S.N.N. ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 61/2023, 16/9/2026
print
Τίτλος:
S.N.N. ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 61/2023, 16/9/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

                                                                       

                                                                                           Υπόθεση αρ. 61/2023

                                   

16 Σεπτεμβρίου 2026

 

[Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

                          Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

                                            S.N.N.

                                                                                                                                                                                                                                               Αιτητής

και

 

                              Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

                                                                                                      Καθ' ων η αίτηση

                                                                                                                          

Δ. Κακουλλής (κος), Δικηγόρος για τον Αιτητή

 

Α. Φιλίππου (κος), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την προσφυγή του, ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 21/10/2022, η οποία κοινοποιήθηκε στον αιτητή στις 21/12/2022 και δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση του για παροχή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης, παράνομης, αντισυνταγματικής, στερούμενης έννομου αποτελέσματος.

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας προσφυγής ως Τεκμήριο 1, ο αιτητής κατάγεται από το Καμερούν, και  στις 13/02/2019 υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας την ίδια μέρα.

Στις 23/09/2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον αιτητή από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (στο εξής αναφερόμενο ως «EUAA») προς εξέταση του αιτήματός του για διεθνή προστασία.

Μετά το πέρας της συνέντευξης, στις 14/10/2022 ο αρμόδιος λειτουργός του EUAA υπέβαλε σχετική Έκθεση και Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου για απόρριψη της αίτησης του αιτητή, η οποία εγκρίθηκε στις 20/10/2022. Ακολούθως, στις 21/12/2022, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση του Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον αιτητή την ίδια μέρα, αφού μεταφράστηκε σε γλώσσα κατανοητή για τον αιτητή κατά την λήψη της, μαζί με την σχετική αιτιολογία αυτής.

Στη συνέχεια, στις 10/01/2023, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.

Ο συνήγορος του αιτητή προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης επί της αιτήσεως ακυρώσεως (προσφυγής) προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν προωθούνται και αναλύονται στη Γραπτή Αγόρευση του αιτητή που επακολούθησε. Οι μόνοι ισχυρισμοί που εν τέλει προωθούνται στην γραπτή αγόρευση του αιτητή είναι: Α) η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε χωρίς την διεξαγωγή δέουσας έρευνας, Β) οι καθ΄ων η αίτηση καθυστέρησαν να λάβουν απόφαση επι του αιτήματος ασύλου του αιτητή κατά παράβαση των διατάξεων 13(5) και (6) του Περί Προσφύγων Νόμου.

Οι Καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους καθ΄ ων η αίτηση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και απορρίπτουν τους προωθούμενους ισχυρισμούς ως νόμω και ουσία αβάσιμους.

Αποτελεί βασικό άξονα της επιχειρηματολογίας του αιτητή, ο ισχυρισμός ότι η ολοκλήρωση εξέτασης του αιτήματος του αιτητή και λήψης απόφασης επι του αιτήματος του μεσολάβησε μετά από μεγάλη καθυστέρηση από την μέρα καταχώρησης της αίτησης ασύλου του αιτητή. Προβάλει τον ισχυρισμό ότι οι καθ’ων η αίτηση δεν ενήργησαν εντός εύλογου χρόνου στην εξέταση του αιτήματος του αιτητή.

Το Άρθρο 13 του Περί Προσφύγων Νόμου του 2000 μέχρι 2020 προνοεί, μεταξύ άλλων και στην έκταση που μας ενδιαφέρει επί αυτού του σημείου, τα ακόλουθα (η επισήμανση του παρόντος Δικαστηρίου):

«Κανονική διαδικασία εξέτασης αιτήσεων

13.-(1) Κατά την κανονική διαδικασία εξέτασης αιτήσεων, ο αρμόδιος λειτουργός εξετάζει την αίτηση και προβαίνει σε προσωπική συνέντευξη του αιτητή, εκτός στις περιπτώσεις όπου τέτοια συνέντευξη δυνατό να έχει ήδη πραγματοποιηθεί δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 12Δ.

[...]

(5) Η Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά για την ταχύτερη δυνατή ολοκλήρωση της κανονικής διαδικασίας εξέτασης αιτήσεων, με την επιφύλαξη της διασφάλισης της κατάλληλης και πλήρους εξέτασης.

(6)(α) Με την επιφύλαξη των παραγράφων (β) και (γ) του παρόντος εδαφίου, η Υπηρεσία Ασύλου εξασφαλίζει ότι η διαδικασία εξέτασης της αίτησης ολοκληρώνεται εντός έξι (6) μηνών από την κατάθεση της αίτησης, είτε ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν άρθρο είτε ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 12Δ. [Σ.Σ: Το παρόν εδάφιο τίθεται σε ισχύ κατά την 20ή Ιουλίου 2018. Βλ. Υποσημείωση αρ. 36(3) του Ν. 106(Ι)/2016].

(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος δεν μπορεί να λάβει απόφαση εντός εξαμήνου από την κατάθεση της αίτησης, η Υπηρεσία Ασύλου έχει υποχρέωση-

(i) Να ενημερώνει τον αιτητή σχετικά με την καθυστέρηση∙ και

(ii) να του παρέχει, κατόπιν αιτήματός του,  πληροφορίες σχετικά με τους λόγους της καθυστέρησης και το χρονικό πλαίσιο κατά το οποίο αναμένεται η απόφαση επί της αίτησής του.

[…]

(7) Ανεξάρτητα από το εδάφιο (6), ο Προϊστάμενος δύναται να παρατείνει την προθεσμία των έξι (6) μηνών που ορίζεται στο εν λόγω εδάφιο, για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο από εννέα (9) επιπλέον μήνες, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Όταν ανακύπτουν περίπλοκα ουσιαστικά ή/και νομικά ζητήματα·

(β) μεγάλος αριθμός υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών αιτούνται ταυτόχρονα διεθνή προστασία, γεγονός που καθιστά στην πράξη πολύ δύσκολη την ολοκλήρωση της διαδικασίας εντός της προθεσμίας των έξι (6) μηνών·

[...]

(8) Κατ' εξαίρεση, η Υπηρεσία Ασύλου, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, δύναται να υπερβαίνει την προθεσμία που ορίζεται στο εδάφιο (7) κατά  τρεις (3) μήνες το πολύ, όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο από τον Προϊστάμενο για την κατάλληλη και πλήρη εξέταση της αίτησης. [Σ.Σ: Το παρόν εδάφιο τίθεται σε ισχύ κατά την 20ή Ιουλίου 2018. Βλ. Υποσημείωση αρ. 36(3) του Ν. 106(Ι)/2016].

(9) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (1) του άρθρου 18Α και με την επιφύλαξη του εδαφίου (1) του άρθρου 19, ο Προϊστάμενος δύναται να αποφασίσει την αναβολή της ολοκλήρωσης της διαδικασίας εξέτασης αίτησης, στην περίπτωση που δεν μπορεί εύλογα να  αναμένεται από την Υπηρεσία Ασύλου να λάβει απόφαση επί αίτησης εντός των χρονικών πλαισίων που αναφέρονται στα εδάφια (6), (7) και

[…]

(10) Σε κάθε περίπτωση, η Υπηρεσία Ασύλου ολοκληρώνει τη διαδικασία εξέτασης αίτησης το αργότερο εντός εικοσιένα (21) μηνών από την κατάθεση της αίτησης. [Σ.Σ: Το παρόν εδάφιο τίθεται σε ισχύ κατά την 20ή Ιουλίου 2018. Βλ. Υποσημείωση αρ. 36(3) του Ν. 106(Ι)/2016].»

Σύμφωνα με τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, ο αιτητής υπέβαλε την αίτηση της για άσυλο στις 13/02/2019 ( ερυθρό 1 του Διοικητικού Φακέλου) και κλήθηκε για συνέντευξη στις 23/09/2022 και ακολούθως στις 20/10/2022 εκδόθηκε απόφαση επί του αιτήματος του ήτοι μετά από περίπου 44 μήνες από την μέρα υποβολής του αιτήματος του.

Στο άρθρο 11(1) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν. 158(Ι)/99, αναφέρεται:

«11.—(1) Οι προθεσμίες που τάσσονται για έκδοση μιας διοικητικής πράξης είναι ενδεικτικές, εκτός αν ορίζεται ρητά ότι είναι ανατρεπτικές. Όμως η πράξη δεν μπορεί νόμιμα να εκδοθεί, αν από τη λήξη της προθεσμίας πέρασε υπέρμετρο χρονικό διάστημα που επιδρά ουσιαστικά στις νομικές ή πραγματικές προϋποθέσεις έκδοσης της πράξης…»

Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, κρίνω ότι ο ίδιος ο Περί Προσφύγων Νόμος, παρέχει ενδεικτικά ένα χρονικό πλαίσιο ολοκλήρωσης της εξέτασης της αίτησης εντός 21 μηνών, χωρίς η εν λόγω προθεσμία να είναι ανατρεπτική παρά μόνο ενδεικτική. Σε περίπτωση παραβίασης του χρονικού αυτού πλαισίου, δεν επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας.

Ο ίδιος ο αιτητής δεν έχει στερηθεί οποιοδήποτε δικαίωμα του από την καθυστέρηση εξέτασης της αιτήσεως του αφού συνέχισε να απολαμβάνει τα δικαιώματα που του παρέχει ο εν λόγω νόμος ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας, μέχρι την ολοκλήρωση της αιτήσεως του. Ούτε από τον ίδιο τον Διοικητικό Φάκελο διαφαίνεται να έχει οχλήσει ο αιτητής με οποιοδήποτε τρόπο την Υπηρεσία Ασύλου σχετικά με την αίτηση του, από την μέρα υποβολής της αιτήσεως του και έπειτα.

Περαιτέρω, στο σύγγραμμα του Π. Δ. Δαγτόγλου: «Γενικό Διοικητικό Δίκαιο»,5η έκδοση (2004),στις  σελ.  186  -  188,  αναφέρονται  επί  του  προκειμένου, τα ακόλουθα (έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου):

«.. Έχουν κατά κανόνα απλώς τον σκοπό να πιέσουν τα διοικητικά όργανα, ώστε να διεκπεραιώσουν γρήγορα ορισμένες ενέργειες. Γι΄ αυτό το λόγο η σημασία τους είναι, κατά κανόνα, ενδεικτική μόνο, και όταν οι προθεσμίες δεν προβλέπονται ρητώς από τον νόμο ως ενδεικτικές. Μόνη δηλαδή η έκδοση της διοικητικής πράξεως μετά την πάροδο της προθεσμίας δεν καθιστά την πράξη παράνομη, εκτός εάν η διοίκηση υπερέβη ορισμένα εύλογα χρονικά όρια .. ή βέβαια, ο νόμος ρητώς απαγορεύει στη διοίκηση την ενέργεια μετά την πάροδο της προθεσμίας.»

Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η παραβίαση του καθορισμένου αυτού χρονικού περιθωρίου δεν οδηγεί σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, και επομένως ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Προχωρώ να εξετάσω τον ισχυρισμό του συνηγόρου του αιτητή περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση.

Κατά πάγια νομολογία, η επάρκεια της έρευνας, η έκταση και ο τρόπος διεξαγωγής της, ποικίλει ανάλογα με τα υπό διερεύνηση γεγονότα.  Προκαθορισμένος τρόπος δεν υπάρχει.  Με την προϋπόθεση ότι η έρευνα είναι επαρκής, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στον τρόπο που η διοίκηση επέλεξε να διερευνήσει το θέμα, ούτε και υποκαθιστά τα υπ' αυτής διαπιστωθέντα πρωτογενή ευρήματα (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών κ.ά. (1999) 3 Α.Α.Δ. 447 και Ράφτης ν. Δημοκρατίας κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 και Κώστας Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1002/2009, ημερ. 27.10.2011).

 

Στη βάση της πιο πάνω υποχρέωσης του αρμόδιου οργάνου για δέουσα έρευνα θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν οι ισχυρισμοί του Αιτητή σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, για να διαφανεί εάν όντως το αρμόδιο όργανο προέβη στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.

Ο Αιτητής ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου με την υποβολή του αιτήματός του, κατέγραψε την αγανάκτησή του απέναντι στην άρνηση διαλόγου για την επίλυση της κρίσης στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιφέρειες του Καμερούν, απέναντι σε ένα σκάνδαλο στο Καμερούν το 2019, και απέναντι στην καθυστέρηση των προεδρικών εκλογών. Κατέγραψε ότι, λόγω αυτών, προκλήθηκαν προβλήματα, θάνατοι και φυλακίσεις όταν τα μέλη και ο πρόεδρος του πολιτικού κόμματος MRC εντοπίστηκαν νεκροί, φυλακισμένοι και άλλοι εγκατέλειψαν την χώρα  (ερυθρό 1 και μετάφραση αυτού ερυθρό 17 του διοικητικού φακέλου).

 

Στο πλαίσιο της προσωπικής του συνέντευξης, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε και έζησε αποκλειστικά στην Douala. Αναφορικά με το εκπαιδευτικό και εργασιακό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι ξεκίνησε να σπουδάζει στο πανεπιστήμιο χωρίς όμως να αποφοιτήσει και ότι δούλεψε σε μία αποθήκη ως υπεύθυνος. Αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι είναι παντρεμένος και ότι έχει τρία παιδιά, και ότι η σύζυγος και τα παιδιά του βρίσκονται στην Douala. Στη Douala βρίσκονται επίσης οι γονείς του, ενώ έχει τέσσερα αδέρφια τα οποία ζουν στο Καμερούν, εκτός από μία αδερφή του, η οποία ζει στη Γαλλία (ερυθρά 44-42 του διοικητικού φακέλου).

 

Αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του, ο αιτητής δήλωσε ότι είναι φορέας του ιού της Ηπατίτιδας Β και ανέφερε ότι στην Κύπρο δεν λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, αλλά έχει υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις (ερυθρό 43 του διοικητικού φακέλου).

 

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης και δη κατά το σκέλος της ελεύθερης αφήγησής του, δήλωσε ότι, μετά από μία διαδήλωση που έλαβε χώρα στις 27/01/2019, κατά την οποία υπήρξαν πυροβολισμοί και συλλήψεις, είναι καταζητούμενος και φοβάται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, θα φυλακιστεί (ερυθρό 40 του διοικητικού φακέλου). Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του αρμόδιου λειτουργού, ο αιτητής ισχυρίσθηκε ότι ήταν μέλος του πολιτικού κόμματος MRC, το οποίο οργάνωσε την εν λόγω διαδήλωση ως ένδειξη διαμαρτυρίας στην κλοπή της νίκης από το RDPC στις 06/10/2018 (ερυθρό 40 του διοικητικού φακέλου). 

 

Κληθείς να δώσει περισσότερες πληροφορίες για τη συμμετοχή του στο κόμμα MRC, ο αιτητής δήλωσε ότι μπήκε στο κόμμα τον Ιανουάριο του 2018. Ερωτηθείς για τους λόγους για τους οποίους μπήκε σε αυτό το κόμμα το 2018, ο αιτητής απάντησε ότι ο λόγος ήταν η ιδεολογία τους και ότι η πολιτική στο Καμερούν δεν είναι εύκολη, ότι μπήκε στο κόμμα όταν έχασε τη δουλειά του και ότι πρόκειται για το κόμμα της αντιπολίτευσης και όσοι το υποστηρίζουν θεωρούνται «κακά άτομα» (ερ. 39 του διοικητικού φακέλου). Ο αιτητής περιέγραψε το λογότυπο του κόμματος (ερ. 39 του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείς για το πώς έκανε την εγγραφή του στο κόμμα, ο αιτητής δήλωσε ότι πήγε στο τοπικό γραφείο, ότι οι προϋποθέσεις ήταν να έχει κάποια ηλικία, να είναι Καμερουνέζος και να μην ανήκει σε κάποιο άλλο κόμμα (ερ. 39-38 του διοικητικού φακέλου). Στο συγκεκριμένο σημείο της συνέντευξης, ο αιτητής προσκόμισε αντίγραφο μίας κάρτας μέλους, η οποία έφερε την ημερομηνία 01/11/2019, και ερωτήθηκε από το λειτουργό για ποιο λόγο αναφέρεται η συγκεκριμένη ημερομηνία κατά την οποία ο αιτητής βρισκόταν ήδη στην Κύπρο, και ο αιτητής απάντησε ότι η κάρτα δεν εκδίδεται αμέσως όταν κάποιος μπαίνει σε ένα κόμμα, αλλά παίρνει χρόνο, και είπε ότι την παρέλαβε ο ίδιος από τη γραμματεία του τοπικού παραρτήματος του κόμματος, και όταν ο λειτουργός τον ρώτησε πώς γίνεται να την έλαβε εφόσον κατά την ημερομηνία αυτή ήταν ήδη στην Κύπρο, ο αιτητής απάντησε ότι η κάρτα είχε εκδοθεί πριν βγει από τη χώρα  και ότι μπερδεύτηκε (ερ. 38 του διοικητικού φακέλου).

 

Ερωτηθείς για την ακριβή συμμετοχή του στη διαδήλωση, δήλωσε ότι ήταν αποφασισμένος να ρίξει τον πρόεδρο από την εξουσία (ερ. 38 του διοικητικού φακέλου) και ερωτηθείς πώς σκόπευε να το πετύχει, απάντησε ότι αυτό θα συνέβαινε με την συμμετοχή του στη διαδήλωση, η οποία μπορούσε να φέρει τη χώρα σε σταθερότητα (ερ. 37 του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείς αν συνελήφθη, ο αιτητής απάντησε αρνητικά και ότι του είπαν ότι η αστυνομία τον έψαξε στις 28/01/2019 και μετά πήγε να κρυφτεί, και ότι αποχώρησε από το Καμερούν στις 29/01/2019. Ερωτηθείς για το πώς γνωρίζει ότι είναι καταζητούμενος από την αστυνομία, ο αιτητής δήλωσε ότι υπήρχε ένταλμα σύλληψης και κατέθεσε δύο έγγραφα στο συγκεκριμένο σημείο της συνέντευξης, για τα οποία ο λειτουργός του είπε ότι φαίνονταν αλλοιωμένα και ο αιτητής απάντησε ότι φταίει η μηχανή. Κληθείς να ξεκαθαρίσει τον λόγο για τον οποίο ήταν καταζητούμενος, ο αιτητής απάντησε ότι ήταν λόγω της συμμετοχής του στη διαδήλωση, ότι πολλοί άνθρωποι συμμετείχαν σε αυτή τη διαδήλωση και ότι γνωρίζει ότι πολλοί από αυτούς βρίσκονται στη φυλακή (ερ. 37 του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείς αν η οικογένειά του μετακόμισε μετά τη συμμετοχή του στη διαδήλωση, απάντησε καταφατικά, δηλώνοντας ότι παρενόχλησαν και συμπεριφέρθηκαν βάναυσα στη σύζυγό του και ότι η οικογένειά του εξακολουθεί να ζει στην Douala αλλά μεταφέρθηκε σε περιοχή όπου δεν γνωρίζει η αστυνομία, για να μην τους επισκεφτούν ξανά (ερ. 37 – 36 του διοικητικού φακέλου).

 

Τέλος, ο αιτητής δήλωσε ότι στην Κύπρο έμαθε ότι έχει Ηπατίτιδα Β’ και λαμβάνει φροντίδα, ενώ αν το είχε μάθει στο Καμερούν θα πέθαινε (ερ. 36 του διοικητικού φακέλου).

 

Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τις δηλώσεις του Αιτητή, κατά το στάδιο της συνέντευξης του, σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αναφορικά με τα προσωπικά στοιχεία του αιτητή, το προφίλ, την χώρα καταγωγής και την ταυτότητά του, ενώ ο δεύτερος αναφορικά με το ότι ο αιτητής ήταν μέλος του πολιτικού κόμματος MRC και συμμετείχε σε διαδηλώσεις, οι οποίες τον οδήγησαν να είναι καταζητούμενος από την αστυνομία.

 

Αποδεκτός έγινε μόνον ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός, καθώς οι δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν ως λεπτομερείς και σαφείς, επιβεβαιώθηκαν δε από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

 

Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του αιτητή ότι ήταν μέλος του πολιτικού κόμματος MRC και συμμετείχε σε διαδηλώσεις, οι οποίες τον οδήγησαν να είναι καταζητούμενος από την αστυνομία, απορρίφθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό  λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας καθότι τα λεγόμενα του Αιτητή κρίθηκαν αντιφατικά, γενικού περιεχομένου, μη συγκεκριμένα και μη λεπτομερή. Ειδικότερα, ο αρμόδιος λειτουργός  τόνισε πως ο αιτητής ανάφερε ότι ήταν μέλος του πολιτικού κόμματος MRC χωρίς όμως να είναι συγκεκριμένος εάν εντάχθηκε το 2018 ή το 2019, ενώ στο τέλος κατέληξε ότι εντάχθηκε τον Ιανουάριο του 2018. Ενώ ο ίδιος μπορούσε να απαντήσει σε βασικές ερωτήσεις σχετικά με το πότε το εν λόγω κόμμα ιδρύθηκε, από ποιόν, όπως επίσης μπορούσε να περιγράψει το λογότυπο του, εντούτοις ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει τους λόγους που εντάχθηκε στο συγκεκριμένο κόμμα, την ιδεολογία του και το χρονικό της ένταξης του, καθότι το κόμμα ιδρύθηκε το 2012 αλλά ο ίδιος ο αιτητής εντάχθηκε το 2018. Όπως επισήμανε ο αρμόδιος λειτουργός, ο αιτητής ανάφερε ότι πήγε ο ίδιος προσωπικά να λάβει την κάρτα μέλους του στις 01/11/2019, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ήδη ευρισκόταν στην Κύπρο 10 μήνες έκτοτε, 2 χρόνια μετά που εντάχθηκε στο κόμμα. Έτσι, ως καταγράφηκε, οι δηλώσεις του αιτητή δεν ήταν συνεπείς και λεπτομερείς.

 

Πρόσθετα, ως ανάφερε ο αρμόδιος λειτουργός, ο αιτητής έπεσε σε πολλές ασυνέπειες όσον αφορά την διαδήλωση που ως ισχυρίστηκε έλαβε μέρος. Αρχικά, ανάφερε ότι εγκατέλειψε το Καμερούν στις 26/01/2019 αλλά εξήγησε ότι έλαβε μέρος στην διαδήλωση στις 27/01/2019. Όταν του επισημάνθηκε η εν λόγω ασυνέπεια, ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι την μέρα που αιτήθηκε για διεθνή προστασία δεν ένοιωθε καλά και χρειαζόταν ξεκούραση, ενώ κατά την αρχή της συνέντευξης του, ο ίδιος επιβεβαίωσε την ημερομηνία εγκατάλειψης της χώρας του. Ως καταγράφηκε από τον αρμόδιο λειτουργό, ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω διαδήλωση οργανώθηκε για να παραπονεθούν για την κλεμμένη νίκη κατά την διάρκεια των εκλογών των 06/10/2018, και ότι με την συμμετοχή στην εν λόγω διαδήλωση, ο αιτητής ήταν αποφασισμένος να κάνει τον πρόεδρο να χάσει την θέση του. Όταν ρωτήθηκε να αποσαφηνίσει το εν λόγω σημείο, ο αιτητής ανάφερε ότι μόνο με την συμμετοχή του στην διαδήλωση, μπορούσε να παραχωρήσει σταθερότητα στην χώρα, χωρίς να δώσει περεταίρω εξηγήσεις. Ως τονίστηκε, οι δηλώσεις του αιτητή δεν ήταν συνεπείς.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο αιτητής κατάθεσε έγγραφα όσον αφορά την συμμετοχή του στον εν λόγω κόμμα και ότι καταζητείται από την Καμερουνέζικη αστυνομία. Παρότι, ως κατέγραψε ο αρμόδιος λειτουργός, δεν είναι σε θέση να εξετάσει την αυθεντικότητα των εν λόγω εγγράφων, εντούτοις, σημείωσε ότι όλα φαίνονται κατασκευασμένα και/ή επεξεργασμένα. Συγκεκριμένα, ως επισημάνθηκε, το ένταλμα σύλληψης είναι θολό εκτός από το όνομα του αιτητή και την αρχή που τον διώκει όπως επίσης η κάρτα μέλους του είναι θολή, εκτός από το όνομα του αιτητή, περιέχει επίσης ασυνέπεια στην ημερομηνία έκδοσης της,  μιας και ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι εντάχθηκε στο κόμμα τον Ιανουάριο του 2018 αλλά η κάρτα αναφέρει ότι εκδόθηκε στις 01/11/2019, παρότι ο αιτητής βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία από τον Φεβρουάριο του 2019 αλλά ο ίδιος δήλωσε ότι πήγε να πάρει την κάρτα ο ίδιος από το τοπικό παράρτημα.

 

Ακολούθως, ο λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες γενικού περιεχομένου αναφορικά με την επίθεση των δυνάμεων ασφαλείας κατά διαδηλωτών – μελών του κόμματος MRC κατά τη διάρκεια διαμαρτυρίας που έλαβε χώρα στις 26/01/2019, οι οποίες, όπως σχολίασε ο λειτουργός, είναι μεν σε συνάφεια με τις δηλώσεις του αιτητή, ωστόσο, λόγω του ότι δεν στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική αξιοπιστία του, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε εν συνόλω.

Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός  προχώρησε σε εκτίμηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του αιτητή στο Καμερούν, στη βάση του ισχυρισμού περί των προσωπικών του στοιχείων, που αποτελεί και τον μοναδικό ισχυρισμό που έγινε αποδεκτός. Στο πλαίσιο αυτό,  ο αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Douala, από τις οποίες κατέληξε ότι δεν προκύπτει οποιοσδήποτε τέτοιος κίνδυνος για τον αιτητή. Συνυπολογίστηκαν, επίσης, στην εκτίμηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου και τα προβλήματα υγείας του αιτητή, με τον αρμόδιο λειτουργό να παραπέμπει σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την αντιμετώπιση της Ηπατίτιδας Β’ στο Καμερούν και την διαθεσιμότητα θεραπειών και εξετάσεων και να κρίνει ότι δεν προκύπτουν ενδείξεις ρίσκου για τον αιτητή σε σχέση με τα προσωπικά του στοιχεία και την κατάσταση της υγείας του. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να υποβληθεί σε μεταχείριση η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στην Douala, στο Καμερούν.

Προχωρώντας στην νομική ανάλυση, λαμβανομένου υπόψη και του προφίλ του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο αιτητής δεν δικαιούται προσφυγικό καθεστώς, μιας και δεν τεκμηριώθηκε φόβος δίωξης για λόγο που να συνδέεται με την εθνικότητα, τη φυλή, τη θρησκεία, την ιδιότητα μέλους σε συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή την πολιτική γνώμη όπως περιγράφεται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, στο άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και στο άρθρο 3 και 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο του αιτητή, καθότι ο κίνδυνος που μπορεί να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής του δεν συνιστά πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, δυνάμει του άρθρου 15, εδάφια (α) και (β), της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο 19(2), εδάφια (α) και (β), του περί Προσφύγων Νόμου). Επιπρόσθετα, η αρμόδια αρχή, έκρινε ότι ούτε και οι προϋποθέσεις για χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας συντρέχουν δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, μιας και στην πόλη Douala, τόπο  προηγούμενης διαμονής του αιτητή, δεν επικρατούν συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων λόγω εσωτερικής και/ή διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης.

Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων,  κρίνω ότι ουδεμία περαιτέρω έρευνα χρειαζόταν για την εξέταση της αίτησης του αιτητή και ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Επομένως, θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης στη βάση του άρθρου 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(I)/2018) και ενόψει τούτου να κρίνω αν ορθά το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα του αιτητή.

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου και αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και διαμονής και το προφίλ του αιτητή δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμό, εφόσον προκύπτει πως ορθά έγινε αποδεκτός από τους Καθ’ ων η αίτηση.  

Λαμβάνοντας υπόψιν τις δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με τον δεύτερο σχηματισθέντα ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι ο αιτητής ήταν μέλος του πολιτικού κόμματος MRC και συμμετείχε σε διαδηλώσεις, οι οποίες τον οδήγησαν να είναι καταζητούμενος από την αστυνομία, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι συντάσσομαι με την αξιολόγηση που μεσολάβησε της εσωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού από την Υπηρεσία Ασύλου. Ορθώς θεωρώ κρίθηκε ότι εντοπίζονται σημαντικές αντιφάσεις στο αφήγημά του αιτητή. Πράγματι, ως διαφαίνεται από τα ενώπιον μου στοιχεία, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει  βασικές πληροφορίες αναφορικά με την εκπεφρασμένο φόβο του περί του ότι καταζητείται από την αστυνομία για την συμμετοχή του στο εν λόγω κόμμα και τις κατ΄ ισχυρισμό διαδηλώσεις.

Θεωρώ ότι συνολικά η αφήγησή του δεν θεωρείται συνεκτική, με αρκετές χρονολογικές παραλείψεις και αντιφάσεις, που τεκμαίρουν την αναξιοπιστία του ισχυρισμού του. Θα συμφωνήσω με την αξιολόγηση στην οποία έχει προβεί ο αρμόδιος λειτουργός ως καταγράφεται στην έκθεση – εισήγηση και με τα σημεία που εντόπισε περί του να καταλήξει σε εύρημα περί της μη αξιοπιστίας του αιτητή και επομένως παρέλκει η όποια επανάληψη τους.

Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του αιτητή, το Δικαστήριο κρίνει ότι εκ των όσων αυτός δήλωσε, λόγω της απολύτου προσωπικής φύσεως τους, δεν προκύπτουν στοιχεία που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο περαιτέρω έρευνας σε εξωτερικές πηγές. Όσον αφορά τα έγγραφα που παρουσίασε ο αιτητής τα εν λόγω είναι φωτοαντίγραφα και δυσανάγνωστα και θα συμφωνήσω με την αξιολόγηση που μεσολάβησε των εν λόγω από τον αρμόδιο λειτουργό ότι τα εν λόγω εμφαίνονται κατασκευασμένα και/ή αλλοιωμένα. Περαιτέρω, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι τα μόνα στοιχεία που μπορούν να αναγνωστούν όσον αφορά το πρώτο έγγραφο που αποτελεί ως εμφαίνεται ένταλμα έρευνας (‘avis de recherche’), είναι ο τίτλος του και το όνομα του αιτητή σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί, χωρίς όμως να μπορεί να αναγνωστεί η ημερομηνία έκδοσης του όπως ούτε επίσης το αρμόδιο τμήμα το οποίο το έκδωσε (βλ. ερυθρό 35 του Δ.Φ.). Για όλους αυτούς τους λόγους δεν μπορεί να εξεταστεί περαιτέρω η αξιοπιστία του εν λόγω εγγράφου λόγω του θολού και δυσανάγνωστου περιεχομένου του, χωρίς να μπορούν να διαπιστωθούν σημαντικά στοιχεία του εν λόγω για να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την αξιοπιστία του.

Όσον αφορά το έτερο έγγραφο ήτοι την κάρτα μέλους του αιτητή στο κόμμα MRC (βλ. ερυθρό 33-34 του Δ.Φ), η κάρτα μέλους του είναι επίσης θολή και το εν λόγω έγγραφο είναι εξίσου φωτοαντίγραφο και δυσανάγνωστο. Εντούτοις, τα μόνα στοιχεία που μπορούν να αναγνωστούν όσον αφορά το εν λόγω έγγραφο που αποτελεί ως εμφαίνεται κάρτα μέλους του αιτητή στο MRC, είναι ο τίτλος του, το όνομα του αιτητή, χωρίς όμως να μπορεί να αναγνωστεί το αρμόδιο τμήμα το οποίο το έκδωσε. Όσον αφορά την ημερομηνία που εντοπίζεται στο εν λόγω, ήτοι 01/11/2019, έρχεται σε ασυμφωνία με τις δηλώσεις του ίδιου κατά την συνέντευξη του, μιας και ο ίδιος δήλωσε ότι μπήκε στο κόμμα τον Ιανουάριο του 2018 ενώ επίσης ο ίδιος βρισκόταν στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά την εν λόγω ημερομηνία έκδοσης της εν λόγω κάρτας. Υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω επισημάνσεων, προκύπτει ότι η αξιοπιστία του εν λόγω εγγράφου ήτοι της κάρτας μέλους πάσχει και ότι το εν λόγω έγγραφο όχι μόνο δεν ενισχύει την αξιοπιστία του αιτητή, αλλά την πλήττει έτι περαιτέρω.

Καταληκτικά, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι συντάσσομαι επίσης με τα όσα αναφέρθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό κατά την σύνταξη της έκθεσης εισήγησης και περι της αξιολόγησης της εξωτερικής αξιοπιστίας καθώς και συνακόλουθα της αξιολόγησης των εν λόγω εγγράφων.

Επομένως, ενόψει της μη τεκμηρίωσης και της εξωτερικής αξιοπιστίας του αιτητή, και στη βάση, λοιπόν, της αξιολόγησης της εσωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεών του αιτητή, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται ως μη αξιόπιστος στο σύνολό του.

 

Για όλους τους ανωτέρω λόγους, το Δικαστήριο δεν κάνει δεκτό τον ανωτέρω ισχυρισμό στο σύνολό του. 

Υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υπόθεσης που έγιναν αποδεκτά, κρίνεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση του αιτητή ως πρόσφυγα, καθώς όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, ο αιτητής δεν τεκμηρίωσε κατά τρόπο κανένα απολύτως ισχυρισμό ο οποίος στοιχειοθετεί βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης, που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα στο πρόσωπό του, έτσι όπως η έννοια του πρόσφυγα ερμηνεύεται στην Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από τον Περί Προσφύγων Νόμο, καθότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.

Πρόσθετα, κρίνω σκόπιμο σε αυτό το σημείο να αναφέρω ότι στον Διοικητικό Φάκελο (βλ. ερυθρό 13-14 του Δ.Φ.) εντοπίζεται βεβαίωση από το Γενικό Νοσοκομείο της Λευκωσίας ότι ο αιτητής είναι φορέας της Ηπατίτιδας Β’. Ο αιτητής κατά την συνέντευξη του επιβεβαίωσε το εν λόγω γεγονός δηλώνοντας αρχικά ότι έκανε μόνο εξετάσεις χωρίς να λαμβάνει κάποια φαρμακευτική αγωγή ενώ στο τέλος της συνέντευξης του δήλωσε ότι λαμβάνει φροντίδα περί τούτου και ότι υπό άλλες συνθήκες εάν βρισκόταν στην χώρα καταγωγής του θα πέθαινε. Κρίνω σκόπιμο σε αυτό το σημείο να αναφέρω ότι ο συνήγορος του αιτητή  κατά τη δικαστική διαδικασία δεν προέβαλε σε κανένα σημείο την κατάσταση της υγείας του αιτητή.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να επισημάνω ότι όσον αφορά το εδάφιο (β) του άρθρου 19 (2) του Περί Προσφύγων Νόμου, και την εξέταση του κατά πόσον ο αιτητής κινδυνεύει κατά την επιστροφή του στην χώρα καταγωγής του να υποστεί απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση λόγω της ασθένειας από την οποία πάσχει, σύμφωνα με την νομολογία του ΔΕΕ, υπόθεση C-542/13, Mohamed M'Bodj κατά Βελγικού Δημοσίου, ημερ.18/12/2014, οι λόγοι υγείας από μόνοι τους και ειδικότερα ο κίνδυνος να επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας ενός πάσχοντος από σοβαρή ασθένεια λόγω της ανυπαρξίας κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής στην χώρα καταγωγής του, δεν αρκoύν για να χορηγηθεί σε αυτόν το καθεστώς επικουρικής προστασίας, καθότι θα πρέπει να συντρέχει παράλληλα το στοιχείο της εκ προθέσεως άρνηση χορήγησης ιατρικής περίθαλψης σε σχέση με την μη παροχή/πρόσβαση του αιτητή σε κατάλληλη ιατρική περίθαλψη δηλαδή η βλάβη θα πρέπει να προκύπτει από συμπεριφορά τρίτου. Δέον να παραπέμψω και στις επιμέρους παραγράφους/σκέψεις της ως άνω απόφασης του ΔΕΕ[1].

Παράλληλα, ως έχω αναφέρει επίσης και στην εκδοθείσα απόφαση μου, στα πλαίσια της προσφυγής υπ' αριθ. 5622/21, απόφαση ημερομηνίας 28/04/2023, με παραπομπή στην υπόθεση του ΔΕΕ MP, C‑353/16, ημερ. 24.04.2018[2], η ασθένεια θα πρέπει να έχει τον ελάχιστο βαθμό σοβαρότητας ήτοι να υπάρχει κίνδυνος θανάτου ή σοβαρή επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του αιτητή. Παραθέτω κατωτέρω σχετικά αποσπάσματα από την απόφαση του ΔΕΕ (η υπογράμμιση δική μου):

«40      Όσον αφορά, ειδικότερα, τον απαιτούμενο βαθμό σοβαρότητας προκειμένου να συντρέχει παράβαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, από την πλέον πρόσφατη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προκύπτει ότι η διάταξη αυτή αντιτίθεται στην απομάκρυνση βαρέως ασθενούντος προσώπου για το οποίο υπάρχει άμεσος κίνδυνος θανάτου ή σημαντικοί λόγοι να θεωρηθεί ότι, μολονότι δεν διατρέχει άμεσο κίνδυνο θανάτου, θα αντιμετώπιζε, ελλείψει της κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής στη χώρα προορισμού ή ελλείψει προσβάσεως σε αυτήν, πραγματικό κίνδυνο εκθέσεως σε σοβαρή, ταχεία και μη αναστρέψιμη επιδείνωση της καταστάσεως της υγείας του συνεπαγόμενη έντονους πόνους ή σημαντική μείωση του προσδόκιμου ζωής του (βλ., συναφώς, απόφαση του ΕΔΔΑ της 13ης Δεκεμβρίου 2016, Paposhvili κατά Βελγίου, CE:ECHR:2016:1213JUD004173810, §§ 178 και 183).

[…]

49      Εντούτοις, μια τέτοια σοβαρή επιδείνωση δεν πρέπει να θεωρηθεί, αυτή καθ’ εαυτήν, ως απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση του εν λόγω υπηκόου τρίτης χώρας στη χώρα καταγωγής του, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο βʹ, της εν λόγω οδηγίας.

50      Συναφώς, πρέπει να εξετασθούν, όπως επισημαίνει η απόφαση περί παραπομπής, οι επιπτώσεις που ενδέχεται να έχει η απουσία, στη χώρα καταγωγής του ενδιαφερομένου, κατάλληλων υποδομών υγείας για τη φροντίδα των σωματικών ή ψυχολογικών συνεπειών από τα βασανιστήρια που υπέστη από τις αρχές της χώρας αυτής.

51      Πρέπει, συναφώς, να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι οι σοβαρές βλάβες τις οποίες απαριθμεί το άρθρο 15, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/83 δεν μπορούν να απορρέουν απλώς από τις εν γένει ανεπάρκειες του συστήματος υγείας της χώρας καταγωγής. Ο κίνδυνος επιδεινώσεως της καταστάσεως του πάσχοντος από σοβαρή ασθένεια υπηκόου τρίτης χώρας, ο οποίος απορρέει από την ανυπαρξία κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής στη χώρα καταγωγής του, δεν αρκεί προκειμένου να παρασχεθεί η επικουρική προστασία, εκτός αν απορρέει από την εκ προθέσεως άρνηση χορηγήσεως ιατρικής περιθάλψεως στον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρας (βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2014, M’Bodj, C‑542/13, EU:C:2014:2452, σκέψεις 35 και 36).

[…]

58      Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το άρθρο 2, στοιχείο εʹ, και το άρθρο 15, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/83, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 του Χάρτη, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι πληροί τις προϋποθέσεις για να υπαχθεί στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας ο υπήκοος τρίτης χώρας που βασανίστηκε, κατά το παρελθόν, από τις αρχές της χώρας καταγωγής του και ο οποίος δεν είναι πλέον εκτεθειμένος στον κίνδυνο βασανιστηρίων σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα αυτή, αλλά του οποίου η κατάσταση της σωματικής και της ψυχικής υγείας θα μπορούσε, στην περίπτωση αυτή, να επιδεινωθεί σημαντικά, με τον σοβαρό κίνδυνο να αυτοκτονήσει ο υπήκοος αυτός, λόγω τραύματος που του προκλήθηκε από βασανιστήρια τα οποία υπέστη, εάν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος να μην του παρασχεθεί εκ προθέσεως στην εν λόγω χώρα η κατάλληλη περίθαλψη για την αντιμετώπιση των σωματικών και ψυχικών συνεπειών από τα βασανιστήρια αυτά, πράγμα που εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει.»

 

Το παρόν Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης για ανεύρεση πληροφοριών σχετικά με θέματα διαθεσιμότητας και προσβασιμότητας σε θεραπείες. 

Ως προς το ζήτημα της πρόσβασης σε θεραπεία για τους φορείς της Ηπατίτιδας Β΄ στο Καμερούν, σύμφωνα με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, το Καμερούν εμφαίνεται ότι έχει σημειώσει πρόοδο ως προς το ζήτημα αυτό. Απάντηση σε ερώτημα COI αναφορικά με την αντιμετώπιση των ατόμων με ηπατίτιδα Β από το κράτος και από την κοινωνία, την πρόσβαση σε υπηρεσίες υποστήριξης, καθώς και την πρόσβαση στην απασχόληση και στην υγειονομική περίθαλψη που ετοίμασε η EUAA[3] για την περίοδο Ιανουαρίου 2019-Ιανουαρίου 2024, αναφέρει: «Σχετικά με την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, ένα άρθρο ειδήσεων του 2020 από την Voice of America (VOA) News περιέγραψε ότι η κυβέρνηση του Καμερούν «μείωσε το κόστος θεραπείας από 250$ το μήνα σε λιγότερο από 50$» για να «ενθαρρύνει» τους ασθενείς να επισκεφτούν τα νοσοκομεία,[4] ενώ σύμφωνα με άρθρο του 2023 του Gavi, ενός διεθνούς οργανισμού για τον εμβολιασμό[5], το κόστος των φαρμάκων για την ηπατίτιδα Β έχει μειωθεί κατά 60%.

Επιπλέον, ως προς την ενημέρωση του πληθυσμού για την ανάγκη αντιμετώπισης και θεραπείας οι ειδήσεις της VOA περιέγραψαν ότι στάλθηκαν υγειονομικοί υπάλληλοι από 360 κρατικά νοσοκομεία «για να παρακολουθούν τους ασθενείς και να διασφαλίζουν ότι λαμβάνουν τις θεραπείες και τα εμβόλιά τους». [6]

Πρόσθετα, οι διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής καταδεικνύουν ότι το Υπουργείο Δημόσιας Υγείας του Καμερούν έχει ιδρύσει κέντρα θεραπείας ιογενών ηπατιτίδων και στις δέκα περιφέρειες της χώρας και ότι το tenofovir, το οποίο αποτελεί θεραπεία πρώτης γραμμής για τη χρόνια λοίμωξη από Ηπατίτιδα Β, είναι διαθέσιμο και διατίθεται σε επιδοτούμενη τιμή.[7] Oι άμεσες δαπάνες των ασθενών με Ηπατίτιδα Β ανέρχονται πλέον στα 3,10 δολάρια μηνιαίως για τη τενοφοβίρη, ενώ το κόστος των εργαστηριακών εξετάσεων δεν είναι επιδοτούμενο. Η ενίσχυση της δυνατότητας διενέργειας εξετάσεων στο σημείο παροχής φροντίδας και η απλούστευση των κριτηρίων έναρξης της θεραπείας για την Ηπατίτιδα Β ενδέχεται να μειώσουν το κόστος θεραπείας σε άτομα που είναι γνωστό ότι είναι θετικά στο επιφανειακό αντιγόνο της ηπατίτιδας Β.[8] Παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί στο Καμερούν και ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα (διευρυμένος έλεγχος, επιδοτούμενη θεραπεία, επιλογή χορήγησης δόσης εμβολίου κατά τη γέννηση), ο ιός της ηπατίτιδας Β παραμένει σε επίπεδα υψηλής ενδημικότητας, με εκτιμώμενο αριθμό 2,9 εκατομμυρίων ατόμων που έχουν προσβληθεί από τη χρόνια αυτή λοίμωξη.[9]  

Το Καμερούν διαθέτει πλέον 20 εγκεκριμένα από το Υπουργείο Υγείας κέντρα θεραπείας, στα οποία χορηγούνται φάρμακα κατά της ιογενούς ηπατίτιδας. Τα μισά από αυτά τα κέντρα βρίσκονται σε δύο μεγάλες πόλεις: τη Yaounde και τη Douala.[10] Ειδικότερα, στη Douala λειτουργεί το Douala General Hospital[11] ως νοσοκομείο αναφοράς, και το Pasteur Centre of Cameroon[12] ως εξειδικευμένο εργαστήριο αναφοράς, γεγονός που επιβεβαιώνει την ύπαρξη υγειονομικών δομών στις οποίες δύνανται να παρέχονται σχετικές υπηρεσίες.

Από τις ως ανω παρατεθείσες πληροφορίες προκύπτει πως, υπάρχει διαθέσιμη θεραπεία και πρόσβαση στο σύστημα υγείας της χώρας πασχόντων από Ηπατίτιδα Β΄. Επομένως, από τα ανωτέρω συμπεραίνεται πως ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στην χώρα καταγωγής του θα τύχει πρόσβασης σε διαθέσιμη ιατρική και φαρμακευτική περίθαλψη στην χώρα καταγωγής του. Ως εκ της ανωτέρω ανάλυσης δεν υφίσταται κίνδυνος σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στο Καμερούν λόγω της ασθένειας από την οποία πάσχει καθότι εκλείπει όχι μόνο το στοιχείο της εκ προθέσεως στέρησης από τρίτο της πρόσβασης στην ιατρική περίθαλψη ως απαιτεί το άρθρο 15 στοιχείο β’ της Οδηγίας αλλά και πέραν της ανωτέρω επισήμανσης, ο αιτητής θα έχει πρόσβαση σε διαθέσιμη ιατρική και φαρμακευτική θεραπεία κατά την επιστροφή του στην χώρα καταγωγής του.

Επομένως, αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του, αναμένεται ότι ο Αιτητής με την επιστροφή του στη χώρα του, εφόσον χρειαστεί, να λάβει φαρμακευτική αγωγή, δεν υπάρχει ένδειξη ότι θα στερηθεί πρόσβασης σε θεραπεία στην χώρα του και ενόψει τούτου δεν υφίσταται οποιοσδήποτε κίνδυνος σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στην χώρα καταγωγής του, για να του παραχωρηθεί καθεστώς επικουρικής προστασίας.

Συνακόλουθα, ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε κανένα ουσιώδη λόγο που να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, για να του δοθεί συμπληρωματική προστασία για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, δεν επικαλέστηκε πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας στην χώρα καταγωγής του, δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια (α) και (β), του Περί Προσφύγων Νόμου.

Πρόσθετα, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, θα πρέπει το Δικαστήριο να διαπιστώσει εάν στην περιοχή καταγωγής και μόνιμης διαμονής του αιτητή υφίσταται 1) ένοπλη σύρραξη και εάν και εφόσον υφίσταται τότε 2) να διαπιστώσει κατά πόσο στην εν λόγω περιοχή υπάρχει αδιάκριτη άσκηση βίας σε βαθμό τόσο υψηλό ώστε ο αιτητής να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη ως άμαχος πολίτης. Παράλληλα το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τυχόν ειδικό κίνδυνο που διατρέχει ο αιτητής από την ατομική του κατάσταση και τυχόν προσωπικές περιστάσεις σε συνδυασμό με τις συνθήκες αδιάκριτης άσκησης βίας (σε μικρότερο βαθμό), σύμφωνα με την αναπροσαρμοσμένη κλίμακα που καθορίστηκε στην απόφαση Elgafaji[13] του ΔΕΕ. Σύμφωνα με το Εγχειρίδιο του ΕΑΣΟ - Δικαστική Ανάλυση, σχετικά με την ανάλυση του άρθρου 15 (γ) της οδηγίας 2011/95/ΕΕ «Βάσει του άρθρου 15 στοιχείο γ), ένα πρόσωπο που διατρέχει γενικό κίνδυνο δεν αποκλείεται να διατρέχει και ειδικό κίνδυνο, και το αντίστροφο. Πράγματι, το ΔΕΕ διατύπωσε την έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, σύμφωνα με την οποία: «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας (Elgafaji, σκέψη 39· Diakite, σκέψη 31). Το αντίστροφο ισχύει επίσης: κατ' εξαίρεση, ο βαθμός βίας μπορεί να είναι τόσο υψηλός ώστε ένας άμαχος να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή βλάβη απλώς και μόνο λόγω της παρουσίας του στο έδαφος της επηρεαζόμενης χώρας ή περιοχής (σκέψη 43). Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ερμηνεία αυτή δεν αντέβαινε στην [τότε] αιτιολογική σκέψη 26 της οδηγίας, καθώς το γράμμα αυτής προβλέπει το ενδεχόμενο μιας τέτοιας εξαιρετικής κατάστασης (59).»[14]

Επομένως, εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 19(2)(γ) του κατά πόσον υφίσταται ένοπλη σύρραξη στο Καμερούν και την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή, αξίζει να αναφερθούν τα κατωτέρω:

Ως αναφέρεται σε άρθρο του The Conversation, μίας ειδησεογραφικής ιστοσελίδας που δημοσιεύει άρθρα ακαδημαϊκών σε συνεργασία με δημοσιογράφους, δημοσιευθέν τον Αύγουστο του 2025, το 2016 ξεκίνησαν ειρηνικές διαδηλώσεις των δικηγόρων και εκπαιδευτικών κατά της «γαλλοφωνοποίησης» των δικηγορικών και εκπαιδευτικών συστημάτων στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, ωστόσο, γρήγορα εξελίχθηκαν σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των αυτονομιστών και των κυβερνητικών δυνάμεων.[15] Τον Οκτώβριο του 2017, αγγλόφωνοι αυτονομιστές κήρυξαν την ανεξαρτησία και ανακήρυξαν ένα νέο κράτος, την «Αμπαζονία» στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές.[16]

 

Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της Amnesty International που κάλυπτε τα γεγονότα του 2025, οι αυτονομιστές ανέλαβαν την ευθύνη για αρκετές επιθέσεις στις αγγλόφωνες περιοχές της Βορειοδυτικής και Νοτιοδυτικής περιφέρειας. Ο ΟΗΕ ανέφερε ότι ο πληθυσμός συνέχιζε να υφίσταται στοχευμένες δολοφονίες, συχνές ομηρίες, επιβολή παράνομων φόρων, οδοφράγματα, εκβιασμούς, περιορισμούς στην κυκλοφορία και χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών, μεταξύ άλλων σε δημόσιους χώρους και κατά μήκος των κύριων οδικών αρτηριών. Οι βίαιες συγκρούσεις μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των ένοπλων αυτονομιστικών ομάδων συνεχίστηκαν στις αγγλόφωνες περιοχές και σε συνδυασμό με τις συγκρούσεις μεταξύ αγροτών και κτηνοτρόφων στη βορειοδυτική περιοχή, οδήγησαν σε εσωτερική εκτόπιση σχεδόν 1 εκατομμυρίου ανθρώπων.[17] 

 

Τον Απρίλιο του 2026, ο οργανισμός UN OCHA δήλωσε, για την περίοδο μεταξύ 1 Ιανουαρίου έως 31 Μαρτίου 2026, ότι στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές, η ανθρωπιστική κατάσταση παρέμεινε σοβαρή, λόγω των ένοπλων συγκρούσεων, της ανασφάλειας και της επιδείνωσης των συνθηκών προστασίας των αμάχων. Οι συγκρούσεις μεταξύ των κρατικών δυνάμεων ασφαλείας (SSF) και των μη κρατικών ένοπλων ομάδων (NSAG) συνεχίστηκαν στο μεγαλύτερο μέρος των διοικητικών περιφερειών, με τους αμάχους να εκτίθενται τακτικά σε βία, εκφοβισμό, μέτρα εξαναγκασμού, ενώ οι εκτοπισμοί συνεχίστηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια του τριμήνου. Οι περιπτώσεις εγκαταλελειμμένων πόλεων και εκβιασμών, επηρέασε τις γεωργικές δραστηριότητες, την επισιτιστική ασφάλεια, την πρόσβαση στις αγορές και το διασυνοριακό εμπόριο, ενώ έγιναν αναφορές για δολοφονίες, απαγωγές για λύτρα, σεξουαλική βία, αναγκαστική φορολογία και εκφοβισμό που έπληξαν γυναίκες, παιδιά, εμπόρους, εκπαιδευτικούς και παραδοσιακούς ηγέτες. Η πρόσβαση στην εκπαίδευση και στις υπηρεσίες υγείας συνέχισε να διαταράσσεται λόγω απειλών, απαγωγών και της παρουσίας ένοπλων δυνάμεων. Οι μη κρατικές ένοπλες ομάδες επέβαλαν τοπικές πόλεις-φαντάσματα,  ad hoc απαγορεύσεις κυκλοφορίας και  «φόρους απελευθέρωσης».[18]

 

Η Douala βρίσκεται δυτικά, στην γαλλόφωνη περιοχή.[19] Είναι η μεγαλύτερη πόλη του Καμερούν, αποτελούμενη από το 20% του συνολικού αστικού πληθυσμού, συνιστά μεγάλο βιομηχανικό κέντρο και είναι η πρωτεύουσα της περιοχής Littoral.[20] Λόγω της κατάστασης ασφαλείας, έχει παρατηρηθεί αύξηση μετακινήσεων πληθυσμιακών ομάδων προς την περιοχή Littoral και την πόλη Douala, καθώς η σύγκρουση έχει παγιωθεί και η μαζική εισροή πληθυσμών έχει συγκεντρωθεί εκεί.[21]

 

Επομένως στην βάση των πιο πάνω διαπιστώνεται ότι υφίσταται εσωτερική ένοπλη σύρραξη στο Καμερούν, η πρώτη και αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 15 στοιχείο γ) της οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Παράλληλα όμως θα πρέπει να υφίσταται και αδιάκριτη βία σε τέτοιο υψηλό βαθμό - όρος που σημαίνει ότι μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτων των προσωπικών τους περιστάσεων, ως ένας γενικότερος κίνδυνος βλάβης κατά αμάχου - που η απλή παρουσία αμάχου στην περιοχή θα συνιστά πραγματικό κίνδυνο να υποστεί ουσιώδη βλάβη. Στη σκέψη 30 της απόφασης Diakité, το ΔΕΕ επισήμανε τα εξής: «Επιπλέον, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η ύπαρξη εσωτερικής ένοπλης συρράξεως μπορεί να συνεπάγεται την παροχή της επικουρικής προστασίας μόνο στο μέτρο που οι συγκρούσεις μεταξύ των τακτικών δυνάμεων ενός κράτους και ενός ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων ή μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων θεωρούνται κατ' εξαίρεση ότι συνεπάγονται σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του αιτούντος την επικουρική προστασία, υπό την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γ), της οδηγίας 2004/83, διότι ο βαθμός της αδιάκριτης ασκήσεως βίας που τις χαρακτηρίζει είναι τόσο μεγάλος ώστε υπάρχουν σοβαροί και βάσιμοι λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να υποστεί την εν λόγω απειλή (βλέπε, υπό την έννοια αυτή, Elgafaji, σκέψη 43)»[22].

 

Στη σκέψη 35 της απόφασης Elgafaji, το Δικαστήριο ανάφερε το εξής: «Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ', της οδηγίας».[23]

 

Επομένως στην βάση των πιο πάνω διαπιστώνεται ότι υφίσταται εσωτερική ένοπλη σύρραξη στο Καμερούν, η πρώτη και αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 15 στοιχείο γ) της οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Παράλληλα όμως θα πρέπει να υφίσταται και αδιάκριτη βία σε τέτοιο υψηλό βαθμό - όρος που σημαίνει ότι μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτων των προσωπικών τους περιστάσεων, ως ένας γενικότερος κίνδυνος βλάβης κατά αμάχου - που η απλή παρουσία αμάχου στην περιοχή θα συνιστά πραγματικό κίνδυνο να υποστεί ουσιώδη βλάβη. Στη σκέψη 30 της απόφασης Diakité, το ΔΕΕ επισήμανε τα εξής: «Επιπλέον, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η ύπαρξη εσωτερικής ένοπλης συρράξεως μπορεί να συνεπάγεται την παροχή της επικουρικής προστασίας μόνο στο μέτρο που οι συγκρούσεις μεταξύ των τακτικών δυνάμεων ενός κράτους και ενός ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων ή μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων θεωρούνται κατ' εξαίρεση ότι συνεπάγονται σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του αιτούντος την επικουρική προστασία, υπό την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γ), της οδηγίας 2004/83, διότι ο βαθμός της αδιάκριτης ασκήσεως βίας που τις χαρακτηρίζει είναι τόσο μεγάλος ώστε υπάρχουν σοβαροί και βάσιμοι λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να υποστεί την εν λόγω απειλή (βλέπε, υπό την έννοια αυτή, Elgafaji, σκέψη 43)»[24].

Στη σκέψη 35 της απόφασης Elgafaji, το Δικαστήριο ανάφερε το εξής: «Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ', της οδηγίας».[25]

Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε πρόσφατες (έγκυρες) πηγές πληροφόρησης για τη χώρα του αιτητή, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί σε αυτήν όσον αφορά την κρίση στις Αγγλόφωνες περιοχές και συγκεκριμένα στη Βορειοδυτική Περιφέρεια (North-West Region) του Καμερούν, όπου ανήκει γεωγραφικά και η πόλη Douala όπου ζούσε ο αιτητής, το οποίο θεωρείται το μέρος τελευταίας διαμονής του, για να διαπιστωθεί κατά πόσον υφίσταται σε τέτοιο υψηλό βαθμό αδιάκριτη βία. Από την εν λόγω έρευνα, καταγράφονται τα ακόλουθα:

 

Για λόγους πληρότητας της έρευνας θα παρατεθούν ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Douala, τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής του αιτητή.

Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 04/09/2026), στην περιοχή Littoral όπου υπάγεται η πόλη Douala, καταγράφηκαν 13 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 16 θάνατοι.[26] Εξ αυτών, 7 περιστατικά σημειώθηκαν στην Douala, από τα οποία προκλήθηκαν 11 θάνατοι.[27]

 

Σημειώνεται πως ο πληθυσμός για την περιοχή Littoral σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις για το 2025 ανήλθε σε 4,498,900 κατοίκους[28] ενώ για την πόλη Douala εκτιμάται σε 3,7 εκατομμύρια κατοίκους.[29]Επομένως καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων άμαχων πολιτών στην εν λόγω περιοχή δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της ευρύτερης περιοχής και ειδικότερα στην πόλη Douala, τόπο καταγωγής και συνήθους του αιτητή, έτσι ώστε να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του εκεί, ο αιτητής θα κινδυνέψει ως άμαχος αποκλειστικά λόγω της φυσικής του παρουσίας εκεί. 

 

Ενόψει των ανωτέρω, συνάγεται ότι η περιφέρεια Littoral, όπου ανήκει γεωγραφικά η πόλη Douala, την οποία το Δικαστήριο θεωρεί ως την περιοχή διαμονής του αιτητή βάσει της αξιολόγησης της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του ως παρατέθηκε ανωτέρω, δεν φαίνεται να πλήττεται σε τέτοιο βαθμό από συγκρούσεις και περιστατικά βίας, τα οποία να ανάγονται σε τόσο υψηλό επίπεδο, ώστε να θεωρούνται ότι πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας, ως αυτό ερμηνεύθηκε από τις αποφάσεις C-465/07 - Elgafaji και C‑285/12 - Diakite του ΔΕΕ, ως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Δεν παροράται εξάλλου το γεγονός ότι ο αιτητής  είναι γαλλόφωνος και λαμβάνοντας υπόψιν και το προσωπικό προφίλ του αιτητή, διαπιστώνω ότι απουσιάζουν ιδιαίτερες επιβαρυντικές περιστάσεις, δεδομένου ότι ο αιτητής συνιστά ενήλικα, διαθέτει ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, είναι ικανός προς εργασία και έχει υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον στη χώρα του. Συμπερασματικά, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην Βορειοδυτική Περιφέρεια, στην πόλη Douala.

Κατ' αρχήν, αξίζει να σημειωθεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (International Organization for Migration- IOM) έχουν θέσει σε εφαρμογή ένα κοινό πρόγραμμα το οποίο διευκολύνει την εθελούσια επιστροφή πολιτών του Καμερούν στη χώρα καταγωγής τους, καθώς επίσης παρέχει υποστήριξη στους επιστραφέντες με στόχο την ομαλή επανένταξή τους στη ζωή τους στο Καμερούν.[30] Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει δημοσιεύσει ο IOM από τον Ιούνιο του 2017 έως το 2021 έλαβαν βοήθεια κατά την εθελούσια επιστροφή τους και τη διαδικασία επανένταξής τους 5.450 Καμερουνέζοι πολίτες.[31]

Βάσει των ανωτέρω πληροφορίων περί εμπλοκής του ΙΟΜ στην διαδικασία εθελούσιας επιστροφής και του μεγάλου αριθμού των Καμερουνέζων που έχουν ωφεληθεί από το πρόγραμμα, προκύπτει ότι σε ένα γενικό πλαίσιο η επιστροφή στο Καμερούν δεν είναι αδύνατη και αφ' εαυτής επικίνδυνη για ένα άμαχο πολίτη να επιστρέψει στην χώρα.

 

Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό και τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έγιναν αποδεκτά, κρίνεται ότι η περίπτωση του αιτητή δεν εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα ως ορίζονται στα άρθρα 3-3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου, εφόσον ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιο από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3(1) του πιο πάνω Νόμου. Συνακόλουθα, ο αιτητής δεν επικαλέστηκε κανένα ουσιώδη λόγο που να πιστεύεται, και ούτε προκύπτει (ως αναλύθηκε ανωτέρω), ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ώστε να του δοθεί συμπληρωματική προστασία.

 

Επομένως, κρίνω ότι ορθώς κρίθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου ότι δεν μπορούσε να του παρασχεθεί ούτε προσφυγικό καθεστώς, αλλά ούτε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου τα οποία περιορίζονται στο περιεχόμενο του σχετικού διοικητικού φακέλου, αφού ουδεμία περαιτέρω μαρτυρία προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσας προς υποστήριξη της αιτήσεως και αφού εξέτασα τόσο τη νομιμότητα όσο και την ουσία της υπό αναφορά υπόθεσης, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση του αιτητή.

 

Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

 

 

                                                                                       Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] « 35  Συγκεκριμένα, το άρθρο 6 της οδηγίας αυτής απαριθμεί τους φορείς σοβαρής βλάβης, γεγονός που επιβεβαιώνει την άποψη ότι οι βλάβες αυτές πρέπει να απορρέουν από συμπεριφορά τρίτου και δεν μπορούν, κατά συνέπεια, να αποτελούν απλώς και μόνο συνέπεια των γενικών ανεπαρκειών του συστήματος υγείας της χώρας καταγωγής.»

36      Ομοίως, η αιτιολογική σκέψη 26 της εν λόγω οδηγίας διευκρινίζει ότι οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη. Επομένως, ο κίνδυνος επιδεινώσεως της καταστάσεως του πάσχοντος από σοβαρή ασθένεια υπηκόου τρίτης χώρας, ο οποίος απορρέει από την ανυπαρξία κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής στη χώρα καταγωγής του, δεν αρκεί προκειμένου να χορηγηθεί η επικουρική προστασία, εκτός αν απορρέει από την εκ προθέσεως άρνηση χορηγήσεως ιατρικής περιθάλψεως στον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρας.

[…]

σκέψη 41: Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, το άρθρο 15, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/83 έχει την έννοια ότι η σοβαρή προσβολή που αυτό διαλαμβάνει δεν καλύπτει περίπτωση κατά την οποία τυχόν απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση, κατά τα προβλεπόμενα από την εφαρμοστέα στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική νομοθεσία, την οποία ενδέχεται να υποστεί αιτών διεθνή προστασία σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του είναι απόρροια της ελλείψεως κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής στη συγκεκριμένη χώρα, εκτός αν συντρέχει περίπτωση εκ προθέσεως αρνήσεως χορηγήσεως ιατρικής περιθάλψεως στον εν λόγω αιτούντα.»

[…]

σκέψη 43: Εντούτοις, η επιφύλαξη του άρθρου 3 της οδηγίας 2004/83 απαγορεύει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ διατάξεις που χορηγούν το προβλεπόμενο από την οδηγία καθεστώς της επικουρικής προστασίας σε υπήκοο τρίτης χώρας πάσχοντα από σοβαρή ασθένεια λόγω του κινδύνου επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας του συνεπεία της ελλείψεως κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής στη χώρα καταγωγής, καθόσον τέτοιου είδους διατάξεις δεν συνάδουν με τη συγκεκριμένη οδηγία”.»

[3] EUAA - European Union Agency for Asylum: Cameroon; Attitudes towards individuals, including LGBTIQ people, with Hepatitis B by the state and by society; access to support services; access to employment and to healthcare [Q9-2024], 24 January 2024

https://www.ecoi.net/en/file/local/2103684/2024_01_EUAA_COI_Query_Response_Q9_Cameroon_Attitudes_towards_Individuals_with_Hepatitis_B.pdf

[4] VOA News, Cameroon Dispatches Healthcare Workers to Find, Treat Hepatitis Patients, 28 July 2020 https://www.voanews.com/a/africa_cameroon-dispatches-healthcare-workers-find-treat-hepatitis-patients/6193561.html

[5] Gavi is an international organisation – a global Vaccine Alliance, created in 2020 ‘bringing together public and private sectors with the shared goal of saving lives and protecting people’s health by increasing equitable and sustainable use of vaccines’. Gavi the Vaccine Alliance, Our Alliance, n.d., https://www.gavi.org/our-alliance

[6] VOA News, Cameroon Dispatches Healthcare Workers to Find, Treat Hepatitis Patients, 28 July 2020  

https://www.voanews.com/a/africa_cameroon-dispatches-healthcare-workers-find-treat-hepatitis-patients/6193561.html

[7] Tazinkeng N.N. et al., Costs of Community-Based Viral Hepatitis Screening in Cameroon Using Point-of-Care Technologies, Open Forum Infectious Diseases 11(7), 03/07/2024, https://academic.oup.com/ofid/article/11/7/ofae378/7704637, σελ. 2 (ημερομηνία πρόσβασης 14/09/2026).

[8] Tazinkeng N.N. et al., Costs of Community-Based Viral Hepatitis Screening in Cameroon Using Point-of-Care Technologies, Open Forum Infectious Diseases 11(7), 03/07/2024, https://academic.oup.com/ofid/article/11/7/ofae378/7704637, σελ. 2 (ημερομηνία πρόσβασης 14/09/2026).

[9] Maliki I, Webb EJD, Ada RA, Dawkins B, Lim AG. Prevalence of Hepatitis B Virus Infection in Cameroon: A Systematic Review and Meta-Analysis, 5 August 2026, https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC13439727/ (ημερομηνία πρόσβασης 14/09/2026).

[10] Maliki I, Webb EJD, Ada RA, Dawkins B, Lim AG. Prevalence of Hepatitis B Virus Infection in Cameroon: A Systematic Review and Meta-Analysis, 5 August 2026, https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC13439727/ (ημερομηνία πρόσβασης 14/09/2026).

[11] Hospital General de Douala, https://demo.hgd.cm/ (ημερομηνία πρόσβασης 14/09/2026).

[12] Pasteur Centre of Cameroon, https://pasteur-yaounde.org/ (ημερομηνία πρόσβασης 14/09/2026).

[13] ΔΕΕ, C-465/07, Meki Elgafali και Noor Elgafali κατά Staatssecretaris van Justitie, ημερομηνίας 17/2/2009

https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:62007CJ0465&from=EN

[14]  EASO, (EUAA, European Union Agency for Asylum), Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ), Δικαστική Ανάλυση (2014), σ. 28

https://euaa.europa.eu/sites/default/files/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf 

[15] The Conversation, Cameroon's conflict is part of a bigger trend: negotiations are losing ground to military solutions, 19 Αυγούστου 2025, https://theconversation.com/cameroons-conflict-is-part-of-a-bigger-trend-negotiations-are-losing-ground-to-military-solutions-261697[Ημερομηνία πρόσβασης 07/09/2026]

[16]Global Centre for the Responsibility to Protect, Cameroon, 16 March 2026, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/[Ημερομηνία πρόσβασης 07/09/2026]

[17] Amnesty International, The State of the World's Human Rights – Cameroon 2025, https://www.amnesty.org/en/location/africa/west-and-central-africa/cameroon/report-cameroon/ [Ημερομηνία πρόσβασης 07/09/2026]

[18] UN OCHA, CAMEROON: North-West and South-West Situation Report No.85, January to March 2026, σελ. 2, file:///C:/Users/User/Downloads/NWSW%20SITREP%20-%20January%20to%20March%202026%20final.pdf [Ημερομηνία πρόσβασης 07/09/2026]

[19] Secrétariat d'Etat aux migrations SEM, Focus Cameroun – Crise anglophone et personnes déplacées, 7 Φεβρουαρίου 2024, σελ. 5, https://www.sem.admin.ch/dam/sem/fr/data/internationales/herkunftslaender/afrika/cmr/cmr-crise-anglophone-2024-f.pdf.download.pdf/cmr-crise-anglophone-2024-f.pdf

[20] World Health Organisation, WHO Initiative on Urban Governance for Health and Well-being – Douala, Cameroon, https://www.who.int/initiatives/urban-governance-for-health-and-well-being/work-in-cities-douala-cameroon; Britannica, Cameroon – Douala, https://www.britannica.com/place/Douala; UN Habitat, Urban Planning & Infrastructure in Migration Contexts – Cameroon – Volume 1 – Spatial Profile, 2024, σελ. 40, https://unhabitat.org/sites/default/files/2022/10/221006_douala_spatial_profile_vf_compressed_0.pdf

[21] UN Habitat, Urban Planning & Infrastructure in Migration Contexts – Cameroon – Volume 1 – Spatial Profile, 2024, σελ. 38, https://unhabitat.org/sites/default/files/2022/10/221006_douala_spatial_profile_vf_compressed_0.pdf

[22] ΔΕΕ, C-285/12, Aboubacar Diakite ν. Commissaire general aux refugies et aux apatrides, ημερομηνίας 30/01/2014

https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf;jsessionid=EE88B568A1B6F9256073AA14860957BE?text=&docid=147061&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=2520886

[23] ΔΕΕ, C-465/07, Meki Elgafali και Noor Elgafali κατά Staatssecretaris van Justitie, ημερομηνίας 17/2/2009

[24] ΔΕΕ, C-285/12, Aboubacar Diakite ν. Commissaire general aux refugies et aux apatrides, ημερομηνίας 30/01/2014

https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf;jsessionid=EE88B568A1B6F9256073AA14860957BE?text=&docid=147061&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=2520886

[25] ΔΕΕ, C-465/07, Meki Elgafali και Noor Elgafali κατά Staatssecretaris van Justitie, ημερομηνίας 17/2/2009

[26] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Littoral province, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/09/2026)

[27] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Douala, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/09/2026)

[28] City Population, Africa – Cameroon, Regions - Littoral [Table], https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/09/2026)

[29] World Population Review, Douala, https://worldpopulationreview.com/cities/cameroon/douala (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/09/2026)

[30] IΟΜ, UN Migration, Cameroon, https://cameroon.iom.int/en/iom-cameroon [Ημερομηνία πρόσβασης 07/09/2026]

[31] ΙΟΜ, 'Migrant Return and Reintegration: Complex, Challenging, Crucial', n.d.

https://storyteller.iom.int/stories/migrant-return-and-reintegration-complex-challenging-crucial[Ημερομηνία πρόσβασης 07/09/2026]

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο