ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ. T 21/2026
21 Σεπτεμβρίου 2026
[Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
G.O.F.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Ο Αιτητής εμφανίζεται προσωπικά
Κ. Ιμανίμης (κος), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση
[Παρών ο κος Ευστράτιος Θεοδοσίου για πιστή μετάφραση από αγγλικά σε ελληνικά και αντίστροφα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την προσφυγή του ο Αιτητής, αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 12/01/2026, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 15/01/2026 και δια της οποίας απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτηση του ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.
Η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στις πρόνοιες του Κανονισμού 3 (ε) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως αυτοί έχουν προσφάτως τροποποιηθεί.[1] Σχετικό Υπόμνημα ως προβλέπεται στον Κανονισμό 3 (ε), καταχωρίστηκε από τους Καθ' ων η αίτηση, συνοδευόμενο και από τον σχετικό διοικητικό φάκελο.
Περαιτέρω, το παρόν Δικαστήριο έκρινε ότι δεν χρειαζόταν η καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων καθότι σύμφωνα με τον Κανονισμό 3 (ε) των πιο πάνω Διαδικαστικών Κανονισμών « [...] ουδεμία καταχώριση γραπτής αγόρευσης από τον αιτητή ή τους καθ' ων η αίτηση απαιτείται [...] εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.».
Επομένως, ως εκτίθεται στο υπόμνημα που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου, ο Αιτητής κατάγεται από τη Γκάμπια και στις 22/05/2015 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Στις 30/08/2017, 05/09/2017 και 17/11/2017 διεξήχθησαν συνεντεύξεις στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Ακολούθως, στις 04/12/2017 ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Εισηγητική Έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τις συνεντεύξεις του Αιτητή και αυθημερόν, ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου ενέκρινε την εν λόγω εισήγηση και αποφάσισε όπως να μην παραχωρηθεί στον Αιτητή καθεστώς διεθνούς προστασίας. Στις 07/12/2017 η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε επιστολή ενημέρωσης προς τον Αιτητή σχετικά με την απόρριψη του αιτήματος του, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή αυθημερόν.
Ακολούθως, στις 14/12/2017 υποβλήθηκε διοικητική προσφυγή από τον αιτητή, ενώπιον της Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, η οποία στη συνέχεια απορρίφθηκε με απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων ημερομηνίας 17/09/2020.
Στις 28/03/2025, ο Αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση για επανάνοιγμα του φακέλου του για Διεθνή Προστασία και στις 05/09/2025, ο Αρμόδιος Λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε σημείωμα/εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου για απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή.
Στις 09/09/2025 ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, αποφάσισε την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή ως απαράδεκτης. Στις 17/09/2025 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή ενημέρωσης σχετικά με την απόρριψη του αιτήματος για επανάνοιγμα του φακέλου του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφθηκε ιδιοχείρως αυθημερόν.
Στη συνέχεια, ο Αιτητής καταχώρησε την προσφυγή υπ΄αριθμό Τ 456/25, η οποία αποσύρθηκε και απορρίφθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας στις 20/10/2025.
Στις 04/12/2025, ο Αιτητής υπέβαλε δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση για επανάνοιγμα του φακέλου του για Διεθνή Προστασία και στις 05/01/2026, ο Αρμόδιος Λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε σημείωμα/εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου για απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή.
Στις 12/01/2026 ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, αποφάσισε την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή ως απαράδεκτης. Στις 15/01/2026 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή ενημέρωσης σχετικά με την απόρριψη του αιτήματος για επανάνοιγμα του φακέλου του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφθηκε ιδιοχείρως αυθημερόν από τον αιτητή.
Στις 27/01/2026 καταχωρήθηκε η υπό εξέταση προσφυγή.
Σε αυτό το στάδιο, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι το Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία, έκρινε απαραίτητη την εμφάνιση των καθ’ ων η αίτηση στα πλαίσια της συγκεκριμένης υπόθεσης προκειμένου να παρέχουν πληροφορίες αναφορικά με την κράτηση του Αιτητή και κατόπιν σχετικής ενημέρωσης που έλαβε το Δικαστήριο, δεν κρίθηκε απαραίτητη η συνέχιση της εμφάνισης τους για την εξέταση της παρούσας προσφυγής.
Στο δικόγραφο της προσφυγής του, ο Αιτητής, δεν καταγράφει νομικούς λόγους και δεν εκθέτει με λεπτομέρειες τα γεγονότα. Αυτό που αναφέρει χειρόγραφα είναι ότι οι ισχυρισμοί του δεν έχουν δεόντως εξεταστεί και τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του – κατασκοπευτικό στυλό - δεν έχουν ληφθεί υπόψη. Περαιτέρω, καταγράφει πως δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του διότι καταζητείται από την Υπηρεσία Πληροφοριών για διαρροή πληροφοριών και εάν επιστρέψει θα τον εξαφανίσουν.
Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι σε περίπτωση που διάδικος εμφανίζεται σε διαδικασία χωρίς να εκπροσωπείται από δικηγόρο, δεν υποχρεούται σε ενεργό συμμόρφωση με την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, εν αντιθέσει με το τι ισχύει για διαδίκους που εκπροσωπούνται με δικηγόρο. Στον Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962 αναφέρεται (παραθέτω αυτολεξεί): « Έκαστος διάδικος δέον διά των εγγράφων προτάσεων αυτού να εκθέτη τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται, αιτιολογών συγχρόνως ταύτα πλήρως. Διάδικος εμφανιζόμενος άνευ συνηγόρου δεν υποχρεούται εις συμμόρφωσιν προς τον κανονισμόν τούτον» (η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου).
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, Ν. 73(Ι) 2018, το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση μόνο ως ακυρωτικό Δικαστήριο, ήτοι να προβεί σε εξέταση μόνο όσον αφορά την νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης καθότι στο άρθρο 11 του πιο πάνω Νόμου αναφέρεται ότι η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου για έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας της απόφασης δύναται να ασκηθεί μόνο για όσες αιτήσεις υποβλήθηκαν χρονικά από τις 20/07/2015 και έπειτα. Καθότι η παρούσα υπόθεση αφορά ναι μεν απόφαση επί υποβληθείσας μεταγενέστερης αίτησης ημερ. 12/01/2026 αλλά που εντούτοις συνδέεται με την αρχική πρώτη αίτηση ασύλου του Αιτητή που υποβλήθηκε στις 22/05/2015, καταλήγω ότι χρονικά η υπόθεση εμπίπτει στις περιπτώσεις εξέτασης μόνο της νομιμότητας της απόφασης του αρμόδιου οργάνου και ενόψει τούτου, ο έλεγχος της παρούσας περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας και συνεπώς δεν διενεργείται από το δικαστήριο εξ' υπαρχής (ex nunc) έλεγχος των γεγονότων και νομικών ζητημάτων, η εξέταση της θα περιοριστεί στα στοιχεία τα οποία περιλαμβάνονται στους διοικητικούς φάκελους που κατατέθηκαν στα πλαίσια της διαδικασίας και τα οποία ήταν ενώπιον των καθ' ων η αίτηση όταν και ελάμβαναν την δια της παρούσης προσβαλλόμενη απόφαση.
Σημειώνεται ότι η πιο πάνω προσέγγιση ενισχύεται από το άρθρο 16Δ (2) του περί Προσφύγων Νόμου, όπου αναφέρει (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
« […]
(2) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος, λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων.
[…]».
Επομένως, προκύπτει από τις σχετικές διατάξεις του Νόμου πως η μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται ως ένα νέο αίτημα αλλά ως ένα μεταγενέστερο διάβημα στα πλαίσια της αίτησης που αποφασίστηκε ήδη από το αρμόδιο όργανο, εξού και ο λόγος που το παρόν Δικαστήριο θα εξετάσει την παρούσα υπόθεση μόνο ως ακυρωτικό Δικαστήριο καθότι η αρχική αίτηση υποβλήθηκε στις 22/05/2015, ως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω.
Ενόψει των πιο πάνω λεχθέντων, θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν οι ισχυρισμοί του Αιτητή σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, για να διαφανεί εάν όντως το αρμόδιο όργανο ορθώς αποφάσισε να απορρίψει το αίτημα του Αιτητή.
Ο αιτητής κατά την υποβολή της αίτησης του για διεθνή προστασία, επί της πολυσέλιδης αναφοράς του, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του διότι θα διωχθεί και θα δολοφονηθεί από το κυβερνών κόμμα A.P.R.C. για αποκάλυψη, προδοσία και σαμποτάζ της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (“ΝΙΑ”), λόγω δημοσίευσης και παροχή λεπτομερών πληροφοριών, συλλήψεων, βασανιστηρίων, απαγωγών και παράνομων δολοφονιών και εκτελέσεων, στα μέσα ενημέρωσης της χώρας. Τα εν λόγω περιστατικά ήταν ρητές οδηγίες από το γραφείο του Προέδρου.
Πρόσθετα, ο αιτητής αναφέρθηκε στα προσωπικά στοιχεία του πατέρα και της μητέρας του, στην εκπαιδευτική και εργασιακή του πορεία. Δήλωσε πως το έτος 2005 έγινε πράκτορας της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και εργαζόταν για τον Πρόεδρο της χώρας και το κυβερνών κόμμα A.P.R.C, παρέχοντας σχετικές πληροφορίες ως προς το διαχωρισμό ομάδων και των αρμοδιοτήτων τους. Από την αρχή της εργασίας του είχε τρομοκρατηθεί και επιθυμούσε να παραιτηθεί όταν 44 πράκτορες της “ΝΙΑ”, συνελήφθησαν και σκοτώθηκαν από την Ομάδα θανάτου της “ΝΙΑ”, τον Ιούνιο του 2005.
Περαιτέρω, ως κατέγραψε στην αίτηση του την περίοδο εργοδότησης του, μεταξύ των ετών 2007-2014, ισχυρίστηκε πως ως μέλος της ομάδας “ΝΙΑ”, είχε πρόσβαση σε ευαίσθητες πληροφορίες, οι οποίες προέρχονται από τη κορυφή, άρχισε να αποκαλύπτει αυτές τις πληροφορίες σε διάφορα μέσα ενημέρωσης, παρέχοντας τρέχουσες και παλαιότερες πληροφορίες και αντίγραφα εγγράφων. Ο Αιτητής δήλωσε πως τη συγκεκριμένη περίοδο κρατήθηκε, ανακρίθηκε και απειλήθηκε ότι θα τον σκοτώσουν, ωστόσο δεν υπήρχαν αποδείξεις για τις κατηγορίες εναντίον του. Περαιτέρω, τη περίοδο 2010-2014, ισχυρίστηκε πως διακινούσε πολλούς υπηκόους της Γκάμπια και μη, να εξέρχονται των συνόρων με λαθραίο τρόπο, οι οποίοι ήταν ανεπιθύμητοι και εκκρεμούσαν εναντίον τους εντάλματα σύλληψης. Πρόσθεσε πως ήταν δημοσιογράφοι και δικηγόροι και αναφέρθηκε σε συγκεκριμένο περιστατικό όπου, τον Νοέμβριο του 2014, βοήθησε μια γυναίκα δικηγόρο, να διαφύγει στη Σενεγάλη, περιστατικό για το οποίο ανακρίθηκε και κατηγορήθηκε. Τον Δεκέμβριο του 2014, ενημερώθηκε από ένα Υπουργό πως θα εκδιδόταν ένταλμα σύλληψης εναντίον του διότι υπήρχαν αποδείξεις. Τα μεσάνυχτα, εισέβαλαν στο διαμέρισμα του, διέφυγε, κρυβόταν και ακολούθως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του (ερ. 1-4 του Δ.Φ.).
Κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων του (ερυθρά 65-46, 94-92 Δ.Φ.), ο Αιτητής ανέφερε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του διότι θα τον συλλάμβαναν, σκότωναν και θα βασανιζόταν από την ΝΙΑ. Επανέλαβε πως διέρρευσε πολλές μυστικές πληροφορίες, αποκάλυψε δολοφονίες, συλλήψεις, βασανιστήρια και απαγωγές υπηκόων της Γκάμπιας αλλά και μη υπηκόων που διαπράττονται από την ΝΙΑ, κατόπιν εντολών του Προέδρου. Ο Αιτητής δήλωσε πως ήταν μέλος της ΝΙΑ από το έτος 2005 και όταν το ίδιο έτος σκοτώθηκαν 44 άτομα από την ομάδα ΝΙΑ, μπερδεύτηκε και ήθελε να παραιτηθεί, ωστόσο του ανέφεραν πως η παραίτηση ισοδυναμεί με θάνατο. Ισχυρίστηκε πως προσποιείτο πως ήταν μέλος, εκτελούσε εντολές, παρακολουθούσαν ανθρώπους, προέβαιναν σε συλλήψεις χωρίς εντάλματα, δεν ήταν ευχαριστημένος και ήξερε ότι έκανε λάθος. Ακολούθως ανακάλυψε αρχεία με ονόματα ανθρώπων, τόπων, οργανισμών, επιχειρήσεων και οικογενειών που έπρεπε να παρακολουθούνται και οι δραστηριότητές τους να παρακολουθούνται. Το 2010, ανέφερε πως γνώρισε έναν ιδιοκτήτη ενός ραδιοφωνικού σταθμού, με τον οποίο συμφώνησε να συνεργαστούν δημοσιοποιώντας στο Τύπο τη δράση και τις πράξεις της ΝΙΑ. Μέσω του εν λόγω ατόμου, ο Αιτητής γνώρισε άλλα υψηλά ιστάμενα άτομα, με τους οποίους συνεργάστηκε, και ενόψει τούτου ξεκίνησαν να δημοσιοποιούνται πληροφορίες. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, τέλεσε υπό κράτηση, καθότι αναρωτιόντουσαν ποιος διέρρευσε τις πληροφορίες.
Επιπλέον, ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως ο Πρόεδρος της χώρας τελούσε ανθρώπινες τελετουργίες και ασχολείτο με τη διακίνηση ναρκωτικών. Τον Δεκέμβριο του 2009, ο ίδιος δήλωσε ότι συνελήφθη από τις αρχές με κατηγορίες ότι συμμετείχε στο πραξικόπημα που διεξήχθη τον Οκτώβριο του 2009, κρατήθηκε για περίοδο 7 ημερών και στη συνέχεια αφέθηκε ελεύθερος. Την περίοδο 2010-2013, ο Αιτητής ανέφερε πως αναμείχθηκε σε παράνομη απελευθέρωση φυλακισμένων δημοσιογράφων. Ανέφερε πως προσπάθησε να διαρρεύσει τα ονόματα 150 αξιωματικών της ΝΙΑ, των οποίων το καθήκον ήταν να κάνουν τη βρώμικη δουλειά για την κυβέρνηση, τα ονόματα των οποίων έδινε στον πιο πάνω αναφερόμενο δημοσιογράφο και δημοσίευαν 4 ονόματα τον μήνα, ότι αυτοί είναι οι δολοφόνοι, που απάγουν και σκοτώνουν. Ένας φίλος του, ειδικός πληροφορικής, αντιλήφθηκε πως ο Αιτητής διέρρευσε τα ονόματα και περί τον Δεκέμβριο του 2014, ο Αιτητής δέχθηκε ένα περίεργο τηλεφώνημα, ζητώντας του να προσέλθει σε μια μονάδα κρατικής φρουράς. Μετά από περίπου 1-2 ώρες, δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από συγκεκριμένο υπουργό, τον συνάντησε στο γραφείο του, ο οποίος τον ενημέρωσε πως τον αναζητούν και πως υπάρχει ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Επέστρεψε στο διαμέρισμα του, και γύρω στις 11:30 το βράδυ, δυο αυτοκίνητα της Εθνικής Ασφάλειας εμφανίστηκαν και αφού δραπέτευσε, ζήτησε βοήθεια από την εκκλησία και ακολούθως διέφυγε από τη χώρα. Ερωτηθείς τι φοβάται σε περίπτωση επιστροφής του στην Γκάμπια, ανάφερε πως θα τον σκοτώσει η ΝΙΑ, ειδικά τώρα που ο πρώην προϊστάμενός του, είναι τώρα επικεφαλής της ΝΙΑ, και πως έλαβε πολλές απειλές από τη εθνοτική ομάδα Mandinka, η οποία βρίσκεται στην εξουσία. Ως προς τις απειλές από μέλη της εθνοτικής ομάδας Mandinka, ισχυρίστηκε πως του έστελναν απειλές πως θα τον σκοτώσουν με βίαιο τρόπο διότι αυτός ήταν υπεύθυνος για τη σύλληψη μελών τους για σκοπούς έρευνας. Ισχυρίστηκε πως έγγραφαν στους τοίχους της αστυνομίας ότι θα τον σκοτώσουν. Στην συνέχεια, κατόπιν διευκρινιστικών ερωτήσεων, ζητήθηκε από τον αιτητή να διευκρινίσει κατά πόσο είχε λάβει μέρος στο πραξικόπημα ενώ ως δήλωσε δεν είχε λάβει, με τον ίδιο να επιβεβαιώνει ότι δεν ήταν μέρος. Η αρμόδια λειτουργός ενημέρωσε τον αιτητή ότι κατόπιν έρευνας που μεσολάβησε, το όνομα του εντοπίζεται μεταξύ των προσώπων που έλαβαν μέρος στο πραξικόπημα, με τον ίδιο να αναφέρει ότι τον συνέλαβαν γι’ αυτό το γεγονός, αλλά μετέπειτα απελευθερώθηκε καθότι αντιλήφθηκαν ότι δεν είχε λάβει μέρος.
Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τα όσα ο Αιτητής δήλωσε στις συνεντεύξεις του, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του ως προς την ιδιότητα του ως μέλος της ΝΙΑ, είναι ικανοποιητική, ενώ ο ισχυρισμός του περί δίωξης του από την ΝΙΑ και την νέα κυβέρνηση, κρίθηκε μη αποδεκτός, καταλήγοντας ότι οι ισχυρισμοί του δεν δικαιολογούν ότι ο Αιτητής μπορεί να αντιμετωπίσει δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του για να του παραχωρηθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας (ερ. 110-101 του Δ.Φ.).
Επί της διοικητικής προσφυγής που υπεβλήθη στις 14/12/2017, η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων σε απόφαση ημερομηνίας 17/09/2020 απέρριψε την αίτηση, εξετάζοντας και θέματα ουσίας καθώς και τα νέα στοιχεία που προσκόμισε ο Αιτητής (ερ. 143-121 του Δ.Φ.).
Στο πλαίσιο του έντυπου της πρώτης μεταγενέστερης του αίτησης, ημερομηνίας 28/03/2025, ο Αιτητής κατέγραψε πως ήρθαν στη κατοχή του νέα στοιχεία, κατηγορίες για κακουργήματα εναντίον του από την εισαγγελία, συμπεριλαμβανομένων κατηγοριών από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, τις Ένοπλες δυνάμεις της Γκάμπια, έκθεση έρευνας της SIS από το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα και έγγραφο για το πάγωμα των τραπεζικών του λογαριασμών. Επί σχετικού εγγράφου όπου καταγράφει λεπτομερώς τους λόγους υποβολής της μεταγενέστερης αίτησης, μεταξύ άλλων, αναφέρει πως είναι ένοχος ως προς τις κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν, πως η πρόθεση αποκάλυψης των πληροφορίων δεν ήταν να βλάψει τον οργανισμό πληροφοριών (NIA όπου πλέον σύμφωνα με τον αιτητή ονομάζεται SIS), αλλά να ενημερώσει το κοινό της Γκάμπια για τις μυστικές επιχειρήσεις της υπηρεσίας πληροφοριών και την εμπλοκή σε αντισυνταγματικές παρακολουθήσεις, ηχογραφήσεις κλήσεων, εκτεταμένες καταχρήσεις, συμπεριλαμβανομένων βίαιων εξαφανίσεων, δολοφονιών και αυθαίρετων κρατήσεων. Επιπλέον, υποστηρίζει πως δεν θα έχει δίκαιη δίκη και δεν θα του δοθεί η ευκαιρία να υπερασπιστεί την υπόθεση του και με την επιστροφή του στην Γκάμπια, θα συλληφθεί από την υπηρεσία πληροφοριών και θα εξαφανιστεί βίαια. Η νέα κυβέρνηση, το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα έχει προχωρήσει σε απαγγελία κατηγοριών εναντίον του για την διαρροή ευαίσθητων πληροφοριών κάτω από την προηγούμενη κυβέρνηση, σημειώνοντας πως η τωρινή κυβέρνηση θα τον βασανίσει ή θα τον σκοτώσει ή ότι η κυβέρνηση θα αγνοήσει εάν κάποιος άλλος τον βλάψει ή τον σκοτώσει. Πρόσθεσε πως η υπηρεσία πληροφοριών θα τον σκοτώσει ή θα τον σκοτώσουν στην φυλακή από τους φύλακες ή θα δηλητηριαστεί. Πρόσθεσε πως όσοι διέπραξαν φρικαλεότητες με την προηγούμενη κυβέρνηση εξακολουθούν να εργάζονται σήμερα για την υπηρεσία πληροφοριών υπό τη νέα κυβέρνηση, πολλούς από αυτούς τους γνωρίζει και οι οποίοι έχουν εμπλακεί σε σοβαρά βασανιστήρια και δολοφονίες ανθρώπων, έχουν προαχθεί και εξακολουθούν να εργάζονται στην υπηρεσία πληροφοριών και πως η επιστροφή του θα τον θέσει σε κίνδυνο καθότι πολλοί από αυτούς γνωρίζουν ότι ο ίδιος κατέχει αποδείξεις που μπορεί να οδηγήσει στην σύλληψη τους καθώς και σε καταδίκη τους σε θάνατο (ερ. 184-182 του Δ.Φ.)
Προς υποστήριξη του μεταγενέστερου αιτήματός του, ο Αιτητής προσκόμισε στην Υπηρεσία Ασύλου τα εξής έγγραφα:
· Αντίγραφο κατηγορητήριου που καταχωρήθηκε στο Ειρηνοδικείο της Banjul, στις 31/01/2018, εναντίον του Αιτητή (ερ. 181-180 του Δ.Φ.).
· Αντίγραφο εγγράφου από τις Ένοπλες Δυνάμεις της Γκάμπια, ημερομηνίας 19/12/2017, με τίτλο “Military Charges To Be Levied” με κατηγορίες εναντίον του αιτητή (ερ. 179-176 του Δ.Φ).
· Αντίγραφο εγγράφου από το State Intelligence Office, ημερομηνίας 14/08/2017, με τίτλο “Further Criminal Charges” με κατηγορίες εναντίον του αιτητή (ερ. 175 του Δ.Φ.).
· Αντίγραφο εγγράφου από το Γραφείο του Δημόσιου Κατήγορου της Banjul, ημερομηνίας 29/11/2017, με τίτλο “Request to Investigate Criminal Allegations against G. O. F.” (ερ. 174 του Δ.Φ.).
· Αντίγραφο Έκθεσης έρευνας από το State Intelligence Office, ημερομηνίας 28/02/2018 (ερ. 173-164 του Δ.Φ).
· Αντίγραφο δικαστικού διατάγματος, ημερομηνίας 19/01/2018, από το Ειρηνοδικείο της Banjul, με τίτλο "Court Order Freezing of Accounts - Re: G. O. F." κατά του αιτητή (ερ. 163 του Δ.Φ.).
· Αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 29/01/2018 από την Reliance Financial Services Co. Ltd, στην Γκάμπια, προς το Ειρηνοδικείο της Banjul, με τίτλο "Subject: Frozen Account, Re: Banjul Magistrate Court Order," (ερ. 162 του Δ.Φ.).
· Αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 22/01/2018 από την Reliance Financial Services Co. Ltd, στην Γκάμπια, προς το Γραφείο Πληροφοριών του Κράτους (SIS), με τίτλο "Account Statement in respect of Mr. G. O. F." (ερ. 161 του Δ.Φ.).
· Αντίγραφα κατάστασης λογαριασμού του για την περίοδο 21/10/2010 16/01/2018, από την Reliance Financial Services Co. Ltd, στην Γκάμπια (ερ. 160-159 του Δ.Φ).
· Αντίγραφο της θεώρησης εισόδου του Αιτητή για το Ηνωμένο Βασίλειο (visa), με ισχύ από 22/01/2009 μέχρι 22/07/2009 (ερ. 158 του Δ.Φ.).
· Αντίγραφο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου της Banjul, ημερομηνίας 08/01/2018, με τίτλο “Court Order For the Release of Bank Statement Records Re: G. O. F.” (ερ. 157 του Δ.Φ.)
· Αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 05/11/2017 από το Γραφείο Πληροφοριών του Κράτους (SIS) προς την Reliance Financial Services Co. Ltd, με τίτλο “Freezing of Accounts” (ερ. 156 του Δ.Φ.).
· Αντίγραφα επιστολών ημερομηνίας 31/01/2018, 05/02/2018 και βεβαίωσης ημερομηνίας 10/01/2018 από τη Trust Bank Ltd και καταστάσεις λογαριασμών από τη Trust Bank Ltd (ερ 155-150 του Δ.Φ.).
Ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, μετά από εξέταση των ισχυρισμών του Αιτητή, στο πλαίσιο της μεταγενέστερης του αίτησης, έκρινε ότι ο αιτητής δεν υπέβαλε νέα στοιχεία, αλλά επανέλαβε τους ίδιους ισχυρισμούς και πως τα έγγραφα που προσκόμισε είναι τα ίδια έγγραφα που είχαν κατατεθεί ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, τα οποία αξιολογήθηκαν. Πρόσθετα, ο λειτουργός ανάφερε ότι τα έγγραφα που κατέθεσε καθώς και τα στοιχεία που αναφέρει δεν αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας. Ως εκ τούτου, ο αρμόδιος λειτουργός εισηγήθηκε όπως η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή κριθεί ως απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 12Βτετράκις και 16Δ του Περί Προσφύγων Νόμου και όπως επιτραπεί η επιστροφή του αιτητή στη Γκάμπια βάσει του άρθρου 18(7Β) του ίδιου Νόμου και η μεταγενέστερη αίτηση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη. (ερυθρά 244 – 241 του Δ.Φ.).
Κατά την υποβολή της δεύτερης μεταγενέστερης αίτησης για επανάνοιγμα του φακέλου του (ερ. 340-333, 331-326 του Δ.Φ.), ο Αιτητής, ανάφερε ότι τα νέα στοιχεία που ανέκυψαν και επιθυμεί να υποβάλει είναι οι απειλές που αντιμετωπίζει κα οι κίνδυνοι για την ζωή του. Οι νέες πληροφορίες περιλαμβάνουν κατηγορία προς το πρόσωπο του από την TRRC, τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, κλιμακούμενα αντίποινα από τις υπηρεσίες πληροφοριών της Γκάμπια ενάντια σε πληροφοριοδότες και πρώην εσωτερικούς και αυξανόμενη προσωπική στοχοποίηση λόγω της προηγούμενης εργασίας του στην υπηρεσία πληροφοριών και της πολιτικής του άποψης. Πρόσθεσε επίσης την δολοφονία ενός κοντινού του φίλου και συνεργάτη μετά αφού κατέθεσε στην TRRC. Ειδικότερα, επανέλαβε ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στην χώρα του λόγω της στοχοποίησης του από τις Υπηρεσίες Πληροφορίων εξαιτίας της προηγούμενης εμπλοκής του σε υποθέσεις αποκαλύψεις παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθότι τα εν λόγω άτομα παραμένουν σε θέσεις εξουσίας και θα τον συλλάβουν, τιμωρήσουν και βασανίσουν όπως επίσης ότι θα αντιμετωπίσει φυλάκιση ή θάνατο. Σε σχέση με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, προβάλλει πως δεν αποκάλυψε εξαρχής τον σεξουαλικό του προσανατολισμό διότι πρόκειται για προσωπικό ζήτημα, και φοβόταν τις τυχόν συνέπειες. Εξήγησε ότι στην πρώτη του συνέντευξη στην Υπηρεσία Ασύλου, ήθελε να μιλήσει γι΄ αυτό αλλά η λειτουργός ήταν γυναίκα και δυσκολευόταν εξαιτίας αυτού να το εκφράσει. Ένοιωσε άβολα και ντροπή, ειδικά να μιλήσει σε ένα άτομο για πρώτη φορά και να αποκαλύψει την προσωπική του σεξουαλική ζωή, όπου ήταν τρομακτικό για τον ίδιο και δύσκολο. Πρόσθεσε επίσης ότι άλλοι λόγοι για τους οποίους τον ώθησαν στο να μην αποκαλύψει τον σεξουαλικό του προσανατολισμό ήταν καθότι δεν γνώριζε ποια θα ήταν η ανταπόκριση και η συμπεριφορά, ο φόβος ότι θα τον κρίνουν σε μια θρησκευτική και συντηρητική κοινωνία όπως η Κύπρος, όπως επίσης φοβόταν ότι θα περιέπλεκε την υπόθεση του και θα τον έθετε σε περισσότερους κινδύνους που θα τον οδηγούσε στο να απορριφθεί τόσο από τις αρχές όσο και από την κοινωνία. Πρόσθετα, φοβόταν, ως κατέγραψε, ότι θα κριθεί και θα δεχθεί διακρίσεις και αυτό τον εμπόδισε στο να το αποκαλύψει όπως επίσης φοβόταν ότι θα στιγματιζόταν και θα του έκαναν κακό οι υπόλοιποι αιτητές ασύλου και η κοινωνία καθώς και ότι θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στην αίτηση ασύλου του. Τέλος ανάφερε πως, η ομοφυλοφιλία είναι ποινικό αδίκημα στη χώρα καταγωγής του, όπου τιμωρείσαι με φυλάκιση, βασανισμούς, βία και θάνατο και είναι ένας ακόμη λόγος που φοβόταν να το αποκαλύψει.
Ως προς τα έγγραφα που επισύναψε, ανέφερε πως ήρθαν στην κατοχή από πρώην συναδέλφους του και από μέλη της οικογένειας του, προσθέτοντας πως δεν μπορεί να προσκομίσει τα πρωτότυπα διότι θα έθετε σε κίνδυνο την ασφάλεια τους.
Προς υποστήριξη του δεύτερου μεταγενέστερου αιτήματός του, ο Αιτητής προσκόμισε στην Υπηρεσία Ασύλου τα εξής έγγραφα:
· Αντίγραφα κατηγοριών από το TRCC και το Υπουργείο Δικαιοσύνης στην Γκάμπια, ημερομηνίας 20/10/2024 (ερ. 325-321 του Δ.Φ.).
· Αντίγραφο κατηγορητηρίου από το Γραφείο Εισαγγελέα, αναφορικά με φερόμενα ποινικά αδικήματα, που αφορούν τον σεξουαλικό προσανατολισμό του Αιτητή, ημερομηνίας 07/01/2019 (ερ. 320 του Δ.Φ.).
· Αντίγραφο Ένορκης Δήλωσης προς υποστήριξη του αιτήματος Ασύλου του αιτητή, από τον αδελφό του Αιτητή, ημερομηνίας 21/09/2025 ( ερ. 317-319 του Δ.Φ.).
· Δήλωση υπογεγραμμένη από τον αιτητή εξηγώντας του λόγους που αιτείται επανάνοιγμα ( ερ. 331-326 του Δ.Φ.) και αντίγραφο ισχυρισμών – δηλώσεων του αιτητή ( ερ. 316-312 του Δ.Φ.).
· Δέσμη φωτογραφιών άνδρα που ως ισχυρίζεται ο αιτητής είναι του δολοφονημένου φίλου του από την TRCC (ερ. 311-309 του Δ.Φ.).
· Αντίγραφα από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σε σχέση με τη χώρα καταγωγής του Αιτητή (ερ. 308-267 του Δ.Φ.).
Ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, μετά από εξέταση των ισχυρισμών του αιτητή, στο πλαίσιο της δεύτερης μεταγενέστερης του αίτησης, έκρινε ότι ο ισχυρισμός περί στοχοποίησης του από τις υπηρεσίες πληροφοριών και από άτομα σε θέσεις εξουσίας δεν αποτελούν νέα στοιχεία, ο οποίος εξετάστηκε και απορρίφθηκε επί της ουσίας. Ως προς τα έγγραφα που προσκόμισε κατέληξε, κατόπιν αξιολόγησης τους, πως δεν αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Πρόσθετα, ο λειτουργός ανάφερε ότι ο ισχυρισμός περί δίωξης του Αιτητή λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού, δεν αναφέρθηκε σε προηγούμενα στάδια της διαδικασίας, ιδίως λαμβανομένου υπόψη ότι ο αιτητής είχε επανειλημμένες ευκαιρίες να εκθέσει πλήρως τους λόγους για τους οποίους αιτείται διεθνή προστασία. Περαιτέρω, δεν υποστηρίζεται από ανεξάρτητα και αντικειμενικά αποδεικτικά στοιχεία, ούτε συνδέεται με συγκεκριμένα περιστατικά δίωξης, απειλής ή στοχοποίησης στη χώρα του, ενώ δεν προκύπτει ότι υφίσταται πρόσφατη ή ενεργή ποινή ή άλλη διαδικασία εναντίον του. Ως προς το προσκομισθέν έγγραφο του 2019, το οποίο παρουσιάζεται ως κατηγορητήριο των αρχών της χώρας με κατηγορίες σχετιζόμενες με ομοφυλοφιλικές σχέσεις, ο λειτουργός επισημαίνει πως δεν πρόκειται για νέο στοιχείο υπό την έννοια της μεταγενέστερης αίτησης, καθόσον φέρει χρονολογία προγενέστερη και δεν προκύπτει ότι δεν ήταν δυνατόν να προσκομισθεί κατά την αρχική εξέταση του αιτήματος του και δεν προκύπτει οποιαδήποτε εξέλιξη της υπόθεσης μετά το 2019, ως εκ τούτου δεν τεκμηριώνεται παρών ή επικείμενος κίνδυνος δίωξης. Τέλος, ως προς τις πηγές από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, ο λειτουργός κατέγραψε πως αφορούν τη γενικότερη κατάσταση στη χώρα καταγωγής του Αιτητή και δεν συνδέονται με την προσωπική του περίπτωση ούτε τεκμηριώνουν κίνδυνο σε βάρος του. Ως εκ τούτου, ο αρμόδιος λειτουργός εισηγήθηκε όπως η δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση του αιτητή κριθεί ως απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 12Βτετράκις και 16Δ του Περί Προσφύγων Νόμου και όπως επιτραπεί η επιστροφή του αιτητή στο Γκάμπια βάσει του άρθρου 18(7Β) του ίδιου Νόμου και η μεταγενέστερη αίτηση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.
Για σκοπούς εξέτασης του νομοθετικού πλαισίου που εφαρμόζεται στα μεταγενέστερα αιτήματα, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω απόσπασμα από το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 το οποίο καθορίζει τη διαδικασία υποβολής μεταγενέστερης αίτησης, ως κατωτέρω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο
(i) Μεταγενέστερη αίτηση, ή
(ii) νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,
ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
(β) Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.
(2) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1) ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος, λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων.
(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.»
Το άρθρο 12Βτετράκις στο εδάφιο 2 παράγραφος (δ), του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προβλέπει τα πιο κάτω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«12Βτετράκις.-......
(2) Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν-
[.]
(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας.......».
Από τα πιο πάνω άρθρα συνάγεται πως εάν υποβληθεί μεταγενέστερη αίτηση ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση, για να εξετάσει το παραδεκτό της αίτησης, προκειμένου να διαπιστώσει:
α) κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή, νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν έλαβε υπόψη του κατά την έκδοση της απόφασης επί της αίτησης. Αν ο προϊστάμενος διαπιστώσει πως δεν υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε η μεταγενέστερη αίτηση κρίνεται απαράδεκτη.
β) αν ο προϊστάμενος διαπιστώσει ότι υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε θα προχωρήσει σε ουσιαστική εκτίμηση των τυχόν νέων ισχυρισμών μόνο εφόσον ικανοποιηθεί πως τα στοιχεία αυτά αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή του καθεστώτος διεθνούς προστασίας και ο αιτητής χωρίς δική του υπαιτιότητα δεν υπέβαλε τα στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία. Επομένως, αν ο προϊστάμενος κρίνει ότι από τα νέα στοιχεία που υποβλήθηκαν δεν αυξάνονται οι πιθανότητες χορήγησης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας στο πρόσωπο του αιτητή και από δική του υπαιτιότητα δεν τα υπέβαλε κατά την προηγούμενη διαδικασία τότε θα απορρίψει την μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη.
Προκύπτει από τις σχετικές διατάξεις του Νόμου πως η μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται ως ένα νέο αίτημα αλλά ως ένα μεταγενέστερο διάβημα στα πλαίσια της αίτησης που αποφασίστηκε ήδη από το αρμόδιο όργανο. Ο προϊστάμενος έχει υποχρέωση να προβεί σε μία συγκριτική εξέταση της προγενέστερης και μεταγενέστερης αίτησης του αιτητή, προκειμένου να διαφανεί εάν από την υποβολή του μεταγενέστερου αιτήματος προβάλλονται στοιχεία ή ισχυρισμοί για πρώτη φορά ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου τα οποία χρήζουν διερεύνησης.
Επομένως το μόνο που παραμένει να εξεταστεί στην παρούσα υπόθεση είναι αν ορθώς κρίθηκε από την αρμόδια αρχή ως απαράδεκτο το μεταγενέστερο αίτημα του Αιτητή για επανάνοιγμα της υπόθεσής του.
Στην απόφαση του ΔΕΕ, αρ. C -18/20 XY κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, ημερ. 09/09/21, ξεκαθαρίστηκε ότι η έννοια «νέα στοιχεία ή πορίσματα», τα οποία «έχουν προκύψει ή υποβληθεί από τον αιτούντα», κατά τη διάταξη αυτή, περιλαμβάνει τα στοιχεία ή τα πορίσματα που προέκυψαν μετά την οριστική περάτωση της διαδικασίας που είχε ως αντικείμενο προγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας, καθώς και τα στοιχεία ή τα πορίσματα τα οποία υφίσταντο μεν ήδη πριν από την περάτωση της διαδικασίας, αλλά δεν προβλήθηκαν από τον αιτούντα (βλ. σκέψεις 31 έως 44).
Στην απόφαση του ΔΕΕ στην υπ. αρ.C-651/19, JP v Commissaire general aux réfugiés et aux apatrides, ημ.09/09/20, λέχθηκαν τα εξής:
« ....60 Επομένως, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης με την οποία απορρίπτεται ως απαράδεκτη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας πρέπει να ελέγξει μόνον κατά πόσον, αντιθέτως προς ό,τι αποφάσισε η αρμόδια αρχή, από την προκαταρκτική εξέταση της αίτησης αυτής προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγούμενη σκέψη. Εξ αυτού συνάγεται ότι, στο δικόγραφο της προσφυγής του ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, ο αιτών πρέπει, κατ' ουσίαν, απλώς να αποδείξει ότι βασίμως θεώρησε ότι υφίστανται νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με εκείνα που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της προηγούμενης αιτήσεώς του...».
Ειδικότερα, διαπιστώνω ότι, όσον αφορά τον έναν εκ των δύο ισχυρισμών που προέβαλε, ήτοι ότι υφίσταται κίνδυνος κατά της ζωής του από τις Υπηρεσίες Πληροφορίων (πρώην NIA και τωρινή SIS) και από την τωρινή κυβέρνηση στην χώρα του, ο εν λόγω ισχυρισμός συνδέεται με τον γενικότερο προβαλλόμενο ισχυρισμό πως διατρέχει γενικά κίνδυνο σύλληψης και/ή κίνδυνο κατά της ζωής του από την υπηρεσία πληροφοριών (SIS) και την τωρινή κυβέρνηση, που αποτέλεσαν ουσιαστικά τους λόγους που εγκατέλειψε την χώρα του, ισχυρισμός που ήδη είχε προβάλει στην πρώτη αίτηση ασύλου του - ο οποίος εξετάστηκε και κρίθηκε ότι δεν εμπίπτει στις έννοιες του κινδύνου δίωξης ή κινδύνου βλάβης ως αναλύονται και αναφέρονται στα άρθρα 3, 3Γ και 19 του Περί Προσφύγων Νόμου - και δεν αποτελούν νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με αυτά που ήδη εξετάστηκαν κατά την πρώτη αίτηση ασύλου από την Υπηρεσία Ασύλου αλλά επανάληψη του ίδιου πυρήνα. Περαιτέρω, ο εν λόγω ισχυρισμός είχε εγερθεί και ενώπιον της ΑΑΠ όπως και στην πρώτη μεταγενέστερη αίτηση του η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.
Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό που προέβαλε ο αιτητής, διαπιστώνω ότι τον εν λόγω τον ήγειρε για πρώτη φορά στα πλαίσια της δεύτερης μεταγενέστερης αίτησης του ήτοι περί του ότι κινδυνεύει και θα διωχθεί λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού, όπου επίσης παρουσίασε και σχετικό κατηγορητήριο από το Γραφείο Εισαγγελέα στην χώρα καταγωγής του, αναφορικά με φερόμενα ποινικά αδικήματα, που αφορούν τον σεξουαλικό προσανατολισμό του Αιτητή, ημερομηνίας 07/01/2019 (ερ. 320 του Δ.Φ.).
Σημειώνω ότι μια από τις βασικές προϋποθέσεις στη βάση του άρθρου 16 (Δ) 3) β) του Περί Προσφύγων Νόμου, ούτως ώστε η αρμόδια αρχή να προβεί σε ουσιαστική εκτίμηση του νέου στοιχείου που προβάλλεται, είναι να ικανοποιηθεί πως τα στοιχεία αυτά αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή του καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Σ΄ αυτό το σημείο, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι ο αιτητής, κατά την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης του, υποβάλει ως τεκμήριο – κατηγορητήριο για ποινικά αδικήματα που αφορούν τον σεξουαλικό του προσανατολισμό που ως ισχυρίζεται τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς του, το οποίο προσκόμισε και παρουσίασε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ως έχει ήδη καταγραφεί αριθμητικά ανωτέρω, και με το οποίο όντως εκ πρώτης όψεως εμφαίνεται ότι αυξάνει τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας στο πρόσωπο του. Ειδικότερα, ως μπορεί να διαπιστωθεί εκ πρώτης όψεως, από το περιεχόμενο των εγγράφων που παρουσιάστηκαν από τον αιτητή στην Υπηρεσία Ασύλου, μεταξύ των τεκμηρίων που παρουσίασε ο αιτητής, υφίσταται, μεταξύ άλλων, έγγραφο κατηγορητήριο εκδιδόμενο από την χώρα καταγωγής του ημερ. 07/01/2019 με τις κατηγορίες να περιλαμβάνουν 1. Εμπλοκή σε ομοφυλοφιλικές σχέσεις, 2. Δημόσια απρέπεια, ανήθικη συμπεριφορά, 3. συνομωσία για την διάπραξη παράνομων αφύσικων αδικημάτων, καθώς υπάρχει και καταγραφή των σχετικών ποινών για έκαστο αδίκημα.
Επομένως, όσον αφορά τη μαρτυρία/ τεκμήριο που πρόσαψε ο αιτητής στην Υπηρεσία Ασύλου κατά το στάδιο της μεταγενέστερης του αίτησης, εμφαίνεται ότι εκ πρώτης όψεως το εν λόγω συμπίπτει ως προς το περιεχόμενο του με τους ισχυρισμούς του αιτητή στην μεταγενέστερη του αίτηση περί του ότι κινδυνεύει λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού, και ενόψει τούτου καταλήγω ότι ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση που θέτει ο περί Προσφύγων Νόμος [άρθρου 16 (Δ) 3) β) i)] ήτοι περί του ότι τα στοιχεία αυτά αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή του καθεστώτος διεθνούς προστασίας για να προβεί η Υπηρεσία Ασύλου σε ουσιαστική εξέταση τους, μιας και εκ πρώτης όψεως εμφαίνεται ότι ο αιτητής προβάλει επαρκώς, μέσω των καταγραφόντων ισχυρισμών του και του εν λόγω εγγράφου, ότι αντιμετωπίζει φόβο δίωξης στη χώρα του και ότι η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού.
Πρόσθετα, η δεύτερη προϋπόθεση που πρέπει να συντρέχει - άρθρο 16 (Δ) 3) β) ii) του Περί Προσφύγων Νόμου - ούτως ώστε η αρμόδια αρχή να προβεί σε ουσιαστική εκτίμηση του νέου στοιχείου που προβάλλεται, η οποία θα πρέπει να πληρείται σωρευτικώς με την προϋπόθεση ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, είναι να ικανοποιηθεί η αρμόδια αρχή ότι ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής του στο Δικαστήριο.
Σ΄αυτό το σημείο κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι, ο αιτητής, κατά την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης του, καταγράφει τους λόγους για τους οποίους δεν τα παρουσίασε και δεν αναφέρθηκε στα εν λόγω στοιχεία σε προγενέστερο χρόνο, δηλώνοντας ουσιαστικά πως δεν αποκάλυψε εξαρχής τον σεξουαλικό του προσανατολισμό καθότι φοβόταν καθώς και ότι στην πρώτη του συνέντευξη, η λειτουργός ήταν γυναίκα και δυσκολευόταν εξαιτίας αυτού να το εκφράσει και ένοιωσε άβολα και ντροπή. Πρόσθεσε επίσης πως δεν γνώριζε ποια θα ήταν η ανταπόκριση και η συμπεριφορά εάν το αποκάλυπτε, αναφέρθηκε στον φόβο να τον κρίνουν σε μια θρησκευτική και συντηρητική κοινωνία όπως η Κύπρος, καθώς και ότι θα περιέπλεκε την υπόθεση του και θα τον έθετε σε περισσότερους κινδύνους που θα τον οδηγούσε στο να απορριφθεί τόσο από τις αρχές όσο και από την κοινωνία. Πρόσθετα, φοβόταν ότι θα κριθεί και θα δεχθεί διακρίσεις όπως επίσης φοβόταν ότι θα στιγματιζόταν και θα του έκαναν κακό οι υπόλοιποι αιτητές ασύλου και η κοινωνία καθώς και ότι θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στην αίτηση ασύλου του. Τέλος ανάφερε πως η ομοφυλοφιλία είναι ποινικό αδίκημα στη χώρα καταγωγής του, όπου τιμωρείσαι με φυλάκιση, βασανισμούς, βία και θάνατο. Ειδικότερα, σε ένα από τα έγγραφα/ τεκμήρια που παρουσίασε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου (ερυθρά 331 – 326 και 316- 312 του Δ.Φ.), ο αιτητής καταγράφει με περαιτέρω ανάλυση τους λόγους που δεν αποκάλυψε νωρίτερα τον σεξουαλικό του προσανατολισμό. Ειδικότερα, παραθέτω εν συνόψει ότι ο αιτητής κατέγραψε πως ο λόγος που δεν προέβη σε αποκάλυψη του σεξουαλικού του προσανατολισμού ήταν λόγω του φόβου, της ντροπής και του στιγματισμού που ενδεχομένως υποστεί στη κοινωνία της Κύπρου και πως η ομοφυλοφιλία ποινικοποιείται στη χώρα καταγωγής του. Αναφέρει πως από μικρή ηλικία δεν αποκάλυπτε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό προκειμένου να επιβιώσει καθώς και η συναναστροφή του με την αφρικανική κοινότητα στη Κύπρο και η εμπλοκή του με τοπική εκκλησία τον ώθησε να μη αποκαλύψει την σεξουαλική του ταυτότητα λόγω φόβου απόρριψης και διάκρισης. Πρόσθεσε πως ζούσε υπό συνεχή φόβο πως θα αντιδρούσαν οι άνθρωποι και φοβόταν πως αποκαλύπτοντας τον σεξουαλικό του προσανατολισμό θα τον έθετε σε κίνδυνο κοινωνικά, συναισθηματικά και πιθανώς σωματικά, καθότι η ομοφυλοφιλία αποτελεί ταμπού, κατάρα και αποστροφή. Επιπλέον, ανέφερε πως πριν εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, τον παρακολουθούσαν και τον ανέκριναν δυο φορές αστυνομικοί του Τμήματος Ποινικών Ερευνών, διότι υποψιάζονταν ότι ενδεχομένως εμπλεκόταν σε σχέσεις του ίδιου φύλου. Οι υποψίες τους προέκυψαν αφότου προχώρησε σε ορισμένα σχόλια, προκαλώντας ανησυχίες σε συναδέλφους του. Αναφέρθηκε στην αδυναμία του να το αποκαλύψει κατά τη διάρκεια της πρώτης του συνέντευξης, επισημαίνοντας ότι ένοιωθε άβολα, ήταν τρομακτικό να αποκαλύψει σε ένα άγνωστο άτομο ένα προσωπικό και κρυμμένο στοιχείο της ταυτότητας του και δεν είχε το θάρρος να μιλήσει ανοιχτά διότι φοβόταν ότι θα τον κρίνουν, παρεξηγήσουν ή τον απορρίψουν. Τέλος, ανέφερε πως η σχέση του με έναν συνάδελφο από τις μυστικές υπηρεσίες, θα θεωρούνταν ως ένα επιπλέον «αδίκημα» από την κυβέρνηση, καθιστώντας τον πρωταρχικό στόχο βίας.
Επομένως, όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, διαπιστώνω ότι, στη βάση του συνόλου των εγγράφων που παρουσίασε ο αιτητής και βρίσκονταν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου κατά το στάδιο εξέτασης της μεταγενέστερης αίτησης του, ο αιτητής εξηγεί δεόντως τους λόγους για τους οποίους δεν προέβαλε τα εν λόγω στοιχεία σε προγενέστερο στάδιο ήτοι κατά την συνέντευξη του και/ή ενώπιον της ΑΑΠ ή της Υπηρεσίας Ασύλου κατά την πρώτη μεταγενέστερη αίτηση του και/ή κατά το στάδιο καταχώρησης της προσφυγής του και παρότι τα πλείστα από τα εν λόγω στοιχεία προϋπήρχαν, εντούτοις ο αιτητής εξηγεί λεπτομερέστατα γιατί δεν είχαν προσαχθεί σε προηγούμενες διαδικασίες και επομένως συνάγεται ότι η μη προσαγωγή τους σε προγενέστερο στάδιο, δεν ήταν εξ υπαιτιότητας του ιδίου. Τονίζω ότι υφίσταται επαρκής αιτιολόγηση γιατί δεν υποβλήθηκαν τα εν λόγω στοιχεία σε προγενέστερο χρόνο και επομένως, καταλήγω ότι πληρείται η πρόνοια του Νόμου [άρθρο 16 (Δ) 3) β) ii) του Περί Προσφύγων Νόμου], ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, για να μπορούσε η Υπηρεσία Ασύλου να προβεί σε ουσιαστική εκτίμηση τους.
Σ΄ αυτό το σημείο, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι στον Πρακτικό Οδηγό της EASO για τις μεταγενέστερες Αιτήσεις (2021), αναφέρονται τα ακόλουθα ( η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«Ζητήματα που αφορούν τη σεξουαλική ζωή και το φύλο του αιτούντος: (αξιόπιστη) αδυναμία του αιτούντος να αναφέρει προσωπικά ζητήματα στο πλαίσιο της προηγούμενης αίτησης (βιασμός, ομοφυλοφιλία) ή (αξιόπιστη) άγνοια για τη δυνατότητα χορήγησης διεθνούς προστασίας (ενδοοικογενειακή βία, κίνδυνοι που σχετίζονται με τον ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων κ.λπ.). Τα άτομα των οποίων οι αιτήσεις σχετίζονται με ζητήματα σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου που δεν είναι αποδεκτά στη χώρα καταγωγής τους αναγκάζονται συχνά να αποκρύπτουν την πραγματική τους ταυτότητα, τα συναισθήματα και τις απόψεις τους προκειμένου να αποφύγουν το αίσθημα ντροπής, την απομόνωση και τον στιγματισμό, και πολύ συχνά τον κίνδυνο να υποστούν βία. Ο στιγματισμός και τα αισθήματα ντροπής ενδέχεται να αποτρέψουν περαιτέρω τον αιτούντα από το να αποκαλύψει πληροφορίες στο πλαίσιο του ασύλου. Υπάρχουν πολυάριθμες περιπτώσεις όπου ο αιτών / η αιτούσα αποκαλύπτει ότι είναι λεσβία, ομοφυλόφιλο, αμφιφυλόφιλο, τρανς ή ίντερσεξ άτομο μόνο σε μεταγενέστερη αίτηση. Τα ζητήματα αυτά έχουν επίσης σημασία για τους αιτούντες που αποκαλύπτουν δίωξη λόγω φύλου σε μεταγενέστερο στάδιο της αίτησής τους. Δεδομένου ότι το αίσθημα ντροπής και οι τραυματικές εμπειρίες μπορεί να δυσχεράνουν την αποκάλυψη τέτοιων βλαβών, η καθυστερημένη αποκάλυψη δεν θα πρέπει να οδηγεί στον χαρακτηρισμό της αίτησης ως απαράδεκτης, εφόσον πληρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 40 παράγραφος 4 της ΟΔΑ.»[2]
Επιπλέον, το ΔΕΕ στην απόφαση A,B,C v. Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie, C-148/13 με C-150/23, ημερομηνίας 02/12/2014, σκέψη 69 αναφέρει ότι «… λαμβανομένου υπόψη του ευαίσθητου χαρακτήρα των ζητημάτων που αφορούν την προσωπική σφαίρα ενός προσώπου και, ειδικότερα, τη σεξουαλικότητά του, δεν μπορεί να κριθεί αναξιόπιστη η δήλωση του προσώπου αυτού σχετικά με τον γενετήσιο προσανατολισμό του αποκλειστικά και μόνο λόγω του γεγονότος ότι, εξαιτίας της διστακτικότητάς του να αποκαλύψει προσωπικές πτυχές της ζωής του, δεν δήλωσε εξαρχής την ομοφυλοφιλία του».
Επομένως, όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, διαπιστώνω ότι η καθυστερημένη υποβολή ισχυρισμού δεν αρκεί από μόνη της να οδηγήσει σε απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης ως απαράδεκτης και ως εκ τούτου, λανθασμένα οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι ο αιτητής λόγω δικής του υπαιτιότητας δεν υπέβαλε τον εν λόγω ισχυρισμό.
Ενόψει τούτου, κρίνω ότι συντρέχουν οι βασικές προϋποθέσεις προς εξέταση της ουσίας του μεταγενέστερου αιτήματος του αιτητή, ως αναφέρονται στην νομοθεσία που έχει παρατεθεί ανωτέρω και πλημμελώς η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την μεταγενέστερη αίτηση κατά το προκαταρκτικό στάδιο ως απαράδεκτη.
Ενόψει όλων των πιο πάνω αναφερθέντων, διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει ως προς την νομιμότητα της λόγω μη επαρκής και εξειδικευμένης έρευνας για τους λόγους που έχουν ήδη αναφερθεί.
Συνεπώς, σύμφωνα με την ανωτέρω ανάλυση, και για τους λόγους που έχουν αναφερθεί, η προσφυγή επιτυγχάνει. Η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει ως προς την νομιμότητα της λόγω ελλιπής έρευνας, συνεπώς, η επίδικη απόφαση ακυρώνεται στην ολότητα της με έξοδα υπέρ του αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Με τον περί Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 4) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2022, 31/2022.
[2] EASO, Πρακτικός Οδηγός για Μεταγενέστερες Αιτήσεις, Δεκέμβριος 2021, σελ.27,28, Practical_Guide_Subsequent_Applications_EL.pdf [Ημερομηνία Πρόσβασης: 20/09/2026]
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο