ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Νομική Αρωγή Αρ. 88/2026
15 Σεπτεμβρίου, 2026
[Χ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΑΡ.1 ΤΟΥ 2003 ΚΑΙ ΤΟΝ
ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2002 (Ν. 165(Ι)/2002)
ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ:
M.C.
Αιτητής
......................
Ο αιτητής εμφανίζεται προσωπικά
Κυριάκος Ιμανίμης για Νικόλα Νικολάου, Δικηγόρος
[Παρούσα η κυρία Μέλπω Σταύρου για πιστή μετάφραση από Γαλλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα.]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο αιτητής καταχώρησε την παρούσα αίτηση για παροχή προς αυτόν δωρεάν νομικής αρωγής, έτσι ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να διορίσει δικηγόρο, για την προσφυγή που έχει ήδη καταχωρήσει εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 31/3/2025, σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από το Γραπτό Σημείωμα που κατατέθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Γενικού Εισαγγελέα και τα επισυναπτόμενα παραρτήματα, ο αιτητής είναι υπήκοος της Γουινέα και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 13/9/2019 αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές.
Στις 24/9/2019 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου με σκοπό τον προσδιορισμό της ηλικίας του αιτητή. Ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση σχετικά με την συνέντευξη του αιτητή σύμφωνα με την οποία ο αιτητής κρίθηκε ενήλικος, γεγονός για το οποίο ενημερώθηκε και ο αιτητής. Στις 25/2/2025 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, με σκοπό την εξέταση του αιτήματός του. Ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε έκθεση εισήγηση σε σχέση με το αίτημα του αιτητή. Εξουσιοδοτημένος αρμόδιος λειτουργός από τον Υπουργό Εσωτερικών, να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης του αιτητή. Η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση σχετικά με το αίτημα του αιτητή η οποία παραλήφθηκε από τον ίδιο. Στη συνέχεια, ο αιτητής καταχώρησε την προσφυγή υπ’αριθμό 2218/25 εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας και αργότερα υπέβαλε την υπό εξέταση αίτηση για χορήγηση νομικής αρωγής.
Το νομικό πλαίσιο στο οποίο εξετάζεται η παρούσα αίτηση, στηρίζεται στους περί Νομικής Αρωγής Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Αρ.1) του 2003 και στον περί Νομικής Αρωγής Νόμο του 2002, Ν. 165(Ι)/2002, ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί. Η περίπτωση του αιτητή υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 6Β(2)(α) και 6Β(2)(ββ) του σχετικού Νόμου, το οποίο ορίζει τα ακόλουθα (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«6Β.(1) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και του άρθρου 8-
[.]
(2) Παρέχεται δωρεάν νομική αρωγή σε αιτητή διεθνούς προστασίας, ο οποίος ασκεί προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος -
[.]
(α) Κατά δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του εν λόγω αιτητή, την οποία απόφαση ο Προϊστάμενος έλαβε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5, 12Βδις, 12Βτετράκις, 12Δ ή 13 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, ή υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
(αα) Η δωρεάν νομική αρωγή αφορά μόνο την πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος, και όχι την εκδίκαση έφεσης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά της δικαστικής απόφασης η οποία εκδίδεται στα πλαίσια της εν λόγω πρωτοβάθμιας εκδίκασης, ούτε άλλο ένδικο μέσο∙ και
(ββ) κατά την κρίση του Διοικητικού Δικαστηρίου, η προσφυγή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας:
Νοείται ότι οι διατάξεις της παραγράφου (ββ) εφαρμόζονται χωρίς να περιορίζουν αυθαίρετα την παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής και χωρίς να εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση του αιτητή διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη.»
Στη βάση των προαναφερόμενων προνοιών της σχετικής νομοθεσίας, δίδεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσον, με βάση τα ενώπιον του στοιχεία, η προσφυγή του αιτητή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας (Νομική Αρωγή αρ. 23/2010, Farshad Khamsen, ημερομηνίας 14/10/2010). Το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του το δικαίωμα του αιτητή να ακουστεί, αλλά θα πρέπει περαιτέρω να εξετάσει την αίτηση με βάση το υλικό που έχει ενώπιον του χωρίς να δίδονται νομικές αρωγές ανεξέλεγκτα σε υποθέσεις που δεν έχουν πιθανότητες επιτυχίας (Νομική Αρωγή αρ. 10/2010 ALALI ABDULHAMID, ημερομηνίας 06/05/2010 και Νομική Αρωγή υπ’ αρ. 25/2010, ANTHONIA IDAHOR, ημερομηνίας 13/12/2010).
Κατά την εξέταση των εκατέρωθεν ισχυρισμών το Δικαστήριο προβαίνει σε εκ πρώτης όψεως εξέταση της υπόθεσης, χωρίς βεβαίως να καλείται να αποφασίσει επί της οριστικής τύχης της προσφυγής που πιθανόν να καταχωρήσει ο αιτητής. Σημειώνεται, πως το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης για νομική αρωγή, δεν θα επηρεάσει την τελική έκβαση της προσφυγής που έχει καταχωρηθεί από τον αιτητή (Durgo Man v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 278/09, ημερομηνίας 15.7.2009, Baghour και Roud Gad, υπόθ. αρ.7/11 και 8/11, ημερομηνίας 28.3.2011 ).
Το Γραπτό Σημείωμα με τα επισυνημμένα έγγραφα μεταφράστηκαν στον αιτητή, και του δόθηκε χρόνος να τοποθετηθεί επί του Γραπτού Σημειώματος και των συνημμένων σε αυτό εγγράφων. Ενώπιον του Δικαστηρίου, δόθηκε η δυνατότητα στον αιτητή για να παραθέσει τους ισχυρισμούς του και να διευκρινίσει τα ζητήματα που κατά την άποψή του προκύπτουν. Ζήτησε μάλιστα περαιτέρω χρόνο και δόθηκε αρκετός χρόνος στον αιτητή για να τοποθετηθεί. Ο αιτητής ενώπιον του Δικαστηρίου αναφέρθηκε σε λάθη τα οποία επισημάνθηκαν και διευκρινίστηκαν από την άλλη πλευρά και όπου υπήρχαν τυπογραφικά λάθη επίσης αναφέρθηκαν. Ο αιτητής αναφέρθηκε γενικά και αόριστα ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε είναι λάθος ότι δεν υπέγραψε ο ίδιος πουθενά ότι δεν του υπέβαλαν ερωτήσεις και ότι δεν δέχεται την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση μέσω του Γραπτού Σημειώματος, δήλωσε πως ορθά η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε το αίτημα του για αναγνώριση του ως πρόσφυγα. Όπως ισχυρίζεται, το αρμόδιο όργανο εξέτασε τα στοιχεία που έθεσε ενώπιον του ο αιτητής και ορθά αποφάσισε ότι δεν είναι άτομο που χρήζει καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Τέλος, ο συνήγορος των καθ’ων η αίτηση ισχυρίζεται πως το αίτημα για νομική αρωγή θα πρέπει να απορριφθεί.
Έχω μελετήσει προσεκτικά το Γραπτό Σημείωμα του Γενικού Εισαγγελέα και τα επισυνημμένα έγγραφα, τη συνέντευξη του αιτητή, την εισηγητική έκθεση του αρμόδιου λειτουργού, την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, τα όσα αναφέρθηκαν στην ενώπιον μου διαδικασία και γενικά το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου.
Στην αίτησή του ο αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του γιατί αντιμετώπιζε προβλήματα κληρονομιάς. Ισχυρίστηκε πως μετά τον θάνατο του πατέρα μου, όλα άλλαξαν στην οικογένεια. Είχε αφήσει κληρονομιά, αλλά η οικογένεια του πατέρα μου, και συγκεκριμένα ο αδελφός του, πήρε τα πάντα. Ανέφερε πως έχασε δύο από τις αδελφές του εξαιτίας αυτής της κληρονομιάς και για τον λόγο αυτό, ισχυρίστηκε πως η μητέρα του αναγκάστηκε να πωλήσει το μισό μερίδιο που είχε για αυτούς για να μπορέσει να εγκαταλείψει τη χώρα για τη δική του προστασία.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ο αιτητής αναφέρθηκε τόσο στα προσωπικά του στοιχεία όσο και στον πυρήνα του αιτήματός του. Του υποβλήθηκε σειρά ερωτημάτων διαφορετικής φύσης, στα οποία είχε την ευκαιρία να απαντήσει και να αναπτύξει τους ισχυρισμούς του. Ειδικότερα, ο αιτητής περιέγραψε ότι τα προβλήματά του άρχισαν μετά τον θάνατο του πατέρα του. Του δόθηκε επαρκής δυνατότητα να αναφέρει οτιδήποτε θεωρούσε σχετικό με το αίτημά του, καθώς και να προσκομίσει ή να επικαλεστεί στοιχεία προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του. Ωστόσο, από τα τηρηθέντα πρακτικά της συνέντευξης δεν προκύπτει ότι ο αιτητής προέβη σε περαιτέρω ή ουσιαστικότερη ανάπτυξη των ισχυρισμών του ούτε ότι παρείχε πρόσθετες πληροφορίες ή στοιχεία που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην πληρέστερη τεκμηρίωσή τους.
Ο αρμόδιος λειτουργός από τα όσα ανέφερε στη συνέντευξη του σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος ισχυρισμός αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής του και τα προσωπικά στοιχεία αλλά και το προφίλ του αιτητή. Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορά το ότι οι θείοι του επιθυμούσαν να πάρουν την περιουσία του. Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου και αποδέκτηκαν τη χώρα καταγωγής και τα στοιχεία του προφίλ του αιτητή.
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός που αφορά τον πυρήνα του αιτήματός του αιτητή όπου υποστήριξε ότι αντιμετώπισε προβλήματα επειδή οι θείοι του επιδίωκαν να οικειοποιηθούν την κληρονομιαία περιουσία δεν έγινε αποδεκτός στο σύνολό του. Κατά την αφήγησή του, τα σχετικά γεγονότα άρχισαν μετά τον θάνατο του πατέρα του. Η περίοδος που ακολούθησε υπήρξε ιδιαίτερα δύσκολη για τη μητέρα του, καθώς συγγενικά πρόσωπα από την πλευρά του πατέρα του ασκούσαν πίεση στην οικογένεια εξαιτίας της κληρονομιάς. Η κληρονομιαία περιουσία περιλάμβανε γη, αυτοκίνητο και οικία.
Τα μέλη της πατρικής οικογένειας ισχυρίζονταν ότι η εν λόγω περιουσία ανήκε στους ίδιους. Αντίθετα, ο Αιτητής θεωρούσε ότι, ως ο μεγαλύτερος υιός, δικαιούταν να έχει τον έλεγχο του συνόλου της περιουσίας. Οι συγγενείς του πατέρα του αντέτειναν ότι ο πατέρας του είχε ακόμη ένα παιδί, την ύπαρξη του οποίου αγνοούσαν τόσο ο Αιτητής όσο και η μητέρα του. Ο Αιτητής ανέφερε, επίσης, ότι είχε δύο μεγαλύτερες αδελφές. Η μεγαλύτερη από αυτές, ασθένησε αιφνιδίως και απεβίωσε κατά το έτος 2016. Ακολούθως, η μητέρα του κατέβαλε έντονες προσπάθειες προκειμένου να εξασφαλίσει μέρος της κληρονομιαίας περιουσίας.
Μετά τον θάνατο της μεγαλύτερης αδελφής του, η κατάσταση κατέστη ιδιαίτερα τεταμένη. Η μητέρα του δεν λάμβανε τα χρηματικά ποσά που προέρχονταν από τη σύνταξη του αποβιώσαντος πατέρα του, τα οποία εισέπρατταν τα μέλη της πατρικής οικογένειας. Για τον λόγο αυτό, το 2018 μετέβη στο αρχηγείο του στρατού, ώστε να τους γνωστοποιήσει και να τους εξηγήσει ότι δεν της καταβαλλόταν η σύνταξη. Σε σχέση με την κληρονομιά, ο Αιτητής επισήμανε ότι η κατάσταση δεν ήταν εύκολη. Ανέφερε περαιτέρω ότι κάποια ημέρα μετέβη μαζί με τη μητέρα του στο τοπικό δικαστήριο, προκειμένου να εκθέσουν το ζήτημα που είχε ανακύψει με την πατρική του οικογένεια και να εξηγήσουν ότι οι συγγενείς του πατέρα του δεν τους παραχωρούσαν την κληρονομιά. Κατά τα λεγόμενά του, το δικαστήριο δεν ήταν σε θέση να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια, ενώ ο αποβιώσας πατέρας του διατηρούσε φιλικές σχέσεις με πολλά πρόσωπα που υπηρετούσαν στον στρατό. Ακολούθως, η οικογένεια του πατέρα του άρχισε να απειλεί τη μητέρα του εξαιτίας της περιουσίας. Ως αποτέλεσμα των απειλών αυτών, η μητέρα του άρχισε να εγκαταλείπει τις διεκδικήσεις της επί της κληρονομιαίας περιουσίας. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, ο Αιτητής άρχισε να εργάζεται. Εντούτοις, η μητέρα του δέχθηκε τηλεφώνημα από το αρχηγείο του στρατού, με το οποίο ενημερώθηκε ότι θα της παραχωρούνταν τμήμα γης από την περιουσία του συζύγου της.
Όταν η μητέρα του εξασφάλισε το συγκεκριμένο τεμάχιο γης, ο Αιτητής εξακολουθούσε να εργάζεται, ενώ, σύμφωνα με τον ίδιο, οι απειλές εκ μέρους της πατρικής του οικογένειας συνεχίζονταν. Κατά την περίοδο εκείνη απεβίωσε και η δεύτερη αδελφή του. Το γεγονός αυτό προκάλεσε στον Αιτητή φόβο και τον οδήγησε στην απόφαση να μη συνεχίσει να διαμένει στον συγκεκριμένο τόπο. Η μητέρα του, του πρότεινε να μεταβεί στη Farana και να διαμείνει με τη δική της οικογένεια. Ο Αιτητής, ωστόσο, δεν επιθυμούσε να παραμείνει εκεί και της ζήτησε να τον συνδράμει ώστε να αναχωρήσει για το εξωτερικό. Η μητέρα του συζήτησε το ενδεχόμενο αυτό με τα μέλη της οικογένειάς της, τα οποία θεώρησαν ότι η αναχώρησή του από τη χώρα αποτελούσε ορθή επιλογή για λόγους που αφορούσαν την προσωπική του ασφάλεια.
Τελικά, η μητέρα του τον βοήθησε να ταξιδέψει στην Κύπρο και ανέλαβε τις αναγκαίες διαδικασίες με τη συνδρομή του μεγαλύτερου αδελφού της, καθότι τα χρήματα που διέθετε η ίδια δεν επαρκούσαν για την κάλυψη των σχετικών εξόδων. Ως προς αυτό το σκέλος του αιτήματος, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παραθέσει ικανοποιητικές, συγκεκριμένες και επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με τον προβαλλόμενο κίνδυνο από την οικογένεια του πατέρα του. Ειδικότερα, όταν ρωτήθηκε κατά πόσο η περιουσία του πατέρα του είχε κατανεμηθεί μεταξύ των τριών συζύγων του, απάντησε αρχικά αρνητικά. Ακολούθως, διαφοροποίησε τη θέση του, δηλώνοντας ότι δεν γνώριζε τι είχε συμβεί, επειδή δεν είχε δει τη δεύτερη σύζυγο του πατέρα του. Σε ερώτηση της λειτουργού ως προς το ποιος έλαβε τελικά την περιουσία, απάντησε ότι αυτή περιήλθε στην οικογένεια του πατέρα του.
Όταν του επισημάνθηκε ότι, σύμφωνα με όσα είχε αναφέρει, το σύνολο της περιουσίας κατέληξε στην πατρική οικογένεια, συμφώνησε, προσθέτοντας στη συνέχεια ότι η μητέρα του έλαβε ένα τεμάχιο γης. Επομένως, παρά τον ισχυρισμό του ότι η οικογένεια του πατέρα του, του απηύθυνε απειλές εξαιτίας της περιουσίας, δεν παρέθεσε επαρκείς πληροφορίες που να εξηγούν πώς η μητέρα του κατόρθωσε τελικά να εξασφαλίσει μέρος αυτής, και συγκεκριμένα ένα τεμάχιο γης.
Ο Αιτητής ερωτήθηκε εάν είχε συμβεί οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό μεταξύ του ιδίου και των μελών της οικογένειας του πατέρα του. Απάντησε ότι δεν είχε συμβεί κάτι και ότι περιορίζονταν σε λεκτικές απειλές εναντίον του. Διευκρίνισε ότι οι απειλές άρχισαν έναν μήνα μετά τον θάνατο του πατέρα του και συνεχίστηκαν ακόμη και αφού οι συγγενείς του έλαβαν το τεμάχιο γης. Ωστόσο, δεν παρουσίασε επαρκείς πληροφορίες ή συγκεκριμένες λεπτομέρειες για τις εν λόγω απειλές. Παρά τον ισχυρισμό του ότι απειλείτο από το έτος κατά το οποίο απεβίωσε ο πατέρας του, παραδέχθηκε ότι δεν εκδηλώθηκε οποιαδήποτε πράξη σε βάρος του (π.β. ερυθ. 58-4Χ-5Χ).
Η λειτουργός επισήμανε στον Αιτητή ότι η μητέρα του είχε λάβει ένα τεμάχιο γης, το οποίο ακολούθως πώλησε για να χρηματοδοτήσει τη μετάβασή του στην Κύπρο, θέση με την οποία ο ίδιος συμφώνησε. Όταν ερωτήθηκε εάν η οικογένεια του πατέρα του είχε προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια εναντίον της μητέρας του ή του αδελφού του, απάντησε αρνητικά. Ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε πως ο Αιτητής δεν παρέθεσε επαρκείς πληροφορίες ούτε ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς τον τρόπο με τον οποίο υποτίθεται ότι απειλείτο από την πατρική του οικογένεια. Οι απαντήσεις του κρίθηκαν ανεπαρκής, και δεν προέκυψε από το αφήγημά του ότι θα τεθεί σε οποιοδήποτε κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Ο Αιτητής ερωτήθηκε ποιες συνέπειες θεωρούσε ότι θα αντιμετώπιζε εάν επέστρεφε στη Γουινέα. Απάντησε ότι θα αναγκαζόταν να αρχίσει τη ζωή του από την αρχή, επειδή είχε εγκαταλείψει τη χώρα αρκετά χρόνια προηγουμένως. Ισχυρίστηκε ότι δεν θα μπορούσε να εγκατασταθεί εκ νέου στην περιοχή όπου διέμενε παλαιότερα, καθώς θα βρισκόταν υπό πίεση. Πρόσθεσε ότι δεν θα μπορούσε να επιστρέψει στην οικία της γιαγιάς του, επειδή η κατοικία δεν του ανήκε και τα ξαδέλφια του είχαν πλέον μεγαλώσει. Ανέφερε, επίσης, ότι στην οικία της μητέρας του διέμενε ο πατριός του και, ως εκ τούτου, θα ήταν δύσκολο να συμβιώσουν όλοι μαζί.
Ο Αιτητής υποστήριξε περαιτέρω ότι, εάν η οικογένεια του πατέρα του πληροφορείτο την επιστροφή του, θα θεωρούσε ότι είχε επανέλθει στη χώρα με σκοπό να προκαλέσει προβλήματα. Για τον λόγο αυτό, δήλωσε ότι δεν θα αισθανόταν ασφαλής. Η λειτουργός του επισήμανε ότι η διαφορά σχετικά με την περιουσία είχε ήδη τερματιστεί, δεδομένου ότι η οικογένεια του πατέρα του είχε λάβει την κληρονομιαία περιουσία, με εξαίρεση το τεμάχιο γης που είχε παραχωρηθεί στη μητέρα του. Ο Αιτητής συμφώνησε με την επισήμανση αυτή. Όταν κλήθηκε να εξηγήσει για ποιον λόγο οι συγγενείς του θα πίστευαν ότι επέστρεψε για να δημιουργήσει προβλήματα, απάντησε ότι γνώριζαν πως δεν βρισκόταν πλέον στη χώρα. Ανέφερε ακόμη ότι, εάν γνωστοποιούσε στη μητέρα του την πρόθεσή του να επιστρέψει, εκείνη δεν θα τον δεχόταν, επειδή δεν θα ήταν σε θέση να τον συντηρεί. Οι αναφορές του σε ενδεχόμενο κίνδυνο από την οικογένεια του πατέρα του κρίθηκαν αβάσιμες. Το περιουσιακό ζήτημα κρίθηκε ότι είχε ήδη επιλυθεί πριν από πολλά χρόνια, ενώ τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του εξακολουθούσαν να διαμένουν στον ίδιο τόπο χωρίς να έχει σημειωθεί οποιοδήποτε περιστατικό εις βάρος τους από την πατρική του οικογένεια.
Στα πλαίσια εξέτασης της εξωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδης ισχυρισμού, αντλήθηκαν πληροφορίες για τη χώρα καταγωής του αιτητή. Σύμφωνα με την εν λόγω πηγή, οι αντιδικίες που σχετίζονται με τη γη αποτελούν στην Κάτω Γουινέα κεντρικό ζήτημα σε σημαντικούς τομείς της κοινωνικής και οικονομικής δραστηριότητας, οι οποίοι εκτείνονται από την εξορυκτική δραστηριότητα μέχρι τη στέγαση. Η ανεπαρκής γνώση του νομοθετικού πλαισίου που διέπει την κυριότητα και τη διαχείριση της γης έχει συχνά ως αποτέλεσμα την πρόκληση συγκρούσεων στην περιοχή, στην οποία διαμένουν περίπου τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι. Βάσει στοιχείων προερχόμενων από δικαστικές πηγές, ποσοστό μεγαλύτερο του 60% των υποθέσεων που εξετάζονται από τα τοπικά δικαστήρια στις περιοχές Conakry, Coyah, Dubréka, Boffa και Forécariah αφορά διαφορές σχετικές με τη γη και την ακίνητη ιδιοκτησία. Η ιδιαίτερα αυξημένη συχνότητα εμφάνισης τέτοιων αντιδικιών καταδεικνύει την άμεση ανάγκη για σαφέστερο καθορισμό των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, καθώς και για αποτελεσματικότερη διακυβέρνηση στον συγκεκριμένο τομέα.
Ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου αναφέρει πως ο αιτητής θα μπορούσε να απευθυνθεί στις αρχές της χώρας του για να προστατευθεί σε περίπτωση που αντιμετώπιζε τέτοιο ζήτημα πράγμα που δεν αποφάσισε να πράξει προτού εγκαταλείψει τη χώρα του, αλλά αποφάσισε αδικαιολόγητα κατά την αναφορά τους να μεταβεί στη Δημοκρατία. Στο σύνολο των ενώπιον του στοιχείων το αρμόδιο όργανο δεν αποδέχτηκε τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, εφόσον δεν έκρινε τον αιτητή αξιόπιστο στις δηλώσεις του.
Το αρμόδιο όργανο προχώρησε σε αξιολόγηση κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του αιτητή στη χώρα του αλλά και σε νομική ανάλυση του αιτήματός του. Στα πλαίσια της αξιολόγησης κινδύνου κρίθηκε πως δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι εάν ο αιτητής επιστρέψει στη χώρα του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ούτε λόγω κάποιας προσωπικής δίωξης ούτε και ως απόρροια της κατάστασης ασφαλείας στη Γουινέα. Στη συνέχεια, στα πλαίσια της νομικής ανάλυσης κρίθηκε πως ο αιτητής δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος πρόσφυγα ή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ενόψει των ανωτέρω το αρμόδιο όργανο δεν αποδέχτηκε το αίτημα του αιτητή.
Υπό το φως του συνόλου του ενώπιόν μου υλικού, συμφωνώ με την αξιολόγηση και τα συμπεράσματα του αρμόδιου οργάνου ως προς την εξέταση του αιτήματος του Αιτητή. Κατά την κρίση μου, η αξιολόγηση στην οποία προέβη η Υπηρεσία Ασύλου είναι επαρκώς αιτιολογημένη, στηρίζεται στα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν της και δεν προκύπτει οποιοσδήποτε λόγος απο τον οποίο να προκύπτει ότι θα μπορούσε να δοθεί στον αιτητή καθεστώς. Περαιτέρω, από το σύνολο του υλικού δεν προκύπτουν επαρκείς και αξιόπιστες ενδείξεις οι οποίες να δικαιολογούν την αποδοχή ότι ο Αιτητής αντιμετωπίζει, κατά τον χρόνο εξέτασης του αιτήματός του ή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Η απλή επίκληση ενός προβλήματος ή μιας διαφοράς, χωρίς την ύπαρξη αξιόπιστων στοιχείων που να καταδεικνύουν ότι αυτή δημιουργεί πραγματικό κίνδυνο για τον ίδιο τον Αιτητή, δεν είναι από μόνη της ικανή να θεμελιώσει ανάγκη διεθνούς προστασίας.
Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω ότι δεν έχει τεκμηριωθεί βάσιμος και αντικειμενικά δικαιολογημένος φόβος δίωξης κατά την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε έχουν καταδειχθεί ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους να προκύπτει πραγματικός κίνδυνος να υποστεί ο Αιτητής σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, συμφωνώ εκ πρώτης όψεως με την επίδικη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου και κρίνω ότι η απόρριψη του αιτήματος διεθνούς προστασίας του Αιτητή ήταν ορθή και σύμφωνη με το εφαρμοζόμενο νομικό πλαίσιο.
Το νομικό πλαίσιο στο οποίο εξετάζεται η παρούσα αίτηση, στηρίζεται στους περί Νομικής Αρωγής Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Αρ.1) του 2003 και στον περί Νομικής Αρωγής Νόμο του 2002, Ν. 165(Ι)/2002, ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί. Η περίπτωση του αιτητή υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 6Β(2)(α) και 6Β(2)(ββ) του σχετικού Νόμου, το οποίο ορίζει τα ακόλουθα (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«6Β.(1) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και του άρθρου 8-
[.]
(2) Παρέχεται δωρεάν νομική αρωγή σε αιτητή διεθνούς προστασίας, ο οποίος ασκεί προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος -
[.]
(α) Κατά δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του εν λόγω αιτητή, την οποία απόφαση ο Προϊστάμενος έλαβε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5, 12Βδις, 12Βτετράκις, 12Δ ή 13 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, ή υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
(αα) Η δωρεάν νομική αρωγή αφορά μόνο την πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος, και όχι την εκδίκαση έφεσης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά της δικαστικής απόφασης η οποία εκδίδεται στα πλαίσια της εν λόγω πρωτοβάθμιας εκδίκασης, ούτε άλλο ένδικο μέσο∙ και
(ββ) κατά την κρίση του Διοικητικού Δικαστηρίου, η προσφυγή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας:
Νοείται ότι οι διατάξεις της παραγράφου (ββ) εφαρμόζονται χωρίς να περιορίζουν αυθαίρετα την παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής και χωρίς να εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση του αιτητή διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη.»
Στη βάση των προαναφερόμενων προνοιών της σχετικής νομοθεσίας, δίδεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσον, με βάση τα ενώπιον του στοιχεία, η προσφυγή του αιτητή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας (Νομική Αρωγή αρ. 23/2010, Farshad Khamsen, ημερομηνίας 14/10/2010).
Το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του το δικαίωμα του αιτητή να ακουστεί, αλλά θα πρέπει περαιτέρω να εξετάσει την αίτηση με βάση το υλικό που έχει ενώπιον του χωρίς να δίδονται νομικές αρωγές ανεξέλεγκτα σε υποθέσεις που δεν έχουν πιθανότητες επιτυχίας (Νομική Αρωγή αρ. 10/2010 ALALI ABDULHAMID, ημερομηνίας 06/05/2010 και Νομική Αρωγή υπ’ αρ. 25/2010, ANTHONIA IDAHOR, ημερομηνίας 13/12/2010).
Κατά την εξέταση των εκατέρωθεν ισχυρισμών το Δικαστήριο προβαίνει σε εκ πρώτης όψεως εξέταση της υπόθεσης, χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να καλείται να αποφασίσει επί της οριστικής τύχης της προσφυγής που πιθανόν να καταχωρήσει ο αιτητής. Σημειώνεται, πως το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης για νομική αρωγή, δεν θα επηρεάσει την τελική έκβαση της προσφυγής που πιθανόν να καταχωρηθεί από τον αιτητή (Durgo Man v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 278/09, ημερομηνίας 15.7.2009, Baghour και Roud Gad, υπόθ. αρ.7/11 και 8/11, ημερομηνίας 28.3.2011 ).
Για τους λόγους που έχουν εκτεθεί, έχοντας υπόψη ότι, βάσει των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας ο αιτητής έχει το βάρος να καταδείξει ότι έχει πραγματικές πιθανότητες να εκδοθεί δικαστική απόφαση υπέρ του και χωρίς να αποφασίζεται οριστικά το αποτέλεσμα της προσφυγής που έχει καταχωρήσει ο αιτητής (Tamaga Durja Man v. Δημοκρατίας, υπόθ. Αρ. 278/09, ημερ. 15/7/2009, Nacira Baghour και Maged Ahmad Odeh, υπόθ. Αρ. 10/12, ημερ. 28/3/2012), κρίνω στη βάση των ενώπιον μου στοιχείων πως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η προσφυγή που έχει καταχωρηθεί έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας.
Με δεδομένη τη μη ικανοποίηση της απαραίτητης εκ του Νόμου προϋπόθεσης, η αίτηση αναπόφευκτα απορρίπτεται χωρίς έξοδα. Ο αιτητής έχει βέβαια καταχωρήσει προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας όπου το αποτέλεσμα της παρούσας δεν επηρεάζει την διαδικασία της προσφυγής. Τα έξοδα της μεταφράστριάς καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.
Χ. Μιχαηλίδου, ΔΔΔΔΠ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο