ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Νομική Αρωγή αρ. 57/2026
15 Σεπτεμβρίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2002,
Ν. 168(Ι)/2002 ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ (ΑΡ.1) ΤΟΥ 2003
ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ:
A.S.J.
από Σομαλία
Αιτητής
Ο Αιτητής εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως
Για τους Καθ' ων η αίτηση: Α. Φιλίππου (κος), για Λ. Βελίκοβα (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
[ Yasin Mohamed – Διερμηνέας, για διερμηνεία από την σομάλι στην αγγλική
Στ. Θεοδοσίου (κος)- Διερμηνέας, για διερμηνεία από την αγγλική στην ελληνική και αντίστροφα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
E. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής, με την καταχωρισθείσα αίτησή του, επιζητά την παροχή δωρεάν νομικής αρωγής δυνάμει του άρθρου 6Β του περί Νομικής Αρωγής Νόμου, με σκοπό τον διορισμό δικηγόρου για την προώθηση της προσφυγής αρ. 1143/26, η οποία καταχωρίστηκε εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 30.04.2026, η οποία του κοινοποιήθηκε στις 19.05.2026 και με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του για αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Η συνήγορος που εμφανίζεται για τον Γενικό Εισαγγελέα καταχώρισε σημείωμα με το οποίο έφερε ένσταση στο αίτημα του Αιτητή, παραπέμποντας στα γεγονότα της υπόθεσης και επισυνάπτοντας τα σχετικά στοιχεία επί των οποίων στηρίχθηκαν οι Καθ’ ων η αίτηση για την απόρριψη της αίτησής του για διεθνή προστασία.
Από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο Αιτητής είναι υπήκοος Σομαλίας, με τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής την Boame (Boocame), στην περιφέρεια Sool. Εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές μέσω των κατεχομένων και υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στις 18.02.2026.
Κατά την αρχική διαδικασία εξέτασης του αιτήματός του ανέκυψε ζήτημα ως προς την ηλικία του. Στις 27.02.2026 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη για σκοπούς εξακρίβωσης της ηλικίας του και, κατόπιν ιατρικών και οδοντιατρικών εξετάσεων, η αρμόδια λειτουργός εισηγήθηκε όπως ο Αιτητής θεωρηθεί ενήλικας. Η σχετική εισήγηση εγκρίθηκε στις 20.03.2026 και ο Αιτητής ενημερώθηκε σχετικώς. Ο ίδιος είχε υποστηρίξει ότι κατά το ταξίδι του προς την Κύπρο ήταν 17 ετών και μερικών ημερών και ότι τα ταξιδιωτικά και λοιπά έγγραφα που αποδείκνυαν την ηλικία του είχαν παραμείνει στην κατοχή του διακινητή.
Σύμφωνα με τα όσα κατέγραψε στην αίτησή του, ο Αιτητής εγκατέλειψε τη Σομαλία κυρίως επειδή μέλη της οργάνωσης Al-Shabaab τον απείλησαν ότι θα τον σκοτώσουν, μετά την άρνησή του να ενταχθεί στην οργάνωση. Περαιτέρω, ανέφερε ότι αντιμετώπιζε διακρίσεις στην κοινωνία λόγω του γεγονότος ότι είχε μεγαλώσει χωρίς γονείς και χωρίς ουσιαστικό οικογενειακό στήριγμα.
Κατά το κρίσιμο στάδιο των συνεντεύξεών του, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στις 21.04.2026 και 22.04.2026, ο Αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Boame της περιφέρειας Sool και ότι αυτή αποτέλεσε τον τελευταίο τόπο διαμονής του πριν από την αναχώρησή του από τη Σομαλία. Δήλωσε ότι δεν παρακολούθησε κανονικό σχολείο, αλλά μόνο σχολείο Κορανίου από το 2020 μέχρι το 2025, ότι διαθέτει πολύ περιορισμένη ικανότητα ανάγνωσης και γραφής και ότι δεν είχε εργαστεί ποτέ στη χώρα καταγωγής του.
Ως προς τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, ο Αιτητής προέβαλε ότι στερείται γονέων, αδελφών και άλλων συγγενών στη Σομαλία. Ανέφερε ότι ανατράφηκε από γυναίκα την οποία θεωρούσε γιαγιά του και η οποία απεβίωσε τον Οκτώβριο του 2025. Κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων προέκυψαν, ωστόσο, διαφοροποιήσεις στους ισχυρισμούς του ως προς τη βιολογική σχέση του με την εν λόγω γυναίκα, τις πληροφορίες που αυτή του είχε μεταφέρει για τους γονείς του και τις συνθήκες υπό τις οποίες ο ίδιος είχε περιέλθει στη φροντίδα της.
Ο Αιτητής υποστήριξε επίσης ότι η οικονομική του κατάσταση στη Σομαλία ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, ότι κατά περιόδους δεν μπορούσε να καλύψει βασικές ανάγκες διαβίωσης και ότι, μετά τον θάνατο της γυναίκας που τον μεγάλωσε, στηριζόταν στη βοήθεια γειτόνων. Ανέφερε ότι δεν είχε εργαστεί ποτέ και ότι χρηματοδότησε το ταξίδι του προς την Κύπρο μέσω της πώλησης τεμαχίου γης που του είχε παραχωρηθεί.
Αναφορικά με τις διακρίσεις που ισχυρίστηκε ότι αντιμετώπιζε, ο Αιτητής ανέφερε ότι αυτές συνδέονταν με την απουσία γονέων, οικογενειακού δικτύου και, κατά τους ισχυρισμούς του, πραγματικής φυλετικής προστασίας. Υποστήριξε ότι η κατάσταση αυτή τον επηρέαζε στην εκπαίδευση, στην εργασία, στις συναλλαγές του με τις δημόσιες υπηρεσίες και γενικότερα στην καθημερινή κοινωνική του ζωή. Ανέφερε ότι δεχόταν προσβλητικούς χαρακτηρισμούς, ότι δεν αντιμετωπιζόταν ισότιμα και ότι η κατάσταση αυτή επηρέασε τόσο την ψυχολογική όσο και τη σωματική του κατάσταση.
Ως προς τη φυλετική του καταγωγή, ο Αιτητής ανέφερε κατά τις συνεντεύξεις ότι η γυναίκα που τον μεγάλωσε τού είχε αναφέρει ότι ανήκει στη φυλή Dhulbahante. Σε άλλα σημεία, ωστόσο, υποστήριξε ότι στην πραγματικότητα δεν γνωρίζει τη φυλετική του καταγωγή και ότι η σχετική πληροφορία είχε δοθεί από τη γυναίκα αυτή χωρίς να γνωρίζει την πραγματική του καταγωγή.
Αναφορικά με τον δεύτερο βασικό λόγο αναχώρησής του από τη χώρα, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι μέλη της Al-Shabaab τον προσέγγισαν μετά τον θάνατο της γυναίκας που τον μεγάλωσε, θεωρώντας τον ευάλωτο λόγω της απουσίας οικογένειας και φυλετικής προστασίας. Ανέφερε ότι τον προσέγγισαν δύο φορές εντός του Νοεμβρίου 2025, ότι του ζήτησαν να ενταχθεί στην οργάνωση και να τους παρέχει πληροφορίες από την περιοχή, ότι κατά τη δεύτερη προσέγγιση τον χτύπησαν και ότι τον απείλησαν πως θα τον σκοτώσουν ή θα τον αποκεφαλίσουν εάν αρνείτο να συνεργαστεί. Δήλωσε ότι, μετά το περιστατικό αυτό, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα.
Ερωτηθείς τι φοβάται σε περίπτωση επιστροφής στη Σομαλία, ο Αιτητής επικαλέστηκε αφενός τη συνέχιση των διακρίσεων λόγω της απουσίας οικογενειακού και φυλετικού δικτύου και αφετέρου τον κίνδυνο να εντοπιστεί και να θανατωθεί από μέλη της Al-Shabaab. Υποστήριξε περαιτέρω ότι δεν θεωρεί πως οι αρχές της χώρας του είναι σε θέση να του παράσχουν αποτελεσματική προστασία και ότι δεν θα μπορούσε να εγκατασταθεί με ασφάλεια σε άλλη περιοχή της Σομαλίας, λόγω της σημασίας που έχει το φυλετικό σύστημα στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας.
Η Υπηρεσία Ασύλου, κατά την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, απομόνωσε τρεις βασικούς ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορούσε την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής, τα προσωπικά στοιχεία και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή. Ο δεύτερος αφορούσε τις διακρίσεις που ο Αιτητής υποστήριξε ότι δεχόταν λόγω της απουσίας γονέων και οικογενειακού ή φυλετικού στηρίγματος. Ο τρίτος αφορούσε την ισχυριζόμενη απόπειρα εξαναγκαστικής στρατολόγησής του από την Al-Shabaab και τις απειλές εναντίον της ζωής του.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, με εξαίρεση επιμέρους αναφορές του Αιτητή ως προς τον θάνατο των γονέων του και τη διαβίωσή του με τη γυναίκα που τον μεγάλωσε, για τις οποίες διαπιστώθηκαν ασάφειες και ανακολουθίες. Αντίθετα, ο δεύτερος και ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκαν.
Ως προς τον ισχυρισμό περί διακρίσεων, η Υπηρεσία Ασύλου έκρινε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή χαρακτηρίζονταν από ασάφειες, γενικόλογες αναφορές, ελλιπή τεκμηρίωση και έλλειψη επαρκών βιωματικών λεπτομερειών. Θεώρησε ότι ο Αιτητής δεν παρέθεσε συγκεκριμένα περιστατικά ικανά να τεκμηριώσουν ότι η μεταχείριση την οποία επικαλέστηκε είχε λάβει τέτοια έκταση ή ένταση ώστε να θεμελιώνει σχετικό κίνδυνο δίωξης.
Σε σχέση με την ισχυριζόμενη απόπειρα στρατολόγησης από την Al-Shabaab, η Υπηρεσία Ασύλου εντόπισε ανακολουθίες και ελλείψεις ως προς τον τρόπο προσέγγισης του Αιτητή, τα καθήκοντα που φέρεται να του ζήτησαν να αναλάβει, τις απειλές που διατυπώθηκαν εναντίον του και τη σχέση των εν λόγω περιστατικών με την έλλειψη φυλετικής προστασίας. Έκρινε, συνακόλουθα, ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν ήταν επαρκώς συνεκτικός και τεκμηριωμένος και τον απέρριψε.
Ακολούθως, η Υπηρεσία Ασύλου προέβη σε αξιολόγηση κινδύνου στη βάση των πραγματικών περιστατικών που έγιναν αποδεκτά και του προσωπικού προφίλ του Αιτητή.
Ως προς την κατάσταση ασφαλείας στην περιφέρεια Sool, η Υπηρεσία έκρινε ότι υφίσταται μεν αδιάκριτη βία στο πλαίσιο της υφιστάμενης κατάστασης ένοπλης σύρραξης, πλην όμως το επίπεδό της δεν είναι τόσο υψηλό ώστε κάθε άμαχος να αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω της παρουσίας του και μόνο στην περιοχή. Έκρινε, συνεπώς, ότι απαιτούνταν η ύπαρξη πρόσθετων εξατομικευμένων περιστάσεων ικανών να αυξήσουν τον κίνδυνο για τον συγκεκριμένο Αιτητή.
Κατά την αξιολόγηση των προσωπικών του περιστάσεων, η Υπηρεσία Ασύλου έλαβε υπόψη ότι πρόκειται για νεαρό, υγιή ενήλικα άνδρα, γεννηθέντα την 01.02.2007, με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, ο οποίος είχε διαμείνει στην Boame για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Έκρινε ότι δεν προέκυψε ιδιαίτερη ευαλωτότητα ή άλλο εξατομικευμένο χαρακτηριστικό ικανό να αυξήσει ουσιωδώς τον κίνδυνο που απορρέει από την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή. Περαιτέρω, θεώρησε ότι η μακρόχρονη διαμονή του στην περιοχή τού παρέχει τη δυνατότητα να αναγνωρίζει τυχόν κινδύνους και να λαμβάνει μέτρα προστασίας.
Με βάση τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά, το προσωπικό προφίλ του Αιτητή και την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη, η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε ότι δεν υφίστανται βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Σομαλία και συγκεκριμένα στην Boame της περιφέρειας Sool, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει δίωξη για κάποιον από τους λόγους της Σύμβασης της Γενεύης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου.
Κατά συνέπεια, η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε στην απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας τόσο ως προς το καθεστώς του πρόσφυγα όσο και ως προς τη συμπληρωματική προστασία.
Η προϋπόθεση της πραγματικής πιθανότητας επιτυχίας της προσφυγής
Ο Αιτητής έχει καταχωρίσει προσφυγή κατά της δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 13 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 και συνεπώς η εξεταζόμενη περίπτωση εμπίπτει στο άρθρο 6Β(2)(α) του περί Νομικής Αρωγής Νόμου.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι η υπό κρίση αίτηση αφορά στην πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής και ότι συνεπώς πληρείται η πρώτη προϋπόθεση παραχώρησης δωρεάν νομικής αρωγής ως αυτή θεσπίζεται με το εδάφιο (αα) του άρθρου 6Β(2) (ανωτέρω), κρίσιμη καθίσταται η εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης, θεσπιζόμενης διά του εδαφίου (ββ) της ίδιας διάταξης, την ύπαρξη δηλαδή, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, πραγματικής πιθανότητας επιτυχίας της καταχωρισθείσας προσφυγής του.
Σύμφωνα με τη διαμορφωθείσα νομολογία, δίδεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσον, με βάση τα ενώπιον του στοιχεία, η προσφυγή του αιτητή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας[1].
Οι πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας θα πρέπει να εξετάζονται και υπό το φως της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου χωρίς να περιορίζεται αυθαίρετα η παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής και χωρίς να εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση του αιτητή διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη. Περαιτέρω όμως το Δικαστήριο, θα πρέπει να εξετάσει την αίτηση με βάση το υλικό που έχει ενώπιόν του χωρίς να δίδονται νομικές αρωγές ανεξέλεγκτα σε υποθέσεις που δεν έχουν πιθανότητες επιτυχίας[2].
Σημειώνεται δε, πως το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης για νομική αρωγή, δεν θα επηρεάσει την τελική έκβαση της προσφυγής που έχει ήδη καταχωριστεί από τον Αιτητή, εφόσον το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία δεν αποφασίζει επί της οριστικής τύχης της προσφυγής[3]. Σημειώνεται εξάλλου ότι, το Δικαστήριο προβαίνει στην αξιολόγηση της βασιμότητας της αίτησης παροχής νομικής αρωγής, στη βάση του υλικού που τίθεται ενώπιον του[4].
Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
Έχοντας μελετήσει την προσβαλλόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, την εισηγητική έκθεση, το πρακτικό της συνέντευξης του Αιτητή, καθώς και το σύνολο του ενώπιόν μου υλικού, διαπιστώνω ότι η Υπηρεσία Ασύλου προέβη σε εξέταση των ισχυρισμών του Αιτητή και αξιολόγησε τόσο το προσωπικό του προφίλ όσο και τους λόγους που ο ίδιος προέβαλε προς υποστήριξη του αιτήματός του για διεθνή προστασία.
Ωστόσο, κατά την παρούσα διαδικασία, η οποία περιορίζεται στην εξέταση της ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας επιτυχίας της προσφυγής και όχι στην οριστική κρίση επί της βασιμότητάς της, εντοπίζονται εκ πρώτης όψεως ορισμένα ζητήματα ως προς την πληρότητα και τη συνοχή της αξιολόγησης που διενεργήθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου.
Καταρχάς, δεν παραγνωρίζεται ότι η Υπηρεσία Ασύλου εντόπισε ουσιώδεις ασάφειες και ανακολουθίες στο αφήγημα του Αιτητή, ιδίως ως προς τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις και, κυρίως, ως προς τον ισχυρισμό ότι μέλη της Al-Shabaab επιχείρησαν να τον στρατολογήσουν και τον απείλησαν με θάνατο λόγω της άρνησής του να συνεργαστεί μαζί τους. Η Υπηρεσία έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι ο τρόπος με τον οποίο ο Αιτητής περιέγραψε την προσέγγισή του, τη συμπεριφορά των μελών της οργάνωσης και τον χρόνο που, κατά τα λεγόμενά του, του δόθηκε για να αποφασίσει κατά πόσο θα εντασσόταν σε αυτήν, παρουσίαζε ελλείψεις ως προς τη συνοχή και την ευλογοφάνειά του.
Οι διαπιστώσεις αυτές αποτελούν αναμφίβολα στοιχεία τα οποία θα πρέπει να συνεκτιμηθούν κατά την πλήρη εξέταση της προσφυγής και δεν προκύπτει, στο παρόν στάδιο, ότι η απόρριψη του συγκεκριμένου ισχυρισμού στερείται πραγματικής βάσης.
Εντούτοις, το ζήτημα που ανακύπτει εκ πρώτης όψεως δεν εξαντλείται στην αξιοπιστία του ισχυρισμού περί Al-Shabaab. Η Υπηρεσία Ασύλου αποδέχθηκε βασικά στοιχεία του προσωπικού προφίλ του Αιτητή, μεταξύ των οποίων ότι πρόκειται για ιδιαίτερα νεαρό άνδρα, γεννηθέντα την 01.02.2007, με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο και χωρίς επαγγελματική εμπειρία.
Περαιτέρω, από το υλικό της υπόθεσης προκύπτει ότι ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι δεν διαθέτει ουσιαστικό οικογενειακό δίκτυο στη Σομαλία, ότι το πρόσωπο που τον μεγάλωσε απεβίωσε πριν από την αναχώρησή του και ότι μετά τον θάνατό της εξαρτιόταν από τη βοήθεια τρίτων για την κάλυψη βασικών αναγκών διαβίωσης. Προέβαλε, επίσης, ότι η απουσία οικογένειας και σταθερού φυλετικού δικτύου τον εξέθετε σε κοινωνική απομόνωση και διακρίσεις.
Ανεξαρτήτως της τελικής αξιολόγησης της αξιοπιστίας όλων των επιμέρους πτυχών των πιο πάνω ισχυρισμών, ανακύπτει εκ πρώτης όψεως ζήτημα ως προς το κατά πόσο το σύνολο των συγκεκριμένων προσωπικών περιστάσεων συνεκτιμήθηκε επαρκώς κατά την αξιολόγηση του κινδύνου σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στην περιοχή καταγωγής του.
Η Υπηρεσία Ασύλου, εξετάζοντας την κατάσταση ασφαλείας στην περιφέρεια Sool, δέχθηκε ότι στην περιοχή υφίσταται αδιάκριτη βία, πλην όμως έκρινε ότι το επίπεδό της δεν είναι τόσο υψηλό ώστε κάθε άμαχος να αντιμετωπίζει, λόγω της παρουσίας του και μόνο, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Κατά συνέπεια, προχώρησε στην εξέταση κατά πόσο στο πρόσωπο του Αιτητή συντρέχουν πρόσθετες εξατομικευμένες περιστάσεις ικανές να αυξήσουν τον σχετικό κίνδυνο.
Ως προς την εν λόγω εξατομικευμένη εξέταση, η Υπηρεσία έλαβε υπόψη ότι ο Αιτητής είναι νεαρός, υγιής ενήλικας άνδρας, με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο και χωρίς ιδιαίτερη ευαλωτότητα. Περαιτέρω, θεώρησε ότι το γεγονός ότι είχε διαμείνει στην Boame επί περίπου δεκαεννέα έτη συνεπάγεται ότι είναι εξοικειωμένος με την περιοχή, δύναται να αναγνωρίζει τους κινδύνους ασφαλείας και να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία του.
Η τελευταία αυτή προσέγγιση δημιουργεί, κατά την κρίση μου, εκ πρώτης όψεως προβληματισμό. Η μακρόχρονη διαμονή ενός προσώπου σε συγκεκριμένη περιοχή δύναται ασφαλώς να αποτελεί στοιχείο σχετικό με την εξοικείωσή του με το τοπικό περιβάλλον. Δεν προκύπτει, όμως, χωρίς περαιτέρω αξιολόγηση, ότι το γεγονός αυτό αρκεί αφ' εαυτού για να αντισταθμίσει άλλες περιστάσεις που ενδέχεται να αυξάνουν την έκθεσή του σε κίνδυνο, όπως η ιδιαίτερα νεαρή ηλικία του, το χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης, η απουσία εργασιακής εμπειρίας και, εφόσον ο σχετικός ισχυρισμός γίνει αποδεκτός, η έλλειψη ουσιαστικού οικογενειακού ή άλλου υποστηρικτικού δικτύου.
Ιδίως ως προς το τελευταίο στοιχείο, δεν διαφαίνεται εκ πρώτης όψεως με σαφήνεια κατά πόσο η Υπηρεσία Ασύλου αξιολόγησε τη σημασία που θα μπορούσε να έχει η απουσία οικογενειακού και κοινωνικού δικτύου υπό τις ιδιαίτερες κοινωνικές και φυλετικές συνθήκες που επικρατούν στη Σομαλία και κατά πόσο το στοιχείο αυτό συνεκτιμήθηκε σωρευτικά με την ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο και την απουσία προηγούμενης επαγγελματικής αυτονομίας του Αιτητή.
Περαιτέρω, ιδιαίτερη σημασία αποκτά, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η επικαιροποιημένη πληροφόρηση για τη χώρα καταγωγής και ειδικότερα για την περιοχή Boame/Boocame, η οποία αποτελεί τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή.
Από την ενώπιόν μου πληροφόρηση προκύπτει ότι, κατά την περίοδο από 1.04.2025 μέχρι 31.03.2026, καταγράφηκαν στην περιφέρεια Sool περιστατικά συγκρούσεων μεταξύ φυλετικών πολιτοφυλακών, περιστατικά βίας εναντίον αμάχων, συγκρούσεις μεταξύ SSC και Somaliland και περιστατικά στα οποία εμπλέκονταν δυνάμεις ασφαλείας διαφορετικών διοικητικών ή πολιτικών οντοτήτων.
Ειδικότερα ως προς την Boocame, η διαθέσιμη πληροφόρηση καταδεικνύει ότι η περιοχή δεν βρίσκεται απλώς εντός ενός γενικότερου περιβάλλοντος αστάθειας, αλλά αποτελεί σημείο αμφισβητούμενου ή μικτού ελέγχου μεταξύ διαφορετικών δρώντων. Καταγράφονται δε ένοπλες συγκρούσεις στην ίδια την Boocame τον Οκτώβριο του 2025, καθώς και πολιτικοστρατιωτική αντιπαράθεση μεταξύ Puntland και της νεοσύστατης North-Eastern State/SSC-Khatumo αναφορικά με τον έλεγχο της περιοχής.
Τα στοιχεία αυτά δεν καταδεικνύουν, αφ' εαυτών, ότι το επίπεδο αδιάκριτης βίας στην Boocame είναι τέτοιο ώστε κάθε άμαχος να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω της παρουσίας του και μόνο. Αντιθέτως, η συνολική πληροφόρηση παρουσιάζει μία κατάσταση χαμηλότερης έντασης, αλλά συνεχιζόμενης και δυνητικά μεταβαλλόμενης ένοπλης και πολιτικής αντιπαράθεσης, η οποία χαρακτηρίζεται από αμφισβητούμενο εδαφικό έλεγχο, φυλετικές δυναμικές και περιστατικά ένοπλης βίας.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η κρίσιμη εξέταση δεν μπορεί, εκ πρώτης όψεως, να περιορίζεται στη γενική διαπίστωση ότι η ένταση της βίας στην περιφέρεια Sool δεν υπερβαίνει το απαιτούμενο όριο για την εφαρμογή της σχετικής διάταξης λόγω της παρουσίας και μόνο ενός αμάχου. Απαιτείται παράλληλα επαρκής εξατομίκευση του κινδύνου υπό το φως του συγκεκριμένου τόπου επιστροφής και των προσωπικών χαρακτηριστικών του Αιτητή.
Συναφώς, προβληματισμό προκαλεί εκ πρώτης όψεως το κατά πόσο η αιτιολογία ότι ο Αιτητής, λόγω της επί μακρόν διαμονής του στην περιοχή, δύναται να αναγνωρίζει τους κινδύνους και να λαμβάνει προστατευτικά μέτρα, αποτελεί επαρκή συνεκτίμηση του προσωπικού του προφίλ. Η συγκεκριμένη παραδοχή δεν φαίνεται να συνοδεύεται από ουσιαστική εξέταση του τρόπου με τον οποίο ένας νεαρός άνδρας, με περιορισμένη εκπαίδευση, χωρίς εργασιακή εμπειρία και χωρίς, κατά τους ισχυρισμούς του, οικογενειακό ή σταθερό κοινωνικό δίκτυο, θα μπορούσε πράγματι να αντιμετωπίσει τους κινδύνους που συνδέονται με μία περιοχή αμφισβητούμενου ελέγχου.
Περαιτέρω, μολονότι ο ισχυρισμός του Αιτητή περί συγκεκριμένης στοχοποίησής του από την Al-Shabaab απορρίφθηκε λόγω έλλειψης αξιοπιστίας, από τις αντικειμενικές πληροφορίες προκύπτει ότι νεαροί άνδρες και αγόρια αποτελούν γενικά ομάδα που μπορεί να εκτεθεί σε κίνδυνο στρατολόγησης από την εν λόγω οργάνωση.
Η πιο πάνω διαπίστωση δεν σημαίνει ότι ο συγκεκριμένος Αιτητής αντιμετωπίζει πράγματι τέτοιο κίνδυνο στην Boocame. Αντιθέτως, η επικαιροποιημένη πληροφόρηση δεν καταδεικνύει ότι η Al-Shabaab αποτελεί τον κύριο δρώντα ασφαλείας στη συγκεκριμένη περιοχή, όπου οι κυριότερες εντάσεις συνδέονται με την αντιπαράθεση μεταξύ Puntland, SSC-Khatumo/North-Eastern State και άλλων τοπικών δρώντων.
Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός περί Al-Shabaab δεν φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να αποτελεί το ισχυρότερο έρεισμα της προσφυγής. Τούτο, όμως, δεν αναιρεί τα ζητήματα που ανακύπτουν ως προς την πληρότητα της εξατομικευμένης αξιολόγησης του κινδύνου σοβαρής βλάβης, ιδίως υπό το φως του προσωπικού προφίλ του Αιτητή και της ειδικότερης κατάστασης ασφαλείας στον τόπο επιστροφής του.
Τα ανωτέρω δεν οδηγούν, στο παρόν στάδιο, σε διαπίστωση ότι ο Αιτητής πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας. Η σχετική κρίση ανήκει στο Δικαστήριο που θα επιληφθεί της ουσίας της προσφυγής, κατόπιν πλήρους και ex nunc εξέτασης του συνόλου των πραγματικών και νομικών δεδομένων.
Εντούτοις, τα ζητήματα που ανακύπτουν ως προς την εξατομίκευση της αξιολόγησης του κινδύνου, τον τρόπο με τον οποίο συνεκτιμήθηκαν η ιδιαίτερα νεαρή ηλικία του Αιτητή, το χαμηλό μορφωτικό του επίπεδο, η απουσία εργασιακής εμπειρίας και ο ισχυρισμός περί έλλειψης ουσιαστικού οικογενειακού ή κοινωνικού δικτύου, σε συνδυασμό με την επικαιροποιημένη κατάσταση ασφαλείας και τον αμφισβητούμενο έλεγχο στην περιοχή Boocame, αποτελούν ζητήματα τα οποία, κατά την κρίση μου, δεν μπορούν στο παρόν στάδιο να χαρακτηριστούν επουσιώδη ή προδήλως αβάσιμα.
Ιδιαίτερη σημασία προσλαμβάνει, στο πλαίσιο αυτό, το γεγονός ότι η αξιολόγηση της Υπηρεσίας στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στην παραδοχή ότι η μακρόχρονη προηγούμενη διαμονή του Αιτητή στην περιοχή τού επιτρέπει να αναγνωρίζει τους σχετικούς κινδύνους και να προστατεύεται από αυτούς, χωρίς να διαφαίνεται ότι η παραδοχή αυτή συσχετίστηκε επαρκώς με το σύνολο των λοιπών προσωπικών του περιστάσεων και με την ειδικότερη κατάσταση στην Boocame.
Υπό τα δεδομένα αυτά και χωρίς να προδικάζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο η τελική έκβαση της προσφυγής, φρονώ ότι υφίσταται πραγματική πιθανότητα επιτυχίας της προσφυγής που έχει ήδη καταχωρίσει ο Αιτητής, καθότι τα πιο πάνω ζητήματα χρήζουν ουσιαστικής εξέτασης στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας.
Η παρούσα διαπίστωση περιορίζεται αποκλειστικά στην εξέταση της προϋπόθεσης της πραγματικής πιθανότητας επιτυχίας για σκοπούς παροχής δωρεάν νομικής αρωγής και δεν συνιστά κρίση ότι ο Αιτητής δικαιούται διεθνή προστασία, ούτε προδικάζει την αξιολόγηση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που θα διενεργηθεί κατά την εκδίκαση της προσφυγής.
Σύμφωνα με το νέο εδάφιο (6) το οποίο προστέθηκε στο άρθρο 7 του περί Νομικής Αρωγής (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2024, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 31.12.2024, για σκοπούς, μεταξύ άλλων, του εδαφίου (7) του άρθρου 6Β, ως η παρούσα, η παράγραφος (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 7 δεν εφαρμόζεται πλέον. Τούτο συνεπάγεται ότι δεν απαιτείται πλέον η υποβολή κοινωνικοοικονομικής έκθεσης για αιτητές διεθνούς προστασίας, ως είναι και η παρούσα.
Ενόψει των ανωτέρω, έχοντας διαπιστώσει ότι υφίστανται εκ πρώτης όψεως πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας της προσφυγής του Αιτητή, αποφασίζω ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση Νομικής Αρωγής και, συνεπώς, η αίτησή του εγκρίνεται. Εντέλλεται το αρμόδιο Πρωτοκολλητείο να προχωρήσει στις νενομισμένες διαδικασίες για διορισμό δικηγόρου σύμφωνα με τον Διαδικαστικό Κανονισμό, δυνάμει του σχετικού Νόμου. Τα έξοδα του Διερμηνέα, όπως προέκυψαν κατά τη δικαστική διαδικασία, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Απόφαση στην Αίτηση Νομικής Αρωγής αρ. 23/2010, Farshad Khamsen, ημερ. 14.10.2010
[2]Αποφάσεις στην Αίτηση Νομικής Αρωγής αρ. 10/2010, Αlali Abdulhamid, ημερ. 06.05.2010 και στηνΑίτησηΝομικήςΑρωγής αρ. 25/2010, Antonia Adahor, ημερ. 13.12.2010
[3]Αποφάσεις στις Yπoθ. αρ. 278/09, Durgo Man v. Δημοκρατίας, ημερ. 15.07.2009, και Yπoθ. αρ. 7/11 και 8/11, NaciraBaghour και Roud Gad, ημερ. 28.03.2011
[4]Απόφαση στην Αίτηση Νομικής Αρωγής Αρ. 31/2013, Singh Khushwant, ημερ. 23.12.2013
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο