A.T.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Υπουργού Εσωτερικών, Υπηρεσία Ασύλου, Υπόθεση αρ. 901/2023, 30/9/2026
print
Τίτλος:
A.T.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Υπουργού Εσωτερικών, Υπηρεσία Ασύλου, Υπόθεση αρ. 901/2023, 30/9/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

                                                                       

                                                                                     Υπόθεση αρ. 901/2023

                                   

                                            30 Σεπτεμβρίου 2026

 

   [Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

                           Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

                                          A.T.M.

                                                                                                                                                                                                                                           Αιτήτρια

Και

 

Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Υπουργού Εσωτερικών,

Υπηρεσία Ασύλου

 

                                                                                                 Καθ' ων η αίτηση

                                                                                                                          

Σ. Πιτσιλλίδου (κα), Δικηγόρος για την Αιτήτρια

 

Ι. Χαραλάμπους (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ Δ.Δ.Δ.Δ.Π:   Με την προσφυγή της, η αιτήτρια αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 22/12/2022, η οποία κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια στις 09/03/2023 και δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση της για παροχή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης, παράνομης, αντισυνταγματικής, στερούμενης έννομου αποτελέσματος.

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων της παρούσας προσφυγής ως Τεκμήριο 1, η αιτήτρια κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (εφεξής ΛΔΚ) και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 03/12/2021.

Στις 25/11/2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στην αιτήτρια από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (εφεξής EUAA) προς εξέταση του αιτήματός της για διεθνή προστασία.

Μετά το πέρας της συνέντευξης, στις 06/12/2022 ο αρμόδιος λειτουργός του EUAA υπέβαλε σχετική Έκθεση και Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου για απόρριψη της αίτησης της αιτήτριας, και στις 22/12/2022, ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου αποφάσισε όπως να μην παραχωρηθεί στην αιτήτρια καθεστώς διεθνούς προστασίας. Ακολούθως, στις 09/03/2023, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την απόφαση του Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από την αιτήτρια την ίδια μέρα, αφού κοινοποιήθηκε σε γλώσσα κατανοητή για την αιτήτρια κατά την λήψη της μαζί με την σχετική αιτιολογία αυτής.

Στη συνέχεια, η αιτήτρια καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.

Η συνήγορος της αιτήτριας στα πλαίσια της προσφυγής και της γραπτής αγόρευσης, προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης, τους οποίους εν τέλει εγκατέλειψε κατά το στάδιο των διευκρινήσεων και διατήρησε μόνο το λόγο ακύρωσης που αφορά την μη διεξαγωγή δέουσας έρευνας. Ενόψει των δηλώσεων της ευπαίδευτης συνηγόρου της αιτήτριας, όλοι οι λόγοι ακύρωσης ως καταγράφονται στην προσφυγή, πέραν από το λόγο ακύρωσης που αφορά τη μη δέουσα έρευνα εκ μέρους των Καθ΄ων η αίτηση, αποσύρονται και απορρίπτονται.

Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους καθ΄ ων η αίτηση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και απορρίπτουν τους προωθούμενους ισχυρισμούς ως νόμω και ουσία αβάσιμους.

Ακολούθως, θα προχωρήσω να εξετάσω τον λόγο ακύρωσης που διατήρησε η συνήγορος του αιτητή ήτοι τον ισχυρισμό περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση.

Κατά πάγια νομολογία, η επάρκεια της έρευνας, η έκταση και ο τρόπος διεξαγωγής της, ποικίλει ανάλογα με τα υπό διερεύνηση γεγονότα. Προκαθορισμένος τρόπος δεν υπάρχει. Με την προϋπόθεση ότι η έρευνα είναι επαρκής, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στον τρόπο που η διοίκηση επέλεξε να διερευνήσει το θέμα, ούτε και υποκαθιστά τα υπ' αυτής διαπιστωθέντα πρωτογενή ευρήματα (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών κ.ά. (1999) 3 Α.Α.Δ. 447 και Ράφτης ν. Δημοκρατίας κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 και Κώστας Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1002/2009, ημερ. 27.10.2011).

Στη βάση της πιο πάνω υποχρέωσης του αρμόδιου οργάνου για δέουσα έρευνα θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν οι ισχυρισμοί της αιτήτριας σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός της, για να διαφανεί εάν όντως το αρμόδιο όργανο προέβη στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.

Κατά την υποβολή αιτήματος διεθνούς προστασίας, αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, δήλωσε ότι στη χώρα της έλαβε πολλές απειλές κατά της ζωής της, ότι προσπάθησαν πολλές φορές να την σκοτώσουν και ότι κινδυνεύει με θάνατο (ερ. 4-1 και μετάφραση 15-13 του διοικητικού φακέλου).

 

Κατά το στάδιο της συνέντευξης της, και αναφορικά με τα προσωπικά της στοιχεία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι είναι υπήκοος της ΛΔΚ, γεννηθείσα στην Κινσάσα, χριστιανή στο θρήσκευμα, και άγαμη ως προς την οικογενειακή της κατάσταση. Αναφορικά με το εκπαιδευτικό και επαγγελματικό της υπόβαθρο, η αιτήτρια δήλωσε ότι είναι απόφοιτος πανεπιστημίου στον τομέα της πληροφορικής και της διοίκησης, εκτός από τη μητρική της γλώσσα, τα Λινγκάλα, ομιλεί και γαλλικά, και στη ΛΔΚ εργάστηκε για δύο μήνες σε εταιρεία στοιχημάτων, ενώ δούλεψε και ως πωλήτρια (ερ. 37-36 του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με τον τόπο διαμονής της, δήλωσε ότι γεννήθηκε και έζησε αποκλειστικά στην Κινσάσα, όπου βρίσκονται και οι γονείς και τα αδέλφια της (ερ. 36 του διοικητικού φακέλου). Δήλωσε ότι ο πατέρας της απεβίωσε και ότι δεν διατηρεί επικοινωνία με τα μέλη της οικογένειάς της (ερ. 35 του διοικητικού φακέλου).

 

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, δήλωσε ότι ο πατέρας της ήταν δικηγόρος και την έπαιρνε μαζί του στο δικαστήριο για να παρακολουθεί τις υποθέσεις. Όταν ο πατέρας της κέρδισε μία υπόθεση εναντίον ενός επιχειρηματία, ο τελευταίος απείλησε τον πατέρα της και η ίδια ήταν μάρτυρας αυτής της απειλής. Κάποιες μέρες αργότερα, ο πατέρας της απεβίωσε και όταν προσπάθησαν να πραγματοποιήσουν αυτοψία για να δουν τα αίτια του θανάτου του, το νοσοκομείο τους ενημέρωσε ότι ένα πρόσωπο αγνώστου ταυτότητας τους είπε να μην προχωρήσουν σχετικά. Μετά την κηδεία του πατέρα της, η αιτήτρια πρόσεξε ότι κάποιοι την ακολουθούσαν και κάποιες νύχτες κάποιοι προσπάθησαν να ανοίξουν την πόρτα του σπιτιού της, ενώ λάμβανε τηλεφωνήματα στα οποία δεν μιλούσε κανένας. Όταν πήγε στην αστυνομία να καταγγείλει το περιστατικό, της ζήτησαν να πληρώσει χρήματα για να την προστατέψουν. Πιστεύοντας ότι πίσω από αυτά τα περιστατικά βρισκόταν ο επιχειρηματίας που έχασε την δίκη από τον πατέρα της, άλλαξε το νούμερο του τηλεφώνου της και μετακόμισε από το σπίτι της στην εκκλησία. Ένας φίλος του πατέρα της, πιστεύοντας ότι το καλύτερο ήταν για αυτήν να αποχωρήσει, την βοήθησε να οργανώσει το ταξίδι της. Δήλωσε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη ΛΔΚ, η ζωή της κινδυνεύει από αυτό τον επιχειρηματία (ερ. 34-33 του διοικητικού φακέλου).

 

Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις, η αιτήτρια δήλωσε ότι μετά την δίκη, κατευθύνθηκαν προς το αυτοκίνητο και ο εν λόγω επιχειρηματίας προσέγγισε τον πατέρα της, λέγοντας του «θα δεις τι θα σου κάνω, λόγω της ταπείνωσης που μου προκάλεσες». Δήλωσε ότι το γεγονός αυτό έλαβε χώρα τον Δεκέμβριο του 2019. Ερωτηθείσα ποιος ακριβώς είναι αυτός ο επιχειρηματίας, παρέθεσε το όνομά του και δήλωσε ότι τον έβλεπε κατά τη διάρκεια της δίκης, αλλά δεν γνωρίζει σε τι ακριβώς δραστηριοποιείται. Αναφορικά με τα αίτια θανάτου του πατέρα της, δήλωσε ότι ήταν τραυματισμένος, αλλά δεν μπόρεσαν να μάθουν τα αίτια του θανάτου του διότι κάποιος πλήρωσε το νοσοκομείο για να μην διενεργήσει αυτοψία (ερ. 32 του διοικητικού φακέλου), ενώ δήλωσε ότι δεν γνωρίζει πού ακριβώς πέθανε ο πατέρας της ή αν υπήρχαν μάρτυρες σχετικά, αλλά κάποιο άγνωστο αυτοκίνητο τον μετέφερε στο νοσοκομείο (ερ. 31 του διοικητικού φακέλου). Επιπλέον, δήλωσε ότι ο πατέρας της λάμβανε ανώνυμα τηλεφωνήματα και τα σχετικά γεγονότα συνέβησαν ένα μήνα μετά τη δίκη και ερωτηθείσα αν υπάρχουν στοιχεία που να συνδέουν την απώλεια του πατέρα της με αυτό τον επιχειρηματία, δήλωσε ότι ο πατέρας της αφέθηκε στο νοσοκομείο από άτομα που δεν είπαν κάτι, υποδεικνύοντας ότι είχαν κάτι να κρύψουν, και ότι αν η επίθεση κατά του πατέρα της ήταν από εγκληματίες, τότε θα του είχαν πάρει τα υπάρχοντά του (ερ. 31 του διοικητικού φακέλου).

 

Όσον αφορά τις δηλώσεις της περί του ότι πρόσωπα την ακολουθούσαν, κληθείσα να ξεκαθαρίσει αν αντιμετώπισε οποιοδήποτε κίνδυνο στη ΛΔΚ, δήλωσε ότι μία μέρα ένα αυτοκίνητο οδήγησε με ταχύτητα πάνω της και το απέφυγε και ότι λάμβανε απειλές μέσω τηλεφώνου από κάποιον που της έλεγε ότι την έψαχναν και την ακολουθούσαν (ερ. 31 του διοικητικού φακέλου). Δήλωσε ότι αυτά τα περιστατικά έλαβαν χώρα μετά τον θάνατο του πατέρα της και ότι δε μπορεί να ανακαλέσει τις ακριβείς ημερομηνίες λόγω του ότι ήταν φοβισμένη και αγχωμένη. Ερωτηθείσα αναφορικά με τις επισκέψεις στο σπίτι της, δήλωσε ότι όταν κάποιοι ήρθαν άρχισαν να φωνάζουν και αυτοί έφυγαν, και αναφορικά με τα τηλεφωνήματα που δέχτηκε, δήλωσε ότι άρχισε να τα λαμβάνει τον Μάρτιο του 2020, από αγνώστους ή μη ανταποκρινόμενους αριθμούς, ενώ αναφορικά με το περιεχόμενο των κλήσεων, δήλωσε ότι της έλεγαν ότι την ακολουθούν και την παρακολουθούν (ερ. 30 του διοικητικού φακέλου). Ισχυρίστηκε ότι ανέφερε τα περιστατικά στην αστυνομία, οι οποίοι της είπαν ότι χρειάζονται χρήματα για να την προστατεύσουν (ερ. 30-29 του διοικητικού φακέλου), ενώ δήλωσε ότι δεν ενημέρωσε την αστυνομία αναφορικά με τον επιχειρηματία (ερ. 28 του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείσα για το πώς γνωρίζει ότι αυτές οι κλήσεις ήταν σχετικές με την απώλεια του πατέρα της και τον αναφερόμενο επιχειρηματία, η αιτήτρια δήλωσε ότι η ίδια δεν είχε πρόβλημα με κανέναν άλλο και ότι ήταν μάρτυρας στις απειλές που δέχτηκε ο πατέρας της (ερ. 29 του διοικητικού φακέλου). Σε σχετική ερώτηση να αναφέρει τι είναι αυτό που φοβάται σε περίπτωση επιστροφής της, η αιτήτρια δήλωσε ότι δεν μπορεί να επιστρέψει καθότι ο εν λόγω επιχειρηματίας θα την σκοτώσει (ερ. 28 του Δ.Φ.). 

 

Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τις δηλώσεις της αιτήτριας, κατά το στάδιο της συνέντευξης της, διέκρινε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις της. Ο πρώτος αναφορικά με το προφίλ, τη χώρα καταγωγής και την ταυτότητά της, ενώ ο δεύτερος αναφορικά με το ότι η αιτήτρια ήταν μάρτυρας σε προφορική απειλή που έλαβε ο πατέρα της από έναν επιχειρηματία, ότι λίγο αργότερα ο πατέρας της σκοτώθηκε και ότι έκτοτε λάμβανε η ίδια απειλές.

 

Αποδεκτός έγινε μόνον ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός, καθώς οι δηλώσεις της αιτήτριας κρίθηκαν συγκεκριμένες και συνεκτικές, ενώ επιβεβαιώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και χαρτογράφησης, συμπεριλαμβανομένου και του διαβατηρίου της. 

 

Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της αιτήτριας, ότι εγκατέλειψε τη ΛΔΚ επειδή ήταν μάρτυρας σε προφορική απειλή του πατέρα της από έναν επιχειρηματία, ότι λίγο αργότερα ο πατέρας της σκοτώθηκε και ότι έκτοτε λάμβανε η ίδια απειλές, απορρίφθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό  λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας. Ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε ότι η δήλωση της αιτήτριας ήταν γενική όταν η αιτήτρια εξήγησε ότι μετά την δίκη, ο πατέρας της, που κέρδισε την δίκη ως δικηγόρος εναντίον ενός επιχειρηματία, απειλήθηκε εξαιτίας αυτού, από το εν λόγω πρόσωπο. Ως τονίστηκε, όταν ερωτήθηκε να εξηγήσει την φύση των απειλών που έλαβε ο πατέρας της ή να αναφερθεί στο προφίλ του εν λόγω άντρα, η αιτήτρια δεν ήταν ικανή να παρέχει συγκεκριμένες πληροφορίες για αυτά τα γεγονότα. Ως επίσης τονίστηκε, θα αναμενόταν από την αιτήτρια, από την στιγμή που ως δήλωσε συνόδευε τον πατέρα της στις δίκες, να παρέχει περισσότερες πληροφορίες. Επιπλέον, ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε ότι οι πληροφορίες που παρείχε η αιτήτρια αναφορικά με τον θάνατο του πατέρα της και πως προέκυψε ήταν γενικές και αόριστες. Επισημάνθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό ότι η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ο θάνατος του πατέρα της συσχετίζεται με την απειλή που έλαβε από τον συγκεκριμένο επιχειρηματία επειδή κέρδισε την δίκη ενώ όταν ρωτήθηκε να δώσει περισσότερες πληροφορίες και να παρουσιάσει αποδείξεις σχετικά μ΄ αυτό, η ίδια δεν παρείχε λεπτομέρειες. Όταν η αιτήτρια ρωτήθηκε να εξειδικεύσει σε ποιες συγκεκριμένες ενδείξεις βάσισε την πεποίθηση της ότι ο εν λόγω επιχειρηματίας συσχετιζόταν με τον θάνατο του πατέρα της, η αιτήτρια και πάλι παρέμεινε γενικόλογη και ασυνεπής δηλώνοντας ότι τα προβλήματα που αντιμετώπισε ο πατέρας της μετά την δίκη, τα αντιμετώπισε και η ίδια μετέπειτα. Ως επίσης καταγράφηκε από τον αρμόδιο λειτουργό, η αιτήτρια ήταν γενικόλογη και ασυνεπής στις αναφορές της σχετικά με τις απειλές που δέχτηκε και την προέλευσή τους. Σημείωσε ότι υπήρξε ασυνέπεια μεταξύ των απειλών που ως ισχυρίστηκε δέχτηκε, καθώς αρχικά είχε δηλώσει ότι είχε λάβει ανώνυμα τηλεφωνήματα και κανείς δεν μιλούσε στις κλήσεις, ενώ αργότερα δήλωσε ότι κάποια από τα τηλεφωνήματα δεν ήταν ανώνυμα και ότι κάποιες φορές όταν λάμβανε τις κλήσεις τα εν λόγω πρόσωπα τις μιλούσαν και μετά έκλειναν το τηλέφωνο. Ως επίσης τονίστηκε από τον αρμόδιο λειτουργό, όταν η αιτήτρια ερωτήθηκε να εξηγήσει πως γνώριζε ότι τα εν λόγω τηλεφωνήματα σχετιζόταν με τον θάνατο του πατέρα της και συγκεκριμένα με τον αναφερόμενο επιχειρηματία, η ίδια έδωσε και πάλι ασαφής απάντηση αναφέροντας ότι δεν είχε πρόβλημα με κανέναν, αναφερόμενη και πάλι στο μεμονωμένο περιστατικό όπου η ίδια υπήρξε μάρτυρας μιας προφορικής απειλής του επιχειρηματία προς τον πατέρα της.  Παρομοίως, κρίθηκαν ως μη λεπτομερείς, ασυνεπείς και μη συγκεκριμένες οι δηλώσεις της αναφορικά με τα άτομα που την ακολουθούσαν, το αυτοκίνητο που την κυνήγησε στο δρόμο και τα άτομα και προσπαθούσαν να μπουν στο σπίτι της ή στην εκκλησία όπου δήλωσε ότι κρυβόταν. Τέλος, γενικές και μη συγκεκριμένες κρίθηκαν και οι αναφορές της αιτήτριας ως προς την καταγγελία των απειλών στην αστυνομία.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός σημείωσε ότι, παρά τη διενέργεια εκτενούς έρευνας, δεν βρέθηκαν πληροφορίες σε πηγές εξωτερικής πληροφόρησης οι οποίες να επιβεβαιώνουν τα περιστατικά τα οποία ισχυρίστηκε η αιτήτρια. Λόγω μη στοιχειοθέτησης τόσο της εσωτερικής, όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας της αιτήτριας, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε εν συνόλω.

 

Προχωρώντας στην νομική ανάλυση, λαμβανομένου υπόψη και του προφίλ της Αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται προσφυγικό καθεστώς, μιας και δεν τεκμηριώθηκε φόβος δίωξης για λόγο που να συνδέεται με την εθνικότητα, τη φυλή, τη θρησκεία, την ιδιότητα μέλους σε συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή την πολιτική γνώμη όπως περιγράφεται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, στο άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και στο άρθρο 3 και 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο της Αιτήτριας, καθότι ο κίνδυνος που μπορεί να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής της δεν συνιστά πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, δυνάμει του άρθρου 15, εδάφια (α) και (β), της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο 19(2), εδάφια (α) και (β), του περί Προσφύγων Νόμου). Επιπρόσθετα, η αρμόδια αρχή, στη βάση πληροφοριών αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση στη ΛΔΚ, έκρινε ότι ούτε και οι προϋποθέσεις για χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας συντρέχουν δυνάμει του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου), μιας και στην Kinshasa, τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, δεν επικρατούν συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων λόγω εσωτερικής και/ή διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης.

 

Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, κρίνω ότι ουδεμία περαιτέρω έρευνα χρειαζόταν για την εξέταση της αίτησης της αιτήτριας και ο περί αντιθέτου ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.

 

Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης στη βάση του άρθρου 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(I)/2018) και ενόψει τούτου να κρίνω αν ορθά το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας.

 

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός, ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου και αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και διαμονής και το προφίλ της αιτήτριας δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμό, εφόσον προκύπτει πως ορθά έγινε αποδεκτός από τους Καθ’ ων η αίτηση.  

 

Όσον αφορά τον δεύτερο προβαλλόμενο ισχυρισμό της αιτήτριας, λαμβάνοντας υπόψιν τις δηλώσεις της, ως αυτές προβλήθηκαν καθ’ όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός της και οι οποίες παρατέθηκαν λεπτομερώς ανωτέρω, παρατηρώ εκ προοιμίου ότι αυτή υπέπεσε σε ασάφειες και αντιφάσεις, οι οποίες πλήττουν καίρια την αξιοπιστία της. Η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παρέχει λεπτομερείς και επαρκείς πληροφορίες για τα προσωπικά της βιώματα.

 

Ορθώς, λοιπόν, θεωρώ κρίθηκε από τους Kαθ’ ων η αίτηση ότι, τα όσα προβλήθηκαν στη συνέντευξη της αιτήτριας, ως ανωτέρω καταγράφονται, έθεταν εύλογα εν αμφιβόλω την αξιοπιστία των λεγομένων της αναφορικά με τα όσα ισχυρίστηκε, καθότι δεν ήταν σε θέση να παρέχει ικανοποιητικές πληροφορίες σχετικά με τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης της, ενώ οι απαντήσεις της στερούνταν εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών και περιείχαν αρκετές ελλείψεις και ασυνέπειες όσον αφορά  τον κίνδυνο που ισχυρίστηκε ότι διατρέχει από τον αναφερόμενο επιχειρηματία λόγω του ότι η ίδια υπήρξε μάρτυρας σε προφορική απειλή του ιδίου προς τον αποβιώσαντα πατέρα της. Θα συμφωνήσω με την αξιολόγηση στην οποία έχει προβεί ο αρμόδιος λειτουργός ως καταγράφεται στην έκθεση – εισήγηση και με τα σημεία που εντόπισε περί του να καταλήξει σε εύρημα περί της μη αξιοπιστίας της αιτήτριας,  και επομένως παρέλκει η όποια επανάληψη τους.

 

Επομένως, καταλήγω ότι το εν λόγω αφήγημα της αιτήτριας δεν παρουσιάζει ευλογοφάνεια και συνοχή. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα εκ της αιτήτριας εξιστορισθέντα δεν αντικατοπτρίζουν βιωματικά περιστατικά. Επομένως, ο υπό εξέταση ισχυρισμός κρίνεται ως εσωτερικά μη αξιόπιστος.

 

Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία των ανωτέρω δηλώσεών της, το Δικαστήριο κρίνει ότι εκ των όσων αυτή δήλωσε, λόγω της απολύτου προσωπικής φύσεως τους, δεν προκύπτουν στοιχεία που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο περαιτέρω έρευνας σε εξωτερικές πηγές. Στη βάση, λοιπόν, της αξιολόγησης της εσωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεών της αιτήτριας, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται ως μη αξιόπιστος στο σύνολό του.

 

Στη βάση των ανωτέρω συμπερασμάτων, διαπιστώνω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση της αιτήτριας ως πρόσφυγα, καθώς όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, η αιτήτρια δεν στοιχειοθέτησε κανένα απολύτως ισχυρισμό επί του οποίου θα μπορούσε να πιθανολογηθεί ευλόγως βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξής του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων σε περίπτωση επιστροφής της στην Λ.Δ.Κ, ο οποίος θα ενέπιπτε στις προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα στο πρόσωπό της αιτήτριας, έτσι όπως η έννοια του πρόσφυγα ερμηνεύεται στην Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.

 

Συνακόλουθα, ελλείψει οιασδήποτε πραγματικής, προσωπικής και υφιστάμενης απειλής εις βάρος της, δεν προκύπτουν στοιχεία εκ των οποίων θα μπορούσε να πιθανολογηθεί ευλόγως ότι σε περίπτωση επιστροφής της στην Λ.Δ.Κ, η αιτήτρια θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, προκειμένου να κριθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπό της, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 19 του Περί προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, δεν ανέκυψε οιοσδήποτε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας εις βάρος της αιτήτριας, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια (α) και (β), του Περί Προσφύγων Νόμου.

 

Περαιτέρω, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, η αιτήτρια, σε περίπτωση επιστροφής  στη χώρα καταγωγής της θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπουν, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα της αιτήτριας, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί στην Κινσάσα, η οποία έχει γίνει δεκτό ότι αποτελεί τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της.

 

Αναφορικά με την γενικότερη κατάσταση ασφαλείας, σύμφωνα με την διαδικτυακή πύλη War Watch, της Ακαδημίας της Γενεύης, η ΛΔΚ έχει βιώσει κυκλική βία από την αποικιακή εκμετάλλευση και τη δικτατορία μετά την ανεξαρτησία, μέσω των περιφερειακών πολέμων του Κονγκό, με επιπτώσεις τον διαρκή πολλαπλασιασμό των ένοπλων ομάδων και την κρατική αστάθεια. Στο ανατολικό μέρος της ΛΔΚ, η αναζωπύρωση του Κινήματος της 23ης Μαρτίου (M23), η απειλή που θέτουν οι οργανωμένες ένοπλες ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των Συμμαχικών Δημοκρατικών Δυνάμεων (ADF), και ο μεγάλης κλίμακας εσωτερικός εκτοπισμός καταδεικνύουν την επιμονή των μη διεθνών ένοπλων συγκρούσεων (NIAC) που διαμορφώνονται από την ξένη εμπλοκή και τις ανταγωνιστικές περιφερειακές παρατάξεις. Κατά την περίοδο αναφοράς, η παρουσία και η υποστήριξη της Ρουάντα προς την M23 προκάλεσαν αυξανόμενη διεθνή καταδίκη, ενώ η Αποστολή Σταθεροποίησης του ΟΗΕ στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (UN Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo, MONUSCO) αντιμετώπισε βίαιες αμφισβητήσεις και αμφιλεγόμενες συζητήσεις σχετικά με την αποχώρηση. Η κατάσταση πολιορκίας στο Ituri και το North Kivu, οι αμφισβητούμενες εκλογές, και η δημιουργία της Συμμαχίας (Alliance) Fleuve Congo (AFC) με την M23, σε συνδυασμό με τις κατακερματισμένες ειρηνευτικές πρωτοβουλίες, διευρυμένες περιφερειακές στρατιωτικές επιχειρήσεις και ανανεωμένες διεθνείς προσπάθειες λογοδοσίας, συνέβαλαν στην πόλωση και την αστάθεια της κατάστασης.[1]

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στην επαρχία Kinshasa της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, που αποτέλεσε τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής της αιτήτριας πριν εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της. Συγκεκριμένα, όσον αφορά στην εν λόγω επαρχία, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 25/09/2026), καταγράφηκαν 57 περιστατικά πολιτικής βίας ("political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/ απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 38 θάνατοι.[2]

Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πρωτεύουσας Kinshasa εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 21,852,144 (2026) κατοίκους.[3]Εκ των ανωτέρω πληροφοριών καθίσταται σαφές ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή από περιστατικά ασφαλείας δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι στην Κινσάσα επικρατούν συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων στα πλαίσια οιασδήποτε εσωτερικής και/ή διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης. Συνεπώς, δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος για κάποιον πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά από συνθήκες οι οποίες εμπίπτουν στις πρόνοιες του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Κατά συνέπεια, η πόλη Κινσάσα, τόπος καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής της αιτήτριας, δεν φαίνεται να πλήττεται από συγκρούσεις και περιστατικά βίας οι οποίες πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ως αυτό ερμηνεύθηκε νομολογιακά στις αποφάσεις C-465/07 - Elgafaji και C‑285/12 - Diakité του ΔΕΕ[4]. Πέραν τούτου, λαμβάνοντας υπόψιν και το προσωπικό προφίλ της αιτήτριας, διαπιστώνω ότι απουσιάζουν ιδιαίτερες επιβαρυντικές περιστάσεις, δεδομένου ότι η αιτήτρια συνιστά ενήλικη, υγιή, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στη ΛΔΚ. Συμπερασματικά, δεν κρίνω ότι ανακύπτουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι η αιτήτρια θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της και συγκεκριμένα στην πόλη Κινσάσα.

Συνεπώς, όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό και τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έγιναν αποδεκτά, κρίνεται ότι η περίπτωση της Αιτήτριας δεν εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα ως ορίζονται στα άρθρα 3-3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου, εφόσον η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιο από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3(1) του πιο πάνω Νόμου. Συνακόλουθα, η Αιτήτρια δεν επικαλέστηκε κανένα ουσιώδη λόγο που να πιστεύεται, και ούτε προκύπτει (ως αναλύθηκε ανωτέρω), ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς της, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ώστε να της δοθεί συμπληρωματική προστασία. Επομένως, κρίνω ότι ορθώς κρίθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου ότι δεν μπορούσε να της παρασχεθεί ούτε προσφυγικό καθεστώς αλλά ούτε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου τα οποία περιορίζονται στο περιεχόμενο του σχετικού διοικητικού φακέλου, αφού ουδεμία περαιτέρω μαρτυρία προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσας προς υποστήριξη της αιτήσεως και αφού εξέτασα τόσο τη νομιμότητα όσο και την ουσία της υπό αναφορά υπόθεσης, καταλήγω ότι το αίτημα της αιτήτριας εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση της αιτήτριας.

Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.

 

 

                                                                                 Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π

 



[1] War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/?tab=tab-1 [Ημερομηνία Πρόσβασης: 30/09/2026]

[2] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 25.09.2026), https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία πρόσβασης 30/09/2026).

[3] World Population Review, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa [Ημερομηνία Πρόσβασης: 30/09/2026]

[4] Βλ.  Απόφαση ΔΕΕ C-285/12 Aboubacar Diakité ν. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides ημερ.30/01/2014 (βλ. σκέψη 31), όπως επίσης απόφαση ΔΕΕ C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafali v Staatssecretaris van Justitie ημερ. 17/2/2009 (βλ. σκέψη 39, 43).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο