ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 628/2024
16 Σεπτεμβρίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
B.Y.P.M.
Αιτητή
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
.......................................................
Ο αιτητής παρουσιάστηκε προσωπικά ενώπιον του Δικαστηρίου
Ορέστης Ηλιάδης για Αγγελική Λαζάρου, Δικηγόρος για τον αιτητή
Ανδρέας Φιλίππου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 18/01/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο Αιτητής είναι υπήκοος του Καμερούν και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 13/03/2023 αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Αυθημερόν, ο αιτητής παρέλαβε την Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας (Confirmation of Submission of an Application for International Protection).
Στις 11/01/2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή στην Υπηρεσία Ασύλου και στη συνέχεια, την 18/01/2024 ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση και Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με την συνέντευξη του Aιτητή. Στη συνέχεια, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης του Αιτητή. Στις 05/02/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης της σχετικά με το αίτημα του, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή αυθημερόν. Ακολούθως, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή, κατά τη δικάσιμο όπου η υπόθεση ήταν ορισμένη για διευκρινίσεις και παρουσίαση φακέλου, απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που προωθούσε μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης και δήλωσε πως προωθεί το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας, κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής του Αγόρευσης, αλλά και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει πως αυτή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία της υπόθεσης και αναφέρει πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.
Κατά την καταγραφή του αιτήματός του ο Αιτητής δήλωσε ως προς τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ότι ο ίδιος και η οικογένειά του κατάγονται από τη Βορειοδυτική Περιφέρεια του Καμερούν, όπου οι αυτονομιστές μαχητές επιχειρούσαν να αναλάβουν τον έλεγχο της περιοχής κατά τη διάρκεια της αγγλόφωνης κρίσης. Δήλωσε ότι ο πατέρας του εργαζόταν ως δάσκαλος και ότι οι αυτονομιστές του είχαν απαγορεύσει να ασκεί το επάγγελμά του, καθώς επιδίωκαν την κατάρρευση του εκπαιδευτικού συστήματος. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο πατέρας του μετέβη στο σχολείο για να συμπληρώσει αναφορές που αφορούσαν τους μαθητές και ότι το ίδιο βράδυ αυτονομιστές μαχητές εισέβαλαν στην οικία τους για να πραγματοποιήσουν έρευνα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, έβγαλαν όλα τα μέλη της οικογένειας έξω από το σπίτι και τους άσκησαν σωματική βία. Δήλωσε ότι, όταν επιχείρησε να προστατεύσει τη μητέρα του, ένα μέλος των «Αμπαζόνιανς» τον χτύπησε στο κεφάλι με όπλο, με αποτέλεσμα να χάσει τις αισθήσεις του. Ο αιτητής ανέφερε ακόμη ότι ένας γείτονάς τους, αντιλαμβανόμενος το περιστατικό, ειδοποίησε τις στρατιωτικές δυνάμεις, οι οποίες έσπευσαν στην περιοχή, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει ανταλλαγή πυροβολισμών. Κατά το ίδιο περιστατικό, ο πατέρας του τραυματίστηκε στο πόδι, ενώ οι αυτονομιστές πυρπόλησαν τις κατοικίες της γειτονιάς τους. Τέλος, δήλωσε ότι οι αυτονομιστές κατηγόρησαν τον πατέρα του ότι είχε καλέσει τον στρατό και απείλησαν ότι θα εκδικηθούν σκοτώνοντας οποιοδήποτε μέλος της οικογένειάς του. Για τον λόγο αυτό, όπως ανέφερε, ο μόνος τρόπος να παραμείνει ασφαλής και να προστατεύσει τη ζωή του ήταν να εγκαταλείψει τη χώρα του (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου).
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του ως προς τα προσωπικά του στοιχεία ανέφερε ότι είναι υπήκοος του Καμερούν, γεννηθείς στην περιοχή Kambe, Bamenda του βορειοδυτικού Καμερούν, η οποία αποτέλεσε τον τόπο της προηγούμενης συνήθους διαμονής του πριν εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του (ερυθρά 27 3χ του διοικητικού φακέλου). Επιπλέον, δήλωσε ότι διέμενε για τέσσερα έτη στην περιοχή Edea, Littoral Region για σπουδές. Είναι χριστιανός στο θρήσκευμα, ομιλεί αγγλικά, γαλλικά, και nkambe, ενώ ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, δήλωσε πως ολοκλήρωσε την δευτεροβάθμια εκπαίδευση και φοίτησε για δύο έτη σε ιδιωτική σχολή (ερυθρά 28 2χ, 3χ, 4χ και 25 11χ-14χ του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση, ο ίδιος δήλωσε πως είναι άγαμος και πως η οικογένειά του αποτελείται από τους γονείς του και έναν μικρότερο αδελφό και μια μικρότερη αδελφή, οι οποίοι διαμένουν στην περιοχή Edea, Littoral Region. Σε σχέση με το επαγγελματικό του προφίλ, ανέφερε πως στο Καμερούν δεν εργαζόταν (ερυθρό 28 5χ του διοικητικού φακέλου). Ως προς το ταξίδι του, ο αιτητής δήλωσε πως, αναχώρησε από το αεροδρόμιο της Douala του Καμερούν, χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα, και πως αφίχθη στην Δημοκρατία μέσω Κωνσταντινούπολης και των μη ελεγχόμενων από την Δημοκρατία περιοχών (ερυθρό 27 5χ, 6χ του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατά την ελεύθερη αφήγησή του δήλωσε ότι μετά την ολοκλήρωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσής του, μετέβη στην πόλη Bamenda για να επισκεφθεί τους γονείς του. Ανέφερε ότι ο πατέρας του εργαζόταν ως δάσκαλος και ότι, την ημέρα του περιστατικού, μετέβη στο σχολείο για να παραλάβει τους ελέγχους των μαθητών. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, εκείνη την ημέρα υπήρχε διαταγή «ghost town», γεγονός που σήμαινε ότι οι κάτοικοι δεν έπρεπε να κυκλοφορούν λόγω της δράσης των αυτονομιστών μαχητών «Αμπαζόνιανς». Ο αιτητής δήλωσε ότι κάποιος ενημέρωσε τους αυτονομιστές πως ο πατέρας του είχε μεταβεί στο σχολείο, με αποτέλεσμα εκείνοι να μεταβούν στην οικία της οικογένειάς του, όπου άρχισαν να παρενοχλούν τον ίδιο και τα αδέλφια του. Ανέφερε ότι ένας από αυτούς επιτέθηκε στη μητέρα του, καθώς ο πατέρας του απουσίαζε, και όταν ο ίδιος προσπάθησε να την προστατεύσει, χτυπήθηκε στο κεφάλι με όπλο και έχασε τις αισθήσεις του για λίγα λεπτά.
Περαιτέρω, ανέφερε ότι οι γείτονες ειδοποίησαν τον στρατό, ο οποίος έφθασε στην περιοχή, και ακολούθησε ανταλλαγή πυροβολισμών μεταξύ των στρατιωτικών δυνάμεων και των αυτονομιστών. Κατά τη διάρκεια του περιστατικού, ο πατέρας του τραυματίστηκε στο πόδι. Στη συνέχεια, όπως δήλωσε, η οικογένειά του κατέφυγε στη δασική περιοχή, ενώ οι αυτονομιστές πυρπόλησαν την οικία τους. Πρόσθεσε ότι οι αυτονομιστές θεώρησαν πως ο πατέρας του ήταν εκείνος που είχε ειδοποιήσει τον στρατό και απείλησαν ότι θα σκοτώσουν οποιοδήποτε πρόσωπο συνδεόταν μαζί του. Ο αιτητής ανέφερε ότι, μετά το περιστατικό, η οικογένειά του εγκατέλειψε την Bamenda και μετέβη στη Douala, όπου διέμειναν προσωρινά σε ένα δωμάτιο. Δήλωσε ότι ο πατέρας του δέχθηκε τηλεφώνημα από άγνωστο αριθμό, κατά το οποίο του είπαν ότι μπορεί να διαφύγει, αλλά δεν μπορεί να κρυφτεί. Εξαιτίας των απειλών αυτών, η οικογένειά του μετέβη στην περιοχή Edea. Τέλος, δήλωσε ότι επιθυμούσε να καταταγεί στον στρατό εξαιτίας των όσων είχαν συμβεί στην οικογένειά του, όμως ο πατέρας του διαφωνούσε, θεωρώντας ότι κάτι τέτοιο ενείχε σοβαρούς κινδύνους. Ανέφερε ότι ο πατέρας του επικοινώνησε με έναν πρώην συνάδελφό του, ο οποίος βρισκόταν στην Κύπρο, και εκείνος τον συμβούλεψε να τον στείλει στο εξωτερικό αντί να καταταγεί στον στρατό. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο εν λόγω εκπαιδευτικός οργάνωσε το ταξίδι του, ενώ ο πατέρας του πούλησε μέρος της περιουσίας του για να καλύψει τα σχετικά έξοδα, με αποτέλεσμα να μεταβεί στην Κύπρο (ερυθρό 26 1χ του διοικητικού φακέλου).
Σε ακόλουθες διευκρινιστικές ερωτήσεις του αρμόδιου λειτουργού, ο αιτητής δήλωσε ότι κατά την ημέρα του περιστατικού ίσχυε το λεγόμενο «ghost town», δηλαδή μια κατάσταση κατά την οποία, σύμφωνα με τις οδηγίες των αυτονομιστών, κανείς δεν επιτρεπόταν να κυκλοφορεί ή να εργάζεται. Ανέφερε ότι αυτό συνέβαινε κάθε Δευτέρα και ότι τις ημέρες αυτές επικρατούσαν ανταλλαγές πυροβολισμών μεταξύ των αυτονομιστών και των κυβερνητικών στρατιωτικών δυνάμεων. Δήλωσε επίσης ότι η κατάσταση αυτή διαρκούσε περίπου έξι χρόνια (ερυθρό 251χ του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείς για ποιο λόγο ο πατέρας του διακινδύνευσε την ζωή του και μετέβη στο σχολείο εκείνη την ημέρα, ο Αιτητής δήλωσε ότι έπρεπε να παραλάβει και να υπογράψει τους ελέγχους των μαθητών, ώστε να παραδοθούν την επόμενη ημέρα (ερυθρό 25 2χ του διοικητικού φακέλου). Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, όταν ο πατέρας του απουσίαζε, οι αυτονομιστές μετέβησαν στην οικία τους αναζητώντας τον.
Ανέφερε ότι ανάγκασαν την οικογένειά του να ξαπλώσει στο έδαφος, ερεύνησαν το σπίτι και όταν η μητέρα του δήλωσε ότι δεν γνώριζε πού βρισκόταν ο σύζυγός της, άρχισαν να τη χτυπούν. Ο ίδιος δήλωσε ότι, όταν προσπάθησε να παρέμβει για να την προστατεύσει, δέχθηκε χτύπημα στο κεφάλι και έχασε τις αισθήσεις του για λίγα λεπτά. Περαιτέρω, ανέφερε ότι λίγο αργότερα άκουσαν πυροβολισμούς, καθώς είχαν φθάσει στρατιωτικές δυνάμεις και ακολούθησε ανταλλαγή πυρών με τους αυτονομιστές. Δήλωσε ότι, την ώρα που ο πατέρας του επέστρεφε στην οικία, τραυματίστηκε στο πόδι από πυροβολισμό. Ανέφερε ακόμη ότι οι στρατιωτικές δυνάμεις πυροβόλησαν πολλούς από τους αυτονομιστές, ενώ οι γείτονες βοήθησαν την οικογένειά του να διαφύγει και να καταφύγει στη δασική περιοχή (ερυθρό 24 2χ του διοικητικού φακέλου).
Ο αιτητής δήλωσε ότι ο πατέρας του μεταφέρθηκε στη δασική περιοχή με τη βοήθεια των γειτόνων, παρά τον τραυματισμό του στο πόδι και ότι το τραύμα του αντιμετωπίστηκε με παραδοσιακά βότανα, καθώς δεν υπήρχε διαθέσιμο νοσοκομείο εκείνη την ημέρα. Ανέφερε ότι η οικογένειά του παρέμεινε κρυμμένη στο δάσος για περίπου δύο εβδομάδες και επιβίωνε με τρόφιμα και άλλα είδη που προμηθεύονταν τρίτα πρόσωπα για λογαριασμό τους (ερυθρό 23 2χ, 3χ, 4χ του διοικητικού φακέλου).Επιπλέον, δήλωσε ότι μετά την πάροδο δύο εβδομάδων εγκατέλειψαν την περιοχή και μετέβησαν στη Douala με τη βοήθεια ατόμων που πραγματοποιούσαν μεταφορές από την Bamenda. Ανέφερε ακόμη ότι, μετά τη διαφυγή τους, οι αυτονομιστές επέστρεψαν στην οικία τους αναζητώντας τον πατέρα του και αφού δεν έλαβαν πληροφορίες για την τοποθεσία του, απείλησαν ότι θα σκοτώσουν τόσο τον ίδιο όσο και οποιοδήποτε πρόσωπο συνδεόταν με αυτόν (ερυθρό 23 4χ, 5x του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με τις απειλές που δέχτηκε ο πατέρας του, ο Αιτητής δήλωσε ότι απειλήθηκε μία μόνο φορά, μέσω τηλεφωνικής κλήσης από άγνωστο αριθμό, ενώ οι αυτονομιστές διατύπωσαν δημόσια τις απειλές τους και ενώπιον των γειτόνων τους την ημέρα του περιστατικού. Ειδικότερα, ανέφερε ότι ενώ ο πατέρας του λάμβανε θεραπεία για το τραύμα του στο πόδι, δέχθηκε τηλεφώνημα από άγνωστο αριθμό, κατά το οποίο του ανέφεραν πως μπορούσε να διαφύγει αλλά δεν μπορούσε να κρυφτεί. Εξαιτίας αυτής της απειλής, η οικογένεια μετέβη στην Edea, όπου ο πατέρας του συνέχισε τη θεραπεία του (ερυθρό 22 1χ, 2χ του διοικητικού φακέλου).
Περαιτέρω, δήλωσε ότι, πέραν των απειλών που δέχθηκε ο πατέρας του, δεν συνέβη οποιοδήποτε άλλο περιστατικό εις βάρος του ιδίου ή της οικογένειάς του μετά το περιστατικό κατά το οποίο τραυματίστηκε ο πατέρας του (ερυθρό 21 1χ του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με το πώς κατάφερε να εγκαταλείψει τη χώρα, ενώ, όπως ισχυρίστηκε, οι αυτονομιστές τον αναζητούσαν, δήλωσε ότι οι τελευταίοι δραστηριοποιούνται μόνο στις δύο αγγλόφωνες περιφέρειες του Καμερούν και όχι στις υπόλοιπες περιοχές της χώρας. Τέλος, ερωτηθείς ποιες θα ήταν οι συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, δήλωσε ότι ενδέχεται να καταταγεί στον στρατό εξαιτίας όσων συνέβησαν στην οικογένειά του, παρά την αντίθεση των γονέων του (ερυθρό 21 του διοικητικού φακέλου).
Στη βάση των ανωτέρω πληροφοριών ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε στην Έκθεση - Εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του αιτητή, ως κατωτέρω: (1) Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ του αιτητή και (2) Ισχυριζόμενος φόβος του Αιτητή, από τους Αμπαζόνιανς, μέσω απειλών, λόγω του πατέρα του.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε δεκτός από τον λειτουργό, καθώς οι ισχυρισμοί του χαρακτηρίστηκαν από αξιοπιστία. Ωστόσο, αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, αυτός δεν έγινε δεκτός, καθώς κρίθηκε ότι στις δηλώσεις του παρουσιάζεται έλλειψη επαρκών πληροφοριών και έλλειψη ευλογοφάνειας όσον αφορά την μέρα που ο πατέρας του αποφάσισε να μεταβεί στο σχολείο για να πάρει τις κάρτες αξιολόγησης των μαθητών. Ειδικότερα, ο λειτουργός επισήμανε ότι ο αιτητής ανέφερε πως κάθε Δευτέρα, οι αυτονομιστές επέβαλλαν το λεγόμενο «ghost town», απαγορεύοντας την κυκλοφορία, ενώ παράλληλα διεξάγονταν συγκρούσεις με τον στρατό. Ωστόσο, όταν κλήθηκε να εξηγήσει γιατί ο πατέρας του επέλεξε να μεταβεί στο σχολείο ακριβώς εκείνη την ημέρα, οι απαντήσεις του κρίθηκαν αντιφατικές και ασαφείς. Αρχικά ανέφερε ότι ήταν υποχρεωμένος να παραλάβει τους ελέγχους των μαθητών τη συγκεκριμένη Δευτέρα, ενώ στη συνέχεια δήλωσε ότι οι έλεγχοι είχαν ήδη παραδοθεί την προηγούμενη Παρασκευή, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει γιατί ο πατέρας του δεν τους παρέλαβε τότε, αναφέροντας αόριστα ότι είχε συνάντηση.
Επιπλέον, κρίθηκε ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει ποιος ενημέρωσε τους αυτονομιστές για την παρουσία του πατέρα του στο σχολείο ούτε ποιος ειδοποίησε τον στρατό, ενώ οι σχετικές απαντήσεις του κρίθηκαν αόριστες και ελλιπείς. Διαπιστώθηκε χρονική ασυνέχεια ως προς την επιστροφή του πατέρα του στην οικία κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων. Ο λειτουργός επισήμανε επίσης ότι οι εξηγήσεις του αιτητή σχετικά με τη διαφυγή της οικογένειάς του στο δάσος και τη μετέπειτα μετακίνηση στη Douala ήταν ανεπαρκείς. Τέλος, ο λειτουργός σημείωσε ότι, σύμφωνα με τις δηλώσεις του ίδιου του αιτητή, ο πατέρας του δέχθηκε μόνο μία τηλεφωνική απειλή μετά τα γεγονότα, ενώ ο ίδιος ανέφερε ότι δεν συνέβη οποιοδήποτε άλλο επιβλαβές περιστατικό σε βάρος του ίδιου ή της οικογένειάς του πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα. Ως εκ τούτου, κατέληξε ότι οι απαντήσεις του αιτητή χαρακτηρίζονταν από έλλειψη επαρκών πληροφοριών και ευλογοφάνειας και ότι οι ισχυρισμοί του δεν κρίθηκαν εσωτερικά αξιόπιστοι.
Κατά την εκτίμηση εξωτερικής αξιοπιστίας ο αρμόδιος λειτουργός παρείχε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση στις αγγλόφωνες περιοχές. Ο λειτουργός καταγράφει πως ο Αιτητής κατά το αφήγημά του υπέπεσε σε ανακρίβειες και παρά το ότι υπάρχουν πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, πως η βίαιη σύγκρουση μεταξύ των δυνάμεων ασφάλειας και ένοπλων αυτονομιστικών ομάδων φέρεται να συνέχισε να μαίνεται στο βορειοδυτικό Καμερούν και στις νοτιοδυτικές περιοχές, το μέρος αυτό του αιτήματος του Αιτητή δεν έγινε αποδεκτό.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τον αποδεκτό ισχυρισμό και συνεκτιμώντας τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή και την γενικότερα επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στο Βορειοδυτικό Καμερούν, που συνιστά την περιοχή καταγωγής του Αιτητή και στην οποία αναμένεται να επιστρέψει, εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Ωστόσο, κατά τη νομική ανάλυση στην οποία προέβη ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν δύνανται να αποτελέσουν λόγο παραχώρησης καθεστώτος πρόσφυγα ή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, όπως προνοείται στα άρθρα 3 και 19 (1) και (2) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000. Περαιτέρω, εξετάζοντας τον πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό το άρθρο 19(2)(γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000, ο λειτουργός λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν δημιουργούν τις προϋποθέσεις ότι σε περίπτωση που επιστρέψει στο Βορειοδυτικό Καμερούν, υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή λόγω της παρουσίας του και μόνον στη συγκεκριμένη περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει. Ειδικότερα, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι ο Αιτητής πρόκειται για άμαχο πολίτη, ο οποίος αναμένεται να επιστρέψει στο Βορειοδυτικό Καμερούν. Είναι ενήλικο και υγιές άτομο, έχει λάβει τη στοιχειώδη μόρφωση, ομιλεί αγγλικά και γαλλικά και είναι ικανός να εργαστεί. Συνεπώς, δεν προκύπτουν στοιχεία πως σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, θα κινδυνεύσει η ζωή του ή η σωματική του ακεραιότητα, λόγω της παρουσίας του εκεί και μόνο. Ως εκ τούτου, ο λειτουργός κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν δύναται να υπαχθεί ούτε σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και συνεπώς το αίτημα του απορρίφθηκε στο σύνολό του.
Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους του, αλλά και από το συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Διαπιστώνω ότι ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε δεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου, καθόσον έγινε αποδεκτός ο τόπος καταγωγής και προηγούμενης συνήθους διαμονής του Αιτητή, οι σχετικές δε δηλώσεις του κρίθηκαν ακριβείς και συμβατές με τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, θα συμφωνήσω απόλυτα με τα όσα με λεπτομέρεια καταγράφει ο αρμόδιος λειτουργός στην εισήγησή του. Ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς και πειστικές πληροφορίες ως προς τον πυρήνα του αιτήματός του. Οι δηλώσεις του Αιτητή δεν παρείχαν την απαιτούμενη πληρότητα, σαφήνεια και συνοχή, ιδίως ως προς τις περιστάσεις υπό τις οποίες ο πατέρας του αποφάσισε να μεταβεί στο σχολείο προκειμένου να παραλάβει τις κάρτες αξιολόγησης των μαθητών. Ειδικότερα, από το περιεχόμενο της συνέντευξης προκύπτει ότι ο Αιτητής υποστήριξε πως, για περίοδο περίπου έξι ετών, οι αυτονομιστές επέβαλλαν κάθε Δευτέρα το λεγόμενο «ghost town», με αποτέλεσμα να περιορίζεται η κυκλοφορία, ενώ κατά τις ίδιες ημέρες σημειώνονταν ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των αυτονομιστικών ομάδων και των κυβερνητικών δυνάμεων. Παρά ταύτα, όταν ζητήθηκε από τον Αιτητή να εξηγήσει για ποιο λόγο ο πατέρας του επέλεξε να μεταβεί στο σχολείο τη συγκεκριμένη ημέρα, οι εξηγήσεις που δόθηκαν δεν κρίθηκαν ικανοποιητικές.
Συγκεκριμένα, ο Αιτητής αρχικά ανέφερε ότι ο πατέρας του όφειλε να μεταβεί στο σχολείο τη συγκεκριμένη Δευτέρα, προκειμένου να παραλάβει τις κάρτες αξιολόγησης των μαθητών. Σε μεταγενέστερο, όμως, στάδιο της εξέτασής του δήλωσε ότι οι εν λόγω κάρτες είχαν ήδη δοθεί από το σχολείο κατά την προηγούμενη Παρασκευή. Ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παρέχει συγκεκριμένη και πειστική εξήγηση ως προς τον λόγο για τον οποίο ο πατέρας του δεν τις παρέλαβε την Παρασκευή, περιοριζόμενος στην αναφορά ότι κατά τον χρόνο εκείνο είχε συνάντηση.
Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο οι αυτονομιστές πληροφορήθηκαν ότι ο πατέρας του βρισκόταν στο σχολείο, ούτε να εξηγήσει ποιος ενημέρωσε τις στρατιωτικές δυνάμεις για την παρουσία του. Οι απαντήσεις του επί των σημείων αυτών κρίθηκαν γενικόλογες και χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία. Παράλληλα, εντοπίστηκε ασυνέχεια στην αφήγησή του σε σχέση με την επιστροφή του πατέρα του στην οικογενειακή κατοικία, ιδίως ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο αυτή έλαβε χώρα σε συνάρτηση με τις εξελισσόμενες συγκρούσεις. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με τις λοιπές ασάφειες της αφήγησης, κρίθηκε ότι δεν επέτρεπε την ασφαλή αποδοχή της περιγραφής των γεγονότων.
Οι εξηγήσεις που δόθηκαν αναφορικά με την απομάκρυνση της οικογένειας προς το δάσος και, ακολούθως, τη μετακίνησή της προς τη Douala, δεν διαφαίνεται ότι είναι επαρκώς αναλυτικές ή πειστικές. Ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει με την απαιτούμενη σαφήνεια τις περιστάσεις και τη χρονική ακολουθία των γεγονότων που οδήγησαν στις εν λόγω μετακινήσεις. Ιδιαίτερη βαρύτητα, αποδόθηκε στο γεγονός ότι σύμφωνα με την ίδια την αφήγηση του Αιτητή, μετά τα επίμαχα περιστατικά ο πατέρας του δέχθηκε μία μόνο τηλεφωνική απειλή. Περαιτέρω, ο Αιτητής δήλωσε ότι, μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα, δεν έλαβε χώρα οποιοδήποτε άλλο περιστατικό βλάβης ή επίθεσης σε βάρος του ιδίου ή άλλου μέλους της οικογένειάς του. Υπό το σύνολο των ανωτέρω, διαφαίνεται πως η αφήγηση του Αιτητή παρουσίαζε σημαντικές ελλείψεις ως προς τις απαιτούμενες πληροφορίες, καθώς και ασάφειες και αντιφάσεις σε ουσιώδη σημεία. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν παρουσιάζει την απαιτούμενη εσωτερική αξιοπιστία του αφηγήματός του.
Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία, προέβηκα σε συνεκτίμηση πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, αναφορικά με την κατάσταση που επικρατεί στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν. Θα πρέπει να αναφερθεί πως κατόπιν σχετικής έρευνας στο διαδίκτυο, ανευρέθη, βάσει πληροφοριών από τον ανεξάρτητο οργανισμό ACAPS, ότι η κρίση που ξέσπασε στις Αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν (ήτοι στη Βορειοδυτική και Νοτιοδυτική Περιφέρεια) περί τα τέλη του 2016 οδήγησε στην εμφάνιση διαφόρων αποσχιστικών ομάδων και σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ του κρατικού στρατού και των ενόπλων δυνάμεων των αυτονομιστών, που έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις αγγλόφωνες περιοχές, «αφήνοντας 638.400 άτομα εσωτερικά εκτοπισμένα και 64.000 να αναζητούν καταφύγιο στη γειτονική Νιγηρία» (κατάσταση ως καταγράφεται στις 9 Φεβρουαρίου 2024).[1] Δημοσίευμα της DW του 2019 σημειώνει ότι χιλιάδες άνθρωποι τράπηκαν σε φυγή από τα σπίτια τους σε πόλεις, όπως είναι η Bamenda, η Buea και η Kumba – στο επίκεντρο της σύγκρουσης. Κάποιοι προσπάθησαν να κρυφτούν στο δάσος για να διαφύγουν από την οργή τόσο των κυβερνητικών δυνάμεων όσο και των ένοπλων αυτονομιστών.
Τα ταξιδιωτικά γραφεία στις πόλεις Bamenda και Buea ήταν γεμάτα και επικρατούσε χάος, καθώς οι κάτοικοι προσπαθούν να ρυθμίσουν τη φυγή τους, κυρίως οδικώς. Σε κάποιες περιπτώσεις, οι ναύλοι διπλασιάστηκαν ή τριπλασιάστηκαν.[2] Σύμφωνα με έκθεση της 1ης Μαρτίου του 2023 της R2P Monitor, «περισσότεροι από 6.000 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί ως αποτέλεσμα της κρίσης από το 2016. Οι δυνάμεις ασφαλείας διέπραξαν εξωδικαστικές δολοφονίες και εκτεταμένη σεξουαλική βία και βία λόγω φύλου, έκαψαν αγγλόφωνα χωριά και υπέβαλαν σε αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση άτομα που θεωρούνταν ύποπτα ως αυτονομιστές. Οι ένοπλοι αυτονομιστές γίνονται επίσης ολοένα και πιο βίαιοι, σκοτώνοντας, απαγάγοντας και τρομοκρατώντας πληθυσμούς ενώ διεκδικούν σταθερά τον έλεγχο σε μεγάλα τμήματα των αγγλόφωνων περιοχών. Από τις αρχές του 2022 η κυβέρνηση αύξησε τις επιχειρήσεις της κατά των ένοπλων αυτονομιστικών προπύργιων. Οι αγγλόφωνοι αυτονομιστές απάντησαν εντείνοντας τις επιθέσεις εναντίον των κυβερνητικών δυνάμεων ασφαλείας, χρησιμοποιώντας περισσότερα φονικά όπλα και αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς IED. Περισσότεροι από 2 εκατομμύρια άνθρωποι πλήττονται στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές και χρειάζονται ανθρωπιστική βοήθεια. Η OCHA εκτιμά, όπως αναφέρει η ίδια ως άνω έκθεση, ότι τουλάχιστον 628.000 άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί εσωτερικά λόγω βίας στις δύο περιοχές, ενώ περισσότεροι από 87.000 έχουν καταφύγει στη Νιγηρία». [3] Η κατάσταση που επικρατεί στη χώρα του, όπως αυτή περιγράφεται και από τον ίδιο διασταυρώνεται σε ένα βαθμό από πηγές πληροφόρησης αλλά αυτό δεν είναι αρκετό για να διαπιστωθεί ότι ο αιτητής πλήγηκε προσωπικά από την κατάσταση που επικρατεί.
Από τις πληροφορίες αυτές προκύπτει ότι η ένοπλη αντιπαράθεση μεταξύ των κρατικών δυνάμεων ασφαλείας και των αυτονομιστικών ένοπλων ομάδων εξακολουθεί να υφίσταται στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές της χώρας. Επισημαίνω ωστόσο, ότι η ύπαρξη γενικευμένης ή τεκμηριωμένης από εξωτερικές πηγές ένοπλης σύγκρουσης στην περιοχή δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για την αποδοχή των εξατομικευμένων περιστατικών που επικαλείται ο Αιτητής. Εν προκειμένω, παρά το γεγονός ότι οι διαθέσιμες εξωτερικές πληροφορίες επιβεβαιώνουν τη συνέχιση της βίαιης σύγκρουσης στις συγκεκριμένες περιοχές, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παρέχει επαρκή, συνεπή και αξιόπιστη περιγραφή των προσωπικών περιστατικών στα οποία στηρίζει το αίτημά του. Για να καταστούν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί του αιτητή, απαιτείται να συνοδεύονται από σαφή, λεπτομερή και εξατομικευμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν τον ουσιώδη ισχυρισμό του. Κατά συνέπεια, με δεδομένο ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του, εφόσον προέβη σε γενικές και αόριστες αναφορές κατά το αφήγημά του, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Θα πρέπει να επισημανθεί πως ο αιτητής στην ενώπιον μου διαδικασία είχε τη δυνατότητα να παρουσιάσει τον πυρήνα του αιτήματός του, με το ορθό δικονομικό διάβημα, να αντικρούσει τις αναφορές της Υπηρεσίας Ασύλου επί του αφηγήματός του, να προσκομίσει νέα στοιχεία και να ενισχύσει τον ισχυρισμό του περί τον κίνδυνο που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι διατρέχει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Παρόλα αυτά ο αιτητής σε ουδεμία ενέργεια προέβη προς την κατεύθυνση αυτή, ούτε προσκόμισε νεότερα στοιχεία ή ισχυρισμούς. Όπως αναλύω ανωτέρω, το αφήγημα του αιτητή δεν παρατέθηκε με λεπτομέρεια και δεν πρόβαλε ισχυρισμούς ικανούς να στοιχειοθετήσουν την ανάγκη χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Ο κατ' ουσίαν έλεγχος που διενεργεί το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας δεν συνεπάγεται υποχρέωση του Δικαστηρίου να προβεί σε αυτεπάγγελτη αναζήτηση στοιχείων. Στα πλαίσια του κατ' ουσίαν ελέγχου εξετάζω όλα τα ζητήματα με τον τρόπο που αυτά τίθενται από το συνήγορο του αιτητή χωρίς να υπερβαίνω.
Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).
Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619.
Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ως προς την εξέλιξη της κρίσης μέσα στα χρόνια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέφερε σε δημοσίευση του Απριλίου του 2025 ότι η κατάσταση ασφαλείας στις περιοχές που πλήττονται από συγκρούσεις παρουσίασε ανησυχητική τάση, με 2.098 περιστατικά να καταγράφονται κατά το πρώτο τρίμηνο του 2025, 339 περισσότερα σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2024.[4] Συνολικά, το 2024 αναφέρθηκαν 7.035 περιστατικά ασφαλείας (3.113 στη Northwest περιοχή, 2.398 στη Southwest περιοχή και 1.524 στην Far North περιοχή).[5] Αυτός ο αριθμός συνιστά σχεδόν διπλασιασμό των 4.519 περιστατικών που καταγράφηκαν το 2023 και τριπλασιασμό του αριθμού που σημειώθηκε το 2022 (2.748).[6]
Σύμφωνα με την αναφορά του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τον Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (UN OCHA) με περίοδο αναφοράς το Δεκέμβριο του 2025, η κατάσταση ασφαλείας στη Northwest και Southwest περιοχή παρέμεινε τεταμένη τον Δεκέμβριο. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε από συχνές και έντονες βίαιες συγκρούσεις μεταξύ μη κρατικών ένοπλων ομάδων και κρατικών δυνάμεων ασφαλείας, με αποτέλεσμα η κατάσταση ασφαλείας και η ανθρωπιστική κατάσταση να παραμένουν πολύ ευάλωτες και ασταθείς. Η πληθώρα παράνομων σημείων ελέγχου οδήγησε σε υψηλό ποσοστό εκβιασμών του άμαχου πληθυσμού από τις Μη Κρατικές Ένοπλες Ομάδες με το πρόσχημα του «φόρου απελευθέρωσης» (‘Liberation tax’) σε όλες σχεδόν τις περιφέρειες των δύο περιοχών. Επίσης, παρατηρήθηκε αύξηση των αυθαίρετων συλλήψεων και των απαγωγών για λύτρα, συμπεριλαμβανομένων απαγωγών ορισμένων νυν και πρώην κυβερνητικών αξιωματούχων.[7]
Τον Ιανουάριο του 2024, η United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UNOCHA) ανέφερε ότι οι πληθυσμοί στις περιοχές Southwest και Northwest «συνέχισαν να υποφέρουν από καταχρήσεις, συμπεριλαμβανομένων δολοφονιών, καταστροφών περιουσιών, απαγωγών για λύτρα, παράνομης φορολογίας, αυθαίρετων συλλήψεων και εκβιασμών».[8] Η κατάσταση ασφαλείας παρέμεινε «πολύ ασταθής» καθ' όλη τη διάρκεια του 2024,[9] χαρακτηριζόμενη από αυξημένη εγκληματική δραστηριότητα, εισβολές μη κρατικών ενόπλων ομάδων σε αστικά κέντρα, επιθέσεις κατά των Σωμάτων Κρατικής Ασφάλειας, απειλές κατά αμάχων και χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών από μη κρατικές ένοπλες ομάδες.[10]
Έκθεση της CEDOCA αναφέρει πως «οι ένοπλοι αυτονομιστές συνέχισαν να διαπράττουν σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων επιθέσεις σε σχολεία, ανθρωποκτονίες, απαγωγές, βασανιστήρια, εκφοβισμούς, εκβιασμούς και καταστροφές περιουσιών.[11] Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, κύριοι στόχοι αυτών των πράξεων βίας είναι άτομα «ύποπτα για συνεργασία με τις δυνάμεις άμυνας και ασφάλειας ή κατηγορούνται για μη υπακοή στις εντολές που προσπαθούν να επιβάλουν στις περιοχές που θέλουν να ελέγξουν».[12]
Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος (ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης 13/09/2026) σημειώθηκαν στην Βορειοδυτική Περιφέρεια (Norththwest Region) στην οποία υπάγεται η περιοχή Bamenda συνολικά 2.085 περιστατικά πολιτικής βίας (ο όρος «Political violence» περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 550 απώλειες.[13] Σημειώνεται, ότι η βορειοδυτική περιφέρεια έχει 1.968.600 κατοίκους, σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση του 2015[14] και η περιοχή Bamenda 657.875 σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση του 2026[15].
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, υγιής, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, πλήρως ικανός προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω παρατέθηκαν και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ορθώς κρίθηκε επί της ουσίας ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για την παραχώρηση σε αυτόν συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για δέουσα έρευνα.
Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97). Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί της ευπαίδευτης συνηγόρου του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτονται στο σύνολό τους.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι η προσφυγή του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] ACAPS, Country analysis: Cameroon, https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/08/2026)
[2] DW, ‘A new surge of people fleeing Cameroon's Anglophone regions’, 27 August 2019, A new surge of people fleeing Cameroon's Anglophone regions – DW – 08/27/2019
[3] Global Centre for the Responsibility to Protect (Author), published by ReliefWeb: R2P Monitor, Issue 64, 1 March 2023, 2 March 2023, σελ. 4, https://reliefweb.int/attachments/4df72bc8-c5c2-4e1b-a2db-95e32a179862/R2P-Monitor-March-2023.pdf
[4] European Commission, Cameroon, τελευταία ενημέρωση στις 25/04/2025, https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en
[5] European Commission, Cameroon, last updated 25 April 2025, https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en
[6] European Commission, Cameroon, last updated 25 April 2025, https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en
[7] UNOCHA, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.84, December 2025, 25 Φεβρουαρίου 2026, https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no84-december-2025,
[8] UNOCHA, ‘Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 61 (January 2024)’, 8 Μαρτίου 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 61 (January 2024) | OCHA
[9] Global Cantre for the Responsibility to Protect (GCR2P), ‘Cameroon – Population at risk’, 1 Δεκεμβρίου 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: Cameroon - Global Centre for the Responsibility to Protect
[10] Global Protection Cluster (GPC), ‘Protection Monitoring Update; July - September 2024’, 30 Οκτωβρίου 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: UNHCR
[11] CGRS-CEDOCA - Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit: Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire, 28 June 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2111910/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20240628.pdf , σελ 15
[12] Amnesty International, Avec nous ou contre nous, 2023, https://www.amnesty.org/fr/wp-content/uploads/sites/8/2023/07/AFR1768382023FRENCH-1.pdf
[13] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Cameroon, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμη σε: https://acleddata.com/platform/explorer
[14] CITY POPULATION, Africa: Cameroon: Regions - Nord-Oueste Region) [Table], https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/
[15] World Population Review, Bamenda, Bamenda Population 2026
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο