεύεται, και ούτε προκύπτει (ως αναλύθηκε ανωτέρω), ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς της, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ώστε να της δοθεί συμπληρωματική προστασία.

Επομένως, κρίνω ότι ορθώς κρίθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου ότι δεν μπορούσε να της παρασχεθεί ούτε προσφυγικό καθεστώς αλλά ούτε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Ακολούθως, θα προχωρήσω να εξετάσω τον ισχυρισμό του συνηγόρου της αιτήτριας για πλάνη περί τα πράγματα.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό του συνηγόρου της αιτήτριας για πλάνη περί τα πράγματα, δεν μπορώ να εντοπίσω σημείο στην διαδικασία έκδοσης της προσβαλλόμενης δια της παρούσης πράξης στο οποίο να εμφιλοχώρησε πλάνη περί τα πράγματα σύμφωνα με το άρθρο 46 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμο Ν. 158 (Ι)/1999 και συνεπεία της οποίας η απόφαση των καθ' ων η αίτηση να μπορεί να θεωρηθεί πάσχουσα συνεπεία τέτοιας πλάνης περί των γεγονότων. Οι καθ' ων η αίτηση υπήγαγαν τα γεγονότα της αιτήτριας στις σχετικές διατάξεις της οικείας νομοθεσίας και η κρίση τους είναι ορθή. Συνακόλουθα, ουδεμία πλάνη διαπιστώνεται εν προκειμένω και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της αιτήτριας επίσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Θα προχωρήσω με την εξέταση του ισχυρισμού περί ελλιπούς και/ή ανεπαρκούς αιτιολόγησης της προσβαλλόμενης απόφασης. Δεν διαπιστώνω παραβίαση του άρθρου 26 του Ν. 158 (ι)/1999. Εν αντιθέσει, στην βάση των σχετικών με τις προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος  διεθνούς προστασίας διατάξεων, παρατηρώ ότι στην σχετική Έκθεση του αρμόδιου λειτουργού όσο και στην απόφαση των καθ' ων η αίτηση αναφέρονται επαρκώς οι λόγοι, νομικοί και πραγματικοί, για τους οποίους απορρίφθηκε η επίδικη αίτηση ασύλου. Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό που προβάλει ο συνήγορος της αιτήτριας περί  παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι όπως έχει ήδη αναλυθεί ανωτέρω, παρά την αποδοχή του ισχυρισμού περι στοχοποίησης του πατέρα της, δεν προέκυψαν στοιχεία από τα οποία μπορεί ευλόγως να συναχθεί ότι η εν λόγω στοχοποίηση επεκτάθηκε ή ενδέχεται να επεκταθεί και στην ίδια λόγω της συγγενικής της σχέσης με αυτόν. Επομένως, η αιτήτρια δεν είχε προβάλει οποιοδήποτε ισχυρισμό για να τεκμηριώσει ότι ενδέχεται σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα της να κινδυνεύσει με οποιοδήποτε τρόπο, που να δικαιολογούσε την μη επιστροφή της κατ΄ επίκληση της αρχής της μη επαναπροώθησης. Πρόσθετα, το παρόν Δικαστήριο, προέβη σε εξέταση της γενικότερης κατάστασης ασφαλείας που επικρατεί στον τόπο τελευταίας διαμονής της, και διαπιστώθηκε ότι δεν υφίσταται οποιοσδήποτε κίνδυνος σε περίπτωση επιστροφής της αιτήτριας.  Επομένως, ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, ο ισχυρισμός που προβάλει ο συνήγορος της αιτήτριας περί  παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου και αφού εξέτασα, τόσο τη νομιμότητα, όσο και την ουσία της υπό αναφορά υπόθεσης, καταλήγω ότι το αίτημα της Αιτήτριας εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτησή της.

Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας.

 

 

                                                                                 Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] ΔΕΕ, C-465/07, Meki Elgafali και Noor Elgafali κατά Staatssecretaris van Justitie, ημερομηνίας 17/2/2009

https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:62007CJ0465&from=EN

[2]  EASO, (EUAA, European Union Agency for Asylum), Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ), Δικαστική Ανάλυση (2014), σ. 28

https://euaa.europa.eu/sites/default/files/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf 

[3] The Conversation, Cameroon's conflict is part of a bigger trend: negotiations are losing ground to military solutions, 19 Αυγούστου 2025, https://theconversation.com/cameroons-conflict-is-part-of-a-bigger-trend-negotiations-are-losing-ground-to-military-solutions-261697[Ημερομηνία πρόσβασης 07/09/2026]

[4]Global Centre for the Responsibility to Protect, Cameroon, 16 March 2026, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/[Ημερομηνία πρόσβασης 07/09/2026]

[5] Amnesty International, The State of the World's Human Rights – Cameroon 2025, https://www.amnesty.org/en/location/africa/west-and-central-africa/cameroon/report-cameroon/ [Ημερομηνία πρόσβασης 07/09/2026]

[6] UN OCHA, CAMEROON: North-West and South-West Situation Report No.85, January to March 2026, σελ. 2, file:///C:/Users/User/Downloads/NWSW%20SITREP%20-%20January%20to%20March%202026%20final.pdf [Ημερομηνία πρόσβασης 07/09/2026]

[7] ΔΕΕ, C-285/12, Aboubacar Diakite ν. Commissaire general aux refugies et aux apatrides, ημερομηνίας 30/01/2014

https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf;jsessionid=EE88B568A1B6F9256073AA14860957BE?text=&docid=147061&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=2520886

[8] ΔΕΕ, C-465/07, Meki Elgafali και Noor Elgafali κατά Staatssecretaris van Justitie, ημερομηνίας 17/2/2009

[9] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests).

[10] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer  (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Cameroon, Sud-Ouest, Limbe) [Ημερομηνία Πρόσβασης: 08/09/2026]

[11] Ibid

[12] City Population, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/  [Ημερομηνία Πρόσβασης: 07/09/2026]

[13] World Population Review, https://worldpopulationreview.com/cities/cameroon/limbe [Ημερομηνία Πρόσβασης: 07/09/2026]

[14] IΟΜ, UN Migration, Cameroon, https://cameroon.iom.int/en/iom-cameroon [Ημερομηνία πρόσβασης 07/09/2026]

[15] ΙΟΜ, 'Migrant Return and Reintegration: Complex, Challenging, Crucial', n.d.

https://storyteller.iom.int/stories/migrant-return-and-reintegration-complex-challenging-crucial[Ημερομηνία πρόσβασης 07/09/2026]

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο