ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ. Ε12/26
30 Σεπτεμβρίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Α. S. Β.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εσωτερικών
Καθ’ ων η αίτηση
Κα Ρ. Μάρκου, Δικηγόρος για Αιτητή
Κα Α. Κίτσιου, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την (τροποποιημένη) προσφυγή του ο αιτητής αιτείται την ακύρωση του διατάγματος κράτησης ημ.11/09/26 (Αιτητικό Α). Διαζευκτικά αιτείται όπως αυτό τροποποιηθεί και να διαταχθούν «εναλλακτικά της κράτησης του Αιτητή μέτρα κατά την κρίση του Δικαστηρίου» (Αιτητικό Β), καθώς και «διάταγμα άμεσης απελευθέρωσης του» (Αιτητικό Γ).
Ως εκτίθεται στην Ένσταση των καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φακέλου (εφεξής ΔΦ) του Τμήματος Μετανάστευσης (εφεξής ΤΜ) ο οποίος έχει κατατεθεί στα πλαίσια της παρούσης, ο αιτητής κατάγεται από τη Σιέρρα Λεόνε, το δε ιστορικό του στη Δημοκρατία έχει ως εξής.
Ο αιτητής υπέβαλε 1η αίτηση διεθνούς προστασίας στις 20/03/23, η οποία απορρίφθηκε, κατά δε της εν λόγω απορριπτικής απόφασης (επί της 1ης αίτησης) ο αιτητής καταχώρησε στις 16/07/24 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας (εφεξής ΔΔΔΠ) την υπ. αρ.2672/24, η οποία και απορρίφθηκε στις 23/06/24 λόγω μη προώθησης (ερ.32-39). Στις 30/05/26 ο αιτητής εντοπίστηκε από την αστυνομία και κατόπιν ελέγχου διαπιστώθηκε ότι διέμενε παράνομα στη Δημοκρατία και συνελήφθη (ερ.52). Την ίδια ημέρα κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης και εκδόθηκαν κατά του αιτητή διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του ΚΕΦ.105 (ερ.41-43). Στις 10/06/26 υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση ασύλου, στις 15/06/26 καταχώρησε στο Διοικητικό Δικαστήριο (εφεξής ΔΔ) την προσφυγή αρ.627/26 (ερ.15-26, 77-80), στην οποία, ως ειπώθηκε στις διευκρινήσεις, επιφυλάχθηκε απόφαση στις 04/08/26. Στις 18/06/26 το διάταγμα απέλασης αναστάλθηκε (ερ.92). Στις 30/07/26 η μεταγενέστερη αίτηση του αιτητή κρίθηκε παραδεκτή (ερ.87), ως δε κατέστη παραδεκτό στις διευκρινήσεις, ο αιτητής κλήθηκε στις 31/08/26 σε συνέντευξη (επί της μεταγενέστερης αιτήσεως), η αίτηση εξετάστηκε και στις 17/09/26 επιδόθηκε στον αιτητή η απορριπτική απόφαση επί της μεταγενέστερης αιτήσεως. Σημειώνεται ότι η προθεσμία (20 ημερών) για προσβολή της εν λόγω απορριπτικής αποφάσεως λήγει στις 07/10/26, δεν έχει δε καταχωριστεί μέχρι σήμερα σχετική προσφυγή, ως ανέφερε η συνήγορος του αιτητή στις διευκρινήσεις.
Στις 10/09/26 υποβλήθηκε σχετική εισήγηση προς τη Διευθύντρια ΤΜ και στις 11/09/26 εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα κράτησης δυνάμει του Περί Προσφύγων Νόμου του 2026 (εφεξής ο «Νόμος»), το οποίο επιδόθηκε αυθημερόν (ερ.86-88, 95).
Ο αιτητής καταχώρησε την προσφυγή προσωπικά και ακολούθως, αφότου εγκρίθηκε αίτηση δωρεάν νομικής αρωγής, διόρισε δικηγόρο, η οποία – κατόπιν σχετικού αιτήματος και διατάγματος του Δικαστηρίου – καταχώρησε τροποποιημένη προσφυγή στην οποία καταγράφεται πλήθος νομικών σημείων.
Στις αρκούντως εμπεριστατωμένες αγορεύσεις της η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή, κατόπιν παράθεσης του ιστορικού του αιτητή, αυτούσιου του επίδικου διατάγματος, αλλά και πλήθος αναφορών και αποσπασμάτων από την οικεία νομοθεσία και νομολογία, λέγει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το αρ.22 (2) (β), καθώς, ως εξηγεί, «δεν καθίσταται σαφές ποια είναι τα στοιχεία που απομένουν να προσδιοριστούν και για ποιο λόγο θεωρήθηκε ότι αυτά δεν θα μπορούσαν να εξασφαλιστούν με άλλα, λιγότερο επαχθή μέσα» και «δεν προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο με ποιο τρόπο η κράτηση κρίθηκε αναγκαία για τη συλλογή ή εξακρίβωση των εν λόγω στοιχείων», δεδομένου, ως αναφέρει, ότι «ουδέν στοιχείο υπάρχει το οποίο χρήζει προσδιορισμού», λαμβανομένου δε υπόψη και του ότι, ως αναφέρει, «η μεταγενέστερη του αιτητή έχει ήδη εξεταστεί ως προς το παραδεκτό πριν την έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος κράτησης και άρα οι καθ’ ων η αίτηση είχαν στη διάθεση τους τα στοιχεία που συνόδευαν και θεμελίωναν τη μεταγενέστερη αίτηση και η αρμόδια αρχή είχε ήδη προβεί σε προκαταρτική εξέταση τους», και περαιτέρω του ότι «ούτε στο επίδικο διάταγμα ούτε στο σημείωμα […] ημερ.10/09/26 (ερ.86-88) προσδιορίζονται τα επιπρόσθετα στοιχεία της αίτησης τα οποία παρέμεναν προς εξακρίβωση, ούτε εξηγείται γιατί η απόκτηση τους θα ήταν αδύνατη χωρίς την κράτηση του αιτητή» (σελ.10-11 αγόρευσης).
Σε σχέση τώρα με το αρ.22 (2) (ε) αναφέρει ότι, παρότι είναι αποδεκτό ότι κατά τον χρόνο έκδοσης του επίδικου διατάγματος ο αιτητής κρατείτο «στο πλαίσιο διαδικασίας επιστροφής δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου» και ότι «είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης διεθνούς προστασίας», εντούτοις, ως αναφέρει, «δεν αρκεί για να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η μεταγενέστερη αίτηση υποβλήθηκε με σκοπό την παρεμπόδιση ή καθυστέρηση της επιστροφής του», λαμβανομένου εδώ υπόψη και του ότι «η μεταγενέστερη αίτηση του αιτητή κρίθηκε παραδεκτή», το οποίο «καταδεικνύει ότι στην αίτηση περιλαμβάνονταν νέα στοιχεία ή ευρήματα τα οποία κρίθηκαν ικανά να δικαιολογήσουν την περαιτέρω εξέταση της» (σελ.16 αγόρευσης) και συνεπώς «δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η μεταγενέστερη αίτηση στερείται εκ πρώτης όψεως γνησιότητας ή ότι υποβλήθηκε αποκλειστικά και μόνο προς παρεμπόδιση της […] επιστροφής» (σελ.17 αγόρευσης).
Εκ των ως άνω καταλήγει η συνήγορος του αιτητή ότι εν προκειμένω το επίδικο διάταγμα στερείται νομικού ερείσματος επ’ αμφοτέρων των νομικών βάσεων του, ελήφθη χωρίς να προηγηθεί δέουσα έρευνα και χωρίς να εξεταστεί η αναγκαιότητα και αναλογικότητα της κράτησης ή κατά πόσο θα μπορούσαν να επιβληθούν λιγότερο επαχθή εναλλακτικά της κράτησης μέτρα και στερείται αιτιολογίας.
Στην απαντητική της αγόρευση η συνήγορος του αιτητή, εμμένοντας στις ως άνω θέσεις της, εισηγείται πως, παρότι «τόσο η χρονική στιγμή υποβολής της αίτησης όσο και το μεταναστευτικό ιστορικό του αιτητή είναι στοιχεία που μπορεί να λαμβάνονται υπόψιν ωστόσο δεν αρκούν για να αποδείξουν ότι η αίτηση υποβλήθηκε καταχρηστικά ιδιαίτερα όταν η αίτηση έγινε και παραδεκτή» σημειώνοντας δε πως, παρόλο που «το παραδεκτό μιας μεταγενέστερης αίτησης δεν ισοδυναμεί με αποδοχή της ουσίας της αίτησης, ωστόσο η Διοίκηση δεν μπορεί, χωρίς ειδική και αντικειμενική τεκμηρίωση, να μετατρέψει τη χρονική στιγμή υποβολής της αίτησης σε τεκμήριο ότι αυτή υποβλήθηκε με καταχρηστικό σκοπό» (σελ.2 απαντητικής αγόρευσης).
Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση στη δεόντως εμπεριστατωμένη αγόρευση της, κατόπιν παράθεσης του νομικού πλαισίου, με αναφορές και στην οικεία νομολογία και βιβλιογραφία, υπεραμύνεται του κύρους και της ορθότητας του επίδικου διατάγματος, εισηγούμενη ότι αφενός πληρούνται οι προϋποθέσεις και των δύο νομικών βάσεων του, ήτοι τόσο επί του αρ.22 (2) (β) όσο και (ε), σημειώνοντας ότι, σε κάθε περίπτωση, αν ήθελε θεωρηθεί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του αρ.22 (2) (β), αυτό από μόνο του δεν αρκεί ώστε να ακυρωθεί, δεδομένου, ως αναφέρει, ότι «αυτό δύναται να στηριχθεί αυτοτελώς σε άλλη νόμιμη βάση» (σελ.6 αγόρευσης), ήτοι το αρ.22 (2) (ε). Επί της τελευταίας αυτής βάσης αναφέρει πως κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος «βρισκόταν σε εξέλιξη διαδικασία απέλασης του» και πως εν προκειμένω δεν λήφθηκε υπόψη «μόνο ο συνδυασμός του χρόνου υποβολής της αίτησης με το μεταναστευτικό ιστορικό του αιτητή», αλλά επίσης «συντρέχει δέσμη περισσότερων και συγκεκριμένων αντικειμενικών στοιχείων, τα οποία καταγράφονται ρητώς τόσο στο σημείωμα […] ημ.10/09/26 όσο και στο ίδιο το σώμα του επίδικου διατάγματος», τα οποία καταγράφει (σελ.7-8 αγόρευσης). Περαιτέρω αναφέρει ότι ουδόλως αλλάζει τα δεδομένα και δεν αρκεί για να κριθεί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του αρ.22 (2) (ε) το ότι η μεταγενέστερη αίτηση του αιτητή κρίθηκε παραδεκτή, αλλά και ούτε ματαιώθηκε η «προοπτική απομάκρυνσης του “στο παρόν και άμεσο μέλλον”» (σελ.9 αγόρευσης), ενόψει του ότι αναστάλθηκε το διάταγμα απέλασης ημ.30/07/26.
Εκ των ως άνω η συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση εισηγείται ότι το επίδικο διάταγμα είναι προϊόν δέουσας έρευνας και εξατομικευμένης εξέτασης όλων των παραμέτρων της υπό κρίση περίπτωσης, αιτιολογείται επαρκώς, με αναφορά και στα στοιχεία του ΔΦ, και είναι υπό τις περιστάσεις αναλογικό και απολύτως αναγκαίο.
Κατά τις διευκρινήσεις οι συνήγοροι των μερών υιοθέτησαν τις γραπτές τους αγορεύσεις.
Κρίνω σκόπιμο κατ’ αρχή, να παραθέσω αυτούσιο το προσβαλλόμενο διάταγμα.
«ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΚΡΑΤΗΣΗΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 22
ΕΠΕΙΔΗ ο Α. S. Β. υπήκοος ΣΙΕΡΡΑ ΛΕΟΝΕ είναι αιτητής διεθνούς προστασίας και επειδή πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 22 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 καθότι
ο Α. S. Β. κρατείται
(α) Για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή.
(β) Στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των Άρθρων 180Γ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμαστεί η επιστροφή ή/και να διεξαχθεί η διαδικασία απομάκρυνσής της και επειδή τεκμηριώνεται στη βάση αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι ο Α. S. Β. εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία και παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία από τις 23/06/25 όταν απορρίφθηκε η προσφυγή του από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, και μετά την σύλληψη και κράτηση του υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση ασύλου, ως εκ τούτου, υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι η υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας έγινε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα και/ή να ματαιώσει τη διαδικασία επαναπατρισμού του
ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κατόπιν ατομικής αξιολόγησης θεώρησα ότι είναι αναγκαίο ο Α. S. Β. να παραμείνει υπό κράτηση βάσει των άρθρων 22 (2) (β) και 22 (2) (ε) του περί Προσφύγων Νόμου του 2026, καθότι στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι δεν είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (4) του άρθρου 22 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026, καθότι με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 18ΟΔ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, υπάρχει κίνδυνος διαφυγής για τους πιο κάτω λόγους,
1. ΕΠΕΙΔΗ δεν έχει συμμορφωθεί με απόφαση επιστροφής. Διάταγμα απέλασης ημερ.30/05/2026.
2. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ δήλωσε πρόθεση συμμόρφωσης με απόφαση επιστροφής
3. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ δεν υπάρχει διεύθυνση συνήθους διαμονής
4. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ είχε προηγούμενη εξαφάνιση/διαφυγή
5. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ θεωρήθηκε απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (κ), του εδαφίου (1), του Άρθρου 6 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (1952-2021), έχει συλληφθεί και σε βάρος του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης ημερ.30/05/2026.
6. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κρατείται με σκοπό τον επαναπατρισμό του, κρίνω ότι η αίτηση του για Διεθνή Προστασία υποβλήθηκε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα στη διαδικασία επαναπατρισμού του.
ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΠΟ ΑΥΤΟ, ασκώντας τις εξουσίες που δίνουν Υπουργικό Συμβούλιο το άρθρο 22 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026, και το Άρθρο 188.3.(γ) του Συντάγματος, οι οποίες εξουσίες εκχωρήθηκαν σε εμένα, εγώ η Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης με το παρόν διατάσσω όπως ο Α. S. Β. ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙ υπό κράτηση για όσο διάστημα ισχύουν οι λόγοι κράτησης που αναφέρονται πιο πάνω.
ΚΑΙ με το παρόν διάταγμα εξουσιοδοτώ και εντέλλομαι τον Αρχηγό Αστυνομίας, ή οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομικής Δύναμης που τυχόν θα διαταχθεί, να εκτελέσει το διάταγμα αυτό και για την εκτέλεσή του το παρόν διάταγμα αποτελεί επαρκή εξουσία και εντολή.
ΕΓΙΝΕ από μένα στη Λευκωσία 11η ημέρα του Σεπτεμβρίου 2026»
Έχω διέλθει με προσοχή των εκατέρωθεν επιχειρημάτων των ευπαίδευτων συνήγορων των μερών, όπως εκτίθενται στις γραπτές αγορεύσεις που υποβλήθηκαν στα πλαίσια της παρούσας, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προφορικών τοποθετήσεων τους και του περιεχομένου του ΔΦ.
Σε σχέση κατ’ αρχήν με την αιτιολογία αυτού αλλά και την παράθεση των πραγματικών και των νομικών λόγων για τους οποίους εκδόθηκε, σύμφωνα και με την ρητή επιταγή του αρ.23 (2) του Νόμου, παρατηρώ τα ακόλουθα.
Στην υπόθεση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής ΔΕΕ) C-18/16, Κ. v. Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie, ημ.14/09/2017, λέχθηκε ότι «[...] σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφοι 2 και 4, της ίδιας οδηγίας, στη σχετική με την κράτηση απόφαση αναφέρονται οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι στους οποίους αυτή βασίζεται […] ».
Από την ανάγνωση του λεκτικού του ως άνω διατάγματος διαπιστώνω ότι αναφέρονται οι νομικές βάσεις επί των οποίων εδράζεται και παρατίθενται, έστω μερικώς συγκεχυμένα και αλληλεπικαλυπτόμενα, οι πραγματικοί λόγοι που τεκμηριώνουν τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τίθενται εκ του αρ.22 (2) (β) και (ε) του Νόμου, στη βάση των οποίων και θεωρήθηκε εδώ ότι «υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι ο αιτητής υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας, προκειμένου να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής» και πως το επίδικο διάταγμα έχει ως πρόσθετο σκοπό «να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή», αλλά και των παραμέτρων που συνυπολογίστηκαν και που κατέστησαν – κατά τον εκδότη του επίδικου διατάγματος - αναγκαία και αναλογική προς τον ως άνω σκοπό την κράτηση του αιτητή εν προκειμένω, αντί επιβολής εναλλακτικών μέτρων.
Τα ανωτέρω ευθυγραμμίζονται και με σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ, όπου στην απόφαση του Khlaifia and others v Italy, υπ. αρ.16483/12, ημ.15/12/2016, παρ.115, αναφέρεται σε «essential legal and factual grounds» και αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με το αρ.5 της ΕΣΔΑ:
«Paragraph 2 of Article 5 lays down an elementary safeguard: any person who has been arrested should know why he is being deprived of his liberty. This provision is an integral part of the scheme of protection afforded by Article 5: any person who has been arrested must be told, in simple, non-technical language that he can understand, the essential legal and factual grounds for his deprivation of liberty, so as to be able to apply to a court to challenge its lawfulness in accordance with paragraph 4 (see Van der Leer v. the Netherlands, 21 February 1990, § 28, Series A no. 170‑A, and L.M. v. Slovenia, cited above, §§ 142-43). Whilst this information must be conveyed “promptly”, it need not be related in its entirety by the arresting officer at the very moment of the arrest. Whether the content and promptness of the information conveyed were sufficient is to be assessed in each case according to its special features (see Fox, Campbell and Hartley v. the United Kingdom, 30 August 1990, § 40, Series A no. 182, and Čonka, cited above, § 50). »
Θεωρώ λοιπόν ότι από το λεκτικό που παρατίθεται στο ως άνω διάταγμα ικανοποιούνται οι ρητές πρόνοιες του αρ.23 (2). Σημειώνεται δε ότι η αιτιολογία του μπορεί βεβαίως να συμπληρωθεί και από τα στοιχεία του φακέλου (βλ. Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1967) 3 Α.Α.Δ. 7 και Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270).
Το κατά πόσο δε το επίδικο εδώ διάταγμα είναι επί της ουσίας ορθό και αν αυτό λήφθηκε κατόπιν στάθμισης της αναλογικότητας και αναγκαιότητας της κράτησης και ελέγχου της συμβατότητας αυτής με τη νομοθεσία και νομολογία, εθνική και ενωσιακή, θα κριθεί πιο κάτω. Προχωρώ επί τούτου σε επί της ουσίας εξέταση του προσβαλλόμενου διατάγματος (βλ. Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.17/2021, Janelidze v. Δημοκρατίας, ημ.21/09/21, όπου λέχθηκε ότι το Δικαστήριο τούτο ελέγχει «όχι μόνο τη νομιμότητα αλλά και την ορθότητα της κάθε απόφασης της διοίκησης που τίθεται ενώπιον του με την προσφυγή που υποβάλλεται.»).
Αρχίζοντας από τη νομική βάση του επίδικου διατάγματος στο αρ.22 (2) (β), ήτοι «για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή», σημειώνω ότι στο εγχειρίδιο του EASO (πλέον EUAA) «Κράτηση αιτούντων διεθνή προστασία στο πλαίσιο του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου», 2019, σελ.28, αναφέρονται τα εξής:
«Το πρώτο σκέλος αυτού του λόγου πρέπει, εκ φύσεως, να λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη τα πραγματικά περιστατικά. Οι κατευθυντήριες οδηγίες της UNHCR σχετικά με την κράτηση είναι και πάλι χρήσιμες καθώς η κατευθυντήρια οδηγία 4.1 στην παράγραφο 28 αναφέρει τα εξής:
Είναι επιτρεπτή η κράτηση ενός αιτούντος για ένα περιορισμένο αρχικό διάστημα για λόγους καταγραφής, στα πλαίσια προκαταρκτικής συνέντευξης, των στοιχείων στα οποία βασίζει την αίτησή του για διεθνή προστασία. Παρ’ όλ’ αυτά, η κράτηση αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί αιτιολογημένη μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η συγκεκριμένη πληροφορία δεν θα μπορούσε να δοθεί χωρίς να υπάρξει κράτηση. Αυτό συνεπάγεται την καταγραφή σημαντικών πληροφοριών από τον αιτούντα άσυλο, όπως για παράδειγμα των λόγων για τους οποίους ζητεί να του χορηγηθεί άσυλο. Αυτό συνήθως δεν επεκτείνεται στην κρίση για το βάσιμο των ισχυρισμών του. Η εξαίρεση αυτή στον βασικό κανόνα - ότι δηλαδή η κράτηση των αιτούντων άσυλο αποτελεί έσχατο μέτρο - δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αιτιολογηθεί η κράτηση καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας καθορισμού του καθεστώτος του αιτούντος άσυλο, ή για απεριόριστο χρονικό διάστημα.
Παρότι ο «κίνδυνος διαφυγής» είναι μια πρόβλεψη, φαίνεται πιθανό ότι στις περισσότερες περιπτώσεις θα αποτελέσει τη βάση του λόγου αυτού διότι εάν ο αιτών διεθνή προστασία δεν είναι πιθανό να διαφύγει, είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς υπό ποιες περιστάσεις τα στοιχεία του ισχυρισμού επί του οποίου βασίζεται η αίτηση δεν θα μπορούσαν να ληφθούν χωρίς να υπάρξει κράτηση.»
Ανατρέχοντας στο σώμα του επίδικου διατάγματος αλλά και στα στοιχεία του ΔΦ δεν εντοπίζω οιανδήποτε αναφορά σε συγκεκριμένο στοιχείο που απομένει να προσδιοριστεί, δεδομένου ότι είχε ήδη γίνει (προ της εκδόσεως του επίδικου διατάγματος) επί της ουσίας εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, στα πλαίσια συνέντευξης στις 31/08/26. Συνεπώς θα ήταν απολύτως αναμενόμενο, αν υπήρχε κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο που επέμενε να προσδιοριστεί μετά και τη διενέργεια της συνέντευξης (11 ημέρες προ της εκδόσεως του επίδικου διατάγματος), αυτό να είχε αρκούντως προσδιοριστεί είτε στο σώμα του εδώ επίδικου διατάγματος είτε στο σημείωμα που προηγήθηκε της εκδόσεως του. Αντ’ αυτού ουδέν καταγράφεται (και ούτε δε αναφέρθηκε κάτι περαιτέρω επί τούτου στα πλαίσια της παρούσης από τους καθ’ ων η αίτηση) που θα τεκμηρίωνε ότι η επίδικη κράτηση γίνεται επί σκοπώ «να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη» και ουδέν δύναται να συναχθεί ευλόγως από τα ενώπιον μου δεδομένα σε σχέση με τα στοιχεία που απομένει να προσδιοριστούν και καθιστούν αναγκαία την κράτηση σ’ αυτή τη βάση. Ούτε βεβαίως δύναται να λεχθεί (εφόσον, ως και ανωτέρω αναφέρω, η συνέντευξη έγινε προ της εκδόσεως του επίδικου διατάγματος) ότι τούτο εκδόθηκε με σκοπό «την καταγραφή σημαντικών πληροφοριών από τον αιτούντα άσυλο, όπως για παράδειγμα των λόγων για τους οποίους ζητεί […] άσυλο». Επαναλαμβάνω ότι, ως και στο ως άνω απόσπασμα από το εγχειρίδιο του EASO αναφέρεται, «[η] εξαίρεση [..] στον βασικό κανόνα - ότι δηλαδή η κράτηση των αιτούντων άσυλο αποτελεί έσχατο μέτρο - δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αιτιολογηθεί η κράτηση καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας καθορισμού του καθεστώτος του αιτούντος άσυλο, ή για απεριόριστο χρονικό διάστημα».
Καταλήγω λοιπόν ότι δεν πληρούται εδώ μια εκ των σωρευτικών προϋποθέσεων, ήτοι η αναγκαιότητα προσδιορισμού στοιχείων επί των οποίων βασίζεται η αίτηση, «η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη», και συνεπώς – μοιραία – θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι το επίδικο διάταγμα στερείται νομικού ερείσματος στο αρ.22 (2) (β).
Παρά τα ως άνω όμως το ζήτημα δεν σταματά εδώ, καθώς η πάσχουσα νομική βάση δεν αρκεί για να καταστήσει άνευ ετέρου ακυρωτέο το επίδικο διάταγμα, για τους λόγους που θα εξηγήσω αμέσως.
Στα αρ.31 και 32 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (158(I)/1999), προνοούνται τα εξής:
«31. Εσφαλμένη νομική αιτιολογία δεν οδηγεί σε ακύρωση της πράξης, αν η πράξη μπορεί νομική να έχει άλλο νομικό έρεισμα.
32. Όταν η πράξη έχει πολλαπλές ή διαζευκτικές αιτιολογίες και μία από αυτές είναι λανθασμένη, η πράξη είναι ακυρωτέα, εκτός αν κριθεί ότι η λανθασμένη αιτιολογία ήταν επικουρική ή δευτερεύουσα της ορθής αιτιολογίας και ως εκ τούτου δεν επηρέασε το αρμόδιο διοικητικό όργανο στη λήψη της απόφασης.»
Σχετικώς, στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην Ανδριάνθη Κ. Στυλιανού ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Πελενδρίου (1997) 4 Α.Α.Δ. 2882, λέχθηκε ότι «[σε] περίπτωση πολλαπλών ή επάλληλων αιτιολογιών αρκεί κατά κανόνα η νομιμότητα μιας μόνο από αυτές για να στηρίξει επαρκώς την προσβαλλόμενη πράξη. Οποτεδήποτε διοικητική πράξη επικαλείται περισσότερα του ενός ερείσματα, αρκεί η ορθότητα ενός από αυτά για να την στηρίξει.». Στην παλαιότερη Χριστοδουλίδης ν. Δημοκρατίας (1984) 3 Α.Α.Δ. 1297, Ολομέλειας, είχε ειπωθεί ότι «it is a firmly established principle of Administrative Law that even if an administrative decision could not have been validly based on the legal reason which was actually stated in support of it such decision should still be upheld judicially if it could, nevertheless, be reached validly on the basis of some other legal reason (see, inter alia, in this respect, Pikis v. The Republic, (1967) 3 C.L.R. 562, 575, Spyrou (No. 1) v. The Republic, (1973) 3 C.L.R. 478, 484, Akinita Anthoupolis Ltd. v. The Republic, (1980) 3 C.L.R. 296, 303 and Paraskevopoulou v. The Republic, (1980) 3 C.L.R. 647, 661, 662). »
Εν προκειμένω, παρότι, ως ανωτέρω εξηγώ, έχω ήδη καταλήξει ότι το επίδικο διάταγμα στερείται νομικού ερείσματος στη βάση του αρ.22 (2) (β), αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει από μόνο του σε ακύρωση του προσβαλλόμενου διατάγματος, αν ήθελε κριθεί πιο κάτω ότι οι προϋποθέσεις του αρ.22 (2) (ε) πληρούνται, καθώς «[λ]ανθασμένη νομική αιτιολογία δεν συνεπάγεται ακυρότητα, αν η πράξη μπορεί να βρει άλλο νομικό έρεισμα» . Άλλωστε, ως ειπώθηκε και στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.41/2024, Μ. Α. ν. Δημοκρατίας, ημ.29/05/25, με αναφορά και σε προηγούμενη νομολογία επί του ζητήματος «ο έλεγχος ουσίας στην οποία το [ΔΔΔΠ] προβαίνει επί διατάγματος κράτησης […] είναι θετικά διαπλαστικός, υπό την έννοια ότι δύναται να διαπλάσει το ίδιο το Δικαστήριο την πράξη που η Διοίκηση παράνομα εξέδωσε», στα πλαίσια της οποίας το Δικαστήριο μπορεί να συμπληρώσει «νομικό κενό με τη δική του κρίση, ασκώντας θετική δικαιοπλαστική εξουσία».
Σχετικά με την βάση του επίδικου διατάγματος στο αρ.22 (2) (ε) σημειώνω τα εξής.
Καθοδηγητικά είναι όσα καταγράφονται στο εγχειρίδιο της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες «Κατευθυντήριες Οδηγίες Για Την Κράτηση Αιτούντων Άσυλο», όπου, στην παρ.19, αναφέρεται ότι «οι αποφάσεις κράτησης θα πρέπει να βασίζονται σε λεπτομερή και εξατομικευμένη αξιολόγηση της αναγκαιότητας για κράτηση, παράλληλα με την παράθεση ενός νόμιμου σκοπού» και ότι «[…] θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις ή ανάγκες συγκεκριμένων κατηγοριών αιτούντων άσυλο […]», τα οποία «μπορεί να είναι το στάδιο που διανύει η εξέταση της αίτησης ασύλου, ο τελικός προορισμός του αιτούντος, οι οικογενειακοί / κοινωνικοί δεσμοί, η προηγούμενη καλή συμπεριφορά και ο χαρακτήρας του ατόμου, καθώς και ο κίνδυνος φυγής ή η προθυμία και η κατανόηση της ανάγκης για συμμόρφωση.»
Σημειώνεται ότι οι περιπτώσεις που επιτρέπεται η κράτηση αιτητή διεθνούς προστασίας απαριθμούνται περιοριστικά στο άρ.10 (4) της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346, τηρούμενων των εγγυήσεων που προβλέπονται στο αρ.11 της ίδιας οδηγίας, οι οποίες έχουν μεταφερθεί στην εθνική μας νομοθεσία με τα επίδικα άρ.22 και 23 του Νόμου.
Βοηθητικό για την ερμηνευτική προσέγγιση του λεκτικού του επίδικου αρ.22 (2) (ε) είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του ΔΕΕ C-534/11, Mehmet Arslan (στο εξής η υπόθεση Arslan), ημ.30/5/13, όπου εξετάστηκε όμοιο με το επίδικο εδώ ζήτημα, στα πλαίσια του τότε ισχύοντος νομικού πλαισίου, του οποίου το λεκτικό είναι κατ’ ουσία πανομοιότυπο με το επίδικο αρ.22 του Νόμου.
«58. Συγκεκριμένα, εθνική διάταξη που επιτρέπει, υπό τέτοιες συνθήκες, τη διατήρηση της κρατήσεως του αιτούντος άσυλο είναι συμβατή προς το άρθρο 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 2005/85, εφόσον η κράτηση αυτή δεν προκύπτει από την υποβολή της αιτήσεως ασύλου, αλλά από τις περιστάσεις που χαρακτηρίζουν την ατομική συμπεριφορά του αιτούντος αυτού πριν και κατά την υποβολή της αιτήσεως αυτής.
59. Περαιτέρω, στον βαθμό που η διατήρηση της κρατήσεως φαίνεται ότι υπό παρόμοιες συνθήκες είναι αντικειμενικώς αναγκαία προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο ο ενδιαφερόμενος να αποφύγει οριστικά την επιστροφή του, η διατήρηση αυτή επιτρέπεται επίσης δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/9.
60. Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, καίτοι η οδηγία 2008/115 είναι προσωρινώς ανεφάρμοστη κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας εξετάσεως της αιτήσεως ασύλου, τούτο ουδόλως σημαίνει ότι ως εκ τούτου θα τερματιζόταν οριστικά η διαδικασία επιστροφής, καθόσον αυτή μπορεί να συνεχιστεί σε περίπτωση που θα απορριπτόταν η αίτηση ασύλου. Όπως όμως επισήμαναν η Τσεχική, η Γερμανική, η Γαλλική και η Σλοβακική Κυβέρνηση, θα θιγόταν ο σκοπός της οδηγίας αυτής, ήτοι η αποτελεσματική επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, αν ήταν αδύνατο στα κράτη μέλη να αποφύγουν, υπό συνθήκες όπως αυτές που εκτέθηκαν στη σκέψη 57 της παρούσας αποφάσεως, να μπορεί ο ενδιαφερόμενος, με την υποβολή αιτήσεως ασύλου, να επιτυγχάνει αυτομάτως την απόλυσή του (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2011, C-329/11, Achughbabian, Συλλογή 2011, σ. Ι-12695, σκέψη 30).»
(Υπογράμμιση από τον γράφοντα)
Τα γεγονότα λοιπόν και η συμπεριφορά ενός αιτητή πριν αλλά και κατά την υποβολή της αιτήσεως ασύλου μπορούν να τεκμηριώσουν κατά περίπτωση αν «υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι το πρόσωπο υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας, προκειμένου να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής» [αρ.22 (2) (ε) του Νόμου].
Επανερχόμενος τώρα στα ενώπιον μου στοιχεία και το ιστορικό του αιτητή πριν και κατά την υποβολή της αιτήσεως διεθνούς προστασίας, ως αυτά εκτίθενται εκτενώς πιο πάνω, τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω στην ολότητα τους, σημειώνω τα εξής.
Ο αιτητής αφίχθηκε στη Δημοκρατία και υπέβαλε 1η αίτηση ασύλου τον Μάρτιο του 2023, η οποία απορρίφθηκε, η δε προσφυγή που καταχώρησε κατά της εν λόγω απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης της στις 23/06/25. Έχοντας παρέλθει τότε 2 έτη και 3 μήνες (από την υποβολή της 1ης αίτησης μέχρι την απόρριψη της προσφυγής που ασκήθηκε κατά της απόρριψης της εν λόγω αίτησης) ο αιτητής δεν προέβη σε κανένα διάβημα προκειμένου είτε να επιχειρήσει να επαναφέρει την προσφυγή του ή – έστω – να καταχωρήσει μεταγενέστερη αίτηση. Αντ’ αυτού συνέχισε να παραμένει παρανόμως στη Δημοκρατία (μετά την απόρριψης της προσφυγής του) μέχρι που, όλως τυχαίως, είχε εντοπιστεί από την Αστυνομία, όπου και διαπιστώθηκε το παράνομο της διαμονής του και τέθηκε υπό κράτηση στις 30/05/25 (περί το ένα έτος μετά την απόρριψη της προσφυγής του). Ακόμα και τότε, ενώ κατ’ ουσία σπατάλησε την ευκαιρία που είχε να αναφέρει τα περί του σεξουαλικού προσανατολισμού του τόσο στην 1η αίτηση ασύλου όσο και στην προσφυγή επί της απόφασης τότε επί της 1ης αιτήσεως του (αφήνοντας να απορριφθεί από το Δικαστήριο λόγω μη προώθησης), και ενώ κατά τη σύλληψη του στις 30/05/26 δεν ανέφερε κάτι όταν του είχε επιστηθεί η προσοχή στον νόμο (βλ. ερ.1), άφησε άλλες 10 ημέρες να παρέλθουν μέχρι τις 10/06/26, όταν και υπέβαλε την μεταγενέστερη αίτηση, στην οποία ισχυρίστηκε ότι είναι ομοφυλόφιλος και γι’ αυτό δεν θα είναι ασφαλής αν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, αναφέροντας περαιτέρω ότι ένιωθε ντροπή και φοβόταν να αναφέρει αυτό στον διενεργούντα τη συνέντευξη (κατά την 1η αίτηση ασύλου που υπέβαλε το 2023).
Αποτιμώντας τα ως άνω είναι κατάληξη μου ότι εν προκειμένω τα όσα ανέφερε ο αιτητής, ιδωμένα υπό φως του όλου προηγούμενου ιστορικού του στη Δημοκρατία, είναι επαρκή ώστε, ευλόγως, στη βάση αντικειμενικών κριτηρίων, δεδομένων εδώ των ευκαιριών που του είχαν δοθεί στο παρελθόν ώστε να εκφράσει ότι επιθυμούσε και να ζητήσει για τους λόγους αυτούς διεθνή προστασία, προκειμένου να δημιουργηθούν εύλογες αμφιβολίες για τη σκοπιμότητα της μεταγενέστερης αίτησης ασύλου στις 10/06/26 (10 ημέρες αφότου ετέθη υπό κράτηση, περί το 1 έτος αφότου απορρίφθηκε η προσφυγή του στο ΔΔΔΠ και περί τα 3 έτη αφότου αφίχθηκε στη Δημοκρατία), ιδίως δε εφόσον η αιτιολογία που δίδει για την καθυστέρηση του στην υποβολή των καινοφανών ισχυρισμών που προβάλλονται στην μεταγενέστερη του αίτηση (φόβος και ντροπή), παρότι θα αρκούσε ενδεχομένως, αν αυτοί προωθούνταν στην προσφυγή 2672/24 (κατά της απόρριψης της 1ης αιτήσεως του) ή έστω αμέσως μετά την απόρριψη αυτής, δεν μπορούν παρά να αντιμετωπιστούν, στα πλαίσια εφαρμογής του αρ.22 (2) (ε) με εύλογη δυσπιστία. Σημειώνω άλλωστε εδώ ότι ο αιτητής στην μεταγενέστερη του αίτηση καταγράφει τη δυσκολία του να αναφέρει τα περί του σεξουαλικού του προσανατολισμού στον εξεταστή (της 1ης αιτήσεως), όμως ουδόλως εξηγεί γιατί δεν το έπραξε στα πλαίσια της προσφυγής του ή και γιατί δεν κινήθηκε αμέσως μετά την απόρριψη της τελευταίας προκειμένου να τα αναφέρει τότε, δεδομένου του ότι έκτοτε κατέστη παρανόμως διαμένων στη Δημοκρατία.
Σημειώνεται δε εξάλλου ότι τα αρ.42 (1) (ζ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 και άρ.107 (3) του Νόμου επιτρέπουν την ταχύρρυθμη εξέταση μεταγενέστερης αιτήσεως, ως έγινε.
Για παρεμφερείς λόγους θεωρώ πως το επίδικο άρθρο θέτει την αμεσότητα της υποβολής αίτησης (υπό τις περιστάσεις δε της παρούσης την αμεσότητα υποβολής μεταγενέστερης αίτησης, κατόπιν απόρριψης της 1ης αιτήσεως και προσφυγής) ως στοιχείο που μπορεί βεβαίως να ληφθεί υπόψη για την, στο μέτρο του δυνατού, αντικειμενικά τεκμηριωμένη πιθανολόγηση επί της ενδεχομένως αλλότριας σκοπιμότητας υποβολής (μεταγενέστερης εδώ αίτησης). Είναι δε αυτή ακριβώς η εύλογη, υπό τις περιστάσεις, πιθανολόγηση που εκφράζεται στο επίδικο άρθρο δια της φράσεως «συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι […] είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης ασύλου».
Δεν παραγνωρίζω βεβαίως εδώ το ότι, ως λέχθηκε και στην απόφαση του ΔΕΕ στη A, B and C, C-148/13-C-150/13, ημ.02/12/14, σκέψη 72, δεν πρέπει να κρίνονται αναξιόπιστες οι «δηλώσεις του αιτούντος άσυλο […] αποκλειστικά και μόνο στον λόγο ότι ο αιτών δεν επικαλέστηκε τον προβαλλόμενο γενετήσιο προσανατολισμό του την πρώτη φορά που του δόθηκε η ευκαιρία να εκθέσει τους λόγους διώξεώς του». Στα πλαίσια όμως της παρούσης, ως και στα πλαίσια εκδόσεως του επίδικου διατάγματος, δεν κρίνεται και δεν απαιτείται από το αρ.22 (2) (ε) να γίνει εκτίμηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του αιτητή (επί 1ης αίτησης είτε επί, ως εν προκειμένω, μεταγενέστερης αίτησης ασύλου). Η εκτίμηση και αξιολόγηση των ισχυρισμών του αιτητή αφορά και τελείται στα πλαίσια της οικείας διοικητικής διαδικασίας και, σε περίπτωση που η απόφαση επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας είναι αρνητική, στα πλαίσια δικαστικής διαδικασίας, εφόσον προσβληθεί η απόφαση της Υπηρεσίας. Συνεπώς ότι απαιτείται στα πλαίσια έκδοσης του επίδικου διατάγματος αλλά και της παρούσης δεν είναι βεβαίως η εκφορά καταληκτικής ή και εκ πρώτης όψεως κρίσης επί της διαφαινόμενης γνησιότητας ή και αξιοπιστίας των προβαλλόμενων δια της αιτήσεως ασύλου ισχυρισμών, αλλά το να εκτιμηθούν τα στοιχεία και δεδομένα που αφορούν τον αιτητή (με αναφορά στο ιστορικό του), ώστε να διατυπωθεί μια αντικειμενικά τεκμηριωμένη πιθανολόγηση επί της τυχόν αλλότριας σκοπιμότητας υποβολής (εδώ μεταγενέστερης) αίτησης. Αξίζει δε άλλωστε να σημειωθεί ότι, ως έχω αναφέρει και σε πολλές προηγούμενες αποφάσεις μου επί όμοιων με την παρούσα ζητημάτων, είναι απολύτως πιθανό ένα διάταγμα εκδοθέν στη βάση του αρ.22 (2) (ε) [αντίστοιχο αρ.9ΣΤ (2) (δ) του προηγούμενου Νόμου] να κριθεί νόμιμο και τελικά η αίτηση διεθνούς προστασίας να πετύχει ή και, αντίστροφα, να κριθεί παράνομο και ακολούθως η αίτηση ασύλου να απορριφθεί ως αβάσιμη, καθώς έκαστο των ως άνω ζητημάτων κρίνεται στο δικό του πλαίσιο. Τονίζεται δε ότι εν προκειμένω η μεταγενέστερη αίτηση του αιτητή έχει ήδη, αφότου κρίθηκε παραδεκτή και εξετάστηκε επί της ουσίας της, απορριφθεί στις 17/09/26. Συνεπώς η έκδοση ενός διατάγματος κράτησης ως το επίδικο δεν είναι ασύμβατη με μια μεταγενέστερη αίτηση που κρίθηκε παραδεκτή, δεδομένου ότι η κρίση επί του παραδεκτού περιορίζεται επί του κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις προς τούτο και δεν εμποδίζει κατά τον ίδιο χρόνο, παρότι η αίτηση κρίθηκε παραδεκτή και εξετάζεται επί της ουσίας, να θεωρηθεί, στα πλαίσια εφαρμογής του επίδικου αρ.22 (2) (ε), εφόσον, ως και ανωτέρω εξηγείται, η κρίση γίνεται επί αντικειμένων δεδομένων, ότι η μεταγενέστερη αίτηση υποβάλλεται «προκειμένου να καθυστερήσει απλώς ή να εμποδίσει την εκτέλεση απόφασης», δεδομένου του ότι το ιστορικό του αιτητή επιτρέπει τέτοια προσέγγιση, ως εν προκειμένω, για τους λόγους που και πάλι εξηγώ πιο πάνω.
Προσθέτω στα ως άνω ότι, σε περίπτωση φυσικά που δεν κινηθεί ταχέως ο αιτητής ώστε να υποβάλει αίτηση ασύλου (εδώ μεταγενέστερη αίτηση), δεν χάνει βεβαίως καμία από τις διαδικαστικές εγγυήσεις και προστασία που προνοείται εκ της νομοθεσίας σχετικά με την εξέταση της αιτήσεως διεθνούς προστασίας (άλλωστε η μεταγενέστερη αίτηση του έχει δεόντως εξεταστεί και μάλιστα ταχύτατα) όμως τούτη η παράλειψη του για άμεση και αυτόβουλη υποβολή της αίτησης (εδώ, ως ανωτέρω εξηγώ, είτε αμέσως με την απόρριψη της 1ης αιτήσεως του ή και μετά την απόρριψη της προσφυγή του κατ’ αυτής) δεν μπορεί παρά να δημιουργεί – ευλόγως - βάσιμες αμφιβολίες για τη σκοπιμότητα της, ειδικώς δε στην περίπτωση που τούτη υποβάλλεται κατόπιν κίνησης διαδικασιών για απομάκρυνση του από τη Δημοκρατία, ως εν προκειμένω.
Δεδομένων των ως άνω καταλήγω ότι εν προκειμένω η καθυστέρηση που σημειώθηκε είναι αρκετή για να θεωρηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του επίδικου αρ.22 (2) (ε), ήτοι ότι τεκμηριώνεται κατ’ εύλογη πιθανολόγηση πάντοτε, καθ’ εικασία που εδράζεται επί αντικειμενικών κριτηρίων, ότι μοναδικός σκοπός υποβολής της μεταγενέστερης αιτήσεως διεθνούς προστασίας στις 10/06/26 ήταν η ματαίωση της επιστροφής του, η οποία είχε κινηθεί ήδη στις 30/05/26, δια της κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και έκδοσης κατ’ αυτού των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης (Κεφ.105).
Σε σχέση με τη δυνατότητα επιβολής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων θεωρώ ότι εκ του ιστορικού του αιτητή στη Δημοκρατία, ως ανωτέρω καταγράφεται, την επανάληψη του οποίου δεν κρίνω σκόπιμη, εύλογα προκύπτει το σοβαρό ενδεχόμενο μη συμμόρφωσης του με το υπό αναστολή διάταγμα απέλασης ημ.30/05/26. Τούτο γιατί στην παρούσα η προηγούμενη συμπεριφορά του αιτητή, ήτοι η παράνομη παραμονή του στη Δημοκρατία περί το ένα έτος αφότου απορρίφθηκε η προσφυγή αρ.2672/24, χωρίς στο μεταξύ να έχει προβεί σε κανένα διάβημα προκειμένου να επαναφέρει την προσφυγή του (η οποία και απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης), ή να υποβάλει μεταγενέστερη αίτηση ή οιονδήποτε άλλο διάβημα προς νομιμοποίηση της διαμονής του δεικνύει επαρκώς την απροθυμία του να συμμορφωθεί με τους κανόνες που αφορούν τη νομιμότητα της εισόδου και διαμονής του στη Δημοκρατία, δεδομένης εδώ και της απουσίας δεσμών με τη Δημοκρατία, που θα μπορούσαν ενδεχομένως να αμβλύνουν την αναγκαιότητα κράτησης του, προκειμένου να διασφαλιστεί η εκτέλεση του υπό αναστολή διατάγματος απέλασης.
Άλλωστε, ως στο ανωτέρω απόσπασμα της υπόθεσης Arslan αναφέρεται, «θα θιγόταν ο σκοπός της οδηγίας αυτής, ήτοι η αποτελεσματική επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, αν ήταν αδύνατο στα κράτη μέλη να αποφύγουν, υπό συνθήκες όπως αυτές που εκτέθηκαν στη σκέψη 57 της παρούσας αποφάσεως, να μπορεί ο ενδιαφερόμενος, με την υποβολή αιτήσεως ασύλου, να επιτυγχάνει αυτομάτως την απόλυσή του». Στην ίδια απόφαση, σκέψη 57, το ΔΕΕ αναφέρει ότι σε περιπτώσεις που, ως και η παρούσα, ήτοι όταν εκδίδεται διάταγμα κράτησης κατά προσώπου που υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας ενώ ήδη τελεί υπό κράτηση με σκοπό την απέλαση του, «επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι περιστάσεις αυτές μπορούν πράγματι να δικαιολογήσουν τη διατήρηση της κρατήσεως του εν λόγω υπηκόου ακόμη και μετά την υποβολή αιτήσεως ασύλου.». Συνεπώς, παρότι απαιτείται εκ νέου εξέταση των παραμέτρων που αφορούν εκάστη περίπτωση, πράγμα που έγινε στην παρούσα (βλ. ερ.86-88), εντούτοις δεν παύει να είναι κατ’ ουσία «διατήρηση» προηγούμενης κράτησης δυνάμει εν εξελίξει διαδικασίας επιστροφής. Τούτος θεωρώ ήταν και ο σκοπός του ευρωπαίου νομοθέτη όταν θέσπιζε το αρ.10 (4) (ε) της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346, του οποίου μεταφορά στην εθνική νομοθεσία είναι το επίδικο αρ.22 (2) (ε).
Η ένταση δε του κινδύνου διαφυγής του αιτητή, ως ανωτέρω καταγράφεται, με αναφορά στην προηγούμενη της υποβολής του αιτήματος διεθνούς προστασίας συμπεριφορά του, είναι καθοριστική στη στάθμιση του καταλληλότερου υπό τις περιστάσεις μέτρου καθότι είναι διαμέσου της στάθμισης αυτής που μπορεί να εκφρασθεί κρίση επί του αν η επιλογή του επαχθέστερου μέτρου της κράτησης απολήγει εδώ να είναι η καταλληλότερη υπό τις περιστάσεις για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού – εδώ η αποτροπή του κινδύνου διαφυγής και διασφάλιση της εκτέλεσης του υπό αναστολή διατάγματος απέλασης - στη βάση της αρχής της αναλογικότητας, που είναι και η κατάληξη μου στην παρούσα, ως ανωτέρω εξηγώ, και δια τούτο η μόνη ενδεδειγμένη και συνεπώς αναγκαία, στη βάση της αρχής της αναγκαιότητας. Με άλλα λόγια δεν θεωρώ ότι υφίσταται εδώ, δεδομένου του ιστορικού του, εναλλακτικό της κράτησης μέτρο πρόσφορο για τη διασφάλιση του σκοπού για τον οποίο ο αιτητής τέθηκε υπό κράτηση δυνάμει του επίδικου διατάγματος.
Σχετικώς, στη Janelidze (ανωτέρω), λέχθηκαν τα εξής επί παρόμοιας περίπτωσης:
«Η ύπαρξη του κινδύνου διαφυγής ήταν καθοριστική στη στάθμιση του καταλληλότερου υπό τις περιστάσεις μέτρου. Ουσιαστικά κρίθηκε ότι δεν υπήρχε άλλη επιλογή και συμφωνούμε απόλυτα με την κρίση του Δ.Δ.Δ.Π. Όποια άλλα μέτρα και αν λαμβάνονταν, εφόσον ο Εφεσείων αφηνόταν ελεύθερος τα δεδομένα της υπόθεσης καταδείκνυαν ότι θα εξαφανιζόταν, παραβιάζοντας κάθε όρο που θα είχε τεθεί, μέχρι τη σύλληψη του ξανά εάν και εφόσον αυτή καθίστατο δυνατή. Αυτή ήταν η ουσία της υπόθεσης.
Επομένως, το μέτρο της κράτησης ήταν απόλυτα αναγκαίο προς επίτευξη του νόμιμου σκοπού για τον οποίο επιβλήθηκε. Περαιτέρω, διαπιστώνουμε ότι δεν έχει παραβιαστεί η αρχή της αναλογικότητας. Δεν υπήρχε στις περιστάσεις της περίπτωσης επιλογή λιγότερο επαχθής για τον Εφεσείοντα.».
Δεδομένης της ως άνω κατάληξης μου ότι δια του επίδικου διατάγματος ικανοποιείται η προϋπόθεση αναγκαιότητας και ότι είναι εύλογο και αναλογικό προς τον σκοπό για τον οποίο επιβλήθηκε, δεν μπορεί βεβαίως να θεωρηθεί ότι αυτό αντίκειται στο εκ του αρ.5 της ΕΣΔΑ προστατευμένο δικαίωμα του αιτητή στην ελευθερία, αφού, από την στιγμή που κρίνεται ότι είναι αναγκαία και αναλογική ως προς τον επιδιωκόμενο δια της κράτησης σκοπό – και εφόσον τα κριτήρια που θέτει το επίδικο άρθρο πληρούνται - δεν μπορεί να θεωρείται αυθαίρετη (βλ. απόφαση του ΕΔΑΔ S.K. v. Russia, αρ.52722/15, ημ.14/12/17, παρ.111 και απόφαση ΔΕΕ C-18/16 K. v Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie, ημ.14/09/17).
Σχετικά με τα ως άνω θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην απόφαση του ΕΔΑΔ στην αίτηση αρ.62116/12, Nabil And Others ν. Hungary, ημ.22/12/15 διευκρινίζεται ότι, παρότι δεν έχει διαμορφωθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου ένας ορισμός παντός εφαρμογής (global definition) σχετικά με το πότε μια κράτηση θεωρείται αυθαίρετη στα πλαίσια του αρ.5 της ΕΣΔΑ, τούτο κρίνεται σύμφωνα με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Τονίζεται δε ότι η απόφαση κράτησης πρέπει να γίνεται καλόπιστα και να συνδέεται στενά με τον λόγο κράτησης στον οποίο βασίζεται το κράτος που την επιβάλλει:
«34. To avoid being branded as arbitrary, detention under Article 5 § 1 (f) must be carried out in good faith; it must be closely connected to the ground of detention relied on by the Government; the place and conditions of detention should be appropriate, bearing in mind that “the measure is applicable not to those who have committed criminal offences but to aliens who, often fearing for their lives, have fled from their own country”; and the length of the detention should not exceed that reasonably required for the purpose pursued (see Saadi, cited above § 74; A. and Others v. the United Kingdom [GC], no. 3455/05, § 164, ECHR 2009; and Louled Massoud v. Malta, no. 24340/08, § 62, 27 July 2010).».
Δεν διαπιστώνω κάτι επιλήψιμο εν προκειμένω.
Υπό το φως όσων έχουν επεξηγηθεί ανωτέρω η παρούσα προσφυγή αποτυγχάνει και το προσβαλλόμενο διάταγμα επικυρώνεται. Με δεδομένο ότι ο αιτητής είναι δέκτης δωρεάν νομικής αρωγής δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα.
Ενόψει της προσφυγής του αιτητή στο Δικαστήριο δυνάμει διατάγματος δωρεάν νομικής αρωγής τα έξοδα του δικηγόρου του να καταβληθούν από το Ταμείο Νομικής Αρωγής.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο