ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Αρ. Υπόθεσης: 549/23
16 Σεπτεμβρίου, 2026
[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ,Δ ΔΔΔΠ]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
M.M.G
Αιτητής
και
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, μέσω του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Γ. Βασιλόπουλος (κος) Δικηγόρος για Αιτητή
Α. Αναστασιάδη (κα) για Βρυωνίδου, Αναστασιάδη & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Μ. Παπαντωνίου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την υπό εξέταση προσφυγή, ο Αιτητής αιτείται δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερ. 14/9/2022, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 24/1/2023, δια της οποίας οι Καθ' ων απέρριψαν το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και στερείται οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος, διαζευκτικά οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει ορθή και δίκαια υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο.
Με την προσφυγή του ο Αιτητής προσκόμισε τα παρακάτω τεκμήρια:
Ως τεκμήριο 1Α την από 31/5/2019 κλήση προς εμφάνιση στο 13ο αστυνομικό τμήμα Μπορουτζέρντ, με τη μετάφραση αυτού. Ως τεκμήριο 1Β την από 8/6/2019 κλήση προς εμφάνιση στο 13ο αστυνομικό τμήμα Μπορουτζέρντ, με την μετάφραση αυτού. Ως τεκμήριο 1Γ την από 15/6/2019 κλήση προς εμφάνιση στο 13ο αστυνομικό τμήμα Μπορουτζέρντ, με τη μετάφραση αυτού. Ως τεκμήριο 2Α την από 26/6/2019 κλήση προς εμφάνιση στο 4Ο τμήμα του ποινικού Δικαστηρίου της Μπορουτζέρντ, με τη μετάφραση αυτού. Ως τεκμήριο 2Β την από 28/6/2020 κλήση προς εμφάνιση στο 4Ο τμήμα του ποινικού Δικαστηρίου της Μπορουτζέρντ, με τη μετάφραση αυτού. Ως τεκμήριο 2Γ την από 7/8/2019 κλήση προς εμφάνιση στο 4Ο τμήμα του ποινικού Δικαστηρίου της Μπορουτζέρντ, με τη μετάφραση αυτού. Ως τεκμήριο 3Α το από 9/4/2022 ένταλμα σύλληψης του τμήματος εκτέλεσης ποινών του Δικαστηρίου της Μπορουτζέρντ, με τη μετάφραση αυτού. Ως τεκμήριο 4Α, άνευ ημερομηνίας δήλωση του Αιτητή, με τη μετάφραση αυτού. Ως τεκμήριο 5 το από 24/5/2019 Πρακτικό Συνάντησης Συμφιλίωσης του13ου αστυνομικό τμήμα Μπορουτζέρντ, με τη μετάφραση αυτού. Ως τεκμήριο 6 την από 15/1/2022 Απόφαση του 4ου τμήματος του ποινικού Δικαστηρίου της Μπορουτζέρντ, με τη μετάφραση αυτού. Ως τεκμήριο 7 πιστοποιητικό θανάτου της A. G., με τη μετάφραση αυτού. Ως τεκμήριο 8 την από 29/8/2011 Ληξιαρχική Πράξη Γέννησης του M.M.G., με τη μετάφραση αυτού. Ως τεκμήριο 9 Πιστοποιητικό Δεύτερου Γάμου, με τη μετάφραση αυτού. Ως τεκμήριο 10 Πιστοποιητικό Πρώτου Γάμου, με τη μετάφραση αυτού. Ως τεκμήρια 11 και 12 φωτογραφικό υλικό.
Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν ως ακολούθως:
Ο Αιτητής, αφού εισήλθε παρανόμως στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, υπέβαλε στις 5/6/2019 αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας.
Στις 20/11/2021 ο αρμόδιος λειτουργός της Υ.Α. ετοίμασε Έκθεση/Εισήγηση για κλείσιμο του φακέλου λόγω μη προσέλευσης του Αιτητή στην προγραμματισμένη συνέντευξη, η οποία εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υ.Α. στις 22/11/2021, η απόφαση δε αυτή κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 28/12/2021.
Κατόπιν αίτησης του Αιτητή για επανάνοιγμα του φακέλου, πραγματοποιήθηκε η προσωπική του συνέντευξη στις 27/6/2022. Στις 8/9/2022 ο αρμόδιος λειτουργός με την Έκθεση/Εισήγησή του εισηγήθηκε όπως η αίτηση χορήγησης διεθνούς προστασίας απορριφθεί. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υ.Α. στις 14/9/2022 και η σχετική απόφαση με την αιτιολογία αυτής κοινοποιήθηκαν στον Αιτητή στις 24/1/2023.
Στις 20/2/2023 καταχωρήθηκε η υπό εξέταση προσφυγή κατά της απορριπτικής απόφασης των Καθ’ ων.
Ο Αιτητής δια της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του, προβάλλει ως λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης, 1) την έλλειψη δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης και της σχετικής απόφασης επιστροφής, 2) τη παράλειψη εξέτασης των προϋποθέσεων χορήγησης συμπληρωματικής προστασίας και 3) την παραβίαση των αρχών που διέπουν τις διαδικασίες της Υ.Α.
Επί της ουσίας, ο Αιτητής με τους ανωτέρω λόγους παραπονείται για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ως επαγγελματίας στο τομέα της δερματοστιξίας, καθώς και του κινδύνου που διατρέχει από την οικογένεια της αποβιώσασας συντρόφου του, επιφυλάχτηκε δε όπως καταχωρίσει ενώπιον του Δικαστηρίου αντίγραφο της εις βάρος του καταδικαστικής απόφασης που εξεδόθη στη χώρα του. Περαιτέρω, παραπονείται για την αξιολόγηση των προσωπικών του περιστάσεων αλλά και για την παράλειψη εξέτασης των προϋποθέσεων για παροχή συμπληρωματικής προστασίας και ζητά την ακύρωση της εκδοθείσας απόφασης επιστροφής ελλείψει νομίμου βάσεως και αιτιολογίας.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση ήγειρε ένσταση κατά της προσφυγής του Αιτητή, με την οποία απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Αιτητή και αντιτείνει ότι η προσβαλλόμενη λήφθηκε ορθά και νόμιμα.
Στις 19/10/2023 ο Αιτητής κατέθεσε αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας υπό τη μορφή ένορκης δήλωσης στην ελληνική γλώσσα, με επισυναπτόμενα τεκμήρια (Α έως Θ) στην μητρική του γλώσσα (Φαρσί), λόγω αδυναμίας εξεύρεσης ορκωτού μεταφραστή. Οι Καθ’ ων με την γραπτή τους αγόρευση ήγειραν ένσταση επί της εγκυρότητας των εγγράφων λόγω απουσίας μετάφρασης. Ακολούθησε η ακροαματική διαδικασία στις 28/3/2024, όπου ο συνήγορος του Αιτητή απέσυρε την αίτηση.
Στις 12/6/2024 ο Αιτητής καταχώρισε εκ νέου αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας υπό την μορφή ένορκης δήλωσης με επισυναπτόμενα τεκμήρια (Παραρτήματα 1 έως 28) μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα από ιδιώτη μεταφραστή. Κατόπιν ένστασης των Καθ’ ων επί της εγκυρότητας καταχώρισης των τεκμηρίων η αίτηση αποσύρθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία στις 19/9/2024, ενώ το Δικαστήριο, έδωσε οδηγίες όπως τεθούν τα έγγραφα ενώπιον του σε ειδική διαδικασία παρουσία διερμηνέως. Προς το σκοπό αυτό, στις 22/10/2024 εξέδωσε Διάταγμα όπως τα καταχωρημένα τεκμήρια επιστραφούν στον συνήγορο του Αιτητή.
Ακολούθησαν οι ακροαματικές διαδικασίες στις 11/12/2024 και 23/12/2024 κατά τις οποίες κατατέθηκαν τα τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου και επεξηγήθηκε το περιεχόμενό τους από διερμηνέα, παρουσία και των δύο πλευρών, ενώ δόθηκε χρόνος στα μέρη όπως τοποθετηθούν επί των τεκμηρίων.
Στις 9/12/2025 το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη τις ενστάσεις που προέβαλε η συνήγορος των Καθ’ ων και μελέτησε το περιεχόμενο των σχετικών τεκμηρίων έκρινε ότι η προσκόμισή τους είναι αναγκαία για την πληρέστερη διερεύνηση των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή, οι οποίοι χρήζουν περαιτέρω αξιολόγησης, προκειμένου να διαφανεί κατά πόσο συντρέχουν λόγοι ανατροπής του ευρήματος περί αναξιοπιστίας του και να καταστεί δυνατή η ολιστική εξέταση του αιτήματος του και της δυνατότητας παραχώρησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας, λαμβάνοντας υπόψη της ιδιαίτερης σημασίας που αποδίδεται στο πλαίσιο του ενωσιακού δικαίου στο δικαίωμα ακρόασης του Αιτητή και στη δυνατότητά του να παρουσιάσει στοιχεία προς υποστήριξη των ισχυρισμών του.
Συναφώς, με Διάταγμά του παρόντος ημερομηνίας 16/1/2026 έδωσε άδεια όπως καταχωρηθούν τα εν λόγω τεκμήρια με τη μετάφρασή αυτών και επιδοθούν εντός επτά ημερών στους Καθ’ ων, ενώ ζητήθηκε από αμφότερα τα μέρη να τοποθετηθούν επί της ουσίας των εγγράφων μέσω γραπτών αγορεύσεων.
Ο Αιτητής προσκόμισε τα κάτωθι τεκμήρια:
Ως τεκμήριο Β αντίγραφο πιστοποιητικού διαζυγίου, εκδιδούσα αρχή: κρατική οργάνωση εγγραφής του υπουργείου δικαιοσύνης του Ιράν, τμήμα ιδιοκτησίας και τίτλων ιδιοκτησίας της πόλης Μπρουτζέρντ, με τη μετάφραση αυτού.
Ως τεκμήριο Γ, αντίγραφο πιστοποιητικού γάμου ημερομηνίας 3/4/2022, εκδιδούσα αρχή: ληξιαρχείο 56 της πόλης Μπρουτζέρντ, με τη μετάφραση αυτού.
Ως τεκμήριο Δ αντίγραφο πιστοποιητικού θανάτου της Α.Ζ., εκδιδούσα αρχή: ληξιαρχείο Μπρουτζέρντ, με τη μετάφραση αυτού.
Ως τεκμήριο Ε, το από 24/5/2019 Πρακτικό Συνάντησης Συμφιλίωσης του13ου αστυνομικό τμήμα Μπορουτζέρντ, με τη μετάφραση αυτού.
Ως τεκμήριο ΣΤ την από 31/5/2019 κλήση προς εμφάνιση στο 13ο αστυνομικό τμήμα Μπορουτζέρντ, με τη μετάφραση αυτής.
Ως τεκμήριο Ζ, την από 8/6/2019 κλήση προς εμφάνιση στο 13ο αστυνομικό τμήμα Μπορουτζέρντ, με την μετάφραση αυτής.
Ως τεκμήριο Η, την από 15/6/2019 κλήση προς εμφάνιση στο 13ο αστυνομικό τμήμα Μπορουτζέρντ, με τη μετάφραση αυτής.
Ως τεκμήριο Θ, την από 26/6/2019 κλήση προς εμφάνιση στο ποινικό Δικαστηρίου της Μπορουτζέρντ, με τη μετάφραση αυτής.
Ως τεκμήριο Ι, την από 7/8/2019 κλήση προς εμφάνιση στο ποινικό Δικαστηρίου της Μπορουτζέρντ, με τη μετάφραση αυτής.
Ως τεκμήριο ΙΑ, την από 28/6/2020 κλήση προς εμφάνιση στο ποινικό Δικαστηρίου της Μπορουτζέρντ, με τη μετάφραση αυτής.
Ως τεκμήριο ΙΒ, την από 15/1/2022 Απόφαση του 4ου τμήματος του ποινικού Δικαστηρίου της Μπορουτζέρντ, με τη μετάφραση αυτής.
Ως τεκμήριο ΙΓ, το από 1/3/2022 ένταλμα σύλληψης του τμήματος εκτέλεσης ποινών του Δικαστηρίου της Μπορουτζέρντ, με τη μετάφραση αυτού.
Ως τεκμήριο ΙΔ, το από 1/3/2022 ένταλμα εισόδου σε κατοικία του τμήματος εκτέλεσης ποινών του Δικαστηρίου της Μπορουτζέρντ, με τη μετάφραση αυτού.
Ως τεκμήριο ΙΕ, το από 9/4/2022 ένταλμα σύλληψης του τμήματος εκτέλεσης ποινών του Δικαστηρίου της Μπορουτζέρντ, με τη μετάφραση αυτού.
Ως τεκμήριο ΙΣΤ, αντίγραφο αναφοράς του τμήματος άμεσης δράσης της αστυνομίας της Μπορουτζέρντ, με τη μετάφραση αυτού.
Ως τεκμήριο ΙΖ, αντίγραφα αποδείξεων πληρωμής του νοσοκομείου Dr Chamran, με τη μετάφραση αυτών.
Ως τεκμήριο ΙΗ, αντίγραφο ένορκης δήλωσης ενώπιον του εισαγγελέα της Μπορουτζέρντ, με τη μετάφραση αυτού.
Ως τεκμήριο ΙΘ, αντίγραφο καταγγελίας προς την Εισαγγελία του Γενικού και Επαναστατικού Δικαστηρίου Μπορουτζέρντ, ημερομηνίας 8/5/2023 με τη μετάφραση αυτού.
Ως τεκμήριο Κ, αντίγραφο αναφοράς της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας της Μπορουτζέρντ, ημερομηνίας 8/5/2023, με τη μετάφραση αυτού.
Ως τεκμήριο ΚΑ, αντίγραφο καταγγελίας προς την Εισαγγελία του Γενικού και Επαναστατικού Δικαστηρίου Μπορουτζέρντ, ημερομηνίας 13/5/2023 με τη μετάφραση αυτού.
Ως τεκμήριο ΚΒ, αντίγραφο καταγγελίας προς την Εισαγγελία του Γενικού και Επαναστατικού Δικαστηρίου Μπορουτζέρντ, ημερομηνίας 15/5/2023 με τη μετάφραση αυτού.
Ως τεκμήριο ΚΓ, αντίγραφο αναφοράς της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας της Μπορουτζέρντ, ημερομηνίας 22/5/2023, με τη μετάφραση αυτού.
Ως τεκμήριο ΚΔ, αντίγραφο αναφοράς του τμήματος άμεσης δράσης της αστυνομίας της Μπορουτζέρντ, με τη μετάφραση αυτού.
Ως τεκμήριο ΚΕ, αντίγραφο καταγγελίας προς την Εισαγγελία του Γενικού και Επαναστατικού Δικαστηρίου Μπορουτζέρντ, ημερομηνίας 3/4/2024 με τη μετάφραση αυτού.
Ως τεκμήριο ΚΣΤ, αντίγραφο καταγγελίας προς την Εισαγγελία του Γενικού και Επαναστατικού Δικαστηρίου Μπορουτζέρντ, ημερομηνίας 19/8/2024 με τη μετάφραση αυτού.
Ως τεκμήριο ΚΖ, αντίγραφο καταγγελίας προς την Εισαγγελία του Γενικού και Επαναστατικού Δικαστηρίου Μπορουτζέρντ, ημερομηνίας 19/8/2024 με τη μετάφραση αυτού.
Κατά την ακροαματική διαδικασία στις 23/4/2026, ο συνήγορος του Αιτητή αγόρευσε υπέρ της αναγνώρισής του ως πρόσφυγα, προβάλλοντας ότι διατρέχει κίνδυνο δίωξης τόσο από τις ιρανικές αρχές όσο και από την οικογένεια της αποθανούσας συντρόφου του, λόγω της επαγγελματικής του δραστηριότητας και της φερόμενης παραβίασης των ηθικών και κοινωνικών κανόνων που επικρατούν στο Ιράν. Προς υποστήριξη της θέσης του, επικαλέστηκε τα προσκομισθέντα τεκμήρια, τα οποία, κατά την εισήγησή του, καταδεικνύουν τη δίωξη που υφίσταται ο Αιτητής, επισημαίνοντας την απουσία αντίκρουσης τους εκ μέρους των Καθ’ ων, καθώς και την αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του ως προς τον ήδη αποδεκτό ισχυρισμό περί της ιδιότητάς του ως επαγγελματία καλλιτέχνη δερματοστιξίας. Επικουρικώς, υποστήριξε ότι, σε κάθε περίπτωση, πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 19(2)(β) για τη χορήγηση καθεστώτος επικουρικής προστασίας. Πρόσθεσε δε ότι οι αρχές της χώρας καταγωγής του δεν μπορούν να του παρέχουν προστασία.
Από τη μεριά της η συνήγορος των Καθ’ ων υιοθέτησε την αγόρευσή της, χωρίς να τοποθετηθεί επί της αξιοπιστίας των προσκομισθέντων εγγράφων. Στην δε αγόρευσή της (η οποία αφορά την ένσταση για κατάθεση μαρτυρίας) υποστηρίζει ότι τα τεκμήρια που έχει καταθέσει ο Αιτητής δεν αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς του ιδίου αλλά και ούτε έχουν ιδιαίτερη αποδεικτική ισχύ.
Ισχυρισμοί Αιτητή στην Υπηρεσία Ασύλου
Θα προχωρήσω εξετάζοντας τους ισχυρισμούς του Αιτητή ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου οι οποίοι συμπεριλαμβάνονται στο περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο, εκτός της νομιμότητας, και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν, και την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου (βλ. άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(I)/2018).
Κατά την καταγραφή της αίτησης του για χορήγηση διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας της σύλληψης και της ποινής του μαστιγώματος που επιβλήθηκαν στον αδερφό του λόγω κατανάλωσης αλκοόλ, καθώς και κάποιων προβλημάτων που προξένησαν και στον ίδιο, κάνοντάς τον να νιώσει ανασφάλεια. Επιπλέον, ανέφερε ότι ο θάνατος της συζύγου του επηρέασε τη ψυχολογία του, έτσι ήρθε στην Δημοκρατία για μια νέα αρχή (ερ. 24 δ.φ.).
Κατά την προσωπική του συνέντευξη δήλωσε ότι κατάγεται από τη Borujerd του Ιράν, πόλη που αποτελεί και το συνήθη τόπο διαμονής στη χώρα καταγωγής του. Σιίτης μουσουλμάνος, εθνοτικής καταγωγής Lor, απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και υγιής. Σε σχέση με την οικογενειακή του κατάσταση δήλωσε ότι παντρεύτηκε δύο φορές, με την μεν πρώτη σύζυγό του που απέκτησαν ένα τέκνο, χώρισαν το 2012, η δε δεύτερη σύζυγός του απεβίωσε το 2015. Το τέκνο του, γεννηθέν το 2011, διαβιεί με τη μητέρα του Αιτητή στη Borujerd. Η πατρική του οικογένεια αποτελείται από τους γονείς του και 3 αδέρφια, όλοι τους διαμένοντες στη Borujerd. Σε σχέση με την εργασία του δήλωσε ότι από το 2006 και μέχρι να εγκαταλείψει τη χώρα του εργαζόταν ως καλλιτέχνης δερματοστιξίας, χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα, εξηγώντας ότι πραγματοποιούσε τατουάζ σε φιλικά του πρόσωπα μόνο, καθώς το επάγγελμα του θεωρείται παράνομο (ερ. 91 έως 89 δ.φ.).
Εγκατέλειψε αεροπορικώς τη χώρα του στις 28/5/2019, κάνοντας χρήση πλαστών εγγράφων, καθώς λόγω ανεκπλήρωτων στρατιωτικών υποχρεώσεων αδυνατούσε να εκδώσει διαβατήριο (ερ. 89/2Χ και 88/1Χ δ.φ.).
Σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του αναφέρθηκε στον κίνδυνο που αντιμετώπιζε από την οικογένεια της συντρόφου του και στην αναζήτησή του από τις αρχές, λόγω παραβίασης των ηθικών κανόνων που επικρατούν στο Ιράν. Ειδικότερα, ανέφερε ότι με τη σύντροφό του γνωρίστηκαν στο εργαστήρι δερματοστιξίας που διατηρούσε. Σταδιακά, ανέπτυξαν επικοινωνία η οποία οδήγησε σε ερωτική σχέση. Μερικούς μήνες αργότερα, επισκέφτηκαν την οικογένεια της, με σκοπό να την ζητήσει σε γάμο. Κατά τη συνάντησή τους, ο Αιτητής απέκρυψε την επαγγελματική του ιδιότητά, καθώς επρόκειτο για ιδιαιτέρως θρησκευόμενη οικογένεια, ωστόσο, όταν αναφέρθηκε στον προηγούμενο οικογενειακό του στάτους τον έδιωξαν από την οικεία τους. Ο Αιτητής συνέχισε να διατηρεί επαφή με την κοπέλα για τον επόμενο μήνα, ώσπου τον ενημέρωσε ότι κάποιος άλλος θέλει να την παντρευτεί και ότι αποκάλυψε στους γονείς της ότι είχε σεξουαλική επαφή με τον Αιτητή. Την επόμενη ημέρα, κάλεσαν τον Αιτητή και ο αδερφός της τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει. Ο Αιτητής, φοβούμενος, μετέβη στον θείο του στην Τεχεράνη. Εκεί, ενημερώθηκε από τη μητέρα του ότι η αστυνομία τον αναζητούσε στην οικεία του, λόγω του θανάτου της συντρόφου του, κατόπιν καταγγελίας της οικογένειάς της. Ο Αιτητής εγκατέλειψε τελικά το Ιράν με τη βοήθεια του θείου του (ερ. 88/2Χ και 87/1Χ δ.φ.).
Σε σχέση με τον μελλοντικό του φόβο δήλωσε ότι θα βρεθεί αντιμέτωπος με την θανατική ποινή, καθώς η οικογένεια της κοπέλας τον κατήγγειλε στις αρχές για βιασμό και δυσφήμιση (ερ. 87/1Χ δ.φ.).
Όσον αφορά την διαφοροποίησή των ισχυρισμών του κατά τη συνέντευξη σε σχέση με αυτούς που προέβαλε κατά την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής εξήγησε ότι τελούσε υπό φόβο γνωστοποίησης των στοιχείων στο Ιρανικό προξενείο (ερ. 87/2Χ δ.φ.).
Ερωτηθείς για την ύπαρξη τυχόν υποστηρικτικών εγγράφων, όπως είχε δηλώσει κατά την αίτηση του για επανάνοιγμα του φακέλου, απάντησε ότι δεν τα έχει ακόμα στην κατοχή του, λόγω της καθυστέρησης έκδοσής τους από τις αρχές, ενώ όταν του ζητήθηκε να διευκρινίσει τον τρόπο που έλαβε γνώση της καταγγελίας παρά την μη κοινοποίηση κάποιου εγγράφου, απάντησε ότι κατά την ημέρα που η αστυνομία τον αναζητούσε στην οικία του, μέλη της οικογένειας της συντρόφου του μαχαίρωσαν τον πατέρα του και αφού πήγαν στο αστυνομικό τμήμα τον ενημέρωσαν για τον θάνατο της κοπέλας και την σχέση της με τον Αιτητή. Παράλληλα ο Αιτητής δήλωσε ότι βρίσκεται σε επικοινωνία με τον δικηγόρο του που έχει αναλάβει την υπόθεση (ερ.87/2X και 86/1Χ δ.φ.).
Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις που τέθηκαν στον Αιτητή σχετικά με το επάγγελμά του δήλωσε ότι ξεκίνησε να απασχολείται με τη δερματοστιξία από το 2006 (ερ. 86/2Χ δ.φ.) και διατηρούσε δικό του εργαστήρι εντός διαμερίσματος στην πόλη Borujerd (ερ. 85/1Χ δ.φ.). Η οικογένειά του, που ήταν και τα μόνα πρόσωπα που γνώριζαν το επάγγελμά του, το είχαν αποδεχτεί, ενώ ο ίδιος αναλάμβανε μόνο πρόσωπα που γνώριζε (ερ. 85/2Χ δ.φ.). Επιπλέον, ανέφερε ότι η δερματοστιξία απαγορεύεται και δεν εκδίδονται άδειες για τέτοιου είδους επιχειρήσεις, ότι στην πόλη του δραστηριοποιούνταν και άλλοι καλλιτέχνες, κάτι που αντιλαμβανόταν από τους ανθρώπους που έφεραν τατουάζ και ότι τα πρόσωπα αυτά κατά κύριο λόγο δεν μπορούσαν να εργαστούν για την κυβέρνηση (ερ. 84/1Χ δ.φ.).
Σχετικά με τη σύντροφό του δήλωσε ότι την γνώρισε το 2018, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει την ημερομηνία, όταν μέσω της κουνιάδας του εμφανίστηκε στο εργαστήρι του για τατουάζ και περί τον ένα μήνα αργότερα συνήψαν σχέση (ερ. 84/2Χ δ.φ.), περιγράφοντας τη σχέση τους ως κάτι φανταστικό και αναφέροντας ότι ήταν το μόνο πρόσωπο που αγάπησε μετά τον θάνατο της συζύγου του (ερ. 83/1χ δ.φ.). Περαιτέρω, ανέφερε οι συναντήσεις τους λάμβαναν χώρα περί τις 4-5 φορές τον μήνα είτε στο εργαστήρι του είτε εκτός της πόλης, σε χώρο αναψυχής στην περιοχή Gulash για λόγους προφύλαξης, ενώ κανένα άλλο πρόσωπο δεν γνώριζε για τη σχέση, καθώς φοβόταν ότι, εάν το πληροφορούνταν οι γονείς της, θα της απαγόρευαν να τον συναντά. Εκείνη εργαζόταν σε κέντρο αισθητικής, ήταν 33 ετών και τον προσέλκυσε επειδή ήταν ευγενική, ειλικρινής και τον κατανοούσε. (ερ. 83/1Χ και 83/2Χ δ.φ.).
Μετά την πάροδο επτά με οκτώ μηνών σχέσης, ο Αιτητής αποφάσισε να ζητήσει τη σύντροφό του σε γάμο και μετέβη στην οικία της μαζί με τους γονείς και τον αδελφό του. Η οικογένειά της αρχικά εμφανίστηκε θετική, πλην όμως ο πατέρας της τον ρώτησε για το επάγγελμα και το παρελθόν του. Ο Αιτητής απέκρυψε ότι εργαζόταν ως καλλιτέχνης δερματοστιξίας και δήλωσε ότι απασχολούνταν στον κατασκευαστικό τομέα. Όταν, ακολούθως, αποκάλυψε ότι είχε υπάρξει έγγαμος και είχε έναν υιό, ο πατέρας της άλλαξε στάση, προέβη σε προσβλητικά σχόλια, απέρριψε την πρόταση γάμου και απομάκρυνε τον ίδιο και την οικογένειά του από την οικία. Παρά την απόρριψη, ο Αιτητής και η σύντροφός του συνέχισαν να επικοινωνούν και να συναντιούνται (ερ. 82/1Χ και 82/2Χ δ.φ.).
Ακολούθως, η σύντροφός του τον ενημέρωσε ότι συγγενικό της πρόσωπο είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον να τη νυμφευθεί. Εκείνη αποκάλυψε στη μητέρα της ότι διατηρούσε μαζί του σεξουαλική σχέση, προκειμένου να μπορέσει να απορρίψει την άλλη πρόταση γάμου, γεγονός που στη συνέχεια γνωστοποιήθηκε στον πατέρα και τον αδελφό της και προκάλεσε την έντονη αντίδρασή τους. Ο ίδιος ανέφερε ότι η σύντροφός του δεν είχε προηγούμενη σχέση και ήταν παρθένα, ενώ δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με ακρίβεια πότε ενημέρωσε τη μητέρα της. (ερ. 82/2Χ και 81/1Χ-2Χ δ.φ.).
Ως προς την τελευταία τους επικοινωνία, ο Αιτητής δήλωσε ότι έλαβε χώρα στις 24/05/2019, μία ημέρα πριν μεταβεί στην Τεχεράνη. Την επομένη, ο αδελφός της συντρόφου του τον κάλεσε από το τηλέφωνό της, τον εξύβρισε και τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει. Έκτοτε, ο Αιτητής δεν επιχείρησε να επικοινωνήσει εκ νέου μαζί της, επειδή φοβήθηκε, συγκέντρωσε τα έγγραφά του και μετέβη στην Τεχεράνη, όπου παρέμεινε για δύο ημέρες στην οικία του θείου του πριν αναχωρήσει από τη χώρα. Διευκρίνισε, τέλος, ότι μέχρι τη μετάβασή του στην Τεχεράνη η οικογένεια της συντρόφου του δεν είχε ενοχλήσει με άλλον τρόπο ούτε τον ίδιο ούτε την οικογένειά του (ερ. 80/1Χ-2Χ δ.φ.).
Ενώ βρισκόταν στην οικία του θείου του στην Τεχεράνη, ο Αιτητής ενημερώθηκε τηλεφωνικώς από τη μητέρα του ότι η αστυνομία είχε μεταβεί στην οικία τους και τον αναζητούσε, κατόπιν καταγγελίας της οικογένειας της συντρόφου του, η οποία είχε εντοπιστεί νεκρή. Κατά την εν λόγω μετάβαση, μέλη της οικογένειάς της λογομάχησαν με τον πατέρα του Αιτητή και, μετά από συμπλοκή, τον τραυμάτισαν με μαχαίρι στο χέρι. Ερωτηθείς για την ημερομηνία θανάτου της συντρόφου του, απάντησε ότι συνέβη στις 22/4/2019 και όταν του αντιπαραβλήθηκε ότι προηγουμένως είχε δηλώσει ότι η τελευταία τους επικοινωνία έλαβε χώρα στις 24/4/2019, το απέδωσε στην αδυναμία του να συγκρατεί ημερομηνίες (ερ. 79/1Χ δ.φ.).
Ως προς τις συνθήκες του θανάτου της, ανέφερε ότι, σύμφωνα με όσα μετέφερε στον ίδιο ο πατέρας του, η αστυνομία είχε πληροφορήσει την οικογένειά του ότι ο Αιτητής διατηρούσε σχέση με την αποβιώσασα, ότι τη βίασε και ότι η ίδια είχε αποβιώσει, ενώ η σχέση τους προέκυψε από μηνύματα που εντοπίστηκαν στα κινητά τους τηλέφωνα. Ο Αιτητής υποστήριξε ότι η καταγγελία υποβλήθηκε μετά τον θάνατό της και αφορούσε την απώλεια της παρθενίας της, τον βιασμό, την προσβολή της οικογενειακής τιμής, την παραπλάνησή της και την επαγγελματική του δραστηριότητα ως καλλιτέχνη δερματοστιξίας. Διευκρίνισε ότι η αστυνομία έλαβε γνώση του επαγγέλματός του από τη δερματοστιξία της συντρόφου του και από φωτογραφία της εντός του εργαστηρίου του (ερ. 79/2Χ, 78/1Χ και 77/1Χ δ.φ.).
Ο πατέρας του Αιτητή προέβη σε καταγγελία για τον τραυματισμό του, πλην όμως, την ανακάλεσε, θεωρώντας ότι ήταν δυνατόν να επιτευχθεί συνεννόηση με την οικογένεια της συντρόφου του. Ο Αιτητής δήλωσε ότι μπορούσε να προσκομίσει τα σχετικά έγγραφα εντός μίας εβδομάδας. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, μετά την υποβολή της καταγγελίας εις βάρος του, ο φάκελος διαβιβάστηκε στο δικαστήριο, το οποίο απέστειλε στην οικία του τέσσερις κλήσεις προς εμφάνιση, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει περαιτέρω πληροφορίες. Πρόσθεσε ότι είχε αναθέσει την υπόθεση σε δικηγόρο στο Ιράν, ο οποίος εξακολουθούσε να την παρακολουθεί, και ότι θα του αποστείλει τα σχετικά έγγραφα μόλις τα παραλάμβανε (ερ. 78/1Χ-2Χ και 77/1Χ δ.φ.).
Σύμφωνα με ενημέρωση που είχε από τον δικηγόρο του η υπόθεση αφορούσε την οικογενειακή τιμή, την απώλεια της παρθενίας της συντρόφου του και τον βιασμό, ενώ η οικογένειά της τον κατηγορούσε επιπλέον ότι την είχε σκοτώσει. Ο φάκελος παρέμενε ανοικτός, χωρίς να έχει εκδοθεί απόφαση, και η δικαστική διαδικασία αναβαλλόταν και επαναοριζόταν, ενώ κατά την ανάγνωση της συνέντευξης ο Αιτητής πρόσθεσε ότι είχε εκδοθεί και ένταλμα σύλληψης εις βάρος του. Ως προς τον θάνατο της συντρόφου του, ανέφερε ότι ο δικηγόρος του τον πληροφόρησε πως, κατά τη διάρκεια διαπληκτισμού με τον αδελφό της, εκείνος την έσπρωξε, με αποτέλεσμα να πέσει και να χτυπήσει το κεφάλι της στο έδαφος. Όταν ζητήθηκε από τον Αιτητή να εξηγήσει τους λόγους που κατηγορούνταν ο ίδιος για το θάνατό της παρά τις ως άνω δηλώσεις, απάντησε ότι δεν γνωρίζει (ερ. 77/1Χ-2Χ δ.φ.).
Ακολούθως, ο Αιτητής δήλωσε ότι είχε επικοινωνήσει τελευταία φορά με τον δικηγόρο του είκοσι ημέρες πριν από τη συνέντευξη και ότι ανέμενε να του αποσταλεί η απόφαση του φακέλου του. Ωστόσο, ανέφερε επίσης ότι μέχρι τότε ο δικηγόρος του δεν είχε λάβει οποιοδήποτε δικαστικό έγγραφο και δεν του είχε παράσχει περαιτέρω εξηγήσεις για την υπόθεση (ερ. 76/1Χ δ.φ.).
Σε σχέση με τη μεταχείριση της οικογένειάς του μετά την αναχώρησή του από τη χώρα, ο Αιτητής ανέφερε ότι μέλη της οικογένειας της συντρόφου του μετέβαιναν στην οικία του πατέρα του και έσπασαν δύο φορές τα παράθυρα, ενώ όταν συναντούσαν τον πατέρα του στον δρόμο τον εξύβριζαν και τον απειλούσαν. Τα περιστατικά δεν καταγγέλθηκαν στην αστυνομία, επειδή η οικογένειά του φοβόταν ότι θα έβλαπταν τον υιό του, ενώ το τελευταίο εξ αυτών είχε σημειωθεί τέσσερις με πέντε μήνες πριν από τη συνέντευξη (ερ. 76/2Χ δ.φ.).
Τέλος, ο Αιτητής δήλωσε ότι, σε περίπτωση επιστροφής, φοβάται τόσο την οικογένεια της συντρόφου του όσο και τις ποινικές συνέπειες της υπόθεσης. Εξήγησε ότι δεν επιθυμεί να παρουσιαστεί ενώπιον του δικαστηρίου λόγω της απώλειας της παρθενίας της, εκτιμώντας, ότι η σχετική ποινή ανέρχεται σε δέκα έως δεκαπέντε έτη φυλάκισης. Ο δικηγόρος του τον είχε συμβουλεύσει ότι, εάν επέστρεφε, θα φυλακιζόταν για την απώλεια της παρθενίας της κοπέλας και για την ιδιότητά του ως καλλιτέχνης δερματοστιξίας (ερ. 75/1Χ-2Χ δ.φ.).
Σχετικά με την δυνατότητά του να εγκατασταθεί σε κάποια άλλη περιοχή του Ιράν, επί παραδείγματι στην Τεχεράνη, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, εξηγώντας ότι η οικογένεια της κοπέλας εξακολουθεί να τον αναζητεί και θα μπορούσε να τον εντοπίσει οπουδήποτε και να τον σκοτώσει (ερ. 74/1Χ δ.φ.).
Κατά την αξιολόγηση της αίτησης, οι Καθ’ ων σχημάτισαν τους κάτωθι τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς επί τη βάσει των δηλώσεων του Αιτητή. 1) Ταυτότητα, προφίλ και χώρα καταγωγής του Αιτητή, 2) Ο Αιτητής ήταν καλλιτέχνης δερματοστιξίας στη χώρα του και 3) Ο Αιτητής διατηρούσε σχέση με κάποιο κορίτσι, οι γονείς της οποίας τον κατήγγειλαν στην αστυνομία ως υπαίτιο για το θάνατό της και λόγω του ότι εργαζόταν ως καλλιτέχνης δερματοστιξίας.
Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός στο σύνολό του, καθώς οι Καθ’ ων έκριναν πως οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή ήταν σαφείς, συγκεκριμένες και συνεπείς με το προσκομισθέν πιστοποιητικό γέννησης, καθώς και με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης για την χώρα καταγωγής του.
Παρομοίως και ο δεύτερος σχετικά με την ιδιότητά του ως καλλιτέχνης δερματοστιξίας έγινε αποδεκτός από τους Καθ’ ων, καθώς έκριναν ότι παρείχε επαρκείς, σαφείς και συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με την εργασία του, την καθημερινότητά του, την εκπαίδευσή και τον εξοπλισμό που διέθετε και τον τρόπο που ερχόταν σε επαφή με νέους πελάτες, οι δε δηλώσεις που αφορούσαν την εν γένει μεταχείριση που τυγχάνουν όσοι ασχολούνται με τη δερματοστιξία ήταν συνεπείς με τις πληροφορίες που αντλήθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Αντιθέτως, ο τρίτος ισχυρισμός αναφορικά με την σχέση του με γυναίκα οι γονείς της οποίας τον κατήγγειλαν στην αστυνομία ως υπαίτιο για το θάνατό της και λόγω του επαγγέλματός του απορρίφθηκε, καθώς οι σχετικές δηλώσεις του αξιολογήθηκαν ως ασαφείς και χωρίς επαρκείς λεπτομέρειες. Ειδικότερα, οι Καθ’ ων έκριναν ότι οι δηλώσεις του σχετικά με την γνωριμία του με την εν λόγω γυναίκα ήταν ασαφείς, μη δυνάμενος να προσδιορίσει την ακριβή ημέρα που συντελέστηκε, να περιγράψει επαρκώς τα συναισθήματα που βίωνε και την καθημερινότητά τους, καθώς και να προσδιορίσει την ημέρα που μετέβησαν στους οικείους της για να της κάνει πρόταση γάμου. Εξίσου ασαφείς και γενικόλογες κρίθηκαν οι δηλώσεις του σχετικά με την επιθυμία της οικογένειας της συντρόφου του να την εξαναγκάσει σε γάμο με έτερο πρόσωπο και σχετικά με τις απειλές που φέρεται να δέχτηκε ο Αιτητής από τον αδερφό της. Όσον αφορά τον θάνατο της κοπέλας, οι Καθ’ ων επισήμαναν την αντίφαση των ημερομηνιών που επικαλέστηκε ο Αιτητής, αναφέροντας αρχικά ως ημερομηνία θανάτου την 22η Απριλίου του 2019 και στη συνεχεία την 24η Μαΐου 2019. Περαιτέρω, επί των εις βάρος του κατηγοριών, οι Καθ’ ων έκριναν ότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει με λεπτομέρειες ούτε τη φύση των κατηγοριών, ούτε την εξέλιξη της υπόθεσης του. Τέλος, γενικόλογες κρίθηκαν και οι δηλώσεις του σχετικά με τις απειλές που φέρεται να δέχτηκε από την οικογένεια της κοπέλας. Οι Καθ’ ων επισήμαναν ότι αναμενόταν από τον Αιτητή να είναι σε θέση να περιγράψει με λεπτομέρεια τους ισχυρισμούς του, λαμβάνοντας υπόψη αφενός της σημασίας τους για τον ίδιο, αφετέρου του γεγονότος ότι βρίσκεται σε επαφή με τον δικηγόρο του στο Ιράν. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού εξετάστηκαν πληροφορίες σχετικά με τον κοινωνικό και νομικό αντίκτυπο των προγαμιαίων σεξουαλικών επαφών.
Κατά την αξιολόγηση τυχόν κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, οι Καθ’ ων εξετάζοντας πληροφορίες αφενός σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στην περιφέρεια Lorestan και την πόλη Borujerd, τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή, σε συνάρτηση με τα στοιχεία του προσωπικού του προφίλ και την μεταχείριση που τυγχάνουν επιστραφέντες στο Ιράν και αφετέρου σχετικά με την μεταχείριση όσων ασχολούνται με την δερματοστιξία, έκριναν ότι δε συντρέχει εύλογη πιθανότητα, σε περίπτωση επιστροφής του να αντιμετωπίσει μεταχείριση που ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη. Ειδικότερα για την ιδιότητα του Αιτητή ως επαγγελματία καλλιτέχνη δερματοστιξίας οι Καθ’ ων αξιολόγησαν ότι παρά τον γενικότερο κίνδυνο που αντιμετωπίζουν τα πρόσωπα αυτά, οι προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι η απουσία προγενέστερης δίωξης την περίοδο που ασκούσε το επάγγελμά του, η αποδοχή από την οικογένειά του και η δυνατότητά του να προσεγγίζει νέους πελάτες, καταδεικνύουν ότι σε περίπτωση επιστροφής του δεν συντρέχουν εύλογες πιθανότητες να αντιμετωπίσει κίνδυνο.
Συναφώς, οι Καθ’ ων κατέληξαν ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αρ. 3 (1) του Περί Προσφύγων Νόμου για την αναγνώριση του Αιτητή ως πρόσφυγα, ούτε οι προϋποθέσεις των αρ. 19 (1) και (2) και την παροχή επικουρικής προστασίας.
Προχωρώντας, στα πλαίσια του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, ως προβλέπεται και από το άρθρο 46(3) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου προσβάλλεται η απόφαση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας, έχει υποχρέωση να πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας σύμφωνα με την οδηγία 2011/95/ΕΕ». Στο πλαίσιο αυτό, η έκφραση "ex nunc" αναδεικνύει την υποχρέωση του δικαστή, κατά την εκτίμηση που πραγματοποιεί, να λαμβάνει υπόψη τυχόν νέα στοιχεία τα οποία έχουν προκύψει μετά την έκδοση της απόφασης που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής. Περαιτέρω, η χρήση του επιθέτου «πλήρης» στο άρθρο 46, παράγραφος 3, της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2013/32/ΕΕ επιβεβαιώνει ότι ο δικαστής οφείλει να εξετάζει τόσο τα στοιχεία που έλαβε ή θα μπορούσε να λάβει υπόψη η αποφαινόμενη αρχή όσο και τα στοιχεία που αφορούν το διάστημα μετά την έκδοση της απόφασης της αρχής αυτής (βλ. σχετικά και την απόφαση του ΔΕΕ C-585/16, Serin Alheto, ημερ. 25/07/18).
Έχοντας μελετήσει όλα τα στοιχεία της υπόθεσης και λαμβάνοντας υπόψη τις θέσεις αμφότερων των μερών και των νέων τεκμηρίων που προσκόμισε ο Αιτητής, προχωρώ στην εξέταση του 3ου ισχυρισμού του Αιτητή σχετικά με τη σχέση που διατηρούσε ο Αιτητής με κοπέλα και τις καταγγελίες εις βάρος του.
Σε σχέση με την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, παρατηρώ ότι ο Αιτητής παρά το γεγονός ότι δεν ήταν σε θέση να αναπτύξει με επαρκή λεπτομέρεια πολλές πτυχές του εν λόγω ισχυρισμού, εντούτοις οι δηλώσεις του χαρακτηρίζονται από σαφήνεια και βιωματικά στοιχεία που παραπέμπουν σε πρόσωπο που εξιστορείται ιδία βιώματα. Ειδικότερα, τόσο κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησή του, όσο και μετέπειτα στις ερωτήσεις που του τέθηκαν περιέγραψε εκτενώς τις συνθήκες γνωριμίας του με την εν λόγω γυναίκα και την εξέλιξη της μεταξύ τους σχέσης, αναφέροντας στοιχεία που καταδεικνύουν την προσωπική του εμπειρία, όπως τις αντιδράσεις της στον πρότερο έγγαμο βίο του, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκαν τον φόβο τους έναντι της οικογένειας της γυναίκας και της κοινωνίας εν γένει. Εξίσου σαφής και περιγραφικός υπήρξε σχετικά με την συνάντηση με τους οικείους της γυναίκας, τον τρόπο που διαχειρίστηκε την επαγγελματική του ιδιότητά και τις αντιδράσεις τους όταν έμαθαν για την οικογενειακή του κατάσταση.
Πράγματι, όπως σημείωσαν και οι Καθ’ ων στην Έκθεση/Εισήγησή τους, ο Αιτητής φαίνεται σε διάφορα σημεία να μην δύναται να προσδιορίσει επακριβώς τις ημερομηνίες που έλαβαν χώρα διάφορα συμβάντα. Η αδυναμία ωστόσο αυτή φαίνεται εύλογη, λαμβάνοντας υπόψη το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τα γεγονότα μέχρι την πραγματοποίηση της συνέντευξης, αλλά και από το προφίλ του Αιτητή, που σε πολλά σημεία της συνέντευξης και επί διαφορετικών συμβάντων φαίνεται να αδυνατεί να το πράξει. Σε κάθε περίπτωση, η αδυναμία αυτή δε δύναται από μόνη της να πλήξει την γενικότερη αξιοπιστία του.
Περαιτέρω, ο Αιτητής εξιστόρησε με σαφήνεια και συνοχή τα συμβάντα που έλαβαν χώρα μετά την επίσκεψη στην πατρική οικία της συντρόφου του, τον τρόπο που εξακολούθησαν να έχουν επαφή, τους λόγους που αναγκάστηκε η σύντροφός του να αποκαλύψει στους γονείς της ότι είχαν έρθει σε σεξουαλική επαφή, τις αντιδράσεις τους, το χρονικό πλαίσιο και το περιεχόμενο της επικοινωνίας που είχε με τον αδερφό της, τα συναισθήματα που βίωσε και τις ενέργειες που προέβη για να προστατευτεί, μεταβαίνοντας στην Τεχεράνη στον θείο του. Περαιτέρω, σε σχέση με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα έπειτα, αν και ο Αιτητής παρέθεσε το γενικότερο πλαίσιο, τόσο της αναζήτησής του από τις αρχές και την οικογένεια της συντρόφου του στην πατρική του οικία, όσο και της συμπλοκής με τον πατέρα του, τον θάνατο της συντρόφου του, τις αμφότερες καταγγελίες και την εξέλιξη της υπόθεσης του, εντούτοις δεν ήταν σε θέση να τα αποδώσει με επαρκή λεπτομέρεια, γεγονός που εν μέρει δικαιολογείται από το ότι δεν επρόκειτο για ιδία βιώματα, αλλά για πληροφορίες που έλαβε μέσω τρίτων προσώπων. Εν πάση περιπτώσει οι δηλώσεις του θα πρέπει να συναξιολογηθούν με τα προσκομισθέντα έγγραφα καθώς και τις πληροφορίες από την χώρα καταγωγής του.
Ως προς την εξωτερική αξιολόγηση του ισχυρισμού, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με τις σχέσεις εκτός γάμου στο Ιράν και τη μεταχείρισή τους.
Στο Ιράν, οι σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ άνδρα και γυναίκας που δεν είναι παντρεμένοι μεταξύ τους αντιμετωπίζονται ως παραβίαση των ισλαμικών ηθικών και κοινωνικών κανόνων και παραμένουν ποινικοποιημένες. Το άρθρο 221 του Ισλαμικού Ποινικού Κώδικα ορίζει ως zina τη σεξουαλική επαφή μεταξύ άνδρα και γυναίκας που δεν συνδέονται μεταξύ τους με γάμο.[1] Για πρόσωπα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του ihsan, το άρθρο 230 προβλέπει ως hadd ποινή 100 μαστιγώματα. Για έγγαμα πρόσωπα που πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις, το άρθρο 225 εξακολουθεί να προβλέπει λιθοβολισμό και, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, θανατική ποινή με άλλο τρόπο.[2] Πράξεις μεταξύ άνδρα και γυναίκας που δεν φθάνουν σε σεξουαλική επαφή, όπως φιλί ή κατάκλιση μαζί, μπορούν επίσης να τιμωρηθούν βάσει του άρθρου 637 με έως 99 μαστιγώματα.[3]
Σύμφωνα με έρευνα της Danish Immigration Service και του Danish Refugee Council οι προγαμιαίες σχέσεις και η συγκατοίκηση χωρίς γάμο είναι διαδεδομένες, ιδίως στις μεγάλες πόλεις, ενώ η αστυνομία γενικά δεν επεμβαίνει εφόσον δεν έχει υποβληθεί καταγγελία.[4] Η ίδια πηγή αναφέρει, ωστόσο, ότι οι σχέσεις αυτές παραμένουν ποινικά κολάσιμες και μπορούν, ανάλογα με τις περιστάσεις, να οδηγήσουν σε κράτηση, φυλάκιση ή μαστίγωση.[5]
Σε δημοσιοποιημένη υπόθεση από το Qazvin, δύο κατηγορούμενοι απαλλάχθηκαν από την κατηγορία μοιχείας λόγω ανεπαρκών αποδεικτικών στοιχείων για την επιβολή της σχετικής hadd ποινής, αλλά καταδικάστηκαν, βάσει του άρθρου 637 και των ομολογιών τους για «παράνομη σχέση», σε 99 μαστιγώματα έκαστος. Σύμφωνα με την πηγή, η ποινή εκτελέστηκε στη φυλακή μετά την επικύρωσή της από το Ανώτατο Δικαστήριο.[6]
Οι σχέσεις εκτός γάμου μπορούν παράλληλα να προκαλέσουν σοβαρές αντιδράσεις από την οικογένεια, ιδίως όταν θεωρείται ότι προσβάλλεται η οικογενειακή «τιμή». Η EUAA αναφέρει ότι πρόσωπα που είχαν σεξουαλικές σχέσεις πριν από τον γάμο ή εμπλέκονταν σε μοιχεία μπορούν να αντιμετωπίσουν βία σχετιζόμενη με την «τιμή» από μη κρατικούς δρώντες, μεταξύ των οποίων μέλη της οικογένειας.[7]
Περαιτέρω, ενώπιον του δικαστηρίου ο Αιτητής προσκόμισε πλήθος εγγράφων σχετικά με τους ισχυρισμούς του. Δέον να σημειωθεί ότι την ύπαρξη των εγγράφων αυτών την είχε επικαλεσθεί ήδη από τη συνέντευξη του ενώπιον της Υ.Α., επικαλούμενος την κωλυσιεργία των αρχών του Ιράν για την έκδοσή τους.
Το Δικαστήριο υπενθυμίζει συναφώς ότι η αξιολόγηση εγγράφων και λοιπού αποδεικτικού υλικού στο πλαίσιο αιτήσεων διεθνούς προστασίας δεν πραγματοποιείται αποσπασματικά ή μεμονωμένα, αλλά στο πλαίσιο συνολικής και σωρευτικής αξιολόγησης όλων των στοιχείων της υπόθεσης, υπό το πρίσμα τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας των προβαλλόμενων ισχυρισμών. Όπως επισημαίνεται και στις κατευθυντήριες οδηγίες της EUAA αναφορικά με την αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας, τα έγγραφα εξετάζονται μεταξύ άλλων ως προς τη συνάφειά τους με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του αιτητή, τη συμβατότητα του περιεχομένου τους με τις δηλώσεις του και τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής, την ύπαρξη και αναγνωρισιμότητα του συγκεκριμένου τύπου εγγράφου στη χώρα προέλευσης, καθώς και ως προς τη μορφή, τυποποίηση και γενικότερη εικόνα γνησιότητάς τους. Σημειώνω δε ότι σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ απαιτείται εξατομικευμένη εξέταση του αιτήματος αιτητή, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εγγράφων που προσκομίζει, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα να έχει επιβεβαιωθεί η γνησιότητά τους (βλ. C-921/19, LH κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ημερομηνίας 10/06/2021).
Ειδικότερα με τα τεκμήρια Β, Γ και Δ προσκομίστηκαν πιστοποιητικά σχετικά με την οικογενειακή κατάσταση του Αιτητή και συγκεκριμένα το με αριθμό 201386 Α/99 πιστοποιητικού διαζυγίου του τμήματος ιδιοκτησίας και τίτλων ιδιοκτησίας της πόλης Μπρουτζέρντ, από το οποίο προκύπτει ότι στις 25/8/2013 καταχωρίστηκε στα αρμόδια βιβλία το διαζύγιο το Αιτητή με την M.A.B., πιστοποιητικό γάμου ημερομηνίας 3/4/2022, του τμήματος ιδιοκτησίας και τίτλων ιδιοκτησίας της πόλης Μπρουτζέρντ από το οποίο προκύπτει ότι ο Αιτητής τέλεσε γάμο με την A.G, στις 15/6/2014 και πιστοποιητικό θανάτου της της Α.G. του ληξιαρχείο Μπρουτζέρντ, από το οποίο προκύπτει ότι η A.G. απεβίωσε στις 15/2/2016 λόγω καρδιακών παθήσεων.
Οι ισχυρισμοί που επιδιώκει να στοιχειοθετήσει ο Αιτητής βάσει των ανωτέρω τεκμηρίων έγιναν ήδη αποδεκτοί από την Υ.Α. στα πλαίσια αξιολόγησης του πρώτου ισχυρισμού σχετικά με τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, ενώ ούτε κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία οι Καθ’ ων ήγειραν κάποια ένσταση επί των εγγράφων, συνεπώς η περαιτέρω αξιολόγησή τους παρέλκει.
Ως προς το τεκμήριο Ε, ήτοι το από 24/5/2019 Πρακτικό συμφιλίωσης και συμβιβασμού μεταξύ των διαδίκων του 13ου αστυνομικού τμήματος του Μπορουτζέρντ, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι ο S.A.M.G (πατέρας του Αιτητή) υπέβαλε καταγγελία κατά των G.V. και M.V. για πρόκληση διαταραχής και συγκρούσεων και κατόπιν συγκατάθεσης του καταγγέλλοντος η υπόθεση έκλεισε αυθημερόν. Από την έρευνα που πραγματοποιήθηκε δεν προέκυψαν πληροφορίες σχετικά με τo εν λόγω έγγραφο ή τη σχετική διαδικασία συμφιλίωσης. Εντούτοις, ως προς τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του, το έγγραφο παρουσιάζει μορφή και δομή συμβατές με τυποποιημένο αστυνομικό έγγραφο, περιλαμβάνοντας σφραγίδες και υπογραφή, ενώ το περιεχόμενο του συνάδει με τους ισχυρισμούς του Αιτητή χρονικά και επί της ουσίας.
Περαιτέρω και σε σχέση με τα τεκμήρια ΣΤ έως ΙΑ, τα οποία αφορούν τις από 31.5.2019, 8.6.2019, 15.6.2019 κλητεύσεις ενώπιον του Αστυνομικού τμήματος Borujerd και των από 26.6.2019, 7.8.2019 και 28.6.2020 κλητεύσεων ενώπιον 2ου Τμήματος του Ποινικού Δικαστηρίου της Borujerd, όλες τους σε σχέση με καταγγελία του G.V.P. εις βάρος του Αιτητή, κατόπιν έρευνας του έρευνας του Δικαστηρίου σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης προέκυψαν τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με το Άρθρο 170 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η κλήτευση του δικαστηρίου πρέπει να περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες:
• το όνομα και οικογένεια του κατηγορουμένου
• την ημερομηνία, ώρα και τόπο όπου πρέπει να εμφανιστεί ο κατηγορούμενος
• τον λόγο κλήτευσης
• συνέπειες της μη εμφάνισης
• υπογραφή της σχετικής δικαστικής αρχής[8].
Το γραφείο του εισαγγελέα είναι η υπεύθυνη αρχή για την έκδοση της δικαστικής κλήτευσης. [9] Η κλήτευση για έρευνα συνήθως ονομάζεται «ekhtariyeh», η κλήτευση στο δικαστήριο «ehzariyeh»[10]. Εκτός από τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στο Άρθρο 170 του Κώδικα Ποινικού Δικαίου, το έγγραφο θα πρέπει να περιλαμβάνει την ονομασία του δικαστηρίου, τον αριθμό υπόθεσης (επάνω αριστερή γωνία), την ημερομηνία έκδοσης (επάνω δεξιά γωνία) και σφραγίδα με το λογότυπο της Ιρανικής δικαστικής αρχής και σε ορισμένες περιπτώσεις φέρει και υπογραφή.[11] Η νεότερη έκδοση δημιουργείται από υπολογιστή και είναι τυπωμένη σε μορφή Α4. Εκτός από τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στο Άρθρο 170 του Κώδικα Ποινικού Δικαίου, το έγγραφο περιλαμβάνει τον αριθμό υπόθεσης, αριθμό ειδοποίησης, ημερομηνία έκδοσης και το λογότυπο της Ιρανικής δικαστικής αρχής.
Από την εξέταση των προσκομισθέντων εγγράφων προκύπτει, σε γενικό επίπεδο, ότι η μορφή και το περιεχόμενό τους παρουσιάζουν τα βασικά χαρακτηριστικά που περιγράφονται στις ανωτέρω πηγές. Ειδικότερα, πρόκειται για τυποποιημένα έγγραφα, στα οποία αναγράφεται η αρμόδια δικαστική αρχή και το συγκεκριμένο τμήμα, τα στοιχεία του κλητευόμενου, αριθμοί που αφορούν την υπόθεση και την ειδοποίηση, καθώς και οι σχετικές ημερομηνίες. Περιλαμβάνονται επίσης η ημερομηνία και η ώρα κατά την οποία ζητείται η εμφάνιση του κλητευόμενου, ο τόπος εμφάνισης και αναφορά στον λόγο για τον οποίο καλείται ενώπιον της αρμόδιας αρχής. Τα έγγραφα φέρουν επίσης το έμβλημα/λογότυπο της ιρανικής δικαστικής εξουσίας και εμφανίζουν τα συνήθη πεδία υπηρεσιακής επικύρωσης ή υπογραφής. Παράλληλα, το περιεχόμενο των εγγράφων έρχεται σε συνέπεια με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι μετά την καταγγελία της οικογένειας της συντρόφου του που απεβίωσε, ξεκίνησε δικαστική διαδικασία, για την οποία τον ενημέρωνε ο δικηγόρος που είχε διορίσει στη χώρα καταγωγής του.
Περαιτέρω, σε σχέση με το τεκμήριο ΙΒ, ο Αιτητής προσκόμισε την απόφαση του 4ου Τμήματος του Ποινικού Δικαστηρίου Μπορουτζέρντ, βάσει της οποίας κρίθηκε ένοχος, κατόπιν καταγγελίας του G. V. για παράνομη σχέση, βίαιη είσοδο σε ξένη οικία, ρήξη του παρθενικού υμένα και διενέργεια μη αδειοτημένων ιατρικών πράξεων και του επιβλήθηκε δεκαετής ποινή φυλάκισης, ποινή 99 μαστιγωμάτων και χρηματική ποινή.
Σημειώνεται ότι Σύμφωνα με τα άρθρα 374 και 375 ιρανικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η απόφαση ποινικού δικαστηρίου πρέπει: - Να είναι καλά αιτιολογημένη και να αναφέρεται ρητά στα σχετικά άρθρα νόμου – Να αναφέρεται το είδος της κρίσης (παρουσία ή ερήμην) – Να αναφέρονται πιθανές επιλογές και περίοδοι επανάληψης δίκης και έφεσης. [12]
Σύμφωνα με το άρθρο 378 του ως άνω κώδικα, οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει να περιέχουν περαιτέρω τις ακόλουθες πληροφορίες: α) τον αριθμό υπόθεσης, β) τον αριθμό της απόφασης του δικαστηρίου, γ) Ημερομηνία έκδοσης, δ) τα στοιχεία του δικαστηρίου και του δικαστή, ε) τα στοιχεία των εμπλεκομένων και των δικηγόρων τους - Το ιστορικό της υπόθεσης, στ) το πλήρες κείμενο της απόφασης, ζ) την υπογραφή του δικαστή (συνήθως του προϊσταμένου) και την σφραγίδα του δικαστηρίου. Στην πράξη, οι αποφάσεις δεν είναι πάντα σύμφωνες με όλες αυτές τις νομικές διατάξεις. Ωστόσο, συνήθως περιέχουν τουλάχιστον μια σύντομη επιχειρηματολογία με βάση τα σχετικά άρθρα νόμου και εμφανίζουν τα τυπικά στοιχεία.[13]
Επιπλέον, βάσει των αδικημάτων που αναφέρονται στην προσκομισθείσα δικαστική απόφαση, οι ακόλουθες διατάξεις του ιρανικού δικαίου είναι συναφείς ως προς τη νομική περιγραφή των πράξεων και τις προβλεπόμενες ποινές. Ειδικότερα, σύμφωνα με το ότι όταν άνδρας και γυναίκα που δεν είναι παντρεμένοι μεταξύ τους τελούν άσεμνες πράξεις άλλες από zina, όπως φιλί ή το να ξαπλώνουν μαζί, μπορούν να τιμωρηθούν με έως 99 μαστιγώματα. Όταν η πράξη τελείται με εξαναγκασμό, τιμωρείται μόνο το πρόσωπο που άσκησε τον εξαναγκασμό.[14] Το άρθρο 691 προβλέπει ότι όποιος εισέρχεται με τη βία σε ακίνητο που βρίσκεται στην κατοχή άλλου τιμωρείται με φυλάκιση από έναν έως έξι μήνες. Εάν οι δράστες είναι δύο ή περισσότεροι και τουλάχιστον ένας φέρει όπλο, προβλέπεται φυλάκιση από ένα έως τρία έτη.[15] Το άρθρο 221 ορίζει το zina ως σεξουαλική επαφή μεταξύ άνδρα και γυναίκας που δεν είναι παντρεμένοι μεταξύ τους. Σύμφωνα με το άρθρο 224(d), όταν το zina τελείται με εξαναγκασμό ή βία, η προβλεπόμενη hadd ποινή για τον άνδρα που άσκησε τον εξαναγκασμό είναι η θανατική ποινή.[16] Το άρθρο 231 προβλέπει ότι όταν zina με εξαναγκασμό τελείται σε βάρος παρθένας γυναίκας, ο δράστης, πέραν της κύριας ποινής, υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση για την απώλεια της παρθενίας και mahr-ul-methl.[17]
Ως προς την εξωτερική και τυπική αξιολόγηση του Τεκμηρίου ΙΒ, το προσκομισθέν έγγραφο εμφανίζει, σε γενικές γραμμές, χαρακτηριστικά που απαντώνται στις ιρανικές ποινικές αποφάσεις. Αναγράφονται η δικαστική αρχή και το αρμόδιο τμήμα, στοιχεία της υπόθεσης και των εμπλεκομένων μερών, γίνεται αναφορά στο ιστορικό και στην αποδεικτική βάση της κρίσης, παρατίθενται διατάξεις νόμου, αναφέρεται ότι η απόφαση εκδόθηκε ερήμην και προσδιορίζεται δυνατότητα προσβολής της εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, ενώ το έγγραφο φέρει υπηρεσιακά στοιχεία, σφραγίδα και υπογραφή. Τα χαρακτηριστικά αυτά είναι γενικά συμβατά με όσα αναφέρονται στις εξωτερικές πηγές για τη μορφή και το περιεχόμενο δικαστικών αποφάσεων στο Ιράν.
Όσον αφορά τα τεκμήρια ΙΓ έως ΙΕ που αφορούν εντάλματα σύλληψης και εισόδου σε κατοικία, σημειώνεται ότι σύμφωνα, η εκτέλεση ποινικών αποφάσεων στην Ιράν υπάγεται στην αρμοδιότητα ειδικών Μονάδων Εκτέλεσης Ποινικών Αποφάσεων που λειτουργούν στο πλαίσιο της Εισαγγελίας. Η εκτέλεση αρχίζει κατ’ αρχήν αφού εξαντληθούν τα διαθέσιμα ένδικα μέσα. Εάν ο καταδικασθείς δεν βρίσκεται ήδη υπό κράτηση ή δεν παρουσιαστεί στη Μονάδα Εκτέλεσης Ποινών ή στη φυλακή, η αρμόδια μονάδα δύναται να εκδώσει ένταλμα σύλληψης. Το ίδιο COI αναφέρει ότι τέτοιο ένταλμα σύλληψης συνήθως εξουσιοδοτεί τις αρχές επιβολής του νόμου να εισέλθουν σε ιδιωτικούς χώρους προκειμένου να εντοπίσουν και να συλλάβουν τον καταδικασθέντα.[18]
Περαιτέρω, το ίδιο report αναφέρει ότι, στο στάδιο εκτέλεσης, οι Μονάδες Εκτέλεσης Ποινών μπορούν να εκδίδουν κλήσεις, εντάλματα σύλληψης και απαγορεύσεις εξόδου σε βάρος καταδικασθέντων. Εάν ο καταδικασθείς δεν εμφανιστεί ή εάν υπάρχει φόβος φυγής ή απόκρυψης, ο αρμόδιος για την εκτέλεση δικαστής μπορεί να εκδώσει ένταλμα σύλληψης, ακόμη και χωρίς προηγούμενη κλήτευση όταν συντρέχει φόβος διαφυγής ή απόκρυψης.[19]
Αξιολογώντας τα ως άνω έγγραφα, παρατηρώ ότι παρουσιάζουν ουσιώδη συμβατότητα με τις πληροφορίες ως προς το αρμόδιο στάδιο της διαδικασίας, την εμπλοκή του Τμήματος Εκτέλεσης Ποινών και τον σκοπό τους, δηλαδή τον εντοπισμό και τη σύλληψη καταδικασθέντος. Ως προς τα εξωτερικά χαρακτηριστικά τους, τα έγγραφα εμφανίζουν τυποποιημένη δικαστική/υπηρεσιακή μορφή, στοιχεία αρμόδιας αρχής, αριθμητικά στοιχεία υπόθεσης, ημερομηνίες, σφραγίδες και υπογραφές, στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της μορφολογικής τους συνοχής. Συνεπώς δεν συντρέχουν λόγοι αμφισβήτησής τους.
Αντιστοίχως, όσον αφορά τα τεκμήρια ΙΣΤ έως ΚΖ, τα οποία περιλαμβάνουν αντίγραφα καταγγελιών ενώπιον των αρμόδιων αρχών, αστυνομικές αναφορές και έγγραφα της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας σε σχέση με τις επιθέσεις που φέρεται να δέχθηκε η οικογένεια του Αιτητή από μέλη της οικογένειας της αποθανούσας συντρόφου του, δεν προκύπτουν συγκεκριμένα στοιχεία ικανά να κλονίσουν την αξιοπιστία τους. Τα έγγραφα παρουσιάζουν μεταξύ τους χρονολογική και θεματική συνοχή, αποτυπώνουν διαδοχικά περιστατικά, καταγγελίες, αστυνομικές παρεμβάσεις και ιατροδικαστικά ευρήματα και, σε σημαντικό βαθμό, αλληλοϋποστηρίζονται ως προς την ύπαρξη της διαφοράς, την εμπλοκή των ίδιων προσώπων και την καταγραφή σωματικών βλαβών. Παράλληλα, η μορφή και η δομή τους συνάδουν, κατά τα ουσιώδη, με τα είδη εγγράφων που περιγράφονται στις διαθέσιμες πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής.
Βάσει των ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη την εσωτερική συνοχή των δηλώσεων του Αιτητή, τη χρονική και θεματική αλληλουχία των προσκομισθέντων εγγράφων, τη συμβατότητά τους με τις διαθέσιμες πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής και το γεγονός ότι η ύπαρξη σχετικών εγγράφων είχε ήδη αναφερθεί από τον Αιτητή κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, κρίνω ότι ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός ως προς τον πυρήνα του. Ειδικότερα, γίνεται αποδεκτό ότι ο Αιτητής διατηρούσε σχέση με την N.V., ότι η μεταξύ τους σεξουαλική σχέση γνωστοποιήθηκε στην οικογένειά της και περιήλθε σε γνώση των ιρανικών αρχών, ότι ακολούθησε ποινική διαδικασία σε βάρος του, η οποία κατέληξε σε καταδικαστική απόφαση, και ότι στη συνέχεια εκδόθηκαν σε βάρος του εντάλματα σύλληψης και εισόδου σε κατοικία στο πλαίσιο εκτέλεσης της απόφασης. Γίνεται επίσης αποδεκτό ότι η αντιπαράθεση με την οικογένεια της αποβιώσασας δεν έπαυσε με την αναχώρηση του Αιτητή, αλλά εκδηλώθηκε και μεταγενέστερα με περιστατικά σε βάρος μελών της οικογένειάς του, τα οποία αποτυπώνονται σε καταγγελίες, αστυνομικές αναφορές και ιατροδικαστικά έγγραφα.
Αξιολόγηση κινδύνου
Επί τη βάσει των ισχυρισμών που έγιναν αποδεκτοί προκύπτει ότι ο Αιτητής, με απόφαση του 4ου Τμήματος του Ποινικού Δικαστηρίου Μπορουτζέρντ ημερομηνίας 15/1/2022, καταδικάστηκε για πράξεις που συνδέονταν με την παράνομη σχέση, την βίαιη είσοδο σε οικεία, την ρήξη του παρθενικού υμένα της αποβιώσασας και τη μη αδειοδοτημένη διενέργεια tattoo. Με την ίδια απόφαση του επιβλήθηκαν στερητικές της ελευθερίας ποινές, χρηματική ποινή και 99 μαστιγώματα. Περαιτέρω, μετά την έκδοση της απόφασης εκδόθηκαν εις βάρος του, από το Τμήμα Εκτέλεσης Ποινών, εντάλματα σύλληψης και ένταλμα εισόδου σε κατοικία, ενώ η ιδιότητά του ως επαγγελματία tattoo artist, η οποία πριν την αναχώρησή του δεν ήταν γνωστή στις αρχές, περιλήφθηκε πλέον ρητώς στην ποινική υπόθεση εις βάρος του.
Όσον αφορά την καταδικαστική απόφαση, τα εντάλματα που εκδόθηκαν από το Τμήμα Εκτέλεσης Ποινών καταδεικνύουν ότι η υπόθεση έχει εισέλθει στο στάδιο της εκτέλεσης. Σύμφωνα με διαθέσιμες πληροφορίες για την ιρανική ποινική διαδικασία, η εκτέλεση ποινικής απόφασης αναλαμβάνεται από ειδικές Μονάδες Εκτέλεσης Ποινικών Αποφάσεων και, όταν ο καταδικασθείς δεν βρίσκεται ήδη υπό κράτηση ή δεν παρουσιαστεί προς εκτέλεση της ποινής, μπορεί να εκδοθεί ένταλμα σύλληψης για τον εντοπισμό και τη σύλληψή του.[20]
Εξάλλου, το άρθρο 107 του Ισλαμικού Ποινικού Κώδικα προβλέπει για την εκτέλεση τελεσίδικων ποινών ta’zir προθεσμίες παραγραφής από πέντε έως είκοσι έτη, ανάλογα με τον βαθμό της ποινής, οι οποίες αρχίζουν από την τελεσιδικία της απόφασης.[21] Περαιτέρω, η Διεθνής Αμνηστία κατέγραψε για το 2025 ότι οι ιρανικές αρχές εξακολούθησαν να εφαρμόζουν σωματικές ποινές, περιλαμβανομένης της μαστίγωσης.[22] Ειδικότερα, στις 5/3/2025 εκτελέστηκε ποινή 74 μαστιγωμάτων σε βάρος του τραγουδιστή Mehdi Yarrahi.[23] Υπό τα δεδομένα αυτά, θεωρείται εύλογο ότι, εφόσον ο Αιτητής επιστρέψει στο Ιράν και εντοπιστεί από τις αρχές, θα συλληφθεί προς εκτέλεση της υφιστάμενης απόφασης και θα εκτεθεί σε πραγματικό κίνδυνο εκτέλεσης των στερητικών της ελευθερίας ποινών, της χρηματικής ποινής και των 99 μαστιγωμάτων που του έχουν ήδη επιβληθεί.
Όσον αφορά τη στοχοποίησή του από την οικογένεια της αποβιώσασας, προκύπτει ότι επί σειρά ετών στοχοποίησαν τον Αιτητή και μέλη της οικογένειάς του. Ο Αιτητής ανέφερε ότι ο αδελφός της συντρόφου του τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει μετά τη γνωστοποίηση της σεξουαλικής τους σχέσης, ενώ ακολούθησε συμπλοκή κατά την οποία τραυματίστηκε ο πατέρας του. Μετά την αναχώρηση του Αιτητή, τα τεκμήρια ΙΣΤ έως ΚΖ καταγράφουν περαιτέρω καταγγελίες, αστυνομικές παρεμβάσεις και ιατροδικαστικά ευρήματα σε σχέση με περιστατικά που αποδίδονται σε μέλη της ίδιας οικογένειας, με έγγραφα που εκτείνονται μέχρι και τον Αύγουστο του 2024. Οι διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής επιβεβαιώνουν ότι οι προγαμιαίες και εξωγαμιαίες σεξουαλικές σχέσεις εξακολουθούν να θεωρούνται κοινωνικά επαίσχυντες και μπορούν, ανάλογα με τις περιστάσεις, να αποτελέσουν κίνητρο για βία συνδεόμενη με την οικογενειακή «τιμή».[24] Λαμβάνοντας υπόψη τις απειλές που δέχτηκε ο Αιτητής, την άσκηση βίας σε βάρος του πατέρα του και τη συνέχιση της αντιπαράθεσης επί σειρά ετών μετά την αναχώρησή του, χωρίς να προκύπτει συμφιλίωση ή άλλη εξέλιξη που να καταδεικνύει οριστική παύση της εχθρότητας, πιθανολογείται ευλόγως ότι η οικογένεια της αποβιώσασας θα στοχοποιήσει τον Αιτητή σε περίπτωση που επιστρέψει.
Ως προς τη δυνατότητα κρατικής προστασίας έναντι του κινδύνου αυτού, από τα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι ο πατέρας του Αιτητή είχε πράγματι πρόσβαση στις αστυνομικές και εισαγγελικές αρχές, υπέβαλε καταγγελίες και σε ορισμένα περιστατικά καταγράφηκαν αστυνομικές παρεμβάσεις. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι οι κρατικές αρχές είναι τυπικά προσβάσιμες και ότι ο Αιτητής ή η οικογένειά του δεν στερούνται εκ προοιμίου της δυνατότητας υποβολής καταγγελίας. Εντούτοις, η ύπαρξη τυπικής πρόσβασης δεν αρκεί από μόνη της για να στοιχειοθετήσει αποτελεσματική προστασία. Παρά τις καταγγελίες και τις αστυνομικές παρεμβάσεις, τα περιστατικά φέρονται να επαναλήφθηκαν και να συνεχίστηκαν κατά τα επόμενα έτη, ενώ δεν προκύπτει ότι επιτεύχθηκε οριστική αποτροπή της βίας ή ουσιαστική εξουδετέρωση του κινδύνου.
Συναφώς, το UK Home Office εκτιμά ότι πρόσωπο το οποίο διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης από μη κρατικό φορέα σε υπόθεση συνδεόμενη με zina είναι, γενικά, απίθανο να λάβει αποτελεσματική κρατική προστασία, καθότι το κράτος είναι μεν ικανό αλλά όχι κατ’ ανάγκη πρόθυμο να την παράσχει αποτελεσματικά.[25] Στην παρούσα υπόθεση το ζήτημα επιβαρύνεται περαιτέρω από το γεγονός ότι ο ίδιος ο Αιτητής αναζητείται από τις κρατικές αρχές για την εκτέλεση ποινικής απόφασης που σχετίζεται, μεταξύ άλλων, με την ίδια προγαμιαία σχέση. Κατά συνέπεια, δεν θεωρείται εύλογο ότι θα μπορούσε να προσφύγει στις αρχές για προστασία από την οικογένεια της αποβιώσασας χωρίς ταυτόχρονα να εκτεθεί στον άμεσο κίνδυνο σύλληψης και εκτέλεσης της καταδίκης του.
Όσον αφορά την ιδιότητα του Αιτητή ως επαγγελματία tattoo artist, το Δικαστήριο ανέτρεξε στις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής σχετικά με τη μεταχείριση των προσώπων που ασκούν τη συγκεκριμένη δραστηριότητα στο Ιράν.
Η Al Jazeera ανέφερε το 2021 ότι δεν υπάρχει ειδικός νόμος που να καθιστά το tattooing ποινικό αδίκημα και ότι σιίτες θρησκευτικοί αυθεντίες, περιλαμβανομένου του Ali Khamenei, δεν το θεωρούν καθ’ αυτό απαγορευμένο, εκτός ιδίως όταν περιλαμβάνει «άσεμνες» απεικονίσεις.[26] Το AFP κατέγραψε το 2023 ότι οι tattoo artists εξακολουθούν να εργάζονται σε μεγάλο βαθμό από κατοικίες ή άλλους μη εμφανείς χώρους και ότι η δραστηριότητα παραμένει συνδεδεμένη, σε συντηρητικούς κύκλους, με ανηθικότητα, παραβατικότητα και δυτικοποίηση.[27] Η ίδια πηγή αναφέρεται σε συλλήψεις tattoo artists το 2016, όταν οι αρχές χαρακτήρισαν τα σχέδια ως «σατανικά και άσεμνα σύμβολα», γεγονός που δείχνει ότι η κρατική παρέμβαση μπορεί να συνδέεται με το περιεχόμενο των σχεδίων και τον τρόπο με τον οποίο η δραστηριότητα προσλαμβάνεται από τις αρχές.[28]
Η IranWire ανέφερε το 2024 ότι η δερματοστιξία δεν διαθέτει σαφή επίσημη επαγγελματική αναγνώριση και ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί ως παράνομη όταν θεωρείται ότι παραβιάζει κοινωνικούς κανόνες ή προωθεί απαγορευμένη συμπεριφορά, με αναφορά μεταξύ άλλων στο άρθρο 638 του Ισλαμικού Ποινικού Κώδικα για πράξεις αντίθετες προς τη δημόσια ηθική και αιδώ.[29] Αντίστοιχα, το UK Home Office, σε επικαιροποιημένη έκθεση του Ιουνίου 2026, αναφέρει ότι η ύπαρξη tattoo δεν αποτελεί από μόνη της ποινικό αδίκημα, αλλά ότι οι αρχές μπορούν να αντιμετωπίζουν τα tattoos ως δυτικό φαινόμενο και να τα συνεκτιμούν, αναλόγως των περιστάσεων, μαζί με άλλα στοιχεία που θεωρούν προβληματικά.[30]
Έκθεση του Department of Home Affairs του 2021 αναφέρει ότι tattoo artists είχαν συλληφθεί στο Ιράν και είχαν καταδικαστεί σε πρόστιμα, μαστιγώσεις ή φυλάκιση.[31] Αντιθέτως, το μεταγενέστερο DFAT Country Information Report του Ιουλίου 2023 αναφέρει ότι το DFAT δεν είχε υπόψη του περιπτώσεις tattooists που να στοχοποιούνται από τις αρχές.[32]
Η πιο πρόσφατη διαθέσιμη περιπτωσιολογία του 2025-2026 περιλαμβάνει tattoo artists που συνελήφθησαν ή κρατούνται, χωρίς όμως οι πηγές να αποδίδουν τη σύλληψή τους στο επάγγελμα αυτό. Τον Ιανουάριο του 2026 συνελήφθη στην Τεχεράνη ο ζωγράφος και tattoo artist Amirali Moradi, όμως η Hengaw αναφέρει ότι αντιμετωπίζει κατηγορίες σχετικές με την κρατική ασφάλεια.[33] Ο Manouchehr Fallah αναφέρεται από την Iran Human Rights ως tattoo artist, αλλά η ποινική του υπόθεση αφορά κατηγορίες moharebeh και προπαγάνδας σε σχέση με φερόμενη ενέργεια κατά δικαστικού κτηρίου και όχι την άσκηση tattooing.[34] Αντίστοιχα, η Hengaw κατέγραψε το 2026 τη σύλληψη της Setareh Shariati, η οποία εργάζεται και ως tattoo artist, στο πλαίσιο διαδηλώσεων, χωρίς να αναφέρει ότι η επαγγελματική της δραστηριότητα αποτέλεσε λόγο της σύλληψης.[35] Τα πρόσφατα αυτά περιστατικά δεν τεκμηριώνουν γενική ή συστηματική δίωξη tattoo artists λόγω του επαγγέλματός τους.
Στην περίπτωση του Αιτητή, λαμβάνεται υπόψη ότι πριν από την αναχώρησή του ασκούσε τη δραστηριότητα επί σειρά ετών από διαμέρισμα και σε περιορισμένο κύκλο γνωστών, χωρίς να έχει αντιμετωπίσει προηγούμενη όχληση ή δίωξη από τις αρχές. Μετά την αναχώρησή του, όμως, η δραστηριότητά του γνωστοποιήθηκε στις αρχές και η μη αδειοδοτημένη διενέργεια tattoo περιλήφθηκε μεταξύ των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε, στο πλαίσιο δε της ίδιας απόφασης του επιβλήθηκε και χρηματική ποινή.
Από τη συνολική συνεκτίμηση των διαθέσιμων πληροφοριών δεν προκύπτει ότι tattoo artist ο οποίος ασκεί τη δραστηριότητα χωρίς πρόσθετα στοιχεία πολιτικής, θρησκευτικής ή άλλης έκφρασης αντιμετωπίζει σήμερα, μόνο λόγω του επαγγέλματός του, εύλογη πιθανότητα δίωξης στο Ιράν. Η νεότερη επίσημη αξιολόγηση του DFAT δεν καταγράφει στοχοποίηση tattooists, ενώ οι πρόσφατες περιπτώσεις tattoo artists που συνελήφθησαν συνδέονται με άλλες κατηγορίες ή δραστηριότητες. Παράλληλα, όμως, οι παλαιότερες πληροφορίες καταγράφουν συλλήψεις και σοβαρές ποινές, ενώ οι νεότερες πηγές εξακολουθούν να περιγράφουν ένα επάγγελμα χωρίς σαφή επίσημη αναγνώριση, το οποίο συνήθως ασκείται σε μη εμφανείς χώρους και μπορεί να προκαλέσει κρατική παρέμβαση όταν συνδέεται με περιεχόμενο που θεωρείται άσεμνο, αντιθρησκευτικό, πολιτικό ή αντίθετο προς τους επιβαλλόμενους κανόνες δημόσιας ηθικής.
Συνεπώς, το γεγονός ότι η επαγγελματική του δραστηριότητα είναι πλέον γνωστή στις αρχές και έχει ήδη περιληφθεί σε καταδικαστική απόφαση αυξάνει την ορατότητά του έναντι των κρατικών αρχών. Εντούτοις, με βάση τα διαθέσιμα COI, δεν προκύπτει επαρκής βάση για να θεωρηθεί ότι θα υποστεί αυτοτελή νέα δίωξη αποκλειστικά επειδή είναι tattoo artist.
Νομική ανάλυση
Προχωρώ στην εξέταση κατά πόσον, υπό το φως των πραγματικών περιστατικών που έγιναν αποδεκτά ανωτέρω, ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα.
Κατά τον χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την αναγνώριση προσώπου ως πρόσφυγα ή ως δικαιούχου επικουρικής προστασίας διέπονται από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1347, ο οποίος, εφαρμόζεται από τις 12 Ιουνίου 2026 και αντικατέστησε την Οδηγία 2011/95/ΕΕ.
Κατά το άρθρο 3 σημείο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, ως πρόσφυγας ορίζεται ο υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος, συνεπεία βάσιμου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, ευρίσκεται εκτός της χώρας της ιθαγένειάς του και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας ή ο ανιθαγενής ο οποίος, ευρισκόμενος εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του για τους ίδιους αναφερθέντες λόγους, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν και στον οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 12·
Στοιχείο φόβου – Πράξεις δίωξης
Ο Αιτητής, με την αίτησή του για διεθνή προστασία και με τις δηλώσεις του καθ’ όλη τη διαδικασία εξέφρασε φόβο επιστροφής στο Ιράν λόγω της ποινικής υπόθεσης εις βάρος του και λόγω της οικογένειας της αποβιώσασας συντρόφου του. Συνεπώς συντρέχει το υποκειμενικό στοιχείο του φόβου. Περαιτέρω, όπως έγινε αποδεκτό, σε βάρος του Αιτητή εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση, με την οποία του επιβλήθηκαν, μεταξύ άλλων, στερητικές της ελευθερίας ποινές και 99 μαστιγώματα, και ότι ακολούθησαν εντάλματα σύλληψης και εισόδου σε κατοικία από το Τμήμα Εκτέλεσης Ποινών. Έγινε επίσης αποδεκτό ότι η οικογένεια της αποβιώσασας τον απείλησε και ότι η αντιπαράθεση συνεχίστηκε μετά την αναχώρησή του με περιστατικά βίας και απειλών σε βάρος μελών της οικογένειάς του. Συνεπώς, συντρέχει και το αντικειμενικό στοιχείο και κρίνεται ότι ο φόβος που διατρέχει ο Αιτητής αν επιστρέψει στην χώρα καταγωγής του είναι βάσιμος και δικαιολογημένος.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 (από τούδε και στο εξής αναφερόμενος και ως «ο Κανονισμός»), ως πράξεις δίωξης νοούνται πράξεις οι οποίες, λόγω της φύσης ή της επανάληψής τους, είναι αρκούντως σοβαρές ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων ή σώρευση διαφορετικών μέτρων αντίστοιχης βαρύτητας. Στις μορφές δίωξης περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, πράξεις σωματικής ή ψυχικής βίας, καθώς και δυσανάλογη ή μεροληπτική ποινική δίωξη ή τιμωρία.
Εν προκειμένω, σε βάρος του Αιτητή έχει ήδη επιβληθεί ποινή 99 μαστιγωμάτων, η εκτέλεση της οποίας, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, εύλογα αναμένεται σε περίπτωση επιστροφής του στο Ιράν. Η εν λόγω τιμωρία προσβάλλει άμεσα τη σωματική ακεραιότητα και την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του και συνιστά πράξη δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 9. Στην G.S. κατά Βουλγαρίας (αρ. αίτησης: 36538/17, απόφαση ημερ. 19/04/19), το ΕΔΔΑ, εξετάζοντας κίνδυνο έκδοσης προσώπου στο Ιράν και ενδεχόμενη επιβολή ποινής μαστιγώματος, έκρινε ότι τέτοια μεταχείριση εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 3 ΕΣΔΑ.[36] Περαιτέρω, η UNHCR αναγνωρίζει ότι ακόμη και ποινική δίωξη για παράβαση νόμου γενικής εφαρμογής μπορεί, όταν συνοδεύεται από υπέρμετρα αυστηρή ποινή, να προσλάβει χαρακτήρα δίωξης.[37]
Ως προς την οικογένεια της αποβιώσασας, οι πράξεις που έγιναν αποδεκτές αφορούν απειλές και περιστατικά βίας που στρέφονται κατά της σωματικής ακεραιότητας και της προσωπικής ασφάλειας του Αιτητή. Λαμβανομένων υπόψη της φύσης των απειλών, της προηγηθείσας βίας και της συνέχισης της αντιπαράθεσης μετά την αναχώρησή του, οι πράξεις αυτές εμπίπτουν επίσης στις μορφές σωματικής και ψυχικής βίας που προβλέπονται στο άρθρο 9 παρ. 2 του Κανονισμού.
Φορέας δίωξης και προστασίας
Σύμφωνα με το αρ. 6 του Κανονισμού φορείς δίωξης ή σοβαρής βλάβης μπορούν να είναι οι ακόλουθοι:
«α) το κράτος·
β) ομάδες ή οργανώσεις που ελέγχουν το κράτος ή σημαντικό μέρος του εδάφους του κράτους·
γ) μη κρατικοί φορείς, εάν μπορεί να καταδειχθεί ότι οι φορείς που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 δεν είναι σε θέση ή δεν επιθυμούν να παράσχουν προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης.»
Ενώ σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του αρ. 7:
«1. Μόνο οι ακόλουθοι φορείς μπορούν να παρέχουν προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης, υπό την προϋπόθεση ότι είναι σε θέση και επιθυμούν να παράσχουν αποτελεσματική και μη προσωρινή προστασία σύμφωνα με την παράγραφο 2:
α) το κράτος·
β) σταθερές, εδραιωμένες μη κρατικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων διεθνών οργανισμών, που ελέγχουν το κράτος ή σημαντικό μέρος του εδάφους του κράτους.
2. Η προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης είναι αποτελεσματική και μη προσωρινή. Η εν λόγω προστασία θεωρείται ότι παρέχεται κατά κανόνα όταν οι φορείς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 λαμβάνουν εύλογα μέτρα για να αποτρέψουν τη δίωξη ή την πρόκληση σοβαρής βλάβης, μεταξύ άλλων με τη λειτουργία αποτελεσματικού νομικού συστήματος για τον εντοπισμό, την ποινική δίωξη και τον κολασμό πράξεων που συνιστούν δίωξη ή σοβαρή βλάβη, και όταν ο αιτών έχει πρόσβαση στην προστασία αυτή.»
Εν προκειμένω, όπως ήδη αναφέρθηκε, φορέας δίωξης είναι τόσο το κράτος, με την επιβολή και εκτέλεση της ποινής, όσο και μη κρατικοί φορείς, η οικογένεια της αποθανούσης συντρόφου του Αιτητή. Συνεπώς, όπως εκτέθηκε στην αξιολόγηση του κινδύνου, ο Αιτητής δε δύναται να τύχει αποτελεσματικής και μη προσωρινής προστασίας από τις αρχές της χώρας καταγωγής του.
Λόγοι δίωξης
Κατά το άρθρο 9 παρ. 3 του Κανονισμού απαιτείται σύνδεση μεταξύ των πράξεων δίωξης ή της έλλειψης προστασίας έναντι αυτών και ενός από τους λόγους του άρθρου 10, ήτοι φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας.
Η ποινική δίωξη ή τιμωρία για παράβαση γενικού ποινικού κανόνα δεν θεμελιώνει, κατ' αρχήν, προσφυγικό καθεστώς. Ωστόσο, υπέρμετρη ποινή μπορεί λόγω της σοβαρότητάς της να συνιστά δίωξη, ενώ για την υπαγωγή στη Σύμβαση απαιτείται επιπλέον η ποινική δίωξη ή η επιβολή της ποινής να συνδέεται με έναν από τους προστατευόμενους λόγους.[38]
Στην παρούσα περίπτωση, η ποινική μεταχείριση του Αιτητή συνδέεται με πράξεις που κρίθηκε ότι παραβιάζουν διατάξεις του ιρανικού ποινικού δικαίου και κοινωνικούς και ηθικούς κανόνες. Το γεγονός ότι οι κανόνες αυτοί έχουν ισλαμικό και ηθικό υπόβαθρο δεν αρκεί, χωρίς περαιτέρω στοιχεία, για να θεωρηθεί ότι η μεταχείριση του Αιτητή συνδέεται με θρησκευτική ή πολιτική πεποίθηση ή άλλο προστατευόμενο χαρακτηριστικό. Για να στοιχειοθετηθεί δίωξη λόγω θρησκείας, πρέπει από τα συγκεκριμένα περιστατικά να προκύπτει ότι η δυσμενής μεταχείριση επιβάλλεται λόγω της θρησκευτικής ταυτότητας, πεποίθησης ή εκδήλωσης του προσώπου και όχι απλώς επειδή παραβίασε ποινικό κανόνα που έχει θρησκευτικό ή ηθικό υπόβαθρο. To ΔΕΕ στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Y και Z, C-71/11 και C-99/11, ημερομηνίας 5 Σεπτεμβρίου 2012 απεφάνθη ότι η σύνδεση με τον λόγο της θρησκείας προέκυπτε από τον κίνδυνο ποινικής δίωξης ή απάνθρωπης μεταχείρισης εξαιτίας της άσκησης της θρησκευτικής ελευθερίας των αιτητών.[39]
Ανάλογη προσέγγιση ακολουθήθηκε σε δύο αποφάσεις του Immigration Appeal Tribunal του Ηνωμένου Βασιλείου. Στις αποφάσεις αυτές έγινε διάκριση μεταξύ της σοβαρότητας της επαπειλούμενης ποινής και της ύπαρξης λόγου της Σύμβασης, κρίθηκε δε ότι η εφαρμογή ποινικών κανόνων με θρησκευτικό υπόβαθρο δεν αρκεί αφ' εαυτής για να θεμελιώσει δίωξη λόγω θρησκείας ή πολιτικής πεποίθησης, εφόσον δεν προκύπτουν πρόσθετα στοιχεία ως προς την αντίληψη των αρχών για το πρόσωπο.[40][41]
Τέτοια πρόσθετα στοιχεία δεν προκύπτουν εν προκειμένω. Δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής εξέφρασε ή ότι οι ιρανικές αρχές τού απέδωσαν αντιθρησκευτική πεποίθηση, απόρριψη του Ισλάμ, πολιτική τοποθέτηση ή άλλη προστατευόμενη ιδιότητα. Η ποινική διαδικασία και οι επιβληθείσες ποινές συνδέονται με τις συγκεκριμένες πράξεις για τις οποίες κατηγορήθηκε και όχι με προστατευόμενο χαρακτηριστικό του.
Ούτε από τη στοχοποίηση εκ μέρους της οικογένειας της αποβιώσασας προκύπτει σύνδεση με λόγο του άρθρου 10. Από τα αποδεκτά περιστατικά προκύπτει ότι η αντίδρασή της συνδέεται με την προγαμιαία σεξουαλική σχέση, την απώλεια της παρθενίας της αποβιώσασας και την αντίληψη περί προσβολής της οικογενειακής τιμής, και όχι με πραγματική ή αποδιδόμενη θρησκευτική ή πολιτική πεποίθηση του Αιτητή.
Περαιτέρω, τα περιστατικά αυτά δεν αρκούν για τη συγκρότηση ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας. Το ΔΕΕ έχει διευκρινίσει ότι η ύπαρξη ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας πρέπει να διαπιστώνεται ανεξάρτητα από τις πράξεις δίωξης που ενδέχεται να υφίστανται τα μέλη της, μολονότι οι πράξεις δίωξης ή διακρίσεων μπορούν να συνεκτιμηθούν κατά την εκτίμηση της κοινωνικής αντίληψης της ομάδας.[42] Δεν προκύπτει, στην παρούσα περίπτωση, ότι άνδρες που έχουν παραβιάσει κανόνες περί προγαμιαίων σχέσεων ή πρόσωπα που έχουν παραβιάσει κοινωνικούς ή ηθικούς κανόνες συγκροτούν, ανεξάρτητα από την ίδια τη δίωξη που υφίστανται, ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα κατά την έννοια του άρθρου 10. Ειδικότερα, δεν έχει καταδειχθεί ότι οι άντρες αυτοί συνδέονται με κοινό εγγενές χαρακτηριστικό, αμετάβλητο ιστορικό υπόβαθρο ή χαρακτηριστικό ή πεποίθηση θεμελιώδη για την ταυτότητα ή τη συνείδησή τους, ούτε ότι γίνονται αντιληπτά από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο ως διακριτή ομάδα με ιδιαίτερη κοινωνική ταυτότητα. Η ενδεχόμενη κοινωνική αποδοκιμασία ή επιβολή κυρώσεων λόγω παραβίασης των κοινωνικών ή ηθικών κανόνων δεν αρκεί, αφ' εαυτής, για τη στοιχειοθέτηση ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, δεδομένου ότι η ύπαρξή της δεν δύναται να προσδιορίζεται αποκλειστικά βάσει των πράξεων δίωξης που ενδεχομένως υφίστανται τα μέλη της.
Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι ο επικαλούμενος από τον Αιτητή φόβος δίωξης ερείδεται σε συγκεκριμένο και μεμονωμένο περιστατικό παραβίασης των κοινωνικών ή ηθικών κανόνων που διέπουν τις προγαμιαίες σχέσεις στη χώρα καταγωγής του και όχι σε κάποιο γενικότερο ή διαρκές χαρακτηριστικό του, το οποίο θα μπορούσε, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να θεμελιώσει την υπαγωγή του σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Η διάκριση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία και κατά την αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου, δεδομένου ότι η εξέταση της ανάγκης παροχής διεθνούς προστασίας δεν εξαντλείται στη διαπίστωση της επέλευσης ενός περιστατικού στο παρελθόν, αλλά προϋποθέτει την εξατομικευμένη εκτίμηση του κατά πόσον υφίσταται βάσιμη πιθανότητα ο Αιτητής να υποστεί πράξεις δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Υπό το πρίσμα αυτό, η επίκληση ενός μεμονωμένου περιστατικού παραβίασης ηθικών κανόνων, χωρίς την ύπαρξη πρόσθετων στοιχείων που να καταδεικνύουν συνεχιζόμενο ενδιαφέρον των φερόμενων φορέων δίωξης προς το πρόσωπο του Αιτητή, διαρκή στοχοποίησή του ή άλλες συγκεκριμένες περιστάσεις από τις οποίες να προκύπτει ότι εξακολουθεί να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας του εν λόγω περιστατικού, δεν επαρκεί, από μόνη της, για τη θεμελίωση βάσιμου και αντικειμενικά δικαιολογημένου φόβου μελλοντικής δίωξης.
Συνεπώς, εφόσον δεν προκύπτουν συγκεκριμένα και επαρκώς τεκμηριωμένα στοιχεία που να συνδέουν το επικαλούμενο παρελθοντικό περιστατικό με πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο μελλοντικής δίωξης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο Αιτητής έχει θεμελιώσει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγο που εμπίπτει στο άρθρο 10 του Κανονισμού. Η διαπίστωση αυτή τελεί, πάντως, υπό την επιφύλαξη της εξέτασης τυχόν κινδύνου σοβαρής βλάβης κατά τις διατάξεις περί επικουρικής προστασίας.
Τέλος, κατ’ άρθρο 3 παράγραφος 9 του Κανονισμού ο απαιτούμενος σύνδεσμος μπορεί να αφορά όχι μόνο τις ίδιες τις πράξεις δίωξης αλλά και την έλλειψη προστασίας έναντι αυτών. Εν προκειμένω, δεν προκύπτει ότι η αδυναμία ή απροθυμία των κρατικών αρχών να παράσχουν αποτελεσματική προστασία έναντι της οικογένειας της αποβιώσασας οφείλεται στη φυλή, τη θρησκεία, την ιθαγένεια, τις πολιτικές πεποιθήσεις ή την ιδιότητα μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας του Αιτητή.
Συνεπώς, παρά τη διαπίστωση βάσιμου φόβου και πράξεων δίωξης, δεν αποδεικνύεται η απαιτούμενη σύνδεση με έναν από τους λόγους του άρθρου 10 του Κανονισμού και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αναγνώρισης του Αιτητή ως πρόσφυγα.
Επικουρική προστασία
Κατόπιν της κατάληξης ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγας, το Δικαστήριο προχωρεί σε αυτοτελή εξέταση κατά πόσον συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος επικουρικής προστασίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 3(6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, ως πρόσωπο επιλέξιμο για συμπληρωματική προστασία νοείται ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής ο οποίος, μολονότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισης ως πρόσφυγας, εντούτοις υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να θεωρείται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 15 του ιδίου Κανονισμού (βλ. αυτούσιο «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία»: ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής που δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν το εν λόγω πρόσωπο επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του ή, στην περίπτωση ανιθαγενούς, στη χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως ορίζεται στο άρθρο 15, και στον οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 17 παράγραφοι 1 και 2 και ο οποίος δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας·»). Κατά το άρθρο 15, ως σοβαρή βλάβη νοείται: (α) η θανατική ποινή ή εκτέλεση, (β) τα βασανιστήρια ή η απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτούντος στη χώρα καταγωγής του και (γ) η σοβαρή και ατομική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Συναφώς, το ΔΕΕ έχει διευκρινίσει ότι οι τρεις μορφές σοβαρής βλάβης αποτελούν αυτοτελείς βάσεις συμπληρωματικής προστασίας και ότι κατά την αξιολόγηση πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία που αφορούν τόσο την ατομική κατάσταση και τις προσωπικές περιστάσεις του αιτούντος όσο και τη γενικότερη κατάσταση στη χώρα καταγωγής του (απόφαση ΔΕΕ της 9ης Νοεμβρίου 2023, C-125/22, X, Y και τα τέκνα τους, σκ. 35-44) ενώ πριν την απόρριψη αίτησης διεθνούς προστασίας ως αβάσιμης, πρέπει να εξετάζεται εάν ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για καθεστώς πρόσφυγα και, εφόσον όχι, για καθεστώς επικουρικής προστασίας (βλ. απόφαση ΔΕΕ της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Ahmed, C‑369/17, σκέψη 39 και απόφαση ΔΕΕ της 20ής Νοεμβρίου 2025, C-195/25, Framholm, σκ. 52). Στη δε αιτιολογική σκέψη 33 της οδηγίας 2011/95 αναφέρεται ότι «Η επικουρική προστασία θα πρέπει να είναι συμπληρωματική και πρόσθετη σε σχέση με το καθεστώς προστασίας των προσφύγων που έχει θεσμοθετηθεί με τη σύμβαση της Γενεύης».
Σύμφωνα με την ανωτέρω ανάλυση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή, δεν μπορεί να παραχωρηθεί σε αυτόν καθεστώς επικουρικής προστασίας επί τη βάσει του άρθρου 15(α) του Κανονισμού, καθώς δεν έχει στοιχειοθετηθεί πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης υπό την μορφή επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης.
Εντούτοις, στη βάση της αποδεκτής μαρτυρίας και ισχυρισμών του, υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό τη μορφή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας (βλ. άρθρο 15(β) του Κανονισμού).
Ειδικότερα, με το τεκμήριο ΙΒ, ο Αιτητής προσκόμισε την απόφαση του 4ου Τμήματος του Ποινικού Δικαστηρίου Μπορουτζέρντ, βάσει της οποίας κρίθηκε ένοχος, κατόπιν καταγγελίας για παράνομη σχέση, βίαιη είσοδο σε ξένη οικία, ρήξη του παρθενικού υμένα και διενέργεια μη αδειοτημένων ιατρικών πράξεων και του επιβλήθηκε δεκαετής ποινή φυλάκισης, ποινή 99 μαστιγωμάτων και χρηματική ποινή.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα τεκμήρια ΙΓ έως ΙΕ, που αφορούν εντάλματα σύλληψης και εισόδου σε κατοικία, έχουν εκκινήσει προσπάθειες εκτέλεσης της απόφασης αυτής από τις αρμόδιες αρχές, οι οποίες, σύμφωνα και με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που αναφέρθηκαν ανωτέρω, λαμβάνουν χώρα αφού εξαντληθούν τα διαθέσιμα ένδικα μέσα.
Πρόσφατες δε πληροφορίες σε σχέση με τα ανωτέρω καταγράφουν ότι οι σωματικές ποινές εξακολουθούν να εκτελούνται στο Ιράν. Σε έκθεση που δημοσιεύθηκε στις 21 Απριλίου 2026 και αφορά την περίοδο 2025/2026, η Διεθνής Αμνηστία αναφέρει ότι οι ιρανικές αρχές συνέχισαν να εφαρμόζουν σωματικές ποινές που συνιστούν βασανιστήρια, περιλαμβανομένης της μαστίγωσης και του ακρωτηριασμού. [43] Ενδεικτικά αναφέρονται η εκτέλεση ποινής 74 μαστιγωμάτων στον Ιρανό τραγουδιστή Mehdi Yarrahi τον Μάρτιο του2025 για τραγούδι διαμαρτυρίας[44], η εκτέλεση ποινών 31 μαστιγωμάτων στις ακτιβίστριες Neda Dadajani και Setayesh (Behnush) Sarabi στις 22.8.2026.[45] Όπως προκύπτει από τις μηνιαίες εκθέσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα στο Ιράν του Human Rights Activists News Agency (HRANA) μέχρι και σήμερα επιβάλλονται και εκτελούνται από τις αρχές ποινές μαστιγωμάτων.[46]
Η απαγόρευση των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης είναι απόλυτη. Το ΕΔΔΑ στην G.S. κατά Βουλγαρίας έκρινε ότι ποινή μαστιγωμάτων είναι αντίθετη προς το άρθρο 3 ΕΣΔΑ.[47] Κρίνω ότι οι πληροφορίες που έχω στη διάθεση μου, ενδυναμώνουν το συμπέρασμά μου ότι ο Αιτητής διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποβληθεί σε ποινή μαστιγώματος σε περίπτωση επιστροφής του στο Ιράν. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κίνδυνος που αντιμετωπίζει ο Αιτητής άμα τη επιστροφή του έχει αποδειχθεί επαρκώς.
Υπό τα δεδομένα αυτά, υφίστανται ουσιώδεις λόγοι να θεωρείται ότι, σε περίπτωση επιστροφής, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο εκτέλεσης της ήδη επιβληθείσας ποινής και, συνεπώς, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης κατά το άρθρο 15 στοιχείο β΄.
Περαιτέρω, σημειώνεται ότι σύμφωνα με την παράγραφο 2 του αρ. 8 όταν το κράτος ή οι φορείς του κράτους είναι οι φορείς δίωξης ή σοβαρής βλάβης, η αποφαινόμενη αρχή τεκμαίρει ότι ο αιτών δεν έχει στη διάθεσή του αποτελεσματική προστασία και δεν χρειάζεται να διενεργηθεί εξέταση εναλλακτικής εγχώριας προστασίας.
Περαιτέρω, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δεν προκύπτει ότι συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος αποκλεισμού από το καθεστώς επικουρικής προστασίας που προβλέπονται στο αρ. 17 του Κανονισμού 2024/1347 ΕΕ.
Υπό το φως των πιο πάνω, η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται δυνάμει του άρθρου 146(4)(δ) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου [Ν.73(Ι)/18], και ο Αιτητής αναγνωρίζεται ως δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας. Επιδικάζονται €2.500 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση.
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Iran Human Rights Documentation Center (IHRDC), Islamic Penal Code of the Islamic Republic of Iran – Books One & Two, Article 221; UK Home Office, Country Policy and Information Note: ‘Zina’ (sex outside of marriage and adultery), Iran, April 2026, §§ 7.2.1–7.2.4. https://iranhrdc.org/islamic-penal-code-of-the-islamic-republic-of-iran-book-one-book-two/ (ημερομηνία προβολής 6/8/2026)
[2] IHRDC, Islamic Penal Code, Articles 226–230; UK Home Office, CPIN: ‘Zina’, Iran, April 2026, §§ 7.2.6–7.2.8. https://www.gov.uk/government/publications/iran-country-policy-and-information-notes/country-policy-and-information-note-zina-sex-outside-of-marriage-and-adultery-iran-april-2026-accessible (ημερομηνία προβολής 6/8/2026)
[3] Iran Human Rights Documentation Center, Islamic Penal Code of the Islamic Republic of Iran – Book Five, Article 637. https://iranhrdc.org/islamic-penal-code-of-the-islamic-republic-of-iran-book-five/
[4] Danish Immigration Service & Danish Refugee Council, Iran: Relations outside of marriage in Iran and marriages without the accept of the family, February 2018, pp. 5–6. https://www.nyidanmark.dk/-/media/Files/US/Landerapporter/Report---relations-outside-of-marriage-220218.pdf (ημερομηνία προβολής 6/8/2026)
[5] Danish Immigration Service & Danish Refugee Council, Iran: Relations outside of marriage in Iran and marriages without the accept of the family, February 2018, p. 6. https://www.refworld.org/reference/countryrep/dis/2018/120684 (ημερομηνία προβολής 6/8/2026)
[6] Abdorrahman Boroumand Center, Qazvin Province Judiciary case, 13 May 2015, διαθέσιμο σε : https://www.iranrights.org/library/document/2902 (ημερομηνία προβολής 6/8/2026)
[7] EUAA, Country Guidance: Iran, January 2025, profile concerning persons perceived to have transgressed Islamic norms and laws. https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-01/2025_01_Country_Guidance_Iran_0.pdf (ημερομηνία προβολής 6/8/2026)
[8] Iran, Code of Criminal Procedure, 2016, Article 170, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 6/08/2026)
[9] Amnesty International, Flawed Reforms: Iran's New Code of Criminal Procedure, 10 February 2016, σελ. 31, available at: https://www.refworld.org/docid/574d46534.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 6/8/2026)
[10] APCI, Review of the COI Service’s Iran COI Report of August 2008, 23 September 2008, cited in: United Kingdom, Home Office, Country of Origin Information Report Iran, 31 August 2010, p. 59, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 6/8/2026)
[11] APCI, Review of the COI Service’s Iran COI Report of August 2008, 23 September 2008, partially accessible via United Kingdom, Home Office, Country of Origin Information Report Iran, 31 August 2010, pp. 58-59 https://www.justice.gov/sites/default/files/eoir/legacy/2013/06/12/iran080609.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 6/8/2026)
[12] Joint report from LandInfo aand others-Iran-Criminal proceedings and documents December 2021, σελίδες 76-77,https://coi.euaa.europa.eu/administration/belgium/PLib/joint_coi_report._criminal_procedures_and_documents_20211206.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 6/8/2026)
[13] Όπ΄.π.
[14] Iran Human Rights Documentation Center (IHRDC), Islamic Penal Code of the Islamic Republic of Iran – Book Five, Article 637,https://iranhrdc.org/islamic-penal-code-of-the-islamic-republic-of-iran-book-five/(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 6/8/2026).
[15] Iran Human Rights Documentation Center (IHRDC), Islamic Penal Code of the Islamic Republic of Iran – Book Five, Article 691,https://iranhrdc.org/islamic-penal-code-of-the-islamic-republic-of-iran-book-five/(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 6/8/2026).
[16] Iran Human Rights Documentation Center (IHRDC), English Translation of Books I & II of the New Islamic Penal Code, Articles 221 and 224,https://iranhrdc.org/english-translation-of-books-i-ii-of-the-new-islamic-penal-code/(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 6/8/2026).
[17] Iran Human Rights Documentation Center (IHRDC), English Translation of Books I & II of the New Islamic Penal Code, Article 231,https://iranhrdc.org/english-translation-of-books-i-ii-of-the-new-islamic-penal-code/(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 6/8/2026).
[18] Landinfo, CGRS & SEM, Iran: Criminal procedures and documents, December 2021, σελ. 81, ενότητα 3.3, Implementation of judgement, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 6/8/2026)
[19] Όπ.π., σελ. 83, ενότητα 3.3.1, Summons & arrest warrant & travel ban (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 6/8/2026)
[20] Landinfo, CGRS & SEM, Iran: Criminal Procedures and Documents, December 2021, section 3.3, “Implementation of judgment”, pp. 81–83. https://www.sem.admin.ch/dam/sem/en/data/internationales/herkunftslaender/asien-nahost/irn/irn-ber-strafverfahren-e.pdf.download.pdf/irn-ber-strafverfahren-e.pdf (ημερομηνία προβολής 6/8/2026)
[21] Abdorrahman Boroumand Center for Human Rights in Iran / Iran Human Rights Documentation Center, Islamic Penal Code of the Islamic Republic of Iran (2013), Article 107. https://www.iranrights.org/library/document/3430 (ημερομηνία προβολής 6/8/2026)
[22] Amnesty International, Iran 2025, Annual Report 2025/26, section “Torture and other ill-treatment”, reporting that corporal punishments amounting to torture, including flogging, continued to be implemented in 2025. https://www.amnesty.org/en/location/middle-east-and-north-africa/iran/report-iran/ (ημερομηνία προβολής 6/8/2026)
[23] Amnesty International, “Iran: Authorities target women’s rights activists with arbitrary arrest, flogging and death penalty”, 17 March 2025, recording that singer Mehdi Yarrahi’s sentence of 74 lashes was carried out on 5 March 2025. https://www.amnesty.org/en/latest/news/2025/03/iran-authorities-target-womens-rights-activists-with-arbitrary-arrest-flogging-and-death-penalty/ (ημερομηνία προβολής 6/8/2026)
[24] United Kingdom Home Office, Country Policy and Information Note: ‘Zina’ (sex outside of marriage and adultery), Iran, Version 5.0, April 2026, sections 3.2 and 9.4 (. https://www.gov.uk/government/publications/iran-country-policy-and-information-notes/country-policy-and-information-note-zina-sex-outside-of-marriage-and-adultery-iran-april-2026-accessible (ημερομηνία προβολής 6/8/2026)
[25] United Kingdom Home Office, Country Policy and Information Note: ‘Zina’ (sex outside of marriage and adultery), Iran, Version 5.0, April 2026, section 4 (state protection), noting that a person with a well-founded fear from a non-state actor is in general unlikely to obtain effective state protection in zina-related cases. https://www.gov.uk/government/publications/iran-country-policy-and-information-notes/country-policy-and-information-note-zina-sex-outside-of-marriage-and-adultery-iran-april-2026-accessible (ημερομηνία προβολής 6/8/2026)
[26] Al Jazeera, Maziar Motamedi, “Young Iranians defy tattoo taboo”, 8 March 2021. https://www.aljazeera.com/news/2021/3/8/dangerous-irans-tattoo-artists (ημερομηνία προβολής 6/8/2026)
[27] Agence France-Presse, “‘Ink Me Up’: Iran Tattoo Artists Aim to Leave Mark”, republished by Voice of America, 4 December 2023. https://www.voanews.com/a/ink-me-up-iran-tattoo-artists-aim-to-leave-mark-/7384569.html (ημερομηνία προβολής 6/8/2026)
[28] Agence France-Presse, “‘Ink Me Up’: Iran Tattoo Artists Aim to Leave Mark”, republished by Voice of America, 4 December 2023. https://www.voanews.com/a/ink-me-up-iran-tattoo-artists-aim-to-leave-mark-/7384569.html
[29] IranWire, “Ink of Faith: Rising Tattoo Trend in Iran Amid Challenges”, 2024.. https://iranwire.com/en/features/126118-ink-of-faith-rising-tattoo-trend-in-iran-amid-challenges/ (ημερομηνία προβολής 6/8/2026)
[30] UK Home Office, Country Policy and Information Note: Christians and Christian converts, Iran, Version 8.0, June 2026, section 10.10.1. https://www.gov.uk/government/publications/iran-country-policy-and-information-notes/country-policy-and-information-note-christians-and-christian-converts-iran-june-2026-accessible (ημερομηνία προβολής 6/8/2026)
[31] Australian Department of Home Affairs, Country of Origin Information Services Section, Common Claims: Iran, effective 7 September 2021, section on tattoos and tattoo artists. https://www.homeaffairs.gov.au/foi/files/2022/fa-220600882-document-released.PDF (ημερομηνία προβολής 6/8/2026)
[32]Australian Department of Foreign Affairs and Trade (DFAT), Country Information Report: Iran, 24 July 2023, paras. 2.145-2.146. https://www.dfat.gov.au/sites/default/files/country-information-report-iran.pdf (ημερομηνία προβολής 6/8/2026)
[33] Hengaw Organization for Human Rights, “Four arrested in Tehran, Kerman, and Shiraz”, 24 February 2026. The report identifies painter and tattoo artist Amirali Moradi among detainees and states that he faces security-related charges. https://hengaw.net/en/news/2026/02/article-148 (ημερομηνία προβολής 6/8/2026)
[34] Iran Human Rights, “Political Prisoners Manouchehr Fallah and Peyman Farahvar Await Supreme Court Ruling in Death Penalty Cases”, 2025. The source identifies Manouchehr Fallah as a tattoo artist but describes the charges as moharebeh and propaganda-related conduct, not tattooing. https://iranhr.net/en/articles/7759/ (ημερομηνία προβολής 6/8/2026)
[35] Hengaw Organization for Human Rights, “Five women and one 17-year-old child arrested by Iranian government forces”, 12 February 2026. https://hengaw.net/en/news/2026/02/article-62 (ημερομηνία προβολής 6/8/2026)
[36] ΕΔΔΑ, G.S. κατά Βουλγαρίας, αρ. 36538/17, 4.4.2019, §§ 81-94, σχετικά με κίνδυνο έκδοσης στο Ιράν και επιβολή μαστιγώματος υπό το άρθρο 3 ΕΣΔΑ. https://hudoc.echr.coe.int/app/conversion/docx/pdf?filename=CASE+OF+G.S.+v.+BULGARIA.pdf&id=001-192543&library=ECHR&logEvent=False (ημερομηνία προβολής 6/8/2026)
[37] UNHCR, Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status, §§ 56-60:. https://www.unhcr.org/sites/default/files/legacy-pdf/4aa76d6e9.pdf (ημερομηνία προβολής 6/8/2026)
[38] UNHCR, Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status, §§ 56-60. https://www.unhcr.org/sites/default/files/legacy-pdf/4aa76d6e9.pdf (ημερομηνία προβολής 6/8/2026)
[39] ΔΕΕ, Bundesrepublik Deutschland κατά Y και Z, C-71/11 και C-99/11, 5.9.2012, ιδίως σκ. 63-69,. https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX:62011CJ0071 (ημερομηνία προβολής 6/8/2026)
[40] UK Immigration Appeal Tribunal, HA (Article 3 – Refugee – Adultery – Punishment) Iran CG [2003] UKIAT 00095, ιδίως §§34-46, ιδίως §§41-46: https://tribunalsdecisions.service.gov.uk/utiac/2003-ukiat-95 (ημερομηνία προβολής 6/8/2026)
[41]UK Immigration Appeal Tribunal, ME (Male Adulterer – Convention Reason? – Risk) Iran CG [2003] UKIAT 00166, ιδίως §§ 9-12. https://tribunalsdecisions.service.gov.uk/utiac/38587 (ημερομηνία προβολής 6/8/2026)
[42] ΔΕΕ, WS, C-621/21, απόφαση 16.1.2024, ECLI:EU:C:2024:47, ιδίως σκ. 54-56: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX:62021CJ0621 (ημερομηνία προβολής 6/8/2026)
[43] Amnesty International, Iran 2025, Annual Report 2025/26, ενότητα “Torture and other ill-treatment”, https://www.amnesty.org/en/location/middle-east-and-north-africa/iran/report-iran/ (ημερομηνία προβολής 6/08/2026)
[44] Iran International, Iranian singer Mehdi Yarrahi receives 74 lashes, lawyer says, 5 March 2025, https://www.iranintl.com/en/202503050714
[45] HENGAW Organization, Activists Neda Dadejani and Setayesh Sarabi flogged and imprisoned, 25.8.2026https://hengaw.net/en/news/2026/08/article-160
[46] Ενδεικτικά: HRANA, Monthly Report – June 2026: Human Rights Situation in Iran, https://www.en-hrana.org/monthly-report-june-2026-human-rights-situation-in-iran/
Monthly Report – July 2026: Human Rights Situation in Iran, https://www.en-hrana.org/monthly-report-july-2026-human-rights-situation-in-iran/ , Monthly Report – August 2026: Human Rights Situation in Iran, https://www.en-hrana.org/monthly-report-august-2026-human-rights-situation-in-iran/ (ημερομηνία προβολής 16//10/2026)
[47] ΕΔΔΑ, G.S. κατά Βουλγαρίας, αρ. 36538/17, 4.4.2019, §§ 81-94. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ποινή έως 74 μαστιγωμάτων στο Ιράν είναι αντίθετη προς το άρθρο 3 ΕΣΔΑ και ότι τέτοια τιμωρία πρέπει να θεωρείται βασανιστήριο. https://hudoc.echr.coe.int/app/conversion/docx/pdf?filename=CASE+OF+G.S.+v.+BULGARIA.pdf&id=001-192543&library=ECHR&logEvent=False (ημερομηνία προβολής 6/08/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο